ΤΟΜΑΖΟΣ Ι. ΤΟΜΑΖΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. Hassapis & Xenis Michael LTD, Αρ. Αγωγής: 2770/13, 31/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A240 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ξ. Ξενοφώντος, Προσ.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2770/13 Μεταξύ: ΤΟΜΑΖΟΣ Ι. ΤΟΜΑΖΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ Ενάγοντες και Hassapis & Xenis Michael LTD Εναγόμενοι Ημερομηνία: 31 Μαϊου, 2016 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες - Αιτητές: κα. Στ. Παύλου για Γεώργιο Θ. Κούμα Για Εναγόμενο - Καθ' ου η Αίτηση: κ. Β.Λοΐζου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία (για να ακούσει απόφαση η κα M. Παρπούνα) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε Αίτηση ημερομηνίας 19/11/15 για τροποποίηση του τίτλου της Έκθεσης Απαίτησης) Με την υπό κρίση Αίτηση ζητείται από τους Ενάγοντες-Αιτητές -ως επί λέξει αναφέρεται σε αυτήν-: «
- Άδεια ή/και Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διατάττον ή/και επιτρέπων την τροποποίηση του τίτλου της Εκθέσεως Απαιτήσεως, δια της διαγραφής του ονόματος των Εναγομένων και την αντικατάσταση του ως ακολούθως: JOINT VENTURE G. HASAPIS ESTATES LTD & XENIS MICHAEL DEVELOPERS LTD (Σ 11134)
- Οιονδήποτε άλλο διάταγμα και/ή θεραπεία που το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει ορθό και δίκαιο υπό τας περιστάσεις.
- Τα έξοδα της παρούσης αιτήσεως, πλέον Φ.Π.Α.» Η Αίτηση στηρίζεται στου Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.2 Θ.1, 6, Δ.9 Θ.2 & 10, Δ.19 Θ.4 & 13, Δ.21 Θ.8, Δ.25 Θ.1-6 και Δ.48 Θ.1-9, Δ.64 Θ.1-2 στο άρθρο 30 του Συντάγματος και επί των Γενικών Αρχών του Δικαίου της Επιείκειας και επί των Συμφυών Εξουσιών και Δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η παρούσα Αίτηση εμφαίνονται στην επισυνημμένη σε εκείνην Ένορκο Δήλωση του XXXXX XXXXX Τομάζου, η οποία αναφέρει τα εξής: «
- Εκ λάθους και/ή εκ παραδρομής με βάση των οδηγιών μας στους δικηγόρους μας, κατά την σύνταξη της Έκθεσης Απαιτήσεως, δεν έχει αναγραφεί ορθά το όνομα των Εναγομένων και παρά τούτο, η άλλη πλευρά εκπροσωπείται από δικηγόρους.
- Ως εκ τούτου, στην παρούσα αίτηση, ζητείται όπως εκδοθεί διάταγμα τροποποίησης του τίτλου της Εκθέσεως Απαιτήσεως, δια της διαγραφής του ονόματος των Εναγομένων και την αντικατάσταση του ως ακολούθως: JOINT VENTURE G. HASAPIS ESTATES LTD & XENIS MICHAEL DEVELOPERS LTD (Σ 11134)
- Η εν λόγω τροποποίηση ως με ενημερώνει ο δικηγόρος των Εναγόντων - Αιτητών, ουδόλως επηρεάζει τα δικαιώματα ή/και τη θέση της άλλης πλευράς και η άλλη πλευρά καμία ζημιά θα υποστεί από την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Η αιτούμενη τροποποίηση ως με ενημερώνει ο δικηγόρος των Εναγόντων - Αιτητών, δεν αλλάζει την γραμμή υπεράσπισης της άλλης πλευράς και δεν εισάγει ουσιαστικές αλλαγές.
- Ως εκ τούτου θεωρώ ότι είναι ορθό και δίκαιο και προς το συμφέρον της σωστής απονομής της δικαιοσύνης όπως επιτραπεί έστω και σε αυτό το στάδιο, η εν λόγω διόρθωση καθώς τούτη δεν επηρεάζει επιβλαβώς την αγωγή. Η άλλη πλευρά, με κανένα τρόπο δεν επηρεάζεται από την επιδιωκόμενη τροποποίηση, αντίθετα από την αιτούμενη τροποποίηση εξυπηρετείται το καλώς νοούμενο συμφέρον της δικαιοσύνης και η ορθή διεξαγωγή της διαδικασίας. Είναι δε διαδικασία την οποία επιτρέπουν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας καθώς επίσης και η Νομολογία χάριν της απονομής πλήρους δικαιοσύνης.» Οι Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης, με την οποία αναφέρουν ότι: «
- Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη.
- Η αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική.
- Η αίτηση είναι κακόπιστη.
- Η αίτηση είναι καταχρηστική.
- Η αίτηση είναι αδικαιολόγητη.
- Οι αιτητές δεν νομιμοποιούνται στις αιτούμενες θεραπείες.
- Οι αιτούμενες τροποποιήσεις επηρεάζουν δυσμενώς τους ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση κατά τρόπο που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα.
- Η αίτηση υποβάλλεται αδικαιολόγητα καθυστερημένα.
- Τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η αίτηση και η ένορκη δήλωση είναι αναληθή και προβάλλονται με τρόπο παραπλανητικό.
- Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική.
- Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση προβάλλονται διαζευκτικοί ισχυρισμοί.
- Δεν αναφέρεται πότε προέκυψε η αναγκαιότητα τροποποίησης.
- Η αίτηση είναι αχρείαστη.
- Η αίτηση επιδιώκει την αντικατάσταση διαδίκου.
- Οι αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια.
- Οι αιτητές απέκρυψαν την αλήθεια.
- Οι αιτητές επιχειρούν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο.» Η Ένσταση βασίζεται στην Ένορκη Δήλωση της XXXXX Μορφή, υπαλλήλου του δικηγορικού γραφείου των Καθ' ων η Αίτηση και αναφέρει τα εξής: «
- Αγνοώ και συνεπώς αρνούμαι την παράγραφο 1 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση.
- Αρνούμαι τις παραγράφους 2 και 3 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση. Εξ όσων έχω πληροφορηθεί από τους καθ' ων η αίτηση και τους δικηγόρους τους, αυτό που επιζητείται με την παρούσα αίτηση, εμμέσως πλην σαφώς, είναι η αντικατάσταση των εναγομένων για την οποία δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις. Περαιτέρω ισχυρίζομαι ότι τυχόν έγκριση της αίτησης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους εναγόμενους αφού θα επιτραπεί να συνεχιστεί η διαδικασία κανονικά εναντίον άλλου νομικού προσώπου. Περαιτέρω, εξ όσων έχω συμβουλευθεί από τους δικηγόρους των καθ' ων η αίτηση, η προβολή διαζευκτικών ισχυρισμών σε ένορκη δήλωση την καθιστά παράτυπη και αντικανονική ειδικά όταν αφορά ένα από τα κύρια σημεία στα οποία βασίζεται η αίτηση. 3.
- Περαιτέρω, από τα ίδια τα όσα προκύπτουν από τις παραγράφους 2 και 3 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, καθίσταται εμφανές ότι οι αιτητές επιθυμούν την αντικατάσταση εταιρείας (Hassapis & Xenis Michael Ltd) με συνεταιρισμό (JOINT VENTURE G. HASAPIS ESTATES LTD & XENIS MICHAEL DEVELOPERS LTD). Από τούτου και μόνο προκύπτει ότι δεν πρόκειται απλώς για λανθασμένη αντιγραφή ονόματος αλλά για δύο διαφορετικά πρόσωπα. 3.
- Παρουσιάζω προς τούτο αποτελέσματα ηλεκτρονικής έρευνας στην επίσημη ιστοσελίδα του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη ως Τεκμήριο Α.
- Αρνούμαι τις παραγράφους 4, 5 και 6 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και λέγω ότι καμία ουσιαστική δικαιολογία δόθηκε για την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης αλλά ούτε και για την αναγκαιότητα της. Λέγω περαιτέρω, ότι η παρούσα αίτηση είναι αδικαιολόγητα καθυστερημένη και εν πάση περιπτώσει μέσω της αίτησης αυτό που ουσιαστικά επιδιώκεται παρά τους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντα περί λανθασμένης αναγραφής ονόματος είναι η αντικατάσταση διαδίκου, ο οποίος εν πάση περιπτώσει θα έπρεπε να ήταν γνωστός στους αιτητές από πολύ προηγουμένως. Περαιτέρω λέγω ότι τυχόν έγκριση της αίτησης θα επιφέρει ανεπανόρθωτη ζημιά στους εναγόμενους, η οποία δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με διαταγή για την καταβολή εξόδων αφού μεταξύ άλλων θα καθυστερήσει ακόμη περισσότερο η εκδίκαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. Λέγω δε ότι η αίτηση καταχωρήθηκε αδικαιολόγητα καθυστερημένα και χωρίς να εξηγείται πότε εντοπίστηκε η κατ' ισχυρισμό ανάγκη για τροποποίηση αλλά και οι λόγοι για τους οποίους ζητείται η τροποποίηση δεν είναι επαρκείς για να δικαιολογήσουν την έγκριση της αίτησης.
- Περαιτέρω, με τυχόν έγκριση της αίτησης θα καταστρατηγηθούν τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα των εναγομένων για δίκαιη δίκη εντός ευλόγου χρόνου και οι εναγόμενοι επιφυλάσσουν τα δικαιώματα τους να προσφύγουν στις πρόνοιες του Συντάγματος και της σχετικής Νομοθεσίας. Σε σχέση με τα ισχύοντα σε αιτήσεις παρόμοιας φύσεως, στην αρκετά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Κώστας Παφίτης & Υιοι Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας
(2012)1 Α.Α.Δ. 745, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος της τροποποίησης, είναι πλουσιότατη. Η τάση της νομολογίας δείχνει φιλελεύθερη προσέγγιση, εκτός στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται κακοπιστία και ζημιά ή αδικία η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα (βλ.Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.ά
(1991)1 A.A.D. 934). Η κλασσική επαναδιατύπωση των νομολογιακών αρχών δόθηκε από τον Πική, Δ., όπως ήταν τότε, στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 33, στην οποία οι αρχές συνοψίστηκαν ως εξής:- «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το Άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.»" Δεν βεβαίως πάντα επιτρεπτή σε ένα διάδικο η τροποποίηση του δικογράφου του. Οι περιπτώσεις όπου δεν πρέπει να επιτρέπεται τροποποίηση φαίνονται μέσα από την υπόθεση Jamal Y. Khan κ.ά. v. Δημοκρατίας του Πακιστάν κ.ά.
(2011)1 Α.Α.Δ. 1211, όπου αίτηση για τροποποίηση υποβλήθηκε σχεδόν προς το τέλος της ακροαματικής διαδικασίας και αφού είχε ακουστεί η μαρτυρία από σημαντικούς επί της ουσίας μάρτυρες. Σε εκείνη την περίπτωση δεν επιτράπηκε η τροποποίηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Εναγομένων και αναφέρθηκαν από το Δικαστήριο τα ακόλουθα: «Στην προκείμενη περίπτωση η αίτηση για τροποποίηση υποβλήθηκε σχεδόν προς το τέλος της ακροαματικής διαδικασίας και όταν ακούστηκε η μαρτυρία σημαντικών επί της ουσίας μαρτύρων. Η ανάγκη η οποία επέβαλε την υποβολή του αιτήματος για τροποποίηση σαφώς οφείλεται σε σφάλμα των δικηγόρων των εφεσειόντων οι οποίοι εξ αρχής έπρεπε να γνώριζαν τη δικονομική ανάγκη για έκθεση λεπτομερειών του αλλοδαπού δικαίου το οποίο επικαλούνται και έπρεπε να αποδείξουν με σχετική μαρτυρία. Η έγκριση της αίτησης για τροποποίηση των δικογράφων κατά το στάδιο που υποβλήθηκε, στη συγκεκριμένη έκταση και μορφή αναμφιβόλως θα προκαλούσε εκτροπή της διαδικασίας από την ορθή της πορεία. Η ακρόαση της υπόθεσης επί ουσιωδών ζητημάτων θα άρχιζε σχεδόν από την αρχή με όλες τις συνεπαγόμενες δυσμενείς συνέπειες είτε αυτές αφορούν στην ανεπιθύμητη καθυστέρηση η οποία θα προέκυπτε σε μια εκκρεμούσα υπόθεση η οποία είχε αχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από το 1999 και δεν έχει ακόμη συμπληρωθεί η ακρόαση της είτε αφορούν στις δυσχέρειες που θα αντιμετώπιζε η πλευρά των εφεσιβλήτων εξ αιτίας της ανάγκης που θα προέκυπτε για επανακλήτευση κλπ. μαρτύρων από το εξωτερικό. Συναφής επί του προκειμένου είναι η διαπίστωση του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι οι εφεσίβλητοι έκλεισαν την υπόθεση τους χωρίς να είχαν τεθεί στους μάρτυρες τους τα θέματα που εγείρονται με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις με αποτέλεσμα να επηρεάζονται τα δικαιώματά τους κατά τρόπο που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθούν με έξοδα. ............................... Έχουμε τη γνώμη πως η μεγάλη καθυστέρηση η οποία έχει παρατηρηθεί στην υποβολή της αίτησης για τροποποίηση, η φύση και η έκταση των τροποποιήσεων που ζητούνται και που ουσιαστικά συνεπάγονται επαναπροσδιορισμό των επίδικων ζητημάτων, η εκκρεμοδικία της υπόθεσης η οποία υφίσταται περισσότερο από μια δεκαετία, ο ορατός κίνδυνος ανεπανόρθωτης βλάβης, ο δυσμενής επηρεασμός δικαιωμάτων των εφεσιβλήτων συμπεριλαμβανομένου και του κινδύνου παραβίασης του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος λόγω της πρόσθετης καθυστέρησης που θα υπάρξει και της ανάγκης κλήτευσης και επανακλήτευσης μαρτύρων, αποφαινόμαστε ότι ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια και δεν έδωσε άδεια για τροποποίηση.» Στην Αγωγή Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού 742/2013 Ιουλία Χαραλάμπους ν. Παγκυπριακή Ασφαλιστική Λίμιτεδ , απόφαση ημερομηνίας 30/9/2013, έγινε εκτενής ανάλυση των αρχών που διέπουν την τροποποίηση ονόματος μέρους της αγωγής από το συνάδελφό μου Δικαστή κ. Π.Μιχαηλίδη, Ε.Δ.. Αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: « Στην υπόθεση Ferro Fashions Limited v. Fashion Box S.R.L.
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1805 το πρωτόδικο Δικαστήριο επέτρεψε την τροποποίηση του τίτλου της αγωγής μετά από αίτηση των εφεσίβλητων / εναγόντων. Οι εφεσίβλητοι είχαν ισχυρισθεί ότι λόγω αβλεψίας το όνομα τους στον τίτλο της αγωγής αναγράφηκε ως Fashion Box S.R.L. αντί ως Fashion Box S.P.A. Οι εφεσείοντες / εναγόμενοι έφεραν ένσταση στην αίτηση για τροποποίηση. Τα όσα επί του προκειμένου αναφέρθηκαν από το Εφετείο στις σελίδες 1809 -1810 της απόφασης και που πιο κάτω παρατίθενται είναι ενδεικτικά: «... Το Δικαστήριο θεώρησε και ορθά, την όλη περίπτωση ως θέμα λανθασμένης περιγραφής του ονόματος των εφεσιβλήτων και έτσι προχώρησε στην έγκριση του αιτήματος τους για τροποποίηση. .......................................................................................................................... Η διόρθωση λανθασμένου ονόματος είναι θέμα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο δεν πρέπει να επιτρέπει σε άτομα να αποκτούν πλεονέκτημα από μια λανθασμένη περιγραφή ονόματος, όταν όλοι γνωρίζουν την πραγματικότητα (Williams and Glyn's Bank Ltd ν. The Ship "Maria"
(1983)1 C.L.R. 106). Στην υπόθεση Spyropoullos ν. Transavia Holland N. v. Amsterdam
(1979)1 C.L.R. 421, όπου το προηγούμενο όνομα της ενάγουσας εταιρείας τροποποιήθηκε πριν την έγερση της αγωγής, αλλά στο κλητήριο ένταλμα είχε αναγραφεί το προηγούμενο όνομα της εταιρείας, αποφασίστηκε ότι η αλλαγή του ονόματος της εταιρείας δεν επιδρά επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της. Επισημάνθηκε ότι επρόκειτο μόνο για αγωγή που ηγέρθηκε με λανθασμένο όνομα και συνεπώς "θα έπρεπε να δοθεί άδεια τροποποίησης. Το θέμα είναι απλό. Εκεί όπου εμφανίζεται μια απλή λανθασμένη περιγραφή ονόματος μπορεί να παρασχεθεί άδεια για τροποποίηση (Alexander Mountain & Co v. Rumere Ltd [1948] 2 All E.R. 482). Η λανθασμένη περιγραφή ονόματος δεν είναι παρά ανακριβής αναφορά του ονόματος του διάδικου. Δεν αναφέρεται στην ουσία της υπόθεσης». Στην υπόθεση Alexander Mountain Co. v. Rumere Ltd
(1948)2 All E R 144 ο ενάγων συνεταιρισμός καταχώρησε αγωγή εναντίον της εναγόμενης εταιρείας με τον τίτλο «Alexander Mountain and Co». Λόγω του θανάτου του Alexander Mountain, που μείωσε τον αριθμό των συνεταίρων σε ένα, ο τίτλος της αγωγής έπρεπε να τροποποιηθεί και να αντικατασταθεί με τον τίτλο «Doris Mountain, widow, executrix of Alexander Mountain». Το Αγγλικό Εφετείο μετά από ενδελεχή εξέταση του θέματος αποφάνθηκε ότι μπορούσε να δοθεί η σχετική άδεια, αφού η τροποποίηση αφορούσε αναφορά σε λανθασμένο όνομα που δεν μπορούσε να επηρεάσει την ουσία της υπόθεσης. Η τροποποίηση λανθασμένου ονόματος σε τίτλο αγωγής εξετάστηκε και στην επίσης Αγγλική υπόθεση Etablissement Baudelot v. R.S. Graham and Co. Ltd. [1953] 1All ER 149. Στην πιο πάνω υπόθεση η αγωγή καταχωρήθηκε από τους κληρονόμους της διαθήκης κάποιου Γάλλου που είχε πεθάνει για την αξία εμπορευμάτων που είχαν πωληθεί και παραδοθεί. Οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν ότι ενεργούσαν σαν εταιρεία που είχε συσταθεί σύμφωνα με τις πρόνοιες του Γαλλικού νόμου, που δεν ήταν ορθό. Όταν το λάθος ανακαλύφθηκε οι ενάγοντες ζήτησαν την τροποποίηση του τίτλου για να συμπεριλάβουν τα ονόματα των προσώπων που συναλλάττονταν στην επιχείρηση του αποθανόντος. Το Αγγλικό Εφετείο αποφάνθηκε ότι η αίτηση θα έπρεπε να γίνει δεκτή, αφού η λανθασμένη αναφορά στον τίτλο της αγωγής δεν μπορούσε να επηρεάσει την ουσία της διαφοράς που το Δικαστήριο καλείτο να αποφασίσει. Στην Αγγλική υπόθεση W. Hill and Son v. Tannerhill
(1944)L.J.K.B. 456 κάποιο πρόσωπο με το όνομα W. Hill ήγειρε αγωγή εναντίον του εναγόμενου αξιώνοντας αποζημιώσεις για αμέλεια. Αν και δεν είχε κανένα συνέταιρο ο κύριος Hill εμπορεύετο με την επωνυμία «W. Hill and Son». Η αγωγή ηγέρθη επ΄ ονόματι του εμπορικού του οίκου (firm). Η Δ.48 Α, θ.1 των παλιών Αγγλικών θεσμών προνοούσε ότι για να είναι επιτρεπτή η έγερση αγωγής στο όνομα του εμπορικού οίκου θα έπρεπε να υπάρχουν τουλάχιστον δύο ή περισσότεροι συνεταίροι. Συνεπώς, ο κύριος Hill δεν δικαιούτο να εγείρει την αγωγή στο όνομα του εμπορικού του οίκου, αφού δεν είχε κανένα συνέταιρο και, κατ΄ επέκταση, δεν δικαιούτο να εμπορεύεται με το πιο πάνω όνομα. Η αγωγή μπορούσε να εγερθεί μόνο στο δικό του όνομα. Όταν συνειδητοποίησε το λάθος ζήτησε την άδεια του Δικαστηρίου να τροποποιήσει τον τίτλο της αγωγής αντικαθιστώντας το όνομα του συνεταιρισμού, ο οποίος, κατ΄ ουσίαν, ήταν ανύπαρκτος, με το δικό του όνομα ως ακολούθως «Walter Hill Trading as W. Hill and Son». Το πρωτόδικο Δικαστήριο επέτρεψε την τροποποίηση. Στην έφεση που ασκήθηκε ο συνήγορος του εναγόμενου υποστήριξε ότι η τροποποίηση δεν έπρεπε να είχε επιτραπεί επειδή η αγωγή ήταν εξ υπαρχής άκυρη λόγω του ότι ο ενάγων ήταν ανύπαρκτο πρόσωπο. Το Εφετείο αποφάνθηκε ότι επρόκειτο για τυπικό λάθος των συνηγόρων του ενάγοντα και γι΄ αυτό επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Στην απόφαση του αναφέρθηκαν τα πιο κάτω (σε ελεύθερη μετάφραση): «κατά την έκδοση του κλητηρίου εντάλματος επ΄ ονόματι της «W. Hill and Son» υπήρχε ένα πρόσωπο το οποίο κατ΄ ουσίαν ενδιαφερόταν για την απαίτηση. Αυτό ήταν ο κ.Walter Hill. Η περιγραφή του προσώπου αυτού ως «W. Hill and Son» ήταν, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση, λάθος της υπαλλήλου των δικηγόρων του ενάγοντα (mistake bythe solicitor's clerk). Το ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί είναι εάν το λάθος αυτό είναι κάτι περισσότερο από τυπικό λάθος. Κατά την άποψή μου δεν είναι. Σύμφωνα με την Δ.48 θ.1 ένα πρόσωπο, ακόμη και αν διεξάγει επιχειρήσεις με το όνομα ενός οίκου (firm name) δεν μπορεί να εγείρει αγωγή στο όνομα του εμπορικού οίκου, όμως, αν ένα φυσικό πρόσωπο εκδώσει το κλητήριο επ΄ ονόματι του, όπως «W. Hill» το γεγονός ότι έχει προσθέσει τις δύο επιπρόσθετες λέξεις «and Son» δεν τον εμποδίζει από του να είναι ο πραγματικός ενάγων». Στην Αγγλική υπόθεση Pearlman (Veneers) S.A. v. Bartels [1954] 3 All ER 659 η ενάγουσα εταιρεία πέτυχε την έκδοση απόφασης στα Αγγλικά δικαστήρια για αποζημιώσεις για παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων εναντίον του εναγομένου Bernhard Bartels. Όταν δε προσπάθησε να εκτελέσει την απόφαση στα Γερμανικά δικαστήρια ο εναγόμενος ισχυρίσθηκε ότι το πραγματικό του όνομα ήταν Josef Bartels και όχι Bernhard Bartels. Η ενάγουσα εταιρεία καταχώρησε αίτηση στα Αγγλικά Δικαστήρια για την τροποποίηση του ονόματος του εναγομένου στο κλητήριο ένταλμα, τα πρακτικά της διαδικασίας και την απόφαση. Το Αγγλικό Εφετείο αποδέχθηκε την αίτηση. Όπως έθεσε το θέμα ο Δικαστής Denning: «When the substantive judgment is not being altered, but only the title of the action, it is to my mind quite plain that this court has ample jurisdiction to correct any misnomer or misdescription at any time whether before or after judgment». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Όταν η απόφαση επί της ουσίας δεν αλλάζει παρά μόνο ο τίτλος της αγωγής το Δικαστήριο έχει ευρεία δικαιοδοσία να διορθώσει οποιαδήποτε περίπτωση λανθασμένου ονόματος ή λανθασμένης περιγραφής καθ' οιονδήποτε χρόνο είτε πριν είτε μετά την απόφαση». Η πιο πάνω αναφορά του Λόρδου Denning υιοθετήθηκε αργότερα στηνυπόθεση Mercer Alloys Corporation and another v. Rolls Royce Ltd. [1972] 1 All ER 211 που αφορούσε τροποποίηση του ονόματος ενός εκ των διαδίκων μετά την έκδοση εκ συμφώνου απόφασης. Ο Δικαστής Davies τόνισε ότι εκτός από την Αγγλική Διαταγή 15, θεσμός 6
(2), οι πρόνοιες της οποίας είναι παρόμοιες με εκείνες της δικής μας Διαταγής 25, θεσμός 1, το Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία να επιτρέψει εκείνες τις τροποποιήσεις που είναι αναγκαίες για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Στην υπόθεση Στέλλα Λάμπρου ν. Λάμπρου Λάμπρου
(2002)1 ΑΑΔ 1092 το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε αίτηση της εφεσείουσας-αιτήτριας στηριζόμενη στη Διαταγή 25, θεσμός 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για τροποποίηση του ονόματος του ανήλικου γιού της στο διάταγμα φύλαξης και επιμέλειας του από «Γιώργος Λάμπρου» σε «Ανδρέας Λάμπρου». Το Ανώτατο Δικαστήριο αφού αναφέρθηκε στις αρχές που διέπουν την τροποποίηση δικογράφων στην Αγγλική και Κυπριακή νομολογία, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διαταγής 25 όπως αυτές συνοψίσθηκαν στην υπόθεση Σ. Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 33, αποφάνθηκε ότι η αναφορά σε λανθασμένο όνομα (misnomer) μπορούσε να διορθωθεί σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διαταγής 25, θεσμός 1 όπως επίσης και σύμφωνα με την σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Τέλος, στην υπόθεση Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς ν. Σωτηρούλας Χαριλάου Χαρικλείδη ν. Ζήνωνα Ποφαίδη κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 1608 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Στην Davies v. Elsby Brothers Ltd [1960] 3 All E.R. 672 έχει διατυπωθεί η θέση ότι ο κανόνας της υπόθεσης Mabro (πιο πάνω) αποτρέπει την τροποποίηση αν η τροποποίηση συνεπάγεται την προσθήκη διαδίκου και όχι την απλή διόρθωση «σφάλματος περί το όνομα» (misnomer). Έχει, επίσης, διατυπωθεί η θέση ότι ο σχετικός κανόνας εφαρμόζεται και στην περίπτωση υποκατάστασης διαδίκου σε αντικατάσταση διαδίκου ο οποίος απομακρύνεται. Ωστόσο αν με την προτιθέμενη προσθήκη δεν σκοπείται η προσθήκη ή υποκατάσταση διαδίκου αλλά η απλή διόρθωση «σφάλματος περί το όνομα» (misnomer) αυτή μπορεί να επιτραπεί αν η ουσία της υπόθεσης δικαιολογεί μια τέτοια πορεία*. Θέτουμε επομένως το ερώτημα που τέθηκε στην Davies (πιο πάνω): «Αποτελεί η περίπτωση αυτή διόρθωση «σφάλματος περί το όνομα» (misnomer);» ("Is this the merecorrection of a misnomer?). Θα παραθέσουμε πρώτα τα γεγονότα της Davies (πιο πάνω): Στην υπόθεση εκείνη είχε εκδοθεί κλητήριο ένταλμα εναντίον των Elsby Brothers (a firm). Στη συνέχεια μετά την εκπνοή της περιόδου της παραγραφής το κλητήριο ένταλμα τροποποιήθηκε με τη διαγραφή του όρου (a firm) και την προσθήκη της λέξης «Ltd». Η αγωγή αφορούσε δυστύχημα στο οποίο είχε εμπλακεί ο ενάγων ο οποίος ήταν υπάλληλος τόσο του οίκου Elsby Brothers όσο και της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης η οποία ενεγράφη μεταγενέστερα. Στο κλητήριο δεν αναφερόταν η ημερομηνία του δυστυχήματος και έτσι ήταν αδύνατο να διακριβωθεί από το κλητήριο κατά πόσο ο ενάγων είχε πρόθεση να εναγάγει μια νομική οντότητα, τον οίκο, ή μια άλλη νομική οντότητα, την εταιρεία. Κατά την άποψη του δικαστηρίου αυτό ήταν μοιραίο για την εξουσία του Δικαστηρίου να τροποποιήσει το κλητήριο. Ο Devlin, L.J. πραγματεύθηκε το ζήτημα λέγοντας ότι το κατά πόσο ένα κλητήριο απευθυνόταν σε ένα μη υφιστάμενο διάδικο ή κατά πόσο ήταν περίπτωση σφάλματος περί το όνομα (misnomer) ή κακής περιγραφής πρέπει να αποφασιστεί στη βάση του τί θα συμπαιράνει ένα λογικό άτομο, στη θέση του εναγομένου, που θα λάμβανε το κλητήριο. Είπε στη σελ. 676: "In English law as a general principle the question is not what the writer of the document intended or meant, but what a reasonable man reading the document would understand it to mean; and that is the test which ought to be applied as a general rule in cases of misnomer - which may embrace a number of other situations apart from misnomer on a writ, for example mistake as to identity in the making of a contract. The test must be: How would a reasonable person receiving the document take it? If, in all the circumstances of the case and looking at the document as a whole, he would say to himself: 'Of course it must mean me, but they have got my name wrong', then there is a case of mere misnomer. If, on the other hand, he would say: 'I cannot tell from the document itself whether they mean me or not and I shall have to make inquires', then it seems to me that one is getting beyond the realm of misnomer." Σε μετάφραση: «Στο Αγγλικό Δίκαιο σαν θέμα γενικής αρχής το ζήτημα δεν είναι τί σκόπευε ή εννοούσε ο συγγραφέας του εγγράφου αλλά το πώς ένας λογικός άνθρωπος που διαβάζει το έγγραφο θα αντιλαμβανόταν το νόημα του και εκείνο είναι το κριτήριο που πρέπει σαν θέμα γενικού κανόνα να εφαρμόζεται στις περιπτώσεις 'σφάλματος περί το όνομα' (misnomer) - το οποίο μπορεί να περιλάβει αριθμό άλλων καταστάσεων εκτός από 'σφάλμα περί το όνομα' (misnomer) στο κλητήριο, για παράδειγμα λάθος ως προς την ταυτότητα κατά τον καταρτισμό μιας συμφωνίας. Το κριτήριο πρέπει να είναι: πως θα εκλάβει το έγγραφο ένα λογικό πρόσωπο που το παραλαμβάνει. Αν κάτω από όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και εξετάζοντας το έγγραφο στο σύνολο του θα πεί στον εαυτό του: 'Σίγουρα πρέπει να εννοεί εμένα, αλλά έχουν γράψει το όνομα μου λανθασμένα' τότε έχουμε την περίπτωση απλού 'σφάλματος περί το όνομα' (misnomer). Αν, από την άλλη, θα πει: '..... από αυτό τούτο το έγγραφο δεν μπορώ να πω κατά πόσον εννοούν εμένα ή όχι και πρέπει να διερευνήσω το θέμα' τότε μου φαίνεται ότι ξεφεύγουμε από τα όρια του 'σφάλματος περί το όνομα' (misnomer)". Στη συνέχεια ο Lord Devlin ασχολήθηκε με τα γεγονότα της υπόθεσης. Λόγω της απουσίας της ημερομηνίας του επίδικου δυστυχήματος έκρινε ότι θα ήταν αδύνατο για ένα αντικειμενικό άτομο να γνωρίζει ή να είναι βέβαιο από το κλητήριο κατά πόσο ο ενάγων είχε πρόθεση να εναγάγει τον οίκο ή την εταιρεία. Έπρεπε να είχε κάμει έρευνες ως προς το πότε είχε λάβει χώραν το επίδικο δυστύχημα. Έκρινε, επομένως, ότι δεν επρόκειτο για περίπτωση σφάλματος περί το όνομα (misnomer). Στην Singh v. Atombrook Ltd [1989] 1 All E.R. 385 η ενάγουσα ήταν διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος συζύγου της. Τον Ιούνιο του 1984 ο σύζυγος της επισκέφθηκε τα υποστατικά ενός ταξιδιωτικού πράκτορα που εμπορευόταν με το όνομα "Sterling Travel" στην οδό Rubert, στο Λονδίνο. Αγόρασε αεροπορικά εισητήρια για μια πτήση προς την Νέα Υόρκη της συζύγου του και των δύο παιδιών τους. Λόγω του θανάτου του η πτήση δεν πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο του
- Η κόρη του επέστρεψε τα εισιτήρια στο "Sterling Travel" και πήρε διαβεβαιώσεις ότι θα τους επιστρεφόταν το αντίτιμο τους. Το "Sterling Travel" δεν ανταποκρίθηκε και έγιναν επανειλημμένες έρευνες και γράφτηκαν επιστολές από τους ενάγοντες και τον δικηγόρο τους. Στα αρχικά στάδια η ανταπόκριση στις επιστολές προς το "Sterling Travel" έγινε με μερικά τηλεφωνήματα. Επομένως οι επιστολές λήφθηκαν και δόθηκαν καθυσηχαστικές διαβεβαιώσεις. Ωστόσο δεν ικανοποιήθηκε η αξίωση της ενάγουσας. Στη συνέχεια το "Sterling Travel" μετακινήθηκε σε άλλη διεύθυνση. Την 4.6.1987 η ενάγουσα καταχώρισε αγωγή εναντίον του "Sterling Travel (a firm)" στην οδό Rupert. Το κλητήριο ταχυδρομήθηκε στην πιο πάνω οδό. Ο εναγόμενος δεν εμφανίσθηκε και εκδόθηκε απόφαση στην απουσία του. Λήφθηκαν μέτρα για εκτέλεση της απόφασης. Στις 24.8.1987 η εταιρεία Air TravelServices Ltd έστειλε τηλεμύνημα στους δικηγόρους της ενάγουσας. Τους πληροφόρησε ότι μόλις είχαν λάβει το ένταλμα εκτέλεσης. Τους πληροφόρησε, επίσης, ότι δεν υπήρχε οίκος με το όνομα "Sterling Travel". Υπήρχε μια εταιρεία με το όνομα Atombrook Ltd η οποία ήταν συνδεδεμένη εταιρεία με την εταιρεία United Air Travel Services Ltd, και ηAtombrook Ltd ήταν η ιδιοκτήτρια της "Sterling Travel". Σημειώθηκαν ανεπιτυχείς διαδικασίες εκτέλεσης γιατί ο επί της εκτέλεσης λειτουργός δεν μπορούσε να βρει οποιονδήποτε που εμπορευόταν με το όνομα "Sterling Travel" στην οδό Rupert. Στις 25.11.1987 ο εναγόμενος - η εταιρεία Atombrook Ltd - ζήτησε τον παραμερισμό της απόφασης γιατί είχε ληφθεί «αντικανονικά». Το πρωτόδικο δικαστήριο παραμέρισε την απόφαση με τον όρο να κατατεθεί στο δικαστήριο το ποσό της απόφασης. Ο εναγόμενος εφεσίβαλε την απόφαση. Υπέβαλε, ανάμεσα σ' άλλα, ότι το κλητήριο είχε εκδοθεί εναντίον μη υφιστάμενου προσώπου εφόσον δεν υπήρχε οίκος με το όνομα "Sterling Travel". Το Εφετείο σημείωσε ότι αυτό ήταν παραδεκτό αλλά παραμένει ανοικτό το θέμα κατά πόσο επρόκειτο για διαδικασία που εκδόθηκε εναντίον κάποιου που ορθά μπορεί να περιγραφεί ως μη υφιστάμενος, ή απλώς εναντίον ενός εναγομένου του οποίου το όνομα έχει περιγραφεί λανθασμένα ("who has been misnamed or misdecribed). Στη συνέχεια ο Kerr, L.J., παρέθεσε το πιο πάνω απόσπασμα από την απόφαση του Devlin, L.J., στην Davies (πιο πάνω) και κατέληξε ως εξής: "Of course, in the present case there was never the slightest doubt in the mind of the defendant that the plaintiff intended to sue it and that it was the person with whom this case was concerned. From start to finish it knew that perfectly well, and in my judgment it was taking steps throughout to avoid the pursuit of this claim against it. Undaunted, however, counsel for the defendant said that this still left it open for an objective person to have construed the writ in a different way. He was suggesting, though I find it impossible to follow the argument in full or to accept it, that an objective person, although knowing all the facts which the defendant knew, might still have thought that this plaintiff intended to sue a firm called Sterling Travel which might be an existing entity, or something of that kind. That is fanciful and I reject it. The matter is put beyond doubt by a further decision of this court in Whittam v. W J Daniel & Co Ltd [1961] 3 All E.R. 796, [1962] 1 QB
- In that case a limited company was sued within the limitation period but without adding the word "Limited", and therefore appeared to have been sued in the name of a firm. The court allowed the word "Limited" to be added after the limitation period had expired, and distinguished Davies v. Elsby Bros Ltd [1960] 3 All E.R. 672, [1961] 1 WLR
- Donovan LJ quoted the test of Devlin, LJ to which I have referred and said [1961] 3 All E.R. 796 at 799, [1962] 1 QB 271 at 277): 'Applying that test, there could have been no doubt in the mind of the defendants when they got the writ that it was they whom the plaintiff intended to sue and that she had simply got the name wrong.' Danckwerts LJ said that the case was plainly distinguishable from Davies v. Elsby Bros Ltd because: '.. in the present case there is no other entity to which the description in the writ could be taken to refer.' He went on: 'On the other hand, counsel for the defendant's argument is that it is a description which describes nothing and, therefore, is an action against nobody, and, therefore, it would be improper and against the rules to put in the defendants in place of a person which did not exist. I cannot accept that argument. It seems to me that this is a case in which the description could only refer to the defendants and would not be taken by any reasonable person to refer to anybody but the defendants.' That authority applies precisely to the present case. .......................................................................................................................... I would dismiss this appeal." Σε μετάφραση: «Βέβαια στην παρούσα υπόθεση δεν υπήρχε ποτέ η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του εναγομένου ότι ο ενάγων είχε πρόθεση να τον εναγάγει και ότι ήταν το πρόσωπο με το οποίο σχετιζόταν η υπόθεση αυτή. Από την αρχή μέχρι το τέλος το γνώριζε πολύ καλά και κατά την κρίση μου λάμβανε συνέχεια μέτρα να αποφύγει την προώθηση αυτής της αξίωσης εναντίον του. Ωστόσο ο συνήγορος του εναγομένου ήταν απτόητος. Ανέφερε ότι αυτό το θέμα παρέμενε ανοικτό για ένα αντικειμενικό πρόσωπο να είχε ερμηνεύσει το κλητήριο με διαφορετικό τρόπο. Παρόλο ότι το βρίσκω αδύνατο να παρακολουθήσω την επιχειρηματολογία του πλήρως ή να την αποδεχθώ, πρότεινε ότι ένα αντικειμενικό πρόσωπο αν και γνώριζε όλα τα γεγονότα τα οποία γνώριζε ο εναγόμενος θα νόμιζε ότι αυτός ο ενάγων είχε πρόθεση να εναγάγει ένα οίκο που ονομάζεταιSterling Travel που μπορούσε να είναι μια υφιστάμενη οντότητα ή κάτι παρόμοιο με αυτό. Αυτό είναι παράδοξο και το απορρίπτω. Το θέμα αυτό έχει τεθεί πέρα από κάθε αμφιβολία από άλλη απόφαση αυτού του Δικαστηρίου στην Whittam v. W. J. Daniel & Co. Ltd [1961] 3 All E.R. 796 [1962] 1 Q.B.
- Σε εκείνη την υπόθεση καταχωρήθηκε αγωγή εναντίον μιας εταιρείας περιορισμένης ευθύνης εντός της περιόδου της παραγραφής αλλά χωρίς την προσθήκη της λέξης «Ltd» και επομένως φαινόταν ότι καταχωρήθηκε αγωγή στο όνομα ενός οίκου. Το δικαστήριο επέτρεψε την προσθήκη της λέξης "Ltd" μετά την εκπνοή της περιόδου της παραγραφής και διέκρινε την Davies v.Elsby Bros Ltd [1960] 3 All E.R. 672 [1961] W.L.R.
- Ο Donovan L.J. αναφέρθηκε στο κριτήριο του Devlin L.J., στο οποίο έχω αναφερθεί, και είπε [1961] 3 All E.R. 796, 799, [1962] 1 Q.B. 271, 277: 'Εφαρμόζοντας εκείνο το κριτήριο δεν μπορούσε να υπάρχει αμφιβολία στο μυαλό των εναγομένων όταν έλαβαν το κλητήριο ότι ήταν εκείνοι τους οποίους ο ενάγων είχε πρόθεση να εναγάγει και ότι απλώς είχε γράψει το όνομα λανθασμένα.' Ο Danckwerts L.J. είπε ότι εκείνη η υπόθεση ήταν ξεκάθαρα διακριτέα από την Davies v. Elsby Bros Ltd γιατί: '.... στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχει άλλη οντότητα με την οποία η περιγραφή στο κλητήριο μπορούσε να εκληφθεί ότι αναφερόταν' Και συνέχισε: 'Από την άλλη η επιχειρηματολογία του συνήγορου των εναγομένων είναι ότι πρόκειται για περιγραφή που δεν περιγράφει τίποτε και, επομένως, πρόκειται για αγωγή εναντίον ουδενός και επομένως δεν θα ήταν σωστό και θα ήταν εναντίον των θεσμών να μπούν οι εναγόμενοι στη θέση προσώπου που δεν υφίσταται. Δεν δέχομαι αυτό το επιχείρημα. Μου φαίνεται ότι αυτή είναι υπόθεση στην οποία η περιγραφή μπορούσε μόνο να αναφέρεται στους εναγομένους και δεν μπορούσε να εκληφθεί από ένα λογικό πρόσωπο να αναφέρεται σε οποιοδήποτε άλλο από τους εναγομένους'. Εκείνη η αυθεντία εφαρμόζεται πλήρως στην παρούσα υπόθεση. ......................................................................................................................... Θα απέρριπτα την έφεση». Στην υπόθεση Ναυτοδικείου Williams and Glyn's Bank Ltd ν. The Ship "Maria"
(1983)1 CLR 106 λέχθηκε ότι η διόρθωση λανθασμένου ονόματος ενός διαδίκου (misnomer) διέπεται από τον θεσμό 12 της Διάταξης 28 των Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών, ο οποίος είναι πανομοιότυπος με τον θεσμό 5 της Διάταξης 25 των δικών μας Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, και ο οποίος προνοεί τα ακόλουθα: «The Court or a Judge may at any time, and on such terms as to costs or otherwise as the Court or Judge may think just, amend any defect or error in any proceedings, and all necessary amendments shall be made for the purpose of determining the real question or issue raised by or depending on the proceedings». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται καθ' οιονδήποτε χρόνο και με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως πως ως θα θεωρήσει δίκαιο να τροποποιήσει οποιοδήποτε ελάττωμα ή λάθος σε οποιαδήποτε διαδικασία και όλες οι απαραίτητες τροποποιήσεις θα γίνονται για σκοπούς καθορισμού του πραγματικού ζητήματος που εγείρεται ή που εξαρτάται από την διαδικασία». Λέχθηκε, επίσης, ότι ο πιο πάνω θεσμός διέπει την τροποποίηση της γενικής οπισθογράφησης, των δικογράφων και γενικά κάθε μορφή τροποποίησης. Προσδίδει δε στοΔικαστήριο εξουσία για τροποποίηση ευρύτερη εκείνης που δίδεται στο Δικαστήριο από τον κανονισμό 1 της Αγγλικής Διάταξης 28 ο οποίος είναι πανομοιότυπος με τονθεσμό 1 της δικής μας Διάταξης 25 και ο οποίος προνοεί τα ακόλουθα: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιοδήποτε από τους διαδίκους να μεταβάλει ή να τροποποιήσει την οπισθογράφηση του ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες αυτές οι τροποποιήσεις θα γίνονται αν είναι αναγκαίες για σκοπούς καθορισμού των πραγματικών ζητημάτων που αμφισβητούνται μεταξύ των διαδίκων». Με αναφορά δε στο Αγγλικό σύγγραμμα Annual Practice 1960, σελίδα 623 υπό τον τίτλο «Parties» υποδείχθηκε ότι σε περίπτωση λανθασμένης περιγραφής διαδίκου οι ορθοί διαδικαστικοί κανονισμοί είναι οι κανονισμοί 1 και 12 της Αγγλικής Διάταξης 28. Υποδείχθηκε, επίσης, ότι ανεξαρτήτως των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας η διόρθωση λανθασμένης περιγραφής διαδίκου αποτελεί ζήτημα που εμπίπτει στην σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Στην Αγγλική υπόθεση Nittan ν. Solent Steel
(1981)L1. L.R. Vol. 1, p. 633 λέχθηκε ότι τα Δικαστήρια δεν θα πρέπει να επιτρέπουν σε κάποιον να επωφελείται από λανθασμένη περιγραφή διαδίκου την στιγμή που όλοι γνωρίζουν την πραγματικότητα. Στην υπό εξέταση περίπτωση η αγωγή ηγέρθη με το λανθασμένο όνομα της Αιτήτριας. Το επώνυμό της εκ παραδρομής αναγράφηκε στο τίτλο της αγωγής ως «Χαραλάμπους», αντί «Χριστοδούλου» που είναι το ορθό. Εφαρμόζοντας το κριτήριο που καθορίσθηκε στην Αγγλική υπόθεση Davies v. Elsby Brothers Ltd [1960] 3 AllE.R. 672 ένα λογικό πρόσωπο στην θέση της Καθ' ης η αίτηση παραλαμβάνοντας το κλητήριο ένταλμα δεν θα μπορούσε παρά να εκλάβει ότι το πρόσωπο που ήγειρε την αγωγή είναι η Ιουλία Χριστοδούλου και, επομένως, να θεωρήσει ότι το όνομα της Ενάγουσας αναγράφηκε λανθασμένα επί του κλητηρίου εντάλματος. Υπό τις περιστάσεις δεν θα μπορούσε να έχει οποιαδήποτε αμφιβολία περί τούτου με δεδομένο ότι και στην Έκθεση Απαίτησης παρατίθενται όλα εκείνα τα στοιχεία, όπως ημερομηνία του επίδικου δυστυχήματος, αριθμοί εγγραφής των εμπλεκομένων οχημάτων και ονόματα των εμπλεκομένων οδηγών, που δικαιολογούν ένα λογικό πρόσωπο στην θέση της Καθ' ης η αίτηση να αντιληφθεί τα γεγονότα της υπόθεσης και σε ποιο δυστύχημα αναφέρεται η Έκθεση Απαίτησης και, έτσι, να θεωρήσει ότι το πρόσωπο που ήγειρε την αγωγή είναι η Ιουλία Χριστοδούλου. Προδήλως, γι' αυτό και η Καθ' ης η αίτηση εμφανίσθηκε στην διαδικασία καταχωρώντας σχετικό σημείωμα εμφάνισης. Υπό το φως όλων των πιο πάνω και της Νομολογίας που πιο πάνω παρατέθηκε η αιτούμενη τροποποίηση αποτελεί κλασσική περίπτωση σφάλματος περί το όνομα (misnomer) και δεν αφορά σε αλλαγή ή προσθήκη ή αντικατάσταση διαδίκου. Πρόκειται, επομένως, περί ενός τυπικού λάθους το οποίο δεν άπτεται της ουσίας της διαφοράς που το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει. Επομένως, η Αιτήτρια ορθά βάσισε και την υπό κρίση αίτηση στην Διάταξη 25 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας.» Έχω μελετήσει τις εκατέρωθεν θέσεις των μερών και αναφορά σε αυτές γίνεται μόνο όπου κρίνεται αναγκαίο με δεδομένο το δικονομικό καθήκον του Δικαστηρίου να αποφανθεί κατά πόσον πληρούνται ή όχι οι προϋποθέσεις έγκρισης της αιτούμενης τροποποίησης. Έχοντας διεξέλθει και τον φάκελο της υπόθεσης, φαίνεται ότι οι δικηγόροι των Εναγομένων εξουσιοδοτήθηκαν για να εκπροσωπήσουν τους Εναγόμενους στην παρούσα υπόθεση, από πρόσωπο φέρον την σφραγίδα «JOINT VENTURE G. HASAPIS ESTATES LTD & XENIS MICHAEL DEVELOPERS LTD». Προφανώς οι Ενάγοντες είχαν εσφαλμένα χρησιμοποιήσει το όνομα «HASSAPIS & XENIS MICHAEL LIMITED». Αυτή η λανθασμένη αναγραφή όμως και η αιτούμενη αλλαγή της δεν θεωρώ ότι επηρέασαν καθ'οιονδήποτε τρόπο τους Εναγόμενους, οι οποίοι και εξουσιοδότησαν, υπό το όνομα στο οποίο ζητείται να αλλάξει το υφιστάμενο στον τίτλο της αγωγής, τους ευπαίδευτους συνήγορους που τους εκπροσωπούν, όπως εμφανιστούν για αυτούς στη διαδικασία. Σχολιάζοντας περαιτέρω τα όσα αναφέρονται στην Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης, παρατηρώ ότι δεν υπήρχε ισχυρισμός στην Έκθεση Απαίτησης ότι οι Εναγόμενοι ήταν εταιρεία και όχι συνεταιρισμός. Συνεπώς δεν πρόκειται με την τροποποίηση να υπάρξει διαδικασία εναντίον άλλου προσώπου ή διαδικασία εναντίον συνεταιρισμού αντί εταιρείας. Ούτε θεωρώ ότι επιδιώκεται η αντικατάσταση διαδίκου ως εισηγούνται οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Καθ'ων η Αίτηση- Εναγομένων . Προχωρώ στο να εξετάσω τους ισχυρισμούς για αδικαιολόγητο της Αίτησης και για υπέρμετρη καθυστέρηση εκ μέρους των Αιτητών. Είναι προφανές από την Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση, ότι έγινε λάθος από την πλευρά των Εναγόντων και ότι δεν αναγράφεται ορθά το όνομα των Εναγομένων. Η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμη ξεκινήσει σε σχέση με την υπόθεση και δεν προβάλλεται οτιδήποτε το οποίο να μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο να παρεκκλίνει από το νομολογιακά διαμορφωμένο κανόνα ότι όταν μια πλευρά μπορεί να αποζημιωθεί υπό μορφή εξόδων που δημιουργούνται από την επιζητούμενη τροποποίηση, η τελευταία θα πρέπει να επιτρέπεται. Συνεπώς, θα εγκρίνω την Αίτηση. Εκδίδεται διάταγμα επιτρέπον την τροποποίηση του τίτλου της Έκθεσης Απαίτησης ως ζητείται στην παράγραφο 1 του Αιτητικού της Αίτησης, η οποία να λάβει χώρα εντός 21 ημερών από σήμερα. Στη συνέχεια, να ακολουθηθούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας ως προς την υπόλοιπη δικογραφία. Tα έξοδα της Αίτησης, με δεδομένο ότι οι Εναγόμενοι- Καθ΄ων η Αίτηση, ενίσταντο στην Αίτηση, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων-Αιτητών και εναντίον των Εναγομένων- Καθ'ων η Αίτηση Όσον αφορά τα οιαδήποτε σπαταληθέντα έξοδα (thrown-away costs), επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων- Καθ'ων η Αίτηση. Τα έξοδα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, στο τέλος της κυρίως διαδικασίας. (Υπ.) .......... Ξ. Ξενοφώντος, Προσ. Ε. Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο