Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Θεοδώρου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1285/2002, 30/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A255 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ξ. Ξενοφώντος, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1285/2002 Μεταξύ: Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ Εναγόντων -και-
- XXXXX Θεοδώρου
- XXXXX Θεοδώρου
- XXXXX Σωτηρίου
- XXXXX Φασουλή Εναγόμενων - Καθ΄ ων η Αίτηση Ημερομηνία: 30/09/2016 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια-Εναγόμενη 1: κ. Ζ.Κουλίας Για Εναγόμενους-Καθ'ων η Αίτηση: κ. Κ. Χαραλάμπους για Παπαδόπουλος, Λυκούργος & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (σε αίτηση ημερομηνίας 25/2/2016) Αντικείμενο Αίτησης Με αίτησή της ημερομηνίας 25/2/2016 η Αιτήτρια - Εναγόμενη 1 αιτείται ακύρωση επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος της αγωγής και της εκδοθείσας στις 27/5/2002 απόφασης καθώς και δήλωση ότι οποιαδήποτε επίδοση έγινε στην Αιτήτρια, εγγράφων που σχετίζονται με την αγωγή είναι άκυρη, αντικανονική, παράνομη και αντισυνταγματική. Η νομική βάση της Αίτησης είναι το άρθρο 30 του Συντάγματος, οι κανόνες φυσικής δικαιοσύνης και πληθώρα Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σύμφωνα με την Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση, η Εναγόμενη 1, η οποία και προβαίνει στην εν λόγω Ένορκη Δήλωση, ουδέποτε παρέλαβε προσωπικά το κλητήριο Ένταλμα ή το υπέγραψε. Το Κλητήριο Ένταλμα και οποιοδήποτε άλλο έγγραφο δικόγραφο, το παραλάμβανε ο σύζυγός της πλαστογραφώντας την υπογραφή της. Με τον πρώην συζυγό της βρίσκεται σε διάσταση από το 2002 και δεν έχουν σχέση και επαφή. Σήμερα ο πρώην συζυγός της βρίσκεται στη φυλακή με την κατηγορία κλοπής 19 οχημάτων και για σωρεία άλλων αδικημάτων. Στην Αίτηση καταχωρήθηκε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης ημερομηνίας 11/05/2016 με την οποία αναπτύσσονται 11 Λόγοι Ένστασης, στους οποίους μεταξύ άλλων περιλαμβάνεται το παράτυπο της Αίτησης, η νομιμότητα της επίδοσης, η καθυστέρηση, η εσκεμμένη αδιαφορία της Αιτήτριας προς τη δικαστική διαδικασία και το ότι η καταχώρηση της Αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και επιδιώκει να εκτροχιάσει τη διαδικασία και το ότι η αίτηση συνιστά προϊόν δεύτερης σκέψης της Αιτήτριας. Η Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του κ. Ν. Νικολάου, υπαλλήλου των Εναγόντων, στην οποία και αναφέρονται τα ακόλουθα: Είχε υπογραφεί συμφωνία ενοικιαγοράς οχημάτων στις 25/8/99 και η Αιτήτρια έλαβε κατοχή των οχημάτων. Λόγω παράλειψης της εκπλήρωσης των υποχρεώσεών της με επιστολή 3/9/2001 τερματίστηκε η συμφωνία από τους Καθ'ων η Αίτηση. Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 10/4/2002 και η Αιτήτρια γνώριζε για την αγωγή γιατί της επιδόθηκε νομότυπα τις 13/4/
- Η Αιτήτρια καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στις 23/4/
- Στις 17/6/2002 η Αιτήτρια δέχθηκε απόφαση εναντίον της. Η απόφαση επιδόθηκε στην Αιτήτρια στις 24/10/2002 (παρουσιάζεται προς τούτο ως Τεκμήριο 4 στην βεβαίωση του ιδιώτη επιδότη XXXXX Χαραλάμπους). Όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 3 της Ένστασης των Εναγόντων, εκδόθηκε απόφαση εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 στην παρουσία του κ. Θεοδώρου (δικηγόρου). Σημειώνω εδώ ότι από πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 17/6/2002 (που είναι εντός του φακέλου του Δικαστηρίου και το οποίο λαμβάνω υπόψη), φαίνεται ότι εκδόθηκε απόφαση στην παρουσία του κ. Φούλια, που εμφανίστηκε για τους Εναγόμενους 1 και 2 (προφανώς εκ μέρους του κ. Θεοδώρου). Νομικές Αρχές Σε περίπτωση αμφισβήτησης της αλήθειας του περιεχομένου της Ένορκης Δήλωσης επιδότη, υπάρχει δυνατότητα να ζητηθεί η αντεξέταση του εν λόγω προσώπου. Η συνάδελφος Α. Πανταζή-Λάμπρου, Ε.Δ. ανέφερε τα ακόλουθα στα πλαίσια της Αγωγής Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ELTA GROUP LIMITED ν. CONSTANTINIDES TINGIRIDES ENTERPRISES LIMITED (HE 250383), Αρ. Αγ. 6953/2013, 8/12/2014: « Στην Πολιτική Έφεση 284/2008, Παναγιώτης Νέμιτσας v. Salwa Chaparian, απόφαση ημερ. 10/5/2011, εξετάστηκε η θέση του αιτητή ότι δεν έλαβε γνώση της αγωγής λόγω του ότι το πρόσωπο στο οποίο αυτή επιδόθηκε του ήταν άγνωστο. Κρίθηκε ότι είναι ζήτημα ελέγχου της αξιοπιστίας του επιδότη έναντι της αξιοπιστίας αυτού που αμφισβητεί την επίδοση. Σχετικό το ακόλουθο απόσπασμα από την πιο πάνω απόφασηː «Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξετάζοντας την αίτηση παραμερισμού, αναζήτησε - ορθά, κατά την άποψή μας - κατά πόσο η εκδοχή του εφεσείοντα ότι αυτός δεν έλαβε γνώση της αγωγής, επειδή το πρόσωπο στο οποίο έγινε η επίδοσή της του ήταν άγνωστο, ήταν αληθής. Για το ζήτημα αυτό υπήρχαν, από τη μια, η ένορκη δήλωση του επιδότη, ο οποίος, σημειωτέον, δε ζητήθηκε από τον εφεσείοντα να αντεξεταστεί, και τα στοιχεία του φακέλου και, από την άλλη, η θέση του εφεσείοντα, ο οποίος, επίσης, δεν αντεξετάστηκε. Το Δικαστήριο δε συνυπολόγισε τη μαρτυρία της εφεσίβλητης, αφού αυτή, όπως το ίδιο καταγράφει στην απόφασή του, αντεξεταζόμενη, δέχθηκε ότι δε γνώριζε εάν η Τασούλα Γεωργιάδου ήταν υπάλληλος του εφεσείοντα. Αιτιολόγησε, όμως, γιατί δεν αποδέχθηκε τη θέση του εφεσείοντα. Διαπίστωσε, μέσα από το φάκελο, ότι, προτού εκδοθεί η επίδικη απόφαση, είχε επιδοθεί προσωπικά στον ίδιο η ΄Εκθεση Απαίτησης, γεγονός που του παρείχε τη δυνατότητα να λάβει γνώση όχι μόνο της ύπαρξης της αγωγής που καταχωρήθηκε εναντίον του με γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο ΄Ενταλμα, αλλά και όλων των λεπτομερειών, στις οποίες η εφεσίβλητη στήριζε την αξίωσή της. Σημαντικό ήταν εάν ο εφεσείων έλαβε γνώση της αγωγής και αυτό απαντάτο από την επίδοση προσωπικά σ' αυτόν της ΄Εκθεσης Απαίτησης, και καθιστούσε επουσιώδες, στα πλαίσια της αίτησης, εάν η Τασούλα Γεωργιάδου ήταν ή όχι υπάλληλός του. Η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η εκδοχή του για το πότε αυτός έλαβε γνώση της αγωγής δεν αντικατοπτρίζει την αλήθεια ήταν αποτέλεσμα ορθής αξιολόγησης των στοιχείων του φακέλου της υπόθεσης , τα οποία δεν μπορούσαν να παραβλεφθούν. Η απόρριψη της εκδοχής του δεν έγινε αυθαίρετα, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, αλλά στη βάση αξιολόγησης όλων των ενώπιόν του στοιχείων.» (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Πάντως, το Δικαστήριο δεν δύναται με δική του πρωτοβουλία να αμφισβητήσει το αληθές του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως επίδοσης που βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου. Τέτοια αμφισβήτηση θα πρέπει να δικογραφείται κατά τρόπο ειδικό στην ένσταση και εναπόκειται στον επηρεαζόμενο διάδικο (ήτοι τον αιτούντα τον παραμερισμό) να ζητήσει την αντεξέταση του επιδότη αν αμφισβητεί την αλήθεια του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης επίδοσης (βλ.. απόφαση ημερ. 9.7.2012, τουΧατζηχαμπή, Δ., στην Πολιτική Έφεση 66/2009, Marfin Popular Bank Public Co. Ltd v Ανδρούλας Γεωργίου Κωστή).» Σε σχέση με την αξιολόγηση της παρατιθέμενης με Ένορκη Δήλωση μαρτυρίας σε αιτήσεις παραμερισμού απόφαση και σε σχέση με το βάρος απόδειξης σε τέτοιου είδους αιτήσεις, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα, από τη συνάδελφό μου Δικαστή, Α.Πανταζή-Λάμπρου, Ε.Δ., στα πλαίσια της USB BANK PLC ν. Θεόδωρος Σπύρου κ.α., Αρ. Αγωγής 6794/2011, 13/10/2015: « Παρατηρώ, κατ' αρχάς, ότι δεν υπάρχει κανόνας ότι το Δικαστήριο δεσμεύεται να αποδεχθεί μαρτυρία για το λόγο και μόνο ότι δεν υπήρχε αντεξέταση (βλ. Αντωνάκης Χρ. Σολομωνίδης Λτδ κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α.
(2005)1 Α Α.Α.Δ. 491). Ωστόσο, εκεί που ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες τμήμα της μαρτυρίας του, παρέχεται διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε (βλ. Philippou General Bonded Warehouse Ltd v. Νικολαϊδη
(2006)1Β Α.Α.Δ. 1057). Παρόμοιοι κανόνες φαίνεται να ισχύουν και στις ακροάσεις αιτήσεων. Στην υπόθεση Marketrends Finance Ltd v. Χριστοδουλίδη
(2007)1Α Α.Α.Δ. 624, η Ε. Παπαδοπούλου, Δ. παρατήρησε τα εξήςː «Ο ισχυρισμός ότι η άλλη πλευρά δεν αμφισβήτησε τα γεγονότα της ένορκης δήλωσης των εφεσειόντων ή ότι δεν υπήρχε περί του αντιθέτου μαρτυρία, δεν οδηγεί, άνευ ετέρου σε αποδοχή τους. Στην παρούσα περίπτωση τα γεγονότα τα οποία επικαλούνται οι εφεσείοντες ανατρέπονται από προηγούμενες αναφορές των συνηγόρων τους ενώπιον του Δικαστηρίου.». Πάντως, σε περιπτώσεις παράθεσης αντίθετων ισχυρισμών σε ακροάσεις αιτήσεων, το Δικαστήριο οφείλει να προβεί σε εύρημα ποια εκδοχή κάνει αποδεκτή. Όταν οι ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάζονται, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφεύγει να υπεισέρχεται σε εύρημα αξιοπιστίας των ενόρκων δηλούντων. Το εύρημα του όμως μπορεί να στηρίζεται σε άλλα στοιχεία που είχαν τεθεί ενώπιόν του (βλ. Irena Knitting Ltd κ.α. ν Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2006)1Β ΑΑΔ 816). Στο πλαίσιο διαμόρφωσης της δικαστικής μου κρίσης επί της υπό εξέταση αίτησης δεν μπορώ να παραβλέψω τις προϋποθέσεις για τον παραμερισμό μιας απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του Εναγομένου, δυνάμει της Δ.17 θ.10, και για το ποιος φέρει το βάρος της απόδειξης ότι συντρέχουν αυτές οι προϋποθέσεις. Το βάρος της απόδειξης ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για παραμερισμό της απόφασης στην ως άνω αγωγή είναι στους ώμους του Εναγομένου αρ. 2 - Αιτητή (Merkis v. Yiannoukas and another
(1994)1 AAA 736). Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει ότι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς ακύρωση απόφασης ληφθείσας λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης είναι δυνατή σε δύο περιπτώσεις: (α) όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε παράνομα, δηλαδή, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, οπότε και η απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiae, και (β) όπου η απόφαση είναι μεν νομότυπη, αλλά ο αιτούμενος τον παραμερισμό της παρουσιάζει διά ενόρκου δηλώσεως εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, ενώ επεξηγεί ταυτόχρονα το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης, χωρίς τη συμμετοχή του.» Όσον αφορά γενικά τις αρχές που διέπουν τον παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε από πρωτόδικο Δικαστήριο, συνοψίζονται και αναλύονται από το συνάδελφό μου Δικαστή Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ., στην πρωτόδικη απόφαση στην αγωγή 1718/2011, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, J.E &A (Cyprus) Developments Co Limited v. Peter Theodotou (Πέτρος Θεοδότου), ημερ. 27/06/2014, ο οποίος αναφέρει τα ακόλουθα, τα οποία κρίνω πολύ επιβοηθητικό όπως παρατεθούν αυτούσια στην παρούσα απόφασή μου: «Οι αρχές που διέπουν το θέμα του παραμερισμού απόφασης που εκδόθηκε από πρωτόδικο Δικαστήριο έχουν καθορισθεί στην υπόθεση Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646 και έχουν υιοθετηθεί και εφαρμόζονται και στην Κυπριακή νομολογία (βλ. Ioannis Kotsapas & Sons Ltd v. Titan Constructions and Engineering Company
(1961)1 C.L.R. 317 καιPhylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204). Η γενική αρχή του Δικαίου όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία είναι ότι για να επιτύχει τον παραμερισμό μιας απόφασης ο Αιτητής πρέπει να πείσει ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμη υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Όμως η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του να εμφανισθεί (βλ.Phylactou ανωτέρω) και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για ακύρωση της εναντίον του εκδοθείσας απόφασης μπορεί να αποτελέσουν λόγους για απόρριψη της αίτησης (βλ. Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 36). Η εξουσία του Δικαστηρίου για παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, η οποία παρέχεται από τη Δ.17 Κ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, έχει διακριτικό χαρακτήρα. Μέσα στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής εξουσίας του το Δικαστήριο θα πρέπει να ισοζυγίσει δύο παράγοντες θεμελιακούς για την απονομή της δικαιοσύνης ήτοι από τη μια την ανάγκη αποτελεσματικής διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ανάγκη της ταχείας διεκπεραίωσης των διαδικαστικών διαδικασιών. Στην υπόθεση Phylactou ανωτέρω, πέραν των πιο πάνω, προστίθεται ότι «η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας». Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι σε περίπτωση που η επίδοση της αγωγής στον Εναγόμενο κριθεί ως κακή, με την έννοια ότι ο τελευταίος δεν λαμβάνει γνώση για την ύπαρξη της αγωγής, το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο ex debito justitiae, αυτόματα να παραμερίσει την απόφαση. Δεν τίθεται δηλ. θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Αυτό γιατί το να εκδοθεί μια απόφαση εναντίον κάποιου προσώπου χωρίς να του γίνει επίδοση της αγωγής ουσιαστικά παραγνωρίζει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα του να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του (βλ. άρθρο 30
(3)(α)(β) του Συντάγματος και Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου
(1997)1 ΑΑΔ 243 και Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Μιχαήλ
(2003)1 ΑΑΔ 1044). Το βάρος απόδειξης φέρει σε τέτοιους είδους αιτήσεις ο Εναγόμενος - Αιτητής. Όσον αφορά το θέμα της απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης αυτή πρέπει να προκύπτει χωρίς το Δικαστήριο να προχωρεί σε αξιολόγηση οποιασδήποτε μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς κατάρριψης του ισχυρισμού αυτού και χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης (βλ. Φραντζής ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις Λτδ)
(1996)1 Α.Α.Δ. 1094). Στην υπόθεση Phylactou (ανωτέρω) επεξηγήθηκε ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιον του στο στάδιο της αίτησης διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση που είναι και το βασικό κριτήριο που θα δικαιολογούσε το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Ο Αιτητής έχει το βάρος να αποκαλύψει τα στοιχεία που θα συνιστούσαν την υπεράσπιση του. Το αποδεικτικό αυτό βάρος εξαντλείται με την παράθεση στην ένορκη δήλωση επαρκών στοιχείων για την εκ πρώτης όψεως υπόθεση έστω και αν αυτή αμφισβητείται με την ένσταση(βλ.Evans ανωτέρω και Merkis General Bonded Warehouse v. Yiannoukas Ltd
(1994)1 A.A.Δ. 736). Στην υπόθεση Λυσιώτη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)1Α Α.Α.Δ. 364 με αναφορά στη σχετική νομολογία έχει αναφερθεί ότι το «απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του αιτητή είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση» (βλ. και Phylactou ανωτέρω)» Η κρίση του Δικαστηρίου Η απόφαση στην παρούσα υπόθεση δεν εκδόθηκε ερήμην αλλά με την Αιτήτρια να εκπροσωπείται στη διαδικασία και να δέχεται μέσω του δικηγόρου της απόφαση εναντίον της. Κανονικά η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί αποκλειστικά για αυτό το λόγο, εφόσον παραμερισμός απόφασης σύμφωνα με το Δ.17, Θ.10 αφορά αποφάσεις που εκδίδονται ερήμην (in default). Η εκ συμφώνου απόφαση, δεν είναι απόφαση εκδοθείσα ερήμην (judgement in default) αλλά εξομοιώνεται με απόφαση που εκδίδεται μετά από ακρόαση της υπόθεσης. Στην Παύλου Σάββας ν. Aδελφοί Λανίτη Δημόσια Λτδ,
(2011)1 Α.Α.Δ. 532, αναφέρθηκαν τα πιο κάτω. «Κατ' αρχή θα πρέπει να λεχθεί ότι απόφαση εκ συμφώνου ενέχει τις ίδιες συνέπειες και υποδηλώνει τα ίδια πράγματα, ως εάν να ήταν αποτέλεσμα δικαστικής κρίσης (Εταιρεία «Ο Φιλελεύθερος Λτδ» και Άλλοι v. Σοφοκλέους
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 549).» Σε κάθε περίπτωση όμως, θα εξετάσω και την ουσία της Αίτησης, η οποία είναι απορριπτέα για τους λόγους που θα αναφερθούν πιο κάτω. Κατά πρώτο λόγο, οφείλω να εξετάσω κατά πόσον έχει λάβει χώρα νομότυπη επίδοση. Στο φάκελο του Δικαστηρίου υπάρχει Ένορκη Δήλωση του κ. XXXXX Θεοδώρου, Ιδιώτη Επιδότη, που ορκίζεται ότι έχει επιδώσει προσωπικά αντίγραφο του Κλητηρίου Εντάλματος. Η Αιτήτρια απέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης του ότι η επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος ήταν παράνομη ή παράτυπη. Δεν εξηγείται γιατί να διοριστεί από την Εναγόμενη 1 ως εκπροσωπών εκείνην δικηγόρος ο κ. Βάσος Θεοδώρου, εάν δεν είχε λάβει γνώση η Αιτήτρια για τη διαδικασία. Επιπλέον, φαίνεται και στο Τεκμήριο 4 στην Ένορκη Δήλωση του κ. Νικολάου ότι αντίγραφο της απόφασης επιδόθηκε στην Αιτήτρια και ουδέν φαίνεται εκείνη να έπραξε μετά την εν λόγω επίδοση. Ούτε ζητήθηκε από εκείνην να εξετάσει τον επιδότη που ορκίζεται ότι επέδωσε την αγωγή σε εκείνη. Οπότε δεν έχω ικανοποιηθεί ότι η επίδοση πάσχει. Κρίνω ότι η επίδοση ήταν καθόλα καλή και νόμιμη και συνεπώς ότι η απόφαση δεν μπορεί να παραμεριστεί ex debito justitiae. Έχοντας αποφασίσει ότι δεν πρέπει να παραμεριστεί ex debito justitiae η εκδοθείσα απόφαση εναντίον της Εναγομένης 1, θα εξετάσω κατά προτεραιότητα τον ισχυρισμό της Ένστασης, για την ισχυριζόμενη περιφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας και για αδιαφορία της Αιτήτριας για τις υποχρεώσεις της προς τους αντιδίκους της της, με δεδομένα τα νομολογηθέντα στην Ανδρέας Λυσιώτης v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)1 Α.Α.Δ. 364, που έχουν ως ακολούθως: «Την έγκριση της παρούσας αίτησης θα ακολουθήσει αίτημα για παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία του εφεσείοντα. Θεωρούμε, επομένως, πως τυγχάνουν εφαρμογής τα νομολογηθέντα σε παρόμοιες διαδικασίες αναφορικά με την αργοπορία. Η θεμελιακή απόφαση είναι η Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204. Το θέμα τέθηκε ως εξής στη σελ. 210: "Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο πρέπει να επιδιώκει την εξισορρόπηση δύο παραγόντων, θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης: Την ανάγκη να διασφαλίσει, αφενός, αποτελεσματικά το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του και, αφετέρου, την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. .................................. .................................................. ...... Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. ΄Οπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση." Παρόμοια προσέγγιση υιοθετήθηκε και στην Mine&Quarry Services Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 26. ΄Εχει επισημανθεί ότι η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του. Το γεγονός πως ένας αιτητής δίνει απλώς κάποια εξήγηση, δεν συνιστά δικαιολογία. Ο αιτητής έχει το βάρος να αποδείξει ότι δικαιολογημένα καθυστέρησε να αποταθεί (Βλ. και MiloucaMotorTradingLtd ν. Κούρτης, Πολιτική ΄Εφεση 9686/8.8.97). Στη Μουγής ν. Σπανούδη, Πολιτική ΄Εφεση 8942/25.9.96 ο εφεσείων είχε αποταθεί για παραμερισμό της απόφασης 38 μήνες μετά την έκδοση της. Το σχετικό αίτημα είχε εξεταστεί και από τη σκοπιά του άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Μετά την παράθεση του πιο πάνω αποσπάσματος από τη Phylactou (πιο πάνω) το Δικαστήριο συνέχισε ως εξής: "Ο παράγοντας της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης που μνημονεύεται στη Phylactou (πιο πάνω) πηγάζει από ρητή συνταγματική επιταγή. Το άρθρο 30.2 του Συντάγματος το οποίο ορίζει ότι 'έκαστος, κατά την διάγνωσιν των αστικών αυτού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ... δικαιούται ανεπηρεάστου δημοσίας ακροαματικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρόνου ...'. ΄Εχει δε νομολογηθεί ότι το καθήκον για την εξασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 βαρύνει τις δικαστικές αρχές (Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, 222, Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 Α.Α.Δ. 257, Re Μαγκάκης, Αίτηση 161/90, 6.12.90, Re Παπανικολάου
(1991)1 Α.Α.Δ. 152). Το δικαίωμα του εφεσείοντα να ακουσθεί - το οποίο επικαλείται - διασφαλίζεται από το άρθρο 30.3 (β) και (γ) του Συντάγματος. Ωστόσο αυτό το δικαίωμα πρέπει να συμβαδίζει με το δικαίωμα της ακρόασης μέσα σε εύλογο χρόνο. Έχει δε νομολογηθεί ότι η απονομή της δικαιοσύνης μέσα σε εύλογο χρόνο, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος, συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου και συγχρόνως εχέγγυο για τη διασφάλιση της λειτουργικότητας της δικαστικής εξουσίας(Αρέστη ν. Ηλία
(1991)1 Α.Α.Δ. 984, 988). Στον τομέα αυτό η νομολογία μας είναι ταυτόσημη με εκείνη του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων η οποία έχει διαμορφωθεί κατά την ερμηνεία του άρθρου 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων το οποίο αντιστοιχεί με το άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Σύμφωνα λοιπόν με την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ο σκοπός της σχετικής διασφάλισης είναι να προστατεύσει τους διαδίκους από υπερβολικές διαδικαστικές καθυστερήσεις (Stogmuller v. Austria, Series A, Publications of the European Court of Human Rights, 1969, σελ. 40). Η διασφάλιση υπογραμμίζει την σπουδαιότητα απονομής της δικαιοσύνης χωρίς καθυστερήσεις οι οποίες θέτουν σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία της (H. v. France, SeriesA, 162-A, Publications of the European Court of Human Rights, παραγ. 58
(1989)). Παρόλο ότι μπορεί να λεχθεί ότι υπεύθυνοι για την πρόοδο της πολιτικής διαδικασίας είναι οι διάδικοι αυτό δεν απαλλάσσει τα δικαστήρια από την ευθύνη να διασφαλίσουν συμμόρφωση με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Union Alimentaria Sanders SA v. Spain, Series A, 157, Publications of the European Court of Human Rights, παραγ. 35
(1989)). .................................. .................................................. ............ Περαιτέρω, ο εφεσείων δεν έχει εξηγήσει με οποιοδήποτε τρόπο την καθυστέρηση του και την αδράνεια του, παρά τα διαβήματα που είχε λάβει ο εφεσίβλητος για την είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους. Θεωρούμε ότι η διαγωγή του εφεσείοντα, λεπτομέρειες της οποίας φαίνονται πιο πάνω, αποτελεί κατάφωρη περιφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου. Επανάνοιγμα της υπόθεσης λαμβανομένης υπόψη της καθυστέρησης στην καταχώρηση της αιτήσεως και της όλης διαγωγής του εφεσείοντα, θα αποτελούσε μέτρο υπονόμευσης της απονομής της δικαιοσύνης και της ανάγκης για ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Περαιτέρω, θα παραβίαζε το συνταγματικό δικαίωμα του αντιδίκου για εκδίκαση της υπόθεσης του μέσα σε εύλογο χρόνο, θα έθετε σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία των θεσμών της απονομής της δικαιοσύνης και θα τους εξέθετε σε χλευασμό. Δεν έχουμε εντοπίσει οποιοδήποτε σφάλμα στον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου δικαστηρίου και η έφεση πρέπει να απορριφθεί." Στην υπόθεση Χριστάκης Πίττας v. Unigoods Trading Company Ltd
(2004)1Γ Α.Α.Δ 1761, είχαν καταχωρηθεί 2 αιτήσεις παραμερισμού απόφασης από τον Εφεσείοντα-Εναγόμενο, η μία τρεις μήνες μετά την έκδοση της απόφασης και η δεύτερη 2 μήνες μετά την απόρριψη της πρώτης αίτησης, με την πρώτη αίτηση να έχει απορριφθεί λόγω παράλειψης του δικηγόρου του να εμφανιστεί. Η καθυστέρηση στην καταχώρηση των εν λόγω αιτήσεων δεν είχε δικαιολογηθεί ικανοποιητικά. Κρίθηκε πρωτοδίκως -και θεωρήθηκε ορθή αυτή η δικαστική κρίση κατ' έφεση- ότι η εν λόγω συμπεριφορά συνιστούσε «κατά συρροή αδιαφορία η οποία, υπό τις συνθήκες, προσλαμβάνει μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου.» Στην υπόθεση Εταιρεία Βοθροκαθαριστών Λεμεσού «Βοθροτέξ» Λτδ ν. Πραξιτέλη Φαντάκη 1 Α.Α.Δ. 339, Πολιτική Έφεση 10472, το γεγονός ότι ο Εναγόμενος, αντέδρασε -ζητώντας παραμερισμό εκδοθείσας εναντίον του απόφασης- μετά από δεκαέξι μήνες από όταν έλαβε γνώση της αγωγής και μόνο όταν λήφθηκαν μέτρα εκτέλεσης με ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας -δηλαδή στόχευε αποκλειστικά στην αποφυγή των συνεπειών της εκτέλεσης-, κρίθηκε ότι συνιστούσε επίδειξη από τον Εναγόμενο πλήρους αδιαφορίας για την αγωγή, η οποία προσλάμβανε τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων των Εναγόντων και κρίθηκε μάλιστα ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς την κατεύθυνση του παραμερισμού της εκδοθείσας απόφασης, σε τέτοια έκταση που να δικαιολογείται η παρέμβαση του Εφετείου. Η διαγωγή της Εναγόμενης - Αιτήτριας είναι ασύγγνωστη και περιφρονητική προς τη διαδικασία και προς τα δικαιώματα των Εναγόντων, εφόσον αυτή απευθύνεται στο Δικαστήριο σχεδόν 14 χρόνια μετά την έκδοση της απόφασης, ζητώντας παραμερισμό απόφασης στην οποία η ίδια συναίνεσε. Όταν είναι τέτοια η διαγωγή του μέρους που αιτείται τον παραμερισμό, το Δικαστήριο δεν εξετάζει κατά πόσον προβάλλεται συζητήσιμη υπεράσπιση, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν αναπτύσσεται από την Αιτήτρια - Εναγόμενη 1 στην Αίτησή της. Αναπόδραστα, με βάση τα ανωτέρω, η Αίτηση οδηγείται σε απόρριψη. Τα έξοδα, ακολουθώντας το αποτέλεσμα, επιδικάζονται εναντίον της Αιτήτριας-Εναγόμενης 1 και υπέρ των Καθ'ων η Αίτηση-Εναγόντων, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................. Ξ. Ξενοφώντος, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο