ΜΗΝΑ ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD διά του Ειδικού Διαχειριστή και/ή οποιουδήποτε άλλου εξουσιοδοτημένου προσώπου δυνάμει του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/2013 και/ή δυνάμει οποιουδήποτε άλλου Νόμου και/ή Κανονισμού κ.α., Αρ. Αγωγής: 1145/2015, 27/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A238 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ξ. Ξενοφώντος, Προσ.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1145/2015 Μεταξύ: XXXXX ΡΩΤΗ ΜΗΝΑ Ενάγουσας και
- CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD διά του Ειδικού Διαχειριστή και/ή οποιουδήποτε άλλου εξουσιοδοτημένου προσώπου δυνάμει του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/2013 και/ή δυνάμει οποιουδήποτε άλλου Νόμου και/ή Κανονισμού
- ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
- ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 4.. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΔΙΑ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ Εναγομένων Ημερομηνία: 27/05/2016 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενη 3 - Αιτήτρια: κα Α. Σάββα για Αλέκος Ευαγγέλου & Σια Δ.ΕΠ.Ε. Για Εναγόμενο - Καθ' ου η Αίτηση: κα Χ. Χριστοφή ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε Αίτηση ημερομηνίας 19/10/2015 από την Εναγόμενη 3 για παραμερισμό και/ή διαγραφή μέρους ή ολόκληρου του Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος) Με την παρούσα Αίτηση, η Εναγόμενη 3, Καθ'ης η Αίτηση αιτείται από το Δικαστήριο τα ακόλουθα: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου για παραμερισμό και/ή διαγραφή του μέρους του Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος που πάσχει από ουσιώδη παρατυπία, καθότι εγείρονται σε Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, ισχυρισμοί για δόλο και/ή απάτη (fraud) κατά παράβαση της Δ.2.Θ.
- Β. Διαζευκτικά, διάταγμα του Δικαστηρίου για παραμερισμό και/ή διαγραφή του Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος της παρούσας αγωγής, και καταχώριση Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος, καθότι εγείρονται σε Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, ισχυρισμοί για δόλο και/ή απάτη (fraud) κατά παράβαση της Δ.
- θ.
- Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου για θεραπεία της παρατυπίας που καταχώρισε ο Ενάγοντας, καθότι σε εγείρονται σε αυτό ισχυρισμοί για δόλο και/ή απάτη (fraud) κατά παράβαση της Δ.
- θ.
- Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου για παράταση του χρόνου καταχώρισης της Έκθεσης Υπεράσπισης μέχρι την αποπεράτωση και/ή τελική εκδίκαση της παρούσας αίτησης. Ε. Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα κρίνει το Δικαστήριο δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις. Στ. Έξοδα της παρούσας αίτησης, πλέον Φ.Π..Α.» Η Αίτηση δεν υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση, αλλά σε αυτήν αναφέρονται διάφορα γεγονότα, ως ακολούθως: «
(1)Στις 18/06/2015 καταχωρίστηκε το Ειδικώς Οπισθογραφημένο Ένταλμα από την Ενάγουσα/καθ'ης η αίτηση («ης καθ'ης η αίτηση»), το οποίο επιδόθηκε στην Εναγόμενη 3/ Αιτήτρια («η Αιτήτρια») στις 23/06/2015
(2)Στις 03/07/2015 η Αιτήτρια καταχώρισε Σημείωμα Εμφάνισης
(3)Στις 28/09/2015 ο καθ'ου η αίτηση καταχώρισε αίτηση για απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρισης Έκθεσης Υπεράσπισης. Η προαναφερόμενη αίτηση είναι ορισμένη για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου στις 19/10/2015.
(4)Η παρούσα αίτηση καταχωρείται, καθότι η παρούσα αγωγή πάσχει από παρατυπία, αφού έχουν εγερθεί σε Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, μεταξύ άλλων, ισχυρισμοί και λεπτομέρειες για δόλο και/ή απάτη (fraud), αντί σε Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, όπως απαιτείται δυνάμει της Διαταγής 2 Θεσμός 6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και ως εκ τούτου απαιτείται ο παραμερισμός του μέρους το Κλητηρίου Εντάλματος, το οποίο πάσχει.
(5)Όπως προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου, η παρούσα αίτηση καταχωρείται αμέσως μόλις η πιο πάνω παρατυπία περιήλθε σε γνώση της Αιτήτριας και πριν η Αιτήτρια προβεί σε οποιοδήποτε νέο βήμα.» Επί της Αίτησης καταχωρήθηκε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης, όπου και προβάλλονται 11 Λόγοι Ένστασης και συγκεκριμένα οι ακόλουθοι: «
- Η αίτηση πάσχει και//ή είναι νομικά και/ή ουσιαστικά και/ή τυπικά αβάσιμη και/ή απαράδεκτη και/ή δέον να απορριφθεί.
- Η αίτηση είναι κακόβουλη και/ή αστήριχτη και/ή έχει σαν μοναδικό σκοπό και/ή στόχο την κατάχρηση της διαδικασίας και/ή είναι ένα άσκοπο δικονομικό μέτρο ενόψει του γεγονότος ότι η κύρια αξίωση ως αυτή εμφαίνεται επί του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, αφορά παράβαση και/ή ακυρότητα σύμβασης αγοράς αξιογράφων.
- Η αίτηση έχει καταχωρηθεί σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας και/ή με υπέρμετρη καθυστέρηση χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε εξήγηση και/ή δικαιολογία προς τούτο.
- Η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή έχει καταχωριστεί σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και/ή κατά τρόπο νομικά αποδεκτό
- Ο Ενάγων ορθά και/ή επιτρεπτά χρησιμοποίησε Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα βάσει των Θεσμών δεδομένου ότι δεν υπάρχει υποχρέωση χρήσης καταχώρησης αγωγής επίτου γενικώς οπισθογραφημένου εντύπου αλλά διακριτική ευχέρεια επιλογής του Τύπου.
- Η Αίτηση είναι παράτυπη καθότι δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση και/ή δεν παραθέτει επαρκή και/ή καμία μαρτυρία που να στηρίζει την αίτηση,
- Η Αίτηση της Εναγομένης 3 σκοπό έχει να πλήξει τα συμφέροντα και/ή δικαιώματα του Ενάγοντα.
- Η όποια τυχόν παρατυπία είναι θεραπεύσιμη και/ή εν πάσει περιπτώσει δεν μπορεί να καταλήξει σε ακυρότητα της Αγωγής.» Η Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση της Ενάγουσας, η οποία αναπτύσσει ουσιαστικά μέσω εκείνης τους πιο πάνω αναφερόμενους Λόγους Ένστασης. Η Αίτηση ουσιαστικά διεξάγεται μεταξύ της Εναγόμενης 2 - Αιτήτριας και της Ενάγουσας-Καθ'ης η Αίτηση, με τους υπόλοιπους Εναγόμενους, απλώς να δηλώνουν ότι συμφωνούν με την Αίτηση. Έχω εξετάσει την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία. Θα αναφερθώ ειδικά όμως μόνο επί των όσων θεωρώ αναγκαίων για έγκριση ή μη της Αίτησης, με δεδομένο το καθήκον μου να κρίνω, με βάση την αναγκαστική δημόσια φύση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, κατά πόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έγκρισή της. Το πρώτο ζήτημα το οποίο θα εξετάσω κατά προτεραιότητα, είναι την ισχυριζόμενη εκ μέρους της Καθ'ης η Αίτηση - Ενάγουσας παρατυπία που υπάρχει στην Αίτηση λόγω του ότι αυτή δεν συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση. Εδώ θα υιοθετήσω πλήρως το σκεπτικό της συναδέλφου κας Φ.Καπετάνιου, Ε.Δ., η οποία στην Αγωγή Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, Αρ. 3168/2015, Τάκη Ζαχαριάδη ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd.. κ.α., απόφαση ημερομηνίας 25/02/2016) εξετάζοντας πανομοιότυπα θέματα με την παρούσα Αγωγή, ανέφερε τα ακόλουθα: « Προτού προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης, θεωρώ ορθό να εξετάσω τη θέση της πλευράς του ενάγοντα-καθ'ου η αίτηση ότι η αίτηση της εναγόμενης 3 - αιτήτριας είναι παράτυπη λόγω του ότι δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση και δεν παραθέτει επαρκεί μαρτυρία που να στηρίζει την αίτησή της. Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διαταγής 48, κ. 1, όταν μια αίτηση βασίζεται σε γεγονότα, τα οποία δεν φαίνονται στο φάκελο της υπόθεσης ή στα πρακτικά του Δικαστηρίου, πρέπει να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση. Κατά συνέπεια τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν Χαρίδη
(2011)1 Β Α.Α.Δ. 825 όσον αφορά την Δ.48 Κ. 4
(1), στην οποία η ένσταση δεν συνοδεύετο από ένορκη δήλωση, θεωρώ κατ' αναλογία ότι έχουν εφαρμογή και στην παρούσα στη βάση και του λεκτικού της Δ.48 κ. 1. Συγκεκριμένα στην εν λόγω υπόθεση μεταξύ άλλων αναφέρθηκε ότι: «Αυτός ο λόγος έφεσης δεν μπορεί να ευσταθήσει εφ' όσον σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.48, κ. 4
(1)δεν είναι απαραίτητο όπως μια Ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, παρά μόνο σε ένορκη δήλωση παρατίθενται οποιαδήποτε γεγονότα στα οποία η Ένσταση βασίζεται και τα οποία δεν είναι εμφανή από το φάκελο της διαδικασίας. Επομένως, αυτή καθ' αυτή η παράλειψη καταχώρησης συνοδευτικής ένορκης δήλωσης δεν είναι μοιραία, πλην όμως θα είχε ως αποτέλεσμα να ληφθούν υπόψη κατ' ένσταση μόνο όσα γεγονότα ήταν εμφανή από το φάκελο της αγωγής.» (βλέπε επίσης Yukos Finance BV v Halebay Holdings Limited (Πολ. Εφ. 180/2009) ημερ. 8.3.2013). Προς περαιτέρω υποστήριξη της πιο πάνω θέσης μου σχετικά είναι και τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Μάριος Φιλίππου v Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Παλουριώτισσας
(1997)1 Α.Α.Δ. 1755 στα πλαίσια αίτησης για εξέταση χρεώστη για αποπληρωμή χρέους με μηνιαίες δόσεις. Συγκεκριμένα με αναφορά στη Δ.48 κ. 1 λέχθηκε ότι: «.. ανάγκη για στοιχειοθέτηση της αίτησης με ένορκη δήλωση παρίσταται μόνο σε περίπτωση που ο αιτητής επικαλείται γεγονότα τα οποία δεν εμφαίνονται στα μητρώα ή τα πρακτικά του Δικαστηρίου (books or records). Στην προκειμένη περίπτωση το γεγονός της εγγραφής της απόφασης καταφαίνεται από τα πρακτικά του Δικαστηρίου συνεπώς, μπορούσε να γίνει αναφορά σε αυτά και το Δικαστήριο να τα σημειώσει ανεξάρτητα από τη μη έκθεσή τους στην ένορκη ομολογία.» Σχετική είναι και η πρόνοια στη Δ.48 κ. 9 (u). Κατά συνέπεια, από τα πιο πάνω, κατάληξή μου είναι ότι η αίτηση της εναγόμενης 3 - αιτήτριας, σύμφωνα και με τις πρόνοιες της Δ.48 κ. 1, δεν είναι απαραίτητο να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Το Δικαστήριο όμως κατά την εξέτασή της θα λάβει υπόψη μόνο τα γεγονότα τα οποία είναι εμφανή από τα μητρώα και πρακτικά του Δικαστηρίου και γενικά το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης.» Συνεπώς, κρίνω ότι η Αίτηση δεν χρειάζεται να συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση. Προχωρώ επί της ουσίας της Αίτησης. Σε σχέση με τους υπόλοιπους Λόγους Ένστασης, θα αναφερθώ μόνο όπου και εάν το κρίνω αναγκαίο και απαραίτητο, με δεδομένο το καθήκον μου να εξετάσω εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έγκριση της Αίτησης. Διαπιστώνω ότι στο Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα που καταχωρήθηκε από τη δικηγόρο της Ενάγουσας-Καθ'ης η Αίτηση, υπάρχει αναφορά σε δόλο και είναι ξεκάθαρο ότι αυτός συμπεριλαμβάνεται στις αιτίες αγωγής. Είναι επίσης σαφές ότι με βάση τη Δ.2.Θ.1. των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, υποχρεωτικά έπρεπε να ξεκινήσει η Αίτηση με γενικώς οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα. Με αυτό το δεδομένο, πρέπει να εξετάσω ποιες είναι οι συνέπειες της εν λόγω μη συμμόρφωσης με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας εκ μέρους των Εναγόντων. Έχω υπόψη μου τα νομολογηθέντα στη Φαλέκκου v. Χριστοφίδη (Πολ. Έφεση 63/2010), απόφαση ημερομηνίας 17/12/2013, με την οποία αποφασίστηκε παρόμοιο θέμα με την παρούσα Αίτηση, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η διάκριση μεταξύ γενικά και ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου, προκύπτει από τη Δ.2 θ.6, οι πρόνοιες της οποίας έχουν ως ακολούθως (σε ελεύθερη μετάφραση):- «Δ.2 θ.6 Σε αγωγές-
(1)Όπου ο ενάγων ζητεί να ανακτήσει χρέος ή εκκαθαρισμένη απαίτηση σε χρήμα πληρωτέο από τον εναγόμενο, με ή χωρίς τόκο, που προκύπτει (α) από γραμμάτιο ή συμβόλαιο, ρητό ή εξυπακουόμενο (όπως για παράδειγμα συναλλαγματική, υποσχετικό έγγραφο ή επιταγή ή άλλο συμβατικό χρέος)· ή (β) από εγγύηση, όταν η απαίτηση εναντίον του πρωτοφειλέτη αφορά το χρέος ή εκκαθαρισμένη απαίτηση· ή
(2)Όπου ο ιδιοκτήτης ζητεί να ανακτήσει κατοχή ακίνητης περιουσίας, με ή χωρίς απαίτηση για ενοίκιο, εναντίον ενοικιαστή του οποίου η περίοδος έχει λήξει ή έχει δεόντως τερματιστεί με ειδοποίηση για εκκένωση (notice to quit) ή υπόκειται σε απώλεια δικαιώματος λόγω μη πληρωμής ενοικίου, ή εναντίον προσώπων που αντλούν δικαιώματα από τέτοιο ενοικιαστή· ή
(3)Όπου ο ενάγων ζητεί να ανακτήσει την κατοχή ειδικής κινητής περιουσίας με ή χωρίς απαίτηση για μίσθωμα από αυτή ή για αποζημιώσεις για την κατακράτηση της· και
(4)Σε όλες τις άλλες αγωγές στο Επαρχιακό Δικαστήριο (εκτός από αγωγές για λίβελλο, προφορική δυσφήμιση, κακόβουλη δίωξη, παράνομη φυλάκιση, αποπλάνηση ή αθέτηση υπόσχεσης γάμου, και σε αγωγές, στις οποίες υπάρχει ισχυρισμός για δόλο εκ μέρους του ενάγοντος)· το κλητήριο ένταλμα δύναται, κατά την εκλογή του ενάγοντος να είναι ειδικά οπισθογραφημένο με την έκθεση απαιτήσεως του, ή την επανόρθωση ή τη θεραπεία στην οποία ισχυρίζεται ότι δικαιούται (Τύπος 2).» Ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Εφεσίβλητο εισηγήθηκε ότι η πρόνοια στη Δ.2 θ.6
(4)δεν δημιουργεί εξ αντιδιαστολής υποχρέωση χρήσης του Τύπου 2, όπως εσφαλμένα εκλαμβάνει ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εφεσείοντος κατ' αντίθεση προς τη διακριτική ευχέρεια επιλογής του Τύπου που καθιερώνει η Δ.2 θ.1. Έχουμε εξετάσει τις πρόνοιες της Δ.2 θ.6 και δεν συμφωνούμε με την εισήγηση του συνηγόρου του Εφεσίβλητου. Η Δ.2 θ.6 βασικά προβλέπει ότι ο ενάγων σ' όλες τις αγωγές μπορεί να εναγάγει τον εναγόμενο με κλητήριο στο οποίο «δύναται» ("may") να οπισθογραφήσει και την έκθεση απαίτησης. Η χρήση της αγγλικής λέξης "may" υποδηλώνει δικαίωμα και επιλογή και όχι επιτακτική πρόνοια, οπότε θα χρησιμοποιείτο το ρήμα "shall". Όμως το δικαίωμα επιλογής δεν παρέχεται στον ενάγοντα όπου η φύση της αγωγής συμπεριλαμβάνεται στις εξαιρέσεις της Δ.2 θ.6
(4). Η διαφορά μεταξύ γενικής και ειδικής οπισθογράφησης, φαίνεται σήμερα να έχει περισσότερο ιστορική σημασία παρά πρακτική και ενδεχομένως οι περιπτώσεις για τις οποίες προβλέπετο γενική οπισθογράφηση να ήταν εκείνες στις οποίες κρίθηκε ότι δεν θα έπρεπε να υπάρχουν τα στενά περιθώρια καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης, καταχώρισης έκθεσης υπεράσπισης και οι κίνδυνοι διεκδίκησης απόφασης λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης, που υπάρχουν στην περίπτωση που στο κλητήριο περιλαμβάνεται σε ειδική οπισθογράφηση και η έκθεση απαίτησης. Πέραν των πιο πάνω, φαίνεται ότι η μόνη άλλη πρακτική σημασία να ήταν ότι ο ενάγων, όπου είχε τη δυνατότητα να προχωρήσει με ειδική οπισθογράφηση αλλά προχωρούσε με γενική οπισθογράφηση, δεν εδικαιούτο έξοδα για τη μετέπειτα σύνταξη έκθεσης απαίτησης (βλ. The Annual Practice, 1955, σελ. 17). Όμως σήμερα, εκτός των περιπτώσεων που ο ενάγων δεν έχει όλες τις πληροφορίες για τη σύνταξη της έκθεσης απαίτησης του, η γενική οπισθογράφηση δεν είχε οποιαδήποτε άλλη χρησιμότητα, αλλά αντίθετα αποτελεί πηγή καθυστέρησης και δημιουργεί περιττά έξοδα. Στο παρελθόν υπήρξαν εισηγήσεις για κατάργηση της διάκρισης, πλην ορισμένων περιπτώσεων, π.χ. όπου η αγωγή κινδύνευε να αποκλειστεί λόγω παραγραφής ή όπου παρίστατο ανάγκη να διεκδικηθεί παρεμπίπτον διάταγμα, αλλά ο ενάγων δεν είχε όλα τα στοιχεία ή το χρόνο για να συντάξει την έκθεση απαίτησης του. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο ενάγων θα διατηρούσε το δικαίωμα να προχωρήσει με γενική οπισθογράφηση. Παρά τις πιο πάνω παρατηρήσεις, η πρόνοια της Δ.2 θ.6 για γενική οπισθογράφηση συνεχίζει να υφίσταται για τις σοβαρές εκείνες περιπτώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο
(4)του θεσμού 6, με αποτέλεσμα σε αγωγή στην οποία υπάρχει ισχυρισμός για δόλο, ο ενάγων να μην έχει δυνατότητα επιλογής ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου σύμφωνα με τον Τύπο 2. Επομένως, η κατάληξη της πρωτόδικης δικαστού ότι στην προκειμένη περίπτωση η χρήση από τον Εφεσίβλητο του Τύπου 1 ήταν επιβεβλημένη, είναι απόλυτα ορθή. Το επόμενο ερώτημα είναι κατά πόσον η διαπιστωθείσα μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς είναι θεραπεύσιμη ή όχι. Η Δ.64 όπως τροποποιήθηκε με τον Τροποποιητικό Κανονισμό 2/1995 προβλέπει ότι:- «Δ.64 1.
(1)H μη συμμόρφωση, λόγω οποιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως, με τα προβλεπόμενα από τους παρόντες Κανονισμούς, αναφορικά με χρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο, περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη ή τη φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε σχέση με αυτή, θα θεωρείται παρατυπία και δε θα καθιστά άκυρη τη διαδικασία, οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή.
(2)Τηρουμένης της παραγράφου
(3), το Δικαστήριο δύναται, εφόσο διαπιστώσει τέτοια μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς, όπως προβλέπεται στην παράγραφο
(1), και υπό τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, όπως κρίνει δίκαιο, να παραμερίσει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει τη διαδικασία στην οποία επεσυνέβη η μη συμμόρφωση, οποιοδήποτε βήμα έγινε στη διαδικασία εκείνη, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή, ή ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχουν οι παρόντες Κανονισμοί, να επιτρέψει τέτοιες τροποποιήσεις, εάν χρειάζονται, και να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, εάν χρειάζεται, αναφορικά με τη διαδικασία γενικά, όπως κρίνει πρέπον.
(3)To Δικαστήριο δε θα παραμερίζει εξ ολοκλήρου οποιαδήποτε διαδικασία, ή το κλητήριο ένταλμα, ή άλλο εναρκτήριο μέσο με το οποίο έχει αρχίσει η διαδικασία, για το λόγο ότι έχει χρησιμοποιηθεί διαφορετικό εναρκτήριο μέσο για την έναρξη της διαδικασίας από εκείνο που απαιτεί οποιοσδήποτε από τους παρόντες Κανονισμούς. 2. Αίτηση για παραμερισμό οποιασδήποτε διαδικασίας, οποιουδήποτε βήματος που έγινε σε οποιαδήποτε διαδικασία, ή οποιουδήποτε εγγράφου, αποφάσεως ή διατάγματος σε αυτή, λόγω παρατυπίας, δε θα επιτρέπεται, εκτός εάν υποβάλλεται μέσα σε εύλογο χρόνο και προτού o διάδικος που υπέβαλε την αίτηση προβεί σε οποιοδήποτε νέο βήμα, αφότου η παρατυπία περιήλθε σε γνώση του. Οι προτεινόμενοι λόγοι για παραμερισμό δυνάμει του παρόντος Κανόνα, θα αναφέρονται στην αίτηση.» Βασικά η νέα Δ.64 κατάργησε τη διάκριση μεταξύ άκυρης και αντικανονικής διαδικασίας. Δόθηκε στο Δικαστήριο η διακριτική ευχέρεια σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τους Κανονισμούς είτε να παραμερίσει τη διαδικασία, είτε να θεωρήσει τη μη συμμόρφωση θεραπεύσιμη και να εκδώσει διάταγμα για διόρθωση ή άρση της παρατυπίας. Η νομολογία καθιέρωσε κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου με προεξάρχων ότι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας υπέρ της άρσης της παρατυπίας, δεν θα οδηγούσε σε πασιφανή αδικία στην άλλη πλευρά. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Karl Heinz Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου
(1999)1A ΑΑΔ 366, Landbroke Group Plc κ.α. ν. Παπακόκκινου
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1535 και η αγγλική υπόθεση Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union [1985] 1 WLR 513. Στην προκειμένη περίπτωση η μη συμμόρφωση με τη Δ.2 θ.6
(4)ήταν μια από τις περιπτώσεις που προσπάθησε ρητά να καλύψει η Δ.64 θ.1
(3), ώστε η λανθασμένη χρήση εναρκτήριου μέσου να μην οδηγεί σε ακύρωση. Επομένως, είναι ορθή η κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι η συγκεκριμένη περίπτωση καλύπτεται πλήρως από τη Δ.64 θ.1
(1)και
(3)και ότι η διαδικασία δεν έπρεπε να παραμεριστεί, αλλά το δικαστήριο θα έπρεπε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια ώστε να την θεραπεύσει. Όπως υποδείξαμε και πιο πάνω, η σημασία τυχόν μη συμμόρφωσης με τη Δ.2 θ.6
(4)δεν είναι πλέον τόσο σοβαρή και ουσιώδης ώστε να μην θεωρηθεί θεραπεύσιμη δυνάμει της Δ.64, ιδιαίτερα όταν δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα του Εφεσείοντος, όπως στην παρούσα περίπτωση.» Με βάση και την απόφαση στη Φαλέκκου και τις καθιερωθείσες πλέον νομολογιακές αρχές επί του ζητήματος των συνεπειών της καταχώρησης διαφορετικού τύπου Κλητηρίου Εντάλματος από τον προβλεπόμενο στους Θεσμούς και ιδιαίτερα με βάση το συμπέρασμα ότι η διακρίση μεταξύ των τύπων Κλητηρίου Εντάλματος έχει περισσότερο ιστορική αντί ουσιαστική σημασία σήμερα, αλλά και με βάση ότι δεν διακρίνω οτιδήποτε που θα μπορούσε να θίξει ουσιαστικά τα δικαιώματα των Αιτητών από το ότι η Αγωγή καταχωρήθηκε με Κλητήριο Ένταλμα Ειδικώς Οπισθογραφημένο, αντί με Κλητήριο Ένταλμα Γενικώς Οπισθογραφημένο, δεν θα εγκρίνω οιοδήποτε εκ των πρώτων δύο σκελών της Αίτησης. Συνυπολογίζω επίσης, ότι αιτείται η ίδια η Αιτήτρια στα πλαίσια της Αίτησής της διάταγμα για «θεραπεία της παρατυπίας». Με δεδομένο ότι ζητείται στο Γ του Αιτητικού της Αίτησης. .. « Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου για θεραπεία της παρατυπίας που καταχώρισε η Ενάγουσα, καθότι σε εγείρονται σε αυτό ισχυρισμοί για δόλο και/ή απάτη (fraud) κατά παράβαση της Δ.
- θ.
- » , θα εκδώσω διάταγμα ως ζητείται για απαλλαγή του Κλητηρίου Εντάλματος και της Αγωγής από τη διαπιστωθείσα παρατυπία. Δεν κρίνω σκόπιμο να εκδώσω οιοδήποτε άλλο διάταγμα. Όσον αφορά ειδικά την καταχώρηση των δικογράφων, αυτή εκ των πραγμάτων έχει παραταθεί μέχρι την αποπεράτωση της παρούσας Αίτησης. Η Αίτηση λοιπόν επιτυγχάνει μερικώς με έκδοση σχετικού διατάγματος απαλλαγής από την παρατυπία που υπάρχει στο Κλητήριο Ένταλμα και στην Αγωγή με την καταχώρηση Κλητηρίου Εντάλματος. Επιδικάζονται υπέρ της Αιτήριας-Εναγόμενης 3 έξοδα της αίτησης υπολογιζόμενα στο 1/3 αυτών που θα επιδικάζονταν κανονικά, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο μετά την τελική αποπεράτωση της παρούσας Αγωγής (υιοθετώντας το ίδιο σκεπτικό επί των εξόδων, με το συνάδελφό μου Μιχάλη Γ.Λοΐζου, Ε.Δ. στην Αγωγή Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας 1581/2015, Ολυμπίου Στέλιος ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α. απόφαση ημερομηνίας 10/3/2016). ......... Ξενής Ξενοφώντος Προσωρινός Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο