← Κύπρος

ALPHA BANK CYPRUS LIMITED ν. Προδρόμου ως πρωτοφειλέτη και/ή ως κληρονόμου του Αντώνη Προδρόμου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2996/2011, 29/7/2016

ALPHA BANK CYPRUS LIMITED ν. Προδρόμου ως πρωτοφειλέτη και/ή ως κληρονόμου του Αντώνη Προδρόμου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2996/2011, 29/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A244 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ξ. Ξενοφώντος, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2996/2011 Μεταξύ: EMPORIKI BANK - CYPRUS LIMITED, από τη Λευκωσία Ενάγοντα και

  1. XXXXX Προδρόμου ως πρωτοφειλέτη και/ή ως κληρονόμου του Αντώνη Προδρόμου, τέως από τη Λάρνακα
  2. XXXXX Προδρόμου ως εγγυήτριας και/ή ως κληρονόμου του Αντώνη Προδρόμου, τέως από τη Λάρνακα
  3. XXXXX Προδρόμου, ως κληρονόμου του Αντώνη Προδρόμου, τέως από τη Λάρνακα Εναγομένων Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 29/5/2015 ALPHA BANK CYPRUS LIMITED Ενάγοντα και
  4. XXXXX Προδρόμου ως πρωτοφειλέτη και/ή ως κληρονόμου του Αντώνη Προδρόμου, τέως από τη Λάρνακα
  5. XXXXX Προδρόμου ως εγγυήτριας και/ή ως κληρονόμου του Αντώνη Προδρόμου, τέως από τη Λάρνακα
  6. XXXXX Προδρόμου, ως κληρονόμου του Αντώνη Προδρόμου, τέως από τη Λάρνακα Εναγομένων Ημερομηνία: 29/07/2016 Eμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα Γ.Ζαχαρίου Για Εναγόμενους 1-3: κα Κ.Κώστα ΑΠΟΦΑΣΗ ΜΕΡΟΣ Ι: ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ - ΟΙ ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ Α. Αντικείμενο της Αγωγής Με την υπό κρίση Αγωγή ζητείται σειρά θεραπειών από τους Ενάγοντες, τραπεζικό ίδρυμα, εναντίον των Εναγόμενων 1-3 υπό διάφορες ιδιότητες των τελευταίων, ως θα διαφανεί πιο κάτω (υπό ιδιότητα πρωτοφειλέτη, εγγυητή, κληρονόμου περιουσίας εγγυητή). Η διαφορά αφορά δύο ισχυριζόμενες συμβάσεις δανείου μεταξύ του πρωτοφειλέτη Εναγόμενου 1 και των Εναγόντων, η μία υπό τη μορφή πιστωτικής διευκόλυνσης πιστωτικής κάρτας και η άλλη υπό τη μορφή στεγαστικού δανείου πληρωτέου σε δόσεις, επί της οποίας ως ισχυρίζονται οι Ενάγοντες υπήρξαν δύο εγγυητές - εκ των οποίων ο ένας δεν βρίσκεται εν ζωή-. Εναντίον του Εναγόμενου 1 ζητείται ποσό €10,642,70 «ως υπόλοιπο λογαριασμού πιστωτικής κάρτας και/ή πιστωτικών διευκολύνσεων και/ή χρέους και/ή δικαιωμάτων παροχής υπηρεσιών καιή εξόδων και δικαιωμάτων και/ή κεφαλαιοποίησης τόκων και/ή άλλων χρεώσεων και/ή δυνάμει συμφωνίας και/ή συμφωνιών παροχής πιστωτικής κάρτας και/ή πιστωτικών και/ή τραπεζικών διευκολύνσεων και/ή ως αποζημιώσεις και/ή ως ποσό κατά το οποίον ο εναγόμενος 1 κατέστη πλουσιότερος σε βάρος των εναγόντων χωρίς νόμιμο αντάλλαγμα και/ή χωρίς νόμιμη αιτία και/ή για αιτία που δεν επακολούθησε και/ή έληξε.». Επιπλέον ζητείται τόκος προς 15,50% επί του εν λόγω ποσού από 06/05/2010 μέχρι την πλήρη εξόφλησή με διπλή κεφαλαιοποίηση ετησίως στις 30/6 και 31/12 έκαστου έτους. Εναντίον και των 3 Εναγομένων οι Ενάγοντες αξιώνουν «προσωπικά και/ή αλληλέγγυα και/ή χωριστά και/ή εναντίον του εναγόμενου 1 ως πρωτοφειλέτη και/ή ως κληρονόμου του Αντώνη Προδρόμου τέως από τη Λάρνακα, της εναγόμενης 2 ως εγγυήτριας και/ή κληρονόμου του Αντώνη Προδρόμου τέως από τη Λάρνακα και της εναγόμενης 3 ως κληρονόμου του Αντώνη Προδρόμου τέως από τη Λάρνακα» ποσό €18,766.12 ως «υπόλοιπο στεγαστικού δανείου και/ή χρέους και/ή χρεωστικού υπολοίπου λογαριασμού και/ή πιστωτικών διευκολύνσεων και/ή τραπεζικών διευκολύνσεων και/ή δικαιωμάτων παροχής υπηρεσιών και/ή εξόδων και δικαιωμάτων και/ή κεφαλαιοποίησης τόκων και άλλων χρεώσεων και/ή συμφωνίας δανείου ή/και δυνάμει συμφωνίας εγγύησης και/ή ως αποζημιώσεις και/ή ως ποσό κατά το οποίον ο εναγόμενος 1 κατέστη πλουσιότερος σε βάρος των εναγόντων χωρίς νόμιμο αντάλλαγμα και/ή χωρίς νόμιμη αιτία και/ή για αιτία που δεν επακολούθησε και/ή έληξε.» . Επί του εν λόγω ποσού ζητείται τόκος προς 14,25% ετησίως από 6/5/2010 μέχρι την πλήρη εξόφληση του ποσού με διπλή κεφαλαιοποίηση ετησίως, στις 30/6 και 31/12 έκαστου έτους. Ζητείται επίσης διάταγμα «με το οποίο να διατάσσεται η πώληση του όλου μεριδίου του εναγομένου 1» επί συγκεκριμένου ακινήτου για ολική ή μερική ικανοποίηση του ενυπόθηκου χρέους και των εξόδων. Επίσης ζητείται απόφαση με την οποία να αναγνωρίζονται και/ή να επιφυλάσσονται τα δικαιώματα των Εναγόντων δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 3/2/2004 και συμφωνίας εκχώρησης σύμβασης ασφάλειας ζωής. Β. Οι ισχυρισμοί γεγονότων στην Έκθεση Απαίτησης των Εναγόντων Περιληπτικά, οι ισχυρισμοί των Εναγόντων επί γεγονότων έχουν ως αναπτύσσεται αμέσως κατωτέρω. Οι Ενάγοντες είναι εξουσιοδοτημένο οικονομικό ίδρυμα και/ή τράπεζα, είναι νομότυπα εγγεγραμμένη και λειτουργούν ως εταιρεία περιορισμένης ευθύνης σύμφωνα με τον Περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, όπως τροποποιήθηκε και ασχολούνται κυρίως με τη διεξαγωγή τραπεζικών εργασιών στην Κύπρο και ειδικότερα με το δανεισμό χρημάτων και την κατοχή πιστωτικών και τραπεζικών διευκολύνσεων έναντι νόμιμου ανταλλάγματος, έχοντας ως έδρα τους τη Λευκωσία και έχοντας καταστήματα και γραφεία σε όλες τις πόλεις της Κύπρου και στη Λάρνακα. Διεξήγαγαν τις εργασίες τους μέχρι τις 23/10/2003 με την επωνυμία ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΙΜΙΤΕΔ μέχρι τις 23/10/2003, όταν και μετονομάστηκαν σε EMPORIKI BANK-CYPRUS LIMITED, επωνυμία που διατηρούν μέχρι σήμερα. Εδώ να σημειωθεί ότι κατόπιν σχετικής αίτησης τροποποίησης υπήρξε αντικατάσταση του ονόματος των Εναγόντων με αντικατάσταση της Emporiki Bank-Cyprus Limited με την Alpha Bank Cyprus Ltd και με προσθήκη της ακόλουθης παραγράφου στην Έκθεση Απαίτησης: «1Α. Οι ενάγοντες και καθ'ολον τον ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνονο διεξήγαγαν και διεξάγουν τραπεζικές εργασίες σε ολόκληρη την Κύπρο με κεντρικά γραφεία στην Λευκωσία. Η EMPORIKI BANK - CYPRUS LIMITED κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο διεξήγαγαν και διεξάγουν τραπεζικές εργασίες σε ολόκληρη την Κυπρο με κεντρικά γραφεία στην Λευκωσία. Η EMPORIKI BANK - CYPRUS LIMITED κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο διεξήγαγε τραπεζικές εργασίες σε όλη την Κύπρο. Δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 13/03/2015 στην αίτηση με αριθμό 127/2015 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας το οποίο καταχωρήθηκε νομίμως και δεόντως στις 27/03/2015 στον Έφορο Εταιρειών διατάχθηκε (α) η παραχώρηση και/ή η ανάθεση και/ή η εκχώρηση και/ή η μεταβίβαση από την Emporiki Bank - Cyprus Limited ολόκληρης της επιχείρησης και/ή ιδιοκτησίας (κινητής και/ή ακίνητης) και//ή υποχρεώσεων και/ή δικαιωμάτων της στην Alpha Bank Cyprus Ltd χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω συγκατάθεση και/ή έγκριση της Emporiki Bank - Cyprus Limited και/ή της Alpha Bank Cyprus Ltd και/ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου και/ή άλλως πως (β) η συνέχιση από και/ή εναντίον της Alpha Bank Cyprus Ltd πάντων των νομικών διαδικασιών που εκκρεμούν από και/ή εναντίον της Emporiki Bank - Cyprus Limited κατά την ημερομηνία υλοποίησης του Σχεδίου Αναδιάρθρωσης και Συγχώνευσης. Δυνάμει του πιο πάνω αναφερόμενου διατάγματος ημερομηνίας 13/03/2015 η EMPORIKI BANK - CYPRUS LTD διαλύθηκε χωρίς εκκαθάριση σύμφωνα με το Σχέδιο Αναδιάρθωσης και συγχώνευσης». Ο Εναγόμενος 1 ενάγεται υπό την ιδιότητά του ως πρωτοφειλέτης χρέους αλλά και ως κληρονόμος του αποβιώσαντος εγγυητή Αντώνη Προδρόμου, η Εναγόμενη 2 ως εγγυήτρια του Εναγόμενου 1 αλλά και ως κληρονόμος του αποβιώσαντα εγγυητή Εναγόμενου 1, Αντώνη Προδρόμου, τέως από τη Λάρνακα και η Εναγόμενη 3 ενάγεται από την ιδιότητά της ως κληρονόμος του αποβιώσαντα εγγυητή του Εναγόμενου 1, Αντώνη Προδρόμου, τέως από τη Λάρνακα. Ο αποβιώσαντας Αντώνης Προδρόμου ήταν εγγυητής του Εναγόμενου 1, απεβίωσε στις 3/1/2005 και έλαβε χώρα διαχείριση της περιουσίας του με την Αίτηση 6/2005 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας και η περιουσία του διανεμήθηκε μεταξύ των νόμιμων κληρονόμων του Εναγόμενων 1-3, οι οποίοι αποδέχθηκαν τα κληρονομικά δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της περιουσίας του. Κατόπιν αίτησης του Εναγόμενου 1 προς τους Ενάγοντες που έγινε στη Λάρνακα κατά ή περί την 27/01/2005, οι Ενάγοντες συμφώνησαν όπως χορηγήσουν στον Εναγόμενο 1 πιστωτική κάρτα με όριο τότε 4,000 Λ.Κ. (€6,834.41) και άνοιξαν στο όνομα του Εναγόμενου σχετικό λογαριασμό χρήσης πιστωτικής κάρτας. Ανάμεσα στους όρους, ήταν ότι ο Εναγόμενος δικαιούταν να χρησιμοποιεί την κάρτα μόνο μέχρι το πιστωτικό όριο που του ενέκριναν οι ενάγοντες και το οποίο ήταν Λ.Κ. 4.000,000 (€6,834.41). Οι Ενάγοντες θα χρέωναν το λογαριασμό του Εναγόμενου 1 με τα ποσά των πράξεων που θα γίνονταν με την κάρτα. Ο Εναγόμενος θα ευθυνόταν για την πληρωμή των ποσών που χρεώνονται στο λογαριασμό του ανεξάρτητα αν έχει υπογράψει ή όχι απόδειξη πώλησης ή αναλήψεις μετρητών και το χρεωστικό υπόλοιπο της κάρτας θα χρεωνόταν με τόκο, προμήθεια και τραπεζικά δικαιώματα. Οι Ενάγοντες θα χρέωναν τον Εναγόμενο 1 με τόκο 10,78% ή με οποιοδήποτε ψηλότερο ποσοστό τόκου μπορεί να ισχύει ή να καθορίσουν οι Ενάγοντες και ο Εναγόμενος 1 θα όφειλε να πληρώνει, εφόσον λάμβανε τη μηνιαία κατάσταση λογαριασμού του στη χρονική περίοδο που θα καθόριζαν οι Ενάγοντες το ελάχιστο ποσό που θα έδειχνε η κατάσταση λογαριασμού και σε περίπτωση που το ελάχιστο ποσό πληρωμής που θα έδειχνε η κατάσταση ή μέρος αυτού δεν θα πληρωνόταν, τότε οι Ενάγοντες θα χρέωναν τον Εναγόμενο 1 με τόκο 2% μηνιαίως υπολογιζόμενο στο ημερήσιο υπόλοιπο του εκάστοτε καθυστερημένου ελάχιστου οφειλόμενου ποσού. Η πιστωτική κάρτα θα παρέμενε ιδιοκτησία των Εναγόντων. Οι Ενάγοντες θα δικαιούνταν χωρίς προειδοποίηση είτε να ακυρώσουν, είτε να αρνηθούν να ανανεώσουν την κάρτα. Όλες οι χρεώσεις τόκων, προμηθειών και δικαιωμάτων και άλλων εξόδων θα κεφαλαιοποιούνταν κάθε 6 μήνες και θα καθίσταντο πληρωτέες την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους. Αν ο Εναγόμενος 1 παραβεί τους όρους της συμφωνίας και αν δεν τηρεί το πρόγραμμα αποπληρωμής που καθορίζουν οι Ενάγοντες ή υπερβεί το πιστωτικό όριο που ενέκριναν οι Ενάγοντες και δεν το εξοφλήσει στην προθεσμία που ορίζουν οι Ενάγοντρες, τότε καθίσταται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό το σύνολο της οφειλής της προς τους Ενάγοντες. Παράβαση των όρων της συμφωνίας θα καθιστά απαιτητό και πληρωτέο ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού της κάρτας του Εναγόμενου
  7. Ο Εναγόμενος δεν τήρησε την πιο πάνω συμφωνία, με αποτέλεσμα ο λογαριασμός του στις 15/3/2010 να έχει καθυστερήσεις €10,032.46 και να παρουσιάζει υπέρβαση €3.494.04 και χρεωστικό υπόλοιπο €10.328, 45 πλέον τόκους. Στις 15/3/2010 με επιστολή τους προς τον Εναγόμενο 1, οι Ενάγοντες ζήτησαν την εξόφληση των καθυστερήσεων, γνωστοποιώντας του ότι ο λογαριασμός του θα επιβαρυνόταν με επιτόκιο 15,50%, πλην όμως ο Εναγόμενος 1 δεν ανταποκρίθηκε με αποτέλεσμα στις 6/5/2010 οι Ενάγοντες με επιστολή τους προς τον Εναγόμενο 1 να τερματίσουν την μεταξύ τους πιο πάνω συμφωνία και/ή τον πιο πάνω λογαριασμό της πιστωτικής κάρτας του Εναγόμενου 1, πληροφορώντας τον Εναγόμενο 1 ότι το οφειλόμενο ποσό των €10,642.70 θα επιβαρυνόταν με επιτόκιο 15,50% μέχρι την εξόφλησή του. Μετά την εν λόγω επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 6/5/2010, ο Εναγόμενος 1 δεν πλήρωσε κανένα ποσό και στις 6/5/2010 ο λογαριασμός της εν λόγω πιστωτικής κάρτας του Εναγόμενου 1 έδειχνε υπόλοιπο €10,642.70 πλέον τόκο 15,50% ετήσια μέχρι την πλήρη εξόφληση. Περαιτέρω δυνάμει γραπτής συμφωνίας που έγινε στη Λάρνακα στις 3/2/2004 ή σε άλλη ημερομηνία μεταξύ των Εναγόντων και του Εναγόμενου 1, οι Ενάγοντες παραχώρησαν στον Εναγόμενο 1 στεγαστικό δάνειο για το ποσό των Λ.Κ. 20,000 (€34,172.03) με τόκο προς 6,25% κυμαινόμενο εξαμηνιαίως, η αποπληρωμή του οποίου συμφωνήθηκε να γίνει είτε σε πρώτη ζήτηση είτε σε 120 ισόποσες μηνιαίες δόσεις Λ.Κ. 223,76 (€382,27) η κάθε μία για 120 συνεχόμενους μήνες, με την πρώτη δόση πληρωτέα στις 3/2/2004 και τις υπόλοιπες δόσεις πληρωτέες κάθε 3η μέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι την πλήρη εξόφληση. Οι όροι της συμφωνίας περιλάμβαναν επίσης ότι το δάνειο ή οι διευκολύνσεις που παραχωρούνταν στον Εναγόμενο 1, θα υπόκειντο στην απόλυτη κρίση των εναγόντων, ότι το ποσό του δανείου θα χρεωνόταν με τόκο επί των ημερήσιων χρεωστικών υπολοίπων, ότι το ποσό του δανείου θα χρεωνόταν σύμφωνα με την εκάστοτε τακτική των Εναγόντων με τόκο, προμήθεια και τραπεζικά δικαιώματα, ότι όλες οι χρεώσεις θα κεφαλαιοποιούνταν κάθε έξι μήνες και θα καθίσταντο πληρωτέες στις 30/6 κάθε έτους, ότι οι Ενάγοντες θα είχαν το δικαίωμα οποτεδήποτε να τροποποιήσουν το ποσοστό του επιτοκίου, της προμήθειας και τα τραπεζικά δικαιώματα, χωρίς τη συγκατάθεση του Εναγόμενου 1, ο οποίος θα λαμβάνει γνώση των τροποποιήσεων είτε από ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο είτε με γραπτή ειδοποίηση, ότι οι Ενάγοντες θα είχαν οποτεδήποτε το δικαίωμα να ζητήσουν από τον Εναγόμενο 1 την πληρωμή των κεφαλαίων που οφείλονται σε αυτούς, συμπεριλαμβανομένων των κεφαλαίων, τόκων, προμηθειών, τραπεζικών δικαιωμάτων καθώς και οποιουδήποτε άλλου ποσού που οφείλεται σε σχέση με έξοδα, χρεώσεις και δαπάνες, ότι οι Ενάγοντες θα είχαν το δικαίωμα να χρεώσουν στον Εναγόμενο 1 οποιαδήποτε ποσά οφείλονται στους Ενάγοντες από οποιαδήποτε άλλη αιτία και ότι ο Εναγόμενος 1 θα υποχρεούνταν να εξοφλήσει αμέσως οποιοδήποτε ποσό δανείων και/ή άλλων πιστωτικών διευκολύνσεων μόλις αυτές ζητηθεί να πληρωθούν από τους Ενάγοντες ή καταστούν απαιτητές για οποιαδήποτε αιτία. Η παράλειψη καταβολής μέρους ή του όλου των δόσεων με τους τόκους, προμήθειες και δικαιώματα δυνάμει της συμφωνίας κατά τις καθοριζόμενες ημερομηνίες, καθιστά το δάνειο ή οποιοδήποτε υπόλοιπό του ληξιπρόθεσμο, πληρωτέο και απαιτητό. Οι Ενάγοντες θα δικαιούνται να απαιτήσουν οποτεδήποτε την αποπληρωμή του δανείου ή οποιουδήποτε υπολοίπου του, οπότε το δάνειο ή οποιοδήποτε υπόλοιπο που θα καθίσταται αμέσως πληρωτέο και απαιτητό και η παράλειψη του Εναγόμενου να εξοφλήσει θα συνεπαγόταν επιβάρυνση του οφειλόμενου υπολοίπου με επιπρόσθετο τόκο. Οι Ενάγοντες παραχώρησαν το συμφωνηθέν ποσό των Λ.Κ. 20,000 (€34.172.03) και άνοιξαν στο όνομα του Εναγόμενου 1 σχετικό λογαριασμό. Η Εναγόμενη 2 και ο Αντώνης Προδρόμου -αποβιώσαντας- ανέλαβαν εγγυητική ευθύνη και εγγυήθηκαν με συνεχή και διαρκή εγγύηση προσωπικά, χωριστά και/ή αλληλέγγυα με τον Εναγόμενο 1 όλες τις υποχρεώσεις του Εναγομένου 1 σε σχέση με τα πιο πανω, προς τους Ενάγοντες πλέον τόκους,προμήθιες, επιβαρύνσεις και οποιαδήποτε άλλα έξοδα και διακιώμαα δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας δανείου σύμφωνα με έγγραφο εγγύησης που υπέγραψαν γύρω στις 3/2/2004 (στην Έκθεση Απαίτησης αναφέρονται επίσης διάφοροι όροι που διέπαν τη συμφωνία εγγύησης, οι οποίοι δεν κρίνεται αναγκαίο να επαναληφθούν) Περαιτέρω προς εξασφάλιση της πληρωμής των πιο πάνω ποσών, των τόκων, των δικαιωμάτων και των εξόδων, ο Εναγόμενος 1 πρόσφερε και παραχώρησε και οι Ενάγοντες αποδέχθηκαν αντίστοιχα, συγκεκριμένη υποθήκη στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας, ως ακολούθως: « Λεπτομέρειες Υποθήκης Αριθμός Δήλωσης Υποθήκης XXXXX/2006 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας, ημερομηνίας 05.12.2006, για το ποσό των €27.337,62 σεντ (Λ.Κ. 16,000,00 σεντ), πλέον τόκο με βασικό επιτόκιο 4,50% πλέον περιθώριο 1,75% ίσον με τελικό επιτόκιο 6,25% από τις 05.12.2006, πλέον προμήθειες και/ή άλλα τραπεζικά έξοδα και δικαιώματα, πλέον τα δικηγορικά και δικαστικά ή άλλα έξοδα και δαπάνες, επί του όλου μεριδίου του πιο κάτω ακινήτου: Ακίνητο με αριθμόν εγγραφής 8/XXXXX, τμήμα 8, τεμάχιο XXXXX, φύλλο/σχέδιο 40/54, Ε.1., τοποθεσία Κλήμη, Αραδίππου Επαρχία Λάρνακας, μερίδιον το όλον.» Ήταν όρος της υποθήκης ότι οι Ενάγοντες θα δικαιούνται να πωλήσουν το ενυπόθηκο ακίνητο είτε μέσω του αρμόδιου Κτηματολογικού Γραφείου, είτε με αγωγή μέσω του Δικαστηρίου και το προϊόν της πώλησης θα χρησιμοποιείτο για εξόφληση του χρέους. Προς αυτό το σκοπό, ο Εναγόμενος 1 υπέγραψε στις 3/2/2004 προς όφελος των Εναγόντων ανέκκλητο πληρεξούσιο έγγραφο Επιπρόσθετα ο Εναγόμενος 1 προς εξασφάλιση της πληρωμής του δανείου του εκχώρησε τα δικαιώματά του από την ασφάλεια ζωής του στην εταιρεία Alico AIG Life ημερομηνίας 23/01/2004 με αριθμό ασφαλιστικού συμβολαίου 1140616 δυνάμει γραπτής συμφωνίας εκχώρησης ημερομηνίας 03/02/2004 για το ποσό Λ.Κ. 25,000 (€42,715.94). Ο Εναγόμενος δεν τήρησε τη συμφωνία δανείου του, με αποτέλεσμα γύρω στις 15/3/2010 ο λογαριασμός του δανείου να παρουσιάζει καθυστερημένες δόσεις €2.453.96 (Λ.Κ. 1,436.23) και χρεωστικό υπόλοιπο €18,426.51 πλέον τόκους και έξοδα. Στις 15/3/2010, οι Ενάγοντες με επιστολή τους κάλεσαν τον Εναγόμενο 1 να πληρώσει το χρεωστικό υπόλοιπό του και τον πληροφόρησαν ότι ο λογαριασμός του θα επιβαρυνόταν με αυξημένο επιτόκιο 14,25%. Με αντίστοιχη επιστολή ενημέρωσαν σχετικά την εναγόμενη
  8. Ο Εναγόμενος 1 δεν ανταποκρίθηκε, με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες, με επιστολή τους προς τον Εναγόμενο ημερομηνίας 06/05/2010 και την αντίστοιχη επιστολή της ίδιας ημερομηνίας προς την Εναγόμενη 2, να τερματίσουν την πιο πάνω συμφωνία δανείου και τη λειτουργία του λογαριασμού και ζήτησαν εντός 14 ημερών την πλήρη και τελική εξόφληση χρεωστικού υπολοίπου, πλέον τόκους, πληροφορώντας τους επίσης ότι το οφειλόμενο ποσό θα επιβαρυνόταν με αυξημένο επιτόκιο ίσο με 14,25% μέχρι την εξόφλησή του. Περαιτέρω οι Ενάγοντες, με επιστολή των δικηγόρων τους ημερομηνίας 01/07/2011 προς την Εναγόμενη 3 τερμάτισαν τη συμφωνία δανείου και τη λειτουργία του λογαριασμού έναντι του αποβιώσαντα και/ή της Εναγόμενης 3 ως κληρονόμου του αποβιώσαντα και την πληροφόρησαν ότι το οφειλόμενο ποσό θα επιβαρυνόταν με αυξημένο επιτόκιο 14,25% μέχρι την πλήρη εξόφλησή του. Παρά τις επιστολές των Εναγόντων και τις οχλήσεις τους, ο Εναγόμενος 1 δεν εξόφλησε τα χρεωστικά υπόλοιπα του λογαριασμού του. Στις 6/5/2010, ο λογαριασμός δανείου του Εναγόμενου 1 έδειχνε χρεωστικό υπόλοιπο €18,766.12 (Λ.Κ. 10,784.55) πλέον τόκο προς 14,25% από 6/5/2010 μέχρι την πλήρη εξόφληση, ποσό το οποίο εξακολουθεί να οφείλεται μέχρι σήμερα. Οι Ενάγοντες προέβαιναν σε αυξομειώσεις του βασικού επιτοκίου που γνωστοποιούνταν στον Εναγόμενο 1 είτε μέσω γραπτών ειδοποιήσεων ή μέσω καταστάσεων λογαριασμών ή με ανακοινώσεις στον ημερήσιο τύπο. Οι αυξομειώσεις είχαν ως εξής:
  9. Από τις 3/5/2004 το βσικό επιτόκιο αυξήθηκε από 4,5% σε 5,5%
  10. Από τις 28/2/2005 το βασικό επιτόκιο μειώθηκε από 5,5% σε 5,25%
  11. Από τις 23/5/2005 το βασικό επιτόκιο μειώθηκε από 5,25% σε 4,75%
  12. Από τις 10/6/2005 το βασικό επιτόκιο μειώθηκε από 4,75% σε 4,25%
  13. Από τις 4/9/2006 το βασικό επιτόκιο αυξήθηκε από 4,25% σε 4,50%
  14. Από τις 24/12/2007 το βασικό επιτόκιο μειώθηκε από 4,50% σε 4%. Επίσης το επιτόκιο υπερημερίας αυξήθηκε από 5% σε 7%. Σε σχέση με τις πιστωτικές κάρτες το συνολικό επιτόκιο αυξήθηκε από τις 13/04/2006 σε 11,50%, ενώ το επιτόκιο υπερημερίας κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν και είναι 2% μέχρι σήμερα. Γ. Υπεράσπιση Εναγόμενων Στην Έκθεση Υπεράσπισής τους, οι Εναγόμενοι είτε αρνούνται τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης είτε προβάλλουν διάφορους άλλους ισχυρισμούς. Αρχικά αρνούνται τις ιδιότητες των μερών και αναφέρουν ότι η διαχείριση της περιουσίας του Αντώνη Προδρόμου έχει ολοκληρωθεί και ουδεμία εξ' αποφάσεως οφειλή ή απαίτηση υπήρχε εκ μέρους των Εναγόντων κατά τον ουσιώδη χρόνο έναρξης ή ολοκλήρωσης της διαχείρισης και ως εκ τούτου οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να εγείρουν την παρούσα αγωγή εναντίον των Εναγόμενων, υπό την ιδιότητά τους ως κληρονόμων ή άλλως πως. Επιπλέον, οι Εναγόμενοι αρνούνται τους ισχυρισμούς για την ισχυριζόμενη συμφωνία μεταξύ Εναγόντων και Εναγόμενων για χορήγηση πιστωτικής κάρτας και τους όρους της εν λόγω συμφωνίας, Στη συνέχεια προβάλλουν μία σειρά ισχυρισμών ως εξής: «(α) Η αναφερόμενη συμφωνία ή και πιστωτική κάρτα σε καμία περίπτωση δεν περιείχε τους ισχυριζόμενους από τους ενάγοντες όρους ούτε και προέβλεπε χρεώσεις τόκων ή και προμηθειών ή και άλλων χρεώσεων ως ισχυρίζονται οι ενάγοντες (β) Είναι η θέση των εναγόμενων 1, 2 και 3 ότι και αν ακόμη ήθελε θεωρηθεί ότι η εν λόγω συμφωνία περιλάμβανε τέτοιους όρους είναι η θέση των ενγομένων ότι οι σχετικοί όροι ήσαν άκυροι ως αντίθετοι στον σχετικό περί Τόκων Νόμο ή και Νομοθεσία που ίσχυε και οιοσδήποτε όρος ή και πρόνοια στην συμφωνλια για χρέωση τόκου π΄ραν του ετήσιου τόκου ή και οιαδήποτε πρόνοια για κεφαλαιοποίηση τόκου ή και είσπραξη τόκου πέραν του 10,78% ετησίως ήταν άκυρη εξ΄υπαρχής ή και από της κατάρτισης της συμφωνίας (γ) Οι εναγόμενοι 1,2 και 3 αναφέρουν ότι οι σχετικές πρόνοιες για προμήθεια ή και τραπεζικά δικαιώματα στο έντυπο της συμφωνίας έχουν διαγραφεί ή και μη συμπληρωθεί ακριβώς γιατί ουδέποτε συμφωνήθη καταβολή ή χρέωση με οιαδήποτε ποσά πέραν του νόμιμου τόκου σε κάθε δε περίπτωση οι εναγόμενοι αναφέρουν ότι και αν ακόμη υπήρχαν τέτοιοι όροι ήσαν άκυροι εξ' υπαρχής ή και από της κατάρτισης της συμφωνίας ως αντίθετοι στην πιο πάνω νομοθεσία ή και σε διατάξεις νόμου αναγκαστικού δικαίου (δ) Οι εναγόμενοι 1,2 και 3 ισχυρίζονται ότι κατά παράβαση του Νόμου 160(Ι)/1999 και ειδικότερα του άρθρου 3(γ) χρεώνουν τόκο πέραν των συμβατικών δηλαδή τόκο 15,50% αντί 10,78%. Περαιτέρω είναι ισχυρισμός των εναγόμενων 1, 2 και 3 ότι η ενάγουσα κεφαλαιοποιεί τόκους πέραν από 2 φορές το χρόνο και ή εφαρμόζει παράνομο ανατοκισμό επί των επίδικων λογαριασμών.» Οι Εναγόμενοι επίσης αρνούνται τους ισχυρισμούς περί μη τήρησης από τον Εναγόμενο 1 της συμφωνίας και τους ισχυρισμούς για το υπόλοιπο του λογαριασμού στις 15/3/2010 και για την αποστολή επιστολής τον Εναγόμενο 1 στις 15/3/2010, ως και τα περί υπολοίπου €10,642.70 στις 6/5/
  15. Σε κάθε περίπτωση, ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες ουδέποτε τερμάτισαν τη λειτουργία του λογαριασμού και συνεπώς δε νομιμοποιούνται στην καταχώρηση της αγωγής και οι Εναγόμενοι 1-3 αρνούνται το ότι λήφθηκε ή αποστάληκε επιστολή ή ότι οφείλουν στους Ενάγοντες οποιοδήποτε ποσό. Όσον αφορά τη δεύτερη ισχυριζόμενη συμφωνία δανείου στην Έκθεση Απαίτησης για το ποσό των Λ.Κ. 20,000 (€34,172.03), οι Εναγόμενοι πέραν του ότι αρνούνται γενικά τη σύναψή της, τους όρους της και το άνοιγμα σχετικού λογαριασμού, ισχυρίζονται τα ακόλουθα: «(α) Η αναφερόμενη συμφωνία ή/και στεγαστικό δάνειο σε καμία περίπτωση δεν περιείχε τους ισχυριζόμενους από τους ενάγοντες όρους ούτε και προέβλεπε χρεώσεις τόκων ή και προμηθειών ή και άλλων χρεώσεων ως ισχυρίζονται οι ενάγοντες. (β) Είναι η θέση των εναγόμενων 1,2 και 3 ότι και αν ακόμη ήθελε θεωρηθεί ότι η εν λόγω συμφωνία περιλάμβανε τέτοιους όρους είναι η θέση των εναγομένων ότι οι σχετικοί όροι ήσαν άκυροι ως αντίθετοι στον σχετικό περί Τόκων Νόμο ή και Νομοθεσία που ίσχυε και οιοσδήποτε όρος ή και πρόνοια στη συμφωνία γγια χρέωση τόκου πέραν του ετήσιου τόκου ή και οιαδήποτε πρόνοια για κεφαλαιοποίηση τόκου ή και είσπραξη τόκου πέραν του 6,25% ετησίως ήταν άκυρη εξ' υπαρχής ή και από της κατάρτισης της συμφωνίας. (γ) Οι εναγόμενοι 1,2 και 3 αναφέρουν ότι οι σχετικές πρόνοιες για προμήθεια ή και τραπεζικά δικαιώματα στο έντυπο της συμφωνίας είχαν διαγραφεί ή και μη συμπληρωθεί ακριβώς γιατί ουδέποτε συμφωνήθη καταβολή ή χρέωση με οιαδήποτε ποσά πέραν του νόμιμου τόκου σε κάθε δε περίπτωση οι εναγόμενοι αναφέρουν ότι και αν ακόμη υπήρχαν τέτοιοι όροι ήσαν άκυροι εξ' υπαρχής ή και από της κατάρτισης της συμφωνίας ως αντίθετοι στην πιο πάνω νομοθεσία ή και σε διατάξεις νόμου αναγκαστικού δικαίου. (δ) Οι εναγόμενοι 1, 2 και 3 ισχυρίζονται ότι κατά παράβαση του Ν. 160(Ι)/1999 ΚΑΙ ΕΙΔΙΚΌΤΕΡΑ ΤΟΥ ΆΡΘΡΟΥ 3(Γ) χρεώνουν τόκο πέραν των συμβατικών δηλαδή 6,25% αντί 14,25%. Περαιτέρω είναι ισχυρισμός των εναγόμενων 1,2 και 3 ότι η ενάγουσα κεφαλαιοποιεί τόκους πέραν τις 2 φορές το χρόνο και ή εφαρμόζει παράνομο ανατοκισμό επί των επίδικων λογαριασμών.» Περαιτέρω, αρνούνται οι Εναγόμενοι 1-3 τα όσα αναφέρονται σε σχέση με την εγγύηση της Εναγόμενης 2 και του αποβιώσαντα Αντώνη Προδρόμου επί του δανείου που αφορά στο ποσό των 20,000 Λ.Κ. (€34,172.03), αναφέροντας όμως διαζευκτικά ότι η συμφωνία εγγύησης «είναι παράνομη και ή παράτυπη αφού οι εναγόμενοι δεν έτυχαν νομικής συμβουλής για τα έγγραφα που πιθανόν να υπέγραψαν και ποιες είναι οι συνέπειες γι' αυτούς και ή δεν τους δόθηκαν οι πρέπουσες επεξηγήσεις για το περιεχόμενο αυτών. Επιπλέον οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η εν λόγω συμφωνία εγγυήσεως περιλαμβάνει όρους για υποχρέωση πληρωμής τόκων και/ή ποσών και/ή χρεώσεων πέραν των υπό του νόμου επιτρεπόμενων και/ή παράνομων χρεώσεων και συνεπώς οι εν λόγω συμφωνίες και/ή όροι είναι παράνομοι, άκυροι και ανεφάρμοστοι και οι ενάγοντες δεν δικαιούνται να βασιστούν και να θεμελιώσουν οποιαδήποτε δικαιώματα ή αξίωση επί των εν λόγω όρων και/ή συμφωνιών.» Αρνούνται επίσης οι Εναγόμενοι ότι οποιαδήποτε αξίωση μπορεί να προβληθεί εναντίον τους ως κληρονόμων του Αντώνη Προδρόμου καθότι καμία απαίτηση ή εξ' αποφάσεως οφειλή δεν υπήρχε κατά την έναρξη ή ολοκλήρωση της εν λόγω διαχείρισης. Επιπλέον αρνούνται την εγγραφή της υποθήκης Υ7547/2006 και ισχυρίζονται παράνομο των όρων της αλλά και το ότι κάλυπτε αποκλειστικά συγκεκριμένο λογαριασμό του Εναγόμενου
  16. Αρνούνται επιπρόσθετα τους υπόλοιπους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης, μεταξύ άλλων και την αποστολή επιστολής και προβαίνουν σε ισχυρισμούς για παράνομη χρέωση τόκων εκ μέρους των Εναγόντων και συγκεκριμένα για χρεώσεις 10,78% αντί 15,50% και 6,25% αντί 14,25%. Δ. Απάντηση στην Υπεράσπιση Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι λόγω πράξεων και/ή συμπεριφοράς και/ή παραστάσεων αι/ή εγγράφων οι Εναγόμενοι εμποδίζονται στην προβολή των ισχυρισμών τους. Δεν καταχωρήθηκε νέο τροποποιημένο δικόγραφο απάντησης, άρα θεωρείται ότι ισχύει το προηγούμενo (βλ. Τhe Annual Practice 1959 I, σελ. 631: «and in case the opposite party has pleaded before the delivery of the amendment and does not plead again or amend within the time above mentioned, he shall be deemed to rely on his original pleading in answer to such statement.») Εννοείται βεβαίως ότι τους ισχυρισμούς των μερών θα τους εξετάσω στο βαθμό που προωθήθηκαν και στην πράξη περιορίστηκαν στα πλαίσια της ακρόασης της υπόθεσης. ΜΕΡΟΣ ΙΙ: ΜΑΡΤΥΡΙΑ Α. Οι μάρτυρες και τα κατατεθέντα Τεκμήρια Η διά ζώσης μαρτυρία που δόθηκε στο Δικαστήριο, έχει καταγραφεί στα πρακτικά και λαμβάνεται υπόψη μαζί με τα Τεκμήρια που επίσης κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Έχουν βεβαίως όλα ληφθεί υπόψη συνολικά, αλλά εννοείται ότι δεν επαναλαμβάνονται πλήρως, στην ολότητά τους (βλ. Liberty Mediterranean Cruises Mouss Ltd v. Haris Zacharia Engineering Co. Ltd και Άλλων

(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. 916). Παρατίθενται πιο κάτω, τα κύρια σημεία της μαρτυρίας και γίνεται αναφορά στη μαρτυρία και στα Τεκμήρια όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο. Για τους Ενάγοντες έδωσαν μαρτυρία 3 πρόσωπα, οι XXXXX Θεοδώρου και XXXXX Άδωνη που εργάζονται στην Alpha Bank (Μ.Ε. 1 και Μ.Ε. 3 αντίστοιχα), οι οποίο κατέθεσαν συνολικά 17 Τεκμήρια και η κα XXXXX Λοΐζου, η οποία εργάζεται στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας και κατάθεσε ουσιαστικά χωρίς αμφισβήτηση το φάκελο της Διαχείρισης 6/05, που αφορούσε τον Αντώνη Προδρόμου.Κατέθεσαν δηλαδή 3 μάρτυρες και κατατέθηκαν και σημειώθηκαν 18 Τεκμήρια -πλέον η Γραπτή Δήλωση του Μ.Ε. 1 που θα αναφερθεί αμέσως πιο κάτω. Ο Μ.Ε. 1 καταχώρησε Γραπτή Δήλωση την οποία υιοθέτησε ως μέρος της μαρτυρίας του και στην οποία ανέφερε επί λέξει τα πιο κάτω: «Είμαι υπάλληλος της ALPHA BANK CYPRUS LIMITED Δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 13/03/2015 στην αίτηση με αριθμό 127/2015 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας το οποίο καταχωρήθηκε νομίμως και δεόντως στις 27/03/2015 στον Έφορο Εταιρειών διατάχθηκε (α) η παραχώρηση και/ή η ανάθεση και/ή η εκχώρηση και/ή η μεταβίβαση από την Emporiki Bank - Cyprus Limited ολόκληρης της επιχείρησης και/ή ιδιοκτησίας (κινητής και/ή ακίνητης) και/ή υποχρεώσεων και/ή δικαιωμάτων της στην Alpha Bank Cyprus Ltd χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω συγκατάθεση και/ή έγκριση της Emporiki Bank - Cyprus Limited και/ή της Alpha Bank Cyprus Ltd και/ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου και/ή άλλως πως, (β) η συνέχιση από και/ή εναντίον της Alpha Bank Cyprus Ltd πάντων των νομικών διαδικασιών που εκκρεμούν από και/ή εναντίον της Emporiki Bank - Cyprus Limited κατά την ημερομηνία υλοποίησης του Σχεδίου Αναδιάρθρωσης και Συγχώνευσης. Δυνάμει του πιο πάνω αναφερόμενου διατάγματος ημερομηνίας 13/03/2015 η EMPORIKI BANK - CYPRUS LTD διαλύθηκε χωρίς εκκαθάριση σύμφωνα με το Σχέδιο Αναδιάρθρωσης και συγχώνευσης». Στα πλαίσια αυτών των καθηκόντων μου έχω στην κατοχή μου την αίτηση Τραπεζικής Κάρτας ημερομηνίας 27/01/2005 Τεκμήριο 1 η οποία καταρτίστηκε από τον εναγόμενον 1 ... .. Περαιτέρω οι ενάγοντες δυνάμει εγγράφου συμφωνίας Δανείου στην αίτηση του εναγομένου 1 συνεφώνησαν όπως παραχωρήσουν εις αυτόν δάνειο εκ £20.000,00 - (€34.172,03) ημερ. 03/02/2004 Τεκμήριο 2 Σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας οι ενάγοντες άνοιξαν στο όνομα του εναγομένου 1 τον λογαριασμό χρήσης πιστωτικής κάρτας με αριθμό XXXXX6034 ο οποίος την 6/5/2010 παρουσίαζεν υπόλοιπο εκ €10,642,70 εις βάρος του εναγομένου 1 πλέον τόκο προς 15.50% μέχρι εξοφλήσεως. Σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας οι ενάγοντες άνοιξαν στο όνομα του εναγομένου 1 τον λογαριασμό με αριθμό XXXXX54-79 Τεκμήριο 4 ο οποίος την 06/05/2010 παρουσίαζεν υπόλοιπο εκ €18.766,12 σεντ Λ.Κ. 10.784,55 εις βάρος του εναγομένου 1 πλέον τόκο προς 14,25% μέχρι εξοφλήσεως. Το επιτόκιο του λογαριασμού της τραπεζικής κάρτας χρεώνετο με τόκο 10,78%. Με την επιστολή μας ημερ. 15.03.2010 Τεκμήριο 5 το ως άνω επιτόκιο μετατράπηκε σε τόκο 14,25%. Οι καταστάσεις λογαριασμού αποτελούν μέρος του αρχείου της Τράπεζας και Τραπεζικό Βιβλίο και προς τούτο καταθέτω σχετικό πιστοποιητικό Τεκμήριο 7 επιβεβαιώνω δε ότι έχω συγκρίνει και ελέγξει προσωπικά το Τεκμήριο 4 μαζί με τα πρωτότυπα που φυλάττονται στον Ηλεκτρονικό Υπολογιστή των εναγόντων. Η εναγόμενη 2 και ο αποβιώσας Αντώνης Προδρόμου την 03/02/2004 εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις του εναγομένου 1 υπογράφοντας τις συμφωνία εγγύησης και κάλυψης ημερ. 03/02/2004 που είναι ενσωματωμένη στο τεκμ.
  1. Περαιτέρω ο εναγόμενος 1 προς εξασφάλιση της πληρωμής των οφειλομένων ποσών την 05/12/2006 παρεχώρησαν προς όφελος των εναγόντων την Υποθήκη με αριθμό XXXXX/06, που καταθέτω ως Τεκμήριο 8 και ως εκ τούτου ζητούμεν και Διάταγμα για πώληση των ενυπόθηκων. Οι εναγόμενοι δεν τήρησαν τους όρους των συμφωνιών Τεκμήρια 1 και 2 και γι' αυτό οι ενάγοντες τερμάτισαν την λειτουργία των λογαριασμών με επιστολές τους ημερ. 06/05/2010 Τεκμήριο 9 οι οποίες εστάληκαν προς όλους τους εναγόμενους στην τελευταία γνωστή διεύθυνση και δεν επεστράφησαν ως ανεπίδοτες, πληροφόρησαν τους εναγόμενους για την αλλαγή του επιτοκίου και την κεφαλαιοποίησή του την 30/06/ και 31/12 κάθε χρόνου και κάλεσαν τους εναγόμενους να εξοφλήσουν τα οφειλόμενα υπόλοιπα εκ (α) 10.642,70 πλέον τόκο προς 15,50% ετήσια από 06/05/2010 με κεφαλαιοποίηση τούτου την 30/06 και 31/12 έκαστου έτους (β) €18.766,12 πλέον τόκο προς 14,25% ετήσια από 06/05/2010 με κεφαλαιοποίηση τούτου την 30/06 και 31/12 έκαστου έτους τα οποία κατέστησαν πληρωτέα και απαιτητά πλην όμως μέχρι σήμερα εξακολουθούν να οφείλουν τα ως άνω ποσά αφού δεν κατέβαλαν οτιδήποτε έναντι αυτών. Οι επίδικες συμφωνίες εξ' όσων γνωρίζω είναι νόμιμες έχουν καταρτισθεί κανονικά, έχουν υπογραφεί ενώπιον μαρτύρων και ουδέποτε αμφισβητήθηκαν από τους εναγομένους οι οποίοι από το 2005 λειτουργούσαν και χρησιμοποιήσαν. Εγώ γνωρίζω ότι οι εναγόμενοι έλαβαν αυτά τα χρήματα τα χρησιμοποίησαν, έλαβαν το όφελός τους, μας τα οφείλουν, ουδέποτε τους τα χαρίσαμε και αρνούνται να μας τα επιστρέψουν. Για όλους τους ανωτέρω λόγους ζητούμεν απόφαση για (α) €10.642.70 πλέον τόκο προς 15,50% ετήσια από 06/05/2010 με κεφαλαιοποίηση τούτου την 30/06 και 31/12 έκαστου έτους (β) €18,766,12 πλέον τόκο προς 14,25% ετήσια από 06/05/2010 με κεφαλαιοποίηση τούτου την 30/6 και 31/12 έκαστου έτους.» Όσον αφορά τις επιστολές 15/3/2010, Τεκμήρια 5 και 6 και τις επιστολές 6/5/2010 Τεκμήρια 9 και 10 στάληκαν απλά και συστημένα και δεν επιστράφηκαν ως μη παραδοθείσες. Επιπλέον ανέφερε ότι η Εναγόμενη 3 XXXXX Προδρόμου ενάγεται υπό την ιδιότητα ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα Αντώνη Προδρόμου, ο οποίος ήταν εγγυητής στη συμφωνία δανείου, ο οποίος δεν βρίσκεται εν ζωή, αλλά ως ανέφερε δεν γνωρίζει τους κληρονόμους του. Ως ανέφερε αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας, το επιτόκιο με το οποίο χρεωνόταν ο επίδικος λογαριασμός ήταν το συνολικό ετήσιο ποσοστό επιβάρυνσης 10,78% το οποίο αυξήθηκε από ότι φαίνεται στη σελίδα του Τεκμηρίου 3 που φέρει την ημερομηνία 24/4/2006, αυξομειωνόταν και οι αυξομειώσεις γνωστοποιούνταν στον πελάτη της τράπεζας μέσω καταστάσεων λογαριασμών. Καταστάσεις αποστέλλονταν κανονικά. Οι αυξομειώσεις επιτοκίων καθορίζονται από την Κεντρική Τράπεζα και δημοσιεύονται κατά καιρό και στον τύπο και μέσω των καταστάσεων λογαριασμού που ενημερώνονται οι πελάτες της Τράπεζας. Η συμφωνία αναγράφει το επιτόκιο που ίσχυε κατά την ημερομηνία σύναψης της σύμβασης και δεν θα μπορούσαν να προβλεφθούν μελλοντικές αυξομειώσεις επιτοκίων ώστε να αναγράφονταν εκ των προτέρων στη σύμβαση. Όταν στάληκε επιστολή παράβασης στις 15/3/2010 επιβλήθηκε τόκος υπερημερίας 3% επί του ποσού. Όπως επίσης ανέφερε στο Τεκμήριο 2 δεν αναγραφόταν ο τόκος με τον οποίο θα χρεωνόταν το δάνειο., Αλλά αναφερόταν στην επιστολή προσφοράς του δανείου. Ο μάρτυρας αμφισβήτησε την υποβολή ότι διάφορα έξοδα (διευθέτησης, εκτίμησης) δεν έπρεπε να χρεωθούν στα έξοδα του λογαριασμού, αναφέροντας ότι ορθά χρεώθηκαν και ότι είναι πρακτική της τράπεζας, όταν κατά τη σύναψη των συμβάσεων υπάρχουν συγκεκριμένα έξοδα για τα οποία ενημερώνεται ο πελάτης, χρεώνονται στο λογαριασμό του δανείου ή της εκάστοτε σύμβασης. Ο τόκος υπερημερίας στο δεύτερο δάνειο ξεκίνησε να χρεώνεται στις 15/3/2010 και ήταν 7%, αλλά όπως ανέφερε σε άλλο στάδιο ο μάρτυρας, από τις 25/11/.2013 οι Ενάγοντες προχώρησαν σε μείωση του τόκου υπερημερίας στο 1,75% με συνολικό τελικό επιτόκιο 9%, αντί 14,25%. Κάθε αυξομείωση του επιτοκίου έβγαινε αυτόματα από το σύστημα της Τράπεζας (όπως οι τόκοι, οι πιστώσεις και οι χρεώσεις) Κατατέθηκαν επίσης ενώπιον του Δικαστηρίου τα ακόλουθα Τεκμήρια από το μάρτυρα 1 (ακολουθεί γενική περιγραφή τους, ενώ ειδική αναφορά σε περιεχόμενό τους σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς των Εναγόντων θα γίνει κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας): Τεκμήριο 1: Αίτηση για Έκδοση Πιστωτικής Κάρτας VISA από τον κ. XXXXX Προδρόμου, η οποία φαίνεται να υπογράφηκε στις 01/02/2005 με όριο Λ.Κ. 2,500 και που φαίνεται να φέρει σύμφωνα με τον όρο 15 αυτού τόκο 10,50% ο οποίος όμως μπορεί να μεταβληθεί (και αναφέρει ότι έχει συνολική ετήσια επιβάρυνση 10,78% Τεκμήριο 2: Σύμβαση Δανείου Αρ. 5/04 ΗΜΕΡ. 3/2/2004 μεταξύ της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ και του XXXXX Αντώνη Προδρόμου (9ης Ιουλίου Β', 6018, Λάρνακα, για ποσό Λ.Κ. 20,000, με επιτόκιο όπως φαίνεται στο πλάγιο μέρος της σελίδας «4,5% Βασικό πλέον 1,75% ως περιθώριο= Τελικό Επιτόκιο 6,25% εξαμηνιαίως κυμαινόμενο» Τεκμήριο 3: Διάφορες καταστάσεις λογαριασμού από τον Ιούνιο 2005 μέχρι τον Ιούνιο 2010 σε σχέση με πιστωτική κάρτα με όνομα XXXXX Προδρόμου ημερ. 31/5/2010, εκτεινόμενες χρονικά από τις 3/2/2004 μέχρι τις 5/5/2010 Τεκμήριο 4: Διάφορες Καταστάσεις Λογαριασμού σε σχέση με το Λογαριασμό XXXXX Προδρόμου Αντώνη της Emporiki Bank-Cyprus Ltd Τεκμήριο 4Α : Κατάσταση Λογαριασμού XXXXX Προδρόμου υπολογιζόμενη βάσει επιτοκίου 14,25% από τις 6/5/2010 μέχρι τις 30/6/2015 Τεκμήριο 5: Επιστολή από Emporiki Bank - Cyprus Ltd, ημερομηνίας 15/3/2010, προς Πρόδρομο Προδρόμου σε σχέση με την Πιστωτική Κάρτα υπ' Αριθμό XXXXX6034 Τεκμήριο 6: Επιστολή από Emporiki Bank- Cyprus Ltd, ημερομηνίας 15/3/2010, προς XXXXX Προδρόμου σε σχέση με το Δάνειο με αρ. λογαριασμού XXXXX54-79, όπως και επιστολή παρόμοιου περιεχομένου προς την XXXXX Προδρόμου ημερ. 15/03/2010 και απόδειξη για κατάθεση συστημένων αντικειμένων Τεκμήριο 7: Πιστοποιητικό 5/10/2015 με το οποίο αναφέρεται ότι οι καταστάσεις λογαριασμού ημερομηνίας 5/10/2015 αποτελούν μέρος του αρχείου τήρησης και διατήρησης των λογαριασμών των πελατών της Alpha Bank Cyprus Ltd Τεκμήριο 8: Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκευσης Ακινήτου (Αρ. Δήλωσης Υποθήκης XXXXX/07, ημερ. 5/12/2006 και Τεκμήριο 8Α έγγραφο Υποθήκης ημερομηνίας 5/12/2006 Τεκμήριο 9: Επιστολή με τίτλο Ειδοποίηση Τερματισμού προς XXXXX XXXXX Αντώνη Προδρόμου ημερομηνίας 6/5/2010 σε σχέση με την Πιστωτική Κάρτα υπ' αριθμό XXXXX6034 Τεκμήριο 10: 3 Επιστολές ημερ. 6/5/2010 σε σχέση με το δάνειο υπ' αρ. Λογ. XXXXX54-79 (και βεβαιώσεις παραλαβής) Τεκμήριο 11: Αίτηση Χορήγησης Τραπεζικών Διευκολύνσεων από τον κ. XXXXX Αντώνη Προδρόμου Τεκμήριο 12: Επιστολή προσφοράς σύναψης δανείυ 3/2/2004 από την Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ προς τον XXXXX Αντώνη Προδρόμου Τεκμήριο 13: Έγγραφο υπολογισμού Χαρτοσήμων και Εξόδων ημερ. 3/2/2004 Τεκμήριο 14: Επιστολή 3/2/2004 από τον XXXXX Αντώνη Προδρόμου ημερ. 3/2/2004 σε σχέση με έκδοση επιταγών, σε σχέση με οδηγίες για πληρωμές που δίδονται με φαξ ή τέλεξ και ρητή συγκατάθεση και δήλωση αναγνώρισης ενημέρωσης σχετιζόμενη με επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τον Π.Α.Προδρόμου Τεκμήριο 15: Γραπτή δήλωση από τους XXXXX XXXXX Προδρόμου και XXXXX Προδρόμου ότι έχουν λάβει αντίγραφο της περιουσιακής κατάστασης του XXXXX Αντώνη Προδρόμου τον οποίο έχουν πρόθεση να εγγυηθούν H M.E. 2 κα XXXXX Λοΐζου είναι τοποθετημένη στο Τμήμα Διαχειρίσεων Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Ουσιαστικά κατέθεσε, χωρίς ουσιαστική αμφισβήτηση της μαρτυρίας της και καταθέτοντας ως Τεκμήριο, το φάκελο της Διαχείρισης Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας αρ. 6/05 η οποία σχετιζόταν με την περιουσία του αποθανόντα Aντώνη Προδρόμου από τη Λάρνακα. Από ό,τι ανέφερε οι κληρονόμοι από το φάκελο φαίνονται οι Προδρόμου XXXXX, ο Προδρόμου XXXXX και η Προδρόμου XXXXX. Η διαχείριση έκλεισε στις 22/5/2009 και η διανομή έγινε σε μερίδια 1/3 για έκαστο κληρονόμο. Διαχειριστής ήταν ο XXXXX Προδρόμου. Η εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήριο 16 φάκελο της Αίτησης Διαχείρισης Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας 6/
  2. Ο Μ.Ε.3 κ. XXXXX Άδωνη εργάζεται στην Alpha Bank Cyprus Ltd στη Διεύθυνση Καθυστερήσεων. Μετά την πλήρη εξαγορά της εμπορικής τράπεζας από την Alpha Bank, οι δύο είναι πλέον μία τράπεζα και μία οντότητα. Όλες οι υποθέσεις της πρώην εμπορικής τράπεζας έχουν συμπεριληφθεί στο ηλεκτρονικό σύστημα της Alpha Bank, η οποία χειρίζεται τις προβληματικές υποθέσεις της εμπορικής τράπεζας. Ο κ. Άδωνη είναι ένας εκ των προϊσταμένων στη διεύθυνση καθυστερήσεων που χειρίζονται τους προβληματικούς λογαριασμούς. Έχει στην κατοχή και υπό την επιτήρηση του διάφορους φακέλους, μεταξύ αυτών φάκελο που αφορά την συγκεκριμένη υπόθεση. Η παρούσα υπόθεση κατά τον μάρτυρα σχετίζεται με μία συμφωνία δανείου και μία συμφωνία πιστωτικής κάρτας. Στη συμφωνία δανείου, λόγω έλλειψης χώρου υπήρχε ένας αστερίσκος και στα πλάγια της σελίδας αναγραφόταν υπό τον αστερίσκο το συμφωνηθέν επιτόκιο που ήταν 4,5% ως βασικό πλέον 1,75% ως περιθώριο, το οποίο ισούται σε τελικό επιτόκιο 6,25% κυμαινόμενο εξαμηνιαίως. Το επιτόκιο αυτό μεταβαλλόταν βάσει ειδικής πρόνοιας στη συμφωνία που έδιδε το δικαίωμα στην Τράπεζα να το πράξει και πάνω σε αυτή τη βάση η Τράπεζα σε συνεννόηση με την Κεντρική Τράπεζα προέβαινε σε αυξομειώσεις επιτοκίων και προχωρούσε σε δημοσίευση τους σε ημερήσιο τύπο. Οι πελάτες της Τράπεζας ενημερώνονταν σε μηνιαία βάση με βάση τις μηνιαίες καταστάσεις λογαριασμού που παραλάμβαναν από την Τράπεζα. Στην υπό κρίση περίπτωση, όπως φαίνεται τόσο από τον φάκελο της υπόθεσης που έχει στην κατοχή του ο μάρτυρας, όσο και από πληροφορίες που συνέλεξε από άλλο συνάδελφο του που ασχολήθηκε με την υπόθεση, δεν υπήρξε αμφισβήτηση των επιτοκίων, των χρεώσεων ή των υπολοίπων. Στις μηνιαίες καταστάσεις λογαριασμού αναφερόταν το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο. Ο μάρτυρας επίσης κατέθεσε αναδομημένους λογαριασμούς τόσο σε σχέση με τη συμφωνία δανείου με δόσεις όσο και σε σχέση με τη συμφωνία για πιστωτική διευκόλυνση και πιστωτική κάρτα, οι οποίες αποτελούν μέρος του αρχείου της Τράπεζας και οι οποίες κατατέθηκαν ως τεκμήριο 17 και 18 αντίστοιχα. Όσον αφορά τον λογαριασμό του δανείου, στις 25/11/13, όταν η Τράπεζα αποφάσισε να χρεώνει τόκο υπερημερίας 1,75%, το συνολικό επιτόκιο μετατράπηκε από 14,25% σε 9% και το υπόλοιπο ως είχε κατά την τελευταία ημερομηνία δηλαδή στις 30/6/15, ανερχόταν στις €38,097.
  3. Όσον αφορούσε το λογαριασμό πιστωτικής κάρτας, η κατάσταση λογαριασμού σε σχέση με αυτή δείχνει διαφοροποίηση του επιτοκίου από τις 25/11/13 σε 14,30% από 15,50%, αφού το επιτόκιο υπερημερίας σε πιστωτικές κάρτες ήταν 1,8%. Το υπόλοιπο στις 21/10/15 ήταν €25,159.
  4. Οι αντισυμβαλλόμενοι με την Τράπεζα ήταν ο πρωτοφειλέτης XXXXX Προδρόμου και δύο εγγυητές οι XXXXX Προδρόμου και XXXXX Προδρόμου. Η XXXXX Προδρόμου ενάγεται ως νόμιμη κληρονόμος του Αντώνη Προδρόμου, ο οποίος απεβίωσε και φαίνεται εγγυητής στη σύμβαση δανείου. Αντεξεταζόμενος ο κ. Άδωνη, αντέκρουσε τον ισχυρισμό ότι η πλάγια αναφορά στον τόκο πάνω στη συμφωνία προστέθηκε εκ των υστέρων από την Τράπεζα και ανέφερε ότι δεν υπάρχει Τράπεζα που να παραχωρεί δάνειο χωρίς να καθορίζεται επιτόκιο και ότι κανένας πελάτης δεν θα προχωρούσε σε σύναψη συμφωνίας χωρίς να γνωρίζει το επιτόκιο της σύβασης που έχει συνάψει μαζί με την Τράπεζα. Η εν λόγω προσθήκη στα πλάγια της συμφωνίας έγινε λόγω έλλειψης χώρου. Όσον αφορά στην αυξομείωση των επιτοκίων, από την έναρξη της συμφωνίας τόσο της πιστωτικής κάρτας όσο και του δανείου, ο πελάτης ενημερωνόταν σε μηνιαία βάση τόσο για τα υπόλοιπα όσο και για τις κινήσεις λογαριασμού και για τα επιτόκια και σε καμία περίπτωση δεν αμφισβήτησε στο περιεχόμενο τους τις καταστάσεις λογαριασμού. Τις καταστάσεις που παρουσίασε ο μάρτυρας τις ετοίμασε ο ίδιος, τις έλεγξε και από το ηλεκτρονικό σύστημα της Τράπεζας και δήλωσε ότι είναι ορθές. Οι μεταβολές των επιτοκίων γίνονται ηλεκτρονικά από το σύστημα που διατηρεί η Τράπεζα. Οι ορθές καταστάσεις είναι αυτές που παρουσίασε ο ίδιος και όχι ο Μ.Ε. 1, ο οποίος δεν είχε υπολογίσει τη μείωση του τόκου υπερημερίας από τις 25/11/13 σε αντίθεση με τον ΜΕ
  5. Οι αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού κατατέθηκαν από τον Μ.Ε. 3 ως Τεκμήρια, ως ακολούθως: Τεκμήριο 17: Κατάσταση Λογαριασμού XXXXX Προδρόμου από Alpha Bank Cyprus Ltd σε σχέση με στεγαστικό δάνειο (Housing Loan) εκτεινόμενη χρονικά από τις 6/5/2010 μέχρι τις 21/10/2015 Τεκμήριο 18: Κατάσταση Λογαριασμού XXXXX Προδρόμου από Alpha Bank Cyprus Ltd σε σχέση με πιστωτική κάρτα αρ. XXXXX
  6. Από την πλευρά των Εναγομένων, δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία στο Δικαστήριο. Β. Παραδεκτό γεγονός Δηλώθηκε εκ μέρους των ευπαίδευτων συνηγόρων των δύο πλευρών ως παραδεκτό γεγονός, η μεταβολή του βασικού δανειστικού επιτοκίου των Εναγόντων ως ακολούθως:
  7. Από τις 3/5/2004 το βσικό επιτόκιο αυξήθηκε από 4,5% σε 5,5%
  8. Από τις 28/2/2005 το βασικό επιτόκιο μειώθηκε από 5,5% σε 5,25%
  9. Από τις 23/5/2005 το βασικό επιτόκιο μειώθηκε από 5,25% σε 4,75%
  10. Από τις 10/6/2005 το βασικό επιτόκιο μειωθηκε από 4,75% σε 4,25%
  11. Από τις 4/9/2006 το βασικό επιτόκιο αυξήθηκε από 4,25% σε 4,50%
  12. Από τις 24/12/2007 το βασικό επιτόκιο μειώθηκε από 4,50% σε 4%.
  13. Από τις 10/7/2008 το βασικό επιτόκιο μεταβλήθηκε σε 4,25%
  14. Από τις 15/10/2008 το βασικό επιτόκιο μεταβλήθηκε σε 3,75%
  15. Από τις 12/11/2008 το βασικό επιτόκιο μεταβλήθηκε σε 2,50%
  16. Από τις 10/12/2008 το βασικό επιτόκιο μεταβλήθηκε σε 2%
  17. Από τις 21/01/2009 το βασικό επιτόκιο μεταβλήθηκε σε 2%
  18. Από τις 11/3/2009 το βασικό επιτόκιο μεταβλήθηκε σε 1,5%
  19. Από τις 8/4/2009 το βασικό επιτόκιο μεταβλήθηκε σε 1,25%
  20. Από τις 13/5/2009 το βασικό επιτόκιο μεταβλήθηκε σε 1% ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ - ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Προχωρώ σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και στο να παραθέσω τα ευρήματά μου. Λαμβάνω υπόψη βεβαίως στη διαμόρφωση της κρίσης μου και τις θέσεις των μερών ως αναπτύχθηκαν κατά τις αγορεύσεις ενώπιόν μου των ευπαίδευτων συνηγόρων που τους εκπροσωπούν. Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη και Ν.Γ. Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές - Λευκωσία 2014, σελ. 135: « Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489) αλλά αντιπαραβάλλεται και διρευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν. Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172). Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεών της και συναρτάται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 159/09, ημ. 4.5.12).» Στην υπόθεση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης
(2011)1Α Α.Α.Δ. 462, αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. (Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)» Στην υπόθεση Αθηνής Σωτήρης ν. Δημοκρατίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 256, τονίστηκε ότι: « Ο δικάζων, επομένως, δικαστής βρίσκεται στην πλεονεκτική θέση να παρακολουθεί τη ζωντανή διαδικασία και να κρίνει από το σύνολο της συμπεριφοράς του μάρτυρα την έμφυτη κλίση του προς την φιλαλήθεια ή το ψεύδος. Όταν βεβαίως αναφερόμαστε σε συμπεριφορά του μάρτυρος δεν εννοούμε το ύφος με το οποίο εξωτερικεύει τη μαρτυρία του, γιατί μπορεί π.χ. να έχει υποκριτικές ικανότητες ή αντίθετα κάποια εγγενή αδυναμία στην εκφορά του λόγου. Εννοούμε, κατά κύριο λόγο, το περιεχόμενο της μαρτυρίας το οποίο ελέγχεται με τη βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Ασφαλώς στην αξιολόγηση όλων των πιο πάνω κυρίαρχο ρόλο έχει ο δικαστής που χρησιμοποιεί εκτός από τις νομικές του γνώσεις και την εμπειρία και κοινή λογική. Με αυτά τα κριτήρια, και στη βάση του συνόλου της συμπεριφοράς του μάρτυρα, κρίνει για την αξιοπιστία ενός μάρτυρα.». Η συνάδελφος Δικαστής κα Στέφη Βασιλείου-Λουκίδου, Ε.Δ., στην Αγωγή Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, Μαρίνος Κυναιγήρου ν. Μιράντα Σιδερά, Αρ. Αγωγής: 525/2007, 29/3/2013 ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση με την αξιολόγηση μαρτυρίας, τα οποία και υιοθετώ: « Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι η παρούσα υπόθεση ως πολιτική κρίνεται επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου είτε μερικώς (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 ΑΑΔ 263 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207). Λέχθηκε, επίσης, ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454).» Σε σχέση με την παράλειψη αντεξέτασης κάποιου μάρτυρα επί ουσιώδους μέρους της μαρτυρίας του, στην Philippou General Bonded Warehouse Ltd ν. Κώστα Νικολαΐδη,
(2006)1 Α.Α.Δ. 1057 αναφέρθηκε ότι: «Σύμφωνα με τη νομολογία (βλ., μεταξύ άλλων, A.C.T. Textiles v. Zodhiatis
(1986)1 C.L.R. 89 και Adidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383), εκεί που ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του παρέχει στο δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε.» Όλοι οι μάρτυρες των Εναγόντων μου έκαναν θετική εντύπωση και κρίνω την εκδοχή τους ως αξιόπιστη, με δεδομένο ότι η μαρτυρία της Μ.Ε. 2 δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά, ενώ η μαρτυρία των Μ.Ε. 1 και Μ.Ε.3 αμφισβητηθηκε μόνο επί συγκεκριμένων σημείων (και άρα το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη αντεξέτασης επί συγκεκριμένων σημείων ως αποδοχή μαρτυρίας. Έχω επίσης μελετήσει τα κατατεθέντα ενώπιόν μου Τεκμήρια, τα οποία και υποστηρίζονται από τη μαρτυρία, αλλά και μιλούν από μόνα τους. Έχω ουσιαστικά 4 ζητήματα επί των οποίων πρέπει να αποφασίσω: Α) Κατά πόσον από τη μαρτυρία ενώπιόν μου, θεμελιώνονται οι ισχυρισμοί των Εναγόντων σε σχέση με την απαίτησή τους δηλαδή γενικά οι βασικοί ισχυρισμοί για τη σύναψη των δύο συμφωνιών και για την ύπαρξη οφειλής και ποιο είναι το ακριβές υπόλοιπο που οφείλεται Β) Εάν πρέπει να υπολογιστεί επί του διαμορφωθέντος κατά τον τερματισμό υπολοίπου αυξημένος τόκος από υπερημερία Γ) Κατά πόσον και σε ποιο βαθμό φέρουν ευθύνη ο καθένας ξεχωριστά από τους Εναγόμενους 1-3 για καταβολή οιουδήποτε ποσού που αξιώνεται στην αγωγή Δ) Σε ποιες ακριβώς θεραπείες δικαιούνται οι Ενάγοντες A) Η σύναψη των συμφωνιών και το οφειλόμενο υπόλοιπο κατά τον τερματισμο τους (6/5/2010) Με βάση τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μου και με βάση, την οποία δεν διστάζω να αποδεχθώ σχεδόν στο σύνολό της, καταλήγω στα ακόλουθα βασικά ευρήματα. Οι Ενάγοντες είναι Τράπεζα στην οποία εκχωρήθηκαν οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα της Emporiki Bank Cyprus Limited (Εμπορικής Τράπεζας). Κρίνω ότι έχει αποδειχθεί τόσο η ύπαρξη των δύο επίδικων συμφωνιών, όσο και το ότι οφείλεται ποσό προς τους Ενάγοντςς βάσει αυτών. Τόσο τα Τεκμήρια 3 και 4, όσο και το Τεκμήριο 17 και το Τεκμήριο 18 - που αποτελούν αναθεωρημένες καταστάσεις λογαριασμών, δέχομαι ότι περιέχουν αντίγραφα καταχωρήσεων σε τραπεζικά βιβλία και ότι αποτυπώνουν το υπόλοιπο των λογαριασμών ως είχε κατά τον τερματισμό των συμβάσεων στις 6/5/2010. Το υπόλοιπο των λογαριασμών κατά τον τερματισμό δεν έτυχε κάποιας ουσιαστικής αμφισβήτησης, ούτε τέθηκε περί του αντιθέτου μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχω υπόψη μου τα όσα αναφέρθηκαν στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γιώργος Οικονόμου, ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολιτική Έφεση 335/2009 ημερομηνίας 17.10.2014 και συγκεκριμένα τα εξής: « Με τα στοιχεία που τέθηκαν από την ΜΕ1, η αποδοχή από το Δικαστήριο του Τεκμηρίου 21 ως αντιγράφου τραπεζικού βιβλίου και η διαπίστωσή του ότι «τεκμηριώνει εκ πρώτης όψεως την υπόθεση της ενάγουσας και θα αποδεικνύει τούτη εκτός στην έκταση που ανατρέπεται από άλλη μαρτυρία που ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι αυτή ανταποκρίνεται στην αλήθεια των πραγμάτων» είναι ορθή. Αυτό προκύπτει ευθέως από το άρθρο 22 του Κεφ. 9. Το Τεκμήριο 21 καλύπτεται επίσης από το Bankers´ Books Evidence Act 1879, το οποίο εφαρμόζεται στην Κύπρο, με βάση το άρθρο 3 του Κεφ. 9. (Attorney General of the Republic v. Theocharides and others
(1973)2 CLR 75, Williams & Clyn´s Bank v. Ship Maria
(1992)1A ΑΑΔ 309 και Σιάτης v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος
(2000)1Γ ΑΑΔ 1598). Η χρέωση του ποσού των ΛΚ6.376,88 δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση, όπως άλλωστε δεν αμφισβητήθηκε οποιαδήποτε χρέωση που περιλαμβάνεται στο εν λόγω Τεκμήριο. Ο εφεσίβλητος στην υπεράσπισή του, πέραν της γενικής άρνησης ως προς το οφειλόμενο ποσό, δεν αμφισβήτησε συγκεκριμένες χρεώσεις του εν λόγω λογαριασμού. Με αυτά τα δεδομένα, θεωρούμε ότι δεν ήταν επιτρεπτό για το Δικαστήριο να υπεισέλθει σε λεπτομερή έλεγχο της απαίτησης και να προβεί σε λογιστικούς και μαθηματικούς υπολογισμούς ως προς το οφειλόμενο υπόλοιπο, ενώ ουδεμία καταχώρηση του Τεκμηρίου 21 είχε αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση και ουδεμία αντεξέταση έγινε στη ΜΕ1 επί του περιεχομένου του εν λόγω Τεκμηρίου. Η Τράπεζα φέρει το βάρος απόδειξης του ύψους της απαίτησής της. Σε περίπτωση που ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή της ήταν πιο πιθανή παρά όχι, τότε δικαιούται σε απόφαση (Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1858). Σε περίπτωση όπου υπάρχει μόνο μία εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα, όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο (Barry Wynne v. David Costaki Mavronicola ως διαχειριστή της περιουσίας του Κωστάκη Δαυίδ Μαυρονικόλα
(2009)1Β ΑΑΔ 1138). Συνήθως τέτοια θέματα εγείρονται σε υποθέσεις όπου δεν εμφανίζεται ο αντίδικος, όπως ήταν και τα γεγονότα στην υπόθεση Barry Wynne (πιο πάνω). Στην προκείμενη όμως περίπτωση, ο εφεσίβλητος έλαβε μέρος στη διαδικασία. Αρχικά με δικηγόρο και στην πορεία, μετά την απόσυρση του δικηγόρου του, αφού ολοκληρώθηκε η μαρτυρία της Τράπεζας, αυτοπροσώπως, χωρίς όμως να δώσει μαρτυρία ή να κλητεύσει άλλο μάρτυρα. Αποτέλεσμα τούτου ήταν να παραμείνει μόνο μία εκδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου. Η κατάθεση του Τεκμηρίου 21, το οποίο αποτελούσε μέρος του τραπεζικού βιβλίου και περιείχε όλες τις καταγραφές των πράξεων που έγιναν σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό, δεν άφηνε περιθώριο στο Δικαστήριο να προβεί σε δική του λογιστική έρευνα για επιβεβαίωση των διαφόρων ποσών που περιλαμβάνονταν σ΄ αυτόν.» Καταρτίστηκαν δύο συμφωνίες μεταξύ των Εναγόντων και του Εναγομένου 1 (η δεύτερη με εγγυητή και την Εναγόμενη 2). Επί αυτών υπήρξαν παραβάσεις εκ μέρους του Εναγόμενου στην πληρωμή δόσεων πιστωτικής κάρτας και στεγαστικού δανείου, με την ύπαρξη καθυστερήσεων (βλ. επιστολές Τεκμήρια 5 και 6 που μιλούν από μόνες τους). Η πρώτη συμφωνία καταρτίστηκε τις 27/1/2005 και αποτυπώνεται στο Τεκμήριο 1 και σχετιζόταν με χρήση πιστωτικής κάρτας και δεν είχε οιεσδήποτε εξασφαλίσεις ή εγγυήσεις προς όφελος της Τράπεζας. Όσον αφορούσε τον τόκο ο οποίος επιβαλλόταν, σύμφωνα με όρο 15 σε αυτήν: « Η προαναφερθείσα μηνιαία κατάσταση θα χρεώνεται πάνω σε ημερήσια βάση, με τόκο προς 10,50% ετησίως. H Τράπεζα δικαιούται να μεταβάλλει το επιτόκιο από καιρού εις καιρό κατά την κρίση της και η αλλαγή αυτή θα είναι δεσμευτική για του Κατόχους Κάρτας, οι οποίοι θα λαμβάνουν γνώση με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή με γραπτή ειδοποίηση προς αυτόν, κατά την κρίση της Τράπεζας και θα ισχύει από την ημερομηνία κατά την ημερομηνία που θα καθορίζεται στην ειδοποίηση ..........Ο τόκος υπολογίζεται κάθε μήνα. Σε περίπτωση μη πληρωμής αυτός θα χρεώνεται στο υπόλοιπο του λογαριασμού και θα υπολογίζονται επί αυτού τόκοι και προμήθεια. Νοείται ότι η Τράπεζα δε θα ανατοκίζει περισσότερο από δύο φορές το χρόνο. Νοείται περαιτέρω ότι η Τράπεζα δικαιούται, κατά την κρίση της, να μεταβάλλει οποτεδήποτε μέσα στα πλαίσια των νομισμάτων και πιστωτικών κανονισμών που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος, την προμήθεια και οποιεσδήποτε άλλες χρεώσεις ή έξοδα.» Όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 3, αποστέλνονταν στον XXXXX Προδρόμου κάθε μήνα καταστάσεις λογαριασμού, με τα εκάστοτε υπόλοιπα. Αναφέρεται η ακόλουθη διεύθυνση: «XXXXX Προδρόμου Τ.Θ. XXXXX Λάρνακα XXXXX» Ο αριθμός της Τ.Θυρίδας XXXXX (5ψήφιος) είχε δηλωθεί και στη συμφωνία μεταξύ των μερών, Τεκμήριο 1 (Στοιχεία Κατοικίας) δίπλα από το Τ.Κ. Αν και η συντομογραφία «Τ.Κ.» αναφέρεται συνήθως σε Ταχυδρομικό Κώδικα, το Δικαστήριο έχει δικαστική γνώση ότι οι ταχυδρομικοί κώδικες είναι 4ψήφιοι και όχι 5ψήφιοι και ότι οι ταχυδρομικές θυρίδες συνήθως, εάν όχι πάντοτε, έχουν 5ψήφιο αριθμό και συνεπώς εννοείται ότι ο αριθμός XXXXX πρέπει να αναφέρεται σε ταχυδρομική θυρίδα. Για τα αναφερόμενα σε αυτή την παράγραφο στοιχεία, το Δικαστήριο μπορεί να έχει δικαστική γνώση, με βάση την αρχή ότι το Δικαστήριο έχει δικαστική γνώση, την οποίαν αποκομίζει από «καθημερινές ανθρώπινες εμπειρίες» (βλ. Τ. Ηλιάδη και Ν. Γ. Σάντη «Το Δικαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές - Λευκωσία 2014 σελ. 257).. Η τελευταία κατάσταση που φαίνεται στο Τεκμήριο 3 και από την αναφερόμενη διεύθυνση ότι απευθύνεται και είχε σταλεί στον Εναγόμενο 1 είναι η κατάσταση ημερομηνίας 13/4/2010 που έδειχνε σχετικό υπόλοιπο €10,642,70 με ισχύον επιτόκιο το 12,5%. Με βάση τη διεύθυνση που αναγράφεται στις διάφορες επικοινωνίες της Τράπεζας με τον Εναγόμενο 1, το τεκμήριο το οποίο δημιουργείται ότι επιστολή που έχει αποδειχθεί ότι έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το Ταχυδρομείο αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη για την παράδοσή της στο πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται (βλ. Πιττάκα Χριστόδουλος ν. Γ. Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ.,
(2004)1 Α.Α.Δ. 1895) δεν έχει ανατραπεί καθ' οιονδήποτε τρόπο. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 9, που αποστάληκε στη διεύθυνση XXXXX 13, XXXXX, Λάρνακα στον Εναγόμενο (διεύθυνση που αναφέρεται και στην Αίτηση για έκδοση πιστωτικής κάρτας Τεκμηριο 1) τερματίζεται η συμφωνία μεταξύ των μερών από την Ενάγουσα. Αναφέρεται ότι υπάρχει χρεωστικό υπόλοιπο €10,642.70 πλέον τόκοι. Από το Τεκμήριο 3 που είναι οι σχετικές καταστάσεις λογαριασμού (προτελευταία σελίδα), φαίνεται ότι το εν λόγω υπόλοιπο διαμορφώθηκε στις 13/4/
  1. Στην παράγραφο Β. της Απαίτησης τόκος ζητείται από τις 6/5/2010 επί του υπολοίπου €10,642.70, το οποίο και αποδέχομαι ότι έχει αποδειχθεί ως ισχύον τότε υπόλοιπο και συνεπώς από τότε θα ξεκινήσει να υπολογίζεται. Το ισχύον επιτόκιο επί του οποίου υπολογιζόταν τόκος στο διαμορφωθέν μέχρι τότε υπόλοιπο ήταν το αναφερόμενο 12,5% στην προτελευταία σελίδα του Τεκμηρίου 3, κατάσταση λογαριασμού που τεκμαίρεται ότι παρέλαβε ο Εναγόμενος 1 και την οποίαν δεν αμφισβήτησε με οιεσδήποτε παραστάσεις προς τους Ενάγοντες. Αποδέχομαι επίσης ότι μπορεί να διεκδικείται κεφαλαιοποίηση τόκου 2 φορές ετησίως, βάσει και σχετικής πρόνοιας στο Τεκμήριο
  2. Όσον αφορά το ποσό το οποίο αιτούνται οι Ενάγοντες βάσει της δεύτερης συμφωνίας που αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησής τους με τον Ενάγοντα ημερομηνίας 3/2/2004, η οποία έχει κατατεθεί ως Τεκμήριο 2, το επιτόκιο βάσει της συμφωνίας ήταν 6,25%, το οποίο μπορούσε ως αναφέρεται και στη συμφωνία να μεταβληθεί (ως φαίνεται στην τελευταία παράγραφο της πρώτης σελίδας του Τεκμηρίου) και το υπόλοιπο οποίο είχε διαμορφωθεί, ως φαίνεται σε επιστολή 6/5/2010 προς τον Ενάγοντα Τεκμήριο 10, σε €18,766.12 επί του οποίου, ως φαίνεται στην εν λόγω επιστολή, επιβλήθηκε αυξημένο επιτόκιο 7,00%, άρα συνεπώς το επιτόκιο το οποίο ίσχυε στις 6/5/2010 ήταν το 7,25%. Αποστάληκε επίσης παρόμοια επιστολή και στην εγγυήτρια Εναγόμενη
  3. Η οδός XXXXX 13, από ό,τι φαίνεται από το Τεκμήριο 1 ήταν ένας από τους δύο δρόμους όπου βρισκόταν η οικία του Εναγομένου
  4. Επίσης από ό,τι φαίνεται από το Τεκμήριο 16, που είναι ο φάκελος Αίτησης Διαχείρισης Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας αρ. 6/05, σε Πιστοποιητικό Θανάτου και Κληρονόμων που υπάρχει εντός του φακέλου, ημερ. 15/1/2005, πιστοποιεί ο Πρόεδρος της Ενοριακής Αρχής Σκάλας, ότι η διεύθυνση της XXXXX Αντώνη Προδρόμου και του XXXXX Αντώνη Προδρόμου - Εναγόμενων 1 και στην παρούσα αγωγή- είναι η XXXXX και XXXXX XXXXX 13, XXXXX Λάρνακα. Η επιστολή Τεκμήριο 10 που στάληκε στην Οδυσσέα Ανδρούτσου 13, τεκμαίρεται ότι παραλήφθηκε (βλ. . Πιττάκα Χριστόδουλος ν. Γ. Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ.,
(2004)1 Α.Α.Δ. 1895) . Επιπλέον, δε φαίνεται μετά την παραλαβή της, να υπήρξε οιαδήποτε αμφισβήτηση εκ μέρους της με οιεσδήποτε παραστάσεις. Κανένας εκ των Εναγόμενων 1 και 2 δεν απάντησε στην επιστολή που του αποστάληκε, δεν προέβηκε σε οιεσδήποτε παραστάσεις, δεν αμφισβήτησε είτε την ύπαρξη της συμφωνίας, είτε το υπόλοιπο, είτε το αναφερόμενο επιτόκιο. Στην Galatariotis Telecommunications Ltd ν. Σωτήρη Βασιλείου,
(2003)1 Α.Α.Δ. 318, με αναφορά στην κλασσική κυπριακή υπόθεση για την έμμεση παραδοχή μέσω σιωπής, Theodora Vassiliou ν. Soterios Demetriou
(1971)1 C.L.R. 429 και σε αγγλική νομολογία, παρατέθηκαν τα ακόλουθα: «Η σιωπή του εφεσίβλητου σήμαινε παραδοχή ότι η κατηγορία ήταν αληθινή. Ο δικηγόρος της εφεσείουσας παρέπεμψε στην απόφαση Theodora Vassiliou ν. Soterios Demetriou
(1971)1 C.L.R. 429, που υιοθετεί τον κανόνα, όπως διατυπώνεται στην Wiedemann v. Walpole [1891] 2 Q.B. 534 στη σελ. 539: "Silence is not evidence of admission, unless there are circumstances which render it more reasonably probable that a man would answer the charge made against him than that he would not." Σε μετάφραση: «Η σιωπή δεν είναι μαρτυρία παραδοχής, εκτός αν υπάρχουν περιστάσεις που το καθιστούν πιο λογικά πιθανό ότι ένα πρόσωπο θα απαντούσε την κατηγορία που του προσάπτεται παρά ότι δε θα την απαντούσε.» .................. Η γενική αρχή του δικαίου της απόδειξης είναι ότι σε περίπτωση που διατυπώνεται κατηγορία εκτός δικαστηρίου κατά διαδίκου, η απάντηση του, είτε προφορική είτε διά συμπεριφοράς, δυνατό να αποτελεί παραδοχή στο βαθμό που αποτελεί αναγνώριση ολόκληρης της κατηγορίας ή μέρους της. Η σιωπή μπορεί να εκληφθεί ως παραδοχή αν οι περιστάσεις είναι τέτοιες που λογικά αναμένεται κάποια εξήγηση ή ακόμη και άρνηση (βλ. Adrian Keane "The Modern Law of Evidence", 5η έκδοση, σελ. 313). Το παρακάτω απόσπασμα από τον I.H. Denis "The Law of Evidence" έκδ.1999, εξηγεί πως το δικαστήριο προσεγγίζει τέτοια μαρτυρία. Υπογραμμίζουμε ό,τι ιδιαίτερα αφορά αυτή την υπόθεση: «It is clear that the Lords intended this principle, of the possible acceptance of accusing statements by demeanour, to apply equally to whatever form a defendant's reaction took. Denials, physical conduct and silence all seem to have been thought capable of interpretation as an informal admission of the truth of the statement. In relation to silence, in the form of a failure to deny the accusation, it became clear that an inference of acceptance could be drawn where a denial could reasonably be expected if the accusation were untrue. A critical factor in deciding this issue is whether the parties were on equal terms; if they were, it would prima facie be reasonable to expect the accused to deny a false accusation. Parties are generally on even terms in informal settings where one is not a position of authority over the other." Ακολουθεί η μετάφραση της περικοπής αυτής: «Είναι σαφές ότι το δικαστήριο της Βουλής των Λόρδων είχε την πρόθεση όπως η αρχή αυτή, της πιθανής αποδοχής των δηλώσεων που εμπερικλείουν κατηγορία διά συμπεριφοράς, ισχύει εξίσου οποιαδήποτε μορφή και αν παίρνει η αντίδραση του κατηγορούμενου. Αρνήσεις, φυσική διαγωγή και σιωπή όλα θεωρήθηκαν ότι μπορούσαν να ερμηνευθούν ως ανεπίσημη παραδοχή της αλήθειας τέτοιων δηλώσεων. Σε σχέση με τη σιωπή, που παίρνει τη μορφή παράλειψης να αρνηθεί ένας την κατηγορία, κατέστη σαφές ότι το συμπέρασμα παραδοχής θα μπορούσε να συναχθεί όπου λογικά θα αναμενόταν η διάψευση αν η κατηγορία δεν ήταν αληθής. Ένας ζωτικός παράγων για να αποφασισθεί το θέμα είναι κατά πόσο οι διάδικοι λειτουργούσαν επί ίσοις όροις. αν πράγματι έτσι είχαν τα πράγματα, θα ήταν εκ πρώτης όψεως λογικό να αναμένεται ο κατηγορούμενος να αρνηθεί μια ψευδή καταγγελία. Αυτή η ισότητα γενικά υφίσταται όπου ο περίγυρος είναι ανεπίσημος όπου ο ένας δε βρίσκεται σε θέση εξουσίας ή υπεροχής έναντι στον άλλο.» Στις υποσημειώσεις για το παραπάνω σχόλιο γίνεται αναφορά στη Wiedemann, ανωτέρω, και στην επίσης κλασσική επί του θέματος προηγούμενη υπόθεση Bessela v. Stern [1877] 2 C.P.D.
  1. Στο σύγγραμμα του Keane, ανωτέρω, πάλιν στη σελ. 313, απαριθμούνται οι γενικοί παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για την αξιολόγηση των ανεπίσημων παραδοχών. Μεταξύ αυτών είναι evidence adduced by its maker at the trial with a view to explaining it away (μαρτυρία που προσάγει στη δίκη ο δηλώσας που σκοπό έχει να δώσει ικανοποιητική εξήγηση γιαυτή). Το σχόλιο αυτό γίνεται σε σχέση με το Άρθρο 4 της Civil Evidence Act 1995, αλλά δεν υπάρχει λόγος να αγνοηθεί εδώ η παραπάνω σοφή παρατήρηση.» Με βάση το αποκρυσταλλωθέν υπόλοιπο στις 6/5/2010, κρίνω ότι οφείλεται, βάσει της δεύτερης συμφωνίας, ημερομηνίας 3/2/2004, στους Ενάγοντες ποσό €18,766.
  2. Το επιτόκιο που ίσχυε κατά τον τερματισμό της συμφωνίας, ήταν το 7,25%. Προβλεπόταν επίσης στη συμφωνία των μερών διπλή κεφαλαιοποίηση τόκων (ως άλλωστε φαίνεται και στο Τεκμήριο 2, όπου αναφέρεται ότι οι τόκοι θα κεφαλαιοποιούνται ανά εξαμηνία). Διαπιστώνω επίσης, με βάση τα Τεκμήρια 8 και 8Α ότι έχει υπάρξει συμφωνία μεταξύ των Εναγόντων και του Εναγομένου 1 στις 5/12/2006 όπως υποθηκευθεί ακίνητο του Εναγομένου με σχετική Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκευσης Ακινήτου Για το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 8/XXXXX, Τμήμα 8, Φ/Σχ. 40/54Ε1 στην τοποθεσία Κλήμη, στο Δήμο Αραδίππου στην επαρχία Λάρνακας, προς εξασφάλιση χρέους μέχρι 16,000 Λ.Κ. (που σχετίζεται, ως αναφέρεται στο Τεκμήριο 8Α, παράγραφος 3 με τη συμφωνία 3/2/2004) πλέον τόκων επί αυτού του ποσού, με κυμαινόμενο επιτόκιο 6,25% μέχρι εξόφλησης, πλέον των σχετικών εξόδων. Β. Τόκος υπερημερίας Και επί των 2 συμφωνιών δανείου αξιώνεται επαυξημένος τόκος από αυτόν που ίσχυε κατά τον τερματισμό τους. To όλο ζήτημα της διεκδίκησης τόκου υπερημερίας και το ισχύον σημερινό νομικό καθεστώς, είχα την ευκαιρία να το εξετάσω στα πλαίσια της Αγωγής Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας 4166/2013, SOCIETE GENERALE BANK - CYPRUS LIMITED ν. Παναγιώτη Κοσιά, ημερομηνίας 22/12/2015, όπου και αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: " Μπορεί να βρισκόμαστε σε ένα αντιπαραθετικό σύστημα δικαίου και να μην υπάρχει ενώπιόν μου υπεράσπιση, αλλά δεν μπορώ να αποδώσω θεραπεία που δεν δικαιούνται οι Ενάγοντες. Ως δικαστές έχουμε καθήκον να εφαρμόζουμε το νόμο και αυτό κάνουμε (Φυλακτού Αλέξανδρος και άλλος ν. Κυπριακής Δημοκρατίας,
(2013)3 Α.Α.Δ. 565). Έπεται εξέταση των ζητημάτων της χρέωσης τόκου υπερημερίας σε δανειακές συμβάσεις, της απόδειξης πραγματικής ζημίας σε συνάρτηση με τον τόκο υπερημερίας που ζητείται, το πως ερμηνεύεται το άρθρο 3 του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Ζητημάτων Νόμου του 1999 (160(Ι)/1999) ως έχει σήμερα, ως και του τι ισχύει όταν τερματίζεται μία σύμβαση -όπως αναφέρεται ότι έγινε στην παρούσα υπόθεση στα πλαίσια της μαρτυρίας που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο-. Το άρθρο 3 του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999 (160(Ι)/1999) είχε ως εξής (μέχρι το 2014 όταν και τέθηκε σε ισχύ ο Τροποποιητικός του εν λόγω Νόμου, Νόμος 141(Ι)/2014): «3.-
(1)Όλα τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν υποχρέωση- (α) Να ενημερώνουν ειδικά κάθε οφειλέτη στον οποίο παραχωρούν δάνειο ή άλλη πιστωτική διευκόλυνση για το ύψος του επιτοκίου που θα χρεώνεται εκάστοτε αναφορικά με το δάνειο ή την πιστωτική διευκόλυνση, τον τρόπο με τον οποίο τούτο θα υπολογίζεται και το χρόνο κατά τον οποίο θα εισπράττεται ή θα χρεώνεται στο λογαριασμό του οφειλέτη· (β) να παρέχουν σε κάθε οφειλέτη λεπτομέρειες για τυχόν άλλες χρεώσεις ή ανάκτηση εξόδων που σχετίζονται με το δάνειο ή την πιστωτική διευκόλυνση· (γ) να ενημερώνουν τους οφειλέτες είτε με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο είτε με γραπτή ειδοποίηση προς αυτούς για τυχόν αλλαγή στο επιτόκιο ή στον τρόπο υπολογισμού του ή στο χρόνο καταβολής του ή γενικά για οποιαδήποτε άλλη αλλαγή· (δ) να μην ανατοκίζουν περισσότερο από δύο φορές το χρόνο.
(2)Οποιοσδήποτε παραβαίνει τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου είναι ένοχος αδικήματος τιμωρούμενου με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο αυτές ποινές. Μετά και τον Τροποποιητικό Νόμο 41(Ι)/2014, διαμορφώθηκε ως ακολούθως: «3.-
(1)Όλα τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν υποχρέωση- (α) Να ενημερώνουν ειδικά κάθε οφειλέτη με τον οποίο συνάπτουν σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης, μεταξύ άλλων, για την κατηγορία του βασικού επιτοκίου που θα χρεώνεται εκάστοτε αναφορικά με το δάνειο ή την πιστωτική διευκόλυνση, τον τρόπο με τον οποίο τούτο θα υπολογίζεται και το χρόνο κατά τον οποίο θα εισπράττεται ή θα χρεώνεται στο λογαριασμό του οφειλέτη· (β) να παρέχουν σε κάθε οφειλέτη λεπτομέρειες για τυχόν άλλες χρεώσεις ή ανάκτηση εξόδων που σχετίζονται με την πιστωτική διευκόλυνση· (γ) να ενημερώνουν τους οφειλέτες με γραπτή ειδοποίηση προς αυτούς για τυχόν αλλαγή στο βασικό επιτόκιο ή αλλαγή στο χρόνο καταβολής του τόκου ή γενικά για οποιαδήποτε αλλαγή αφορά το βασικό επιτόκιο, καθώς και αλλαγή της δόσης του δανείου όταν αυτή μεταβάλλεται· (δ) να μην ανατοκίζουν περισσότερο από δύο φορές το χρόνο· (ε) να παρουσιάζουν με διαφάνεια στην ιστοσελίδα τους τη μέθοδο υπολογισμού του βασικού επιτοκίου και σε περίπτωση διαφορετικών κατηγοριών βασικών επιτοκίων τη μέθοδο υπολογισμού της κάθε κατηγορίας βασικού επιτοκίου, καθώς και τις συνθήκες και παραμέτρους που συμβάλλουν στη μεταβολή των βασικών επιτοκίων· και (στ) να δηλώνουν σαφώς στη σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης και να ενημερώνουν κάθε οφειλέτη κατά τη διαπραγμάτευση της σύμβασης και το ύψος του επιτοκίου υπερημερίας, για τον τρόπο υπολογισμού του, καθώς και για τις συνθήκες παύσης χρέωσης του: Νοείται ότι δεν είναι επιτρεπτή επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων: Νοείται περαιτέρω ότι από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014 και καθόσον αφορά όλες τις εν ισχύι κατά την ημερομηνία αυτή συμβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων, το επιτόκιο υπερημερίας δεν δύναται να υπερβαίνει τις δύο εκατοστιαίες μονάδες: Νοείται έτι περαιτέρω ότι, η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία επί καθυστερημένης δόσης, ο οποίος υπερβαίνει το ποσό που αντιστοιχεί στις δύο εκατοστιαίες μονάδες από το ύψος του συμφωνηθέντος επιτοκίου, αναφορικά με συμβάσεις πιστωτικής διευκόλυνσης, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά: Νοείται έτι έτι περαιτέρω ότι, σε περίπτωση μη απόδειξης των πιο πάνω από το πιστωτικό ίδρυμα, ο όρος στη σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης για τη χρέωση τόκου υπερημερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων από το συμφωνηθέν επιτόκιο, καθίσταται άκυρος και το πιστωτικό ίδρυμα έχει την υποχρέωση να αποκαταστήσει το όφελος που προσπορίστηκε ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο που ζημιώθηκε από τη χρέωση αυτή.
(2)Οποιοσδήποτε παραβαίνει τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου είναι ένοχος αδικήματος τιμωρούμενου με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) ή και με τις δύο αυτές ποινές.» Μετά δε και το Νόμο 66(Ι)/2015, το άρθρο 3 του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999, διαμορφώθηκε ως εξής κι έτσι έχει σήμερα: «3.-
(1)Όλα τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν υποχρέωση- (α) Να ενημερώνουν ειδικά κάθε οφειλέτη με τον οποίο συνάπτουν σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης, μεταξύ άλλων, για την κατηγορία του βασικού επιτοκίου που θα χρεώνεται εκάστοτε αναφορικά με το δάνειο ή την πιστωτική διευκόλυνση, τον τρόπο με τον οποίο τούτο θα υπολογίζεται και το χρόνο κατά τον οποίο θα εισπράττεται ή θα χρεώνεται στο λογαριασμό του οφειλέτη· (β) να παρέχουν σε κάθε οφειλέτη λεπτομέρειες για τυχόν άλλες χρεώσεις ή ανάκτηση εξόδων που σχετίζονται με την πιστωτική διευκόλυνση· (γ) να ενημερώνουν τους οφειλέτες με γραπτή ειδοποίηση προς αυτούς για τυχόν αλλαγή στο βασικό επιτόκιο ή αλλαγή στο χρόνο καταβολής του τόκου ή γενικά για οποιαδήποτε αλλαγή αφορά το βασικό επιτόκιο, καθώς και αλλαγή της δόσης του δανείου όταν αυτή μεταβάλλεται· (δ) να μην ανατοκίζουν περισσότερο από δύο φορές το χρόνο· (ε) να παρουσιάζουν με διαφάνεια στην ιστοσελίδα τους τη μέθοδο υπολογισμού του βασικού επιτοκίου και σε περίπτωση διαφορετικών κατηγοριών βασικών επιτοκίων τη μέθοδο υπολογισμού της κάθε κατηγορίας βασικού επιτοκίου, καθώς και τις συνθήκες και παραμέτρους που συμβάλλουν στη μεταβολή των βασικών επιτοκίων· και (στ) να δηλώνουν σαφώς στη σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης και να ενημερώνουν κάθε οφειλέτη κατά τη διαπραγμάτευση της σύμβασης και το ύψος του επιτοκίου υπερημερίας, για τον τρόπο υπολογισμού του, καθώς και για τις συνθήκες παύσης χρέωσης του. (1α) Η επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων απαγορεύεται: Νοείται ότι, από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014, το επιτόκιο υπερημερίας δεν δύναται να υπερβαίνει τις δύο εκατοστιαίες μονάδες. (1β) Σε περίπτωση σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε κατά ή πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία επί καθυστερημένης δόσης ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιασδήποτε άλλης μορφής σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά: Νοείται ότι, σε περίπτωση μη απόδειξης των πιο πάνω από το πιστωτικό ίδρυμα, πρόσωπο το οποίο έχει καταβάλει τόκο υπερημερίας δύναται να διεκδικήσει αποζημιώσεις για το ποσό που έχει καταβάλει και το πιστωτικό ίδρυμα έχει την υποχρέωση να αποκαταστήσει το όφελος που προσπορίστηκε ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο που ζημιώθηκε από τη χρέωση αυτή.
(2)Οποιοσδήποτε παραβαίνει τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου είναι ένοχος αδικήματος τιμωρούμενου με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) ή και με τις δύο αυτές ποινές.» Οι εν λόγω τροποποιήσεις του Νόμου από το νομοθέτη, καθορίζουν πλέον με σαφήνεια το καθεστώς του τόκου υπερημερίας. Το ζήτημα της διεκδίκησης τόκων υπερημερίας σε δανειακές συμβάσεις με εμπλεκόμενα τραπεζικά ιδρύματα, με το πριν την οιαδήποτε σχετική πρόβλεψη νομοθετικό καθεστώς, είχε τύχει πραγμάτευσης σε διάφορες αποφάσεις (περισσότερο πρωτόδικες) με το θέμα να φαίνεται να καταλήγει όμως, μέχρι και πριν τη θέσπιση σχετικών προνοιών από το Νομοθέτη, σε επίπεδο νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στο ότι μπορούσε νόμιμα να χρεώνεται τόκος υπερημερίας. Σε επίπεδο πρωτόδικων αποφάσεων, υπήρξαν κάποιες αποφάσεις αποφάσεις, όπου δεν επιδικαζόταν τόκος υπερημερίας, θεωρούμενος ως ποινική ρήτρα. Παραπέμπω ενδεικτικά στην υπόθεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, EMPORIKI BANK - CYPRUS LIMITED ν. Χαράλαμπος Γεωργίου Φελλάς, Αρ. Αγωγής: 749/08 (ημερ. Απόφασης: 15/11/2012), όπου ο σήμερα Πρόεδρος Επαρχιακού Δικαστηρίου και τότε Α.Ε.Δ, κ. Α.Δαυίδ, ανέφερε τα ακόλουθα -πολύ ενδιαφέροντα-: «Ο τόκος υπερημερίας, ως τόκος που επιβάλλεται για σκοπούς αποζημίωσης του βλαφθέντος μέρος μίας σύμβασης, βάσιμα θα μπορούσε να υποστηριχτεί ότι διασυνδέεται και με τα άρθρα 73 και 74
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. Ρητά προβλέπεται άλλωστε στο άρθρο 74
(1)του εν λόγω νόμου ότι: «ρήτρα περί καταβολής αυξημένου τόκου από της υπερημερίας δύναται να θεωρηθεί ως ποινική ρήτρα». Ο σεβαστός Δικαστής Πασχαλίδης, στην απόφαση του στα πλαίσια της υπόθεσης Τρύφωνος Χαραλάμπους κ.α. ν. Liberty Life Insurance Public CoLtd, Πολ. Εφ. 272/08 ημερ. 17.10.11, ανέφερε μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 74
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, ο προκαθορισμός της ζημιάς στη σύμβαση δεν είναι δεσμευτικός, επενεργεί μόνο στην οριοθέτηση του ανωτάτου ορίου της αποζημίωσης που μπορεί να επιδικασθεί. Εκεί όπου η προβλεπόμενη αποζημίωση ενέχει χαρακτήρα ποινικής ρήτρας (penalty) αυτή αγνοείται, ενώ εκεί που συνιστά γνήσια προσπάθεια προκαθορισμού της ζημιάς την οποία θα υποστεί το αθώο μέρος από την παράβαση της συμφωνίας, τότε μετρά ως στοιχείο σχετικό στον καθορισμό της εύλογης αποζημίωσης και λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο ...» Για να συμπληρώσει στη συνέχεια: «Αυτό που διακρίνει βασικά την ποινική ρήτρα από τον προκαθορισμό της ζημιάς είναι ότι ενώ ο προκαθορισμός της ζημιάς χαρακτηρίζεται και στην ουσία συνιστά μια γνήσια προσπάθεια από πλευράς των συμβαλλομένων να υπολογίσουν και να καθορίσουν εκ των προτέρων τη ζημιά την οποία θα υποστεί το αθώο μέρος από την παράβαση της συμφωνίας, η ποινική ρήτρα στόχο έχει τον εκφοβισμό του παραβάτη έτσι ώστε ο τελευταίος να συμμορφωθεί με τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Το στοιχείο του εκφοβισμού συνιστά θα λέγαμε την ουσία της ποινικής ρήτρας (βλ. Dunlop Pneumatic Tyre Co. Ltd. v. New Garage & Motor Co. Ltd.
(1915)A.A. 79).» Σε σχέση με την έννοια της ποινικής ρήτρας και τα αποτελέσματα της, βλ. επίσης Jeancharm Ltd ν. Barnet Football Club Ltd
(2003)EWCA Civ 58, Μεταλλικά Ηρακλής Μιχαηλίδης Λτδ ν. G & C Exhaust Systems Ltd
(2001)1 AAΔ 500 και Ανόρθωσης ν. Απόλλων
(2002)1 ΑΑΔ 518). Στην υπόθεση Lordsvale Finance Plc v. Bank of Zambia
(1996)3 All E.R. 156, αφού γίνεται μία εκτενής αναφορά σε αγγλική νομολογία για το ζήτημα αλλά και σε νομολογία άλλων χωρών του Κοινοδικαίου και στον τρόπο με τον οποίο είναι δυνατό να γίνει αποδεκτή η επιδίκαση τόκου υπερημερίας, υποδεικνύεται ότι τα αυξημένα ποσοστά τόκου ή ανάλογων πληρωμών γίνονται αποδεκτά, κάτω από προϋποθέσεις πάντα, όταν αυτή η αύξηση εφαρμόζεται από την ημερομηνία της παράλειψης πληρωμής. Καταληκτικά, υποδείχθηκε στην εν λόγω απόφαση ότι ότι: «. there is every reason in principle for adopting the course which they suggest, and for confining protection of the creditor by means of designation of default interest provisions as penalties to retrospectively operating provisions. If the increased rate of interest applies only from the date of default or thereafter, there is no justification for striking down as a penalty a term providing for a modest increase in the rate. I say nothing about exceptionally large increases. In such cases it may be possible to deduce that the dominant function is in terrorem the borrower. But nobody could seriously suggest that a 1% rate increase could be such. It is, in my judgment, consistent only with an increase in the consideration for the loan by reason of the increased credit risk represented by a borrower in default.» Σε σχέση με τις αρχές που πρέπει να εφαρμόζονται και τους παράγοντες που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όταν εξετάζεται ζήτημα πρόσθεσης ή μη τόκων υπερημερίας,βλέπε επίσης Jeancharm Ltd ν. Barnet Football Club Ltd (ανωτέρω), στην οποία κρίθηκε ότι τόκος υπερημερίας 5% εβδομαδιαίως συνιστούσε ποινική ρήτρα και δεν εφαρμόστηκε. Είναι εύκολα διακριτό από την πιο πάνω νομολογία, ότι τυχόν όροι καταβολής τόκου υπερημερίας θα πρέπει να διαπιστωθεί, στη βάση πάντα μαρτυρίας η οποία θα τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, ότι αποτελούν πράγματι προσπάθεια προεκτίμησης της ζημιάς που προκύπτει από την υπερημερία, ζήτημα που εξετάζεται με αναφορά στο χρόνο κατάρτισης της σύμβασης και όχι της καθυστέρησης. Περαιτέρω, είναι φανερό ότι στην περίπτωση που διαπιστωθεί ότι ο σχετικός όρος για καταβολή τόκου υπερημερίας τέθηκε προς εκφοβισμό κάποιου μέρους και προς αποτροπή της παράβασης, αυτός δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ότι αποτελεί ποινική ρήτρα και ως τέτοια είναι ανεφάρμοστη. Επανερχόμενος στην υπό εξέταση περίπτωση δεν διαλανθάνει της προσοχής του Δικαστηρίου, η παραδοχή της μάρτυρας Αλεξανδράκη εκ μέρους της πλευράς των εναγόντων, ότι η επιβολή του τόκου υπερημερίας έγινε για να λειτουργήσει τούτο ως αποτρεπτικός παράγοντας, ως φόβητρο ουσιαστικά προς την πλευρά του εναγομένου, κατά τρόπο που θα τον ανάγκαζε να συμμορφώνεται προς τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Υπάρχει «ομολογία» θα τολμούσα να πω από την πλευρά των εναγόντων ότι η πρόνοια περί επιβολής τόκου υπερημερίας, στην περίπτωση που γινόταν αποδεκτό ότι υπήρχε αυτή η πρόνοια στη συγκεκριμένη περίπτωση, εντάσσεται στην έννοια της ποινικής ρήτρας ως πιο πάνω αυτή έχει εξηγηθεί και ως τέτοια, με βάση τη νομολογία μας θα έπρεπε ούτως ή άλλως να αγνοηθεί και να μην εφαρμοστεί. Παράλληλα θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία στα πλαίσια της οποίας να αποκαλύπτεται ότι η επιβολή στη συγκεκριμένη περίπτωση τόκου υπερημερίας, αποτελεί πράγματι γνήσια προσπάθεια από την πλευρά των συμβαλλομένων να καθορίσουν, εκ των προτέρων, τη ζημιά την οποία θα υφίσταντο οι ενάγοντες ως το αθώο μέρος από την καθυστέρηση. Κάποιες αναφορές για το ζήτημα από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγόντων κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων και της επιχειρηματολογίας του, δεν αποτελούν ασφαλώς μαρτυρία δυνάμενη να ληφθεί υπόψη προς τον σκοπό κατάδειξης ζημιών λόγω της παράβασης, ίσων με τον διεκδικούμενο τόκο υπερημερίας. Σημειώνεται επίσης ότι ο τόκος υπερημερίας όπως αυτός καθορίστηκε αρχικά και στη συνέχεια αυξήθηκε (5% από 1.2.2005), φαίνεται να είναι σε ιδιαίτερα ψηλό ποσοστό, γεγονός που από μόνο του θα ήταν δυνατό να εμποδίσει την υιοθέτηση και έγκριση του. Η ως άνω κατάληξη του Δικαστηρίου ότι παράνομα και αντισυμβατικά χρεωνόταν ο λογαριασμός του στεγαστικού δανείου του εναγομένου 1 με τόκο υπερημερίας, δεν επηρεάζει βέβαια την υποχρέωση των εναγομένων για καταβολή του νόμιμα οφειλόμενου χρέους, τόκων και εξόδων που σύμφωνα με το νόμο και τη σύμβαση των μερών είναι επιτρεπτά. Όπως άλλωστε υπεδείχθη στην υπόθεση C.Τ.A. Techno Marketing Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2004)1(Β) ΑΑΔ 721, στα πλαίσια της οποίας επικροτήθηκε η πρωτόδικη απόφαση για το ζήτημα, η χρέωση παράνομου τόκου δεν προσδίδει παράνομο χαρακτήρα στη σύμβαση και οι ενάγοντες δικαιούνται στο μέρος εκείνο της αξίωσης τους που ο νόμος επιτρέπει, ήτοι το κεφάλαιο και τους τόκους που έχουν υπολογιστεί σύμφωνα με το νόμο. (βλ. επίσης Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Coudounaris Ltd κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 641).» Σε επίπεδο νομολογίας, το θέμα φάνηκε να επιλύεται οριστικά, με απόφαση Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην πρόσφατη υπόθεση Γεώργιος Ιωαννίδης κ.α. ν.Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) λτδ, Πολιτική Έφεση, Αρ. 1/2010, 8/7/2014 όπου κρίθηκε ότι συμφωνημένη επιβάρυνση με τόκο 3% επί του δανείου ήταν νόμιμη. Αναφέρθηκαν τα εξής: «Οι Εφεσείοντες προβάλλουν ότι η συμφωνία ορθά ερμηνευόμενη δεν επέτρεπε στους Εφεσιβλήτους να χρεώνουν επιβάρυνση 3% επί του δανείου. Περαιτέρω, προβάλλουν ότι μια τέτοια επιβάρυνση αντίκειται στον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 1999 (Ν. 160(Ι)/99), καθώς και στο άρθρο 73 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. Τέλος θεωρούν ότι το πρωτόδικο δικαστήριο παρερμήνευσε τα αποφασισθέντα στη Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1Β ΑΑΔ
  1. Ούτε αυτός ο λόγος έφεσης ευσταθεί. Το βασικό παράπονο των Εφεσειόντων απαντάται από την ίδια τη Συμφωνία ημερ. 12.8.2004 (Τεκμήριο 3) και συγκεκριμένα από τον όρο Δ΄ ο οποίος αφορά σε «Προμήθειες/ Επιβαρύνσεις-Τραπεζικά Δικαιώματα». Η υποπαράγραφος (γ) του όρου Δ΄ προβλέπει ότι:- «(γ) Σε περίπτωση τυχόν υπερβάσεων των παραχωρηθέντων ορίων ή καθυστέρησης πληρωμής υποχρεώσεων τακτής λήξεως θα υπάρξει πρόσθετη επιβάρυνση προς 3% (Τρία τοις εκατό) το χρόνο επί του ποσού της υπέρβασης ή του ληξιπρόθεσμου ποσού.» Επομένως είναι εντελώς ανεδαφικός ο ισχυρισμός ότι οι Εφεσίβλητοι δεν είχαν εξουσία να επιβάλουν μια τέτοια χρέωση. Έχουμε επίσης μελετήσει τον ισχυρισμό ότι παρερμηνεύθηκαν τα αποφασισθέντα σην υπόθεση Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ κ.α., ανωτέρω. Είναι ορθό ότι η υπόθεση αφορά σε συνοπτική απόφαση, αλλά στις σελίδες 828-829, το Εφετείο με αναφορά στον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο, εξετάζει την επιβολή πρόσθετου επιτοκίου 3% το χρόνο χωρίς να δεχθεί ότι μια τέτοια χρέωση ήταν παράνομη, εφόσον καλυπτόταν από τις μεταξύ των μερών συμφωνίες. Είναι αυτή τη δυνατότητα χρέωσης πρόσθετου επιτοκίου υπό προϋποθέσεις που ήθελε το πρωτόδικο δικαστήριο να τονίσει με την αναφορά του στην υπόθεση Νεάρχου. Εξάλλου δεν υπήρχε οτιδήποτε άλλο που να συνδέει εκείνη την υπόθεση με την παρούσα. Όμως ακόμη και κρίνοντας λανθασμένη την αναφορά του Δικαστηρίου στη Νεάρχου, με κανένα τρόπο δεν θα αλλοιώνονταν τα μεταξύ των μερών ρητώς συμφωνηθέντα. Εν πάση περιπτώσει, ανεξαρτήτως από τη Νεάρχου, απόλυτα σχετική είναι η υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ κ.α., ανωτέρω, στην οποία μας παρέπεμψε η δικηγόρος των Εφεσιβλήτων.» Σε κάθε περίπτωση βέβαια, το θέμα ρυθμίζεται νομοθετικά από το άρθρο 3 (1α) και 3(1β) του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου 160(Ι)/1999, ως τροποποιήθηκε και ισχύει σήμερα. Τόκος υπερημερίας επί δανειακών συμβάσεων με τραπεζικά ιδρύματα, υπό προϋποθέσεις και κάποιους περιορισμούς που ο Νόμος θέτει, μπορεί να τίθεται. Όσον αφορά τον τρόπο απόδειξης της ζημίας σε συνάρτηση με διεκδίκηση τόκου υπερημερίας, στην αγωγή Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας 2250/2014 SOCIETE GENERALE BANK-CYPRUS LIMITED ν. Γερόλεμος Καπετάνιου, , (ημερ. απόφασης 13/1/2015) η συνάδελφος Δικαστής Γ.Κυθραιώτου-Θεοδώρου,ανέφερε τα ακόλουθα, εξετάζοντας ζήτημα τόκων υπερημερίας που ζητούνταν από τους Ενάγοντες σε εκείνη την υπόθεση, στα πλαίσια Απόδειξης της υπόθεσής τους μετά από αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης από μέρους των Εναγομένων. Το σκεπτικό της είναι πολύ επιβοηθητικό για το πως πρέπει να αποδεικνύεται η ύπαρξη της ζημίας του τραπεζικού ιδρύματος σε συνάρτηση με τόκο υπερημερίας και το παραθέτουμε αυτούσιο: «Προσεγγίζοντας το καθήκον της αξιολόγησης της μαρτυρίας που έχει προσκομιστεί, έχω κατά νου ότι σε περιπτώσεις όπως η παρούσα όπου υπάρχει μόνο μια εκδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου ως προς τα γεγονότα - και αφού δεν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με τη αξιοπιστία του μάρτυρα - τότε αυτό που παραμένει προς εξέταση είναι το κατά πόσο η μαρτυρία είναι αρκετή για να αποδείξει την υπόθεση των Εναγόντων στο αναγκαίο επίπεδο[1]. Ενόψει του ότι η μαρτυρία που προσκόμισαν οι Ενάγοντες παραμένει αναντίλεκτη, δεν τίθεται θέμα αξιοπιστίας των ενόρκως δηλούντων. Συνεπώς, το κατά πόσο οι Ενάγοντες έχουν καταφέρει να αποδείξουν την υπόθεση τους εναντίον του Εναγόμενου εξαρτάται από το περιεχόμενο του συνόλου της μαρτυρίας και των δικογραφημένων θέσεών τους. Από τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου, έχω ικανοποιηθεί αναφορικά με την σύναψη της συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 12.9.
  2. Έχω επίσης ικανοποιηθεί ότι αυτή τερματίστηκε δεόντως από τους Ενάγοντες με την επιστολή ημερομηνίας 4.12.
  3. Αναφορικά με το αξιούμενο επιτόκιο ύψους 11% επί του χρεωστικού υπολοίπου του δανείου, αναφέρω τα ακόλουθα: (α) Η συμφωνία δανείου, προνοούσε ότι το εκάστοτε οφειλόμενο υπόλοιπο του δανείου θα χρεωνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο ίσο προς το «βασικό επιτόκιο της Τράπεζας που επικρατεί από καιρό εις καιρό πλέον προσαύξηση 3,00% ανά έτος.» (παράγραφος ΙΙΙ
(1)της συμφωνίας δανείου). Κατά τον χρόνο σύναψης της συμφωνίας, το βασικό επιτόκιο των Εναγόντων ήταν 4,5% ανά έτος και το συνολικό επιτόκιο ανερχόταν σε 7,50% ανά έτος. (β) Με την αγωγή, οι Ενάγοντες αξιώνουν επιτόκιο προς 11% ετησίως επί του χρεωστικού υπολοίπου του δανείου. Σημειώνω ότι από την Έκθεση Απαίτησης δεν δικογραφείται κατά πόσο η αύξηση του επιτοκίου από το συμβατικό επίπεδο στο 11% αφορά χρέωση πρόσθετου τόκου επί υπερημερίας ή αν αφορά αύξηση του επιτοκίου δυνάμει σχετικής δυνατότητας ή δικαιώματος που προνοείται στη σύμβαση. (γ) Εάν η αύξηση αυτή αφορά χρέωση αυξημένου τόκου ένεκα υπερημερίας του Εναγόμενου, τότε αυτό θα έπρεπε να είχε δικογραφηθεί συγκεκριμένα. Ο τόκος υπερημερίας (default interest) αποσκοπεί στο να αποζημιώσει το αθώο μέρος της σύμβασης σε περίπτωση παράβασης της από τον αντισυμβαλλόμενο, για την πραγματική ζημιά την οποία έχει υποστεί ο πρώτος ένεκα της υπερημερίας του δεύτερου[2]. Ως ειδική ζημιά, πρέπει επομένως να δικογραφείται ειδικά και λεπτομερώς και να αποδεικνύεται με αυστηρότητα[3]. Εάν δε διαφανεί ότι η καταβολή αυξημένου τόκου επί υπερημερίας δεν συνιστά γνήσιο υπολογισμό που να αποσκοπεί στην παροχή εύλογης αποζημίωσης για ζημιά την οποία έχει υποστεί το αθώο μέρος, τότε αυτό θα καθιστούσε την χρέωση αυξημένου τόκου επί υπερημερίας, όρο τιμωρητικό ή ποινική ρήτρα και, κατά συνέπεια, ανεφάρμοστο[4]. (δ) Στην προκειμένη περίπτωση κρίνω ότι το αξιούμενο με την αγωγή επιτόκιο του 11% επί του υπολοίπου του δανείου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως χρέωση τόκου υπερημερίας αφού κάτι τέτοιο δεν δικογραφείται. Ακόμα όμως και αν η χρέωση τόκου υπερημερίας ήταν δεόντως δικογραφημένη, οι αναφορές της ενόρκως δηλούσας στην ένορκη της δήλωση ημερομηνίας 18.12.2014 αποσπάσματα της οποίας έχω παραθέσει πιο πάνω, κρίνω ότι δεν αποδεικνύουν στον απαιτούμενο βαθμό ειδική ζημιά που υπέστησαν οι Ενάγοντες ένεκα της υπερημερίας του Εναγόμενου. Οι αναφορές στην ένορκη δήλωση είναι γενικές, χωρίς καμία συγκεκριμένη και ειδική επεξήγηση της «ζημιάς που υπόκειται η Τράπεζα από τη μη εξυπηρέτηση» του συγκεκριμένου επίδικου δανείου. Ούτε και συγκεκριμενοποιείται ο «μεγάλος αριθμός υπαλλήλων της τράπεζας που αντί να εργάζονται και να αφιερώνουν τον χρόνο τους σε παραγωγικές εργασίες. αναγκάζονται να επικοινωνούν τηλεφωνικά με πελάτες, να αποστέλλουν πληθώρα επιστολών και να παρακολουθούν σε πολύ τακτική βάση» το συγκεκριμένο μη εξυπηρετούμενο δάνειο. Να σημειώσω ότι από τη μαρτυρία προκύπτει ότι οι Ενάγοντες έχουν αποστείλει στον Εναγόμενο, δύο επιστολές σε σχέση με το επίδικο δάνειο και πιστωτική κάρτα (ημερομηνίας 30.10.2009 και 4.12.2009 αντίστοιχα) ενώ δεν έχει δοθεί καμία μαρτυρία αναφορικά με τον χρόνο που αναλώθηκε από υπαλλήλους των Εναγόντων σε τηλεφωνικές συνδιαλέξεις με τον Εναγόμενο ή για την παρακολούθηση των λογαριασμών της συμφωνίας δανείου του ή της πιστωτικής του κάρτας. Δεν παρέχεται επίσης καμία μαρτυρία αναφορικά με το πως το συγκεκριμένο δάνειο επηρέασε κατά τον χρόνο τερματισμού της επίδικης συμφωνίας τους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας των Εναγόντων. Συνεπώς, παρά το ότι η μαρτυρία είναι αναντίλεκτη, στην παρούσα περίπτωση κρίνω ότι αυτή δεν αποδεικνύει στον απαιτούμενο βαθμό γιατί απαιτείται επιτόκιο 11% επί του υπολοίπου του δανείου, για απόδοση εύλογης αποζημίωσης[5] για ειδική ζημιά που έχουν υποστεί οι Ενάγοντες από την παράβαση του Εναγόμενου. [1] Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν Γιώργος Οικονόμου, ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολιτική Έφεση 335/2009, ημερομηνίας 17.10.2014, Barry White v David Costaki Mavronicola, ως διαχειριστής της περιουσίας του Κωστάκη Δαβίδ Μαυρονικόλα
(2009)1 Β Α.Α.Δ.1138 [2] Lordsvale Finance Plc v Bank of Zambia [1996]3 All E.R.156 [3] John Brenan v Anthimos Demetriou Bonded Warehouse Ltd, Πολιτική έφεση 193/2012, ημερομηνίας 16.12.2014, Μεταξάς ν Δήμου Λευκωσίας
(2003)1 Α.Α.Δ. 467, Νικολάου ν Σταυρού
(1992)1 Α.Α.Δ. 746 [4] Άρθρο 74
(1)περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ. 149, Lordsvale Finance Plc v Bank of Zambia (ανωτέρω) [5] Lordsvale Finance Plc v Bank of Zambia (ανωτέρω)» Στην Αγωγή Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, με αρ. 1480/2013 Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Fiordaliso Trading Ltd (ημερομηνία απόφασης: 28/08/2015), ο Διοικητικός Πρόεδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας/Αμμοχώστου κ. Μαλαχτός, ανέφερε τα ακόλουθα, τα οποία θεωρώ πολύ επιβοηθητικά: « Αναφορικά με τον τόκο υπερημερίας η Δημητρίου ανάφερε ότι: «Κατά το χρόνο που τερματίζεται το δάνειο καθορίζεται από το τμήμα treasury και κάποια άλλα τμήματα της Τράπεζας το κόστος για το ότι το δάνειο καθίσταται ληξιπρόθεσμο. Υπήρχε κόστος ρευστότητας, υπήρχε κόστος για δάνειο που είναι ληξιπρόθεσμο, κόστος δανεισμού της Τράπεζας για να εξεύρει αυτή τη ρευστότητα την οποία έπρεπε να είχε πληρωθεί από τους πελάτες και δεν πληρώθηκε. Καθορίζεται από το credit policy της Τράπεζας ». Ανέπτυξε δηλαδή τη θεωρία του πράγματος χωρίς να δώσει μαρτυρία για το πώς η Τράπεζα κατέληξε στο 3% και όχι σε κάποιο άλλο ποσοστό μικρότερο ή μεγαλύτερο. Οι περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμοι του 1999 έως 2015 προνοούν ότι (άρθρο 3): «(1α) Η επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων απαγορεύεται: Νοείται ότι, από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014, το επιτόκιουπερημερίας δεν δύναται να υπερβαίνει τις δύο εκατοστιαίες μονάδες. (1β) Σε περίπτωση σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε κατά ή πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία επί καθυστερημένης δόσης ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιασδήποτε άλλης μορφής σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά.» Το εδάφιο (1α) δεν ισχύει για την επίδικη περίπτωση όπου η σύμβαση εξέπνευσε την 30.8.2011 ή και τερματίστηκε την 30.11.2012 (άρθρο 2Β). Ισχύει το εδάφιο (1β). Μαρτυρία ότι ο τόκος υπερημερίας του 3% αντιπροσωπεύει την πραγματική ζημιά της Τράπεζας δεν έχει προσαχθεί επομένως η Τράπεζα δεν δικαιούται σε οιονδήποτε τόκο υπερημερίας.» Πολύ σημαντικό επίσης, για να αποφανθώ επί των ζητημάτων που πρέπει να εξετάσω στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, είναι να ερμηνεύσω το άρθρο 3 του Περί Ελευθεροποίησης Επιτοκίου και Συναφών Ζητημάτων Νόμου, ως ισχύει σήμερα, σε σχέση με τον τόκο υπερημερίας. Οι αρχές ερμηνείας νομοθετικών διατάξεων, θέτουν ως κυρίαρχη μέθοδο ερμηνείας τη γραμματική ερμηνεία, δηλαδή, οριζόμενο με απλούς και εύκολα κατανοητούς όρους, το νόημα μίας διάταξης ως αυτό εξάγεται από τη λεκτική της διατύπωση. Στην υπόθεση Θωμά Θάσος ν. Δημοκρατίας,
(1994)4 Α.Α.Δ. 1278, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: « Η ερμηνευτική προσπάθεια έχει σαν αφετηρία και προϋπόθεση την ύπαρξη διάταξης της οποίας η έννοια παρουσιάζεται ασαφής και αμφίβολη. Όταν όμως το κείμενο είναι σαφές κυριαρχεί η αρχή που στην αγγλική νομική ορολογία ονομάζεται "the plain meaning rule". Το δικαστήριο δεν κρίνει την πολιτική του νόμου ούτε επιχειρεί με τα ερμηνευτικά μέσα να δώσει σοφώτερη ή δικαιότερη λύση ή ακόμη πιο επιθυμητή από αυτή που προβλέπει η διάταξη. Τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε επέμβαση στα έργα άλλων εξουσιών. Στον Μaxwell, ανωτέρω, στη σελ.29, το θέμα τίθεται ως εξής: "Where the language is plain and admits of but one meaning, the task of interpretation can hardly be said to arise. 'The decision in this case,' said Lord Morris of Borth-yGest in a revenue case, 'calls for a full and fair application of particular statutory language to particular facts as found. The desirability or the undesirability of one conclusion as compared with another cannot furnish a guide in reaching a decision.' Where, by the use of clear and unequivocal language capable of only one meaning, anything is enacted by the legislature, it must be enforced however harsh or absurd or contrary to common sense the result may be. The interpretation of a statute is not to be collected from any notions which may be entertained by the court as to what is just and expedient: words are not to be construed, contrary to their meaning, as embracing or excluding cases merely because no good reason appears why they should not be embraced or excluded." Την αληθινή φύση της επιφύλαξης και την ερμηνευτική μέθοδο ανεύρεσης του νοήματος της εκθέτει ο Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμ. 36, παράγραφος 604, σελ. 399 και 400: "A proviso prima facie excepts out of a previous enacting part of a statute something which but for the proviso would have been within the enacting part ........ a statute must, so far as possible, be construed as a whole in such a way as to give effect to all its parts, and it is doubtful whether there is now much substance in this distinction." Ακόμη τη βούληση του νομοθέτη πρέπει να την αναζητήσουμε μέσα στα όρια που διαγράφει η λεκτική- γραμματική διατύπωση του νόμου. Στην Westminster Bank Ltd. v. Zang [1966] A.C. 182 στη σελ. 222 ο Λόρδος Reid είπε: "But no principle of interpretation of statutes is more firmly settled than the rule that the Court must deduce the intention of Parliament from the words used in the Act. If those words are in any way ambiguous - if they are reasonably capable of more than one meaning or if the provision in question is contradicted by or is incompatible with any other provision in the Act, then the Court may depart from the natural meaning of the words in question; but beyond that we cannot go." Η υπόθεση Σωτηριάδης ν. Βασιλείου (Αρ. 2)
(1992)1 Α.Α.Δ. 1211 απηχεί την παραπάνω θέση: "Γνώμονα για την ερμηνεία επιφύλαξης, όπως και κάθε άλλης πρόνοιας του νόμου, αποτελεί το κείμενο της." Όπως αναφέρθηκε επίσης στα πλαίσια της Αναθεωρητικής Έφεσης Kυπριανού Λοΐζος ν. Aρχής Tηλεπικοινωνιών Kύπρου (Αρ. 1),
(1998)3 Α.Α.Δ. 355: «Όμως, η τελεολογική μέθοδος ερμηνείας των νόμων, όπως και πρόσφατα υποδείξαμε στην Τροκκούδη v. Πέτρου κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 683 δεν καθιστά παραδεκτή, ούτε επιτρέπει απόκλιση από ρητές νομοθετικές διατάξεις. Όπως εξηγούμε στην Κ.Ο.Τ. v. Παπαδόπουλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 86:- (σελ. 89) "Η τελεολογική μέθοδος ερμηνείας των νόμων (teleological, purposive interpretation) επιτρέπει οποτεδήποτε το κείμενο της νομοθεσίας παρέχει την ευχέρεια, την απόδοση της ερμηνείας εκείνης που αποτελεσματικότερα προωθεί την ευόδωση των κατά άλλα έκδηλων σκοπών του νομοθέτη. Δεν δικαιολογεί όμως η τελεολογική μέθοδος ερμηνείας , ούτε καθιστά εφικτή, ούτε επιτρέπει την απόκλιση από τις ρητές διατάξεις της νομοθεσίας ή τη μεταβολή του κειμένου της. Όπου οι πρόνοιες της νομοθεσίας είναι σαφείς το κείμενο της αποτελεί το μόνο αυθεντικό οδηγό για τους συγκεκριμένους σκοπούς του νομοθέτη." (Οι ίδιες αρχές υιοθετούνται στη Synek Ltd v. Republic
(1987)3 C.L.R. 162. Βλ. επίσης, την πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας στην Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ κ.ά. v. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερμασόγειας
(1998)3 Α.Α.Δ. 348.)» Ως έχει το άρθρο 3 του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου μετά και την τροποποίηση που έλαβε χώρα το 2015, δεν μπορεί να υπάρξει επιβολή τόκου υπερημερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων , κάτι που ισχύει από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και συναφών θεμάτων Τροποποιητικού Νόμου του
  1. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι αποκλείεται να υπολογίζεται ή να χρεώνεται τέτοιος τόκος σε προηγούμενες ημερομηνίες. Αυτό το οποίο, επιτάσσει πλέον, το εδάφιο (1β) του άρθρου 3 του Νόμου και το οποίο διαφοροποιεί σε μεγάλο βαθμό το τι ίσχυε μετά τη σχετική τροποποίηση του Νόμου το 2014 είναι ότι πλέον: Α) Η νομοθετική επιταγή για απόδειξη πραγματικής ζημίας του πιστωτικού ιδρύματος σε συνάρτηση με τον τόκο υπερημερίας εκτείνεται σε σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε πριν από την ημερομηνία ισχύος του Τροποποιητικού Νόμου του
  2. Β) Η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία απαιτεί πλέον απόδειξη του ότι αντιπροσωπεύει ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας την πραγματική ζημία του πιστωτικού ιδρύματος, όχι μόνο για ποσοστό τόκου υπερημερίας που υπερβαίνει το 2%, αλλά για οποιοδήποτε επιβληθέντα τόκο υπερημερίας. Σε αυτό καταλήγω με χρήση της γραμματικής κυρίως ερμηνείας, αφού, μετά και την τροποποίηση του 2015, δεν γίνεται σαφής αναφορά για ανάγκη για απόδειξη μόνο για συγκεκριμένο ποσοστό τόκου υπερημερίας και άνω. Ακόμη και με την τελολογική ερμηνεία ορώμενη η εν λόγω διάταξη, ως έχει σήμερα, φαίνεται ότι ο σκοπός του νομοθέτη ήταν να επεκταθεί η επιταγή για απόδειξη της πραγματικής ζημίας και για τόκο υπερημερίας κάτω του 2%, αφού πλέον έχει διαγραφεί η αναφορά σε αυξημένο τόκο πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων, σε δύο σημεία του άρθρου 3 που αφορούν την απόδειξη ζημίας όσο και τη διεκδίκηση αποζημιώσεων για καταβολή τόκου υπερημερίας που καταβλήθηκε αλλά δεν αποδεικνύεται ότι συναρτάται προς την πραγματική ζημία του ιδρύματος.» Δεν έχει αποδειχθεί καθ'οιονδήποτε τρόπο ότι ο αιτούμενος τόκος υπερημερίας, συναρτάται προς πραγματική ζημία των Εναγόντων και ούτε υπήρξε τέτοια αναφορά κατά τη μαρτυρία που δόθηκε εκ μέρους τους. Συνεπώς, κρίνω ότι δεν έχουν ικανοποιήσει το σχετικό βάρος απόδειξης που απαιτείται από το Νόμο. Δε διαφεύγει της προσοχής μου ότι κατά την ακρόαση της υπόθεσης, η ευπαίδευτη συνήγορος των Εναγομένων 1-3 διατύπωσε τη θέση ότι ο τόκος υπερημερίας έπρεπε να περιορίζεται στο 2%. Όμως το Δικαστήριο, οφείλει να εφαρμόζει το Νόμο ως ισχύει και δεν μπορεί να αποδώσει θεραπεία που δεν μπορεί να αποδώσει. Ως δικαστές έχουμε καθήκον να εφαρμόζουμε το νόμο και αυτό κάνουμε (Φυλακτού Αλέξανδρος και άλλος ν. Κυπριακής Δημοκρατίας,
(2013)3 Α.Α.Δ. 565). Οπότε θα αποδοθεί σε κάθε σύμβαση, μόνο ο τόκος με βάση το επιτόκιο που ίσχυε κατά τον τερματισμό της. Ειδικότερα, όσον αφορά την πρώτη σύμβαση 27/1/2005 ο τόκος που θα αποδοθεί από 6/5/2010 είναι προς12,5% επί του οφειλόμενου υπολοίπου. Όσον αφορά τη σύμβαση 3/2/2004 ο τόκος που θα αποδοθεί από τις 6/5/2010 είναι προς 7,25% επί του οφειλόμενου υπολοίπου. Γ. Ποιοι ευθύνονται απέναντι στους Ενάγοντες Δεν έχω κανένα ενδοιασμό να κρίνω και αυτό είναι σαφές από τη μάρτυρία που κατατέθηκε ενώπιόν μου, ότι ευθύνεται σε σχέση με τη σύμβαση 27/1/2005 ο Εναγόμενος 1, ο οποίος υπέγραψε τη σύμβαση δανείου. Δεν έχω επίσης κανένα ενδοιασμό να κρίνω και αυτό επίσης είναι σαφές από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μου, ότι ευθύνεται σε σχέση με τη σύμβαση 3/2/2004, τόσο ο Εναγόμενος 1, ως πρωτοφειλέτης, όσο και η Εναγόμενη 2 ως εγγυήτρια. Η σύμβαση Τεκμήριο 2 φέρει την υπογραφή και του Εναγομένου 1 και της Εναγόμενης 2 XXXXX Προδρόμου. Δεν μπορώ να δεχθώ όμως ότι μπορούν να ευθύνονται απευθείας οιαδήποτε πρόσωπα ως κληρονόμοι του εγγυητή Αντώνη Προδρόμου. Στο σύγγραμμα του Αχιλλέως Κ. Αιμιλιανίδη «Κυπριακό Κληρονομικό Δίκαιο» , 3η έκδοση, σελ. 44, αναφέρονται τα εξής: «Στο ιδιωτικό δίκαιο το άρθρο 34 § 7 του Κεφ. 189 προβλέπει ότι μετά το θάνατο του αποβιώσαντα, οι προσωπικοί αντιπρόσωποι εκπροσωπούν την περιουσία του αποβιώσαντα σε οποιεσδήποτε δικαστικές διαδικασίες, είτε ως ενάγοντες, είτε ως εναγόμενοι, είτε αν αυτές οι δικαστικές διαδικασίες εγείρονται για πρώτη φορά μετά το θάνατο του αποβιώσαντα, είτε αν αφορούν σε εκκρεμοδικία. Κατά συνέπεια οι κληρονόμοι του αποβιώσαντα δεν μπορούν εκτός αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 29 του Κεφ. 189 για μικρές σε αξία περιουσίες, να καταχωρήσουν αγωγή ή να προβούν σε οποιαδήποτε άλλη δικαστική ενέργεια..Παρομοίως η συνένωση κληρονόμων σε αγωγή κατά της περιουσίας του αποβιώσαντος είναι εσφαλμενη.» (Αχιλλεύς Κ. Αιμιλιανίδης «Κυπριακό Κληρονομικό Δίκαιο», 3η Έκδοση σελ. 44) Στην παλαιά υπόθεση Polykarpou v. Polykarpou [1982] 1 CLR 182, αναφέρθηκε το εξής: « An action against the estate of a person who died after 1955, the date of the coming into operation of the Administration of Estates Law, Cap 189, lies against the personal representative of the deceased and no other person may represent the estate: (Section 34
(7)of Cap. 189).» Συνεπώς θα απορρίψω την αγωγή σε σχέση με την Εναγόμενη 3, XXXXX Προδρόμου, κληρονόμο του εγγυητή Αντώνη Προδρόμου. Δ) Θεραπείες Αναφορικά με τη διεκδίκηση των ποσών €10,642.70 και €18,766.12 δυνάμει των δύο τερματισθείσων συμφωνιών δανείου, έχει αποφασιστεί ότι θα αποδοθούν προς τους Ενάγοντες, με τόκο προς 12,50% και 7,25% αντίστοιχα, από τους Εναγόμενους 1 και από τους Εναγόμενους 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα αντίστοιχα, επί των εν λόγω ποσών από τις 6/5/2010 μέχρι εξόφλησης, με διπλή κεφαλαιοποίηση επιτοκίου στις 30/6 και 31/12 έκαστου έτους. Σε σχέση με το διάταγμα για πωληση του όλου μεριδίου του Εναγομένου 1 επί του ακινήτου Αρ. εγγραφής 8/XXXXX., κρίνω ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσής του και με βάση τα Τεκμήρια 8 και 8Α, αλλά και με βάση το ισχύον νομοθετικό καθεστώς και ιδίως το άρθρο 44 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (9/1965). Η κατάρτιση της συμφωνίας για την υποθήκη, ακόμη και αν έπεται χρονικά της συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 3/2/2004 (καταρτίστηκε στις 5/12/2006 ), είναι καθόλα έγκυρη και δεν επηρεάζεται το κύρος οιασδήποτε εκ των δύο συμφωνιών. Σε σχέση όμως με την αξίωση που αναφέρεται στο ΣΤ. της Έκθεσης Απαίτησης για «Απόφαση με την οποία να αναγνωρίζονται και/ή να επιφυλάσσονται τα δικαιώματα των εναγόντων να εγείρουν αγωγή δυνάμει των προνοιών του . ανέκκλητου πληρεξούσιου εγγράφου ημερομηνίας 03.02.2004 και της .. συμφωνίας εκχώρησης» (εννοείται δικαιώματα από την ασφάλεια ζωής σε συγκεκριμένη ασφαλιστική εταιρεία), δεν τέθηκε τίποτε στη δοθείσα μαρτυρία εκ μέρους των Εναγόντων για τα εν λόγω ζητήματα αλλά και δεν κατατέθηκαν τα δύο σχετικά έγγραφα ως Τεκμήρια (ούτε το έγγραφο ασφάλειας ζωής, ούτε το ανέκκλητο πληρεξούσιο έγγραφο, το οποίο αναφέρεται ως Παράρτημα Α στο Τεκμήριο 8Α («Έγγραφο Υποθήκης», τελευταία σελίδα), αλλά δεν επισυνάφθηκε σε αυτό και δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. ΜΕΡΟΣ ΙV: ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση τα πιο πάνω, η Αγωγή επιτυγχάνει μερικώς (εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 και στο βαθμό που πιο πάνω αλλά και πιο κάτω αναφέρεται), αλλά αποτυγχάνει και απορρίπτεται σε σχέση με την Εναγόμενη 3 XXXXX Προδρόμου. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγομένου 1 για ποσό €10,642.70, πλέον τόκο 12,50% επί του ποσού αυτού από 6/5/2010 μέχρι εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση του τόκου στις 30/6 και 31/12 έκαστου έτους. Εκδίδεται επίσης απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντιον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για ποσό €18,766.12, πλέον τόκο προς 7,25% από 6/5/2010 επί του εν λόγω ποσού μέχρι εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση του τόκου στις 30/6 και 31/12 έκαστου έτους. Επιπλέον εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η πώληση του όλου μεριδίου του Εναγομένου 1 επί του ακινήτου με την πιο κάτω περιγραφή για ολική ή μερική ικανοποίηση του πιο πάνω επιδικασθέντος ποσού εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 - οφειλόμενου βάσει του της σύμβασης 3/2/2004 ποσού των €18,766.12 πλέον τόκου προς 7,25% από 6/5/2010 επί του εν λόγω ποσού μέχρι εξοφλήσεως- καθώς και των επιδικασθέντων εξόδων της παρούσας αγωγής υπέρ των Εναγόντων και των οιωνδήποτε άλλων εύλογων, σχετιζόμενων με την πώληση εξόδων: Ακίνητο με αριθμό εγγραφής 8/XXXXX, τμήμα 8, τεμάχιο XXXXX, Φύλλο Σχέδιο 40/54Ε1, τοποθεσία Κλήμη, Αραδίππου, Επαρχία Λάρνακας, το οποίο βαρύνεται με την υποθήκη αριθμός XXXXX/06 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, μερίδιο το όλο. Σε σχέση με τα έξοδα της αγωγής για το μέρος της που επιτυγχάνει, επιδικάζεται ένα σετ εξόδων υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Αναφορικά με την Εναγόμενη 3, σε σχέση με την οποία, για το λόγο ότι δεν μπορεί να ενάγεται απευθείας ως κληρονόμος, η αγωγή απορρίπτεται, επιδικάζονται έξοδα υπέρ της -ως επίσης θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο- και εναντίον των Εναγομένων, περιοριζόμενα όμως στο 1/3 των εξόδων που κανονικά θα επιδικάζονταν, με δεδομένο ότι έτυχε κοινής νομικής εκπροσώπησης με τους άλλους δύο Εναγόμενους 1-2. (Υπογρ............) Ξενής Ξενοφώντος Προσωρινός Επαρχιακός Δικαστής Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.