← Κύπρος

Alexander Nazarov κ.α. ν. J. Aristodemou Ideal Homes Ltd, Αρ. Aγωγής: 2498/12, 12/1/2016

Alexander Nazarov κ.α. ν. J. Aristodemou Ideal Homes Ltd, Αρ. Aγωγής: 2498/12, 12/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A4 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Αρ. Aγωγής: 2498/12 Μεταξύ:

  1. Alexander Nazarov
  2. Tatiana Nazarova Ενάγοντες-Αιτητές και J. Aristodemou Ideal Homes Ltd εκ Πάφου Εναγόμενης-Καθ΄ ης η αίτηση ---------------------------- Αίτηση ημερομηνίας12.6.2015 για τροποποίηση του τίτλου, του Κλητηρίου Εντάλματος και της Έκθεσης Απαίτησης ---------------------------- Ημερομηνία: 12.1.2016 Για τους Ενάγοντες-Αιτητές: κα Σ. Χ"Νεοφύτου για Γ. Χ"Νεοφύτου & Σία ΔΕΠΕ και κα Μ. Χριστοφόρου για Ε. Κορακίδης ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη-Καθ΄ ης η αίτηση: κ. Μιλ. Γεωργιάδης για Τηλέμαχος & Μιλτιάδης Γεωργιάδης ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες όπως περιγράφεται στην έκθεση απαιτήσεως τους δικαιούνται σε εγγραφή «μιας έπαυλης τριών υπνοδωματίων με δωμάτιο ξένων και πισίνα όπως δεικνύεται με Α» στο οικόπεδο Α όπως φαίνεται στο αρχιτεκτονικό σχέδιο επί μέρους του κτήματος καλυπτομένου από το πιστοποιητικό εγγραφής αρ. 6127 Φ/Σχ. 45/61, τεμάχιο 691, τοποθεσία «Κουτού Μερκού» στην Άρμου (παράγραφος 1 εκθέσεως απαιτήσεως). Το εν λόγω δικαίωμα τους έλκουν δυνάμει συμβάσεως ημερ. 2.4.2008 την οποία συνήψαν με την Εναγόμενη. Το τίμημα αγοράς της εν λόγω έπαυλης καθορίστηκε στο ποσό των €632.182,00, το οποίο οι Ενάγοντες έχουν εξοφλήσει. Αποτελούσε όρο της σύμβασης ότι η τιτλοποίηση του ακινήτου στους αγοραστές, δηλαδή τους Ενάγοντες, θα γινόταν μετά την έκδοση ξεχωριστού τίτλου εγγραφής και με την πλήρη αποπληρωμή και εξόφληση του τιμήματος αγοράς. Αποτελεί ισχυρισμό της έκθεσης απαιτήσεως ότι η Εναγόμενη κωλυσιεργεί και καθυστερεί την υποβολή των σχετικών σχεδίων και αιτήσεων και άδεια οικοδομής, άδεια διαχωρισμού και έκδοση ξεχωριστού τίτλου, με αποτέλεσμα να καταχωρηθεί η παρούσα αγωγή με την οποία αξιώνεται, μεταξύ άλλων, διάταγμα για μεταβίβαση του πωληθέντος ακινήτου προς τους Ενάγοντες. Αξιώνεται επίσης ειδική και πιστή εκτέλεση των όρων του πωλητηρίου εγγράφου ημερ. 2.4.2008 το οποίο κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο Πάφου. Αξιώνονται επίσης σωρευτικά και όχι διαζευκτικά προς τα ανωτέρω, διατάγματα και θεραπείες οι οποίες παρουσιάζονται συγκρουόμενες και αλληλοαναιρούμενες, όπως έκδοση διατάγματος που να ακυρώνει τη γραπτή επίδικη σύμβαση και αποζημιώσεις ύψους δύο εκατομμυρίων οι οποίες αντιπροσωπεύουν την αξία του ακινήτου και/ή ενδιάμεσα κέρδη. Οι εν λόγω θεραπείες και διατάγματα επιζητούνται καθόσον όπως διαλαμβάνει η έκθεσης απαίτησης, η επίδικη σύμβαση υπήρξε προϊόν και αποτέλεσμα δόλου εκ μέρους της Εναγόμενης η οποία παρέστησε, μεταξύ άλλων, στους Ενάγοντες, πως η έκδοση τίτλου θα επιτυγχανόταν σε ένα χρόνο από τη σύναψη της σύμβασης και τους απέτρεψαν να χρησιμοποιήσουν τις υπηρεσίες δικού τους δικηγόρου κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων και την υπογραφή του συμβολαίου. Η Εναγόμενη με την έκθεση υπερασπίσεως της δηλώνει πως έπραξε ότι ήτο δυνατό για την έκδοση ξεχωριστού πιστοποιητικού εγγραφής και μεταβίβαση του ακινήτου στους Ενάγοντες, πλην όμως αυτό δεν κατέστη δυνατό μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης του σχετικού δικογράφου (7.1.2013) για λόγους για τους οποίους δεν ευθύνεται η Εναγόμενη και για λόγους ανεξάρτητους από τη θέληση της. Αρνείται τους ισχυρισμούς που της αποδίδονται περί δόλου, ψευδών παραστάσεων και συνωμοσίας, και υποδεικνύει ότι οι Ενάγοντες ουδέποτε τερμάτισαν το συμβόλαιο αλλά αντίθετα κατέχουν και απολαμβάνουν την επίδικη οικία. Υποδεικνύει περαιτέρω, πως οι Ενάγοντες επιζητούν αξιώσεις και θεραπείες που αλληλοαναιρούνται. Εγείρουν δε ανταπαίτηση για ποσά τα οποία κατ΄ ισχυρισμό οφείλουν οι Ενάγοντες και τα οποία προσδιορίζονται σε φόρους, τέλη και δικαιώματα, εργασίες συντήρησης και διορθώσεων, έξοδα διαχείρισης και διοικητικά, συνολικού ύψους €19.356,
  3. Με την κρινόμενη αίτηση επιδιώκεται: (α) Η προσθήκη δύο νέων Εναγομένων, του Ιωάννη Αριστοδήμου, διευθυντή της Εναγόμενης 1 και του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. (β) Η τροποποίηση της γενικής οπισθογράφησης του κλητηρίου εντάλματος και (γ) Η τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης με την προσθήκη νέων παραγράφων οι οποίες σχετίζονται και αναφέρονται τόσο στον υφιστάμενο διάδικο όσο και στους προτιθέμενους νέους αλλά και για προσθήκη γεγονότων τα οποία αποδίδουν και περιγράφουν ακαταλληλότητα του εδάφους επί του οποίου η κατοικία ανεγέρθηκε και τις παραλείψεις των αρμοδίων τμημάτων της Πολεοδομίας να διαπιστώσουν τούτο. Καταγράφονται ενδεικτικά μερικές από τις προτιθέμενες να προστεθούν παραγράφους: «(ε) Την αντικατάσταση της παραγράφου 6 με την ακόλουθη παράγραφο: «
  4. Ήταν ρητός, σιωπηρός ή εξυπακουόμενος όρος της μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων αρ. 1 συμφωνίας ότι η κατοικία που οι ενάγοντες αγόραζαν είχε ανεγερθεί επί σταθερού εδάφους, ότι αυτή δεν θα είχε προβλήματα καθιζήσεων και μετακινήσεων του εδάφους και ότι οι ενάγοντες θα μπορούσαν να απολαύσουν την κατοχή και χρήση της κατοικίας που αγόραζαν απαλλαγμένης από σοβαρά ελαττώματα, όπως αστάθεια και μετακίνηση εδάφους.» ......... (ζ) Την αντικατάσταση της παραγράφου 8 με την ακόλουθη παράγραφο: «
  5. Η κατάρτιση της πιο πάνω συμφωνίας ήταν αποτέλεσμα της απάτης, των ψευδών παραστάσεων και της αθέμιτης επιρροής των εναγομένων αρ. 1 και αρ. 2 σε βάρος των εναγόντων. Λεπτομέρειες: ........ (β) Οι εναγόμενοι αρ. 1 και αρ. 2 απέκρυψαν από τους ενάγοντες ότι η κατοικία που θα αγόραζαν είχε ανεγερθεί, χωρίς την προηγούμενη εξασφάλιση άδεια οικοδομής, σε ασταθές έδαφος που μετακινούνταν και πάθαινε καθιζήσεις ή/και επί του οποίου δεν θα έπρεπε να ανεγερθεί κατοικία, ή/και ότι η κατοικία που ανεγέρθηκε και θα αγόραζαν οι ενάγοντες ήταν επικίνδυνη και ανασφαλής για κατοίκιση ή/και ότι οποιαδήποτε θεραπευτικά μέτρα ήταν ασύμφορα και αμφιβόλου αποτελέσματος ή/και ότι είχαν εκπονηθεί μελέτες ειδικών για την ακαταλληλότητα του εδάφους και την επικινδυνότητα της κατοικίας. ......... (ε) Οι εναγόμενοι αρ. 1 και αρ. 2 απέκρυψαν από τους ενάγοντες ότι ο έπαρχος Πάφου αρνείτο α εκδώσει άδεια οικοδομής για την ανάπτυξη που θα αγόραζαν οι ενάγοντες λόγω του ακατάλληλου του εδάφους και της επικινδυνότητας της κατοικίας και ότι οι εναγόμενοι αρ. 1 και αρ. 2 άσκησαν τρομερές πιέσεις και εκβιασμούς για να πετύχουν την έκδοση άδειας οικοδομής. ........ (η) Την αντικατάσταση της παραγράφου 9 με την ακόλουθη παράγραφο: «
  6. Το ακίνητο που αγόρασαν οι ενάγοντες είναι επικίνδυνο και παρουσιάζει διάφορα προβλήματα λόγω των καθιζήσεων και μετακινήσεων του εδάφους όπως καθιζήσεις στις αυλές, μετακινήσεις των πλακόστρωτων στην περιοχή της πισίνας και την στεγανή δεξαμενή και αρκετές ρωγμές στους τοίχους και στο πάτωμα της κατοικίας και των βοηθητικών οικοδομών. Εάν το ακίνητο δεν καταστεί σταθερό και ασφαλές, τα προβλήματα και οι ζημιές θα επιδεινώνονται.» ......... (ι) Την αντικατάσταση της παραγράφου 11 με την ακόλουθη παράγραφο: «
  7. Για τις πιο πάνω ζημιές των εναγόντων ευθύνη φέρει και η Κυπριακή Δημοκρατία για τις αμελείς πράξεις ή/και παραλείψεις της ίδιας ή/και των υπαλλήλων της. Λεπτομέρειες: (α) Ενώ υπήρχε γνώση από πλευράς των υπηρεσιών ή/και υπαλλήλων ή/και αξιωματούχων της Κυπριακής Δημοκρατίας ότι το έδαφος της περιοχής όπου ανεγέρθηκε η κατοικία που αγόρασαν οι ενάγοντες ήταν ακατάλληλο για ανέγερση κατοικιών, η περιοχή εντάχθηκε σε ζώνη οικιστική όπου επιτρεπόταν η ανέγερση κατοικιών. (β) Ενώ υπήρχε η γνώση από πλευράς των υπηρεσιών ή/και υπαλλήλων ή /και αξιωματούχων της Κυπριακής Δημοκρατίας ότι το έδαφος της περιοχής όπου ανεγέρθηκε η κατοικία που αγόρασαν οι ενάγοντες ήταν ακατάλληλο για ανέγερση κατοικιών, το Τμήμα Πολεοδομίας χορήγησε πολεοδομική άδεια για την ανάπτυξη του ακινήτου που αγόρασαν οι ενάγοντες. (γ) Ενώ υπήρχε γνώση από πλευράς των υπηρεσιών ή/και υπαλλήλων ή/και αξιωματούχων της Κυπριακής Δημοκρατίας ότι το έδαφος της περιοχής όπου ανεγέρθηκε η κατοικία που αγόρασαν οι ενάγοντες ήταν ακατάλληλο για ανέγερση κατοικιών και ότι οι εναγόμενοι αρ. 1 και αρ. 2 είχαν ανεγείρει παράνομα την πιο πάνω κατοικία η οποία ήταν επικίνδυνη για κατοίκηση, και ότι οι εναγόμενοι αρ. 1 και αρ. 2 επεδίωκαν την πώληση της πιο πάνω κατοικίας, δεν πήραν μέτρα για την κατεδάφιση της ή/και για να αποτρέψουν την πώληση ή/και κατοίκηση της ή/και για να διασφαλίσουν την εκτέλεση κατάλληλων θεραπευτικών μέτρων και χορήγησαν άδεια οικοδομής χωρίς να εξετάσουν τι μέτρα θα έπρεπε να ληφθούν για να καταστεί το ακίνητο σταθερό και ασφαλές και βοήθησαν τους εναγόμενους αρ. 1 και αρ. 2 να το πωλήσουν στους ανυποψίαστους ενάγοντες.» Επιδιώκεται επίσης η προσθήκη παραγράφου με την οποία καταγράφεται πως για να καταστεί το ακίνητο ασφαλές και να διορθωθούν οι ζημιές σε αυτό απαιτούνται έξοδα και εργασίες ύψους €247.500,
  8. (δ) Επιδιώκεται επίσης η διαγραφή των παραγράφων 15 έως 22 της έκθεσης απαίτησης, με τις οποίες αποδίδεται δόλια συμπεριφορά της Εναγόμενης προς τους Ενάγοντες και κυρίως απόκρυψη του γεγονότος πως δεν ενεκρίθη η έκδοση άδειας οικοδομής για την οικία με αποτέλεσμα η σύμβαση να καθίσταται άκυρη και/ή ακυρώσιμη. Η Εναγόμενη ενίσταται στη σκοπούμενη τροποποίηση και εγείρει τους κάτωθι λόγους ένστασης: «
  9. Υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης.
  10. Οι Αιτητές απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα και/ή δεν υπάρχει καλή πίστη από πλευράς των Αιτητών.
  11. Επιχειρείται εισαγωγή νέας διαφορετικής αξίωσης και μεταφορά της βάσης αγωγής.
  12. Η τροποποίηση θα έχει σαν αποτέλεσμα τη σύγχυση, συσκότιση και την αοριστία των επίδικων ζητημάτων και περαιτέρω οι εναγόμενοι δεν θα ξέρουν ποια υπόθεση έχουν να αντιμετωπίσουν.
  13. Η αιτούμενη τροποποίηση θα έχει σαν αποτέλεσμα τον πολλαπλασιασμό και επιμήκυνση των διαδικασιών και την καθυστέρηση εκδίκασης της υπόθεσης.» Η ένορκη δήλωση της Ιωάννας Καραγιάννη, που συνοδεύει την ένσταση είναι λιτή και λακωνική και αξίζει να μεταφερθεί αυτούσια: «
  14. Είμαι αρμόδιος υπάλληλος της J. Aristodemou Ideal Homes Ltd (θα αναφέρονται σαν οι «Καθ΄ ων η αίτηση») είμαι εξουσιοδοτημένη από αυτούς να προβώ στην παρούσα αίτηση και γνωρίζω προσωπικά τα γεγονότα για τα οποία παρακάτω ορκίζομαι.
  15. Οι Καθ΄ ων η αίτηση απορρίπτουν το περιεχόμενο της Ε/Δ των Αιτητών.
  16. Υιοθετώ ως ορθούς τους λόγους ένστασης που αναφέρονται στο σώμα της ένστασης που η παρούσα Ε/Δ υποστηρίζει.» Αξίζει δε να σημειωθεί πως στο σώμα της ένστασης καταγράφεται η εξής παράγραφος. «Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση περιέχονται στο φάκελο του Δικαστηρίου, δηλαδή στην έκθεση απαίτησης, στην έκθεση υπεράσπισης, στην αίτηση ημερ. 12/06/15 (περιλαμβανομένης της ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει) και στην ένορκη δήλωση της κας Ιωάννας Καραγιάννη, από την Πάφο ημερομηνίας 22/10/15», δηλαδή υιοθετούν ουσιαστικά τα γεγονότα που εκτίθενται στην ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση. Οι συνήγοροι έχουν αναπτύξει την επιχειρηματολογία και θέσεις τους με γραπτές αγορεύσεις, αναφορά στις οποίες γίνεται κατωτέρω, όπου τούτο κρίνεται απαραίτητο. Νομική πτυχή Έχει νομολογηθεί ότι η τροποποίηση της δικογραφίας είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και ότι εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (δέστε Χρίστου ν. Αζά

(1992)1 Α.Α.Δ. 704, 707). Στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Έχει περαιτέρω νομολογηθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (δέστε Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934. Η προσέγγιση αυτή συνάδει με εκείνη που διατυπώθηκε στην Associated Leisure Ltd and others v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All E.R. 754, Jamal Khan v. Δημοκρατίας του Πακιστάν
(2011)1 Α.Α.Δ. 1211. Οι αρχές οι οποίες διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνοψίζονται στη Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 33 και έχουν ως εξής: «
(1)H τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέρονται του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.» Κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμώνται όλα τα σχετικά γεγονότα τα οποία τείνουν να διαμορφώσουν και προδιαγράψουν το πλαίσιο της δίκης σε συνάρτηση με τα χρονικά όρια για την επίλυση τους. Καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης Αποτελεί έναν από τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης το καθυστερημένο χρονικό διάστημα στο οποίο υπεβλήθη το διάβημα. Αιτιολογώντας το χρόνο υποβολής της αίτησης αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση πως «Μετά την αλλαγή του δικηγόρου των εναγόντων με άλλους δικηγόρους, οι ενάγοντες μετά από συμβουλή των νέων δικηγόρων τους διόρισαν πραγματογνώμονα σε σχέση με την επικινδυνότητα της κατοικίας που αγόρασαν από τους εναγόμενους αρ. 1 και εξουσιοδότησαν την διενέργεια έρευνας για τις συνθήκες έκδοσης αδειών για την ανέγερση της πιο πάνω κατοικίας» και «το αποτέλεσμα της πιο πάνω έρευνας και της έκθεσης του πραγματογνώμονα κατέδειξαν ότι η κατοικία που αγόρασαν οι Ενάγοντες είχε ανεγερθεί σε ασταθές έδαφος, γεγονός που το γνώριζαν οι Εναγόμενοι 1 αλλά και ο διευθυντής της Ιωάννης Αριστοδήμου εφόσον η πιο πάνω κατοικία είχε πωληθεί προηγουμένως σε άλλο πρόσωπο ο οποίος είχε κινήσει αγωγή και στα πλαίσια της είχαν γίνει μελέτες που καταδείκνυαν την επικινδυνότητα του εδάφους.» Ο συνήγορος της Εναγόμενης υποδεικνύει με την αγόρευση του, με αναφορά σε νομολογία (Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.α., Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013) πως η αλλαγή δικηγόρου διαδίκων δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει αφ΄ εαυτής λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. Αποτελεί τη θέση της νομολογίας πως, όπου υπάρχει καθυστέρηση, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Στη SABA & CO. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, κρίθηκε πως η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στη Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου (ανωτέρω), λέχθηκε πως η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Η πιο πάνω αρχή όμως περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ. v. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου τονίστηκε πως το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Όσον αφορά το χρόνο στον οποίο υποβάλλεται αίτηση για τροποποίηση, σχετική είναι και η απόφαση στην Astor Manufacturing v. A.G. Leventis (ανωτέρω). Ουσιαστικά όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, τόσο πιο αναγκαία γίνεται η παροχή αιτιολόγησης. Είναι γεγονός πως η ένορκη δήλωση δεν παρέχει ικανοποιητικά στοιχεία για το χρόνο αλλαγής δικηγόρου αλλά κυρίως για το χρόνο εμφάνισης των επικαλούμενων ζημιών. Ούτε βέβαια προσδιορίζεται ο χρόνος διαπίστωσης του ακατάλληλου του εδάφους, που αυτό βέβαια υπήρχε (εξ΄ όσων παρουσιάζεται στις αιτούμενες τροποποιήσεις), από την αγορά της κατοικίας. Θα μπορούσε βέβαια να λεχθεί πως τούτα τα γεγονότα αποκρυσταλλώθηκαν μετά την έρευνα των πραγματογνωμόνων, η οποία και πάλιν δεν καθορίζεται χρονικά. Εκείνο που μπορεί να εξαχθεί είναι πως ετοιμάστηκε κάποια έκθεση μετά την αλλαγή δικηγόρου των Εναγόντων, η οποία εξ΄ όσων προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης, πραγματοποιήθηκε στις 13.11.2013 (όπου ο Γ. Χ"Νεοφύτου αντικατέστησε τον κ. Μιχαληλίδη) και στις 21.3.2014 (όπου ο κ. Κορακίδης διορίσθηκε ως επιπρόσθετος δικηγόρος των Εναγόντων). Εκείνο που μπορεί να λεχθεί είναι πως πράγματι έχει σημειωθεί καθυστέρηση, για την οποία η αλλαγή δικηγόρου δεν αποτελεί αιτιολογία. Όμως κρίνεται πως η παρατηρηθείσα καθυστέρηση δεν είναι τέτοιας φύσης ώστε να καθίσταται από μόνη της λόγος μη αποδοχής της αίτησης (Federal Bank of Lebanon v. Ν. Σιακόλα
(2002)1 Α.Α.Δ. 223) στην απουσία ύπαρξης κακής πίστης εκ μέρους του Αιτητή. Σημειώνεται επίσης πως παρά το ότι λόγος ένστασης παραπέμπει σε έλλειψη καλής πίστης και σε απόκρυψη γεγονότων, εντούτοις κάτι τέτοιο δεν καταδεικνύεται από τα γεγονότα όπως αυτά προκύπτουν μέσα από την ένορκη δήλωση της Εναγόμενης, η οποία ούτε αποκαλύπτει ούτε προσδιορίζει οποιοδήποτε γεγονός που να στηρίζει τέτοιο λόγο ένστασης. Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω κρίνεται πως η μη επαρκής αιτιολόγηση του χρονικού διαστήματος από την καταχώρηση της αγωγής μέχρι την καταχώριση της αίτησης δεν είναι τέτοιας φύσεως ώστε να μπορεί να προκαλεί αδικία στην Εναγόμενη η οποία να μην μπορεί να αποζημιωθεί με κατάλληλη διαταγή για τα έξοδα, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη του χρονικού σημείου στο οποίο η αίτηση υποβάλλεται δηλαδή προτού ορισθεί η αγωγή γι΄ ακρόαση. Εισαγωγή νέας βάσης αγωγής Αποτελεί θέση της Εναγόμενης-Καθ΄ ης η αίτηση πως η εισαγωγή νέας διαφορετικής αξίωσης και μεταφοράς της βάσης αγωγής είναι αυταπόδεικτη από τις αιτούμενες τροποποιήσεις οι οποίες καμία σχέση έχουν με τις αρχικές αξιώσεις των Αιτητών και τα υφιστάμενα επίδικα ζητήματα. Η αντίθετη εισήγηση των Αιτητών όπως τίθεται με την αγόρευση τους είναι πως: «Θεωρούμε ότι οι αξιώσεις των εναγόντων-αιτητών παραμένουν ως έχει αφού εξακολουθούν να ζητούν ειδική εκτέλεση της επίδικης συμφωνίας και χρηματικές αποζημιώσεις. Με την αιτούμενη τροποποίηση η αγωγή εξακολουθεί να αφορά τη σύμβαση αγοράς της κατοικίας και απλά τα γεγονότα γίνονται πιο ξεκάθαρα. Με την αιτούμενη τροποποίηση τίθεται η σωστή βάση της αγωγής και οι αξιώσεις των εναγόντων, εγκαταλείπονται ασάφειες και άσχετοι ισχυρισμοί χωρίς να δημιουργείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο.» Έχουν ανωτέρω καταγραφεί οι αρχικές αξιώσεις των Εναγομένων και οι προτεινόμενες να εισαχθούν. Με το υφιστάμενο δικόγραφο, βάση αγωγής αποτελεί η σύμβαση αγοράς της κατοικίας, η δυνατότητα ειδικής εκτέλεσης, δόλιες παραστάσεις εκ μέρους Εναγόμενης για την έκδοση άδειας οικοδομής και το ακυρώσιμο ή μη της σύμβασης. Με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις, όντως επιχειρείται μια νέα και επιπρόσθετη βάση αγωγής. Όχι απλά, όπως την παρουσιάζουν οι Αιτητές, διαφορά που προκύπτει από τη σύμβαση αγοράς. Οι αξιώσεις για το ακατάλληλο και μη σταθερό του εδάφους, το οποίο προκάλεσε ζημιές, την ανάκτηση των οποίων αξιώνουν, δεν προκύπτει ούτε είναι άμεση συνέπεια της σύμβασης αγοράς και της παράβασης των όρων αυτής ή της δυνατότητας ειδικής εκτέλεσης της. Το ερώτημα που εγείρεται είναι εάν αυτή η βάση αγωγής μπορεί ευχερώς να εκδικαστεί με την υπάρχουσα. Η απάντηση είναι θετική. Πέραν του ότι γίνεται επίκληση εξυπακουόμενου όρου περί καταλληλότητας του εδάφους, οι όποιες αξιώσεις και θεραπείες σχετίζονται με την επίδικη κατοικία και είναι εύλογο να εκδικαστούν σε μια αγωγή. Το βέβαιο είναι πως θα απαιτηθεί περισσότερος χρόνος από όσος θα χρειαζόταν για εκδίκαση των υφιστάμενων επιδίκων θεμάτων. Πλην όμως θα περισωθεί δικαστικός χρόνος από τη μη αναγκαιότητα καταχώρησης άλλης ξεχωριστής αγωγής. Στην παρούσα περίπτωση θα πρέπει η αίτηση να ιδωθεί και υπό το πρίσμα της προσπάθειας για εισαγωγή και προσθήκη νέων διαδίκων. Το διάβημα για προσθήκη διαδίκων διέπεται από τις διατάξεις 9 και 12 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας οι οποίες πραγματεύονται την αλλαγή, προσθήκη ή αντικατάσταση διαδίκου μέρους όταν διαφανεί πως λανθασμένα ενάγεται ή όταν προκύψει αλλαγή στα πρόσωπα συνεπεία θανάτου, πτώχευσης ή διάλυσης. Διάφοροι είναι οι παράγοντες που διέπουν τη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου κατά την εξέταση τέτοιου αιτήματος. Η αναγκαιότητα να παρουσιάζονται στην αγωγή οι ορθοί και αναγκαίοι διάδικοι είναι μια από τις αρχές αυτές για την αποκατάσταση του πλαισίου της δίκης με την προσαγωγή όλων των αναγκαίων διαδίκων ενώπιον του Δικαστηρίου. Αυτή η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου εξυπακούει στάθμιση όλων των παραγόντων και περιστατικών της υπόθεσης και επίσης τον τυχόν επηρεασμό των δικαιωμάτων της αντίδικης πλευράς. Το Δικαστήριο κέκτηται ευρεία διακριτική εξουσία να κάμει οποιαδήποτε τροποποίηση σχέσην έχουσα με τους διάδικους, να τους προσθέσει, διαγράψει, αντικαταστήσει και ναν επιφέρει τέτοιες αλλαγές όσες είναι αναγκαίες για να καταστήσει δυνατή την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των μεταξύ των διαδίκων επιδίκων θεμάτων MEPA Underwriting Management Ltd κ.α. v. Αγροτική Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1(Β) Α.Α.Δ 778). Στην ανωτέρω απόφαση ΜΕPA, σελ. 772 ο Δικαστής Καλλής ανέφερε και τα πιο κάτω: "Στην Byrne and Another v. Brown
(1889)22 Q.B.D. 657 ο Lord Esher, M.R., έχει πραγματευθεί ως πιο κάτω το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου: «............................» Σε ελληνική μετάφραση: «Ένας από τους κύριους σκοπούς των Judicature Acts ήταν να εξασφαλιστεί ότι οποτεδήποτε το δικαστήριο μπορεί να διακρίνει από τη διαδικασία η οποία βρίσκεται ενώπιον του ότι τα δικαιώματα ενός από τους διαδίκους θα επηρεαστούν ή δυνατόν να επηρεαστούν με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε δυνάμει των υφιστάμενων διαδικαστικών θεσμών δυνατό να εγερθούν άλλες αγωγές σε σχέση με την ίδια πράξη, το δικαστήριο θα έχει εξουσία να φέρει όλα τα μέρη ενώπιον του, και να αποφασίσει επί των δικαιωμάτων τους σε μια διαδικασία. Δεν είναι απαραίτητο όπως η μαρτυρία, που προκύπτει για τα επίδικα θέματα που εγείρονται από την προσθήκη των μερών, είναι ακριβώς η ίδια. Είναι αρκετό αν η κυρίως μαρτυρία και η κυρίως έρευνα, θα είναι οι ίδιες και το δικαστήριο έχει εξουσία να προσθέσει τα νέα μέρη, και να αποφασίσει επί των δικαιωμάτων όλων των μερών που βρίσκονται ενώπιον του σε μια διαδικασία.». Αυτό που πρωτίστως εξετάζεται σε τέτοια διαδικασία είναι κατά πόσο ο προτεινόμενος εναγόμενος είναι και αναγκαίος διάδικος. Ο προτεινόμενος Εναγόμενος 2, ανεξάρτητα από την επιτυχία ή όχι της αξίωσης εναντίον του, φέρεται να είναι το πρόσωπο που ενεργούσε ως διευθυντής της Εναγόμενης και που έπεισε και πίεσε τους Ενάγοντες για τη συνομολόγηση της σύμβασης, αποκρύβοντας ουσιώδη γεγονότα σχετικά με την καταλληλότητα της οικίας. Ο προτεινόμενος Εναγόμενος 3 ενάγεται ως ο κατά νόμο υπεύθυνος για τις πράξεις και παραλείψεις αρμοδίων οργάνων, στα οποία αποδίδεται ελλιπής έλεγχος και ουσιαστικά αποτυχία εντοπισμού του ακατάλληλου του εδάφους ή παρά τον εντοπισμό, την υπαγωγή του χώρου σε οικιστική ζώνη. Συνεπώς κρίνεται πως έχει στοιχειοθετηθεί η αναγκαιότητα για προσθήκη των προτεινόμενων διαδίκων. Έχοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω εκτεθέντα κρίνεται πως ενόψει του σταδίου στο οποίο η αίτηση καταχωρήθηκε, της έλλειψης οποιασδήποτε κακοπιστίας εκ μέρους των Αιτητών (ο ισχυρισμός της Εναγόμενης περί κακής πίστης των Αιτητών δεν έχει καταδειχθεί με οποιοδήποτε τρόπο) κρίνεται εύλογο να ασκήσω τη διακριτική μου εξουσία υπέρ της αποδοχής του αιτήματος με δεδομένο ότι η Εναγόμενη δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά η οποία να μην μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης ως η αίτηση. Τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα και έκθεση απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Έκθεση υπεράσπισης από τον υφιστάμενο διάδικο, στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από την προ αυτήν επίδοση των τροποποιημένων δικογράφων. Αναφορικά με τους νέους διαδίκους να ακολουθηθούν οι Θεσμοί. Τα έξοδα της αίτησης όσο και εκείνα που θα προκύψουν από την τροποποίηση (all costs thrown away) επιδικάζονται προς όφελος της Καθ΄ ης η αίτηση και εναντίον των Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............... Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΜ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: (Αίτηση για τροποποίηση τίτλου, του κλητηρίου εντάλματος και της έκθεσης απαίτησης) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.