Astarti Development Plc ν. Άλκη Χριστοδουλίδη, Αρ. Αγωγής: 1813/15, 25/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A17 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1813/15 Μεταξύ:
- Astarti Development Plc, από Λεμεσό
- D.H. CYPROTELS PLC, από Λεμεσό
- LAOURA ESTATES LIMITD, από Λεμεσό
- ΣΥΠΡΟΤΕΛ-ΡΟΔΟΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, από Αθήνα
- LIBRA GROUP PLC, από Λεμεσό Ενάγοντες και
- Άλκη Χριστοδουλίδη, από Λευκωσία
- Ελευθέριο Φιλίππου, από Λευκωσία
- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, από Λευκωσία
- Γιούαν Χάμιλτον, από Λευκωσία
- John Hourican, από Λευκωσία Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 21.01.16 για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα στην ένσταση της Εναγομένης 3/Καθ' ης η αίτηση ημερομηνίας 18.01.16 Ημερομηνία: 25.01.16 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσες 1, 2 & 3-Αιτήτριες 1, 2 & 3: κος Α. Μελάς Για Εναγομένη 3-Καθ' ης η αίτηση: κα Στ. Πολυβίου μαζί με κ. Γ. Μίτλεττον ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 08.10.15 οι Ενάγοντες 1-5 καταχώρησαν την πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή σε γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και ακολούθως στις 12.10.15 οι Ενάγουσες 1, 2 και 3 προώθησαν μονομερή αίτηση με την οποία αξίωναν αριθμό προσωρινών διαταγμάτων εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και
- Κατά την αυθημερόν εξέταση της αίτησης το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου εξέδωσε την ίδια ημέρα διάταγμα με το οποίο απαγορευόταν στους Εναγομένους 1, 2 και 3 και/ή αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους και/ή στελέχη τους να επεμβαίνουν και/ή επιβαρύνουν και/ή να προβαίνουν σε προσφορές και/ή να αποξενώσουν και/ή να πωλήσουν και/ή να προβαίνουν σε οποιαδήποτε δικαιοπραξία σε σχέση με τα ακόλουθα ακίνητα: i. Λεωφόρος Ποσειδώνος, Πάφος 8127, Αρ. Εγγραφής 3/14, Φύλλο 51 Σχέδιο 27W1, Τμήμα 3, Τεμάχιο 19 ii. Λεωφόρος Χλώρακας, Πάφος/Χλώρακας 8104, Αρ. Εγγραφής Β-484, Φύλλο XLV, Σχέδιο
- W.2, Τμήμα Β, Τεμάχιο 469 iii Λεωφόρος Ποσειδώνος, Πάφος 8127, Αρ. Εγγραφής 3/163, Φύλλο 51 Σχέδιο 27W1, Τμήμα 3, Τεμάχιο 204, μέχρι την πλήρη εκδίκαση της πιο πάνω αγωγής και/ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου. Αναφορικά με τις υπόλοιπες θεραπείες η αίτηση ημερομηνίας 12.10.15 κατέστη δια κλήσεως και δόθηκαν οδηγίες όπως επιδοθεί στους Εναγομένους 1-
- Το εκδοθέν διάταγμα ορίστηκε επιστρεπτέο στις 19.10.15 και την ίδια ημερομηνία ορίστηκε η υπό κρίση αίτηση για επίδοση σε σχέση με τις υπόλοιπες θεραπείες. Ακολούθησε καταχώρηση ενστάσεων από μέρους των Εναγομένων 1-3 τόσο αναφορικά με τη συνέχιση ισχύος του εκδοθέντος διατάγματος όσο και σε σχέση με τα υπόλοιπα αιτούμενα διατάγματα. Κατόπιν εκδίκασης της αίτησης ημερομηνίας 12.10.15, το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου με απόφαση του ημερομηνίας 03.11.15 έκρινε ότι στερείται τοπικής αρμοδιότητας και προχώρησε στην ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος ημερομηνίας 12.10.15 καθώς και στην απόρριψη της εν λόγω αίτησης. Στις 05.11.15 οι Ενάγουσες 1-3 καταχώρησαν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου (υπό άλλη σύνθεση) μονομερή αίτηση στην οποία ζήτησαν και στις 13.11.15 πέτυχαν την έκδοση προσωρινού διατάγματος, ιδίου περιεχομένου με αυτό που αρχικά εξασφαλίστηκε στην προγενέστερη αίτηση τους ημερομηνίας 12.10.15 και στη συνέχεια ακυρώθηκε στις 03.11.
- Το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς στις 13.11.15 είχε ισχύ μέχρι τις 20.11.15, ημερομηνία που ορίστηκε επιστρεπτέο με σκοπό οι Καθ' ων η αίτηση 1-3, όταν το εν λόγω εκδοθέν διάταγμα μαζί με την υπό κρίση αίτηση και τα έγγραφα που την υποστήριζαν τους επιδίδονταν, να δείξουν λόγο, αν επιθυμούσαν, γιατί το εκδοθέν διάταγμα αυτό να μην συνεχίσει να ισχύει μέχρι την ακρόαση και πλήρη αποπεράτωση της έφεσης που καταχωρήθηκε στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου ημερομηνίας 03.11.15 αναφορικά με την αίτηση των Εναγουσών 1-3 ημερομηνίας 12.10.
- Στην απόφαση ημερομηνίας 03.11.15 ασκήθηκε έφεση από τις Ενάγουσες 1-3 η εκδίκαση της οποίας εκκρεμεί μέχρι σήμερα, ενώ στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου (υπό άλλη σύνθεση) ημερομηνίας 13.11.15 καταχωρήθηκε αίτηση φύσεως certiorari από την Εναγομένη 3 που μετά από ακρόαση στις 13.01.16 απορρίφθηκε και αποφασίστηκε όπως η υπόθεση του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 13.11.15 συνεχίσει και εκδικαστεί χωρίς καθυστέρηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου. Ακολουθώντας τις οδηγίες του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου στις 15.01.16 όρισε την αίτηση ημερομηνίας 05.11.15 (στο εξής η 'κυρίως αίτηση') για οδηγίες στις 18.01.16 όπου εκείνη την ημέρα, μετά από αυθημερόν καταχώρηση ένστασης της Εναγομένης 3 και δέσμευσης των Εναγομένων 1 και 2 να καταχωρήσουν τη δική τους ένσταση την επόμενη ημέρα (19.01.16), η κυρίως αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 21.01.
- Στις 20.01.16 καταχωρίστηκαν 5 ενδιάμεσες αιτήσεις, οι οποίες, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου ορίστηκαν ενώπιον του στις 21.01.16 αλλά χρονικά ενωρίτερα της ακρόασης της κυρίως αίτησης, με ταυτόχρονα οδηγίες όπως όλες επιδοθούν, ανάλογα με την περίπτωση, στους Εναγομένους 1-
- Για τους λόγους που σημειώνονται στο πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 21.01.16 όλες οι ενδιάμεσες αιτήσεις απορρίφτηκαν. Ευθύς καταχωρήθηκαν 4 νέες πανομοιότυπες αιτήσεις που στην πορεία δύο από αυτές αποσύρθηκαν με αίτημα όπως το Δικαστήριο επιληφθεί τις εναπομείναντες δύο πριν από την εκδίκαση της κυρίως αίτησης. Μετά από ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου το αίτημα εγκρίθηκε με οδηγίες όπως οι ενστάσεις επί των δύο ενδιάμεσων αιτήσεων καταχωρηθούν μέχρι την επόμενη ημέρα (22.01.16) και ώρα 09:00 και ακολούθως στις 10:00 της ίδιας ημέρας να διεξαχθούν οι ακροάσεις των εν λόγω αιτήσεων. Αναπόφευκτα η εκδίκαση της κυρίως αίτησης αναβλήθηκε και ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση στις 25.01.
- Είναι στα πλαίσια των πιο πάνω οδηγιών του Δικαστηρίου που εκδικάστηκε και η υπό κρίση αίτηση (μία εκ των δύο ενδιάμεσων αιτήσεων) όπου οι Ενάγουσες 1-3 (στο εξής οι 'Αιτήτριες') αιτούνται την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάζεται ο ενόρκως δηλών στην ένσταση της Εναγομένης 3 (στο εξής η 'Καθ' ης η αίτηση) ημερομηνίας 18.01.16, Δήμος Νικολαΐδης, να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο και να αντεξεταστεί σε ότι αφορά τις παραγράφους 11(γ)(ii), 11(γ)(iii), 11(γ)(iv), 21, 23, 27, 28, 29 και 31 της ένορκης δήλωσης του ημερομηνίας 18.01.
- Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στη Διάταξη 38 Κανονισμούς 1, 2, 3 και 9, στη Διάταξη 39 Κανονισμό 1 και στη Διάταξη 48 Κανονισμούς 1, 2 και 3 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Τα δε γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τις Αιτήτριες δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος περιέχονται σε ένορκη δήλωση ημερομηνίας 21.01.16 της δικηγόρου Λουκίας Λάμπρου στην οποία περιληπτικά αναφέρονται τα εξής: - Η ενόρκως δηλούσα γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής ως δικηγόρος στο γραφείο επίδοσης των δικηγόρων των Αιτητριών αλλά και από πληροφόρηση που είχε από τον δικηγόρο Κώστα Μελά που χειρίζεται προσωπικά την εν λόγω υπόθεση. - Η ενόρκως δηλούσα είναι πλήρως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. - Εξ' όσον η ενόρκως δηλούσα πιστεύει και έχει ενημερωθεί από τον κ. Μελά είναι αναγκαίο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα για τις προαναφερόμενες παραγράφους της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 18.01.16 του Δήμου Νικολαΐδη προκειμένου να αμφισβητηθούν και να αντικρουστούν οι ισχυρισμοί, εικασίες και συμπεράσματα της Καθ' ης η αίτηση που περιέχονται στις πιο πάνω παραγράφους της ένορκης δήλωσης Νικολαΐδη και έτσι να διαφανούν στο Δικαστήριο τα αληθινά και πραγματικά γεγονότα καθότι αυτά που αναφέρονται στην εν λόγω ένορκη δήλωση είναι παραπλανητικά. - Εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα υπάρχει ο κίνδυνος να θεωρηθεί ότι οι Αιτήτριες δεν αμφισβήτησαν τους ισχυρισμούς της Καθ' ης η αίτησης και συνεπώς ότι τους αποδέχεται. - Εξ' όσον η ενόρκως δηλούσα πιστεύει και έχει πληροφορηθεί από τον δικηγόρο Κώστα Μελά είναι ορθό και δίκαιο να εγκριθεί η αίτηση καθώς επίσης τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα εξυπηρετήσει το συμφέρον της δικαιοσύνης. Εφαρμόζοντας τις οδηγίες του Δικαστηρίου στις 22.01.16 καταχωρήθηκε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης από μέρους της Καθ' ης η αίτησης επί 9 λόγων που καταγράφονται στο σώμα της αίτησης, , οι οποίοι αφού ομαδοποιηθούν εμπίπτουν στις ακόλουθες κατηγορίες:
(1)Η υπό κρίση αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας επειδή επιθυμείται η αντεξέταση επί ολόκληρου του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης Νικολαΐδη, επειδή εκ της συμπεριφοράς των Αιτητριών αποτελεί προσπάθεια κωλυσιεργίας και καθυστέρησης της διαδικασίας καθώς και πρόκλησης ταλαιπωρίας στο Δικαστήριο και στην Καθ' ης η αίτηση.
(2)Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και παράνομη επειδή επιδόθηκε κατά παράβαση της χρονικής προθεσμίας που οι θεσμοί πολιτικής δικονομίας προνοούν.
(3)Με την αίτηση αυτή οι Αιτήτριες επιδιώκουν αλλότριους σκοπούς.
(4)Δεν δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος επειδή η υπό κρίση αίτηση είναι ανεπαρκής και μη επαρκώς τεκμηριωμένη, επειδή δεν στοιχειοθετείται εξαιρετική ή ειδική περίσταση ή καλός λόγος για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου προς αυτή την κατεύθυνση, επειδή τυχόν έκδοση τέτοιου διατάγματος θα μετέτρεπε αχρείαστα την παρούσα διαδικασία σε 'μικρή δίκη' και επειδή όλο το απαραίτητο μαρτυρικό υλικό που επιτρέπει τη λήψη απόφασης επί της κυρίως αίτησης βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στηρίζεται στις Διατάξεις 37-39 και στη Διάταξη 48 Κανονισμούς 1-4 και 7-9 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επί του περιεχομένου του δικαστηριακού φακέλου, στις συμφυείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης συνοδεύεται από ένορκο δήλωση ημερομηνίας 22.01.16 της δικηγόρου Άντρης Κακογιάννη, στην οποία περιέχονται γεγονότα που κατά τη γνώμη της τεκμηριώνουν τους λόγους ένστασης και κατ' επέκταση δικαιολογούν απόρριψη της αίτησης των Αιτητριών. Επειδή στην ουσία τα εν λόγω γεγονότα περιγράφουν τους λόγους ένστασης, οι οποίοι σημειώνονται πιο πάνω κατά ομάδες, οποιαδήποτε αναφορά επί του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης της κυρίας Κακογιάννη είναι άνευ χρησιμότητας και δεν εξυπηρετεί οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Ωστόσο στη συνέχεια εκεί και όπου κρίνεται αναγκαίο θα γίνεται συγκεκριμένη αναφορά σε κομμάτια του περιεχομένου της. Κατά την ακρόαση της υπό κρίσης αίτησης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με παραπομπή σε νομολογία υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις και ισχυρισμούς τους. Το περιεχόμενο των αγορεύσεων αμφοτέρων συνηγόρων είναι καταγραμμένο στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί. Με την θέσπιση του Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 3) Διαδικαστικού Κανονισμού του 1999 επανακαθορίστηκε ο τρόπος διεξαγωγής ακρόασης μιας ενδιάμεσης αίτησης, όπως η υπό κρίση. Η Διάταξη 48 Κανονισμός 4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όπως πλέον έχει διαμορφωθεί από τον πιο πάνω τροποποιητικό διαδικαστικό κανονισμό, αναφέρει ότι η ακρόαση μιας ενδιάμεσης αίτησης διεξάγεται με βάση τα γεγονότα που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις με δυνατότητα αντεξέτασης. Την επιθυμία διαδίκου να αντεξετάσει ενόρκως δηλούντα στη βάση της ενόρκου δηλώσεως του στα πλαίσια εκδίκασης ενδιάμεσης αίτησης πραγματεύεται η Διάταξη 39 Κανονισμός 1, η οποία σημειώνει κατά λέξη τα εξής: "Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross-examination." Στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 21, παράγραφος 878, σελίδες 418-419, κάτω από τον τίτλο «Discretionary power of Court as to evidence» αναφέρονται τα εξής σε σχέση με την έκδοση διατάγματος αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα: "The Court has discretionary power of acting upon such evidence as may be before it at the time, and will not allow a motion to stand over in order to enable a party to examine a witness viva voce, if it considers that the application is made in order to create delay or that there is sufficient evidence before it to enable it to deal with the motion." Επίσης, στην Ετήσια Πρακτική του 1961 (The Annual Practice 1961) σελίδα 921, όπου η αγγλική διάταξη 38 κανονισμός 1 (order 38, rule 1) που συναντάται είναι παρόμοια με τη δική μας Διάταξη 39 Κανονισμό 1, επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να εκδώσει διάταγμα αντεξέτασης ενός προσώπου που προέβηκε σε ένορκη δήλωση αλλά αυτό είναι θέμα που εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του. Μέσα από τη νομική ανάλυση που δίδει, το εν λόγω αγγλικό νομικό σύγγραμμα παρέχει συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου ένα τέτοιο διάταγμα δεν θα εκδιδόταν. Υπάρχει όμως και νομολογία επί του θέματος αυτού. Ειδικότερα, στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση των Λευτέρη Μήλου και Πανίκου Χατζηλοΐζου
(2008)1Α Α.Α.Δ. 280, όπου εξετάστηκε θέμα απόρριψης αιτήματος για αντεξέταση με βάση τη Διάταξη 39 Κανονισμό 1 υποδείχτηκε ότι ο εν λόγω κανονισμός της συγκεκριμένης διάταξης παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εγκρίνει ή να απορρίψει σχετική αίτηση ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της, παρά την δηλωμένη σύμφωνο γνώμη του ιδίου του καθ' ου η αίτηση. Επί του προκειμένου παραθέτω αυτούσια το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση: "Δεν έχει αμφισβητηθεί, και ορθά, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην εκδώσει το διάταγμα για αντεξέταση παρά τη σύμφωνη προς τούτο γνώμη και του ιδίου του καθ' ου η στην αίτηση, με δεδομένο ότι η αίτηση στηριζόταν στη Δ.39, Θ.1 η οποία και παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εγκρίνει ή να απορρίψει την αίτηση ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της." Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η έκδοση ενός διατάγματος αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα στα πλαίσια εκδίκασης ενδιάμεσης αίτησης, στην κατηγορία της οποίας κατατάσσεται και η υπό εξέταση περίπτωση, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να εκδώσει ένα τέτοιο διάταγμα επειδή απλά είναι δικονομικά επιτρεπτό ή δυνατό ή επιθυμητό για ένα διάδικο παρά μόνο όταν κρίνει ότι υπό τις περιστάσεις είναι κατάλληλο και αναγκαίο εξυπηρετώντας έτσι το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Συνάγεται ακόμη από τα προαναφερόμενα ότι ένα τέτοιο διάταγμα δεν εκδίδεται όταν ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει επαρκής μαρτυρία που θα του επιτρέψει να ασχοληθεί με την αίτηση που θα εξετάσει. Είναι προφανές ότι με την εν λόγω τροποποίηση ο νομοθέτης αποσκοπούσε στην αποφυγή της προφορικής εκδίκασης της υπόθεσης επί της ουσίας και παράλληλα να διευκολύνει αλλά και να επιταχύνει τη διεξαγωγή ενδιάμεσων δικαστικών διαδικασιών με το μη εγκλωβισμό τους σε ατέρμονες καταστάσεις μέσω της προσκόμισης προφορικής μαρτυρίας επί όλων των επιδίκων θεμάτων της αίτησης, η οποία μαρτυρία μπορεί να εξασφαλιστεί γραπτώς δια του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως, εξοικονομώντας έτσι πολύτιμο δικαστικό χρόνο. Καθοδηγούμενος από το πιο πάνω νομικό πλαίσιο στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την παρούσα αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης, τους οποίους και θα εξετάσω ανά ομάδες σύμφωνα με το κοινό αντικείμενο που πραγματεύονται. Θα αρχίσω την ενασχόληση μου με την πρώτη ομάδα λόγων ένστασης. Η Καθ' ης η αίτηση στηρίζει τον ισχυρισμό της περί κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας στο ότι επιθυμείται η αντεξέταση επί ολόκληρου του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης Νικολαΐδη, στο ότι εκ της συμπεριφοράς των Αιτητριών επιχειρείται κωλυσιεργία και καθυστέρηση της διαδικασίας καθώς και πρόκληση ταλαιπωρίας στο Δικαστήριο αλλά και στην ίδια. Το Δικαστήριο κρίνει ότι από τα ενώπιον του δεδομένα η εν λόγω θέση της Καθ' ης η αίτηση δεν επαληθεύεται. Το γεγονός ότι ζητείται αντεξέταση επί διαφόρων παραγράφων δεν αποδεικνύει από μόνο του σκοπό των Αιτητριών για κωλυσιεργία και καθυστέρηση της διαδικασίας, ούτε πρόθεση πρόκλησης ταλαιπωρίας στην Καθ' ης η αίτηση. Η δε εκ νέου καταχώρηση 4 αιτήσεων και η παραμονή δύο εξ' αυτών για εξέταση τους πριν από την εκδίκαση της κυρίως αίτησης επιτράπηκε από το Δικαστήριο για τους λόγους που καταγράφονται στην ενδιάμεση απόφαση του ημερομηνίας 20.01.16. Επιπλέον στο θέμα αυτό παραπέμπω στο σκεπτικό της ενδιάμεσης αυτής απόφασης του Δικαστηρίου. Κατά συνέπεια ο ισχυρισμός για κατάχρηση της διαδικασίας θεωρείται ανεδαφικός και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Με τη δεύτερη ομάδα λόγων ένστασης η Καθ' ης η αίτηση παραπονιέται ότι η υπό κρίση αίτηση είναι παράτυπη και παράνομη επειδή επιδόθηκε κατά παράβαση της χρονικής προθεσμίας που οι θεσμοί πολιτικής δικονομίας προνοούν. Σε σχέση με την πτυχή της παρανομίας κανένα στοιχείο προσκομίστηκε που να την τεκμηριώνει. Όσον αφορά την πτυχή της παρατυπίας, η καταχώρηση των αιτήσεων, ο ορισμός τους ενώπιον του Δικαστηρίου και η επίδοση τους έγιναν βάση οδηγιών του Δικαστηρίου υπό το φως της ανάγκης για ταχεία εξέταση της κυρίως αίτησης και της διασφάλισης ότι δεν θα υπάρξει παρεκτροπή της πορείας για γρήγορη εκδίκαση, ως οι οδηγίες του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στη βάση της διακριτικής εξουσίας που οι θεσμοί πολιτικής δικονομίας παρέχουν στο Δικαστήριο να μειώνει τις προθεσμίες που προνοούνται όποτε κρίνεται υπό τις περιστάσεις δίκαιο. Στη βάση αυτών η εν λόγω θέση της Καθ' ης η αίτησης απορρίπτεται ως αβάσιμη. Μέσα από την τρίτη ομάδα λόγων ένστασης η Καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι με την υπό κρίση αίτηση οι Αιτήτριες επιδιώκουν αλλότριους σκοπούς. Επ' αυτού κανένα στοιχείο προσκομίστηκε που να στοιχειοθετεί τη θέση αυτή, η οποία απορρίπτεται ως ανυπόστατη. Θα ασχοληθώ ευθύς με την τέταρτη ομάδα λόγων ένστασης, η οποία θεωρεί ότι δεν υπάρχουν οι παράγοντες εκείνοι που θα δικαιολογούσαν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Μελετώντας την ένορκη δήλωση της κυρίας Λάμπρου που υποστηρίζει την παρούσα αίτηση γίνεται αντιληπτό ότι το αιτούμενο διάταγμα ζητείται επειδή αμφισβητούνται οι θέσεις της Καθ' ης η αίτησης που περιέχονται στις επίμαχες παραγράφους της ένορκης δήλωσης Νικολαΐδη και επιθυμείται η αντίκρουση τους έτσι ώστε να αποδειχτούν ενώπιον του Δικαστηρίου τα πραγματικά και αληθή γεγονότα. Επ' αυτού θα πρέπει να λεχθεί ότι στην προκειμένη περίπτωση, όπου η ενδιάμεση δικαστική διαδικασία αφορά την έκδοση προσωρινού διατάγματος, η διατύπωση αμφισβητουμένων θέσεων από τους διαδίκους μέσα από τις ένορκες δηλώσεις τους δεν οδηγεί εκ προοιμίου σε έγκριση αιτήματος αντεξέτασης υπό τον μανδύα του ισχυρισμού περί ανάγκης αντίκρουσης και τεκμηρίωσης αναφορών είτε του ενός μέρους είτε του άλλου. Τούτο επειδή δεν αποτελεί μέρος της λειτουργίας του Δικαστηρίου σ' αυτό το στάδιο η προσπάθεια να επιλύσει αντικρουόμενη μαρτυρία που περιέχεται στις ένορκες δηλώσεις των μερών σε σχέση με τα γεγονότα επί των οποίων οι θέσεις των διαδίκων βασίζονται (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). Το Δικαστήριο δεν θα αξιολογήσει τις εκδοχές των μερών, ούτε θα ασχοληθεί με την αξιοπιστία των ενόρκων δηλούντων και ούτε θα κρίνει ποια εκδοχή αληθεύει (Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 799). Συνεπώς δεν θα καταλήξει σε οποιαδήποτε ευρήματα και συμπεράσματα επί γεγονότων. Αυτά είναι επίδικα θέματα που θα απασχολήσουν το Δικαστήριο που θα εκδικάσει την ουσία της αγωγής και όχι στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας. Η εξέταση αμφισβητουμένων θέσεων σε διαδικασία, όπως την παρούσα περίπτωση, δεν αποτελεί μέσα από τη νομολογία καλό λόγο για να εκδοθεί διάταγμα αντεξέτασης. Σχετική είναι η πρόσφατη υπόθεση Χαράλαμπου Ανδρέα Κούππα v. Πούλλας Τσαδιώτης Λίμιτεδ, Πολιτικές Εφέσεις 312/2010 και 351/2011 ημερομηνίας 17.07.14 στην οποία και παραπέμπω όπου γίνεται αναφορά στις Stavros Georghiou & Son (Scrap Metals) v. Του πλοίου LIRA
(2001)1 Α.Α.Δ. 1220 και Αναφορικά με την αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ.1)
(2004)1 Α.Α.Δ. 1660 καθώς και στο νομικό σύγγραμμα 'Injunctions' του David Bean, 8η έκδοση σελ. 70-71. Κατά την ταπεινή μου γνώμη θεωρώ ότι οι νομικές αρχές επί του σημείου αυτού βρίσκουν εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση. Επίσης διαβάζοντας την ένορκη δήλωση Νικολαΐδη για την οποία ζητείται διάταγμα αντεξέτασης παρατηρώ ότι το περιεχόμενο της αποτελείται από 34 παραγράφους, εκ των οποίων 10 τυπικού χαρακτήρα υπό την έννοια ότι δεν εγείρουν οποιοδήποτε συγκεκριμένο ζήτημα. Κοιτάζοντας το σώμα της υπό κρίση αίτησης παρατηρώ ότι ζητείται αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα σε 7 παραγράφους αυτής επί συνόλου 24 ουσιαστικών υπό την έννοια ότι σ' αυτές καταγράφονται συγκεκριμένα θέματα. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι επιδιώκεται αντεξέταση σε σημαντικό μέρος του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης του Νικολαΐδη με στόχο την κάλυψη διαφόρων ζητημάτων που θίγονται στις εν λόγω παραγράφους. Η επιθυμία των Αιτητριών να αντεξετάσει τον Νικολαΐδη επί σημαντικού αριθμού παραγράφων της ένορκης δήλωσης του σε συνάρτηση με τα διάφορα θέματα πραγματικής και νομικής φύσεως που περιέχονται σ' αυτές και με τον τρόπο που ζητείται δεν εξυπηρετούν τον σκοπό για τον οποίο θεσπίστηκε ο διαδικαστικός κανονισμός του 1999 που δεν είναι άλλος από την επιτάχυνση στην εκδίκαση αιτήσεων χωρίς αυτές να εγκλωβίζονται σε ατελείωτες ενδιάμεσες δικαστικές διαδικασίες δια της παρουσίασης προφορικής μαρτυρίας σε πολλά επίδικα θέματα. Εάν ο ενόρκως δηλών Νικολαΐδης αντεξεταστεί στην μορφή που οι Αιτήτριες εισηγούνται θα υπάρξει παρεκτροπή από το πλαίσιο εντός του οποίου εκδικάζονται αιτήσεις όπως αυτή ημερομηνίας 05.11.15 και παράλληλα μόνο καθυστέρηση θα προκαλούσε στην αποπεράτωση της. Θα πρέπει ακόμη να λεχθεί πως όταν μια αίτηση αντεξέτασης υποβάλλεται στα πλαίσια εξέτασης κατά πόσο δικαιολογείται η συνέχιση της ισχύος προσωρινού διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς, όπως εδώ είναι το αντικείμενο εξέτασης της κυρίως αίτησης, το Δικαστήριο με πολλή φειδώ ασκεί τη διακριτική εξουσία του υπέρ της έκδοσης διατάγματος, όπως αυτό που οι Αιτήτριες αιτούνται στην υπό κρίση αίτηση, επειδή δεν πρέπει να επιτρέψει δια της αντεξέτασης μεταγενέστερη μεταβολή ή αλλοίωση της εικόνας που μεταδίδεται από την ένορκο δήλωση, στη βάση της οποίας εκδόθηκε μονομερώς το ενδιάμεσο διάταγμα. Είναι εμφανές ότι τούτο γίνεται για να διασφαλιστεί το πλαίσιο της μαρτυρίας με βάση το οποίο το Δικαστήριο αποφάσισε μονομερώς την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος και επί του ιδίου πραγματικού υποβάθρου ακολούθως θα κρίνει κατά πόσο το εν λόγω διάταγμα θα συνεχίσει να ισχύει. Σχετική είναι η πρόσφατη υπόθεση Χαράλαμπου Ανδρέα Κούππα v. Πούλλας Τσαδιώτης Λίμιτεδ, Πολιτικές Εφέσεις 312/2010 και 351/2011 ημερομηνίας 17.07.14, στην οποία και παραπέμπω. Στην παρούσα περίπτωση αν επιτραπεί η αντεξέταση του Νικολαΐδη υπό τη μορφή, στο βαθμό και στην έκταση που οι Αιτήτριες εισηγούνται προς αντίκρουση των διαφόρων θεμάτων που καταγράφονται μέσα από τις επίμαχες παραγράφους με σκοπό την παρουσίαση θέσεων και ισχυρισμών επιπλέον από αυτών που ήδη περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την κυρίως αίτηση, ως επικαλούνται οι Αιτήτριες, το πλαίσιο του μαρτυρικού υλικού επί του οποίου το Δικαστήριο στηρίχτηκε και αφού εξέτασε μονομερώς την αίτηση ημερομηνίας 05.11.15 προχώρησε στην έκδοση προσωρινού διατάγματος θα διαφοροποιηθεί και δεν θα είναι ακριβώς το ίδιο προκειμένου να κρίνει αν το εν λόγω διάταγμα θα πρέπει ή όχι να συνεχίσει να βρίσκεται σε ισχύ. Περαιτέρω και ανεξαρτήτως των πιο πάνω θα αναφερθώ τώρα σε κάθε μία από τις επίμαχες παραγράφους για τις οποίες ζητείται αντεξέταση. Συγκεκριμένα ζητείται αντεξέταση του Νικολαΐδη για το περιεχόμενο της παραγράφου 11
(2)(γ)(ii) της ένορκης δήλωσης του επειδή, κατά τη γνώμη των Αιτητριών, αυτά που αναφέρονται είναι παραπλανητικά και θα πρέπει να καταδειχτεί η πραγματική σχέση του διευθύνοντα διοικητικού συμβούλου με τους παραλήπτες-διαχειριστές σε σχέση με τον ισχυριζόμενο παράνομο και μη έγκυρο διορισμό τους. Πέραν του ότι το Δικαστήριο δεν θα εξετάσει την εγκυρότητα και νομιμότητα διορισμού των παραληπτών-διαχειριστών Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 καθότι κάτι τέτοιο θα είναι επίδικο θέμα κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής, η θέση του Νικολαΐδη που καταγράφεται στην εν λόγω υποπαράγραφο πηγάζει μέσα από επικαλούμενη θέση του ενόρκως δηλών του διευθύνοντα διοικητικού συμβούλου κυρίου Δράκου στην παράγραφο 17 της ένορκης δήλωσης του που συνοδεύει την αίτηση ημερομηνίας 12.10.15 των Αιτητριών, στην οποία και παραπέμπει. Συνεπώς, εάν και εφόσον κριθεί κάτι τέτοιο ότι ενδείκνυται στα πλαίσια εξέτασης της κυρίως αίτησης, το Δικαστήριο δύναται από μόνο να αντιληφθεί κατά πόσο υπάρχει ή όχι οποιαδήποτε παραπλάνηση που οι Αιτήτριες ισχυρίζονται συγκρίνοντας το περιεχόμενο της παραγράφου 17 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση ημερομηνίας 12.10.15 με την παράγραφο 11
(2)(γ)(ii) της ένορκης δήλωσης του Νικολαΐδη που στηρίζει την ένσταση της Καθ' ης η αίτηση ημερομηνίας 18.01.16, χωρίς έτσι να χρειάζεται αντεξέταση επί τους σημείου αυτού. Τυχόν αντεξέταση του Νικολαΐδη στο συγκεκριμένο θέμα θα προσθέσει νέες θέσεις των Αιτητριών ως γεγονότα με αποτέλεσμα να αλλοιωθεί το πραγματικό υπόβαθρο των Αιτητριών πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στηρίχτηκε και έκδωσε μονομερώς το επίδικο προσωρινό διάταγμα χωρίς έτσι να έχει την ίδια βάση για να αποφασίσει αν το ίδιο διάταγμα θα πρέπει να συνεχίσει να ισχύει. Τα όσα σημειώνονται για την παράγραφο 11
(2)(γ)(ii) ισχύουν ακριβώς για την παράγραφο 11
(2)(γ)(iv) που σχετίζεται με την παράγραφο 40 της ένορκης δήλωσης του κυρίου Δράκου που συνοδεύει την αίτηση ημερομηνίας 12.10.15 των Αιτητριών, στα οποία και παραπέμπω χωρίς να χρειάζεται επιπρόσθετος σχολιασμός. Σε σχέση με την παράγραφο 11
(2)(γ)(iii) επί του περιεχομένου της οποίας επίσης ζητείται αντεξέταση, παρατηρώ ότι οι Αιτήτριες επιθυμούν αντεξέταση προκειμένου να διαφανούν τα πραγματικά, κατά τη γνώμη τους, γεγονότα. Επαναλαμβάνεται ότι για την εξέταση της κυρίως αίτησης το Δικαστήριο δεν θα ασχοληθεί με αξιολόγηση αμφισβητουμένων θέσεων των μερών, ούτε με αξιοπιστία των εμπλεκομένων προσώπων και ούτε θα καταλήξει σε ευρήματα γεγονότων. Κατά συνέπεια, η αντεξέταση στο σημείο αυτό είναι υπό τις περιστάσεις αχρείαστη και μη αναγκαία. Όσον αφορά τις παραγράφους 21, 23, 28, 29 και 31, αυτές περιέχουν νομικές θέσεις και όχι γεγονότα που ενδεχομένως να δικαιολογούσαν αντεξέταση. Ως εκ τούτου πρόκειται για νομικής φύσεως ζητήματα, στο οποίο αμφότεροι συνήγοροι, αν κρίνουν κάτι τέτοιο αναγκαίο ή σχετικό, μπορούν να αναφερθούν κατά την αγόρευση τους. Σχετικά με την παράγραφο 27 που ασχολείται με τις θέσεις της Καθ' ης η αίτησης στα ζητήματα στέρησης καρπών επιτυχίας και ανατροπής υφιστάμενου καθεστώτος (status quo), το Δικαστήριο θεωρεί ότι οι εκδοχές των μερών έχουν διατυπωθεί και συνάμα διαμορφωθεί μέσα από τις ενόρκους δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση ημερομηνίας 05.11.15 και ένσταση ημερομηνίας 18.01.16 σε συνάρτηση με τα επισυνημμένα σ' αυτές διάφορα έγγραφα και μέσα από αυτές μπορεί να αντλήσει καθοδήγηση προκειμένου να διεκπεραιώσει την αποστολή του. Τυχόν αντεξέταση του Νικολαΐδη στο συγκεκριμένο θέμα θα προσθέσει νέες θέσεις των Αιτητριών ως γεγονότα με αποτέλεσμα να αλλοιωθεί το πραγματικό υπόβαθρο των Αιτητριών πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στηρίχτηκε και έκδωσε μονομερώς το επίδικο προσωρινό διάταγμα χωρίς έτσι να έχει την ίδια βάση για να αποφασίσει αν το ίδιο διάταγμα θα πρέπει να συνεχίσει να ισχύει. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να υποδειχτεί ότι παρόλο που στο σώμα της υπό κρίση αίτησης δεν ζητείται αντεξέταση επί του περιεχομένου της παραγράφου 30 της ένορκης δήλωσης Νικολαΐδη, εντούτοις στην ένορκη δήλωση της κυρίας Λάμπρου που τη συνοδεύει επιθυμείται αντεξέταση με βάση την εν λόγω παράγραφο. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η υπό κρίση αίτηση για αντεξέταση αφορά τις παραγράφους εκείνες που γίνεται συγκεκριμένη καταγραφή τους στο σώμα της και όχι αναφορά σε άλλες δια της πλαγίου οδού. Εν πάση περιπτώσει, αν στο σώμα της αίτησης περιλαμβανόταν και η παράγραφος 30 θα ίσχυαν τα ίδια που έχουν λεχθεί για την παράγραφο 31. Υπό το φως των πιο πάνω και για τους λόγους που έχω εξηγήσει κρίνω ότι οι Αιτήτριες απέτυχαν να δείξουν καλό λόγο που θα δικαιολογούσε αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα Νικολαΐδη επί των ζητουμένων παραγράφων της ένορκης δήλωσης του. Ως εκ τούτου το συμφέρον της δικαιοσύνης κλίνει προς την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της απόρριψης της αίτησης, η οποία και απορρίπτεται ως αβάσιμη. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας, επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης 3-Καθ' ης η αίτησης και εναντίον των Εναγουσών 1, 2 και 3-Αιτητριών. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other/Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Αίτηση για αντεξέταση ενόρκως δηλούντα Διάταξη 39 Κανονισμός 1 και Διάταξη 48 Θεσμός 4
(2)/Ενδιάμεση Απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο