Κτηματική Εταιρεία Βότσαλο ΙΙ Λιμιτεδ ν. Χάρη Παυλή, Αρ. Αγωγής :- 1796 / 2008, 5/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A1 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 1796 / 2008 Μεταξύ:- Κτηματική Εταιρεία Βότσαλο ΙΙ Λιμιτεδ Ενάγουσας Και Χάρη Παυλή Εναγομένου Ημερομηνία :- Τρίτη 5η Ιανουαρίου 2016 Για την ενάγουσα :- κα. Χαρά Φιλίππου για Λ. Λουκαϊδου Θεοφάνους Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Χαρά Φιλίππου Για τον εναγόμενο :- κα. Μαρία Πιερή για Μιχαλάκης Κυπριανού & Σια Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Χριστιάνα Παναγιώτου ΤΕΛΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ [ 1 ] Παρά και το γεγονός πως ο ουσιώδης χρόνος για την αγωγή είναι η χρονική περίοδος κυρίως μεταξύ των ετών 2005 και 2006[1] εντούτοις όχι μόνο αυτή καταχωρήθηκε περίπου δύο χρόνια μετά από τη λήξη αυτής της χρονικής περιόδου, δηλαδή στις 29/7/2008, αλλά επιπλέον η έκθεση απαίτησης δεν καταχωρήθηκε παρά μόνο μετά από την πάροδο μίας επιπρόσθετης χρονικής περιόδου πέραν των δύο ετών, δηλαδή στις 3/9/2010. [ 2 ] Εκ πρώτης όψεως η χρονική πτυχή αυτή της αγωγής δεν φαίνεται να έχει οποιαδήποτε ιδιαίτερη σημασία. Απλά αναδεικνύεται από αυτή το στοιχείο της καθυστέρησης στη διεκδίκηση και επιδίωξη από την ενάγουσα της αναγνώρισης της βασιμότητας της αξίωσης της δίχως παράλληλα το στοιχείο αυτό - από μόνο του - να προσμετρά καθοριστικά ως προς το κατά πόσο η αξίωση της εναντίον του εναγομένου είναι όντως βάσιμη. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ [ 3 ] Η μαρτυρία η οποία δόθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής περιορίστηκε στην προφορική κατάθεση ενός μάρτυρα μόνο για την ενάγουσα εταιρεία, δηλαδή του διευθυντή της Μιχάλη Χατζηλούκα, ενώ προς υποστήριξη της υπεράσπισης κατέθεσε επίσης μόνο ένας μάρτυρας, δηλαδή ο ίδιος ο εναγόμενος. [ 4 ] Αμφότεροι αυτοί οι μάρτυρες υιοθέτησαν ως μέρος της κυρίως εξέτασης τους σχετική γραπτή δήλωση ενώ στις 11/3/2015 το περιεχόμενο των παραγράφων 1 έως και 3 της γραπτής δήλωσης του μάρτυρα της ενάγουσας έγινε παραδεκτό από τον εναγόμενο με σχετική δήλωση της δικηγόρου του. [ 5 ] Κατατέθηκε επίσης μεγάλος αριθμός τεκμηρίων, συνολικά 80, τα οποία αποτελούνται κυρίως από συμφωνητικά έγγραφα, δίχως στη συνέχεια κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας να υπήρχε οποιαδήποτε ιδιαίτερη αναφορά στο περιεχόμενο τους. Ιδιαίτερα δε σε σχέση με το περιεχόμενο των συμφωνητικών εγγράφων, δηλαδή αγοραπωλητηρίων εγγράφων και ακυρωτικών συμφωνιών. [ 6 ] Επιπλέον στις 13/3/2015, στην παρουσία υπαλλήλου του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου, ο οποίος είχε κληθεί ως μάρτυρας γι΄ αυτό το σκοπό, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το σύνολο των 53 αγοραπωλητηρίων εγγράφων ήταν δεόντως χαρτοσημασμένα. Ως επίσης ότι αυτά κατατέθηκαν για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης ενώ στη συνέχεια αποσύρθηκαν. ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ - ΟΙ ΕΚΔΟΧΕΣ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΩΝ [ 7 ] Όπως και σε κάθε άλλη αγωγή τα δικόγραφα βεβαίως έχουν τη δική τους σημασία η οποία συνήθως αναδεικνύεται με τη μαρτυρία η οποία παρουσιάζεται κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Κυρίως, παρά και τη δυνατότητα προβολής παράλληλα διαζευκτικών ισχυρισμών, οι διάδικοι προβάλλουν με τα δικόγραφα τους τις αντίστοιχες εκδοχές τους. Οι οποίες είτε είναι αντίθετες είτε διαφέρουν επί ορισμένων σημείων. Γενικά μία αντιδικία συνίσταται από τη διαφορετικότητα στη προβολή των εκδοχών των διαδίκων και στη προσπάθεια η οποία καταβάλλεται κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας έτσι ώστε μία από τις δύο να επικρατήσει ως αυτή η οποία στο τέλος γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο ως ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα. Πάντοτε βεβαίως όπως αυτή η πραγματικότητα καθορίζεται εντός του πλαισίου των επίδικων θεμάτων. [ 8 ] Διευκρινίζω απλά πως οι αναφορές στα δικόγραφα οι οποίες παρατίθενται πιο κάτω είναι περιληπτικές και όχι αντιγραφή λέξη προς λέξη του περιεχομένου των, καθώς περισσότερη σημασία δίδεται στην ουσία των ισχυρισμών οι οποίοι εμπεριέχονται εντός αυτών παρά στην διατύπωση τους. Επίσης, παρά και τη χρήση του συζευκτικού και παράλληλα διαζευκτικού συνδέσμου «και/ή» σε αρκετές περιπτώσεις, οι αναφορές εντός αυτής της απόφασης δεν κάνουν χρήση του ίδιου συνδέσμου αν και βεβαίως η επακριβής χρήση του εντός της έκθεσης απαίτησης λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο για την όσο το δυνατό ορθότερη αντίληψη του περιεχομένου της. Με στόχο όμως την όσο το δυνατό πιο απλή διατύπωση της απόφασης, περιορίζεται το Δικαστήριο στη χρήση του συζευκτικού συνδέσμου «και». Τονίζοντας και πάλι πως η ανάγνωση και αντίληψη του περιεχομένου της έκθεσης απαίτησης ασφαλώς γίνεται διατηρώντας υπόψη την ίδια τη διατύπωση της και όχι την οποιαδήποτε περίληψη της από το Δικαστήριο εντός αυτής της απόφασης. [ 9 ] Αξίζει να σημειωθεί επίσης πως όσο και να είναι επιτρεπτό κατά τη σύνταξη ενός δικογράφου να γίνεται παράλληλη χρήση συζευκτικού και διαζευκτικού συνδέσμου εντούτοις αυτή πρέπει να γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή έτσι ώστε ως αποτέλεσμα, διατηρώντας υπόψη το σύνολο ενός δικογράφου, να είναι εφικτό να δημιουργείται μία σαφής εικόνα της εκδοχής ενός διαδίκου, όπως δηλαδή αυτή πραγματικά προβάλλεται. [ 10 ] Αναφορικά με αυτό το θέμα παρατηρείται απλά πως σε ορισμένα σημεία η διατύπωση της έκθεσης απαίτησης θα μπορούσε να ήταν σαφέστερη. Βεβαίως, όπως θα φανεί και πιο κάτω, η ενάγουσα πέραν και από τη διατύπωση συγκεκριμένης εκδοχής με την έκθεση απαίτησης της, με τη μαρτυρία προς απόδειξη της αξίωσης της, προώθησε μία εκδοχή η οποία ασφαλώς δεν θα μπορούσε να εξαρτάται από παρόμοιο τρόπο προβολής. Υπό την έννοια δηλαδή προβολής παράλληλα συζευκτικών και διαζευκτικών ισχυρισμών από το μοναδικό της μάρτυρα. [ 11 ] Περισσότερη σημασία για το Δικαστήριο κατά τη μελέτη της μαρτυρίας η οποία όντως προσκομίστηκε κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, έχει η προβαλλόμενη πλέον με μαρτυρία εκδοχή σε συνάρτηση βεβαίως με το πλαίσιο το οποίο αρχικά καθοριζόταν με την ίδια τη διατύπωση της έκθεσης απαίτησης. [ 12 ] Επίσης το Δικαστήριο παρά και την αναφορά σε «ενάγοντες» στην έκθεση απαίτησης εντός αυτής της απόφασης αναφορικά με την ενάγουσα εταιρεία υποκαθιστά αυτή τη λέξη και κάνει χρήση της λέξης «ενάγουσα». Διευκρινίζεται παράλληλα πως η ίδια η διατύπωση της έκθεσης απαίτησης παρά και τη χρήση του πληθυντικού (δηλαδή, με τη λέξη «ενάγοντες») δεν οδηγεί λογικά σε αντίληψη αναφοράς σε πέραν του ενός ατόμου, εκτός δηλαδή από την ενάγουσα, αλλά ούτε και καθορίζεται με αναφορά σε οποιαδήποτε φυσικά άτομα (παραδείγματος χάριν, είτε ονομαστικά είτε σε αξιωματούχους ή υπαλλήλους της ενάγουσας) πως η χρήση αυτή γίνεται όχι σε σχέση με το νομικό πρόσωπο της ενάγουσας αλλά σε σχέση με συγκεκριμένα φυσικά πρόσωπα. Η ΕΚΔΟΧΗ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ [ 13 ] Συνοπτικά σύμφωνα και με την έκθεση απαίτησης της η εκδοχή της ενάγουσας ως προς τα επίδικα θέματα παρατίθεται πιο κάτω. [ 14 ] Διευκρινίζω πως αν και καταβάλλεται προσπάθεια η παράθεση της εκδοχής της ενάγουσας να είναι όσο το δυνατό πιο συνοπτική γίνεται, εντούτοις η διατύπωση της έκθεσης απαίτησης είναι τέτοια έτσι ώστε να μην είναι εφικτό αυτή να είναι όσο σύντομη θα μπορούσε να ήταν, εάν η διατύπωση αυτή ήταν διαφορετική και κυρίως πιο απλή σε σχέση με τα όσα ισχυρίζεται η ενάγουσα. [ 15 ] Παράλληλα όμως διευκρινίζεται πως η παράθεση αυτή κρίνεται αναγκαία από το Δικαστήριο για μία όσο το δυνατό σαφέστερη και ορθότερη αιτιολόγηση αυτής της απόφασης. Εφόσον δηλαδή είναι επί αυτής της δικογραφημένης εκδοχής που προωθήθηκε με μαρτυρία η αξίωση της ενάγουσας ενώ αυτή βεβαίως ήταν και η εκδοχή με την οποία ο εναγόμενος βρισκόταν αντιμέτωπος τόσο κατά την προετοιμασία του δικού του δικογράφου όσο και κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. [ 16 ] Σύμφωνα με την εκδοχή της η ενάγουσα κατά τον ουσιώδη χρόνο για την αγωγή ήταν εταιρεία η οποία μόλις είχε αρχίσει να ασχολείται με την ανάπτυξη γης. Ο εναγόμενος γνώριζε αυτό το γεγονός και ανέλαβε να συμβουλεύει και καθοδηγεί την ενάγουσα. Ο εναγόμενος παρουσίαζε τον εαυτό του ως ένα προσοντούχο, έντιμο, αδειούχο κτηματομεσίτη και ως ειδικό σύμβουλο στη διεξαγωγή πωλήσεων σε υπό ανέγερση συγκροτήματα με μεγάλο πελατολόγιο, με γνώση της αγοράς της Πάφου και τη ζήτηση σε σχέση με αγορά μονάδων σε υπό ανέγερση συγκροτήματα και γενικότερα με την αγορά ακινήτων. [ 17 ] Κατ΄ επανάληψη εντός της έκθεσης απαίτησης υπάρχει αναφορά σε διαβεβαιώσεις του εναγομένου προς την ενάγουσα. Βεβαίως η κάθε αναφορά σε διαβεβαίωση του εναγομένου προσθέτει στο γενικότερο αποδεικτικό βάρος κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας ως προς το να είχε αποδείξει η ενάγουσα πως όντως ο εναγόμενος τις είχε δώσει αυτές τις διαβεβαιώσεις. Ασφαλώς το Δικαστήριο αντιμετωπίζει αυτό το θέμα διατηρώντας υπόψη μία συνολική εικόνα αυτής της εκδοχής και όχι μία αποσπασματική προσέγγιση αξιολόγησης της εκδοχής της ενάγουσας σε σχέση με την κάθε διαβεβαίωση. [ 18 ] Διαβεβαίωσε ο εναγόμενος την ενάγουσα ότι είχε μεγάλο πελατολόγιο έτοιμο να προβεί σε σύναψη συμβάσεων για αγορά διαμερισμάτων και "studios". Επίσης παρότρυνε την ενάγουσα να εξεύρει γη στην Άρμου με σκοπό την ανέγερση συγκροτημάτων διαμερισμάτων. Επίσης διαβεβαίωνε ο εναγόμενος την ενάγουσα πως θα φρόντιζε για την έκδοση της αναγκαίας πολεοδομικής άδειας «και/ή» ότι είχε κάνει τη δέουσα έρευνα στην αρμόδια αρχή σε σχέση με το επίδικο ακίνητο[2] και ότι επιτρεπόταν το έργο ή ανάπτυξη η οποία περιγράφεται στην έκθεση απαίτησης δηλαδή έργο αποτελούμενο από studios ή διαμερίσματα σε μεγάλα κτήρια ή συγκροτήματα συγκρινόμενα με την υπόλοιπη ανάπτυξη της περιοχής της Άρμου. Διαβεβαίωσε επίσης την ενάγουσα πως θα μπορούσε να εκδοθούν οι αναγκαίες άδειες ενώ διαβεβαίωνε επίσης πως ο Διευθυντής της Πολεοδομίας τον διαβεβαίωσε ότι επιτρεπόταν αυτού του είδους η ανάπτυξη. [ 19 ] Επιπλέον διαβεβαίωνε ο εναγόμενος την ενάγουσα το εξής ιδιαίτερα σημαντικό σε σχέση με την πιθανότητα η έκβαση της αγωγής να ήταν επιτυχής για την ενάγουσα. Ότι δηλαδή πως σε περίπτωση κατά την οποία η αναγκαία άδεια, πολεοδομική ή άλλη, δεν εκδιδόταν και η ενάγουσα θα είχε στο μεταξύ συνάψει αγοραπωλητήρια έγγραφα με τους αγοραστές που θα ανεύρισκε ο εναγόμενος και ως αποτέλεσμα η ενάγουσα θα αναγκαζόταν να ακυρώσει τα σχετικά αγοραπωλητήρια έγγραφα και όπως επιστρέψει είτε τις προκαταβολές είτε το οποιοδήποτε ποσό θα είχε εισπράξει, τότε οποιοδήποτε ποσό θα είχε εισπραχθεί από τον εναγόμενο υπό μορφή προμήθειας ή διαφορετικά θα επιστρεφόταν από τον εναγόμενο προς την ενάγουσα νοουμένου ότι η ενάγουσα θα επέστρεφε προς τους αγοραστές τις προκαταβολές. [ 20 ] Τονίζω και πάλι πως η συγκεκριμένη διαβεβαίωση θα μπορούσε να θεωρηθεί ως η βασικότερη αναφορικά με το ερώτημα κατά πόσο στοιχειοθετείται ή όχι η αξίωση της ενάγουσας εναντίον του εναγομένου. Βεβαίως παράλληλα τονίζω πως και αυτή θα πρέπει να ιδωθεί εντός του πλαισίου γενικότερα της όλης εκδοχής της ενάγουσας. [ 21 ] Σημασία βεβαίως γενικότερα ως προς τα επίδικα θέματα αυτής της αγωγής έχει και το γεγονός πως η όλη ανάπτυξη γης η οποία σχεδιαζόταν με την ανέγερση κτηριακού συγκροτήματος θα γινόταν επί ενός συγκεκριμένου τεμαχίου γης. Η σημασία αυτή συνδέεται με τον ισχυρισμό, εντός της έκθεσης απαίτησης, ως προς το ότι η ενάγουσα είναι μετά από τις διαβεβαιώσεις και παραστάσεις του εναγομένου που είχε συνάψει στις 11/2/2005 τα έγγραφα αγοραπωλησίας του συγκεκριμένου ακινήτου για το συνολικό ποσό των £335.000,00 (€572.381,48) αναθέτοντας μάλιστα την εκπόνηση σχεδίων «...όπως ήταν οι απαιτήσεις του εναγομένου...». [ 22 ] Αναφορικά και πάλι με το συγκεκριμένο ακίνητο η ενάγουσα ισχυρίζεται στην έκθεση απαίτησης της πως προτού προβεί στην αγορά του, ζήτησαν τη συμβουλή του εναγομένου. Υπό την ιδιότητα του ως ειδικός σύμβουλος τους ή ως αδειούχος κτηματομεσίτης. Ισχυρίζεται επίσης πως ο εναγόμενος έλαβε τα στοιχεία του ακινήτου, μετέβη επιτόπου και αφου είδε το ακίνητο πληροφόρησε την ενάγουσα πως θα ερευνούσε στις αρμόδιες αρχές και στην Πολεοδομία και θα είχε συνάντηση με τον Διευθυντή της Πολεοδομίας στην Πάφο έτσι ώστε να επιβεβαιώσει στην ενάγουσα ότι μπορούσε να ληφθεί άδεια από την αρμόδια αρχή για την ανέγερση του προαναφερόμενου συγκροτήματος το οποίο θα αποτελείτο από studios και διαμερίσματα σε μεγάλα κτήρια και συγκροτήματα σε σχέση με την υπόλοιπη ανάπτυξη της περιοχής της Άρμου. [ 23 ] Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, ο εναγόμενος, ενεργώντας ως ειδικός σύμβουλος και κτηματομεσίτης της ενάγουσας, συμβούλευσε, παρότρυνε και έπεισε την ενάγουσα να προχωρήσει στην αγορά του επίδικου ακινήτου αφού διαβεβαίωσε την ενάγουσα ότι υπήρχαν οι πελάτες και ότι είχε προβεί στη δέουσα έρευνα και μελέτη και μπορούσε να εξασφαλιστεί πολεοδομική και οποιαδήποτε αναγκαία άδεια για την προαναφερόμενη ανάπτυξη. Παρότρυνε και έπεισε επίσης την ενάγουσα να εκπονήσει σχέδια για την ανέγερση συγκροτήματος με συγκεκριμένη ονομασία (δηλαδή, Superior 73) το οποίο θα αποτελείτο σύμφωνα με την απαίτηση του εναγομένου από συγκεκριμένο αριθμό διαμερισμάτων και ότι θα φρόντιζε αμέσως για τη σύναψη αγοραπωλητηρίων εγγράφων με πελάτες που διέθετε και θα ανεύρισκε άμεσα. [ 24 ] Σύμφωνα και πάλι με την έκθεση απαίτησης, ο εναγόμενος απαίτησε ως αντάλλαγμα από την ενάγουσα και συμφωνήθηκε να λάβει «προμήθεια» νοουμένου ότι
(1)το συγκρότημα θα ανεγειρόταν και
(2)η πολεοδομική άδεια θα διδόταν και
(3)οι πωλήσεις θα ολοκληρώνονταν και
(4)τα αγοραπωλητήρια έγγραφα δεν θα ακυρώνονταν. Παρατηρείται απλά ότι με αυτό τον ισχυρισμό τίθενται ουσιαστικά τέσσερεις συνολικά προϋποθέσεις. Ανεξάρτητα και από τη χρονική σειρά με την οποία αυτές αναφέρονται εντός της έκθεσης απαίτησης. Ο εναγόμενος ισχυριζόμενος και πείθοντας την ενάγουσα ότι δικαιούται το ποσό (δηλαδή, της «προμήθειας») ως αδειούχος κτηματομεσίτης, με ρητούς και εξυπακουόμενους όρους των συμφωνηθέντων μεταξύ των διαδίκων, ότι σε περίπτωση κατά την οποία τα αγοραπωλητήρια θα ακυρώνονταν και οι πωλήσεις δεν θα ολοκληρώνονταν, οποιοδήποτε ποσό είχε πληρωθεί από την ενάγουσα προς τον εναγόμενο θα επιστρεφόταν. [ 25 ] Αναφέρονται βεβαίως και λεπτομέρειες ψευδών διαβεβαιώσεων ή παραστάσεων στις οποίες είχε προβεί ο εναγόμενος οι οποίες παράλληλα περιγράφονται και ως λεπτομέρειες δόλου ή απάτης. [ 26 ] Παρατηρείται και πάλι πως, με τα όσα σχετικά αναφέρονται εντός της έκθεσης απαίτησης, η ενάγουσα έθετε κατ΄ ισχυρισμό ορισμένα γεγονότα τα οποία λογικά θα αναμενόταν όπως στη συνέχεια, κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας θα παρουσίαζε προς απόδειξη τους μαρτυρία βάσει της οποίας θα παρεχόταν η ευχέρεια στο Δικαστήριο να αποδεχτεί τόσο τη βασιμότητα όσο και κατ΄ επέκταση την ύπαρξη τους. [ 27 ] Συνοπτικά βάσει αυτών των λεπτομερειών θα αναμενόταν από το Δικαστήριο όπως η ενάγουσα αποδείξει τα ακόλουθα. [ 27.1 ] Το είδος ανάπτυξης το οποίο ο εναγόμενος ισχυρίστηκε πως θα μπορούσε να ανεγερθεί εντός του επίδικου ακινήτου. [ 27.2 ] Ότι ο ίδιος ο εναγόμενος θα μεριμνούσε για την έκδοση της πολεοδομικής άδειας σε σχέση με το συγκεκριμένο συγκρότημα. [ 27.3 ] Ότι όχι μόνο ο εναγόμενος είχε ήδη προβεί σε έρευνα στις αρμόδιες αρχές ή την Πολεοδομία αλλά επιπλέον ότι ήδη είχε λάβει τη διαβεβαίωση του Διευθυντή της Πολεοδομίας ότι θα μπορούσε να ληφθεί άδεια για την ανέγερση του συγκεκριμένου συγκροτήματος [ 27.4 ] Ότι μόλις η ενάγουσα αγόραζε το επίδικο ακίνητο με δική του διαμεσολάβηση θα διενεργούνταν πωλήσεις των διαμερισμάτων τα οποία θα ανεγείρονταν και ότι θα συνάπτονταν αγοραπωλητήρια έγγραφα πριν την εξασφάλιση της πολεοδομικής άδειας (ευθύνη για την οποία είχε αναλάβει). [ 27.5 ] Ιδιαίτερης σημασίας αναφορικά με την έκβαση αυτής της αγωγής θα μπορούσε να θεωρηθεί πως έχει η υποπαράγραφος (v) των λεπτομερειών της παραγράφου 5 της έκθεσης απαίτησης σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας σε περίπτωση «...που δεν εξασφαλιζόταν Πολεοδομική άδεια και/ή αναγκαία άδεια και/ή σε περίπτωση που δεν ολοκληρώνονταν οι πωλήσεις μονάδων, διαμερισμάτων και/ή για οποιονδήποτε λόγο οι πωλήσεις ακυρώνονταν ο Εναγόμενος θα επέστρεφε οιαδήποτε «προμήθεια» εισέπραξε από τους Ενάγοντες και/ή οιοδήποτε ποσό κατακράτησε ο Εναγόμενος από τα λεφτά που έλαβε από τους πελάτες για να παραδώσει στους Ενάγοντες και κατακράτησε ως προμήθεια και/ή άλλως πως». [ 27.6 ] Βεβαίως η συγκεκριμένη υποπαράγραφος εμπεριέχει ισχυρισμό ως προς τα όσα είχαν συμφωνηθεί παρά την οποιαδήποτε λεπτομέρεια ψευδής διαβεβαίωσης ή παράστασης ή δόλου ή απάτης του εναγομένου. Παραπέμπει δε το περιεχόμενο της σε παρόμοιες αναφορές σε άλλα μέρη της έκθεσης απαίτησης. [ 28 ] Στη συνέχεια υπάρχει αναφορά στην απόρριψη της αίτησης για πολεοδομική άδεια με παράλληλη προβολή της θέσης πως οι διαβεβαιώσεις και παραστάσεις του εναγομένου «διαφάνηκαν αναληθείς». Ισχυρίζεται επίσης η ενάγουσα πως μετά και από την απόρριψη της αίτησης από την Πολεοδομία «οι Ενάγοντες» (αόριστα δίχως να καθορίζεται ποιος ακριβώς είχε επισκεφθεί τον εναγόμενο) επισκέφθηκαν τον εναγόμενο και διαμαρτυρήθηκαν ζητώντας του να επιστρέψει τις «προμήθειες» ή τα ποσά τα οποία κατ΄ ισχυρισμό παράνομα εισέπραξε ή κατακράτησε έτσι ώστε αυτά να επιστραφούν στους πελάτες αλλά αυτός αρνήθηκε. Στη συνέχεια η ενάγουσα βρήκε τα στοιχεία των πελατών και προχώρησε σε ακυρωτικές συμφωνίες. Επιπλέον προβάλλεται και ισχυρισμός ως προς τα όσα οι πελάτες είχαν ενημερώσει σχετικά την ενάγουσα αναφορικά με δόλιες, αναληθείς και παραπλανητικές υποσχέσεις και διαβεβαιώσεις του εναγομένου προς αυτούς. Θεωρώ πως δεν χρειάζεται η οποιαδήποτε ιδιαίτερη αναφορά σε αυτό τον ισχυρισμό σε αυτό το μέρος της απόφασης. [ 29 ] Στη συνέχεια παρατίθενται εντός της έκθεσης απαίτησης εκτεταμένες λεπτομέρειες όλων των συμφωνίων πώλησης αλλά και ακύρωσης αγορών διαμερισμάτων εξαιτίας της μη έκδοσης της πολεοδομικής άδειας και της μη ανέγερσης του επίδικου συγκροτήματος. Ισχυρίζεται επίσης η ενάγουσα πως οι επαφές για τη σύναψη των αγοραπωλητηρίων και είσπραξη των προκαταβολών γίνονταν αποκλειστικά από τον εναγόμενο ενώ ο ίδιος αρνείτο να δώσει τα στοιχεία των πελατών στην ενάγουσα έτσι ώστε αυτή να μην μπορεί να επικοινωνήσει μαζί τους. [ 30 ] Αναφέρεται η ενάγουσα στη παράλειψη του εναγομένου να επιστρέψει τα ποσά τα οποία εισέπραξε ως προμήθεια και τα οποία εισπράχθηκαν άνευ αντιπαροχής ή παράνομα. Το συνολικό ποσό είναι αυτό των €226.594,27. [ 31 ] Διαζευκτικά με τα όσα αναφέρονται στο υπόλοιπο μέρος της έκθεσης απαίτησης της η ενάγουσα με την παράγραφο 10 προβάλει και μία άλλη βάση ως προς την αξίωση της σύμφωνα με την οποία το προαναφερόμενο ποσό θα πρέπει να επιστραφεί ως ποσό το οποίο πληρώθηκε «...αχρεωστήτως και/ή κατά παράβαση του ... περί Κτηματομεσιτών Νόμο και/ή ενώ η προμήθεια δεν ήταν απαιτητή και πληρωτέα και/ή ενώ σύμφωνα με τον πιο πάνω νόμο δεν μπορούσε να πληρωθεί προμήθεια αφού οι ... συναλλαγές και/ή πωλητήρια έγγραφα και/ή πωλήσεις δεν συνιστούσαν κτηματική συναλλαγή σύμφωνα με τον Σχετικό Νόμο και/ή αφού οι πελάτες αγοραστές πλήρωσαν μέρος του τιμήματος οπόταν η ονομαζόμενη «προμήθεια» υπολογίσθη στο σύνολο του τιμήματος πωλήσεως και όχι στο ποσό που κατέβαλαν οι αγοραστές ως ήταν οι ρητοί και/ή εξυπακουόμενοι όροι της συμφωνίας των διαδίκων (σε περίπτωση που τα συμβόλαια δεν ακυρώνοντο) και/ή αφού οι πωλήσεις ακυρώθηκαν». [ 32 ] Επίσης διαζευκτικά με τα όσα αναφέρονται στο υπόλοιπο μέρος της έκθεσης απαίτησης της η ενάγουσα με την παράγραφο 11 προβάλει και μία άλλη βάση ως προς την αξίωση της σύμφωνα με την οποία ο εναγόμενος «...ως αδειούχος κτηματομεσίτης ενήργησε αμελώς και/ή κατά παράβαση των καθηκόντων του που απορρέουν από τον Νόμο και/ή το επάγγελμα του κτηματομεσίτη και/ή κατά παράβαση των υποχρεώσεων που είχε έναντι των Εναγόντων πελατών του με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να υποστούν ζημιά το ποσό που κατακράτησε και/ή πληρώθηκε ο ίδιος ... ως «προμήθεια»...». Παρατίθενται δε λεπτομέρειες αμέλειας ή παράβασης των νομίμων καθηκόντων του εναγομένου έναντι της ενάγουσας τις οποίες δεν κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω σε αυτό το μέρος της απόφασης αλλά με αναφορά στις οποίες θα επιστρέψει το Δικαστήριο κατά την εξέταση κατά πόσο όντως η ενάγουσα έχει αποδείξει την αξίωση της εναντίον του εναγομένου επί αυτής της διαζευκτικής βάσης. [ 33 ] Τονίζω και πάλι (βλ. σχετικά την παράγραφο 0 αυτής της απόφασης) πως - όπως καθίσταται εμφανές βάσει των ισχυρισμών εντός της έκθεσης απαίτησης - η ίδια ενάγουσα με τα όσα ισχυριζόταν εντός της έκθεσης απαίτησης της ουσιαστικά έθετε στον εαυτό της αποδεικτικούς στόχους τους οποίους θα έπρεπε κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας να πετύχει έτσι ώστε η αξίωση της να είχε επιτυχή έκβαση. Όπως αναφέρει σχετικά, με αναφορά και στην απόφαση Μαυρομιχάλη ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(1996)1 Α.Α.Δ. 530, η έντιμη Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Μιχαηλίδου Δ., στην απόφαση της Πολιτικής Έφεσης Αρ. 167/2010 Μάριος Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ημερομηνίας 21/10/2015, η «...δικογραφία επενεργεί στον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και δεν συνιστά ούτε μαρτυρία, ούτε αποδεικτικό υλικό για την απόδειξη των εκατέρωθεν ισχυρισμών». Θέτοντας το πολύ απλά αυτό το οποίο όφειλε η ενάγουσα να κάνει θα ήταν να παρουσίαζε τέτοια ανάλογη μαρτυρία με την οποία θα ήταν δυνατό να κριθεί πως όντως αποδεικνύονταν οι ισχυρισμοί εντός της έκθεσης απαίτησης της. Ιδωμένοι βεβαίως στο σύνολο τους και λογικά συνδεδεμένοι μεταξύ τους προς στοιχειοθέτηση μίας εύλογα αντιληπτής εκδοχής. [ 34 ] Αξίζει να σημειωθεί πως οι διάφορες βάσεις του αγώγιμου δικαιώματος της ενάγουσας παρατίθενται συνοπτικά και στις υποπαραγράφους Α και Β της παραγράφου 12, της τελευταίας δηλαδή παραγράφου, της έκθεσης απαίτησης. ΣΧΕΣΗ ΜΕΤΑΞΥ ΕΚΘΕΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΗΣ ΟΠΙΣΘΟΓΡΑΦΗΣΗΣ [ 35 ] Ακόμη όμως πιο αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως ενώ με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της η ενάγουσα δεν αναφερόταν με οποιοδήποτε τρόπο σε πολεοδομική άδεια εντούτοις με την έκθεση απαίτησης της (βλ. σχετικά και την παράγραφο [ 1 ] αυτής της απόφασης ως προς τη χρονική πτυχή του θέματος) αναφέρεται σε αυτό το θέμα. Θέμα το οποίο αναμφίβολα δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ως βασικό σε σχέση με την όλη βάση της αξίωσης της εναντίον του εναγομένου. [ 36 ] Άλλα θέματα τα οποία για πρώτη φορά προκύπτουν εντός των συγκεκριμένων υποπαραγράφων της έκθεσης απαίτησης είναι τα ακόλουθα. [ 36.1 ] Αυτά της παράβασης καθήκοντος ή σχέσης εμπιστοσύνης εκ μέρους του εναγομένου ή αμέλειας του ή μη τήρησης των υποχρεώσεων και καθηκόντων του ως σύμβουλος της ενάγουσας. Σε συνδυασμό βεβαίως με το προαναφερόμενο θέμα της πολεοδομικής άδειας. Ως προς το ότι δηλαδή ο ίδιος είχε δώσει ψεύτικες διαβεβαιώσεις ενώ γνώριζε πως δεν θα λαμβανόταν πολεοδομική άδεια και ενώ γνώριζε πως αυτή δεν μπορούσε να δοθεί για το συγκεκριμένο συγκρότημα. [ 36.2 ] Επιπλέον ενώ αρχικά οι ψευδείς παραστάσεις περιορίζονταν με αναφορά σε τρίτους (παράγραφος Β της γενικής οπισθογράφησης) πλέον με την έκθεση απαίτησης τόσο αυτές όσο και οι διαβεβαιώσεις του εναγομένου είχαν γίνει συζευκτικά ή διαζευκτικά και προς την ενάγουσα. Η αναφορά στην παράγραφο Α της γενικής οπισθογράφησης αναφέρεται σε ψευδείς παραστάσεις εις βάρος των συμφερόντων της ενάγουσας ενώ με την παράγραφο Β συγκεκριμενοποιείται η παράσταση σε ψευδείς παραστάσεις σε τρίτους με παρακίνηση ή εξώθηση με ψευδείς παραστάσεις και χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της ενάγουσας και έγκριση της στην σύναψη συμφωνιών αγοραπωλησίας ακινήτων. [ 37 ] Παρά και την προσπάθεια περιορισμού της έκτασης αυτής της απόφασης θεωρώ πως θα ήταν πιο εύκολα αντιληπτό όπως παραθέσω πιο κάτω το κείμενο των παραγράφων Α και Β της γενικής οπισθογράφησης του κλητηρίου εντάλματος με προσθήκη σε αυτό (με υπογράμμιση και τονισμό του κειμένου) των σημείων τα οποία μεταγενέστερα προστέθηκαν με τις υποπαραγράφους Α και Β της παραγράφου 12 της έκθεσης απαίτησης. «Α. ΛΚ132619.74.- € 226594.27.- ποσό το οποίο δόθηκε αχρεωστήτως και/ή χωρίς αντιπαροχή και/ή για αντιπαροχή η οποία εξέλιπε και/ή ως αποζημιώσεις και/ή για ζημιές και/ή άλλως πως τις οποίες έχουν υποστεί οι Ενάγοντες συνεπεία συμπεριφοράς του Εναγομένου και/ή ψευδών διαβεβαιώσεων και/ή παραστάσεων και/ή απάτης και/ή δόλου οι οποίες διενεργήθηκαν από τον Εναγόμενο εις βάρος των συμφερόντων των Εναγόντων και/ή λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού του Εναγομένου εις βάρος των Εναγόντων και/ή ως ποσό το οποίο έλαβε ο Εναγόμενος ως αμοιβή από τους Ενάγοντες για κτηματικές συναλλαγές οι οποίες δεν επιτεύχθηκαν και/ή ακυρώθηκαν και/ή ως ποσό που ο Εναγόμενος υποσχέθηκε να επιστρέψει στους Ενάγοντες εάν οι πράξεις ματαιώνοντο για οποιοδήποτε λόγο και/ή ως ποσό που ο Εναγόμενος οφείλει να επιστρέψει δυνάμει του Νόμου και/ή ως αποζημιώσεις για αθέτηση σύμβασης και/ή κατά παράβαση εκ μερους του Εναγομένου των υποχρεώσεων του που απορρέουν από τον Περί Κτηματομεσιτών Νόμο του 2004 και/ή δυνάμει σχέσης που προσομοιάζει με συμβατική και/ή δυνάμει σχέσης αντιπροσωπείας και/ή διαφορετικά και/ή άλλως πως και/ή ως πιο πάνω αναφέρεται και/ή ως αποζημιώσεις για παράβαση καθήκοντος και/ή σχέσης εμπιστοσύνης εκ μέρους του εναγομένου και/ή ως ζημιά που υπέστησαν οι Ενάγοντες λόγω αμελείας του Εναγομένου και/ή μη τήρησης των υποχρεώσεων του και/ή των νομίμων καθηκόντων του ως σύμβουλος έναντι των εναγόντων. Β. Αποζημιώσεις λόγω βλάβης στα συμφέροντα των Εναγόντων και/ή για ζημιές που υπέστησαν οι Ενάγοντες λόγω της αντισυμβατικής και/ή παράνομης συμπεριφοράς του Εναγομένου και/ή λόγω του ότι ο Εναγόμενος σκόπιμα και/ή χωρίς δικαιολογία και/ή παράνομα και/ή δόλια παρέστησε με ψευδείς παραστάσεις και/ή διαβεβαιώσεις στους ενάγοντες και/ή σε τρίτους και/ή παρακίνησε και/ή εξώθησε με ψευδείς παραστάσεις και/ή χωρίς την σύμφωνη γνώμη των Εναγόντων και/ή την έγκριση τους, την σύναψη συμφωνιών αγοραπωλησίας ακινήτων δίδοντας ψεύτικες διαβεβαιώσεις και/ή ενώ γνώριζε ότι δεν θα λαμβανόταν άδεια πολεοδομική και/ή σχετική άδεια και/ή ενώ είχε υποχρέωση να γνωρίζει ότι δεν μπορούσε να δοθεί πολεοδομική για το συγκεκριμένο συγκρότημα.» [ 38 ] Προτού αναφερθώ στην ύπαρξη και της νομικής πτυχής του όλου θέματος, ανεξάρτητα και από τη συνειδητή αποφυγή ενδελεχούς εξέτασης της, θεωρώ ότι αναδεικνύεται και με αυτό τον τρόπο το στοιχείο της έλλειψης γνησιότητας σε σχέση με την ίδια τη βάση της όλης εκδοχής της ενάγουσας. Εκδοχή η οποία, όπως εν τέλει διαπιστώνεται, προκύπτει περισσότερο από ένα αναδρομικό αυτοσχεδιασμό τόσο με την τελική μορφή διατύπωσης της απαίτησης της ενάγουσας όσο και με τη μαρτυρία προς απόδειξη της. Συντείνει και αυτό το στοιχείο στο τελικό συμπέρασμα του Δικαστηρίου ως προς την απουσία μίας ειλικρινής αναφοράς από τον μάρτυρα, ο οποίος κατέθεσε προς απόδειξη της αξίωσης της ενάγουσας, στα όσα είχαν πραγματικά συμβεί μεταξύ των διαδίκων κατά τον ουσιώδη χρόνο της αγωγής. [ 39 ] Αναφορικά δε με τη νομική πτυχή του όλου θέματος το Δικαστήριο διατηρεί υπόψη του πως τα όσα παρατηρούνται πιο πάνω, σε σχέση με τη διατύπωση του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος και της έκθεσης απαίτησης, ούτε ηγέρθηκαν από τους δικηγόρους του εναγομένου αλλά ούτε και αποτέλεσαν με οποιοδήποτε τρόπο θέμα αντιδικίας μεταξύ των διαδίκων. Συνεπώς θεωρώ πως δεν θα ήταν ορθό ή δίκαιο μετά και από την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας να δοθεί οποιαδήποτε περισσσότερη σημασία, ιδιαίτερα δε από δικονομικής άποψης, στον τρόπο με τον οποίο στη συνέχεια η έκθεση απαίτησης είχε διατυπωθεί μετά και από πάροδο πέραν των δύο χρόνων από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής επί γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. [ 40 ] Σχετική βεβαίως επί του θέματος είναι η Δ.20 θ. 1Α των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας[3] ως επίσης και η Δ.2 θ. 3[4] ενώ ο τρόπος με τον οποίο παρέχεται η δυνατότητα ουσιαστικά μερικής αλλαγής της γενικής οπισθογράφησης με την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης εξετάζεται σε σχετικά συγγράμματα. Όπως, παραδείγματος χάριν, στη σελίδα 70[5] του συγγράμματος "Precedents of Pleadings" των Bullen and Leake and Jacob's της σειράς "The Common Law Library" (12η Έκδοση). [ 41 ] Διευκρινίζω και πάλι όμως, για τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω (βλ. σχετικά την παράγραφο [ 39 ] αυτής της απόφασης), πως το όλο θέμα δεν αντιμετωπίζεται από το Δικαστήριο ως δικονομικό αλλά ως μία σαφή ένδειξη της έλλειψης γνησιότητας της εκδοχής της ενάγουσας είτε όπως αυτή διατυπώθηκε εντός της έκθεσης απαίτησης είτε όπως αυτή προωθήθηκε με τη μαρτυρία του μοναδικού της μάρτυρα κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Η ΕΚΔΟΧΗ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ [ 42 ] Η εκδοχή την οποία ο εναγόμενος προβάλει με την έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης του (στο εξής θα καλείται η «υπεράσπιση») δεν είναι ιδιαίτερα πολύπλοκη καθώς ουσιαστικά αρνείται τους ισχυρισμούς της ενάγουσας ενώ παράλληλα με τις αρνήσεις τις οποίες προβάλει αναφέρεται και σε ισχυρισμούς οι οποίοι ουσιαστικά δεν αποτελούν οτιδήποτε περισσότερο από επανάληψη αυτών των αρνήσεων. Παραδείγματος χάριν, με την παράγραφο 1 της έκθεσης απαίτησης της η ενάγουσα ισχυρίζεται, ως εταιρεία η οποία μόλις είχε αρχίσει να ασχολείται με την ανάπτυξη γης, πως ο εναγόμενος ανέλαβε να την συμβουλεύει και καθοδηγεί. Ο εναγόμενος αρνείται τον συγκεκριμένο ισχυρισμό και ισχυρίζεται ότι η ίδια η ενάγουσα τον πλησίασε για συνεργασία μαζί της. Απορρίπτει τον ισχυρισμό πως η αγορά του επίδικου ακινήτου έγινε αφού προηγουμένως είχε δοθεί συμβουλή από τον ίδιο ή ότι θα ερευνούσε στην πολεοδομία ή ότι θα είχε συνάντηση με τον Διευθυντή της Πολεοδομίας στην Πάφο. Μάλιστα, όπως ισχυρίζεται, η ενάγουσα παρουσιάστηκε στον ίδιο ως ιδιοκτήτρια γης στην Άρμου και ότι ενδιαφερόταν να συνεργαστεί μαζί του λόγω της φήμης του, των ικανοτήτων του και της πολυετούς πείρας του. [ 43 ] Διατηρώντας υπόψη τη λεπτομερή αναφορά εντός αυτής της απόφασης πιο πάνω των θέσεων της ενάγουσας και λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη τη γενική άρνηση του εναγομένου των ισχυρισμών της ενάγουσας, ασφαλώς δεν χρειάζεται η οποιαδήποτε ιδιαίτερη επανάληψη αυτών των θέσεων σε αυτό το μέρος της απόφασης. Περισσότερη σημασία έχει ο βαθμός στον οποίο πέραν από απλή άρνηση αναδεικνύονται οι οποιεσδήποτε επιπρόσθετες λεπτομέρειες αναφορικά με την εκδοχή του εναγομένου. Παραδείγματος χάριν, αναφέρει στην παράγραφο 4 (σελίδα 2) της υπεράσπισης του πως η συμφωνία ήταν πως η ίδια η ενάγουσα ως ιδιοκτήτρια της γης θα ανέγειρε κτηριακό συγκρότημα και πως θα φρόντιζε η ίδια για την εξασφάλιση των σχετικών αδειών. Αξίζει να σημειωθεί πως σε αυτό το μέρος της υπεράσπισης η ενάγουσα περιγράφεται και ως κάτοχος της ιδιότητας του κτηματομεσίτη («ως Κτηματομεσίτες») όμως αυτό το σημείο παραμένει αδιευκρίνιστο εντός της υπόλοιπης υπεράσπισης. Ούτε και κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας ηγέρθηκε προς εξέταση το συγκεκριμένο θέμα. Διευκρινίζει εντούτοις ο εναγόμενος πως η έκδοση αδειών ήταν ευθύνη της ενάγουσας και πως τα καθήκοντα και υποχρεώσεις τις οποίες ο ίδιος είχε αναλάβει στη συνεργασία του με την ενάγουσα ήταν η μεσολάβηση του ως κτηματομεσίτης για εξεύρεση αγοραστών των διαμερισμάτων. Ουσιαστικά με την υπεράσπιση του ο εναγόμενος τονίζει τη διαφωνία του με τα όσα η ενάγουσα ισχυρίζεται στην έκθεση απαίτησης της. Χρησιμοποιεί μάλιστα την ίδια λέξη με την οποία η ενάγουσα του καταλογίζει την ανάληψη διαφόρων υποχρεώσεων ως προς την κατ΄ ισχυρισμό παροχή δηλαδή διαβεβαιώσεων από τον ίδιο. Συγκεκριμένα αναφέρει πως είναι η ενάγουσα η οποία διαβεβαίωνε τον ίδιο πως η «μερίμνηση» για την έκδοση των σχετικών αδειών ήταν αρμοδιότητα της ενάγουσας ως ιδιοκτήτρια της γης και ως εταιρεία κατασκευαστική για την έκδοση των σχετικών αδειών οικοδομής, πολεοδομικών αδειών κ. τ. λ.. Τονίζοντας πως ο ίδιος σε καμία περίπτωση δεν ανέλαβε τέτοια υποχρέωση και πως ουδέποτε διαβεβαίωσε την ενάγουσα για την έκδοση αδειών αφού κάτι τέτοιο δεν ήταν στη δική του αρμοδιότητα ως κτηματομεσίτης ενώ τα καθήκοντα του «ρητώς και/ή προφορικώς» περιορίζονταν στην εξεύρεση αγοραστών για τα διαμερίσματα που η ενάγουσα θα ανέγειρε. Μάλιστα ο ίδιος ισχυρίζεται πως προς εκπλήρωση των συμβατικών του υποχρεώσεων εξηύρε τους αγοραστές που του είχε ζητήσει η ενάγουσα και αφού αυτή εισέπραττε προκαταβολή από κάθε ενδιαφερόμενο αγοραστή υπέγραφε και σχετικό αγοραπωλητήριο έγγραφο. Ουσιαστικά, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, ο εναγόμενος επικεντρώνεται σε ένα βασικό ισχυρισμό. Ότι δηλαδή το μόνο που ανέλαβε ήταν την εξεύρεση αγοραστών για τα διαμερίσματα. [ 44 ] Υπάρχει ένα σημείο στην υπεράσπιση του εναγομένου το οποίο ακόμη και ο ίδιος δεν υποστήριξε με τη μαρτυρία την οποία παρουσίασε. Δηλαδή η άρνηση και απόρριψη του ως προς την είσπραξη ποσών χρημάτων ως προμήθεια από τους προτιθέμενους αγοραστές. ΟΙ ΕΚΔΟΧΕΣ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΩΝ ΚΑΙ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥΣ [ 45 ] Ουσιαστικά οι πιο πάνω είναι οι αντίστοιχες εκδοχές των διαδίκων όπως αυτές είναι δυνατό να εξαχθούν από τα δικόγραφα. Στη συνέχεια το Δικαστήριο θα εξετάσει πως οι διάδικοι επεδίωξαν να στοιχειοθετήσουν αυτές τις εκδοχές με την παρουσίαση μαρτυρίας. Παράλληλα διατηρείται υπόψη βεβαίως πως είναι η ενάγουσα η οποία έφερε το βάρος απόδειξης ως προς την απόδειξη της αξίωσης. Ενώ ο εναγόμενος είχε αποσύρει την ανταπαίτηση του πριν από την έναρξη της προφορικής κατάθεσης του, παύοντας πλέον με αυτή την απόσυρση να έχει οποιοδήποτε σχετικό βάρος απόδειξης. [ 46 ] Στη συνέχεια της απόφασης το Δικαστήριο θα προχωρήσει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας την οποία η ενάγουσα παρουσίασε προς απόδειξη της αξίωσης - διατηρώντας βεβαίως ταυτόχρονα υπόψη και την εκδοχή του εναγομένου όπως αυτή τίθετο στον μάρτυρα της ενάγουσας κατά την αντεξέταση του - και ακολούθως σε αξιολόγηση της μαρτυρίας την οποία ο εναγόμενος παρουσίασε προς υποστήριξη της υπεράσπισης του. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΠΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΤΗΣ ΑΞΙΩΣΗΣ [ 47 ] Ο μάρτυρας της ενάγουσας, Μιχάλης Χατζηλούκας, ως διευθυντής της ενάγουσας (στο εξής θα καλείται ο Χατζηλούκας) υιοθέτησε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του ενώ το υπόλοιπο μέρος αυτής αναλώθηκε σε κατάθεση τεκμηρίων. Σημειώνεται απλά πως το περιεχόμενο των παραγράφων 1, 2 και 3 της γραπτής δήλωσης έγινε δεκτό από την ευπαίδευτη συνήγορο του εναγομένου ως παραδεκτά γεγονότα. [ 48 ] Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως διατηρώντας υπόψη το γεγονός ότι η οποιαδήποτε συμφωνία όντως συνομολογήθηκε μεταξύ των διαδίκων δεν ήταν γραπτή αλλά προφορική ασφαλώς και αποκτούν ιδιαίτερη σημασία οι ισχυρισμοί τόσο αυτού του μάρτυρα όσο και του εναγομένου αναφορικά με τα όσα είχαν συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων. [ 49 ] Βεβαίως οι ισχυρισμοί του Χατζηλούκα θα πρέπει να ιδωθούν εντός του πλαισίου των ισχυρισμών της ενάγουσας όπως αυτοί παρατίθενται στην έκθεση απαίτησης της. Ενώ το ίδιο ισχύει και σε σχέση με τους ισχυρισμούς του εναγομένου και του περιεχομένου του δικού του δικογράφου. [ 50 ] Παραδείγματος χάριν, σε σχέση με τους ισχυρισμούς του Χατζηλούκα, ενώ με την έκθεση απαίτησης δημιουργείται η εντύπωση αμφισβήτησης του δικαιώματος του εναγομένου να εισπράττει οποιαδήποτε προμήθεια, εντούτοις με τη γραπτή δήλωση προβάλλεται ισχυρισμός ουσιαστικά ως προς το ότι όντως υπήρχε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ότι ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες του ο εναγόμενος θα λάμβανε προμήθεια 7% επί της τιμής πώλησης από τα αγοραπωλητήρια τα οποία η ενάγουσα θα σύναπτε με αγοραστές. Με επιφύλαξη βεβαίως ως προς την τήρηση τριών προϋποθέσεων. Δηλαδή, πρώτο, έκδοση πολεοδομικής άδειας, δεύτερο, ανέγερση του συγκροτήματος και τέλος ότι οι πωλήσεις δεν θα ακυρώνονταν. Η δε τρίτη προϋπόθεση όπως αναφέρεται και πιο πάνω (βλ. σχετικά την παράγραφο [ 24 ] αυτής της απόφασης) ουσιαστικά προτάσσεται υπό την διπλή έννοια πως πρώτο, οι πωλήσεις θα ολοκληρώνονταν και δεύτερο, τα αγοραπωλητήρια έγγραφα δεν θα ακυρώνονταν. [ 51 ] Υπενθυμίζω απλά πως εντός της έκθεσης απαίτησης αναφέρεται πως ο εναγόμενος «απαίτησε» από την ενάγουσα «και/ή συμφωνήθηκε» να λάβει προμήθεια (παράγραφος 4). Η λέξη προμήθεια εσωκλείεται σε εισαγωγικά προφανώς έτσι ώστε να αναδεικνύεται η διαφωνία της ενάγουσας ως προς το ότι αυτό το οποίο είχε συμφωνηθεί ήταν όντως προμήθεια. Επιπλέον, αναφέρεται, εντός της ίδιας παραγράφου, πως ο εναγόμενος έπεισε ουσιαστικά («...ισχυριζόμενος και πείθοντας...») την ενάγουσα ότι δικαιούται «το ποσό αυτό» ως αδειούχος κτηματομεσίτης, δίχως εντούτοις να αναφέρεται το οποιοδήποτε ποσό εντός της έκθεσης απαίτησης. Ενώ στην παράγραφο 6, κάνοντας και πάλι χρήση εισαγωγικών, υπάρχει αναφορά σε «προμήθειες» «και/ή» ποσά τα οποία παράνομα εισέπραξε «και/ή» κατακράτησε. Υπάρχει μάλιστα και ισχυρισμός (παράγραφος 10) ως προς το ότι η προμήθεια δεν ήταν απαιτητή και πληρωτέα και ότι σύμφωνα με τον σχετικό Νόμο δεν μπορούσε να πληρωθεί προμήθεια αφού οι επίδικες συναλλαγές δεν συνιστούσαν κτηματική συναλλαγή σύμφωνα με τον σχετικό Νόμο «και/ή» εφόσον οι αγοραστές πλήρωσαν μόνο μέρος του τιμήματος επομένως «...η ονομαζόμενη «προμήθεια» υπολογίσθη στο σύνολο του τιμήματος πωλήσεως και όχι στο ποσό που κατέβαλαν οι αγοραστές ως ήταν οι ρητοί και/ή εξυπακουόμενοι όροι της συμφωνίας των διαδίκων (σε περίπτωση που τα συμβόλαια δεν ακυρώνοντο) και/ή αφού οι πωλήσεις ακυρώθηκαν». Αξίζει να σημειωθεί σε σχέση με αυτή την τελευταία αναφορά πως ουσιαστικά με αυτή προστίθεται και άλλος όρος ως προς την ύπαρξη συμφωνίας (ρητής ή εξυπακουόμενης) αναφορικά με το ποσό βάσει του οποίου θα υπολογιζόταν η προμήθεια. [ 52 ] Ο ισχυρισμός του Χατζηλούκα στη γραπή δήλωση του είναι πολύ πιο απλός και δεν στοιχειοθετεί με οποιοδήποτε τρόπο τις λεπτομέρειες οι οποίες αναφέρονται εντός της έκθεσης απαίτησης σε σχέση με το θέμα της προμήθειας. [ 53 ] Βεβαίως στην παράγραφο 27 της γραπτής δήλωσης επαναλαμβάνονται οι λεπτομέρειες αμελείας ή παράβασης των καθηκόντων του εναγομένου μεταξύ των οποίων υπάρχει αναφορά και στη θέση αναφορικά με την είσπραξη από τον εναγόμενο ποσών τα οποία «ονόμαζε ως προμήθεια» ενώ έπρεπε να επιστρέψει ή να μην εισπράξει αυτά τα ποσά εφόσον οι «πράξεις» ή τα αγοραπωλητήρια έγγραφα δεν εμπίμπτουν στον όρο κτηματική συναλλαγή και αφού λανθασμένα υπολόγιζε ο εναγόμενος την «προμήθεια» του στο συνολικό ποσό πώλησης ενώ τα συνολικά ποσά πώλησης δεν είχαν εισπραχθεί και τα αγοραπωλητήρια είχαν ακυρωθεί και εν τέλει όλα τα ποσά είχαν επιστραφεί στους αγοραστές. Όμως η αναφορά ως προς το ότι λανθασμένα ο εναγόμενος υπολόγιζε την προμήθεια στο συνολικό ποσό πώλησης αντιφάσκει με τον ισχυρισμό του Χατζηλούκα στην παράγραφο 11 της γραπτής δήλωσης του όπου αναφέρει συγκεκριμένα πως η συμφωνία της ενάγουσας με τον εναγόμενο ήταν «...ότι ως αντάλλαγμα των υπηρεσιών του θα λάμβανε προμήθεια 7 % επί της τιμής πωλήσεως από τα αγοραπωλητήρια που θα σύναπτε η Ενάγουσα με τους αγοραστές...» δίχως αυτή να συνδέεται με πληρωμή πρώτα ολόκληρου του ποσού πώλησης. [ 54 ] Βεβαίως προστίθεται εδώ η επιφύλαξη ως προς τις προαναφερόμενες τρεις προϋποθέσεις (βλ. σχετικά την παράγραφο [ 50 ] αυτής της απόφασης) όμως δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά σε ύπαρξη συμφωνίας πως το ποσό της προμήθειας δεν θα εισπραττόταν αμέσως με την καταβολή της προκαταβολής ή ότι το ποσό της προμήθειας το οποίο θα εισέπραττε ο εναγόμενος σε αυτό το χρονικό σημείο θα έπρεπε να υπολογιζόταν ως ποσοστό σε σχέση με το ποσό της προκαταβολής και όχι του συνολικού ποσού πώλησης. Ασφαλώς και θα μπορούσε αυτό να είχε συμφωνηθεί, επίσης προφορικά βεβαίως. Όμως ουσιαστικά, ως προς την ύπαρξη τέτοιου όρου ή τουλάχιστον την ύπαρξη συμφωνίας ως προς τη συγκεκριμένη διευκρίνιση, αυτό το οποίο όντως ισχυρίζεται η ενάγουσα στην έκθεση απαίτησης ως ένας ρητός ή εξυπακουόμενος όρος (παράγραφος 10) συνδέεται με τις λεπτομέρειες αμελείας ή παράβασης των καθηκόντων του εναγομένου (παράγραφος 11) σε λανθασμένο υπολογισμό επί του συνολικού ποσού της πώλησης. Συμπλέκονται δηλαδή με ένα ιδιαίτερα ασαφή τρόπο οι έννοιες τόσο της ύπαρξης συμφωνίας (ρητής ή εξυπακουόμενης) όσο και της αμέλειας ή παράβασης καθηκόντων του εναγομένου ή ακόμη και της ύπαρξης λανθασμένου υπολογισμού. Δηλαδή, η θέση της ενάγουσας επί του συγκεκριμένου θέματος δεν είναι σαφής. Ούτε και εξηγεί με σαφήνεια γιατί θα πρέπει να θεωρηθεί πως «λανθασμένα» και όχι κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, ο εναγόμενος υπολόγιζε την προμήθεια του επί του συνολικού ποσού πώλησης. Ενώ και ο ίδιος ο Χατζηλούκας με τη γραπτή δήλωση του απλά υιοθετεί ουσιαστικά και επαναλαμβάνει αυτές τις λεπτομέρειες δίχως να τις συνδέει με οποιοδήποτε συγκεκριμένο ισχυρισμό επί του προκειμένου. [ 55 ] Αντιφάσεις προκύπτουν και από την αντεξέταση του Χατζηλούκα. Κατά τη διάρκεια της οποίας αξίζει να σημειωθεί πως ο ίδιος έκανε χρήση του πληθυντικού. Προφανώς εννοώντας πως τα όσα ισχυριζόταν σε σχέση με δικές του πράξεις γίνονταν μαζί με κάποιο άλλο άτομο το οποίο μάλλον συμμετείχε μαζί του στη διεύθυνση της ενάγουσας ως εταιρεία. Διατηρείται στην οποιαδήποτε επανάληψη της μαρτυρίας εντός αυτής της απόφασης η χρήση αυτή του πληθυντικού. [ 56 ] Επιστρέφοντας στο θέμα της ύπαρξης αντιφάσεων στην προφορική κατάθεση του συγκεκριμένου μάρτυρα παρατηρούνται τα ακόλουθα. [ 57 ] Ενώ με τη γραπτή δήλωση του ισχυρίζεται πως γνώρισε τον εναγόμενο το 2004 εντούτοις δίχως οποιοδήποτε δισταγμό παραδέχτηκε πως το 2003 είχαν συνεργαστεί με τον ίδιο τρόπο όπως και στη δεύτερη περίπτωση. Ενώ αναφέρει και σχετικές λεπτομέρειες και στις οποίες αξίζει να γίνει αναφορά εφόσον ο ίδιος ισχυριζόταν πως η συνεργασία έγινε με «...ακριβώς τον ίδιο τρόπο...». Συγκεκριμένα ανέφερε πως δεν ήταν δική του ευθύνη να βρει το τεμάχιο και ότι απλά τους είχε δείξει την περιοχή στην οποία είχε πελάτες που ενδιαφέρονταν για να αγοράσουν στούντιο. Αφού βρήκαν τεμάχιο στη συγκεκριμένη περιοχή τότε, μετά από επιτόπια εξέταση μαζί του, τους προέτρεψε να αγοράσουν το τεμάχιο και τότε ξεκίνησαν τη διαδικασία για πολεοδομική άδεια. [ 58 ] Το γεγονός πως ο συγκεκριμένος μάρτυρας όχι μόνο δεν υποστήριξε τον γραπτό ισχυρισμό του πως το 2004 είχε γνωρίσει τον εναγόμενο αλλά παρέλειψε επίσης να αναφερθεί στο δεδομένο της ύπαρξης προγενέστερης συνεργασίας μαζί με τον εναγόμενο ασφαλώς δεν επαυξάνει με οποιοδήποτε τρόπο την αξιοπιστία του γενικότερα. Βεβαίως, διατηρεί υπόψη του το Δικαστήριο πως είναι κοινά παραδεκτό γεγονός ότι η ενάγουσα είχε ως ημερομηνία εγγραφής την 2/7/2014 ως επίσης ότι κατά το χρόνο εγγραφής της έφερε άλλο όνομα (Michalis Xadjiloukas Bros Limited) και ότι αυτό άλλαξε τον Απρίλιο του 2005 (βλ. σχετικά την παράγραφο [ 4 ] αυτής της απόφασης). Όμως ο συγκεκριμένος μάρτυρας, όταν προέβαλε ισχυρισμούς αναφορικά με το πότε γνώρισε τον εναγόμενο, αναφερόταν στον εαυτό του. Μάλιστα όταν επισημάνθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο του εναγομένου η χρονική διάσταση των ισχυρισμών του μάρτυρα μεταξύ της γραπτής δήλωσης του και της προφορικής κατάθεσης ισχυρίστηκε πως τα όσα ισχυρίστηκε ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα «...τα δύο συγκροτήματα ήταν σχεδόν στον ίδιο χρονικό, στην ίδια χρονική περίοδο του 2004 περίπου». Αναιρώντας δίχως οποιοδήποτε δισταγμό τον μόλις πριν λίγο προβαλλόμενο ισχυρισμό του ως προς το ότι το 2003 περίπου είχαν συνεργαστεί με τον εναγόμενο σε μία άλλη περίπτωση. [ 59 ] Αναφέροντας απλά πως αυτό το οποίο είχε πει ήταν η αλήθεια και μόνο η αλήθεια. Χαρακτηριστική αναφορά την οποία έκανε χρήση και σε άλλα σημεία της αντεξέτασης του σε περιπτώσεις όπου βρισκόταν αντιμέτωπος με επισήμανση άλλων σημείων στη μαρτυρία του τα οποία δεν μπορούσε να υποστηρίξει με τη προβολή πειστικών ισχυρισμών ή εξηγήσεων. Όπως, παραδείγματος χάριν, όταν του υποβλήθηκε πως ο εναγόμενος καμία ανάμειξη δεν είχε στην πολεοδομική άδεια είτε στο Superior 53 είτε στο
- Ή, επίσης παραδείγματος χάριν, όταν του υποβλήθηκε πως ο εναγόμενος ουδέποτε τους παρότρυνε ή έπεισε στην αγορά του επίδικου ακινήτου και απάντησε πως τα όσα έχει αναφέρει είναι η μοναδική αλήθεια. [ 60 ] Υπάρχει αναφορά στην έκθεση απαίτησης πως ο εναγόμενος παρότρυνε την ενάγουσα να εξεύρει γη στην Άρμου με σκοπό την ανέγερση συγκροτημάτων διαμερισμάτων. Στη γραπή δήλωση του ο Χατζηλούκας ισχυρίζεται πως ο εναγόμενος παρότρυνε τον ίδιο όπως η ενάγουσα εξεύρει γη στην Άρμου για ανέγερση διαμερισμάτων. Διευκρίνισε κατά την αντεξέταση του πως ο εναγόμενος δεν τους πρότεινε να τους βρει γη στην Άρμου. Αυτό το οποίο είχε ειπωθεί ήταν ότι είχε πελάτες οι οποίοι ενδιαφέρονταν να αγοράσουν διαμερίσματα στην περιοχή της Άρμου και αν οι ίδιοι έβρισκαν τέτοιο τεμάχιο τότε θα τους βοηθούσε στο κλείσιμο όλων των πωλήσεων. [ 61 ] Βεβαίως υπάρχει μία επαρκώς εμφανής διαφορά στο να είχε παροτρύνει ο εναγόμενος την ενάγουσα να εξεύρει γη στην Άρμου για ανέγερση διαμερισμάτων και στο να είχε αναφέρει ότι είχε πελάτες οι οποίοι ενδιαφέρονταν για να αγοράσουν διαμερίσματα στη συγκεκριμένη περιοχή και ότι αν η ενάγουσα έβρισκε τεμάχιο στη συγκεκριμένη περιοχή τότε θα βοηθούσε στο κλείσιμο όλων των πωλήσεων. Αξίζει να σημειωθεί πως η διαφορά αυτή δεν προκύπτει από ισχυρισμό του εναγομένου αλλά του ίδιου του μάρτυρα της ενάγουσας ο οποίος κατέθετε με σκοπό την απόδειξη της αξίωσης της. [ 62 ] Μάλιστα στη συνέχεια ο Χατζηλούκας δηλώνει ξεκάθαρα πως είχαν βρει μόνοι τους το ακίνητο στην Άρμου. Διευκρινίζω και πάλι πως οι αναφορές του συγκεκριμένου μάρτυρα στον πληθυντικό απλά μεταφέρονται εντός αυτής της απόφασης ανεξάρτητα και από την αοριστία της αναφοράς στη κάθε περίπτωση σε πέραν του ενός ατόμου, δηλαδή ουσιαστικά του ίδιου του μάρτυρα. [ 63 ] Επιπλέον αφού πρώτα οι ίδιοι είχαν βρει μόνοι τους το συγκεκριμένο ακίνητο τότε ο μάρτυρας πήγε στο γραφείο του εναγομένου και μετά πήγαν μαζί στην Άρμου όπου αφού επιθεώρησε το συγκεκριμένο τεμάχιο τον διαβεβαίωσε πως «...του κάνει και να προχωρήσει στην αγορά του». Διερωτώμαι πραγματικά πως είναι δυνατό ο ισχυρισμός αυτός να θεωρηθεί ως παρότρυνση προς την ενάγουσα από τον εναγόμενο. [ 64 ] Ουσιαστικά αυτό το οποίο προκύπτει, βάσει ακόμη και των ίδιων των ισχυρισμών του Χατζηλούκα, είναι πως ο εναγόμενος τους είχε πει πως είχε πελάτες οι οποίοι ενδιαφέρονταν για αγορά διαμερισμάτων στην Άρμου, ότι στη συνέχεια η ενάγουσα εξηύρε τεμάχιο στη συγκεκριμένη περιοχή και ο εναγόμενος επισκέφθηκε το συγκεκριμένο χώρο και δήλωσε ότι αυτό ήταν κατάλληλο υπό την έννοια ότι οι πελάτες που είχε ενδιαφέρονταν για την αγορά διαμερισμάτων στη περιοχή και είπε στον Χατζηλούκα να προχωρήσει στην αγορά του. Δηλαδή ο εναγόμενος απλά είχε αναφέρει πως είχε πελάτες οι οποίοι ενδιαφέρονταν για αγορά διαμερισμάτων στη συγκεκριμένη περιοχή. [ 65 ] Αναφορικά με το κατ΄ ισχυρισμό γεγονός από μόνο του ότι επισκέφθηκε το τεμάχιο μαζί με τον Χατζηλούκα, διερωτώμαι πραγματικά πως αυτό είναι δυνατό να κριθεί πως συνάδει με τον ισχυρισμό εντός της γραπτής δήλωσης ως προς το ότι (παράγραφος 6) ο εναγόμενος «...αφού επιθεώρησε το τεμάχιο αυτό διαβεβαίωσε την Ενάγουσα ότι είναι κατάλληλο για τον τύπο συγκροτήματος το οποίο θα ανέγειρε»; Δηλαδή διαφορετικό είναι ο εναγόμενος να διαβεβαιώνει ότι είχε πελάτες για τη συγκεκριμένη περιοχή ή έστω ακόμη και του συγκεκριμένου τεμαχίου στην περιοχή αυτή και διαφορετικό να διαβεβαιώνει την ενάγουσα πως το συγκεκριμένο τεμάχιο είναι κατάλληλο για ανέγερση συγκεκριμένου τύπου συγκροτήματος. [ 66 ] Επιπλέον βεβαίως αξίζει να σημειωθεί πως εντός της γραπτής δήλωσης (παράγραφος 7) αναφέρεται πως ο εναγόμενος ενεργώντας ως ο ειδικός σύμβουλος της ενάγουσας συμβούλευσε, παρότρυνε και έπεισε την ενάγουσα να αγοράσει το χωράφι στην Άρμου αφού τους διαβεβαίωνε ότι υπήρχαν οι πελάτες και ότι «...προέβη στην δέουσα έρευνα και μελέτη και μπορούσε να εξασφαλιστεί Πολεοδομική Άδεια και οποιαδήποτε αναγκαία άδεια για την συγκεκριμένη ανάπτυξη». [ 67 ] Υπενθυμίζω επιπλέον πως εντός της έκθεσης απαίτησης αναφέρεται πως ο εναγόμενος είχε διαβεβαιώσει την ενάγουσα ότι ο Διευθυντής της Πολεοδομίας τον διαβεβαίωσε ότι επιτρεπόταν αυτού του είδους η ανάπτυξη. Ενώ με την παράγραφο 8 της γραπτής δήλωσης προβάλλεται ο ισχυρισμός πως είναι μετά από τις προτροπές και διαβεβαιώσεις του εναγομένου πως το συγκεκριμένο χωράφι ήταν κατάλληλο για την ανάπτυξη συγκροτήματος που η ενάγουσα σύναψε τα τρία πωλητήρια έγγραφα για την αγορά του χωραφιού. [ 68 ] Διευκρινίζω απλά πως οι αναφορές στη γραπή δήλωση του Χατζηλούκα, η οποία υιοθετήθηκε από τον ίδιο, ασφαλώς γίνονται υπό την έννοια πως και αυτές αποτελούν μέρος της κυρίως εξέτασης του και όχι ως μέρος ενός κειμένου. [ 69 ] Ισχυρίζεται ο συγκεκριμένος μάρτυρας πως κατά τη διαδικασία αγοράς του ακινήτου είχαν συχνές επαφές και συναντήσεις με τον εναγόμενο ο οποίος τους καθοδηγούσε ως προς τα αρχιτεκτονικά σχέδια τα οποία έπρεπε να κάνουν για να καταθέσουν στην Πολεοδομία. Παράλληλα αναφέρεται και σε δικό τους αρχιτέκτονα με τον οποίο επίσης είχαν συχνές επαφές. Αναφέρει επίσης πως έπαιρναν οδηγίες από τον εναγόμενο για να τελειώσουν τα σχέδια έτσι ώστε να τα δείξει στους πελάτες του. Διευκρίνισε πως ο αρχιτέκτονας είχε ξεκινήσει τα προσχέδια της ανάπτυξης και κάτω από την καθοδήγηση τόσο του ιδίου όσο και του εναγομένου προς τον ίδιο, το συγκρότημα έπρεπε να αποτελείται από διαμερίσματα - στούντιο. [ 70 ] Ερωτήθηκε ευθέως ως προς το άτομο το οποίο είχε αναλάβει την κατάθεση των αιτήσεων για την έκδοση πολεοδομικής άδειας. Απάντησε ότι την είχε αναλάβει ο αρχιτέκτονας προσθέτοντας όμως πως αυτό ουσιαστικά έγινε με την προϋπόθεση και διαβεβαίωση από τον εναγόμενο ότι τα συγκεκριμένα σχέδια θα είχαν εγκριθεί από την Πολεοδομική Αρχή. [ 71 ] Πραγματικά προκαλεί απορία πως είναι δυνατό όχι μόνο να έδιδε τέτοια διαβεβαίωση ο εναγόμενος αλλά παράλληλα να καλείται το Δικαστήριο να δεχτεί ως αξιόπιστο τον ισχυρισμό πως η ενάγουσα είχε βασιστεί σε μία τέτοια διαβεβαίωση. Όπως είναι γνωστό, σύμφωνα και με τη σχετική νομοθεσία επί του θέματος, ασφαλώς και νοείται πως ακολουθείται μία διαδικασία σε σχέση με την εξασφάλιση μίας πολεοδομικής άδειας. Δεν έχουν προβληθεί ουσιαστικά οποιοιδήποτε ισχυρισμοί σε σχέση με τη βασιμότητα της πίστης την οποία ο μάρτυρας ισχυρίζεται πως έδωσαν στην κατ΄ ισχυρισμό διαβεβαίωση του εναγομένου. Παραδείγματος χάριν, είχε δηλαδή υπόψη του ο Χατζηλούκας και άλλες περιπτώσεις στις οποίες ο εναγόμενος είχε πράγματι εξασφαλίσει πολεοδομική άδεια για την οποιαδήποτε άλλη ανάπτυξη; [ 72 ] Ο ισχυρισμός του ως προς την εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας για την ανάπτυξη στη Μεσόγη ουσιαστικά απορρίφθηκε με υποβολή ως προς το ότι ο εναγόμενος ουδέποτε παρουσιάστηκε ως ειδικός σύμβουλος για την έκδοση αδειών. Μάλιστα η περίπτωση της συνεργασίας στην Μεσόγη και η αναφορά ως προς το ότι αυτή ολοκληρώθηκε μετά από διαβουλεύσεις του εναγομένου στην Πολεοδομική Αρχή και εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας και μετά άδειας οικοδομής δεν προέκυψε καν από την κύρια εξέταση αλλά την αντεξέταση του εναγομένου. Κατά τη διάρκεια της οποίας προέκυψε και η ύπαρξη προηγούμενης συνεργασίας με τον εναγόμενο. Ενώ καμία άλλη μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε από την ενάγουσα η οποία όντως να αποδεικνύει το μετέωρο ουσιαστικά ισχυρισμό του Χατζηλούκα ως προς τον καθοριστικό ρόλο του εναγομένου αναφορικά με την εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας και άδειας οικοδομής σε σχέση με την προηγούμενη ανάπτυξη στην Μεσόγη. [ 73 ] Εύστοχα ερωτήθηκε ο συγκεκριμένος μάρτυρας εάν ο εναγόμενος είχε οποιεσδήποτε ειδικές γνώσεις επί του θέματος έτσι ώστε να είχε δώσει τις συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις. Η απάντηση η οποία δόθηκε καμία σχέση δεν είχε με την ερώτηση. Απάντησε ο μάρτυρας πως ο εναγόμενος παρουσιαζόταν σε αυτούς ως ο ειδικός για την πώληση των συγκεκριμένων διαμερισμάτων. Βεβαίως ακόμη και αυτός ο ισχυρισμός έχει σχέση με την πώληση ενός συγκεκριμένου τύπου διαμερίσματος και όχι με την οποιαδήποτε διαβεβαίωση ως προς την εξασφάλιση της πολεοδομικής άδειας για την ανέγερση ενός κτηριακού συγκροτήματος το οποίο να αποτελείται και από αυτό το είδος διαμερίσματος. [ 74 ] Ερωτήθηκε τότε εφόσον ο εναγόμενος ήταν γνωστός στον μάρτυρα από το προηγούμενο συγκρότημα πως τους παρουσιάστηκε ως ειδικός. Η απάντηση του μάρτυρα δεν ήταν ιδιαίτερα βοηθητική έτσι ώστε και πάλι να γίνει κατανοητή η πίστη την οποία η ενάγουσα έδειχνε στην οποιαδήποτε κατ΄ ισχυρισμό διαβεβαίωση του εναγομένου σε σχέση με τη δυνατότητα του ιδίου να εξασφαλίσει πολεοδομική άδεια. Ούτε όταν υποβλήθηκε στον μάρτυρα ότι ο εναγόμενος δεν είχε παρουσιαστεί σαν ειδικός σύμβουλος για την έκδοση αδειών απάντησε ευθέως ο μάρτυρας. Η απάντηση η οποία δόθηκε ήταν ότι είχε παρουσιαστεί σε αυτούς ως ειδικός σύμβουλος για τέτοιες αναπτύξεις. [ 75 ] Πραγματικά μόνο ερωτηματικά προκαλούν οι ισχυρισμοί του συγκεκριμένου μάρτυρα. Η προσπάθεια σύνδεσης του εναγομένου με την οποιαδήποτε ιδιότητα βάσει της οποίας θα μπορούσε να εξασφαλίσει πολεοδομική άδεια δεν κρίνεται ως πειστική. Εάν, παραδείγματος χάριν, ο μάρτυρας είχε ισχυριστεί πως ο εναγόμενος ψευδώς τους είχε διαβεβαιώσει ότι λόγω στενής φιλικής σχέσης του με τον Διευθυντή της Πολεοδομίας ή με τη πληρωμή ενός ανάλογου ποσού ή την παροχή ενός αντίστοιχου ανταλλάγματος ως δωροδοκία για την έκδοση της πολεοδομικής άδειας, τότε θα ήταν πιο κατανοητή η θέση του, τουλάχιστον υπό την έννοια μίας σαφώς προβαλλόμενης θέσης. [ 76 ] Όμως ο μάρτυρας επί του συγκεκριμένου θέματος ήταν ασαφής και αόριστος καθώς προσπαθούσε να πείσει πως ο εναγόμενος είχε κάποια προσόντα τα οποία για κάποιο αόριστο λόγο θα οδηγούσαν με ένα ανεξήγητα αναμενόμενο αλλά αναμφίβολα δεδομένο τρόπο στην έκδοση της πολεοδομικής άδειας. [ 77 ] Εξέφρασε απορία ο μάρτυρας όταν του υποβλήθηκε πως ο αρχιτέκτονας τα είχε αναλάβει όλα αυτά προτού συναντήσουν τον εναγόμενο και όταν του διευκρινίστηκε πως αυτό το οποίο εννοούσε η ευπαίδευτη συνήγορος του εναγομένου ήταν η έκδοση των σχετικών αδειών. Απάντησε πως το άτομο το οποίο τους είχε υποσχεθεί για την πολεοδομική άδεια ήταν ο εναγόμενος και πως κανένα άλλο άτομο δεν είχε αναλάβει τέτοια ευθύνη. Όταν δε ανέφερε το κόστος ανέγερσης (περίπου 5 έως 6 εκατομμύρια) ερωτήθηκε εάν θα προέβαινε σε τέτοια επένδυση βασιζόμενος μόνο στις προφορικές παροτρύνσεις και συμβουλές κάποιου κτηματομεσίτη. Απάντησε πως δεν είχαν ξεκινήσει την ανέγερση της ανάπτυξης και πως περίμεναν πρώτα την έκδοση της πολεοδομικής άδειας και την εξεύρεση των πελατών. Θέτοντας δηλαδή ως προϋπόθεση πως χωρίς αυτά τα δύο γεγονότα δεν θα προχωρούσε η ενάγουσα σε ανέγερση. Όταν του υπενθύμισε ότι όμως είχαν γίνει έξοδα υπό την έννοια της αγοράς του ακινήτου απάντησε απλά πως είχαν αγοράσει το επίδικο ακίνητο αλλά περίμεναν τις άδειες. Βεβαίως και η αγορά του επίδικου ακινήτου είχε ένα σημαντικό κόστος για την ενάγουσα με μοναδικό στόχο την ανάπτυξη του με την ανέγερση κτηριακού συγκροτήματος επί αυτού ενώ η έκδοση της πολεοδομικής άδειας αποτελούσε μία απαραίτητη προϋπόθεση για την προγραμματισμένη ανάπτυξη του. [ 78 ] Αναφορικά με τα όσα ισχυρίστηκε ο συγκεκριμένος μάρτυρας σε σχέση με τον ρόλο του αρχιτέκτονα πραγματικά δεν είναι δυνατό να μην σημειωθεί πως επέλεξε η ενάγουσα να μην κλητεύσει τον συγκεκριμένο αρχιτέκτονα ως μάρτυρα έτσι ώστε ενδεχομένως να είχαν ενισχυθεί οι αόριστοι ουσιαστικά ισχυρισμοί του μάρτυρα αναφορικά με τη σημασία ή ακόμη σε σχέση και με την ίδια την ύπαρξη ή τη βασιμότητα των οποιωνδήποτε διαβεβαιώσεων του εναγομένου αναφορικά με την εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας. Θα μπορούσε να παρομοιαστεί η συγκεκριμένη περίπτωση με την ύπαρξη διαβεβαίωσης από ένα άτομο το οποίο να μην είναι δικηγόρος σε ένα διάδικο ως προς το ότι η αγωγή του - την οποία όντως χειρίζεται ένας δικηγόρος - θα έχει επιτυχή έκβαση και ο συγκεκριμένος διάδικος να βασίζεται στη συγκεκριμένη διαβεβαίωση παρά σε οποιαδήποτε συμβουλή του ίδιου του δικηγόρου ο οποίος χειρίζεται την αγωγή. [ 79 ] Όταν τέθηκε στον μάρτυρα πως το γεγονός ότι η συμφωνία δεν έγινε γραπτώς ήταν διότι τα πράγματα δεν είχαν συμφωνηθεί έτσι, ο ίδιος ισχυρίστηκε πως το ότι είχαν συμφωνηθεί τα όσα ο ίδιος ισχυριζόταν αποδεικνύεται «περίτρανα» και από το γεγονός ότι η ανάπτυξη ονομάστηκε Superior
- Όμως ουσιαστικά αυτός ως ο μοναδικός γραπτός κρίκος σύνδεσης με τον εναγόμενο δεν τον συνδέει με την οποιαδήποτε ανάληψη ευθύνης εξασφάλισης της πολεοδομικής άδειας. [ 80 ] Αναδεικνύει απλώς την αποκλειστικότητα την οποία ο εναγόμενος είχε ως προς την πώληση διαμερισμάτων στο συγκεκριμένο συγκρότημα (όπως ο ίδιος ο Χατζηλούκας ισχυρίστηκε) χωρίς όμως παράλληλα να αναδεικνύει έστω και ενδεικτικά την οποιαδήποτε υποχρέωση του εναγομένου να εξασφαλίσει την πολεοδομική άδεια για το επίδικο συγκρότημα. [ 81 ] Όταν δε του υποβλήθηκε πως δεν είναι ο κτηματομεσίτης ο ειδικός για να συμβουλέψει για την έκδοση αδειών αλλά ο αρχιτέκτονας ή ο πολιτικός μηχανικός, απάντησε πως είναι με υποδείξεις του εναγομένου που είχαν προχωρήσει τα αρχιτεκτονικά σχέδια και κατάθεση τους στην Πολεοδομική Αρχή και με ευθύνη του εναγομένου για την έκδοση της πολεοδομικής άδειας. Πραγματικά είναι εκπληκτικός ο συγκεκριμένος ισχυρισμός του μάρτυρα αυτού καθώς ουσιαστικά αυτό το οποίο ισχυρίζεται είναι πως ακόμη και τα αρχιτεκτονικά σχέδια είχαν γίνει όχι ως αποτέλεσμα πρωτοβουλίας του αρχιτέκτονα αλλά με υποδείξεις του εναγομένου ωσάν κι αυτός να είχε και την ιδιότητα ή τουλάχιστον τις ικανότητες ενός αρχιτέκτονα ως προς την προετοιμασία των αρχιτεκτονικών σχεδίων. Υπενθυμίζω βεβαίως πως υπάρχουν επισυνημμένα και αρχιτεκτονικά σχέδια στα αγοραπωλητήρια έγγραφα. Εάν όντως με υποδείξεις του εναγομένου προχώρησαν στα αρχιτεκτονικά σχέδια τότε γιατί δεν παρουσίασε η ενάγουσα και τον αρχιτέκτονα ως μάρτυρα έτσι ώστε να επιβεβαιώσει αυτό τον ισχυρισμό και ενδεχομένως να τον καθιστούσε αξιόπιστο; [ 82 ] Όμως υπό τις περιβάλλουσες περιστάσεις πραγματικά ο συγκεκριμένος ισχυρισμός δεν πείθει καν ως προς τη λογικότητα γενικότερα των ισχυρισμών του Χατζηλούκα. Εμφανώς ο μάρτυρας αυτός κατέβαλε με τους ισχυρισμούς του μία συνεχή αλλά καθόλου πειστική προσπάθεια να δημιουργήσει μία εκδοχή των πραγμάτων βάσει της οποίας ο εναγόμενος είχε επιφορτιστεί βάσει της επίδικης συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων με την απόλυτη ευθύνη για την εξασφάλιση της πολεοδομικής άδειας. Έτσι ώστε η αποτυχία στην εξασφάλιση αυτής να έδιδε και το δικαίωμα στην ενάγουσα να διεκδικήσει πίσω τα όσα χρήματα ο εναγόμενος είχε εισπράξει ως προμήθεια για τις επίδικες πωλήσεις. [ 83 ] Βεβαίως πραγματικά ακόμη και από μόνος του ο ισχυρισμός ότι ο εναγόμενος ήταν υποχρεωμένος βάσει της επίδικης συμφωνίας να επιστρέψει πίσω όλα τα χρήματα τα οποία θα εισέπραττε δεν έχει καμία πειστική αξία ή λογική καθότι δεν επεξηγεί με οποιοδήποτε τρόπο τον λόγο βάσει του οποίου ο εναγόμενος θα αναλάμβανε μία τέτοια συμβατική υποχρέωση. Η οποία βεβαίως στο τέλος, σε περίπτωση μη έκδοσης της πολεοδομικής άδειας, θα οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια στο εξής αποτέλεσμα. Όλες οι υπηρεσίες του για την πώληση των διαμερισμάτων θα είχαν προσφερθεί δωρεάν δίχως οποιοδήποτε αντάλλαγμα. [ 84 ] Λογικά μόνο ένας συνέταιρος σε μία επιχειρηματική δραστηριότητα θα μπορούσε να είχε δεχτεί τέτοια διευθέτηση. Βάσει της οποίας ουσιαστικά ο εναγόμενος θα συμφωνούσε αποδεχόμενος το ενδεχόμενο αλλά και τον επιχειρηματικό κίνδυνο να μην εισέπραττε τίποτε παρά και την οποιαδήποτε εργασία θα είχε εκτελέσει ή υπηρεσία θα είχε προσφέρει. Δίχως όμως ακόμη και σε μία τέτοια περίπτωση - η οποία βεβαίως δεν προτάθηκε ως μέρος της εκδοχής της ενάγουσας - το Δικαστήριο να έχει πεισθεί πως ο ίδιος θα μπορούσε να είχε τον οποιοδήποτε πραγματικό έλεγχο ως προς την ευθύνη την οποία θα είχε κατ΄ ισχυρισμό αναλάβει για την έκδοση της πολεοδομικής άδειας. [ 85 ] Υπενθυμίζω πως η ενάγουσα δεν παρουσίασε οποιαδήποτε σαφή και πειστική μαρτυρία βάσει της οποίας ο εναγόμενος θα μπορούσε να προβλέψει ή να επηρεάσει το αποτέλεσμα υποβολής μίας αίτησης για την έκδοση πολεοδομικής άδειας από την ενάγουσα. Ακόμη και η μοναδική περίπτωση της προηγούμενης συνεργασίας με τον εναγόμενο στην οποία ο Χατζηλούκας αναφέρθηκε δεν υποστηρίχθηκε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο πέραν από την απομονωμένη αναφορά του σε αυτή. Η οποία υπό τις περιστάσεις πραγματικά δεν κρίνεται επαρκής έτσι ώστε να ενισχύσει την αξιοπιστία των ισχυρισμών του συγκεκριμένου μάρτυρα. Ενώ γενικότερα αμφισβητήθηκε σταθερά κατά την αντεξέταση του Χατζηλούκα πως ο εναγόμενος παρουσίαζε τον εαυτό του είτε ως ειδικό είτε ως υπεύθυνο για την έκδοση μίας πολεοδομικής άδειας ή άδειας οικοδομής. [ 86 ] Όταν η ευπαίδευτη συνήγορος του εναγομένου επισήμανε στον μάρτυρα υπό μορφή υποβολής πως η συνήθης πρακτική η οποία ακολουθείται είναι η κατάθεση της άδειας και των αρχιτεκτονικών σχεδίων από τον αρχιτέκτονα και πως αυτός είναι ο αρμόδιος για να δώσει γνωμάτευση για την έκδοση η μή της πολεοδομικής άδειας, ο μάρτυρας, αν και δέχτηκε πως ο αρχιτέκτονας έχει την ευθύνη να καταθέσει τα σχέδια εντούτοις δεν έχει την ευθύνη να εξασφαλίσει την πολεοδομική άδεια. Αναφερόταν βεβαίως ο μάρτυρας με την απάντηση του στη γενική πρακτική. [ 87 ] Πρόσθεσε όμως πως στη συγκεκριμένη περίπτωση υπήρχαν οι διαβεβαιώσεις του εναγομένου για την εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας. Δίχως και πάλι όμως να επεξηγεί με οποιοδήποτε πειστικό τρόπο γιατί είτε ο ίδιος είτε οποιοδήποτε άλλο άτομο θα μπορούσαν να βασιστούν σε τέτοιες κατ΄ ισχυρισμό διαβεβαιώσεις. Εάν βεβαίως τέτοιες διαβεβαιώσεις είχαν δοθεί. Καθότι το Δικαστήριο δεν έχει πεισθεί ότι όντως δόθηκαν. Τόσο ο αόριστος επί του θέματος τρόπος με τον οποίο ο μάρτυρας αυτός κατέθετε όσο και οι ισχυρισμοί τους οποίους προέβαλε στο σύνολο τους δεν πείθουν πως όντως υπήρχε ο οποιοσδήποτε λόγος ο οποίος θα οδηγούσε την ενάγουσα ή τους αξιωματούχους της να αποδεχτούν ως βάσιμες τέτοιες κατ΄ ισχυρισμό διαβεβαιώσεις του εναγομένου. [ 88 ] Ούτε και η ιδιότητα του εναγομένου ως κτηματομεσίτης αποτελεί οποιοδήποτε ενισχυτικό στοιχείο έτσι ώστε να δημιουργείται καν αλλά και στη συνέχεια να αυξάνεται η πειστικότητα αυτών των ισχυρισμών. Η γενική αντίληψη ως προς το ρόλο ενός κτηματομεσίτη, ακόμη και βάσει του συνόλου της μαρτυρίας η οποία παρουσιάστηκε, είναι πως η συγκεκριμένη ιδιότητα συνδέεται με την αγορά ή πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας και όχι με την ανάπτυξη γης. Ουσιαστικά βάσει της αξιολόγησης τόσο της μαρτυρίας η οποία παρουσιάστηκε κατά την ακρόαση στο σύνολο της όσο και της εξέτασης της βασιμότητας της εκδοχής της ενάγουσας, ο ρόλος του εναγομένου σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα αναδεικνύεται να είναι αυτός της επιδίωξης πώλησης ακινήτων σε μία προγραμματισμένη ανάπτυξη γης από την ενάγουσα με την ανέγερση ενός συγκροτήματος, αλλά όχι η εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας για το συγκεκριμένο συγκρότημα. [ 89 ] Εύστοχα η ευπαίδευτη συνήγορος του εναγομένου ερώτησε τον μάρτυρα εάν ο εναγόμενος είχε εξουσιοδοτηθεί να ενεργεί εκ μέρους της ενάγουσας για τις ενέργειες που θα έκανε, σε σχέση δηλαδή με την εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας. Λογικό ερώτημα καθότι θα αναμενόταν όπως ο οποιοσδήποτε αρμόδιος λειτουργός της Πολεοδομίας να δεχόταν τόσο την παροχή πληροφοριών και σχετικής ενημέρωσης σε σχέση με την πορεία μίας αίτησης για την έκδοση πολεοδομικής άδειας μόνο προς κάποιο άτομο το οποίο είτε να είχε σχετική εξουσιοδότηση αναφορικά με την προώθηση της είτε να ήταν γνωστό ότι όντως είχε τέτοια εξουσιοδότηση. Όταν απάντησε αρνητικά ερωτήθηκε τότε, πως θα ενεργούσε για λογαριασμό τους χωρίς πληρεξούσιο. [ 90 ] Η απάντηση του μάρτυρα είναι αποκαλυπτική της αδυναμίας της όλης εκδοχής της ενάγουσας. Όχι διότι θεωρείται από το Δικαστήριο ως απαραίτητη η ύπαρξη ενός πληρεξουσίου εγγράφου έτσι ώστε ο εναγόμενος να ενεργούσε εκ μέρους της ενάγουσας αλλά καθώς ουσιαστικά η απάντηση του παραπέμπει όχι στην οποιαδήποτε ιδιότητα του εναγομένου ως κτηματομεσίτης αλλά στο πρόσωπο και γνωριμίες του ως άτομο. Δίχως καν αυτή η ιδιότητα να δικαιολογείται με οποιαδήποτε αξιόπιστη μαρτυρία. Ισχυρίστηκε πως γνώριζε τον αριθμό της αίτησης στην πολεοδομική αρχή και επειδή γνώριζε, από ότι τους είχε πει, τον διευθυντή της Πολεοδομίας θα τακτοποιούσε ώστε να είχαν εξασφαλίσει την πολεοδομική άδεια. [ 91 ] Ουσιαστικά αυτό το οποίο ο μάρτυρας αυτός ισχυριζόταν στην κυπριακή καθομιλουμένη είναι ότι ο εναγόμενος θα ήταν το «μέσον» της ενάγουσας. Ότι δηλαδή η κατ΄ ισχυρισμό γνωριμία του εναγομένου με τον διευθυντή της Πολεοδομίας (δίχως αυτό το πρόσωπο να ονομάζεται από τον μάρτυρα) χάρη στη θέση του δεύτερου, θα μπορούσε να βοηθήσει την ενάγουσα ή ακόμη και ενδεχομένως να υπερπηδήσει τις οποιεσδήποτε πιθανές δυσκολίες ή ακόμη και νόμιμες διαδικασίες και να τύχει ευνοϊκής μεταχείρισης την οποία διαφορετικά δεν θα δικαιούτο να αναμένει. Όχι δηλαδή διότι ο εναγόμενος είχε την οποιαδήποτε επαγγελματική ιδιότητα ή ικανότητα ή πείρα ή ακόμη και υποχρέωση λόγω επαγγέλματος ως προς την εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας αλλά απλά και μόνο επειδή έτυχε κατ΄ ισχυρισμό να γνωρίζει τον διευθυντή της Πολεοδομίας. [ 92 ] Το Δικαστήριο θα μπορούσε - εάν παρουσιαζόταν η ανάλογη μαρτυρία - να λάβει υπόψη ως μέρος της κυπριακής πραγματικότητας πως αυτή δεν αποκλείει σε ορισμένες περιπτώσεις την καθοριστική επίδραση προσωπικής γνωριμίας με άτομα σε θέσεις εξουσίας. Όμως όταν η άρνηση της πολεοδομικής άδειας εκδόθηκε (τεκμήριο 65) αυτή σαφώς βασίστηκε σε αρχιτεκτονικά και άλλα πολεοδομικά κριτήρια και όχι σε οτιδήποτε άλλο. Διαψεύδοντας ουσιαστικά στην πράξη τα όσα ισχυριζόταν ο μάρτυρας αυτός. Εκτός βεβαίως εάν ο διευθυντής της Πολεοδομίας είχε αλλάξει από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης μέχρι και την ημερομηνία της απόρριψης της ή διότι δεν είχε όντως την καθοριστική επιρροή σε σχέση με την εξέταση της αίτησης από λειτουργούς του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως Πάφου οι οποίοι κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους δεν παρέλειπαν να εφαρμόσουν τα ορθά αντικειμενικά σχετικά κριτήρια δίχως να λαμβάνουν υπόψη το άτομο του αιτητή. Κάτι όμως το οποίο ούτε και ο ίδιος ο μάρτυρας δεν ισχυρίστηκε. Ούτε ακόμη και ισχυρίστηκε ότι ο εναγόμενος ψευδώς τους διαβεβαίωνε πως όντως γνώριζε τον διευθυντή της Πολεοδομίας. [ 93 ] Βεβαίως με την έκθεση απαίτησης της η ενάγουσα δεν προβάλει ένα τόσο υπεραπλουστευμένο ισχυρισμό αλλά διάφορα άλλα στοιχεία τα οποία όμως δεν υποστηρίζονται καν από τη μαρτυρία του Χατζηλούκα. Καθώς αναφέρεται (παράγραφος 4) σε συμβουλή του εναγομένου ως ειδικού ο οποίος είχε λάβει τα στοιχεία του ακινήτου και είχε μεταβεί επί τόπου και είδε το ακίνητο ενώ επιπλέον είχε πληροφορήσει την ενάγουσα πως θα ερευνούσε στις αρμόδιες αρχές και στην Πολεοδομία και θα είχε συνάντηση με τον διευθυντή της Πολεοδομίας ώστε να επιβεβαιώσει ότι μπορούσε να ληφθεί άδεια για την ανέγερση του συγκεκριμένου συγκροτήματος. Ως επίσης ότι ενεργώντας ως ο ειδικός σύμβουλος κτηματομεσίτης της ενάγουσας συμβούλευσε, παρότρυνε και έπεισε την ενάγουσα να προχωρήσει στην αγορά του επίδικου ακινήτου αφού τους διαβεβαίωσε όχι μόνο ότι υπήρχαν οι πελάτες αλλά ότι προέβη στην δέουσα έρευνα και μελέτη και μπορούσε να εξασφαλιστεί η πολεοδομική άδεια. [ 94 ] Ο ίδιος ο μάρτυρας δήλωσε άγνοια ως προς το κατά πόσο πρόσβαση στην Πολεοδομία δεν έχει ο οποιοσδήποτε έτσι ώστε να ενεργεί για λογαριασμό ενός τρίτου χωρίς να είναι νόμιμος εξουσιοδοτημένος. Βεβαίως το όλο θέμα είναι περισσότερο απλής λογικής παρά εξειδικευμένης γνώσης. Διερωτάται πραγματικά το Δικαστήριο πως ο ίδιος ο μάρτυρας θα μπορούσε να προτείνει ως ενδεχομένως υπαρκτή ή ακόμη και να δεχτεί ως εφικτή τη δυνατότητα ενός οποιουδήποτε τρίτου ατόμου να ενημερώνεται σε σχέση με την πορεία της αίτησης για πολεοδομική άδεια η οποία είχε υποβληθεί από ή, κατ΄ ακρίβεια, εκ μέρους της ενάγουσας εταιρείας. [ 95 ] Λογικά δηλαδή θα αναμενόταν όπως η ενάγουσα, εάν όντως οι ισχυρισμοί του μάρτυρα ευσταθούν, να είχε παρουσιάσει ανεξάρτητη μαρτυρία, βάσει της οποίας να αποδεικνυόταν πως όντως είχε παράσχει κάποια μορφή εξουσιοδότησης προς τον εναγόμενο ή τουλάχιστον είχε ενημερώσει σχετικά τον αρμόδιο λειτουργό της Πολεοδομίας ο οποίος εξέταζε τη συγκεκριμένη αίτηση αναφορικά με τη δυνατότητα ελέγχου της πορείας της ή ακόμη και σε σχέση με τη δυνατότητα ανάληψης οποιασδήποτε ενέργειας προς προώθηση της αίτησης από τον ίδιο τον εναγόμενο. Παραδείγματος χάριν, με την παρουσίαση μαρτυρίας από τον αρμόδιο λειτουργό του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως Πάφου. [ 96 ] Σημειώνεται απλά πως το όνομα του αιτητή το οποίο αναφέρεται επί του τεκμηρίου 65 (δηλαδή της «Γνωστοποίησης Αρνήσεως Χορηγήσεως Πολεοδομικής Άδειας») είναι «Κος Σάββας Άνθιμος δια Μιχάλη Χ''Λούκα». [ 97 ] Διασαφηνίστηκε από την αντεξέταση του μάρτυρα αυτού πως το επίδικο ακίνητο ή ουσιαστικά οι ιδιοκτήτες αυτού είχαν βρεθεί μέσω ενός άλλου κτηματομεσιτικού γραφείου. Βεβαίως ούτε με την έκθεση απαίτησης αλλά ούτε και με τη γραπτή δήλωση προβάλλεται ισχυρισμός πως ο εναγόμενος είχε εντοπίσει το συγκεκριμένο τεμάχιο γης. Προβάλλεται όντως ισχυρισμός ως προς το ότι συμβούλεψε, παρότρυνε και έπεισε την ενάγουσα να αγοράσει το συγκεκριμένο τεμάχιο. Ενώ με τη γραπτή δήλωση ο ισχυρισμός του Χατζηλούκα είναι ότι η ενάγουσα εξηύρε το συγκεκριμένο τεμάχιο και απλά ότι ο εναγόμενος ενεργώντας ως ο ειδικός σύμβουλος κτηματομεσίτης της ενάγουσας συμβούλευσε, παρότρυνε και έπεισε την ενάγουσα να αγοράσει το συγκεκριμένο τεμάχιο στην Άρμου. Διαχώρισε δηλαδή προφορικά ο Χατζηλούκας το ρόλο του εναγομένου σε σχέση με την ανάπτυξη του τεμαχίου. Ότι δηλαδή δεν είχε σχέση με την αγορά του καθώς η σχέση του ήταν ως ειδικός σύμβουλος για την ανάπτυξη του τεμαχίου. [ 98 ] Βεβαίως ακόμη και να γίνει δεκτό από το Δικαστήριο πως ο εναγόμενος όντως είχε εκφράσει μία γενική άποψη ως προς τη δυνατότητα ανάπτυξης του συγκεκριμένου τεμαχίου και κυρίως υπό την έννοια ύπαρξης αγοράς για το συγκεκριμένο είδος ανάπτυξης (κάτι το οποίο εν πάση περιπτώσει αποδεικνύεται και από την επίτευξη αρκετών πωλήσεων από τον εναγόμενο) αυτό από μόνο του δεν τον καθιστά και υπόλογο για την μη έκδοση πολεοδομικής άδειας ή συμβατικά υπόχρεο για την επιστροφή οποιωνδήποτε χρημάτων τα οποία θα εισέπραττε υπό μορφή προμήθειας σε περίπτωση κατά την οποία εν τέλει η ενάγουσα δεν αποκτούσε την απαραίτητη πολεοδομική άδεια για την ανάπτυξη του συγκεκριμένου τεμαχίου. [ 99 ] Η όλη προσπάθεια της ενάγουσας δια μέσω της μαρτυρίας του Χατζηλούκα να αποδείξει πως ο ρόλος του εναγομένου ήταν κάτι διαφορετικό από ότι είναι δυνατό λογικά να διαπιστωθεί, έχοντας ως βάση την έμπρακτη επίτευξη ενός αρκετού αριθμού πωλήσεων, πραγματικά δεν κρίνεται ως πειστική. Η μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε προς υποστήριξη των ισχυρισμών του Χατζηλούκα δεν αποδεικνύει την οποιαδήποτε ιδιότητα του εναγομένου ως ειδικού συμβούλου αλλά αντιθέτως ως ενός κτηματομεσίτη ο ρόλος του οποίου περιοριζόταν ακριβώς στα όσα ο ίδιος ο εναγόμενος ισχυρίστηκε κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης του. Στην πώληση δηλαδή διαμερισμάτων στο προγραμματισμένο έργο ανάπτυξης στο τεμάχιο γης το οποίο η ενάγουσα είχε αγοράσει για αυτό το σκοπό. [ 100 ] Η προσπάθεια του μάρτυρα αυτού να αποδείξει τα όσα ισχυριζόταν αναφορικά με τον κατ΄ ισχυρισμό κυρίαρχο ρόλο του εναγομένου σε σχέση με τις συναλλαγές της ενάγουσας χαρακτηριζόταν και από υπερβολή καθώς ισχυρίστηκε ουσιαστικά πως ακόμη και αναφορικά με τις υπογραφές όλων των αγοραπωλητηρίων εγγράφων η ενάγουσα είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στον εναγόμενο αλλά και στους δικηγόρους τους οποίους ο ίδιος ο εναγόμενος τους είχε υποδείξει παρά και το γεγονός πως η σύζυγος του συνεταίρου του στην εταιρεία, δηλαδή ο Θεοφάνης Θεοφάνους, ήταν δικηγόρος. [ 101 ] Βεβαίως δεν είναι αυτό το δεδομένο το οποίο από μόνο του αναδεικνύει την ύπαρξη υπερβολής αλλά ο ισχυρισμός ως προς το ότι η ενάγουσα δεν συμβουλευόταν οποιοδήποτε δικό της δικηγόρο. Καθώς δηλαδή όπως ισχυρίστηκε κανένας έλεγχος των συγκεκριμένων εγγράφων δεν γινόταν από δικηγόρο της ενάγουσας όχι μόνο διότι η ενάγουσα δεν είχε εξουσιοδοτήσει «κάποιο δικηγόρο» γι΄ αυτο το σκοπό αλλά επιπλέον επειδή οι ίδιοι είχαν απόλυτη εμπιστοσύνη στον εναγόμενο και στους δικηγόρους του. Διατηρώντας υπόψη το ήδη καταβληθέν ποσό αγοράς της γης με συγκεκριμένο σκοπό ανάπτυξης του αλλά και το προτιθέμενο ποσό επένδυσης στην επίδικη ανάπτυξη (5 έως 6 εκατομμύρια όπως ισχυρίστηκε ο Χατζηλούκας) εύλογα διερωτάται το Δικαστήριο ως προς τη βασιμότητα του συγκεκριμένου ισχυρισμού αναφορικά με την ύπαρξη τέτοιας απόλυτης εμπιστοσύνης. [ 102 ] Ενέμεινε επί αυτού του θέματος ο Χατζηλούκας δίχως όμως να δημιουργείται οτιδήποτε άλλο παρά μία εικόνα υπερβολής ως προς τον κατ΄ ισχυρισμό κυρίαρχο ρόλο του εναγομένου ως δήθεν συμβούλου της ενάγουσας. Ακόμη και σε σχέση με τους αγοραστές ισχυρίστηκε πως και αυτοί είχαν απόλυτη εμπιστοσύνη στον εναγόμενο και δεν ήθελαν να γνωρίζουν οποιοδήποτε άλλο (όταν του υποβλήθηκε ότι είχαν πλήρη στοιχεία των αγοραστών σε αντίθεση με τα όσα ισχυρίζεται στην παράγραφο 14 της γραπτής δήλωσης του). [ 103 ] Τονίζω πως σημασία βεβαίως δεν έχει το γεγονός πως η σύζυγος του συνεταίρου του μάρτυρα ήταν δικηγόρος αλλά η όλη αβάσιμη από άποψης άλλης μαρτυρίας εμμονή του Χατζηλούκα στην τυφλή εμπιστοσύνη την οποία ισχυρίστηκε πως η ενάγουσα επεδείκνυε σε σχέση με το άτομο του εναγομένου. Πως πείθει πραγματικά ο μάρτυρας αυτός ότι δικαιολογείται αυτή η απόλυτη εμπιστοσύνη; Κανένας από τους ισχυρισμούς του δεν δικαιολογεί αυτή την κατ΄ ισχυρισμό απόλυτη εμπιστοσύνη στο άτομο του εναγομένου ή στους δικηγόρους τους οποίους ο εναγόμενος τους είχε υποδείξει. [ 104 ] Δηλαδή η όλη εικόνα υπερβολής η οποία δημιουργείται από τους ισχυρισμούς του μάρτυρα αυτού πλαισιώνεται από μία καθόλου πειστική προσπάθεια ανάδειξης της έλλειψης της οποιασδήποτε πρωτοβουλίας είτε από την ενάγουσα είτε από τον ίδιο ή οποιοδήποτε άλλο άτομο το οποίο συμμετείχε στη διοίκηση της ενάγουσας. Ισχυρισμοί με τους οποίους ο εναγόμενος ανυψώνεται σε ένα ηγετικά καθοριστικό ρόλο για τις οποιεσδήποτε ενέργειες της ενάγουσας ως προς την επιχειρηματική δραστηριότητα της ωσάν ο ίδιος να ήταν είτε διευθυντής της είτε κύριος μέτοχος ή συνέταιρος ουσιαστικά. Ενώ όπως και να ιδωθούν τα γεγονότα αυτής της αγωγής όπως αυτά καταμαρτυρούνται από τα αγοραπωλητήρια έγγραφα και τεκμήρια τα οποία ο εναγόμενος παρουσίασε (παραδείγματος χάριν, αποδείξεις πληρωμής προμήθειας) ο ρόλος του ήταν περιορισμένος στο συνήθη πλαίσιο των εύλογα αναμενόμενων ενεργειών ενός κτηματομεσίτη, η κύρια δραστηριότητα του οποίου ήταν η εξεύρεση αγοραστών για τα διαμερίσματα τα οποία θα αποτελούσαν μέρος της ανάπτυξης την οποία η ενάγουσα είχε αποφασίσει να δημιουργήσει στο επίδικο τεμάχιο γης. [ 105 ] Ένα επιπρόσθετο στοιχείο το οποίο υπονομεύει γενικότερα την αξιοπιστία της εκδοχής της ενάγουσας είναι η έλλειψη πειστικότητας στην όλη κατ΄ ισχυρισμό διευθέτηση ή συμφωνία μεταξύ των διαδίκων βάσει της οποίας ο εναγόμενος σε περίπτωση ακύρωσης των αγοραπωλητηρίων εγγράφων για οποιοδήποτε λόγο και σε περίπτωση μη ολοκλήρωσης των πράξεων πώλησης τότε ο εναγόμενος θα έπρεπε να επιστρέψει στην ενάγουσα το οποιοδήποτε ποσό θα είχε εισπράξει. [ 106 ] Πραγματικά ελλείπει εντελώς το στοιχείο της οποιασδήποτε είτε κοινής είτε επιχειρηματικής λογικής από μία τέτοια διευθέτηση. Μάλιστα δεν είναι δυνατό η ενάγουσα από την μία να παρουσιάζει τον εναγόμενο ως ένα ειδικό στον τομέα των κτηματομεσιτικών και της αγοράς ακινήτων (παράγραφος 4 της γραπτής δήλωσης) στον οποίο η ενάγουσα είχε απόλυτη εμπιστοσύνη και από την άλλη να προσπαθεί ο μάρτυρας αυτός να τον παρουσιάζει ως ένα άτομο ή ουσιαστικά ως ένα ανίκανο αν όχι και εντελώς ασύνετο επιχειρηματία ο οποίος θα δεχόταν μία τέτοια πραγματικά ασύμφορη διευθέτηση για τον ίδιο. Η οποία θα εξαρτιόταν και από ένα αβέβαιο και ανεξάρτητο από τη θέληση του ιδίου γεγονός, της έκδοσης ή μη της σχετικής πολεοδομικής άδειας. Βάσει της οποίας διευθέτησης θα αφοσίωνε χρόνο και κόπο και θα επιβαρυνόταν με διάφορα έξοδα έτσι ώστε στο τέλος μίας χρονικά απρόβλεπτης περιόδου να βρεθόταν στη θέση να ήταν υπόχρεος να επιστρέψει οτιδήποτε θα είχε εισπράξει ως αποτέλεσμα αυτής της συνεργασίας. Ποιο θα ήταν το επιχειρηματικό όφελος για τον εναγόμενο σε μία τέτοια περίπτωση; [ 107 ] Επιπλέον η ίδια η ενάγουσα παρουσίασε ως τεκμήρια αποδείξεις και τιμολόγια σε σχέση με τις εισπράξεις τις οποίες έκανε εκ μέρους τους ο εναγόμενος. Επί των τιμολογίων αυτών υπάρχουν και χρεώσεις 15% για τον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας. Παραδείγματος χάριν, επί του τεκμηρίου, σε σχέση με το οποίο ο Χατζηλούκας αντεξετάστηκε, υπάρχει χρέωση του ποσού των £1.539,
- Βεβαίως βάσει και σχετικής νομοθεσίας και της εγγραφής του στο μητρώο του Φ.Π.Α. (η οποία αναφέρεται επί των τεκμηρίων) ο εναγόμενος με την παροχή υπηρεσιών ήταν υπόχρεος να εισπράττει και να πληρώνει αυτό το φόρο. Με την παροχή υπηρεσιών είχε αυτή την υποχρέωση ως το πρόσωπο το οποίο πραγµατοποιεί την παροχή. Καλείται το Δικαστήριο να δεχτεί ότι ακόμη και αυτό το ποσό θα έπρεπε να επιστραφεί στην ενάγουσα. Εάν μάλιστα υπολογιστεί το ποσοστό (15%) αυτό ως μέρος της αξίωσης της ενάγουσας αναδεικνύεται και το σημαντικό ύψος αυτού του ποσού. Πραγματικά, διαπιστώνεται η έλλειψη λογικής και κατ΄ επέκταση και αξιοπιστίας και από αυτό το μέρος της εκδοχής της ενάγουσας. [ 108 ] Αντεξετάστηκε ο Χατζηλούκας και αναφορικά με την καθυστέρηση η οποία προέκυψε σε σχέση με δικό του ισχυρισμό ως προς την πρώτη του διαμαρτυρία προς τον εναγόμενο μετά και από την απόρριψη της πολεοδομικής άδειας (τεκμήριο 65). Ερωτήθηκε γιατί η ενάγουσα άφησε να μεσολαβήσουν δύο ολόκληρα χρόνια προτού καταχωρήσει αγωγή. Η απάντηση του ως προς την προσπάθεια να βρεθεί κάποια λύση δίχως να υποστηρίζεται από οποιεσδήποτε άλλες σχετικές ενέργειες πραγματικά δεν κρίνεται πειστική. [ 109 ] Η δε αναφορά σε νέα συμφωνία του 2007 δεν αποτελούσε μέρος των όσων είχε αναφέρει στην κύρια εξέταση του αλλά προέκυψε από την αντεξέταση του μειώνοντας με αυτό τον τρόπο και την αξιοπιστία του ισχυρισμού ως προς το ότι αυτή ήταν μία λύση η οποία είχε προτείνει ο εναγόμενος. Δηλαδή η ανεύρεση νέων πελατών και ο συμψηφισμός της νέας προμήθειας με την προμήθεια την οποία είχε ήδη εισπράξει. [ 110 ] Επιπλέον, σε σχέση και με την αποδοχή από τον Χατζηλούκα υπογραφής συμφωνίας το 2007 θα αναμενόταν όπως εάν όντως υπήρχε μία τέτοια διευθέτηση αυτό να αναφερόταν επί αυτής της συμφωνίας. Εντούτοις το τεκμήριο 78 δεν υποδείχθηκε στον Χατζηλούκα προ της κατάθεσης του από τον εναγόμενο έτσι ώστε να παρεχόταν η δυνατότητα σύνδεσης του με τη μαρτυρία του εναγομένου (ενδεχομένως με την κατάθεση του ως τεκμήριο προς αναγνώριση). [ 111 ] Θα μπορούσε να ήταν πιο πειστική η εκδοχή της ενάγουσας εάν αυτή είχε κάποιες στοιχειώδες πρόνοιες αναφορικά με το θέμα της οποιασδήποτε οικονομικής επιβάρυνσης του εναγομένου ως αποτέλεσμα της συνεργασίας του με την ενάγουσα. Όπως, παραδείγματος χάριν, ότι ο εναγόμενος θα είχε το δικαίωμα να αφαιρέσει τα οποιαδήποτε πραγματικά του έξοδα ως επίσης και ένα ποσοστό από το οποιοδήποτε ποσό προμήθειας θα είχε εισπράξει σε περίπτωση κατά την οποία μία πώληση δεν ολοκληρωνόταν. Με την εκδοχή της ενάγουσας ο εναγόμενος ουσιαστικά αναβαθμίζεται σε ρόλο συνεταίρου ο οποίος αναλάμβανε το ρίσκο του κέρδους ή ζημιάς παρά σε ρόλο συνεργάτη επ' αμοιβή. Δίχως όμως καν η ενάγουσα να προωθεί την αξίωση επί μίας τέτοιας βάσης. Πραγματικά ελλείπουν από την εκδοχή της ενάγουσας, σε σχέση με αυτή την κατ΄ ισχυρισμό συμφωνημένη οικονομική πτυχή της συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων, στοιχειώδη σημεία τα οποία μεταξύ τους θα μπορούσαν δυναμικά, σε συνδυασμό δηλαδή και με άλλα στοιχεία της, εν τέλει να την καθιστούσαν αξιόπιστη. [ 112 ] Ο μάρτυρας αυτός προέβαλε και ένα ισχυρισμό εκτός δικογράφων. Ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε σε σχέση με τη θέση ως προς το ότι η ενάγουσα δεν είχε πρόσβαση στους πελάτες, δηλαδή τους αγοραστές, και ότι μόνο ο εναγόμενος είχε τέτοια πρόσβαση (τελευταία παράγραφος της παραγράφου 7 της έκθεσης απαίτησης). Συγκεκριμένα ανέφερε πως ο λόγος για τον οποίο ο εναγόμενος δεν έδιδε τα στοιχεία των πελατών ήταν διότι είχε υποσχεθεί σε αυτούς 30% απόδοση εντός δώδεκα μηνών (σχετική είναι και η παράγραφος 22 της γραπτής δήλωσης). Ισχυρίστηκε δηλαδή πως ο εναγόμενος δεν ήθελε η ενάγουσα να επικοινωνήσει με τους πελάτες για να μην αποκαλυφθεί η συγκεκριμένη πράξη. Ισχυρίστηκε μάλιστα πως οι πελάτες γνώριζαν ότι στους δώδεκα μήνες θα ακυρωνόταν η πράξη αγοραπωλησίας και δεν θα είχαν να πληρώσουν οτιδήποτε εκτός από το αρχικά πληρωθέν ποσοστό του 30%. [ 113 ] Τονίζω και πάλι πως ο ισχυρισμός αυτός είναι εκτός δικογράφων. Αναδεικνύει όμως και μία προσπάθεια του μάρτυρα να δικαιολογήσει κάποιες ενέργειες του εναγομένου προφανώς με ενδεχόμενο αυτές να λειτουργούσαν εις βάρος των συμφερόντων της ενάγουσας. Βεβαίως η όλη εκδοχή της ενάγουσας περιφέρεται γύρω από την υποχρέωση του εναγομένου επιστροφής όλων των χρημάτων τα οποία είχε εισπράξει ως προμήθεια σε περίπτωση μη έκδοσης της πολεοδομικής άδειας και της ακύρωσης των αγοραπωλητηρίων εγγράφων γι΄ αυτό το λόγο. Συνεπώς προκαλεί αχρείαστη σύγχυση η εκτός δικογράφων εισήγηση ως προς το ότι εν πάση περιπτώσει θα υπήρχε ακύρωση των αγοραπωλητηρίων εγγράφων βάσει κάποιας άλλης διευθέτησης μεταξύ του εναγομένου και των αγοραστών την οποία ο εναγόμενος προσπαθούσε να πετύχει δίχως να θέλει αυτή να αποκαλυφθεί στην ενάγουσα. [ 114 ] Διερωτάται πραγματικά το Δικαστήριο ως προς το σύνολο της εκδοχής την οποία ο συγκεκριμένος μάρτυρας προωθούσε βάσει της οποίας προκαλείται και απορία ως προς το ρόλο της ίδιας της ενάγουσας σε σχέση με τις επίδικες συναλλαγές. Παρά και το ότι δεν ερωτήθηκε συγκεκριμένα, αναμφίβολα το κάθε αγοραπωλητήριο έγγραφο υπογραφόταν και από κάποιο άτομο εκ μέρους της ενάγουσας. Συνεπώς λογικά κάποια επαφή ή δυνατότητα επαφής και επικοινωνίας θα πρέπει να υπήρχε με τους αγοραστές. Ουσιαστικά ο ισχυρισμός ως προς την έλλειψη πρόσβασης με τους αγοραστές είναι δυνατό να ενταχθεί και αυτός στην όλη προσπάθεια του μάρτυρα να αποδείξει τον κυρίαρχο βαθμό ελέγχου τον οποίο ο εναγόμενος διατηρούσε γενικά σε σχέση με την επίδικη ανάπτυξη γης και κατ΄ επέκταση την ευθύνη την οποία είχε αναλάβει σχετικά με αυτή την ανάπτυξη. [ 115 ] Σε αντίθεση με την ενάγουσα της οποίας ο ρόλος σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του μάρτυρα αυτού σε σχέση με τη διενέργεια της οποιασδήποτε δραστηριότητας να ήταν από υποβαθμισμένος μέχρι ακόμη και ανύπαρκτος. Παραδείγματος χάριν, σε σχέση με την προώθηση της αίτησης για την εξασφάλιση της πολεοδομικής άδειας. Η όλη εικόνα η οποία ανεπιτυχώς προωθήθηκε με τη μαρτυρία του Χατζηλούκα είναι αυτή της απόλυτης εξάρτησης της επιχειρηματικής δραστηριότητας της ενάγουσας από τις αναμενόμενες ενέργειες του εναγομένου, βάσει της κατ΄ ισχυρισμό συμφωνίας του με την ενάγουσα, όχι απλά ως κτηματομεσίτης για εξεύρεση αγοραστών αλλά υπό μία ιδότυπη ιδιότητα ενός ειδικού και συμβούλου επί όλων των θεμάτων σε σχέση με την επίδικη ανάπτυξη. [ 116 ] Οφείλω να διευκρινίσω πως η αρνητική αξιολόγηση της μαρτυρίας η οποία προσφέρθηκε προς απόδειξη της αξίωσης της ενάγουσας ασφαλώς έχει σχέση με τον ίδιο τον πυρήνα της εκδοχής της ενάγουσας. Καθώς βεβαίως υπάρχουν στη μαρτυρία αυτή περιφερειακά στοιχεία τα οποία εν τέλει δεν μπορεί παρά να γίνουν δεκτά ως δεδομένα. Τα στοιχεία αυτά έχουν σχέση όχι απλώς με τους ισχυρισμούς του Χατζηλούκα αλλά και με σχετικά έγγραφα από τα οποία είναι δυνατό να εξαχθεί και διαπιστωθεί η βασιμότητα τους. [ 117 ] Συγκεκριμένα τα στοιχεία αυτά προκύπτουν από έγγραφα των οποίων εκδότης είναι ο ίδιος ο εναγόμενος, δηλαδή τα τεκμήρια 57 έως και
- Εξέταση αυτών των τεκμηρίων στοιχειοθετεί τόσο την είσπραξη σταθερού ποσοστού προμήθειας όσο και του ανάλογου ποσού το οποίο πληρώθηκε από τους αγοραστές συγκεκριμένης ακίνητης ιδιοκτησίας ως επίσης βεβαίως και το στάδιο στο οποίο ο εναγόμενος πληρωνόταν το σύνολο της προμήθειας του σε σχέση με την πώληση αυτής της ακίνητης ιδιοκτησίας. [ 118 ] Δηλαδή, βάσει αυτών των στοιχείων, οι αναφορές του Χατζηλούκα σε υπολογισμό και πληρωμή προκαταβολικά της προμήθειας του εναγομένου δεν μπορούν παρά να κριθούν ως αξιόπιστες ή ακόμη και ως αποδεκτές από τον εναγόμενο ως προς τη βασιμότητα τους ενόψει και της μαρτυρίας της οποίας εκδότης ήταν ο ίδιος ο εναγόμενος. Βεβαίως οι ισχυρισμοί της ενάγουσας εντός της έκθεσης απαίτησης αναφορικά με το θέμα της προμήθειας (τελευταία παράγραφος της παραγράφου 4 στη σελίδα 2) δεν περιορίζονται σε θέματα ποσοστού αλλά επεκτείνονται και σε σχετικές προϋποθέσεις γα την πληρωμή της. Εντούτοις οι λεπτομέρειες οι οποίες παρέχονται στις υποπαραγράφους (i) έως και (vi) και (viii) της παραγράφου 7 της έκθεσης απαίτησης αναφορικά με το ποσό της προμήθειας το οποίο ο εναγόμενος εισέπραττε επιβεβαιώνονται από τα τεκμήρια 57 έως και
- [ 119 ] Βεβαίως, διατηρώντας υπόψη και την έκβαση εκδίκασης αυτής της αγωγής, δεν είναι τα ίδια τα ποσά τα οποία έχουν σημασία αλλά η επαλήθευση ουσιαστικά των συγκεκριμένων ισχυρισμών εντός της έκθεσης απαίτησης αναφορικά με τις πληρωμές από τους αγοραστές και το ποσοστό της προμήθειας του εναγομένου στην κάθε περίπτωση ως επίσης και του χρόνου είσπραξης αυτής της προμήθειας. Ενώ έχει προσφερθεί και άλλη μαρτυρία στις περιπτώσεις οι οποίες δεν καλύπτονται από τα τεκμήρια 57 έως και
- Όπως, παραδείγματος χάριν, σε σχέση με την υποπαράγραφο (vii) της παραγράφου 7 της έκθεσης απαίτησης για την οποία παρουσιάστηκε ως τεκμήριο φωτοαντίγραφο της απόδειξης με αριθμό 41163 το οποίο αποτελεί μέρος του τεκμηρίου
- [ 120 ] Επιπλέον, αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας προς απόδειξη της εκδοχής της ενάγουσας, προσθέτω απλά και επιγραμματικά τα εξής δύο σημεία. [ 121 ] Πρώτο, δεν έχει νόημα η ενάγουσα να ισχυρίζεται πως ο εναγόμενος θα κρατούσε μόνο ποσοστό από το ποσό της προκαταβολής και διαχρονικά κατά τη χρονική περίοδο της συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων να αποδέχονται κατ΄ επανάληψη δίχως οποιαδήποτε διαμαρτυρία χρέωση προμήθειας σε ολόκληρο το ποσό αγοράς. Όχι σε σχέση μόνο με μία συμφωνία αλλά όλες τις συμφωνίες πώλησης για μία αρκετά εκτεταμένη χρονική περίοδο. [ 122 ] Δεύτερο, οι λόγοι απόρριψης της αίτησης για την έκδοση πολεοδομικής άδειας έχουν σχέση περισσότερο με την αρχιτεκτονική του συγκροτήματος παρά οτιδήποτε άλλο. Επομένως εύλογα δημιουργείται και το εξής ερώτημα. Ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός αποτελούσε επίσης ευθύνη του εναγομένου; Επιπλέον, εάν όντως ο εναγόμενος είχε αναλάβει τέτοια ευθύνη δεν θα έπρεπε και αυτός ο ισχυρισμός να αποτελούσε μέρος της γενικότερης εκδοχής της ενάγουσας όπως αυτή δηλαδή προδιαγραφόταν με την έκθεση απαίτησης της; [ 123 ] Υπενθυμίζω σχετικά και συνοπτικά τα ακόλουθα. Όπως αναφέρεται επί του τεκμηρίου 65 (δηλαδή της «Γνωστοποίησης Αρνήσεως Χορηγήσεως Πολεοδομικής Άδειας») η προτεινόμενη ανάπτυξη δεν συνάδει με τις συνθήκες και τις ανάγκες της υπαίθρου και δεν προσαρμόζεται με το δομημένο περιβάλλον που επικρατεί στην περιοχή. Συγκεκριμένα η κλίμακα, μορφή, τύπος και πυκνότητα της ανάπτυξης δεν θυμίζουν τίποτα από τον περιβάλλοντα χώρο, το σύστημα στέγασης και κατ΄ επέκταση τον κοινωνικό χαρακτήρα του οικισμού. Αναφέρεται επιπλέον, μεταξύ άλλων, πως η ανάπτυξη χαρακτηρίζεται από αστικού τύπου οικοδομές εντελώς εκτός του χαρακτήρα της περιοχής και πως από άποψης χωροδιάταξης και όγκων οι προτεινόμενες οικοδομές και η κλίμακα τους δεν επιτυγχάνουν τη βέλτιστη δυνατή προσαρμογή στο χώρο και στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του. Αναφέρεται επίσης πως οι προτεινόμενες αποστάσεις δεν είναι οι απαιτούμενες, τα προτεινόμενα σχέδια δεν παρέχουν σαφή εικόνα για τη λειτουργικότητα της ίδιας της ανάπτυξης ενώ στα σχέδια υπάρχουν διάφορες ασάφειες που θα πρέπει να διευκρινιστούν. Αναφέρεται επίσης, στις σημειώσεις, πως απαιτείται ο ριζικός επανασχεδιασμός της όλης ανάπτυξης με την υποβολή νέας αίτησης. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΠΡΟΣ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ [ 124 ] Αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας η οποία προσφέρθηκε προς υποστήριξη της εκδοχής του εναγομένου παρατηρώ τα ακόλουθα. [ 125 ] Ασφαλώς αυτό το οποίο δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί από το Δικαστήριο είναι η γενικότερη εκδοχή του εναγομένου όπως αυτή προκύπτει από την έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης του και όπως αυτή προωθήθηκε με την κατάθεση της γραπτής δήλωσης του και τη προφορική κατάθεση του κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του. Παραδείγματος χάριν, όπως παρατηρήθηκε και στις 13/3/2015, κατά την κατάθεση της γραπτής δήλωσης του εναγομένου, ενώ με τη γραπτή δήλωση του ο εναγόμενος ισχυρίζεται την ύπαρξη συμφωνίας για προμήθεια, στην υπεράσπιση υπήρχε άρνηση είσπραξης των ποσών τα οποία αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης ως προμήθεια. Βεβαίως το Δικαστήριο αναφέρθηκε σε αυτή τη διαφορά περισσότερο ως θέμα αοριστίας παρά ως μία σαφής ύπαρξη αντιφατικότητας και ενώ αρχικά η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας δεν έφερε ένσταση στην κατάθεση της γραπτής δήλωσης του εναγομένου στη συνέχεια, μετά και από την παρατήρηση του Δικαστηρίου ήγειρε ένσταση την οποία όμως στη συνέχεια απέσυρε αφού παρατηρήθηκε και από το Δικαστήριο ότι σύμφωνα με την διατύπωση της παραγράφου 10 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης η άρνηση είχε σχέση με την είσπραξη των ποσών τα οποία αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης ως προμήθεια από τους προτιθέμενους αγοραστές. [ 126 ] Επιπλέον, όπως παρατηρείται, η προβολή άγνοιας και κατά συνέπεια άρνησης του εναγομένου στην παράγραφο 9 της υπεράσπισης συμπλέκει τις προμήθειες με τις ακυρωτικές συμφωνίες. Βεβαίως δεν παύει, με την παράγραφο 10 της υπεράσπισης, να αρνείται και τον τρόπο υπολογισμού των ποσών τα οποία αναφέρονται στις παραγράφους 8, 9 και 10 της έκθεσης απαίτησης ως προμήθεια, όμως οι συγκεκριμένες παραγράφοι στην έκθεση απαίτησης - αν και η παράγραφος 8 παραπέμπει στα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 7 - δεν έχουν άμεση σχέση με τον υπολογισμό προμήθειας, ιδιαίτερα δε οι παραγράφοι 9 και
- Εντούτοις στην παράγραφο 7 υπάρχει όντως ανάλυση του ποσού το οποίο εισέπραττε ο εναγόμενος και το ποσό το οποίο κρατούσε ως προμήθεια. Άλλωστε αυτό αναδεικνύεται και από το περιεχόμενο των τεκμηρίων 57 έως και 63, δηλαδή αποδείξεις και τιμολόγια τα οποία ο ίδιος ο εναγόμενος εξέδωσε. [ 127 ] Σημασία βεβαίως έχει η διαπίστωση πως παρά και την απλότητα της όλης εκδοχής του εναγομένου όπως αυτή είναι δυνατό να εξαχθεί από την αντεξέταση του Χατζηλούκα και τον τρόπο προβολής της με τη μαρτυρία του εναγομένου εντούτοις με το δικόγραφο του εναγομένου δεν παρέχεται μία όσο το δυνατό σαφέστερη εικόνα αναφορικά με τη θέση του σε σχέση γενικότερα με το θέμα της προμήθειας. Δίχως όμως παράλληλα να διαπιστώνεται πως η όλη εκδοχή η οποία προβλήθηκε από τον εναγόμενο με τη γραπτή δήλωση του και την υπόλοιπη προφορική κατάθεση του απέχει και είναι εκτός των ισχυρισμών εντός του δικογράφου του. [ 128 ] Το οποίο δικόγραφο μάλιστα διαπιστώνεται να είναι όχι απλώς σαφές αλλά και να βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με την απόρριψη από τον εναγόμενο, με τη μαρτυρία του, της εκδοχής της ενάγουσας ως προς τον συμφωνημένο τρόπο συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων. Σαφώς προβάλλεται η εκδοχή του εναγομένου επί αυτού του θέματος ιδιαίτερα δε με την παράγραφο 4 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης αλλά και με άλλες σχετικές αναφορές εντός του δικογράφου του. [ 129 ] Ενώ σε σχέση με το θέμα της προμήθειας η ίδια η μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε από την ενάγουσα ουσιαστικά εξουδετερώνει την οποιαδήποτε αοριστία στη μαρτυρία του εναγομένου σε σχέση με το δικόγραφο του ως προς τον τρόπο υπολογισμού της προμήθειας αλλά και το γεγονός της είσπραξης της από τον ίδιο ως επίσης και τον χρόνο και τρόπο είσπραξης της με την καταβολή της προκαταβολής από τους αγοραστές. [ 130 ] Επί αυτού του θέματος παρουσιάστηκαν τεκμήρια από την ενάγουσα, δηλαδή έγγραφα, το περιεχόμενο των οποίων ομιλεί από μόνο του δίχως αυτό να χρειάζεται την οποιαδήποτε επιβεβαίωση ή ενίσχυση ως προς τη βασιμότητα του από την περιορισμένως θετική αξιολόγηση μέρους της μαρτυρίας η οποία προέκυψε ως αποτέλεσμα της προφορικής κατάθεσης του Χατζηλούκα. [ 131 ] Όπως κρίνεται από το Δικαστήριο, διατηρώντας υπόψη την αντεξέταση στο σύνολο της, η αντεξέταση την οποία υπέστη ο εναγόμενος δεν ήταν αποτελεσματική έτσι ώστε να κλονιστεί με οποιοδήποτε τρόπο η αξιοπιστία του εναγομένου επί ενός βασικού και απλού ισχυρισμού του. Ότι δηλαδή η «δουλειά» του, τα καθήκοντα και υποχρεώσεις του, δηλαδή σε περιπτώσεις συνεργασίας με εταιρείες ανάπτυξης γης αλλά και με την ενάγουσα, ήταν να εξεύρει αγοραστές για τα ακίνητα τα οποία θα προέκυπταν από τη συγκεκριμένη ανάπτυξη. Ο εναγόμενος δίχως περιστροφές ή υπεκφυγή απέρριψε τη θέση η οποία υποβλήθηκε σε αυτόν ως προς το ότι ο τρόπος με τον οποίο συνεργάστηκε με την ενάγουσα, εκτός από το να εξεύρει πελάτες, ήταν να υποδείξει στην ενάγουσα και να την συμβουλέψει που θα αγόραζαν γη για να προβούν σε ανάπτυξη της, ως επίσης και να την συμβουλέψει ως προς το είδος ανάπτυξης στο οποίο θα έπρεπε να προβεί έτσι ώστε να εξασφαλίσει πολεοδομική άδεια. Διευκρινίζω πως η αποτελεσματικότητα της αντεξέτασης κρίνεται διατηρώντας υπόψη πως αναπόφευκτα αυτή είχε ως βάση την εκδοχή της ενάγουσας όπως αυτή υποστηρίχθηκε από μαρτυρία. Δεν θα μπορούσε δηλαδή η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας να υπέβαλε οτιδήποτε στον εναγόμενο το οποίο ήδη να μην αποτελούσε μέρος της εκδοχής η οποία προωθήθηκε με τη μαρτυρία του Χατζηλούκα. [ 132 ] Βεβαίως η όλη λογική στην εκδοχή την οποία ο εναγόμενος προωθούσε με την μαρτυρία του όχι μόνο διαπιστώνεται να ήταν ισχυρή από μόνη της αλλά επιπλέον επαυξανόταν και με την έλλειψη λογικής της εκδοχής την οποία η ενάγουσα προώθησε με τη δική της μαρτυρία αλλά και δικόγραφα. Όπως αυτή η έλλειψη διαπιστώνεται πιο πάνω με την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Χατζηλούκα. Παραδείγματος χάριν, η αναφορά στο θέμα του Φ. Π. Α. πιο πάνω (βλ. σχετικά την παράγραφο [ 107 ] αυτής της απόφασης) σε σχέση με το οποίο ο εναγόμενος όπως ισχυρίστηκε όχι μόνο πλήρωσε από το συνολικό ποσό το οποίο εισέπραξε το 15% υπό μορφή Φ. Π. Α. αλλά επιπλέον και ποσό πέραν των 60 χιλιάδων σε συνεργάτες στο εξωτερικό με ποσοστό 12 ½ % επί του συνολικού ποσού σε πωλητές αλλά και 30% υπό μορφή φόρου εισοδήματος. [ 133 ] Οι αναφορές αυτές δεν χρειάζεται να επιβεβαιωθούν από το Δικαστήριο με αριθμητική ακρίβεια ή υπολογισμό του οποιουδήποτε ποσού. Σημασία έχει πως και αυτές αναδεικνύουν την όλη έλλειψη πειστικότητας της εκδοχής της ενάγουσας ως προς το ότι η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ήταν όπως ο εναγόμενος επιστρέψει στο σύνολο του το οποιοδήποτε ποσό είχε εισπράξει ως αποτέλεσμα των πωλήσεων οι οποίες είχαν επιτευχθεί με ενέργειες του ιδίου ανεξάρτητα και από το οποιοδήποτε κόστος ο ίδιος θα είχε κατά συνέπεια υποστεί. [ 134 ] Αναμφίβολα η αξιολόγηση της αξιοπιστίας της εκδοχής του εναγομένου ενισχύεται καθοριστικά από την αρνητική αξιολόγηση της μαρτυρίας η οποία προσφέρθηκε από την ενάγουσα προς απόδειξη της αξίωσης της. Η οποία, οφείλω να τονίσω, δεν αξιολογήθηκε απομονωμένα αλλά σταθερά διατηρώντας υπόψη και την εκδοχή του εναγομένου επί των όσων ισχυριζόταν σχετικά ο Χατζηλούκας. Εκδοχή η οποία προέκυπτε τόσο από το δικόγραφο του εναγομένου αλλά και από την αντεξέταση του Χατζηλούκα. Πέραν όμως και από αυτή την αρνητική αξιολόγηση της εκδοχής της ενάγουσας θα πρέπει να καταγραφεί και η θετική εντύπωση την οποία ο εναγόμενος προκάλεσε ως μάρτυρας προς υποστήριξη της δικής του εκδοχής κατά τη διάρκεια της δίκης τόσο από το συμπαγή τρόπο με τον οποίο κατέθετε όσο και από την αδιάσπαστη συνοχή και γενικότερη λογικότητα του περιεχομένου της προφορικής κατάθεσης του. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ [ 135 ] Υπενθυμίζω επίσης πως σύμφωνα και με την έκθεση απαίτησης της ενάγουσας η αξίωση της βασίζεται και στα όσα αναφέρονται σχετικά στην παράγραφο
- Όμως πραγματικά δεν προκύπτει από την αντεξέταση του εναγομένου η οποιαδήποτε μαρτυρία ως προς το ότι το ποσό το οποίο καταβλήθηκε προς τον ίδιο καταβλήθηκε «αχρεωστήτως» ή «κατά παράβαση του περί Κτηματομεσιτών Νόμο» ή ότι οι επίδικες συναλλαγές δεν συνιστούσαν κτηματικές συναλλαγές σύμφωνα με τον σχετικό Νόμο. Ούτε και βάσει αυτής της μαρτυρίας προκύπτει η απόδειξη ή η οποιαδήποτε παραδοχή ή έμμεση αποδοχή αμέλειας ή παράβασης των καθηκόντων του εναγομένου προς την ενάγουσα σύμφωνα και με την παράγραφο 11 της έκθεσης απαίτησης. [ 136 ] Ως προς τη προβαλλόμενη θέση αναφορικά με την ανυπαρξία κτηματικής συναλλαγής απλά υπενθυμίζω πως σύμφωνα με το άρθρο ερμηνείας του σχετικού Νόμου "κτηµατική συναλλαγή" συμπεριλαμβάνει και κάθε συναλλαγή για τη σύναψη συµφωνίας για πώληση ακινήτου. Δεν καθορίζεται με οποιοδήποτε τρόπο πως η συμφωνία αυτή θα πρέπει να έχει επιτυχή κατάληξη έτσι ώστε να θεωρείται κτηματική συναλλαγή. [ 137 ] Ενώ σύμφωνα με το εδάφιο
(2)του άρθρου 19 του περί Κτηματομεσιτών Νόμου, ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο της αγωγής, όταν σε οποιαδήποτε κτηµατική συναλλαγή το πρόσωπο που µεσολαβεί είναι εγγεγραµµένος και αδειούχος κτηµατοµεσίτης, αυτός δικαιούται να αξιώσει και εισπράξει την καθορισµένη προµήθεια, η οποία, εκτός αν συµφωνηθεί διαφορετικά, είναι απαιτητή και πληρωτέα µε την επίτευξη της κτηµατικής συναλλαγής. [ 138 ] Συνεπώς, το Δικαστήριο θεωρεί πως κάθε φορά που υπογραφόταν συμφωνία πώλησης σε σχέση με την επίδικη ανάπτυξη αυτό από μόνο του αποτελούσε κτηματική συναλλαγή η οποία παρείχε το δικαίωμα στον εναγόμενο της είσπραξης προμήθειας βάσει και της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων όπως αυτή αναδεικνύεται τόσο από τα όσα στοιχεία ακόμη και η ίδια η ενάγουσα παρουσίασε όσο και από την κρινόμενη ως αξιόπιστη μαρτυρία του εναγομένου επί του συγκεκριμένου θέματος αλλά και γενικότερα ως προς τον συμφωνημένο τρόπο συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων. [ 139 ] Διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω καταλήγω στις ακόλουθες συνοπτικά αλλά και γενικά διατυπωμένες διαπιστώσεις αναφορικά με την πραγματική πτυχή της αγωγής δίχως οποιαδήποτε αναφορά περιττών λεπτομερειών σε σχέση με ποσά ή ημερομηνίες και κυρίως βεβαίως ως προς τα όσα είχαν συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων σε συνδυασμό βεβαίως και με το αποτέλεσμα στην πράξη αυτής της συμφωνίας υπό την έννοια της είσπραξης από τον εναγόμενο των χρηματικών ποσών την επιστροφή των οποίων η ενάγουσα αξιώνει με την αγωγή της. [ 140 ] Πρόθεση της ενάγουσας κατά τον ουσιώδη χρόνο της αγωγής ήταν η ανάπτυξη γης με την ανέγερση κτηριακού συγκροτήματος στην Άρμου σε σχέση με το οποίο είχε αναθέσει στον εναγόμενο ως κτηματομεσίτη την εξεύρεση αγοραστών με συμφωνία όπως από αυτές τις πωλήσεις ο ίδιος να λάμβανε, παράλληλα με την είσπραξη προκαταβολής ύψους 30% της τιμής αγοράς, προμήθεια ποσοστού 7% επί του συνολικού ποσού του τιμήματος αγοράς του ακινήτου για το οποίο θα είχε επιτευχθεί συμφωνία πώλησης του με την ενάγουσα. Όλα τα ποσά τα οποία ο εναγόμενος έλαβε υπό μορφή προμήθειας προέκυψαν από αυτή τη συμφωνημένη μέθοδο συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων ενώ σε καμία περίπτωση δεν αποτελούσε μέρος της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων πως σε οποιαδήποτε περίπτωση ο εναγόμενος θα είχε υποχρέωση όπως επιστρέψει οποιοδήποτε ποσό ή μέρος αυτού το οποίο θα είχε εισπράξει βάσει αυτής της συνεργασίας. Ούτε και αποτελούσε μέρος της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων πως ο εναγόμενος θα παρείχε συμβουλή προς την ενάγουσα ή θα αναλάμβανε οποιαδήποτε άλλη ευθύνη είτε ως προς το είδος ανάπτυξης στο οποίο θα προχωρούσε η ενάγουσα ή ως προς την εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας ή άδειας οικοδομής. [ 141 ] Βάσει των προαναφερόμενων διαπιστώσεων κρίνεται πως καμία από τις βάσεις επί των οποίων η ενάγουσα στήριξε το αγώγιμο δικαίωμα της είναι δυνατό να γίνει δεκτή από το Δικαστήριο έτσι ώστε η αγωγή της να έχει επιτυχή κατάληξη για την ίδια. [ 142 ] Υπενθυμίζω σχετικά και τα όσα αναφέρονται πιο πάνω ως διαζευκτικές βάσεις του αγώγιμου δικαιώματος της ενάγουσας (βλ. σχετικά τις παραγράφους [ 31 ] και [ 32 ] αυτής της απόφασης) οι οποίες όμως διατηρώντας υπόψη και την αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά και εξέταση της νομικής πτυχής της αγωγής δεν διαπιστώνεται να ευσταθούν. Είτε βάσει του σχετικού Νόμου είτε ως προς το ότι ο εναγόμενος ενήργησε αμελώς ή κατά παράβαση των καθηκόντων του ως κτηματομεσίτης. [ 143 ] Επομένως, έχοντας υπόψη την αποτυχία της ενάγουσας να αποδείξει την αξίωση της με αξιόπιστη μαρτυρία το Δικαστήριο δεν έχει οποιαδήποτε άλλη επιλογή παρά να απορρίψει την αγωγή της εναντίον του εναγομένου. Συνεπώς, η αγωγή απορρίπτεται. Ενώ διατηρώντας υπόψη τόσο το αποτέλεσμα εκδίκασης της αγωγής όσο και την απόσυρση της αναταπαίτησης δεν διαπιστώνεται να προκύπτει οποιοσδήποτε λόγος βάσει του οποίου τα έξοδα να μην επιδικαστούν υπέρ του επιτυχόντος διαδίκου. [ 144 ] Υπενθυμίζω αναφορικά με την απόσυρση της αναταπαίτησης πως ουσιαστικά αυτή δεν είχε προωθηθεί κατά την εκδίκαση της αγωγής αλλά επιπλέον είχε αποσυρθεί με δήλωση της ευπαίδευτης δικηγόρου της ενάγουσας και σύμφωνη γνώμη της ευπαίδευτης συνηγόρου του εναγομένου όπως τα έξοδα να ακολουθήσουν την πορεία της αγωγής και στη συνέχεια έκδοση ανάλογης διαταγής του Δικαστηρίου με διευκρίνιση ως προς το ότι ουσιαστικά θα υπολογιστεί ένα σετ εξόδων. Συνεπώς τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου και εις βάρος της ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Παρά και την συζευκτική και διαζευκτική αναφορά στο έτος 2004 στην παράγραφο 2 της έκθεσης απαίτησης. [2] Το οποίο περιγράφεται στην παράγραφο 3 της έκθεσης απαίτησης. [3] Whenever a statement, of claim is delivered the plaintiff may therein alter, modify, or extend his claim without any amendment of the indorsement of the writ. [4] The writ shall be indorsed with a statement of the nature of the claim made, or of the relief or remedy required in the action, but it shall not be essential to set forth in such indorsement the precise ground of complaint, or the precise remedy or relief to which the plaintiff considers himself entitled. [5] ".the statement of claim must not contain any allegation or claim in respect of a cause of action unless that cause of action is mentioned in the writ or arises from facts which are the same as, or include, or form part of, facts giving rise to a cause of action so mentioned. Subject to such limitation, the plaintiff is permitted in his statement of claim to alter, modify or extend any claim made by him in the indorsement of the writ without amending the indorsement. But this does not entitle the plaintiff completely to change the cause of action indorsed on the writ, or to to introduce an entirely new and additional cause of action." cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο