← Κύπρος

Επί της αφορώσι την Εταιρεία SLOAN SQUARE PROPERTY INVESTMENTS (ANAVARGOS) LIMITED, Αρ. Αίτησης: 59/14, 22/1/2016

Επί της αφορώσι την Εταιρεία SLOAN SQUARE PROPERTY INVESTMENTS (ANAVARGOS) LIMITED, Αρ. Αίτησης: 59/14, 22/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A14 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Xρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 59/14 Επί της αφορώσι την Εταιρεία SLOAN SQUARE PROPERTY INVESTMENTS (ANAVARGOS) LIMITED (H.E.175416) και Επί της αφορώσι τον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 Αίτηση υπό του Γιώργου Δημητρίου ως παραλήπτης και διαχειριστής της Εταιρείας SLOAN SQUARE PROPERTY INVESTMENTS (ANAVARGOS) LIMITED - Αιτητής. Ημερομηνία: 22/01/2016 Eμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κα Μιτσίδου για κ.κ. Λ. Παπαφιλίππου & Σια Δ.Ε.Π.Ε Για τους Καθ' ών η Αίτηση: κ. Γ. Δημητρίαδης για κ.κ. Ανδρέα Χρ. Δημητριάδης Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Αιτητής έχει καταχωρίσει την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση και ισχυρίζεται ότι έχει διοριστεί παραλήπτης και/ή διαχειριστής της περιουσίας της εταιρείας SLOAN SQUARE PROPERTY INVESTMENTS (ANAVARGOS) LIMITED δυνάμει κυμαινόμενου ομολόγου επιβάρυνσης και υπό αυτή του την ιδιότητα ζητά από το Δικαστήριο οδηγίες και/ή διατάγματα εναντίον των διευθυντών και/ή γραμματέα και/ή υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων της εν λόγω εταιρείας με την οποία να διατάσσονται όπως του υποβάλουν έκθεση περιουσιακής κατάστασης της εταιρείας εντός 14 ημερών από την επίδοση προς αυτούς του διατάγματος. Η καθ' ής η αίτηση εταιρεία και ένας εκ των διευθυντών της, ενίστανται στο πιο πάνω αίτημα και προς τούτο έχουν καταχωρήσει σχετική ένσταση στις 28/01/2015 με την οποία παραθέτουν 12 λόγους γιατί να μην εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Μεταξύ αυτών, ισχυρίζονται και ακυρότητα του ομολόγου επιβάρυνσης ημερομηνίας 20/10/2009 το οποίο συνάφθηκε από την εταιρεία με την Marfin Popular Bank Public Co Ltd μεταξύ άλλων λόγω ψευδών παραστάσεων και/ή δόλου και/ή απάτης και ότι ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται να ενεργεί ως παραλήπτης της εταιρείας. Κατά το στάδιο που ήταν ορισμένη για ακρόαση η παρούσα αίτηση, εγέρθηκε ζήτημα του τρόπου διεξαγωγής της ακρόασης της παρούσας αίτησης και κλήθηκε το Δικαστήριο από τους διαδίκους να αποφασίσει τη διαδικασία και να δώσει οδηγίες για τον τρόπο διεξαγωγής της. Η θέση του Αιτητή είναι ότι η ακρόαση αυτής της φύσης της αίτησης θα πρέπει να γίνει με βάση τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και ένσταση και με γραπτές αγορεύσεις. Η θέση των καθ' ών η αίτηση ήταν ότι θα πρέπει να προσκομιστεί προφορική μαρτυρία για απόδειξη των ισχυρισμών της αίτησης και της ένστασης όπως διεξάγεται η ακροαματική διαδικασία σε αγωγή. Για σκοπούς υποστηρίξεως των θέσεων τους, έκαστη των πλευρών κατέθεσε στο Δικαστήριο γραπτή αγόρευση αναπτύσσοντας τα επιχειρήματα της. Αμφότερες οι αγορεύσεις των μερών έχουν μελετηθεί από το Δικαστήριο, λαμβάνονται σοβαρά υπόψη και δεν κρίνω απαραίτητο στο στάδιο αυτό και για σκοπούς της παρούσας απόφασης να αναφερθώ λεπτομερώς σε αυτές. Αρκεί να σημειωθεί ότι στην αγόρευση του συνηγόρου του Αιτητή, αναφέρεται και αποτελεί θέση του ότι η παρούσα αίτηση είναι εναρκτήρια αίτηση και συνήθως σε τέτοιας φύσεως αίτηση η μαρτυρία προσκομίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου δια των ενόρκων δηλώσεων τηρουμένου του δικαιώματος των μερών για αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Με αναφορά σε συγγράμματα και νομολογία, τόσο Αγγλική όσο και Κυπριακή, η πλευρά του αιτητή ισχυρίζεται ότι εν όψει και της φύσης της αίτησης και του αιτήματος, η ακρόαση της δεν προσφέρεται για προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας αλλά θα πρέπει να γίνει στη βάση των ενόρκων δηλώσεων. Αντίθετη ήταν η θέση του συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση, ο οποίος υποστήριξε ότι η παρούσα αίτηση αποτελεί πρωτογενή αίτηση η οποία εντάσσεται στην κατηγορία των αγωγών και η ακρόαση της οποίας θα πρέπει να γίνει δια της προσκόμισης προφορικής μαρτυρίας όπως τάσσουν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας. Τα άρθρα 337 - 344 αναφέρονται στις εξουσίες, υποχρεώσεις και δικαιώματα παραληπτών που διορίζονται δυνάμει εγγράφου ή εκτός από το Δικαστήριο. Το άρθρο 337

(1)συγκεκριμένα έχει ως ακολούθως: «337.—
(1)Παραλήπτης ή διαχειριστής της περιουσίας εταιρείας που διορίζεται µε βάση τις εξουσίες που περιέχονται σε οποιοδήποτε έγγραφο δύναται να υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για οδηγίες σχετικά µέ οποιοδήποτε θέµα που εγείρεται αναφορικά µε την εκτέλεση των καθηκόντων του, και σε οποιαδήποτε τέτοια αίτηση το Δικαστήριο δύναται να δώσει τέτοιες οδηγίες, ή δύναται να εκδώσει τέτοια διαταγή που να δηλώνει τα δικαιώµατα προσώπων ενώπιον του Δικαστηρίου ή διαφορετικά, όπως το Δικαστήριο θεωρεί δίκαιο.» Το άρθρο 340
(1)αναφέρει ότι « Όταν παραλήπτης ή διαχειριστής ολόκληρης ή ουσιαστικά ολόκληρης της περιουσίας της εταιρείας (που στο εξής στο άρθρο αυτό και στο άρθρο 341 αναφέρεται ως "ο παραλήπτης") διορίζεται εκ µέρους των κατόχων οποιωνδήποτε χρεωστικών οµολόγων της εταιρείας εγγυηµένων µε κυµαινόµενη επιβάρυνση, τότε τηρουµένων των διατάξεων τον άρθρου αυτού και του άρθρου 341— (α) ο παραλήπτης πρέπει αµέσως να αποστείλει ειδοποίηση στην εταιρεία για το διορισµό του· και (β) µέσα σε δεκατέσσερις ηµέρες µετά τη λήψη της ειδοποίησης, ή τέτοιας µεγαλύτερης περιόδου που δύναται να επιτραπεί από το ∆ικαστήριο ή τον παραλήπτη, πρέπει να ετοιµαστεί και υποβληθεί στον παραλήπτη σύµφωνα µε το άρθρο 340 έκθεση µε τον καθορισµένο τύπο της περιουσιακής κατάστασης της εταιρείας·» Το δε άρθρο 341
(1)αναφέρει ότι «Η έκθεση ως προς την περιουσιακή κατάσταση εταιρείας που απαιτείται από το άρθρο 340 να υποβληθεί στον παραλήπτη (ή το διάδοχό του) πρέπει να εκθέτει κατά την ηµεροµηνία του διορισµού του παραλήπτη τις λεπτοµέρειες του ενεργητικού της εταιρείας, οφειλές και υποχρεώσεις, τα ονόµατα, διευθύνσεις και επαγγέλµατα των πιστωτών της, τις εγγυήσεις που κατέχονται από αυτούς αντίστοιχα, τις ηµεροµηνίες κατά τις οποίες δόθηκαν αντίστοιχα οι εγγυήσεις και τέτοια περαιτέρω ή άλλη πληροφορία που δυνατό να καθοριστεί.
(2)Η προαναφερόµενη έκθεση πρέπει να υποβληθεί, και επαληθευθεί µε ένορκη δήλωση από, ένα ή περισσότερα από τα πρόσωπα που είναι διευθυντές κατά την ηµεροµηνία διορισµού του παραλήπτη και από το πρόσωπο που είναι κατά εκείνη την ηµεροµηνία ο γραµµατέας της εταιρείας, ή από τέτοια από τα πρόσωπα που αναφέρονται πιο κάτω στο εδάφιο αυτό όπως o παραλήπτης (ή ο διάδοχος του), τηρουµένων των οδηγιών του ∆ικαστηρίου, που δυνατό να τους ζητηθεί να υποβάλουν και επαληθεύσουν την έκθεση, δηλαδή πρόσωπα — (α) που είναι ή ήταν αξιωµατούχοι της εταιρείας· (β) που έλαβαν µέρος στη σύσταση της εταιρείας οποτεδήποτε µέσα σε ένα έτος πριν από την ηµεροµηνία διορισµού παραλήπτη· (γ) που είναι στην υπηρεσία της εταιρείας, ή ήταν στην υπηρεσία της εταιρείας µέσα στο προαναφερόµενο έτος, και είναι κατά τη γνώµη του παραλήπτη ικανά να δώσουν τις πληροφορίες που ζητείται· (δ) που είναι ή ήταν µέσα στο προαναφερόµενο έτος αξιωµατούχος ή στην υπηρεσία εταιρείας που είναι, ή ήταν µέσα στο προαναφερόµενο έτος, αξιωµατούχος της εταιρείας που αφορά η έκθεση» Με βάση τις πιο πάνω πρόνοιες αλλά και γενικότερα τον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, δεν καθορίζεται ο τύπος αλλά και η διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται κατά την εκδίκαση μιας τέτοιας αίτησης. Στους Περί Εταιρειών Κανονισμούς αναφέρεται ο τύπος και η μορφή που πρέπει να έχουν συγκεκριμένες εταιρικές αιτήσεις. Στο άρθρο 5
  1. a)-
  2. g)περιλαμβάνονται οι αιτήσεις οι οποίες θα πρέπει να γίνονται με αναφορά (petiton) ενώ στο άρθρο 6
  3. a)-
  4. aa)οι αιτήσεις που πρέπει να γίνονται δια κλήσεως (summons). Το άρθρο 6(
  5. w)των εν λόγω Κανονισμών αναφέρεται σε αίτηση από παραλήπτη ή διευθυντή για οδηγίες. Δηλαδή, τέτοια αίτηση όπως η παρούσα γίνεται δια κλήσεως (by summon). Παρά την κατάταξη των σχετικών αιτήσεων που μπορούν να γίνουν με βάση τον Περί Εταιρειών Νόμο σε Αναφορές (Petition) και δια κλήσεως (Summons) και την περιγραφή του τύπου του τίτλου που πρέπει να έχουν, εντούτοις πουθενά δεν αναφέρεται ο τρόπος με τον οποίο αυτές οι αιτήσεις θα εκδικάζονται. Εκείνο το οποίο διευκρινίζεται στους εν λόγω Κανονισμούς είναι ότι τέτοια αίτηση (summon) αποτελεί εναρκτήρια κλήση (originating summon) (βλ. Κανονισμό 7). Περαιτέρω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι σύμφωνα με το άρθρο 3 των Περί Εταιρειών Κανονισμών, οι κανονισμοί Δικαστηρίου που θα είναι σε ισχύ σχετικά με πολιτικές αγωγές και η γενική πρακτική και διαδικασία στα Δικαστήρια θα εφαρμόζεται σε σχέση με όλες τις διαδικασίες που σχετίζονται με αιτήσεις που έχουν σχέση οι Περί Εταιρειών Κανονισμοί όσο είναι πρακτικό, εκτός αν προνοείται κάτι διαφορετικό στο Νόμο ή στους Κανονισμούς αυτούς. Στην προσπάθεια του Δικαστηρίου να καθορίσει η διαδικασία που θα πρέπει να ακολουθηθεί στην παρούσα αίτηση και τον τρόπο προσκόμισης της σχετικής μαρτυρίας, εφόσον ο Περί Εταιρειών Νόμος και οι Περί Εταιρειών Κανονισμοί δεν αναφέρουν οτιδήποτε σε σχέση με το ζήτημα αυτό και εφόσον σε αυτές τις περιπτώσεις ισχύουν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας και η σχετική πρακτική και εφόσον η παρούσα αίτηση είναι εναρκτήρια κλήση (originating summon), θεωρώ ότι καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από τον τρόπο που εκδικάζεται μια εναρκτήρια αίτηση (originating summon) με βάση τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.1 «action» means a civil proceeding commenced by writ or in such other manner as may be prescribed by any law or rules of court ενώ «originating summons» means any summons other than a summons in a pending cause or matter. Περαιτέρω, δίδεται ο ορισμός του εναγομένου (defendant) και ενάγοντα (plaintiff) ως ακολούθως: «defendant» includes any person served with any writ of summons or process, or served with notice of, or entitled to attend any proccedings; «plaintiff» includes every person asking any relief (other than a defendant asking relief by way of counter - claim) against any other person by any form of proceeding, whether the proceeding is by action, petition, motion, summons, or otherwise. Η διαδικασία μεταξύ των μερών σε μια αγωγή ή οποιαδήποτε άλλη εναρκτήρια αίτηση προνοείται στη Δ.33 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ειδικότερα στην Δ.33, Θ.7. Αναφορά επίσης, πρέπει να γίνει και στη Δ.36, Θ.1 όπου, πέραν της γενικότητας ότι οι μάρτυρες εξετάζονται προφορικά ενώπιον ανοικτού Δικαστηρίου, αναφέρεται ότι ο Δικαστής, μπορεί για ικανοποιητικό λόγο να διατάξει όπως συγκεκριμένο γεγονός ή γεγονότα αποδειχθούν με ένορκη δήλωση με τέτοιους όρους που θεωρεί λογικούς. Παρέχεται η ευχέρεια δηλαδή συγκεκριμένο γεγονός ή γεγονότα να αποδειχθούν με ένορκη δήλωση. Στην Διαταγή 55 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία γίνεται αναφορά στην εναρκτήρια αίτηση (originating summon) προνοείται ο τύπος 50 και 51 με βάση τον οποίο θα πρέπει να γίνεται τέτοια αίτηση και στους οποίους δεν υπάρχει πρόνοια ότι τέτοια αίτηση πρέπει να συνοδεύεται από ένορκη ομολογία. Στον Κανονισμό 3 της πιο πάνω Διαταγής όμως, αναφέρεται ότι αίτηση θα υποστηρίζεται από τέτοια μαρτυρία που το Δικαστήριο ή ο Δικαστής θα απαιτήσει. Παραπέμπω επίσης στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Ltd
(1998)1Δ ΑΑΔ 1978 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι οι πρόνοιες της Δ.48 τυγχάνουν εφαρμογής αναφορικά με τον τύπο της αίτησης αλλά και τον τύπο της ειδοποίησης ένστασης σε εναρκτήρια διαδικασία (σε εκείνη την υπόθεση η εναρκτήρια αίτηση ήταν αίτηση για εγγραφή διαιτητικής απόφασης και το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι οι σχετικές με τους τύπους της αίτησης και της ένστασης πρόνοιες της Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, εφαρμόζονται έστω και αν η αίτηση για εγγραφή διαιτητικής απόφασης είναι εναρκτήρια αίτηση). Παρόλα αυτά δεν διαφωτίζει η πιο πάνω απόφαση αναφορικά με τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται σε εναρκτήρια αίτηση αναφορικά με τον τρόπο προσκόμισης της μαρτυρίας. Από τον Κανονισμό 3 της Δ.55 ο οποίος αναφέρεται σε συγκεκριμένη περίπτωση εναρκτήριας αίτησης, αφήνεται ανοικτό το θέμα της μαρτυρίας που θα πρέπει να προσκομιστεί και κατ' επέκταση του τρόπου που πρέπει αυτό να γίνεται, και εναπόκειται στο Δικαστή να το καθορίσει. Εκείνο το οποίο θεωρώ ότι προκύπτει από τα πιο πάνω, είναι ότι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας προνοούν τη διαδικασία που ακολουθείται σε μια αγωγή και τον τρόπο προσκόμισης της μαρτυρίας και η διαδικασία αυτή καλύπτει και τις εναρκτήριες αιτήσεις. Προκύπτει επίσης, ότι τόσο από τη Δ.36, Θ.1 όσο και από τη Δ.55, Κ.3, που αναφέρεται εξειδικευμένα στην συγκεκριμένη εναρκτήρια αίτηση, υπάρχει εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει την απόδειξη τέτοιας αίτησης με την προσκόμιση ενόρκων δηλώσεων παρά να ακούσει προφορική μαρτυρία. Λαμβάνοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και τα όσα αναφέρονται σε Αγγλικά συγγράμματα σε σχέση με τις εναρκτήριες αιτήσεις, στα οποία θα αναφερθώ κατωτέρω θεωρώ ότι η προσκόμιση της μαρτυρίας δια ενόρκων δηλώσεων είναι ένας τρόπος προσκόμισης μαρτυρίας σε εναρκτήρια αίτηση χωρίς φυσικά να αποκλείεται και η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας. Η πρακτική που επικράτησε να ακολουθείται σε πλείστες των εναρκτήριων αιτήσεων που προνοούνται σε διάφορα νομοθετήματα, είναι η καταχώριση της αίτησης συνοδευόμενη από την ένορκη δήλωση στην οποία αναφέρονται τα γεγονότα που την υποστηρίζουν και την αποδεικνύουν καθώς επίσης αντίστοιχα και η ένσταση. Αυτό φαίνεται να έγινε και στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Ltd (ανωτέρω) και ξεκαθαρίζω σε σχέση με τον τύπο της αίτησης και ένστασης που καταχωρήθηκε. Εφόσον καταχωρείται ευθύς εξ' αρχής η μαρτυρία που υποστηρίζει την αίτηση και την ένσταση, έστω και χωρίς οποιεσδήποτε οδηγίες του Δικαστηρίου δεν βρίσκω λόγο γιατί να μην μπορεί μια τέτοια μαρτυρία να ληφθεί υπόψη χωρίς άλλο και να πρέπει να γίνει αυτό μόνο εφόσον αυτή ληφθεί και προφορικά. Ανατρέχοντας σε Αγγλικά συγγράμματα τα οποία αναφέρονται σε εναρκτήριες αιτήσεις και πραγματεύονται το ζήτημα πότε υπάρχει δικαίωμα έναρξης μιας διαδικασίας με τέτοιας φύσεως αιτήσεις, ποιος ο σκοπός τους και τα πλεονεκτήματα τους, θα δει κανείς ότι το δικαίωμα έναρξης μιας διαδικασίας με εναρκτήρια αίτηση δεν είναι γενικό και προνοείται συνήθως από συγκεκριμένα νομοθετήματα που συνήθως στα θέματα που αναφέρονται δεν υπάρχουν σοβαρά αντικρουόμενα γεγονότα και ο σκοπός είναι η γρήγορη επίλυση των θεμάτων αυτών και η περίσωση χρόνου και χρήματος και ανάλογη θα πρέπει να είναι και η διαδικασία που θα πρέπει να ακολουθείται. Στο σύγγραμμα Odgers' Principles of Pleading and Practice, 21η έκδοση, σελ.314 - 325 γίνεται εκτενείς αναφορά στις εναρκτήριες αιτήσεις και στη διαδικασία που θα πρέπει να ακολουθείται. Συγκεκριμένα αναφέρονται τα ακόλουθα: «When the summons first comes before him, the master will give all necessary directions as to the further conduct of the proceedings as he thinks best adapted to secure the just, expeditious and economically disposal thereof. Normally, the initial directions will be as to the filing of evidence. Such evidence is invariably given by affidavit in the first instance, and an affidavit on behalf of the plaintiff or applicant supporting the summons is normally sworn and filed shortly after issue. Very other no further evidence will be required, but all the other parties will require to take advice on the point, and the master will accordingly adjourn the appointment from time to time until the evidence is completed. It will be apparent from this sketch of the procedure that it is primarily designed to deal with questions of law or discretion arising upon facts substantially not in dispute, and, indeed, where there is any choice in the matter, it is wrong to being proceedings by originating summons if it is known that the facts are disputed. But as we have already noticed, sometimes the procedure is obligatory even in cases where there may be very substantial disputes of fact;» Η ίδια προσέγγιση αναφέρεται και στο σύγγραμμα The Encyclopaedia of Court Forms and Precedents in Civil Proceedings, Vol. 12, σελ. 161, στο οποίο παραπομπή έγινε από τον ευπαίδευτο συνήγορο των αιτητών, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Τhe main advantages of procedure by originating summons, where this is permissible, are simplicity, the elimination of pleadings, and consequent saving of time. So successful has this procedure as a method of obtaining some relief thereunder.» Εκείνο το οποίο προκύπτει από τα πιο πάνω συγγράμματα είναι ότι, κατά κανόνα, η παράθεση της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου σε εναρκτήρια αίτηση, γίνεται δια ενόρκων δηλώσεων. τηρουμένου του δικαιώματος αντεξέτασης. Στο Odgers' Principles of Pleading and Practice, 21η έκδοση, σελ. 323 αναφέρονται τα ακόλουθα: «The evidence follows what we have already seen to be the normal Chancery procedure on originating applications, and is usually given by affidavit, though attendance for cross-examination can be had if desired». Eπομένως, εκείνο το οποίο προκύπτει από τα πιο πάνω, είναι ότι η συνήθης διαδικασία προσκόμισης μαρτυρίας σε εναρκτήρια αίτηση, είναι δια ενόρκων δηλώσεων, τηρουμένου του δικαιώματος αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων για τους λόγους που εξηγούνται και αφορούν τα ζητήματα που θα πρέπει να επιλυθούν από το Δικαστήριο με τέτοιες αιτήσεις. Στην παρούσα περίπτωση, πέραν του ότι η παρούσα αίτηση χαρακτηρίζεται ως εναρκτήρια, είναι και εταιρικής φύσεως. Στην Αναφορικά με την Αίτηση του Κ. Σάββα Ιωάννη Κασπαρή, Πολιτική Αίτηση Αρ. 206/2013, Ημερ. 03/12/2013 όπου ζητείτο άδεια για καταχώριση αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος certiorari εναντίον της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου να επιτρέψει στην καθ' ής η αίτηση να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης της για την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης, η Έντιμη Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κα. Κ. Σταματίου υιοθέτησε την απόφαση του Πλήρους Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην Εταιρική Αίτηση 259/89 επί της αφορώσι την εταιρεία D.J. Demades & Sons Ltd, ημερομηνίας 28.5.1990, στην οποία αποφασίστηκε ότι η ακρόαση τέτοιων αιτήσεων γίνεται κατά κανόνα στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που καταχωρούνται και παρέπεμψε στο πιο κάνω απόσπασμα της εν λόγω απόφασης: «Μια Εταιρική Αίτηση ακολουθεί, κατά κανόνα, τους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας όταν δεν γίνεται εξειδικευμένη πρόνοια στους περί Εταιρειών (Διάλυσις) Κανονισμούς του 1933-38 (δέστε τον Κανονισμό 92 και την υπόθεση ΚΜCMotors Ltd v. Josephanco Trading and Contracting Company
(1984)1 Α.Α.Δ. 390). Η ιδιαιτερότητα μιας Εταιρικής Αίτησης έγκειται στο μηχανισμό παρουσίασης της με βάση τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου ΚΕΦ 113 και τους περί Εταιρειών Κανονισμούς του 1951. Η εκδίκαση γίνεται κατά κανόνα με βάση τα γεγονότα που στηρίζουν την Αίτηση και Ένσταση αντίστοιχα όπως πιστοποιούνται από τις Ένορκες Δηλώσεις που τις συνοδεύουν. Κατά τα άλλα το δίκαιο της απόδειξης ισχύει όσο αφορά την αποδοχή και αξιολόγηση μαρτυρίας, ιδιαίτερα, όταν ζητείται η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων» (Η υπογράμμιση είναι δική μου). Τα πιο πάνω υποστηρίζουν ότι ειδικά στην περίπτωση μιας εταιρικής αίτησης, η οποία γενικά είναι εναρκτήρια αίτηση, η εκδίκαση της γίνεται κατά κανόνα στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και όχι δια της προσκόμισης προφορικής μαρτυρίας, πέραν της περίπτωσης που απαιτείται και διατάσσεται η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η αναφορά στην πιο πάνω απόφαση, ότι η εκδίκαση τέτοιας αίτησης γίνεται κατά κανόνα (η υπογράμμιση δική μου) με βάση τα γεγονότα που στηρίζουν την Αίτηση και την Ένσταση και τα όσα αναφέρθηκαν προηγουμένως σε σχέση με τη διαδικασία που ακολουθείται σε εναρκτήριες αιτήσεις αλλά και στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας που αναφέρονται στο τρόπο προσκόμισης μαρτυρίας, θεωρώ ότι υπό κάποιες περιστάσεις μπορεί να ακουστεί και περαιτέρω προφορική μαρτυρία, κατόπιν αιτήματος διαδίκου και κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου εφόσον κρίνει αυτό αναγκαίο και επιβεβλημένο για να ξεκαθαρίσουν αντικρουόμενα γεγονότα τα οποία εγείρονται με την αίτηση και ένσταση. Η πιο πάνω κατάληξη μου, ότι παρέχεται η ευχέρεια για να ακουστεί προφορική μαρτυρία στηρίζεται και στο γεγονός ότι πουθενά δεν προνοείται διαδικασία για να δοθεί άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης ομολογίας σε εναρκτήρια αίτηση και κατ' επέκταση η προσκόμιση περαιτέρω μαρτυρίας για να ξεκαθαρίσει αντικρουόμενα γεγονότα. Επομένως, στην περίπτωση που υπάρχουν αντικρουόμενα γεγονότα ή διαφαίνεται η ανάγκη προσκόμισης περαιτέρω μαρτυρίας, το Δικαστήριο θεωρώ ότι μπορεί να επιτρέψει και να ακούσει προφορική μαρτυρία για να μπορεί να αποδώσει δικαιοσύνη και να επιλύσει την ενώπιον του διαφορά. Η παρούσα αίτηση είναι εταιρικής φύσεως και ο αιτητής αιτείται από το Δικαστήριο συγκεκριμένα διατάγματα εναντίον των διευθυντών και/ή γραμματέως και/ή αντιπροσώπων της εταιρείας με σκοπό να δυνηθεί να ασκήσει τα καθήκοντα του. Δεν είναι πρόθεση μου να υπεισέλθω στο στάδιο αυτό στην ουσία της παρούσας αίτησης. Εκείνο το οποίο όμως προκύπτει από τη νομολογία είναι ότι σε αυτής της φύσης τη διαδικασία εκείνο το οποίο απαιτείται είναι η παράθεση στο Δικαστήριο μαρτυρίας που υποστηρίζει το διορισμό του εκκαθαριστή, η οποία είναι έγγραφη και όλων των γεγονότων που υποστηρίζουν το αίτημα έτσι ώστε να μπορούν να δοθούν οι οδηγίες που ζητούνται δυνάμει το άρθρου 337
(1)του Κεφ. 113. Προκύπτει επίσης, ότι τόσο με την αίτηση όσο και με την ένσταση έχουν καταχωρηθεί ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν με αναφορά στα γεγονότα και ισχυρισμούς εκάστης πλευράς. Η πρακτική σε τέτοιου είδους αιτήσεις είναι τόσο την αίτηση όσο και την ένσταση να τις συνοδεύουν ένορκες δηλώσεις με τα γεγονότα που τις υποστηρίζουν. Θεωρώ ότι οι εν λόγω ένορκες δηλώσεις είναι μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και μπορεί και θα πρέπει να ληφθεί υπόψη. Στο παρόν στάδιο δεν τέθηκε οποιοδήποτε αίτημα από οποιαδήποτε πλευρά, είτε για αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων είτε για προσκόμιση περαιτέρω προφορικής μαρτυρίας. Εφόσον προκύψει ένα τέτοιο ζήτημα, τότε το Δικαστήριο θα δώσει τις κατάλληλες οδηγίες εφόσον κριθεί αναγκαία είτε η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων για συγκεκριμένο ζήτημα, είτε η προσκόμιση περαιτέρω προφορικής μαρτυρίας, νοουμένου πάντα ότι αυτή είναι σχετική και αναγκαία για την προώθηση και επίλυση των επίδικων ζητημάτων που προκύπτουν στην παρούσα αίτηση. Επομένως, η κατάληξη μου είναι ότι η παρούσα αίτηση θα πρέπει να εκδικαστεί στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση, χωρίς απαραίτητα να χρειάζεται η προφορική κατάθεση των ενόρκως δηλούντων στο Δικαστήριο, εκτός αν ζητηθεί η αντεξέταση τους. Επίσης, σε περίπτωση που ζητηθεί η προσκόμιση περαιτέρω μαρτυρίας από τα μέρη, αυτό θα αποφασιστεί από το Δικαστήριο και θα δοθούν οι αναγκαίες οδηγίες έχοντας υπόψη τα όσα ανέφερα ανωτέρω. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.)........... Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.