Χλόη Κυριάκου Σάββα κ.α. ν. Γραφείον Γενικού Εισαγγελέως της Δημοκρατίας κ.α., Αρ. Παραπομπής: 22/2015, 29/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A22 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Παραπομπής: 22/2015 Μεταξύ:
- Χλόη Κυριάκου Σάββα
- Ελένη Κυριάκου Σάββα Αιτήτριες και
- Γραφείον Γενικού Εισαγγελέως της Δημοκρατίας
- Γραφείον Έπαρχου Πάφου
- Κοινοτικό Συμβούλιο Πωμού Αποζημιούσα Αρχή Αίτηση ημερομηνίας 07.07.15 Ημερομηνία: 29.01.16 Εμφανίσεις: Για Απαιτήτριες 1 & 2-Αιτήτριες: κα Πόγιαννου Για Αποζημιούσα Αρχή-Καθ' ης η αίτηση (Κοινοτικό Συμβούλιο Πωμού): κα Β. Ξ. Πρωτοπαπά ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα δια κλήσεως αίτηση οι Απαιτήτριες 1 και 2 (στο εξής οι 'Αιτήτριες') αιτούνται τα πιο κάτω, το περιεχόμενο των οποίων παραθέτω αυτούσιο: "
- Απόφασιν συμφώνως τω Κλητηρίω Εντάλματι ειδικώς οπισθογραφημένο πλέον τόκοι και έξοδα δι' έλλειψιν καταχωρίσεως Υπερασπίσεως.
- Τα έξοδα της παρούσης αιτήσεως." Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στη Διάταξη 19 Κανονισμούς 1 και 2, στη Διάταξη 21, στη Διάταξη 26 Κανονισμό 2 και στη Διάταξη 48 Κανονισμούς 2, 3, 8 και 9 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η παρούσα αίτηση συνοδεύεται από τα ακόλουθα γεγονότα που καταγράφονται στο σώμα της και επίσης αναφέρω αυτούσια: "- Την 27.04.2015 επεδόθη εις την Αποζημιούσα Αρχή 1 και 2 πιστόν αντίγραφον του Κλητηρίου εντάλματος. - Την 28.04.2015 επεδόθη εις την Αποζημιούσα Αρχή 3 πιστόν αντίγραφο του Κλητηρίου εντάλματος. - Την 08.05.15 η Αποζημιούσα Αρχή 3 κατεχώρισεν δια του δικηγόρου της εμφάνισιν πλην όμως μέχρι σήμερον δεν κατεχώρισεν Υπεράσπισιν." Στις 03.11.15 καταχωρήθηκε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης από μέρους της Αποζημιούσας Αρχής-Κοινοτικό Συμβούλιο Πωμού (στο εξής ο 'Καθ' ου η αίτηση') επί των εξής λόγων:
(1)Η παρούσα αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση.
(2)Οι Περί Καθορισμού Αποζημιώσεων Κανονισμοί του 1956 δεν προβλέπουν την καταχώρηση της παρούσας αίτησης.
(3)Οι Περί Καθορισμού Αποζημιώσεων Κανονισμοί του 1956 δεν προνοούν την καταχώρηση υπεράσπισης από την Αποζημιούσα Αρχή. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στηρίζεται στο άρθρο 20 του Περί Αναγκαστικής Απαλλοτρίωσης για σκοπούς Δημόσιας Ωφέλειας Νόμου του 1962 (Ν.15/62), στα άρθρα 6, 7, 9
(1)-
(7)και 19
(3)των Περί Ειδικού Δικαστηρίου για τον Καθορισμό Αποζημίωσης Κανονισμών του 1956, στις συμφυείς εξουσίες και στη νομολογία του Δικαστηρίου. Η εν λόγω ένσταση δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση Η ακρόαση της υπό κρίσης αίτησης διεξήχθη στη βάση αγορεύσεων, μέσα από τις οποίες αμφότεροι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις και ισχυρισμούς τους. Στη νομική επιχειρηματολογία του ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητριών ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι ελλείψει διαδικαστικού κανονισμού που να ρυθμίζει τη δικονομία στις περιπτώσεις υποθέσεων απαλλοτριώσεων-παραπομπών εφαρμόζονται οι θεσμοί πολιτικής δικονομίας δυνάμει του άρθρου 20 του Ν.11/62 αλλά και ως πρακτική που μέχρι σήμερα ακολουθείται. Σύμφωνα με τον εν λόγω συνήγορο ο κανονισμός 6
(2)των Περί Καθορισμού Αποζημιώσεων Κανονισμών του 1956 υποδεικνύει την υποχρέωση της Αποζημιούσας Αρχής να καταχωρίσει-παραδώσει εντός 28 ημερών 'written statement', το οποίο από την πρακτική θεωρείται ότι είναι η έκθεση υπεράσπισης. Είναι ακόμη η θέση του συνηγόρου των Αιτητριών ότι η αναγραφή λανθασμένων κανονισμών στην αίτηση δεν την καθιστά άκυρη αλλά ακυρώσιμη και προς τούτο παρέπεμψε στην υπόθεση ναυτοδικείου Ευαγγέλου v. Marine Ltd. Σε αντίθεση, η ευπαίδευτη συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση, με παραπομπή στην υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία v. Πέτσα
(1996)1 Α.Α.Δ. 1342 καθώς και στους σχετικούς κανονισμούς, ευσεβάστως ισχυρίστηκε ότι ακολουθήθηκε διαφορετική και κατ' επέκταση λανθασμένη διαδικασία από αυτή που προνοείται. Επίσης είναι η θέση της εν λόγω συνηγόρου ότι με βάση τους Περί Καθορισμού Αποζημιώσεων Κανονισμούς του 1956 δεν προβλέπεται προώθηση αίτησης, όπως την παρούσα, αλλά ούτε και καταχώρηση υπεράσπισης από την Αποζημιούσα Αρχή. Είναι ακόμη η θέση της κυρίας Πρωτοπαπά ότι η νομική βάση της υπό κρίση αίτησης είναι λανθασμένη αφού σ' αυτή δεν περιλαμβάνεται ο Κανονισμός 6
(2)των Περί Καθορισμού Αποζημιώσεων Κανονισμών του 1956 αλλά οι θεσμοί πολιτικής δικονομίας. Επίσης η συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι οι Αιτήτριες δεν διευκρινίζουν εναντίον ποιου διαδίκου ζητούν απόφαση. Κατ' αρχήν θα πρέπει να λεχθεί ότι η παρούσα περίπτωση είναι υπόθεση παραπομπής και αφορά θέμα απαλλοτρίωσης μέρος ακινήτου δυνάμει διατάγματος απαλλοτρίωσης ημερομηνίας 13.10.89. Το έγγραφο με βάση το οποίο προωθείται η παρούσα υπόθεση και περιέχει το είδος της αξίωσης του αιτητή ονομάζεται 'ειδοποίησις παραπομπής' και όχι ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ως οι Αιτήτριες λανθασμένα αναφέρουν στο σώμα της υπό κρίση αίτησης. Είναι αυτό το έγγραφο που στις 28.04.15 επιδόθηκε στον Καθ' ου η αίτηση. Πρόκειται για έγγραφο επί καθορισμένου τύπου, το οποίο όμως διαφέρει εντελώς από τον καθορισμένο τύπο ενός κλητηρίου εντάλματος. Όπως φαίνεται από το έντυπο της παρούσας υπόθεσης, υπάρχουν δύο Αιτήτριες που αξιώνουν από το Δικαστήριο τον καθορισμό αποζημίωσης σε σχέση με την απαλλοτρίωση εμβαδού 110 τετραγωνικών μέτρων που είναι μέρος από το δικής τους ιδιοκτησίας ακίνητο με αριθμό εγγραφής 5625, τεμάχιο 203/I, Φύλλο/Σχέδιο XVII, στον Πωμό της επαρχίας Πάφου, το ύψος της οποίας ζητούν να καταβληθεί από τους τρεις οργανισμούς που κατονομάζονται στο εν λόγω έγγραφο. Μελέτη των θέσεων των μερών καθιστά αντιληπτό ότι το αντικείμενο που το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει στην παρούσα αίτηση είναι η ορθότητα του συγκεκριμένου δικονομικού μέτρου που η Αιτήτριες έλαβαν εναντίον του Καθ' ου η αίτηση στα πλαίσια προώθησης της εκδοχής τους. Στα πλαίσια εξέτασης του πιο πάνω θέματος θεωρώ βοηθητικό να αναφερθώ στη διαδικασία που διέπει υποθέσεις παραπομπής. Στην υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία v. Πέτσα
(1996)1 Α.Α.Δ. 1342 περιγράφεται με σαφήνεια η διαδικασία παραπομπής και το είδος-μορφή δικογραφίας που καταχωρείται σε τέτοιες υποθέσεις. Το ακόλουθο απόσπασμα που καταγράφεται στις σελίδες 1344-1345 της υπόθεσης αυτής είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Η διαδικασία παραπομπής αρχίζει με ειδοποίηση την οποία ο ένας, ο οποιοσδήποτε από τους διάδικους, αποστέλλει στον Πρωτοκολλητή: βλ. Καν. 3
(1). Η ειδοποίηση είναι επί καθορισμένου τύπου. Όπου υποβάλλεται από τον απαιτητή, συμπεριλαμβάνει στοιχεία αναφορικά με το ποσό και τη φύση της απαιτούμενης αποζημίωσης όπως και λεπτομέρειες προς υποστήριξη: βλ. παράγραφο 7 στο έντυπο Αρ. 1 του Πίνακα Α. Κατόπιν τούτου ο Πρωτοκολλητής επιδίδει στην άλλη πλευρά ειδοποίηση με την οποία την καλεί, εντός καθορισθείσας προθεσμίας, να εφοδιάσει τον Πρωτοκολλητή με γραπτή έκθεση η οποία, στην περίπτωση του απαιτητή, πρέπει να αναφέρει το διεκδικούμενο ποσό με πλήρεις λεπτομέρειες προς υποστήριξη (βλ. Καν. 6
(1)) ενώ στην περίπτωση της απαλλοτριούσης αρχής πρέπει να αναφέρει την εκτίμηση της γης που αποτελεί το αντικείμενο της διαδικασίας, με πλήρεις λεπτομέρειες προς υποστήριξη (Καν. 6
(2))." Οι κανονισμοί στους οποίους η πιο πάνω υπόθεση αναφέρεται κατά την περιγραφή της διαδικασίας είναι οι Περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 1956. Η δικονομία σε υπόθεση παραπομπής διέπεται κατ' εξοχήν από τους κανονισμούς αυτούς. Έναρξη της διαδικασίας σηματοδοτείται όταν οποιονδήποτε μέρος, δηλαδή είτε ο απαιτητής είτε η αποζημιούσα αρχή αποστείλει στον πρωτοκολλητή ειδοποίηση παραπομπής για επίλυση διαφοράς στον τύπο 1 του Πίνακα 'Α' (Form I in Appendix A). Αυτός είναι ο κανονισμός 3
(1). Ακολούθως, σύμφωνα με τον κανονισμό 4, ο πρωτοκολλητής αποστέλλει στους υπόλοιπους διαδίκους ειδοποίηση για την υπόθεση παραπομπής στον τύπο 2 του Πίνακα 'Α' (Form 2 in Appendix A). Εντός 10 ημερών από την κοινοποίηση του τύπου 2 εγγράφου, ο απαιτητής ή η αποζημιούσα αρχή, αναλόγως της περίπτωσης, καλείται να γνωστοποιήσει στον πρωτοκολλητή τη διεύθυνση στην οποία θα του/της επιδίδονται έγγραφα και κατά πόσο προτίθεται να καλέσει εμπειρογνώμονα για να δώσει μαρτυρία προς υποστήριξη της εκτίμησης (κανονισμός 5
(1)). Δικονομικά ζητήματα που δεν καλύπτονται από τους προαναφερόμενους κανονισμούς, δύναται, σύμφωνα με το άρθρο 20 των Περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμων του 1962 έως 2014, να επιλυθούν με τη βοήθεια των διαδικαστικών θεσμών πολιτικής δικονομίας στο βαθμό και την έκταση που μπορεί να εφαρμοστούν λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της υπόθεσης, ότι δηλαδή πρόκειται για υπόθεση που αφορά έκταση που απαλλοτριώθηκε. Ιδιαίτερη σημασία για την παρούσα περίπτωση έχει ο κανονισμός 6
(2), ο οποίος ισχύει εφόσον η διαδικασία παραπομπής άρχισε με σχετικό έντυπο ειδοποίησης που οι Αιτήτριες απέστειλαν στον πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου και στη συνέχεια ο Καθ' ου η αίτηση κατέστη διάδικος διαδικαστικά. Ο εν λόγω κανονισμός προνοεί ρητά επί λέξει τα εξής: "The Acquiring Authority shall, within 28 days from the service on it of the registrar's notice in Form 2, give to the registrar and to the claimant, at his address for service, a written statement (together with three copies thereof in the case of the registrar) showing the valuation of the land which is the subject of the proceedings with full particulars in support thereof." Η χρήση της λέξης 'shall' αλλά και γενικότερα το λεκτικό που χρησιμοποιείται είναι τέτοιο που καθιστούν τις πρόνοιες του εν λόγω κανονισμού επιτακτικές. Ερμηνεία των διατάξεων του κανονισμού 6
(2)υποδεικνύουν κατά τρόπο σαφή ότι η αποζημιούσα αρχή οφείλει να αποστείλει στον πρωτοκολλητή και στον απαιτητή εντός 28 ημερών γραπτή έκθεση/αναφορά (written statement) στην οποία να αποκαλύπτεται εκτίμηση του εμπλεκομένου μέρους του ακινήτου που να υποστηρίζεται από πλήρη στοιχεία και λεπτομέρειες. Άξιο αναφοράς είναι και το περιεχόμενο του κανονισμού 22 που σημειώνει τις εξουσίες που παρέχονται στο Δικαστήριο σε περίπτωση που οποιοσδήποτε διάδικος παραλείπει να συμμορφωθεί με την υποχρέωση του να γνωστοποιήσει έγγραφα της υπόθεσης του. Ειδικότερα ο κανονισμός αυτός σημειώνει ρητά τα πιο κάτω: "If it appears to the Tribunal that any party to proceedings before the Tribunal has failed to send a copy of any document required under these Rules to be sent to any other party or to the registrar, the Tribunal may direct that a copy of the document shall be sent as may be necessary and that the further hearing of the proceedings be adjourned, and may in any such case require the party at fault to pay any additional costs occasioned thereby." Με γνώμονα τα πιο πάνω στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την παρούσα αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης. Με τον πρώτο λόγο ένστασης ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι η παρούσα αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση. Η θέση των Αιτητριών έχει ήδη καταγραφεί πιο πάνω. Είναι γεγονός ότι από τη νομική βάση της υπό κρίση αίτησης απουσιάζουν οι κατ' εξοχήν δικονομικές πρόνοιες που είναι οι κανονισμοί 6
(2)και 22 των Περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Διαδικαστικών Κανονισμών του 1956 καθώς και το άρθρο 20 των Περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμων του 1962 έως
- Η καταγραφή διατάξεων θεσμών πολιτικής δικονομίας, οι οποίες για το συγκεκριμένο θέμα δεν είναι σχετικές με εξαίρεση τη Διάταξη 48 που και αυτή δεν είναι βασική, δεν μπορεί να καλύψει την ανεπάρκεια της νομικής βάσης της παρούσας αίτησης που παρατηρείται. Η παρατυπία, την ύπαρξη της οποίας αναγνωρίζει ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητριών, θα μπορούσε να είχε διορθωθεί αν ο συνήγορος των Αιτητριών ζητούσε κάτι τέτοιο επικαλούμενος τη Διάταξη
- Δεν το έπραξε όμως και έτσι η πλευρά των Αιτητριών παρέλειψε να λάβει μέτρα που θα θεράπευαν την παρατυπία που οι ίδιες αναγνωρίζουν ότι υπάρχει με αποτέλεσμα η παρατυπία να παραμείνει αθεράπευτη αφού μέχρι την άρση της εξακολουθεί να υπάρχει (Αρέστης v. Ερμογένους (Κοκόνα)
(2010)1Γ Α.Α.Δ. 1844). Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Olympia Designs (Properties) Ltd, εμπορευόμενη υπό την εμπορική επωνυμία Olympia A. Designs v. Unique U.K. Inc. εμπορευόμενη υπό την εμπορική επωνυμία Unique Party
(2010)1B A.A.D. 1395, το Δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να προβεί αυτεπαγγέλτως σε διορθωτικές διαδικασίες βάσει της Διάταξης 64. Η υπό κρίση αίτηση όμως πάσχει και επί της ουσίας της. Ειδικότερα το περιεχόμενο της αναφέρει ότι ζητείται απόφαση επί του 'ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος' λόγω μη καταχώρησης υπεράσπισης, πράγμα που δεν ευσταθεί. Το έγγραφο βάση του οποίου η διαδικασία ξεκίνησε δεν είναι κλητήριο ένταλμα, είτε ειδικώς είτε γενικώς οπισθογραφημένο, ούτε ο Καθ' ου η αίτηση καταχωρεί υπεράσπιση. Πρόκειται για ειδοποίηση παραπομπής και με βάση τον κανονισμό 6
(2)ο Καθ' ου η αίτηση καλείται να υποβάλει γραπτή έκθεση-κατάθεση (written statement) στην οποία να περιέχεται εκτίμηση συνοδευόμενη από συναφή στοιχεία και πληροφορίες, εικόνα που δεν ανταποκρίνεται στο σώμα της υπό κρίση αίτησης. Συνεπώς ο πρώτος λόγος ένστασης ευσταθεί. Με τον δεύτερο λόγο ένστασης ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι οι Περί Καθορισμού Αποζημιώσεων Κανονισμοί του 1956 δεν προβλέπουν την καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Πράγματι, όπως έχει ήδη λεχθεί, οι εν λόγω κανονισμοί δεν προνοούν την καταχώρηση αίτησης από τον απαιτητή στην περίπτωση που η αποζημιούσα αρχή παραλείψει να αποστείλει γραπτή έκθεση με εκτίμηση της απαλλοτριωθείσας έκτασης μαζί με σχετικά στοιχεία και λεπτομέρειες και αν δικαιούται να εκδοθεί απόφαση υπέρ του, όπως δύναται να συμβεί σε αγωγή με αίτηση που καταχωρείται από τον ενάγοντα λόγω μη καταχώρησης υπεράσπισης από τον εναγόμενο στη βάση της Διάταξης 26 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στρεφόμενος στην παρούσα περίπτωση και αφού ανάτρεξα στο δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης παρατηρώ ότι η διαδικασία παραπομπής άρχισε με σχετικό έντυπο ειδοποίησης των Αιτητριών που απέστειλαν στον πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου με τον Καθ' ου η αίτηση να καθίσταται στη συνέχεια διαδικαστικά διάδικος. Ακόμη από τον ίδιο φάκελο φαίνεται μέχρι σήμερα να μην έχει καταχωρηθεί από μέρους του Καθ' ου η αίτηση γραπτή έκθεση με εκτίμηση από τον πραγματογνώμονα του της έκτασης του μέρους του ακινήτου που απαλλοτριώθηκε και αποτελεί το αντικείμενο στην υπόθεση αυτή μαζί με πλήρη στοιχεία και λεπτομέρειες, ως ήταν υποχρέωση του να το έπραττε εντός 28 ημερών από της επιδόσεως σ' αυτόν της ειδοποίησης από τον πρωτοκολλητή (τύπος 2) σύμφωνα με τον κανονισμό 6
(2). Να σημειωθεί ότι στις 20.05.15 οι Αιτήτριες καταχώρησαν έγγραφο υπό τον τίτλο 'Έκθεση Απαίτησης' μέσα από το οποίο περιέχονται στοιχεία του επιδίκου ακινήτου, της απαλλοτριωθείσας έκτασης καθώς και το ύψος της αποζημίωσης που διεκδικείται με τη βοήθεια πραγματογνώμονα. Στο εν λόγω έγγραφο επισυνάπτεται εκτίμηση από γραφείο εκτιμητών ακινήτων. Από το δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης φαίνεται ότι το έγγραφο αυτό επιδόθηκε στον Καθ' ου η αίτηση στις 10.06.15. Είναι όντως αλήθεια ότι η υπό κρίση αίτηση με την μορφή και το λεκτικό που παρουσιάζει δεν προβλέπεται από τους προαναφερόμενους κανονισμούς και δεν σχετίζεται με υπόθεση παραπομπής, όπως είναι παρούσα περίπτωση, για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί πιο πάνω. Δεν παραγνωρίζεται ότι ο Καθ' ου η αίτηση μέχρι σήμερα δεν έχει κοινοποιήσει τόσο προς τον πρωτοκολλητή όσο και προς τις Αιτήτριες, ως όφειλε να πράξει εντός καθορισμένου χρονικού διαστήματος με βάση τον κανονισμό 6
(2), γραπτή έκθεση-κατάθεση στην οποία να περιέχεται εκτίμηση συνοδευόμενη από συναφή στοιχεία και πληροφορίες, ως όφειλε να έπραττε. Επίσης κατανοώ ότι οι Αιτήτριες υποχρεώθηκαν να καταχωρήσουν την υπό κρίση αίτησης προκειμένου να συμμορφωθεί ο Καθ' ου η αίτηση με το περιεχόμενο του κανονισμού 6
(2)και έτσι η εν λόγω υπόθεση να συνεχίσει την πορεία εκδίκασης. Παρόλα αυτά δεν παύει η υπό κρίση αίτηση, η οποία βρίσκεται για εξέταση ενώπιον του Δικαστηρίου, να μην σχετίζεται με την παρούσα διαδικασία, πάντοτε με τη μορφή που έχει και με το υπάρχων περιεχόμενο της. Κατά συνέπεια και ο δεύτερος λόγος ένστασης είναι βάσιμος. Με τον τρίτο λόγο ένστασης ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι οι Περί Καθορισμού Αποζημιώσεων Κανονισμοί του 1956 δεν προνοούν την καταχώρηση υπεράσπισης από την αποζημιούσα αρχή. Πράγματι, όπως πάλι έχει ήδη λεχθεί πιο πάνω, οι δικονομικοί κανονισμοί σε υπόθεση παραπομπής δεν αναφέρονται στην καταχώρηση υπεράσπισης από τον Καθ' ου η αίτηση. Επομένως η αναφορά των Αιτητριών ότι δεν έχει καταχωρηθεί δικόγραφο της υπεράσπισης σε κλητήριο ένταλμα ειδικώς οπισθογραφημένο δεν είναι ορθή επειδή κάτι τέτοιο δεν προνοείται και ούτε σχετίζεται με τη φύση τη διαδικασίας σε υπόθεση παραπομπής. Ως εκ τούτου, ο τρίτος λόγος ένστασης επιτυγχάνει. Υπό το φως των πιο πάνω η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Σε σχέση με τα έξοδα, η επιδίκαση ή μη των οποίων εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, ένεκα από τη μία της απορριπτικής κατάληξης που η υπό κρίση αίτηση έχει για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί και από την άλλη το ότι είναι η μέχρι σήμερα μη συμμόρφωση του Καθ' ου η αίτηση στις υποχρεώσεις του που οδήγησε στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, θεωρώ ορθό, λογικό και δίκαιο να μην εκδώσω οποιαδήποτε διαταγή. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other/Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Ενδιάμεση Απόφαση/Παραπομπή/Κανονισμός 6
(2)των Περί Καθορισμού Αποζημιώσεων Κανονισμών του 1956 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο