Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (πρώην Cyprus Popular Bank Public Co Ltd) ν. Επίσημος Παραλήπτης υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της υπό εκκαθάρισης εταιρείας Westside Engineering Public Ltd (πρώην Westside Engineering Ltd) κ.α., Αγ. Αρ. : 599/2010, 24/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A38 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Xρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αγ. Αρ. : 599/2010 Mεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (πρώην Cyprus Popular Bank Public Co Ltd) από τη Λευκωσία Ενάγοντες και
- Επίσημος Παραλήπτης υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της υπό εκκαθάρισης εταιρείας Westside Engineering Public Ltd (πρώην Westside Engineering Ltd) από την Λευκωσία.
- Χαράλαμπος Σίμωνος από την Πάφο
- Δήμος Χ΄΄Νεοκλέους από την Πάφο
- Μιχάλης Χ΄΄Λούκας από την Πάφο
- Γιαννάκης Θεολόγου από την Πάφο
- Θεοφάνης Θεοφάνους από την Πάφο. Εναγομένων ------------------------------------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 24/02/
- Eμφανίσεις: Για τους ενάγοντες: κ. Ν. Μάντης για κ.κ. P. MANTIS - ATHINODOROU LLC. Για τους εναγομένους αρ. 4 και 6: κα Χ. Φιλίππου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες με την Έκθεση Απαίτησης τους, ισχυρίζονται ότι είναι τραπεζικός οργανισμός ο οποίος διεξάγει τραπεζικές εργασίες σε ολόκληρη την Κύπρο. Δυνάμει εγγράφου συμφωνίας ημερομηνίας 21/01/2002 συμφώνησαν με την εταιρεία Westside Engineering Public Ltd, η οποία ασχολείτο με το εμπόριο αυτοκινήτων, όπως τις παράσχουν πιστωτικές διευκολύνσεις σε τρεχούμενο λογαριασμό τύπου Stocking Finance. Οι εναγόμενοι αρ. 2,3,4,5 και 6 εγγυήθηκαν για απεριόριστο ποσό την εκπλήρωση όλων των όρων και προνοιών της πιο πάνω συμφωνίας από την εν λόγω εταιρεία. Στις 20/11/2003 υπογράφηκε συμφωνία διακανονισμού μεταξύ εναγόντων, κάποιου Κύπρου Κουρούσιη ο οποίος ήταν συνεγγυητής στην πιο πάνω συμφωνία, και των υπόλοιπων εγγυτήτων όπως πληρώσει στους ενάγοντες το ποσό των €102,516.08 και απαλλαγεί από το συμβόλαιο. Ισχυρίζονται επίσης ότι η εταιρεία Westside Engineering Public Ltd σύμφωνα με τους όρους της πιο πάνω συμφωνίας έχει παραχωρήσει προς εξασφάλιση των εναγόντων και/ή έχει επιβαρύνει προς όφελος τους το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής BAM 965, τύπου WORK SHOP
- Στις 16/05/2008 οι ενάγοντες με σχετική επιστολή τους προς τους εναγομένους τερμάτισαν τη συμφωνία ημερομηνίας 21/01/
- Το υπόλοιπο του λογαριασμού κατά τις 22/12/2009 ανερχόταν σε €34,026.77 πλέον τόκους προς 9,50% από 23/12/2009 και ενώ οι εναγόμενοι κλήθηκαν επανειλημμένα να το εξοφλήσουν δεν το έπραξαν. Η αξίωση των εναγόντων εναντίον των εναγομένων αρ. 4 και 6 στην παρούσα αγωγή είναι για το πιο πάνω ποσό των €34,026.77 ως υπόλοιπο του πιο πάνω αναφερομένου τρεχούμενου λογαριασμού και/ή πιστωτικών διευκολύνσεων πλέον τόκους προς 9,50% το χρόνο από 23/12/2009 πλέον έξοδα. Οι εναγόμενοι αρ. 4 και 6 με την Έκθεση Υπεράσπισης τους, γενικά αρνούνται τους ισχυρισμούς των εναγόντων στην Έκθεση Απαίτησης τους. Με την παράγραφο 4 της Έκθεσης Υπεράσπισης τους, ισχυρίζονται ότι υπέγραψαν ένα έγγραφο εγγύησης για την παραχώρηση στην αναφερόμενη εταιρεία τραπεζικών διευκολύνσεων αλλά ισχυρίζονται ότι αυτή είναι άκυρη διότι υπογράφηκε υπό το καθεστώς ψυχικής πίεσης και/ή ψευδών παραστάσεων από τους ενάγοντες προς τους εναγομένους. Περαιτέρω, ισχυρίζονται ότι η εν λόγω εγγύηση είναι παράνομη και άκυρη διότι οι εναγόμενοι εξωθήθηκαν στο να την υπογράψουν για παράνομο σκοπό ή και με σκοπό που αντιβαίνει τη δημόσια πολιτική, δηλαδή με σκοπό να δανείσουν και να χρεώσουν τους εναγομένους με όρους και τόκο που να υπερβαίνει το υπό του Νόμου ανώτατο επιτρεπόμενο όριο. Επίσης, ισχυρίζονται ότι η εν λόγω σύμβαση είναι παράνομη και/ή άκυρη διότι καταστρατηγεί τις διατάξεις του περί τόκου Νόμου. Πέραν των πιο πάνω, ισχυρίζονται ότι η συμφωνία ημερομηνίας 20/11/2003 δεν τηρήθηκε από τους ενάγοντες, παρέλειψαν να εισπράξουν από τον Κύπρο Κουρούσιη και να καταθέσουν το ποσό των €102,516.08 στον επίδικο λογαριασμό και ότι τροποποίησαν τη συμφωνία και/ή έδωσαν παρατάσεις χρόνου στους εναγομένους 1 έτσι ώστε να εμποδίζονται να αξιώνουν οποιοδήποτε ποσό από τους εναγομένους αρ. 3 και 4 και/ή ότι παρέλειψαν να λάβουν έγκαιρα μέτρα και να πωλήσουν το αυτοκίνητο σε δημόσιο πλειστηριασμό. Πέραν των πιο πάνω, οι εναγόμενοι αρνούνται το οφειλόμενο ποσό και ισχυρίζονται ότι αυτό είναι κατά πολύ μικρότερο από το αξιούμενο και ότι οι λογαριασμοί των εναγόντων περιέχουν ανατοκισμούς και/ή χρεώσεις που απαγορεύονται από το Νόμο. Εν όψει όλων των πιο πάνω ισχυρισμών, οι εναγόμενοι αρ. 3 και 4, ανταπαιτούν διάταγμα του Δικαστηρίου που να κηρύσσει παράνομη και/ή ακυρώσιμη τη συμφωνία εγγύησης τους ημερομηνίας 21/01/2002 και/ή τη συμφωνία ημερομηνίας 20/11/
- Οι ενάγοντες με την τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση των εναγομένων αρ. 4 και 6 αρνούνται όλους τους πιο πάνω ισχυρισμούς των εναγομένων, επιμένουν στην εγκυρότητα των συμφωνιών που επικαλούνται στην Έκθεση Απαίτησης τους και ισχυρίζονται ότι η συμφωνία διακανονισμού τηρήθηκε πλήρως και το ποσό εισπραχθέν ποσό κατατέθηκε σε συγκεκριμένους λογαριασμούς της εναγομένης
- Να σημειωθεί ότι η πιο πάνω Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση αφορούσε και τον εναγόμενο αρ. 5, ο οποίος σε κάποιο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας εκ συμφώνου δέχθηκε απόφαση εναντίον του και η διαδικασία προχώρησε μόνο για τους εναγομένους αρ. 4 και
- Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης τους, οι ενάγοντες κάλεσαν ως μάρτυρες τον κ. Ανδρόνικο Σταυρινού (Μ.Ε.1), την κα Μαρία Ονουφρίου (Μ.Ε.2) και την κα Κατερίνα Ζαβρού (Μ.Ε.3). Η πλευρά των εναγομένων αρ. 4 και 6, δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε μαρτυρία. Επίσης, κατά τη δίκη κατατέθηκαν συνολικά 17 τεκμήρια στα οποία θα γίνει αναφορά κατωτέρω και όπου κρίνεται σκόπιμο. Όλο το μαρτυρικό υλικό έχει καταγραφεί στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν κρίνεται απαραίτητο να αναφερθώ σε αυτό αυτολεξεί. Θα γίνει όμως μια περιληπτική αναφορά κατωτέρω σε αυτό, για να διαφανούν τα γεγονότα που περιβάλουν την παρούσα υπόθεση. Ο Μ.Ε.1 κ. Aνδρόνικος Σταυρινού κατέθεσε στο Δικαστήριο γραπτή δήλωση η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως του εξέτασης (βλ. τεκμήριο 1). Εργάζεται στο Τμήμα Δικαστικών Υποθέσεων των εναγόντων, αναφέρει, χειρίζεται την παρούσα υπόθεση από τον Μάρτιο του 2013 και λαμβάνει πληροφόρηση από το φάκελο της υπόθεσης και τις συμφωνίες. Επίσης, σε αυτή αναφέρει την νομική υπόσταση των εναγόντων και την φύση των εργασιών που ασχολούνται καθώς επίσης και τις αλλαγές στο όνομα των εναγόντων που έγιναν κατά διαστήματα. Κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 2 τα σχετικά έγγραφα. Περαιτέρω, αναφέρθηκε στην εταιρεία Westside Engineering Public Ltd η οποία με πρακτικό συνεδρίασης ημερομηνίας 03/12/2001 αποφάσισε όπως ζητήσει πιστωτικές διευκολύνσεις υπό οποιαδήποτε μορφή, περιλαμβανομένου και STOCKING FINANCE, από τη Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ και όπως εκ μέρους της υπογράφουν ξεχωριστά ο Χαράλαμπος Σίμωνος και Δήμος Χ΄΄ Νεοκλέους, εναγόμενοι αρ. 2 και
- Κατάθεσε στο Δικαστήριο το πιο πάνω πρακτικό ως τεκμήριο
- Πέραν των πιο πάνω, ανέφερε ότι εναντίον της πιο πάνω αναφερόμενης εταιρείας, εκδόθηκε διάταγμα εκκαθάρισης από το Δικαστήριο ημερομηνίας 23/11/2007 και ότι στις 17/02/2010 δόθηκε άδεια από το Δικαστήριο όπως εγερθεί η παρούσα αγωγή εναντίον του Επίσημου Παραλήπτη ως διαχειριστή της περιουσίας της (βλ. τεκμήριο 3). Ακολούθως, αναφέρθηκε στην επίδικη συναλλαγή και στην σχέση των εναγόντων με την εν λόγω εταιρεία. Κατέθεσε στο Δικαστήριο Συμφωνία τύπου STOCKING FINANCE ημερομηνίας 21/01/2002 ως τεκμήριο 5 με βάση την οποία θα παραχωρούνταν πιστωτικές διευκολύνσεις στην εταιρεία και μεταξύ των όρων ήταν ότι οι εν λόγω διευκολύνσεις θα ήταν στην απόλυτη δικαιοδοσία των εναγόντων και ότι η εταιρεία θα διατηρεί προς όφελος της τράπεζας είτε στο όνομα της είτε στο όνομα και των δύο ως επιπρόσθετη ασφάλεια οχήματα και/ή μηχανήματα και/ή αντικείμενα και/ή εξοπλισμό και/ή άλλη κινητή περιουσία που από καιρό σε καιρό θα ζητά η τράπεζα. Με βάση τη συμφωνία αυτή επίσης, το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού θα φέρει τόκο με ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο το οποία θα καθοριζόταν από το βασικό επιτόκιο προσαυξημένο κατά 2% περιθώριο και οποιοδήποτε υπόλοιπο πέραν του συμφωνημένου και το οποίο θα καθίσταται απαιτητό θα έφερε τόκο υπερημερίας 2% μεγαλύτερο από το συμβατικό. Επίσης, ανέφερε ότι με βάση τη συμφωνία αυτή η τράπεζα θα είχε δικαίωμα οποτεδήποτε να τερματίσει τη λειτουργία του λογαριασμού και να αξιώσει άμεση εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού μαζί με τους τόκους. Ακολούθως, ο μάρτυρας αυτός ανέφερε ότι οι εναγόμενοι 2,3,4,5 και 6 εγγυήθηκαν προσωπικά και αλληλέγγυα τις υποχρεώσεις της εταιρείας για απεριόριστο ποσό δυνάμει συμφωνίας εγγύησης ημερομηνίας 21/01/2002, την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο
- Η εν λόγω συμφωνία είπε υπογράφηκε από τους εναγομένους με την ελεύθερη βούληση τους και με πλήρη επίγνωση του περιεχομένου και των συνεπειών τους. Περαιτέρω, αναφέρθηκε στη συμφωνία διακανονισμού ημερομηνίας 20/11/2003 την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 7, ισχυρίστηκε ότι το ποσό των £60,000 που εισπράχθηκε από τον Κύπρο Κουρούσιη, ο οποίος ήταν εγγυητής στην εν λόγω συμφωνία και αποδεσμεύτηκε, κατατέθηκε σε τρεις συγκεκριμένους λογαριασμούς της εταιρείας. Κατέθεσε επίσης στο Δικαστήριο το τεκμήριο 8, δυνάμει του οποίου ισχυρίστηκε ότι η εταιρεία είχε παραχωρήσει προς περαιτέρω εξασφάλιση των εναγόντων το όχημα με αρ. εγγραφής BAM 965 και τίτλο ιδιοκτησίας στον οποίο φαίνεται ότι η τράπεζα και η εταιρεία είναι συνιδιοκτήτες του εν λόγω οχήματος (βλ. τεκμήριο 9). Ισχυρίστηκε επίσης, ότι τελικά δεν κατέστη δυνατό να ανακτηθεί το πιο πάνω όχημα από την τράπεζα. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε στο Δικαστήριο αναλυτική κατάσταση λογαριασμού στην οποία φαίνεται το οφειλόμενο ποσό (βλ. τεκμήριο 10) και ανέφερε ότι παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις των εναγόντων, οι εναγόμενοι παρέλειψαν να το εξοφλήσουν. Στις 16/05/2008 είπε, οι ενάγοντες τερμάτισαν την πιο πάνω συμφωνία και κατέθεσε στο Δικαστήριο σχετική επιστολή η οποία στάληκε συστημένη προς όλους τους εναγομένους (βλ. τεκμήριο 12). Επίσης, αναφέρθηκε και στις αυξομειώσεις του επιτοκίου που χρεωνόταν ο λογαριασμός και κατέθεσε στο Δικαστήριο σχετικές δημοσιεύσεις στον ημερήσιο τύπο για την αλλαγή του επιτοκίου (βλ. τεκμήριο 11). Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι αυτός ανέλαβε τον χειρισμό της παρούσας υπόθεσης τον Μάρτιο του 2013 ενώ προηγουμένως την υπόθεση χειρίστηκαν άλλοι συνάδελφοι του, ο κ. Σάββας Δουκανάρης και η Κάτια Ζαβρού. Τα έγγραφα είπε που είναι στο φάκελο είναι τα ίδια με αυτά που μεταφέρθηκαν από την πρώην Λαϊκή Τράπεζα στην οποία άνηκε η παρούσα υπόθεση και εξήγησε τον τρόπο που γίνονται οι καταχωρίσεις γενικά σε λογαριασμούς και ότι τον ίδιο τρόπο ακολουθούσε και η Λαϊκή Τράπεζα η οποία διατηρούσε τον επίδικο λογαριασμό. Ο ίδιος επίσης ανέφερε ότι δεν είχε συναντήσεις με τους εναγομένους αρ. 4 και
- Εξήγησε τι είναι η συμφωνία τύπου STOCKING FINANCE και αναφέρθηκε γενικά στον τρόπο λειτουργίας της. Αναφερόμενος στην παράγραφο 3 της συμφωνίας τεκμήριο 5 είπε ότι η τράπεζα προσπαθούσε να εξασφαλίζει το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό με την ενεχυρίαση ή δέσμευση οχημάτων από την εταιρεία αλλά αυτό ίσως να μην γινόταν κατορθωτό λόγω διαφόρων παραγόντων που ανέφερε και αρνήθηκε ότι το ποσό που αξιώνουν ήταν εξασφαλισμένο. Όσον αφορά τον τρόπο υπογραφής των συμφωνιών από τους εναγομένους, ανέφερε ότι από ότι γνωρίζει ακολουθήθηκε η πρακτική της τράπεζας και δεν έχει περιπέσει κάτι στην αντίληψη του ότι οι εναγόμενοι υπέγραψαν παρά τη θέληση τους και/ή παραπλανήθηκαν. Ειδικά, ανέφερε ότι η εγγύηση τους δόθηκε ως περαιτέρω εξασφάλιση και δεν είναι δυνατό να δόθηκε για τυπικούς λόγους όπως του υποβλήθηκε ότι τους λέχθηκε. Επίσης, είπε ότι οι εναγόμενοι ήταν επιχειρηματίες, είχαν δοσοληψίες με τράπεζες και γνώριζαν πολύ καλά ότι δεν μπορεί να είναι τυπική. Περαιτέρω, αντεξετάστηκε για τους λόγους που το όχημα με αρ. εγγραφής BAM 965 δεν ανακτήθηκε από την Τράπεζα, να πωληθεί και το τίμημα πώλησης του να διατεθεί έναντι του λογαριασμού και αναφέρθηκε στις προσπάθειες που έγιναν προς αυτή την κατεύθυνση χωρίς όμως αποτέλεσμα. Πέραν των πιο πάνω, αντεξετάστηκε σε σχέση με το υπόλοιπο που φαίνεται στην αναλυτική κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 10 που κατέθεσε στο Δικαστήριο και του ζητήθηκε να εξηγήσει κάποιες καταχωρίσεις που φαίνονται σε αυτή καθώς επίσης και σε σχέση με την επιβολή τόκου. Αρνήθηκε ότι η κατάσταση λογαριασμού δεν ανταποκρίνεται στις πραγματικές εγγραφές του Τραπεζικού Βιβλίου και ήταν η θέση του ότι αυτή ελέχθηκε από τον ίδιο καθώς επίσης και από ομάδα της υπηρεσίας του που ασχολούνται με το αντικείμενο και είναι ορθή. Η Μ.Ε. 2 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι ήταν το άτομο το οποίο κατά τον ουσιώδη χρόνο εμπλάκηκε και χειρίστηκε το θέμα της χορήγησης πιστωτικής διευκόλυνσης προς τους εναγομένους και υπέγραψε ως μάρτυρας των υπογραφών στο έγγραφο εγγύησης. Απέρριψε τους ισχυρισμούς των εναγομένων αρ. 4 και 6 περί ψευδών παραστάσεων σε αυτούς από την τράπεζα και παραπλάνησης τους κατά την υπογραφή της εγγύησης τους. Ουδέποτε επίσης τους αναφέρθηκε, είπε, ότι η εγγύηση τους θα ήταν τυπικής φύσεως είτε από την ίδια είτε από τον κ. Σάββα Δουκανάρη είτε από τον κ. Μηλιώτη που και αυτοί είχαν εμπλακεί στη χορήγηση του λογαριασμού. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ουδέποτε αναφέρθηκε στους εναγομένους ότι τα οχήματα που θα δίνονταν ως εξασφάλιση θα ήταν πάντα τέτοιας αξίας ώστε να κάλυπταν το υπόλοιπο του λογαριασμού και ισχυρίστηκε ότι κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να ήταν εφικτό για τους λόγους που ανέφερε. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι οι εναγόμενοι πιθανόν να είχαν συναντήσεις και με προϊστάμενους της. Ανέφερε επίσης, ότι σίγουρα αναφέρθηκε στους εναγομένους ότι σε περίπτωση που τα οχήματα δεν κάλυπταν το λογαριασμό θα ήταν υπόχρεοι να καταβάλουν το οφειλόμενο ποσό και γι αυτό άλλωστε ζήτησαν και την εγγύηση τους. Απαντώντας επίσης σε υποβολή ότι ο κ. Σάββας Δουκανάρης ανέφερε στους εναγομένους ότι η εγγύηση τους θα ήταν τυπική, το απέρριψε ως απίθανο και εξωπραγματικό και από ότι της ανέφερε που μίλησε μαζί του κάτι τέτοιο δεν ειπώθηκε και θα ήταν αφελής να έλεγε κάτι τέτοιο. Η Μ.Ε. 3 αναφέρθηκε στο όχημα με αρ. εγγραφής BAM 965 και εξήγησε γιατί αυτό δεν κατέστη δυνατό να ανακτηθεί και στις ενέργειες που η τράπεζα έκανε προς αυτήν την κατεύθυνση. Ουσιαστικά ανέφερε ότι τους αναφέρθηκε από τον εκκαθαριστή της εταιρείας ότι υπήρχαν κάποια εξαρτήματα/υπολείμματα μηχανήματος και ενδεχομένως αυτά να άνηκαν στο συγκεκριμένο όχημα. Επισκέφθηκαν το χώρο όπου αυτά βρίσκονταν αλλά δυστυχώς δεν κατέστη δυνατό να διακριβωθεί η ταυτότητα τους και κατά πόσο άνηκαν στο συγκεκριμένο όχημα και έτσι δεν μπορούσαν να παραληφθούν. Κατέθεσε στο Δικαστήριο σχετική αλληλογραφία με τον εκκαθαριστή της εταιρείας για το θέμα αυτό και σχετικές φωτογραφίες (βλ. τεκμήρια 15, 16 και 17). Από την αντίπερα όχθη, οι εναγόμενοι ουδεμία μαρτυρία προσκόμισαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες κατά την κατάθεση τους στο Δικαστήριο από το εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τους λαμβάνω υπόψη μου τον τρόπο που οι εν λόγω μάρτυρες απαντούσαν τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, τις αντιδράσεις τους και γενικά την όλη συμπεριφορά τους από το εδώλιο του μάρτυρα. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου το περιεχόμενο τόσο της προφορικής τους μαρτυρίας όσο και της έγγραφης μαρτυρίας που οι ίδιοι κατέθεσαν στο Δικαστήριο και έχω υπόψη μου και τις αρχές της νομολογίας αναφορικά με την κρίση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα (βλ. Χρίστου v. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676 και Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288). O Μ.Ε. 1 ήταν ο κύριος μάρτυρας που κατέθεσε εκ μέρους των εναγόντων και κατέθεσε στο Δικαστήριο σχεδόν όλα τα έγγραφα που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Η γνώση του για την υπόθεση πηγάζει από τα διάφορα έγγραφα και από από το φάκελο της υπόθεσης, τον οποίο έχει στην κατοχή του λόγω του ότι εργάζεται στο Τμήμα Δικαστικών Υποθέσεων των εναγόντων. Είναι φανερό από τη μαρτυρία του, κάτι που και ο ίδιος παραδέχτηκε, ότι δεν είχε προσωπική γνώση για τις συνθήκες υπογραφής των συμφωνιών για παροχή τραπεζικών διευκολύνσεων από τους ενάγοντες στην εταιρεία καθώς επίσης και για την υπογραφή του εγγυητήριου εγγράφου από τους υπόλοιπους εναγομένους, περιλαμβανομένων και των εναγομένους αρ. 4 και
- Να σημειωθεί όμως, ότι παρόλο που οι εναγόμενοι αρ. 4 και 6 με την Έκθεση Υπεράσπισης τους, αρνούνται γενικά τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης, στην παράγραφο 4 της Υπεράσπισης τους φαίνεται να αποδέχονται ότι υπέγραψαν ένα έγγραφο εγγυήσεως για την παραχώρηση στην εταιρεία πιστωτικών διευκολύνσεων. Σε κάθε περίπτωση όμως δεν προωθήθηκε στο Δικαστήριο ή αμφισβητήθηκε καθοιονδήποτε τρόπο η υπογραφή της επίδικης εγγύησης και ουσιαστικά αποτέλεσε παραδεχτό γεγονός αφού οι θέσεις που υποβλήθηκαν στους μάρτυρες των εναγόντων σχετίζονταν με τον τρόπο που αυτή υπογράφηκε. Το ίδιο ισχύει και για τη συμφωνία τεκμήριο 5 με την οποία παραχωρήθηκαν πιστωτικές διευκολύνσεις προς την εταιρεία. Με κανένα τρόπο αμφισβητήθηκε η υπογραφή και ύπαρξη μιας τέτοιας συμφωνίας ή η νομιμότητα της. Πέραν τούτου όμως, έχει προσκομιστεί και άλλη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορικά με την υπογραφή των τεκμηρίων 5 και 6 και ειδικότερα για τη υπογραφή του τεκμηρίου 6 από τους εναγομένους αρ. 4 και 6, η αξιολόγηση της οποίας θα ακολουθήσει. Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι μπορώ να αποδεχτώ τα τεκμήρια 5 και 6 και να εξάξω το συμπέρασμα ότι οι ενάγοντες δυνάμει αυτών παραχώρησαν πιστωτικές διευκολύνσεις στην εταιρεία τύπου STOCKING FINANCE με την εγγύηση και των εναγομένων αρ. 4 και
- Περαιτέρω, εκείνο που προκύπτει ως συνολική εικόνα από την μαρτυρία του μάρτυρα αυτού είναι ότι κατέθεσε στο Δικαστήριο όλα τα σχετικά με την υπόθεση έγγραφα και ανέφερε τα γεγονότα στο βαθμό που ο ίδιος γνώριζε. Δεν διέκρινα στο μάρτυρα οποιαδήποτε πρόθεση να πει ψέματα στο Δικαστήριο ή να αποκρύψει γεγονότα με σκοπό να βοηθήσει την υπόθεση των εναγόντων. Κατέθεσε τα έγγραφα και τις συμφωνίες και προσπάθησε να τις επεξηγήσεις αλλά και σε κάποιες περιπτώσεις να ερμηνεύσει και κάποιους από τους όρους τους, με τον τρόπο που ο ίδιος αντιλαμβανόταν. Όσον αφορά στο κατά πόσο τα έγγραφα που αφορούν την παρούσα υπόθεση είναι τα ίδια με αυτά που τηρούσε η πρώην Λαϊκή Τράπεζα, με την οποία έγιναν οι συμφωνίες και τηρείτο ο λογαριασμός μέχρι και τον Μάρτιο του 2013, ο μάρτυρας ανέφερε ότι αυτά είναι τα ίδια. Τα έδειξε σε συναδέλφους του στην πρώην Λαϊκή Τράπεζα που είχαν σχέση με την υπόθεση και του το επιβεβαίωσαν. Δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε άλλο που να αναιρεί την πιο πάνω θέση του μάρτυρα ούτε του υποβλήθηκε οποιαδήποτε άλλη θέση. Άλλωστε ο μάρτυρας ανέφερε ότι πριν να αναλάβει ο ίδιος τον περαιτέρω χειρισμό της υπόθεσης, την χειρίζονταν άλλοι συνάδελφοι του που εργάζονταν στην πρώην Λαϊκη Τράπεζα, μεταξύ των οποίων και η κα Κάτια Ζαβρού (Μ.Ε.3). Όπως θα διαφανεί και κατωτέρω, η εν λόγω μάρτυρας δεν έτυχε αντεξέτασης για το ζήτημα αυτό ούτε της τέθηκε ότι τα έγγραφα της παρούσας υπόθεσης δεν ανταποκρίνονται σε αυτά τα οποία κατείχε η πρώην Λαϊκή Τράπεζα ή ότι είναι λανθασμένα καθοιονδήποτε τρόπο. Ούτε έχει προκύψει από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού οτιδήποτε το μεμπτό κατά την υπογραφή και σύνταξη της συμφωνίας εγγύησης από τους εναγομένους αρ. 4 και
- Παρόλο που ο μάρτυρας αυτός δεν είχε γνώση για το θέμα αυτό, απέκλεισε ένα τέτοιο ενδεχόμενο και ειδικότερα ότι οι εναγόμενοι αρ. 4 και 6 παραπλανήθηκαν κατά την υπογραφή της ή ότι τους ειπώθηκε ότι η εγγύηση τους θα ήταν τυπικής φύσεως εξηγώντας ότι αν ήταν έτσι δεν θα υπήρχε λόγος να ζητηθεί από την τράπεζα μια τέτοια εγγύηση. Η θέση του αυτή υποστηρίζεται και από την μαρτυρία της Μ.Ε.2, που ήταν παρούσα και εμπλεκόμενη στη σύνταξη της επίδικης εγγύησης, η αξιολόγηση της οποίας ακολουθεί και η οποία απέκλεισε ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Πέραν τούτου, αναφέρθηκε και στην κατάσταση λογαριασμού, για να πει ότι αυτή περιέχει την αναλυτική κίνηση του επίδικου λογαριασμού σε ηλεκτρονική μορφή και εξήγησε τη διαδικασία που ακολουθείτο για να καταχωρηθεί μια πράξη στο σύστημα του ηλεκτρονικού υπολογιστή, διαδικασία που ακολουθούσε και η πρώην Λαϊκή Τράπεζα. Δεν προέκυψε ούτε φάνηκε από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού ότι ο τρόπος που περιέγραψε για την καταχώριση των πράξεων στο σύστημα δεν ακολουθήθηκε στην παρούσα περίπτωση ή ότι ενδεχομένως η εν λόγω κατάσταση λογαριασμού να μην ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Επίσης, ανέφερε ότι δεν μπορεί να υπάρχει άλλη κατάσταση λογαριασμού και να διαφέρει από την παρούσα όσον αφορά τις χρεώσεις και πιστώσεις. Περαιτέρω, όταν ρωτήθηκε να εξηγήσει συγκεκριμένες καταχωρίσεις στην εν λόγω κατάσταση ο μάρτυρας το έπραξε. Συγκεκριμένα αναφέρθηκε στις χρεώσεις κατά την 21/01/2002, 31/01/2002, 18/04/2002, 04/08/203 και 06/10/2003 για να πει ότι αφορούν αναλήψεις των συγκεκριμένων ποσών για την εισαγωγή αυτοκινήτων από την εταιρεία. Έδωσε περαιτέρω λεπτομέρειες επίσης για κάθε μια από τις πιο πάνω χρεώσεις. Απέρριψε τη θέση επίσης ότι δεν οφείλεται οποιοδήποτε ποσό καθότι αυτό καλυπτόταν από τα οχήματα που ήταν δεσμευμένα. Πέραν του ότι αποδέχομαι ως αξιόπιστη την εκδοχή του μάρτυρα αυτού, δεν υποβλήθηκε και οποιαδήποτε άλλη συγκεκριμένη εκδοχή σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Ρωτήθηκε επίσης να πει γιατί στην Έκθεση Απαίτησης τους οι ενάγοντες αξιώνουν το ποσό των €34,026.77 σεντ ως οφειλόμενο υπόλοιπο κατά τις 22/12/2009 ενώ η κατάσταση λογαριασμού που κατέθεσε δείχνει ως υπόλοιπο €30,244.32 σεντ. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι αυτό έχει να κάνει με το επιτόκιο το οποίο χρεωνόταν πριν τις 23/12/2009 και ότι η απαίτηση των εναγόντων διαμορφώθηκε σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού. Μπορεί η Τράπεζα να διεκδικεί με την αγωγή της ποσά μεγαλύτερα τα οποία σχετίζονται με το επιτόκιο που επέβαλλαν και στην πορεία να μειώνει αυτά τα ποσά αφού χρεώσει το σωστό επιτόκιο (βλ. Γιαννάκης Καλλικάς v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1238) Ουσιαστικά είναι αυτό που ο μάρτυρας ανέφερε στο Δικαστήριο και ότι η διαφορά αυτή έγκειται στους τόκους με τους οποίους χρεωνόταν ο επίδικος λογαριασμός πριν τις 22/12/2009, θέση η οποία δεν έτυχε ειδικής αμφισβήτησης. Όσον αφορά τη θέση της υπεράσπισης για ανατοκισμούς, ο μάρτυρας είπε ότι στην κατάσταση λογαριασμού περιλαμβάνονται χρεώσεις τόκων στο εκάστοτε υπόλοιπο με κεφαλαιοποίηση δύο φορές το χρόνο. Επίσης, ανέφερε ότι η κατάσταση λογαριασμού είναι ορθή και ανταποκρίνεται στις πραγματικές εγγραφές και καταχωρίσεις και ότι αυτή έχει ελεχθεί τόσο από τον ίδιο αλλά και με ομάδα της υπηρεσίας του που ασχολείται με το αντικείμενο, έχουν συγκριθεί με τα στοιχεία του ηλεκτρονικού αρχείου και είναι ορθά. Πέραν τούτου, δεν έχω διαπιστώσει από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού να μην οφείλεται οποιοδήποτε ποσό από τους εναγόμενους διότι το υπόλοιπο του λογαριασμού καλυπτόταν από τα οχήματα που δίνονταν ως εξασφάλιση. Ο μάρτυρας αρνήθηκε τη θέση αυτή και εξήγησε τον τρόπο λειτουργίας της συγκεκριμένης συμφωνίας. Αναφορικά με το όχημα με αρ. εγγραφής BAM 965, δεν προέκυψε ότι αυτό δεν παραλήφθηκε για να εκποιηθεί με ευθύνη της τράπεζας και στο βαθμό που γνώριζε για το θέμα αυτό, αναφέρθηκε στο Δικαστήριο. Άλλωστε για το ζήτημα αυτό, προσήλθε στο Δικαστήριο η Μ.Ε.3, η οποία το χειρίστηκε και έδωσε πλήρης λεπτομέρειες και στοιχεία, όπως θα διαφανεί κατωτέρω, για τις ενέργειες της τράπεζας. Έχοντας υπόψη τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού στην ολότητα της, δεν διέκρινα οποιοδήποτε λόγο γιατί να μην την αποδεκτώ. Το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του αφορά έγγραφα τα οποία ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση αλλά ζητήθηκαν λεπτομέρειες αναφορικά με τις συνθήκες υπογραφής τους, τι αφορά το κάθε ένα και ερμηνεία των όρων τους και τον τρόπος λειτουργίας της συμφωνίας τύπου STOCKING FINANCE. Ουσιαστικά η μαρτυρία του μάρτυρα αυτού δεν έχει να κάνει με την κρίση της αξιοπιστίας του ή όχι αλλά με το κατά πόσο αυτή είναι ικανή να αποδείξει την υπόθεση των εναγόντων, κάτι το οποίο θα γίνει κατωτέρω εξετάζοντας τα διάφορα ζητήματα που εγείρονται στην παρούσα υπόθεση (βλ. Γεώργιος Κουλλαπής v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Π.Ε. 141/10, ημερ. 13.11.2015 και Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ v. Γιώργος Οικονόμου, Π.Ε. 335/09, ημερ. 17.10.2014). Εν όψει των ανωτέρω, αποδέχομαι την μαρτυρία του μάρτυρα αυτού με τις πιο πάνω διευκρινήσεις και επισημάνσεις και όλα τα σχετικά έγγραφα που έχει καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε σχέση με την μαρτυρία των Μ.Ε.2 και Μ.Ε.3, κρίνω ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος να μην την αποδεκτώ. Κρίνω ότι ήταν αξιόπιστοι μάρτυρες και ότι ήρθαν στο Δικαστήριο να αναφέρουν τα γεγονότα τα οποία ήταν σε γνώση τους. Δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε αντίφαση στην εκδοχή τους ούτε υπάρχει κάτι μεμπτό στην όλη μαρτυρία τους. Ουσιαστικά η Μ.Ε.2 αναγνώρισε στο Δικαστήριο την υπογραφή της επί του τεκμηρίου 6, ως μάρτυρας των υπογραφών των εγγυητών. Είχε εμπλακεί στην υπογραφή της εν λόγω εγγύησης από τους εγγυητές, περιλαμβανομένου και των εναγομένων αρ. 4 και 6 και αρνήθηκε τα όσα καταλογίζονται στους ενάγοντες με την Έκθεση Υπεράσπισης τους περί ψευδών παραστάσεων, παραπλάνησης και ότι η εγγύηση αυτή θα ήταν τυπικού χαρακτήρα. Η μάρτυρας δεν γνώριζε κατά πόσο οι εναγόμενοι αρ. 4 και 6 είχαν τρεις συναντήσεις με τον κ. Σάββα Δουκανάρη αλλά αρνήθηκε ότι ο τελευταίος τους είπε ότι η εγγύηση που θα υπέγραφαν θα ήταν τυπικού χαρακτήρα καθότι όπως είπε αυτό είναι απίθανο και εξωπραγματικό λαμβάνοντας υπόψη τους λόγους που ζητείται μια τέτοια εγγύηση. Επίσης, ανέφερε ότι μίλησε με τους συναδέλφους της και της ανέφεραν ότι κάτι τέτοιο δεν αναφέρθηκε. Πέραν του ότι αποδέχομαι τις θέσεις της μάρτυρος, θα πρέπει να λεχθεί ότι οι θέσεις και ισχυρισμοί αυτοί των εναγομένων αρ. 4 και 6 παρέμειναν μετέωροι καθότι ουδεμία μαρτυρία προσκόμισαν ενώπιον του Δικαστηρίου για να υποστηρίξουν και να συγκεκριμενοποιήσουν τις θέσεις τους αυτές. Όσον αφορά την Μ.Ε.3, η μαρτυρία της επίσης κρίνεται αξιόπιστη και ειλικρινής. Εξήγησε τις ενέργειες που η τράπεζα έκανε για την ανάκτηση του οχήματος με αρ. εγγραφής BAM 965 και προς υποστήριξη της θέσης της κατέθεσε στο Δικαστήριο σχετική αλληλογραφία με τον Επίσημο Παραλήπτη και τον μετέπειτα εκκαθαριστή της εταιρείας Westside Engineering Ltd (βλ. τεκμήρια 15 και 16). Κατέθεσε επίσης στο Δικαστήριο φωτογραφίες που δείχνουν κάποια παλιοσίδερα και τα οποία δεν μπορούσε να διακριβωθεί κατά πόσο άνηκαν στο εν λόγω όχημα έτσι ώστε να προβούν σε εκτίμηση της αξίας τους και πώληση τους. Σε κανένα στάδιο της αντεξέτασης κλονίστηκε η αξιοπιστία της και αποδέχομαι τη θέση της ότι η τράπεζα προέβηκε σε όλες τις δέουσες ενέργειες για ανάκτηση του συγκεκριμένου οχήματος. Έχοντας υπόψη την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι αυτά που προκύπτουν από την προφορική και έγγραφη μαρτυρία που κατατέθηκε στο Δικαστήριο από πλευράς εναγόντων ως κατωτέρω θα αναφερθούν κατά την κρίση του Δικαστηρίου και επί των επίδικων θεμάτων που εγείρονται. Κατ' αρχή προκύπτει ότι οι ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο η οποία ασκεί τραπεζικές εργασίες. Κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ονομάζονταν Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ και δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 25/01/2008 στην Αίτηση Αρ. 627/2007 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ολόκληρη η επιχείρηση και/ή ιδιοκτησία και/ή υποχρεώσεις και/ή δικαιώματα συμπεριλαμβανομένων και συμβολαίων ενοικιαγοράς της Λαϊκής Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ μεταβιβάστηκαν και/ή εκχωρήθηκαν και/ή ανατέθηκαν και/ή παραχωρήθηκαν στην Marfin Popular Bank Public Co Ltd. Aκολούθως και συγκριμένα στις 05/04/2012 η Marfin Popular Bank Public Co Ltd μετονομάστηκε σε Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (βλ. Τεκμήριο 2). Στη συνέχεια σύμφωνα με τον Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013 και με σχετικό διάταγμα του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου το οποίο δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ως ΚΔΠ 104/2013, τα περιουσιακά στοιχεία, τίτλοι ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd έχουν μεταβιβαστεί στην Bank of Cyprus Public Company Ltd. Πέραν των πιο πάνω, προκύπτει ότι η Westside Engineering Ltd κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και κατά τις 03/02/2001 αποφάσισε όπως ζητήσει πιστωτικές διευκολύνσεις από την Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, μεταξύ αυτών και υπό μορφή STOCKING FINANCE (βλ. τεκμήριο 4). Δυνάμει έγγραφης συμφωνίας ημερομηνίας 21/01/2002 (τεκμήριο 5), η Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ παραχώρησε πιστωτικές διευκολύνσεις στην εταιρεία Westside Engineering Ltd σε τρεχούμενο λογαριασμό τύπου STOCKING FINANCE. Στην πιο πάνω συμφωνία διαλαμβανόταν ότι οι πιστωτικές διευκολύνσεις θα ήταν κατά την κρίση της Τράπεζας, το ποσό της χρηματοδότησης θα ήταν για απεριόριστο ποσό και η εταιρεία θα διατηρούσε και επιβάρυνε προς όφελος της σαν επιπρόσθετη ασφάλεια, οχήματα και/ή μηχανήματα και/ή αντικείμενα και/ή εξοπλισμό και/ή άλλη κινητή περιουσία που από καιρό σε καιρό θα ζητεί η Τράπεζα. Επίσης, ήταν όρος της πιο πάνω συμφωνίας ότι οι διευκολύνσεις θα χρεώνονταν με ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο θα συνίσταται από το κάθε φορά καθοριζόμενο από την Τράπεζα Βασικό Επιτόκιο προσαυξημένο κατά δύο τοις εκατό περιθώριο. Κατά τη σύναψη της συμφωνίας το επιτόκιο ανερχόταν σε 7,5%, δηλαδή 5,5% Βασικό Επιτόκιο και 2% Περιθώριο. Περαιτέρω, ήταν όρος ότι οποιοδήποτε τυχόν υπόλοιπο πέραν του συμφωνημένου ανώτατου ορίου θα καθίσταται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και επ΄ αυτού θα οφείλονται τόκοι υπερημερίας υπολογιζόμενοι με επιτόκιο υπερημερίας που θα είναι κατά 2 μονάδες μεγαλύτερο από το συμβατικό επιτόκιο όπως θα ισχύει κατά την χρονική στιγμή. Η ύπαρξη και νομιμότητα της πιο πάνω συμφωνίας με την εν λόγω εταιρεία έχει αποδειχθεί με βάση τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου και εν πάσει περιπτώσει αυτή δεν αμφισβητείται από τους εναγομένους αρ. 4 και 6 καθοιονδήποτε τρόπο. Πέραν των πιο πάνω, έχει προκύψει ότι την πιστή τήρηση της πιο πάνω συμφωνίας, εγγυήθηκαν οι εναγόμενοι αρ. 2,3,4,5 και 6 για απεριόριστο ποσό δυνάμει συμφωνίας εγγύησης ημερομηνίας 21/01/2002. Η υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας από τους εναγομένους αρ. 4 και 6 είναι παραδεχτή και περαιτέρω έχει αποδειχθεί από την προσκομισθείσα από τους ενάγοντες μαρτυρία. Παρά την γενική άρνηση των εναγομένων που διατυπώνεται στην Έκθεση Υπεράσπισης τους, ουδεμία αμφισβήτηση υπήρξε ενώπιον του Δικαστηρίου για το γεγονός ότι υπέγραψαν ως εγγυητές και ούτε τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε άλλο γεγονός προς αυτή την κατεύθυνση. Με την Έκθεση Υπεράσπισης τους, οι εναγόμενοι αρ. 4 και 6 εγείρουν τον ισχυρισμό περί ακυρότητας της πιο πάνω συμφωνίας εγγύησης λόγω του ότι αυτή υπογράφτηκε υπό το καθεστώς ψυχικής πίεσης και/ή ψευδών παραστάσεων. Συγκεκριμένα, ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες παρέλειψαν να τους εξηγήσουν τους κινδύνους ή τα ρίσκα που οι ίδιοι θα διέτρεχαν από την υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας και ότι τους ανέφεραν ότι η εγγύηση που θα έδιναν θα ήταν τυπικής φύσεως. Με την προσκομισθείσα μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου δεν προκύπτει οι εναγόμενοι αρ. 4 και 6 να υπέγραψαν την πιο πάνω συμφωνία εγγύησης κάτω από συνθήκες που να δικαιολογείται να απαλλαχτούν από αυτή. Οι εναγόμενοι δεν κατέθεσαν στο Δικαστήριο για να υποστηρίξουν την θέση τους αυτή. Οι γενικές και αόριστες υποβολές προς τους μάρτυρες των εναγόντων προς αυτή τη κατεύθυνση δεν κατέδειξαν κάτι τέτοιο. Το βάρος απόδειξης της πιο πάνω υπεράσπισης το φέρουν οι εναγόμενοι οι οποίοι δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο για να καταθέσουν και ούτε προσκόμισαν οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία (βλ. The Cyprus Development Bank Ltd v. Krini Evangelou Kyriakou
(1989)1 C.L.R. 96, 1. Τσολάκης Τουτζικιάν κ.α v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2003)1Β Α.Α.Δ. 1240 και Αναστασίου v. Mιχαηλούδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 264). Εν πάσει περιπτώσει όμως και από την μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου δεν προκύπτει ότι οι ενάγοντες άσκησαν οποιαδήποτε ψυχική πίεση προς τους εναγομένους ή ότι τους παρέστησαν οτιδήποτε το ψευδές ή παραπλανητικό. Ειδικότερα σε σχέση με το γεγονός ότι αναφέρθηκε από τους ενάγοντες στους εναγομένους ότι η εγγύηση που θα έδιναν θα ήταν τυπικής φύσεως, αυτό καταρρίπτεται από την μαρτυρία των μαρτύρων εναγόντων οι οποίοι απέρριψαν ένα τέτοιο ενδεχόμενο Αντιθέτως, εκείνο που προκύπτει είναι ότι είναι ότι οι εναγόμενοι αρ. 4 και 6 κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν επιχειρηματίες και είχαν συνεργασίες με τραπεζικούς οργανισμούς και ότι είναι με την ελεύθερη βούληση τους που υπέγραψαν τη συμφωνία εγγύησης. Ούτε οι υπόλοιποι ισχυρισμοί της Έκθεσης Υπεράσπισης περί ακυρότητας της εν λόγω συμφωνίας εγγύησης έχουν τεκμηριωθεί ή προωθηθεί καθοιονδήποτε τρόπο. Ως εκ τούτου, η εν λόγω υπεράσπιση δεν μπορεί να επιτύχει ούτε τίθεται θέμα ακυρότητας της επίδικης συμφωνίας εγγύησης. Πέραν των πιο πάνω, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι εγγυητής επίσης στην πιο πάνω συμφωνία εγγύησης υπέγραψε και κάποιος Κύπρος Κουρούσιης και ότι η συμφωνία ημερομηνίας 20/11/2003 δεν τηρήθηκε και κακώς τον απάλλαξαν. Σύμφωνα με τη συμφωνία αυτή, η Τράπεζα συμφώνησε όπως απαλλάξει τον εν λόγω εγγυητή από το επίδικο συμβόλαιο της παρούσας υπόθεσης αφού καταβάλει σε αυτούς το ποσό των £60,
- Πουθενά στην συμφωνία αυτή, την οποία υπέγραψαν και οι εναγομένοι αρ. 4 και 6 προνοείτο ότι το ποσό αυτό θα καταβαλλόταν έναντι του οφειλομένου υπολοίπου του επίδικου συμβολαίου. Ήταν μια συμφωνία μεταξύ Τράπεζας και του συγκεκριμένου εγγυητή με σκοπό να απαλλαγεί από την εγγύηση του στην παρούσα υπόθεση αλλά και από άλλη εγγύηση που είχε προς όφελος άλλης εταιρείας που αναφέρεται στη συμφωνία. Επομένως, η συμφωνία αυτή δεν επηρεάζει καθοιονδήποτε τρόπο την συνέχιση της ισχύς της επίδικης συμφωνίας εγγύησης σε σχέση με τους εναγομένους αρ. 4 και
- Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, σε κάθε περίπτωση οι ενάγοντες είχαν δικαίωμα να απαλλάσσουν οποιοδήποτε εγγυητή χωρίς την προηγούμενη ενημέρωση και έγκριση των υπόλοιπων εγγυητών και χωρίς να επηρεάζεται η εγγύηση τους (βλ. παράγραφο 2 της συμφωνίας εγγύησης ημερομηνίας 21/02/2002). Πέραν των πιο πάνω, έχει προκύψει ότι οι ενάγοντες με συστημένη επιστολή τους ημερομηνίας 16/05/2008 προς την εταιρεία και τους εγγυητές τερμάτισαν την συμφωνία ημερομηνίας 21/01/2002 και τη λειτουργία του λογαριασμού (βλ. τεκμήριο 12). Σύμφωνα με την επίδικη συμφωνία ημερομηνίας 21/01/2002, όρο 6δ) «Η Εταιρεία δικαιούται οποτεδήποτε θελήσει και χωρίς προειδοποίηση προς τον Πελάτη να σταματήσει τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και να απαιτήσει από τον Πελάτη άμεση πληρωμή όλων των ποσών τα οποία ο Πελάτης οφείλει στον Οργανισμό σχετικά με τη χορήγηση, συμπεριλαμβανομένων κεφαλαίου, τόκων, προμηθειών και οποιουδήποτε άλλου οφειλόμενου ποσού συμπεριλαμβανομένων εξόδων, χρεώσεων και δαπανών». Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι οι ενάγοντες είχαν δικαίωμα να σταματήσουν την λειτουργία του επίδικου λογαριασμού άνευ προειδοποιήσεως προς την εταιρεία και να καταστήσουν απαιτητό οποιοδήποτε ποσό. Δεν υπάρχει πρόνοια στην πιο πάνω συμφωνία ότι ο τερματισμός της συμφωνίας έπρεπε να ήταν γραπτώς ούτε απαιτείτο κάτι τέτοιο (βλ. Γιαννάκης Καλλικάς v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1238 όπου υπήρχε παρόμοιος όρος στην συμφωνία). Παρόλα αυτά, με βάση την αποδεχθείσα από το Δικαστήριο μαρτυρία προκύπτει ότι οι ενάγοντες με την συστημένη επιστολή τους ημερομηνίας 16/5/2008 κάλεσαν την εταιρεία όπως εξοφλήσει το μέχρι τότε οφειλόμενο ποσό. Επίσης, προέκυψε ότι έγιναν επανειλημμένες οχλήσεις προς την εταιρεία χωρίς ανταπόκριση. Με την αποστολή της επιστολή ημερομηνίας 16/05/2008 στην εταιρεία με συστημένο ταχυδρομείο στην διεύθυνση P.O.BOX 62098, 8060 Πάφος θεωρείται ότι αυτή έλαβε γνώση για τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας και ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού κατέστη απαιτητό. Δεν αναφέρεται συγκεκριμένη διεύθυνση της εταιρείας στη συμφωνία που έπρεπε να αποσταλεί οποιαδήποτε αλληλογραφία και αυτή θα μπορούσε να σταλεί σε οποιαδήποτε διεύθυνση θα δηλώσει ο Πελάτης σύμφωνα με τον όρο 6 ρ) της συμφωνίας και αυτό ανάφερε και ο Μ.Ε.1, ότι δηλαδή στάληκε στην τελευταία γνωστή διεύθυνση της εταιρείας. Επίσης, στον εν λόγο όρο αναφέρεται ότι η οποιαδήποτε ειδοποίηση θα θεωρείται ότι έχει δοθεί αν σταλεί με συνηθισμένο ταχυδρομείο. Από τα πιο πάνω, εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι οι ενάγοντες κατέστησαν απαιτητό το υπόλοιπο του λογαριασμού, τερμάτισαν τη λειτουργία του και απαίτησαν την άμεση πληρωμή του από την εταιρεία. Σε σχέση τώρα με τους εγγυητές και ειδικότερα στους εναγομένους αρ. 4 και 6 σύμφωνα με τον όρο 14 της συμφωνίας εγγύησης ημερομηνίας 21/01/2002 (τεκμήριο 6), απαιτείτο γραπτή απαίτηση πληρωμής από τους ενάγοντες εναντίον τους. Ο όρος 14 έχει ως ακολούθως: «Νοείται πάντοτε ότι γραπτή απαίτηση πληρωμής από εμένα θα θεωρείται ότι έγινε κατάλληλα σε εμένα ή τους διαχειριστές ή εκτελεστές αν υποβληθεί με επιστολή μέσω συνήθους ταχυδρομείου στη διεύθυνση μου που φαίνεται πιο κάτω και θα είναι ισχυρή παρά την τυχόν αλλαγή της διευθύνσεως μου και έστω και αν η αλλαγή κοινοποιηθεί σε σας. Η απαίτηση αυτή θα θεωρείται ότι λήφθηκε από μένα ή τους διαχειριστές ή εκτελεστές 24 ώρες μετά την ταχυδρόμηση της και θα είναι ισχυρή αν υπογραφεί εκ μέρους σας από οποιοδήποτε υπάλληλο σας.» Σύμφωνα με το τεκμήριο 12 και την μαρτυρία που έκανε αποδεκτή το Δικαστήριο, οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνία 16/05/2008 η οποία αποστάληκε από τους ενάγοντες την ίδια μέρα δια συστημένου ταχυδρομείου, πληροφορούσαν τους εναγομένους αρ. 4 και 6 για τον τερματισμό της συμφωνίας ημερομηνίας 21/01/2002 και τους καλούσαν να εξοφλήσουν το υπόλοιπο του λογαριασμού με αρ. 206-11-
- Στην συμφωνία εγγύησης δεν αναγράφεται συγκεκριμένη διεύθυνση που θα αποστελλόταν τέτοια απαίτηση και σύμφωνα με το Μ.Ε.1, αυτή στάληκε στην τελευταία γνωστή διεύθυνση των εναγομένων αρ. 4 και
- Δεν τέθηκε οποιοδήποτε ζήτημα περί μη απαίτησης πληρωμής του υπόλοιπου του λογαριασμού από τους εναγομένους και ούτε προέκυψε οτιδήποτε άλλο σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι το οφειλόμενο ποσό κατέστη απαιτητό από τους εναγόμενους αρ. 4 και
- Το επόμενο ζήτημα που θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο οι ενάγοντες έχουν αποδείξει το οφειλόμενο υπόλοιπο του λογαριασμού που εν τέλει ήταν και το σημείο στο οποίο επικεντρώθηκε η υπεράσπιση κατά την αγόρευση της. Έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο από τον Μ.Ε.1 καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού (τεκμήριο 10). Αμφισβητήθηκε από τους εναγομένους η κατάθεση και αποδοχή του πιο πάνω τεκμηρίου καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 22 του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 και συγκεκριμένα διότι δεν έγινε αναφορά από τον μάρτυρα των εναγόντων ότι ο ίδιος σύγκρινε το περιεχόμενο τους με το τραπεζικό βιβλίο και ότι αυτή ήταν ορθή. Ο Μ.Ε.1 κατά την κατάθεση της πιο πάνω κατάστασης ανέφερε ότι αυτή την έχει τυπώσει από το ηλεκτρονικό σύστημα της Τράπεζας στο οποίο διατηρεί σε ηλεκτρονική μορφή τα τραπεζικά βιβλία, το οποίο λειτουργεί και τηρείται από την Τράπεζα για την συνήθη διεξαγωγή των εργασιών της και οι καταχωρίσεις στην κατάσταση λογαριασμού έγιναν κατά την συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Τράπεζας και το ηλεκτρονικό σύστημα βρίσκεται υπό την φύλαξη και έλεγχο της Τράπεζας. Στη γραπτή δήλωση του επίσης, στην τελευταία παράγραφο της παραγράφου 14, ο Μ.Ε.1 βεβαιώνει ότι η κατάσταση λογαριασμού εκτυπώθηκε από τον ίδιο, το περιεχόμενο τους συγκρίθηκε με το περιεχόμενο του Τραπεζικού Βιβλίου ηλεκτρονικής μορφής από το οποίο εκτυπώθηκε και διαπιστώθηκε ότι ήταν ορθές και έγκυρες. Το άρθρο 22 του Κεφ. 9 περιλαμβάνει τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την αποδοχή αντίγραφου καταχώρισης σε Τραπεζικά βιβλία και την ερμηνεία του όρου «τραπεζικά βιβλία». Από την μαρτυρία του Μ.Ε.1 γίνεται ευθέως αναφορά ότι οι καταστάσεις λογαριασμού που κατέθεσε αποτελούν αντίγραφο τραπεζικών βιβλίων που τηρούνται σε ηλεκτρονική μορφή. Στον όρο «τραπεζικά βιβλία» περιλαμβάνονται και όλα τα αρχεία που τηρούνται σε ηλεκτρονική μορφή και επομένως προκύπτει ότι οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού αποτελούν αντίγραφα τραπεζικών βιβλίων που τηρούσαν οι ενάγοντες. Στην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v.
- Λάμπρου Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 479 λέχθηκε ότι «Οι καταστάσεις του λογαριασμού (Τ.9 και Τ.11), μαζί με την πιστοποίηση του αρμόδιου Λειτουργού της εφεσείουσας τράπεζας, ότι αυτά αποτελούσαν απόσπασμα του ηλεκτρονικού αρχείου της τράπεζας, συνιστούσαν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των σχετικών καταχωρίσεων (Άρθρο 22 του Κεφ.9 όπως έχει τροποποιηθεί).» Περαιτέρω, να αναφερθεί ότι ο μάρτυρας αυτός κατά την μαρτυρία του ανέφερε ότι και ο ίδιος έχει πρόσβαση στο φάκελο της υπόθεσης και στο ηλεκτρονικό σύστημα όσον αφορά τον επίδικο λογαριασμό. Θεωρώ ότι υπό το φως όλης της μαρτυρίας που παρασχέθηκε από τον Μ.Ε.1 έχει αποδειχθεί ότι οι καταστάσεις λογαριασμού (τεκμήρια 10) αποτελούν αντίγραφα των καταχωρήσεων στα τραπεζικά βιβλία που διατηρούν οι ενάγοντες και ως εκ τούτου αυτές αποτελούν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των σχετικών καταχωρίσεων. Η θέση της υπεράσπισης ότι ο Μ.Ε.1 δεν ανέφερε ότι ο ίδιος έλεγξε και σύγκρινε τις εν λόγω καταστάσεις και ήταν ορθές δεν ευσταθεί. Η πιο πάνω παράγραφος 14 της γραπτής του δήλωσης που ανέφερα αποδεικνύει το εν λόγω γεγονός και είναι ξεκάθαρο ότι είναι ο ίδιος που σύγκρινε τις εν λόγω καταστάσεις. Περαιτέρω, να αναφερθεί ότι και σε άλλο μέρος της μαρτυρίας του ανέφερε το γεγονός αυτό, δηλαδή ότι και ο ίδιος σύγκρινε την κατάσταση λογαριασμού και είναι ορθή. Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι από την αντεξέταση του Μ.Ε.1 δεν έχει διαφανεί οτιδήποτε το συγκεκριμένο και ότι οποιαδήποτε καταχώριση στις καταστάσεις λογαριασμού είναι λανθασμένη ή ότι αυτή δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Πέραν κάποιων αναφορών από την υπεράσπιση για την πρώτη χρέωση στο λογαριασμό του ποσού των €5,316 και άλλων ποσών που χρεώθηκαν με το μάρτυρα να απαντά ότι είναι πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχωρούνταν στην εταιρεία κατά τα συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα για αγορά αυτοκινήτων, ουδεμία συγκεκριμένη αμφισβήτηση υπήρξε γι αυτή του τη θέση. Περαιτέρω, δεν κλήθηκε οποιοσδήποτε άλλος μάρτυρας για να αποδείξει το εσφαλμένο του υπόλοιπου του λογαριασμού και ως εκ τούτου οι εναγόμενοι απέτυχαν να ανατρέψουν το μαχητό τεκμήριο που δημιουργήθηκε δυνάμει του άρθρου 22 του Κεφ. 9 (βλ. 1. Γεώργιος Κ. Ιωαννίδης κ.α. v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφ. Αρ. 1/10, ημερ. 08/07/2014, Αντώνης Κόμπου v. Universal Bank Ltd
(2009)1Α Α.Α.Δ. 194 και Μπούλος Μαρσέλ και άλλοι v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858). Περαιτέρω, υπάρχει ισχυρισμός από τους εναγομένους ότι οι καταστάσεις λογαριασμού δεν είναι αναλυτικές και δεν μπορεί να αποδείξουν το κατ΄ ισχυρισμό υπόλοιπο. Μελετώντας το τεκμήριο 10 παρατηρώ ότι αυτό αρχίζει από την 21/01/2002 που υπογράφηκε η σχετική συμφωνία για το άνοιγμα του λογαριασμού με αρχικό ποσό £5.316,00. Στη συνέχεια φαίνεται η κίνηση του εν λόγω λογαριασμού που ήταν με την χρέωση άλλων ποσών που παραχωρήθηκαν, εν όψει της φύσης του λογαριασμού όπως εξήγησε ο Μ.Ε.1, καθώς επίσης και ο υπολογισμός και η χρέωση των τόκων. Δεν διαπιστώνεται η πιο πάνω κατάσταση λογαριασμού να μην είναι αναλυτική όπως ήταν η θέση της υπεράσπισης ούτε προέκυψε να υπήρχε άλλη κίνηση αυτού, χρεώσεις ή πιστώσεις, που να μην φαίνονται στην εν λόγω κατάσταση. Υπάρχει επίσης ισχυρισμός στην Έκθεση Υπεράσπισης, για ανατοκισμό και υπερχρεώσεις του επίδικου λογαριασμού και επιβολή παράνομων χρεώσεων και τόκων. Σύμφωνα με τον όρο 13(α)(i) της συμφωνίας, τεκμήριο 5, η χρέωση του λογαριασμού θα ήταν με κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο θα αποτελείτο από το Βασικό Επιτόκιο προσαυξημένο κατά 2% περιθώριο και κατά τη σύναψη της συμφωνίας, αυτό καθορίστηκε σε 7,5%, δηλαδή 5,5% Βασικό πλέον 2% περιθώριο. Επίσης, στην ίδια παράγραφο 13 κάτω από το σημείο (iii), αναφέρεται ότι η Τράπεζα θα είχε δικαίωμα να μεταβάλλει το επιτόκιο και η μεταβολή αυτή θα ήταν δεσμευτική για τον οφειλέτη στον οποίο θα γνωστοποιείται με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο και οποιαδήποτε τέτοια μεταβολή θα ισχύει από την ημερομηνία που καθορίζεται στην ανακοίνωση. Περαιτέρω, αναφέρεται ότι η Τράπεζα δε θα ανατοκίζει περισσότερο από δύο φορές το χρόνο. Οι πιο πάνω πρόνοιες της συμφωνίας, δηλαδή η αλλαγή του ποσοστού επιτοκίου, ο τρόπος υπολογισμού του και η κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές το χρόνο δεν προσκρούει στον Νόμο. Με τον Περί Ελευθεροποίησης των Επιτοκίων και Συναφών Θεμάτων Νόμο Ν. 160
(1)/199, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1/1/2001 καταργήθηκε ο Περί Τόκου Νόμος του 1977 και οι ενάγοντες έχουν δικαίωμα να καθορίζουν το ποσοστό επιτοκίου με το οποίο θα χρεώνεται ο λογαριασμός του οφειλέτη και να ανατοκίζουν μέχρι και δύο φορές, αφού εκ των προτέρων τον ενημερώσουν. Φυσικά, ο Νόμος αυτός δεν επηρεάζει τον Περί Συμβάσεων Νόμο Κεφ.
- Στην παρούσα περίπτωση, οι ενάγοντες είχαν δικαίωμα, με βάση τη συμφωνία να μεταβάλλουν το ποσοστό επιτοκίου το οποίο θα χρεωνόταν ο λογαριασμός αφού προηγουμένως ενημέρωναν τον οφειλέτη με ανακοίνωση, μεταξύ άλλων, στον ημερήσιο τύπο. Από τις καταστάσεις λογαριασμού προκύπτει ότι από την αρχή λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού, αυτός χρεωνόταν με ποσοστό επιτοκίου ύψους 7,5% ως είχε αρχικά καθοριστεί στη συμφωνία μέχρι και τις 25/01/
- Από τις 25/01/2008 μέχρι και τις 14/04/2008 χρεωνόταν με επιτόκιο 6% και από τις 14/04/2008 μέχρι και τις 16/05/2008 με επιτόκιο 6,45%, οπότε και ο λογαριασμός τερματίστηκε Η μεταβολή αυτή του επιτοκίου οφειλόταν στην μείωση από την Τράπεζα του Βασικού Επιτοκίου από το αρχικό ποσοστό του 5% σε 4% και ακολούθως στο 4,45%. Οι εν λόγω αυξομειώσεις του βασικού επιτοκίου δημοσιεύτηκαν στον τύπο και προς απόδειξη τούτου, κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου το τεκμήριο 11 και έπεται ότι αυτές ήταν δεσμευτικές για τον οφειλέτη. Εκείνο το οποίο προκύπτει από τα πιο πάνω, είναι ότι το ποσοστό χρέωσης του επιτοκίου μέχρι και τον τερματισμό είναι σύμφωνο με τη συμφωνία ημερομηνίας 21/01/2002, τεκμήριο 5 αλλά και με το Νόμο. Να αναφερθεί επίσης ότι σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του Μ.Ε.1 έτυχε αμφισβήτησης το ποσοστό χρέωσης του επιτοκίου. Σε σχέση με το επιτόκιο μετά τον τερματισμό, αυτό φαίνεται να μεταβάλλεται και να ανέρχεται σε 9,5% και όπως αναφέρεται στην επιστολή τερματισμού αυτό συνίσταται σε 5,5% το βασικό και 4% το περιθώριο. Κατ΄ αρχή θα πρέπει να αναφερθεί ότι το γεγονός ότι η αύξηση αυτή επήλθε παράλληλα με την επιστολή τερματισμού δεν αποτελεί οποιαδήποτε παρανομία ή αντικανονικότητα (βλ. Αντώνης Κόμπου v. Universal Bank Ltd (ανωτέρω). Εκείνο που θα πρέπει να εξεταστεί είναι η επιβολή συνολικού ποσοστού περιθωρίου 4%. Με βάση τη συμφωνία των μερών, το συμφωνηθέν περιθώριο ανερχόταν σε 2%, το οποίο ήταν μέρος του συμβατικού επιτοκίου. Σύμφωνα με τον όρο 13(γ) όμως της συμφωνίας, σε περίπτωση που το υπόλοιπο του λογαριασμού θα καθίστατο απαιτητό και ληξιπρόθεσμο, τότε θα οφείλονταν τόκοι υπερημερίας με επιτόκιο 2% μεγαλύτερο από το συμβατικό επιτόκιο του λογαριασμού όπως θα ισχύει κατά τη χρονική στιγμή της υπερημερίας. Το ερώτημα το οποίο προκύπτει στην παρούσα περίπτωση είναι κατά πόσο οι ενάγοντες δικαιούνται το πιο πάνω ποσοστό ως τόκους υπερημερίας. Το άρθρο 3 των Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμοι του 1999 έως 2015 έχει ως ακολούθως: «(1α) Η επιβολή επιτοκίου υπερηµερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων µονάδων απαγορεύεται: Νοείται ότι, από την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεµάτων (Τροποποιητικού) Νόµου του 2014, το επιτόκιο υπερηµερίας δεν δύναται να υπερβαίνει τις δύο εκατοστιαίες µονάδες. (1β) Σε περίπτωση σύµβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερµατίστηκε κατά ή πριν από την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεµάτων (Τροποποιητικού) Νόµου του 2015, η επιβολή αυξηµένου τόκου από την υπερηµερία επί καθυστερηµένης δόσης ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιασδήποτε άλλης µορφής σύµβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, δηµιουργεί µαχητό τεκµήριο για το πιστωτικό ίδρυµα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερηµερίας αντιπροσωπεύει την πραγµατική του ζηµιά:» Διαβάζοντας τις πιο πάνω πρόνοιες του Νόμου, εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι επιβάλλεται απαγόρευση, από την έναρξη ισχύος του τροποποιητικού Νόμου του 2014, στην επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων. Δηλαδή, επιτρέπεται η επιβολή τέτοιου τόκου μέχρι και 2%. Για συμβάσεις όμως που ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του τροποποιητικού Νόμου του 2015, όπως είναι η παρούσα περίπτωση, η τράπεζα θα δικαιούται σε οποιοδήποτε ποσοστό τόκου υπερημερίας εφόσον αποδείξει ότι αυτό αντιπροσωπεύει τη πραγματική της ζημιά. Στον πλαγιότιτλο του άρθρου 3, αναφέρεται «Υποχρέωση πιστωτικών ιδρυμάτων για διαφάνεια στις χρεώσεις». Δηλαδή, εκείνο το οποίο σκοπεύει να ρυθμίσει το εν λόγω άρθρο είναι τη μη αυθαίρετη επιβολή αυξημένου τόκου και συγκεκριμένα τόκου υπερημερίας κατά το δοκούν από τα πιστωτικά ιδρύματα χωρίς να γνωρίζει ο οφειλέτης γι αυτή τη χρέωση. Το άρθρο 1 α) ξεκάθαρα αναφέρει ότι από την έναρξη της ισχύος του τροποποιητικού Νόμου του 2014 το επιτόκιο αυτό δεν δύναται να υπερβαίνει τις 2 εκατοστιαίες μονάδες. Ο συνδυασμένες πρόνοιες των πιο πάνω άρθρων 1 α) και 1 β) εκείνο το οποίο προνοούν είναι ότι τα πιστωτικά ιδρύματα μπορούν να επιβάλλουν τόκο υπερημερίας μέχρι και 2%. Στην περίπτωση όμως των συμβάσεων που τερματίστηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του τροποποιητικού Νόμου του 2015, θα έχουν την υποχρέωση να αποδείξουν ότι η επιβολή τέτοιου τόκου αποτελεί την πραγματική τους ζημιά. Στις πιο πάνω πρόνοιες όμως, θα πρέπει να προστεθεί και το άρθρο 6 β) του Νόμου, το οποίο αναφέρει ότι οι πρόνοιες του Περί Συμβάσεων Νόμου δεν επηρεάζονται από το Νόμο. Δηλαδή, η επιβολή τέτοιου τόκου θα πρέπει να προνοείται και στη σύμβαση για την παραχώρηση πιστωτικής διευκόλυνσης για να μπορεί να διεκδικηθεί. Στην παρούσα περίπτωση, με τον όρο 13γ) της συμφωνίας ημερομηνίας 21/01/2002 προνοείται η επιβολή τέτοιου τόκου και μάλιστα καθορίζεται και το ποσοστό το οποίο ανέρχεται σε 2%. Με βάση τις πιο πάνω πρόνοιες που αναφέρθηκαν, τα πιστωτικά ιδρύματα δικαιούνται να επιβάλουν τέτοιο επιτόκιο μέχρι και 2%. Αν και αναφέρεται ότι σε υφιστάμενες συμβάσεις οι οποίες τερματίστηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του τροποποιητικού Νόμου του 2015 πρέπει να αποδειχτεί η πραγματική ζημιά της τράπεζας, εδώ το ποσοστό αυτό είναι συμφωνημένο και δεν ξεπερνά το 2%. Επομένως, κρίνω ότι ο οφειλέτης στην παρούσα περίπτωση γνώριζε για την επιβολή τέτοιου τόκου στην περίπτωση που το χρέος του ήταν απαιτητό και ληξιπρόθεσμο και μάλιστα και το ποσοστό αυτού, το οποίο δεν ξεπερνά το 2% το οποίο τα πιστωτικά ιδρύματα μπορούν επιβάλλουν. Εφόσον λοιπόν ο τόκος αυτός και το ποσοστό του είναι συμφωνημένο και εντός των ορίων που δικαιούνται οι ενάγοντες με βάση το Νόμο, κρίνω ότι αυτό το δικαιούνται (βλ. Ιωαννίδης κ.α. v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε. Αρ. 1/2010, ημερ. 08/07/2014). Όσον αφορά το ζήτημα του ανατοκισμού, προκύπτει από την κατάσταση λογαριασμού αλλά και από τις αναφορές του μάρτυρα ότι ο τόκος κεφαλαιοποιείτο δύο φορές το χρόνο και όχι πέραν αυτού. Αυτό είναι σύμφωνο με τη συμφωνία των μερών (βλ. παράγραφο 13β) της συμφωνίας - τεκμήριο 5) αλλά και με το Νόμο ο οποίος δεν απαγορεύει την κεφαλαιοποίηση δύο φορές το χρόνο. Οι αναφορές της συνηγόρου στην αγόρευση της σε συγκεκριμένες ημερομηνίες που χρεώθηκαν τόκοι, δεν ισοδυναμεί με κεφαλαιοποίηση τους, αφού προκύπτει ότι αυτοί κεφαλαιοποιούνταν δύο φορές το χρόνο και μόνο. Ούτε έχει προκύψει ότι ο λογαριασμός υπερχρεώθηκε ή χρεώθηκε με ποσά τα οποία οι ενάγοντες δεν δικαιούνται. Ο Μ.Ε.1 δεν έτυχε οποιασδήποτε αντεξέτασης για το θέμα αυτό, αλλά ούτε προσκομίστηκε και άλλη μαρτυρία που να καταδεικνύει κάτι τέτοιο. Τέλος, υπάρχει η θέση ότι οι ενάγοντες δεν προχώρησαν στην ανάκτηση και πώληση του οχήματος με αρ. εγγραφής BAM 965 με σκοπό να περιορίσουν τη ζημιά τους και να εξοφληθεί το οφειλόμενο υπόλοιπο. Στην παράγραφο 13 της Έκθεση Υπεράσπισης υπάρχει ο ισχυρισμός ότι οι ενάγοντες παρέλειψαν να λάβουν μέτρα για να πωλήσουν το συγκεκριμένο αυτοκίνητο σε δημόσιο πλειστηριασμό. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου έχει προκύψει ότι οι ενάγοντες προέβηκαν σε όλα τα απαραίτητα διαβήματα προς αυτήν την κατεύθυνση αλλά τελικά δεν εντοπίστηκε το εν λόγω όχημα - μηχάνημα για να καταστεί δυνατή η πώληση και είσπραξη της αξίας του. Eν πάσει περιπτώσει όμως με βάση τους όρους της συμφωνίας των μερών η πώληση οποιουδήποτε μηχανήματος το οποίο παραχωρείτο ως περαιτέρω εξασφάλιση ήταν δικαίωμα των εναγόντων και όχι υποχρέωση τους σε περίπτωση που ο οφειλέτης παραβεί τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας (βλ. όρο 13 η) του τεκμηρίου 5). Περαιτέρω, παραπέμπω στον όρο 10 β) της συμφωνίας όπου αναφέρεται ότι σε περίπτωση που οποιοδήποτε αγαθό πάθει οποιαδήποτε ζημιά, καταστραφεί ή παύσει να βρίσκεται στην κατοχή του πελάτη, αυτός υποχρεούται να καταβάλει στον Οργανισμό ποσό ίσο με την αγοραία αξία του ή ποσό ίσο προς το ποσό που οφείλει προς τον Οργανισμό κατά τον ουσιώδη χρόνο, ανάλογα με το τί θα αποφασίσει ο Οργανισμός (βλ. Γρηγορίου ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2011)1Γ Α.Α.Δ. 2229, Γιαννάκης Καλλικάς v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ, (ανωτέρω), Μαρία Συρίμη v. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακή Λίμιτεδ,
(2010)1Β Α.Α.Δ 1131). Ένα τελευταίο ζήτημα το οποίο προκύπτει είναι ότι οι ενάγοντες με την Έκθεση Απαίτησης τους, αξιώνουν το ποσό των €34.026,77 πλέον τόκους προς 9,5% το χρόνο επί του ποσού αυτού από τις 23/12/
- Σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού, τεκμήριο 10, το υπόλοιπο του εν λόγω λογαριασμού κατά την 31ην/12/2009 ανερχόταν σε €30,244.32, δηλαδή λιγότερο από το αξιούμενο. Η αναντιστοιχία αυτή της αξίωσης με την κατάσταση λογαριασμού με κανένα τρόπο δεν αναιρεί την ορθότητα της εν λόγω κατάστασης, έχοντας υπόψη και τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω σε σχέση με την απόδειξη του υπολοίπου του λογαριασμού από τους ενάγοντες. Επίσης, ο μάρτυρας ανέφερε ότι η διαφορά αυτή προκύπτει από την χρέωση του επιτοκίου πριν από τις 22/12/
- Περαιτέρω, ανέφερε ότι οι εναγόμενοι κανένα ποσό κατέβαλαν έναντι της αξίωσης μετά τον τερματισμό, κάτι που προκύπτει και από τη κατάσταση λογαριασμού. Θεωρώ υπό τις περιστάσεις ότι το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί στην κατάσταση λογαριασμού και να εκδώσει απόφαση για το υπόλοιπο του λογαριασμού κατά την έγερση της αγωγής, το οποίο όπως προκύπτει ανέρχεται σε €30,244.32 πλέον τόκους προς 9,5% το χρόνο μέχρι εξόφλησης, όπως ζητείται με την Έκθεση Απαίτησης, οι οποίοι θα αρχίζουν από την 01/01/2010 (βλ. Alpha Bank Cyprus Ltd, εμπορευόμενες ως Lombard Natwest Bank Ltd και Alpha Bank Ltd v. Arena Motror Show Ltd δια του προσωρινού εκκαθαριστή τους Επίσημου Παραλήπτη κ.α., Πολ. Έφ. Αρ. 84/2009, ημερ. 02/10/2015, Τσιακλίδης v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 768). Συνοψίζοντας όλα τα ανωτέρω και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω προκύπτει ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την υπόθεση τους εναντίον των εναγομένων αρ. 4 και 6 στον απαιτούμενο βαθμό και δικαιούνται απόφασης ως ανωτέρω. Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων αρ. 4 και 6 για το ποσό των €30,244.32 πλέον τόκο προς 9,50% το χρόνο επί του ποσού αυτού από 01/01/2010 μέχρι πλήρους και τελείας εξοφλήσεως, πλέον τα έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 4 και 6 όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι ένα σετ εξόδων θα επιδικαστούν για την απαίτηση και την ανταπαίτηση. Νοείται περαιτέρω, ότι η απόφαση αυτή εκδίδεται αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με τις αποφάσεις που εκδόθηκαν εναντίον των υπόλοιπων εναγομένων. Πιστό Αντίγραφο (Υπ.)............... Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πρωτοκολλητής Subject: Civil / Other Actions / Final Aναφορά: Τελική / Tράπεζα / stocking finance /εγγύηση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο