← Κύπρος

Archofin Estates Limited ν. Του Γενικού Εισαγγελέως της Δημοκρατίας ως Νομικός Εκπρόσωπος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρ. Παραπομπής :- 184 / 2007, 17/

Archofin Estates Limited ν. Του Γενικού Εισαγγελέως της Δημοκρατίας ως Νομικός Εκπρόσωπος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρ. Παραπομπής :- 184 / 2007, 17/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A33 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Παραπομπής :- 184 / 2007 Μεταξύ:- Archofin Estates Limited Απαιτήτρια Και Του Γενικού Εισαγγελέως της Δημοκρατίας ως Νομικός Εκπρόσωπος της Κυπριακής Δημοκρατίας Αποζημιούσα Αρχή Αίτηση ΄Αδειας Κλήτευσης Επιπρόσθετων Εμπειρογνωμόνων Μαρτύρων Ημερομηνίας 14/12/2015 Ημερομηνία :- Τετάρτη 17η Φεβρουαρίου 2016 Για την Απαιτήτρια - Καθ΄ης η Αίτηση :- κα. Χαρά Φιλίππου για κα. Λίζα Λουκαίδου Θεοφάνους Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Λίζα Λουκαίδου Θεοφάνους Για την Αποζημιούσα Αρχή - Αιτήτρια :- κος. Ανδρέας Χατζηκύρου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κος. Ανδρέας Χατζηκύρου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ [ 1 ] Αιτείται η Αποζημιούσα Αρχή την έκδοση διαταγμάτων του Δικαστηρίου με τα οποία να επιτρέπεται η κλήτευση δύο επιπρόσθετων εμπειρογνωμόνων μαρτύρων. Η πρώτη, η Ξένια Κλεόπα, περιγράφεται ως πολιτικός μηχανικός στο Τμήμα Δημοσίων Έργων του Υπουργείου Συγκοινωνιών και η δεύτερη, η Δήμητρα Αγραφιώτη, ως αρχιτέκτονας στο Τμήμα Πολεοδομίας της Πάφου. [ 2 ] Η καθ΄ης η αίτηση απαιτήτρια καταχώρησε ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης στο αίτημα της αποζημιούσας αρχής με 10 συνολικά λόγους ένστασης. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι της αποζημιούσας αρχής και της απαιτήτριας αγόρευσαν προφορικά προς υποστήριξη των αντίστοιχων θέσεων τους. [ 3 ] Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση έκτακτου γραφέα της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας στο Επαρχιακό Γραφείο Πάφου η οποία παραθέτει ισχυρισμούς αναφορικά με τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε κατά τη διάρκεια της δίκης, κυρίως βάσει πληροφόρησης της οποίας έτυχε από τον δικηγόρο ο οποίος χειρίζεται την παραπομπή ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ακροαματική της διαδικασία. Η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Ανδρέα Φιντικλή, διευθυντή της απαιτήτριας, ο οποίος κατά την ακροαματική διαδικασία είχε επίσης καταθέσει ως ο δεύτερος μάρτυρας της απαιτήτριας. Παραθέτει ισχυρισμούς βασισμένους σε νομική συμβουλή ως προς τη λανθασμένη νομική βάση της αίτησης ως επίσης και διάφορες θέσεις σύμφωνα με τις οποίες δεν δικαιολογείται η έγκριση του αιτήματος της αποζημιούσας αρχής. Θέσεις βεβαίως οι οποίες θα πρέπει να είναι εφικτό όπως ενταχθούν στους λόγους ένστασης έτσι ώστε να παρέχεται η δυνατότητα εξέτασης τους. Διατηρώντας υπόψη και το περιεχόμενο των λόγων ένστασης, διαπιστώνεται πως αυτή η δυνατότητα παρέχεται. Ουσιαστικά, διατηρώντας υπόψη το γεγονός της μη αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων η κάθε πλευρά έχει παραθέσει τους δικούς της ισχυρισμούς αναφορικά με τα γεγονότα ενώ η βασιμότητα των ισχυρισμών αυτών είναι δυνατό να ελεγχθεί από το Δικαστήριο κυρίως με αναφορά στο πρακτικό του Δικαστηρίου και το περιεχόμενο του φακέλου της παραπομπής. [ 4 ] Όπως έχει αναφερθεί και σε προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 20/10/2015, η αξία ανά τετραγωνικό μέτρο έχει συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων και το κύριο επίδικο θέμα το οποίο απομένει προς εκδίκαση είναι αυτό της επιζήμιας επίδρασης ενώ το έργο καθορισμού αυτής της επιζήμιας επίδρασης καθίσταται δύσκολο καθότι το έργο σε σχέση με το οποίο απαλλοτριώθηκε μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας της απαιτήτριας δεν έχει κατασκευαστεί μέχρι σήμερα και ως αποτέλεσμα, όλη η μαρτυρία η οποία προσφέρεται επί αυτού του θέματος αποτελείται από περιγραφή μίας υποθετικής κατάστασης και όχι μίας δεδομένης διαμόρφωσης επί του εδάφους. Συνεπώς το αίτημα της αποζημιούσας αρχής εξετάζεται διατηρώντας υπόψη και αυτό το πραγματικά τόσο βασικό στοιχείο σε σχέση με την εκδίκαση αυτής της παραπομπής. [ 5 ] Το Δικαστήριο έχει μελετήσει με ιδιαίτερη προσοχή τη μαρτυρία η οποία έχει παρουσιαστεί μέχρι και την επιφύλαξη αυτής της απόφασης θεωρώντας πως είναι επί αυτής της βάσης που θα πρέπει να κριθεί το αίτημα της αποζημιούσας αρχής. Ασφαλώς η όλη έννοια της παρουσίασης δύο επιπρόσθετων μαρτύρων αναπόφευκτα παραπέμπει και στη μαρτυρία η οποία ήδη έχει παρουσιαστεί από την αποζημιούσα αρχή με την πρώτη μάρτυρα της, δηλαδή την εκτιμήτρια, Στέλλα Σεργίου. [ 6 ] Η νομική βάση της αίτησης αποτελεί αντικείμενο διαμάχης μεταξύ των διαδίκων καθώς ο δεύτερος λόγος ένστασης αλλά και το μεγαλύτερο μέρος της επιχειρηματολογίας της ευπαίδευτης δικηγόρου της απαιτήτριας αφοσιώθηκε σε αυτό το θέμα έχοντας ως κύριο έρεισμα την απόφαση Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδης κ. ά.

(1990)1 Α.Α.Δ. 965. Συνεπώς δεν θα το παραθέσω ως έχει σε αυτό το σημείο της απόφασης αλλά θα το εξετάσω στη συνέχεια στο πλαίσιο εντός του οποίου αυτό έχει τεθεί. Δίχως να κρίνεται αναγκαίο όπως επαναληφθεί εντός αυτής της απόφασης η επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων δικηγόρων των διαδίκων προχωρώ απευθείας στην εξέταση των λόγων ένστασης. [ 7 ] Σύμφωνα με τον λόγο ένστασης 1 η αίτηση «...είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και αστήρικτη». Θεωρώ πως η γενικότητα αυτού του λόγου ένστασης απαιτεί ουσιαστικά εξέταση όλων των υπολοίπων λόγων ένστασης. Ως εκ τούτου το ερώτημα κατά πόσο η αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και αστήρικτη δεν θα απαντηθεί παρά μόνο αφού προηγηθεί εξέταση όλων των υπολοίπων λόγων ένστασης. Διατηρώντας παράλληλα υπόψη βεβαίως πως ακόμη και οι λόγοι ένστασης να μην κριθούν βάσιμοι ασφαλώς το αίτημα θα πρέπει να δικαιολογείται έτσι ώστε να εγκριθεί από το Δικαστήριο. [ 8 ] Σύμφωνα με τον λόγο ένστασης 2 η αίτηση «... στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση». Προς υποστήριξη αυτού του λόγου ένστασης η ευπαίδευτη δικηγόρος της απαιτήτριας παρέπεμψε το Δικαστήριο στην απόφαση Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδης κ. ά. (βλ. πιο πάνω). Αναφορικά με αυτό το θέμα έγινε επίσης αναφορά και σε μεταγενέστερη νομολογία (δηλαδή, οι αποφάσεις, Bank for Foreign Trade of Russian Federation "Vneshtorgbank" v. ICC Chemicals (UK) Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1728 και MI Holdings Public Ltd v. Τασούλας Γεωργίου Παναγή
(2006)1Α Α. Α. Δ. 298) προς ενίσχυση της θέσης η οποία βασιζόταν στην απόφαση Μαχλουζαρίδης. Βεβαίως οι αναφορές στη συγκεκριμένη νομολογία δεν συμπεριλαμβάνουν και άλλες σχετικές αυθεντίες, όπως, παραδείγματος χάριν, την απόφαση Τάσος Πεγειώτης ν. Χριστάκη Κωμοδρόμου
(2003)1 Α.Α.Δ. 1601, στην οποία ο ίδιος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου ο οποίος έδωσε την απόφαση στην υπόθεση Μαχλουζαρίδης, δίδοντας την απόφαση Πεγειώτης, με αναφορά και σε μεταγενέστερη της τροποποίησης της Δ.64 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας νομολογία, περιέγραψε ως ορθή την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς το εξής. Ότι δηλαδή η αρχή που υιοθετήθηκε στη Μαχλουζαρίδης και σε προγενέστερες αποφάσεις, απώλεσε τη δραστικότητά της, υπό το πρίσμα της Δ.64 των Θεσμών, ως αυτή αναμορφώθηκε από το Διαδικαστικό Κανονισμό του 1995 και ότι παρέχεται δυνατότητα θεραπείας παρεκκλίσεων από θεσμικές διατάξεις, ως διαπιστώνεται υπό το φως μεταγενέστερης νομολογίας, ενώ ο καθ' ου η αίτηση αποποιείται του δικαιώματος να εγείρει θέμα παρέκκλισης από τους Θεσμούς στη διαμόρφωση αιτήματος, εφόσον λαμβάνει μέτρα στη διαδικασία, ως στην προκείμενη περίπτωση με την υποβολή ένστασης, τα οποία υποδηλώνουν ανοχή της ή συμπόρευση με αυτή. [ 9 ] Ασφαλώς και θα ήταν ενδιαφέρον για το Δικαστήριο να ασχοληθεί με εξέταση της σχετικής νομολογίας αλλά και του θέματος της ενδεχόμενης εφαρμογής της Δ.64 στη συγκεκριμένη περίπτωση με την έκδοση - και πάλι ενδεχομένως - και διατάγματος απαλλαγής από την παρατυπία, σε περίπτωση κατά την οποία όντως κρινόταν να υπήρχε μία τέτοια παρατυπία. Όμως πραγματικά θεωρώ πως αυτό δεν είναι αναγκαίο για σκοπούς έκδοσης αυτής της απόφασης. Καθότι το όλο θέμα είναι πολύ πιο απλό. Όπως ο ευπαίδευτος συνήγορος της αποζημιούσας αρχής το έχει θέσει η αναφορά σε κανονισμούς του 1955 και όχι του 1956 είναι «τυπογραφικό» και όχι ουσιαστικό λάθος. Βεβαίως η χρήση της λέξης «τυπογραφικό» γίνεται αντιληπτή από το Δικαστήριο περισσότερο υπό την έννοια του τυπικού λάθους δίχως να απαιτείται η οποιαδήποτε απόδειξη πως το χειρόγραφο κείμενο (εάν βεβαίως αυτό υπήρχε αντί δηλαδή υπαγόρευσης του δακτυλογραφημένου κειμένου) όντως αναφερόταν σε κανονισμούς του 1956 και όχι του 1955. Δεν αποκλείεται δηλαδή ο συντάκτης της αίτησης λανθασμένα να είχε υπόψη του το έτος 1955 αντί 1956. Ιδιαίτερα δε έχοντας υπόψη πως ο Νόμος περιέχει το έτος 1955 στον τίτλο του (The Compensation Assessment Tribunal Law 1955) ως επίσης και τις αναφορές στο έτος 1955 τόσο στην εισαγωγή των κανονισμών από τον τότε Κυβερνήτη της Αποικίας της Κύπρου όσο και σε πλαγιότιτλους (43 of 1955). [ 10 ] Εάν δε ληφθεί υπόψη πως στη νομική βάση της αίτησης και συγκεκριμένα εντός της φράσης ".στους Περί Καθορισμού Αποζημιώσεων Κανονισμούς 1955 άρθρα 9
(1)-
(7)και 19
(1)
(2)&
(5)." υπάρχει λανθασμένη αναφορά ενός και μόνο ψηφίου (του τελικού ψηφίου του έτους, δηλαδή 5 αντί 6) με όλα τα υπόλοιπα στοιχεία να ανταποκρίνονται στα όσα ισχύουν, ιδιαίτερα δε σε σχέση με την αναφορά των κανονισμών οι οποίοι έχουν σχέση με ενδιάμεσες αιτήσεις και εμπειρογνώμονες μάρτυρες, αναδεικνύεται η τυπολατρική ουσιαστικά προσέγγιση την οποία καλείται το Δικαστήριο να εφαρμόσει απορρίπτοντας την αίτηση υπό εξέταση διότι όπως προτάσσεται με τον δεύτερο λόγο ένστασης η αίτηση «... στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση». [ 11 ] Αξίζει να υπενθυμίσω τα όσα σχετικά αναφέρονται στην απόφαση Μαχλουζαρίδης ως πρός το σκεπτικό της τήρησης της Δ.48 θ. 1 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας. Στις σελίδες 969 έως 971 αναφέρονται τα ακόλουθα "Στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Kouppa and Another v. Vassiliades* αποφασίστηκε ότι σε ενδιάμεση αίτηση ο καθορισμός του νομικού βάθρου, με αναφορά στο άρθρο ή άρθρα της νομοθεσίας και των θεσμών που το στοιχειοθετούν, αποτελεί, σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.48 θ.1 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου. Το σκεπτικό του Δικαστηρίου στην υπόθεση Kouppa συνοψίζεται στο πιο κάτω απόσπασμα: "The specification of the rules relied upon in interlocutory proceedings is not, to my comprehension, a matter of mere formality but a substantive procedural provision that should be strictly adhered to. For interlocutory proceedings are proceedings of an extraordinary nature in that deliberations are made without a complete trial, the normal process through which a cause is ventilated before the Court. Hence procedural safeguards designed to elicit the questions in issue and put the matter in a proper perspective should be meticulously observed especially mandatory provisions like those set out in Ord. 48 r.l. It is no accident that the legal substratum of an application must, unlike the statement of claim, be specified for there are compelling reasons that side issues should be succinctly defined both legally and factually so that the Court may, without undue delay, deal with them and thus pave the way for the trial of the main issues in dispute." Σε μετάφραση: "Ο καθορισμός των θεσμών στους οποίους στηρίζεται το ενδιάμεσο δικονομικό μέτρο (αίτηση με κλήση) δεν είναι όπως κατανοώ μόνο θέμα τύπου αλλά ουσιαστική δικονομική διάταξη, η οποία πρέπει να ακολουθείται αυστηρά· εν όψει του ότι η ενδιάμεση διαδικασία συνιστά διαδικασία ασυνήθη χαρακτήρα, για το λόγο ότι τα επίδικα θέματα εκδικάζονται έξω από το *
(1981)1 J.S.C.
  1. πλαίσιο της ολοκληρωμένης δίκης που αποτελεί τη συνήθη οδό για την εκδίκαση των επίδικων θεμάτων. Συνεπώς τα δικονομικά εχέγγυα τα οποία αποβλέπουν στον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και του πλαισίου εκδίκασης τους πρέπει να τηρούνται με σχολαστικότητα ιδιαίτερα στην περίπτωση των επιτακτικών προνοιών της Δ.48 θ.
  2. Δεν είναι τυχαίο ότι το νομικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει, αντίθετα με την έκθεση απαιτήσεως, να καθορίζεται· συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι που επιβάλλουν όπως παρεμφερή θέματα προσδιορίζονται τόσο νομικά όσο και πραγματικά με ακρίβεια ώστε το Δικαστήριο, χωρίς υπέρμετρη καθυστέρηση, να είναι σε θέση να τα εξετάσει και με αυτό τον τρόπο να επιστρώσει το έδαφος διά την εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς." Συμφωνούμε με τις αρχές που διατυπώνονται στην Kouppa ως προς το δικονομικό πλαίσιο το οποίο διέπει την έγκυρη έγερση ενδιάμεσων αιτήσεων. [ 12 ] Ουσιαστικά επεξηγείται στο πιο πάνω απόσπασμα η σημασία ως πρός τον καθορισμό της νομικής βάσης μίας αίτησης. Έτσι ώστε δηλαδή το Δικαστήριο με τον ακριβή νομικό και πραγματικό προσδιορισμό παρεμφερή θεμάτων χωρίς καθυστέρηση να προχωρήσει στην εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων. [ 13 ] Πραγματικά διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω θεωρώ πως ο δεύτερος λόγος ένστασης δεν ευσταθεί. Όχι μόνο δεν θα συμφωνήσω πως η αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση αλλά αντιθέτως θεωρώ πως παρέχεται με αυτή με σαφή και συγκεκριμένο τρόπο το απαραίτητο υπόβαθρο προς εξέταση του αιτήματος της αποζημιούσας αρχής. Υπενθυμίζω και πάλι βεβαίως πως αποδέχομαι τη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της αποζημιούσας αρχής ως πρός το ότι η λανθασμένη αναγραφή ενός ψηφίου από το έτος έκδοσης των σχετικών κανονισμών δεν θα πρέπει να θεωρηθεί από το Δικαστήριο ως ένα ουσιαστικό λάθος. Με μοιραία μάλιστα επίδραση ως πρός την έκβαση της αίτησης. Όντως οι συγκεκριμένοι κανονισμοί ούτε ανύπαρκτοι είναι αλλά ούτε και υπάρχει το οποιοδήποτε άλλο κείμενο κανονισμών σε σχέση με την εκδίκαση υποθέσεων καθορισμού αποζημίωσης σε περιπτώσεις απαλλοτρίωσης ακίνητης ιδιοκτησίας. [ 14 ] Επιπλέον επί του ιδίου θέματος, παρά και το γεγονός πως οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων δεν προσέγγισαν το όλο θέμα επί αυτής της βάσης, αξίζει να σημειωθεί και το εξής. Υπάρχουν συγκεκριμένοι κανονισμοί αναφορικά με τη διαδικασία σε περιπτώσεις παραπομπών για καθορισμό της αποζημίωσης σε περιπτώσεις απαλλοτρίωσης. Η διαδικασία σε σχέση με ενδιάμεσες αιτήσεις καθορίζεται από τον κανονισμό
  3. Σύμφωνα με τον κανονισμό 9 μία αίτηση θα γίνεται γραπτώς και θα αναφέρει τους λόγους βάσει των οποίων αυτή γίνεται[1]. Όχι μόνο δεν υπάρχει παρόμοια πρόνοια όπως αυτή της Δ.48 θ. 1 και θ. 2
(1)[2] των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας αλλά επιπρόσθετα ούτε και αναφέρεται σε οποιοδήποτε σημείο των Κανονισμών του Δικαστηρίου Καθορισμού Αποζημίωσης του 1956 (στο εξής θα καλούνται οι «σχετικοί κανονισμοί του 1956») αναφορικά με θέματα διαδικασίας κατά την εκδίκαση παραπομπής πως σε περίπτωση κατά την οποία δεν εφαρμόζονται οι σχετικοί κανονισμοί τότε θα εφαρμόζονται οι Διαδικαστικοί Κανονισμοί της Πολιτικής Δικονομίας. Εύλογα δηλαδή θα μπορούσε να θεωρηθεί πως οι σχετικοί κανονισμοί εφαρμόζονται αυτόνομα. Ανεξάρτητα δηλαδή από τα όσα προνοούνται σχετικά από τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς της Πολιτικής Δικονομίας. Βεβαίως διευκρινίζω και πάλι πως οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων δεν προσέγγισαν το όλο θέμα επί αυτής της βάσης. Συνεπώς και ο δεύτερος λόγος ένστασης εξετάστηκε όπως αυτός τέθηκε. Ενώ βεβαίως θα μπορούσε να θεωρηθεί πως ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης δεν ευσταθεί επίσης και για το λόγο πως διατηρώντας υπόψη και τα όσα σχετικά αναφέρονται εντός των σχετικών κανονισμών του 1956 τα όσα αναφέρονται προς υποστήριξη του δεν τυγχάνουν εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση. [ 15 ] Ουσιαστικά όπως και να εξεταστεί ο λόγος ένστασης 2 το Δικαστήριο δεν αποδίδει οποιαδήποτε βασιμότητα σε αυτόν ενώ επιπλέον θεωρεί πως ακόμη και η ίδια η προβολή του δεν συνάδει με οποιοδήποτε εποικοδομητικό τρόπο ως προς την εξέταση του θέματος το οποίο εγείρεται με την καταχώρηση της αίτησης αλλά ούτε και με οποιαδήποτε προσπάθεια αποφυγής πρόκλησης καθυστέρησης στην εκδίκαση της παραπομπής. Ιδιαίτερα δε εάν διατηρηθεί υπόψη πως με την ένσταση προβάλλεται και λόγος ένστασης ως προς την πρόκληση καθυστέρησης στην εκδίκαση της παραπομπής με αναφορά στο δυσμενή επηρεασμό του δικαιώματος της απαιτήτριας ως προς την ολοκλήρωση της παραπομπής εντός εύλογου χρόνου. Επομένως, ο λόγος ένστασης 2 απορρίπτεται. [ 16 ] Σύμφωνα με τον λόγο ένστασης 3 η ενόρκως δηλούσα ".δεν αποκαλύπτει όλα τα γεγονότα και/ή δεν αποκαλύπτει όλη την αλήθεια". Διαπιστώνεται πως ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης δεν υποστηρίζεται με οποιοδήποτε τρόπο από τη μαρτυρία προς υποστήριξη της ένστασης έστω και εάν θα μπορούσε να συσχετιστεί με τους λόγους ένστασης 4, 6 και 9 οι οποίοι εξετάζονται πιο κάτω. Ως εκ τούτου ως ανεξάρτητος λόγος ένστασης παραμένει μετέωρος από άποψης μαρτυρίας και απορρίπτεται. [ 17 ] Σύμφωνα με τον λόγο ένστασης 4 η ενόρκως δηλούσα ".δεν αποκαλύπτει με σαφήνεια ποία θα είναι η μαρτυρία της δεύτερης και/ή τρίτης εμπειρογνώμονα που προτίθεται να καλέσει και/ή η Ενόρκως δηλούσα δεν αποσαφηνίζει σε ποια κατατεθειμένα τεκμήρια θα αναφερθεί η κάθε εμπειρογνώμονας και ποίο θα είναι το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους". Πραγματικά διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται εντός της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι ότι ισχύει ακριβώς το αντίθετο σε σχέση με τα όσα αναφέρονται στο συγκεκριμένο λόγο ένστασης. Αποκαλύπτει με επαρκή σαφήνεια η ενόρκως δηλούσα όχι μόνο ποια θα είναι η μαρτυρία των μαρτύρων τους οποίους αιτείται άδεια να παρουσιάσει αλλά επιπλέον διασαφηνίζει επίσης και τα τεκμήρια σε σχέση με τα οποία προτίθεται η αποζημιούσα αρχή να καλέσει τους μάρτυρες να καταθέσουν. Αναφέρεται ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της ένστασης στο γεγονός ότι στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης υπάρχει γενική αναφορά ως προς το ότι ζητείται η παρουσία και μαρτυρία των συγκεκριμένων ατόμων έτσι ώστε ".να ερμηνεύσουν, σχολιάσουν, τοποθετηθούν σχετικά με τα κατατεθειμένα τεκμήρια.." και εισηγείται πως αυτό γίνεται ".χωρίς να αποφασηνίζει σε ποία ακριβώς τεκμήρια." ως επίσης και ως προς το ότι η κλήτευση ζητείται έτσι ώστε να σχολιάσουν και τοποθετηθούν αναφορικά με ".τα όσα έχουν ήδη λεχθεί ως μαρτυρία χωρίς να αποσαφηνίζει και πάλι σε ποία ακριβώς θέματα." προσθέτοντας επίσης και ερώτημα ως πρός το ".γιατί είναι αναγκαίο να κληθούν και άλλοι εμπειρογνώμονες αφού ήδη έχει καταθέσει για αυτό τον σκοπό η κα Στέλλα Σεργίου" (παράγραφος 6 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης). Αγνοεί όμως ο ενόρκως δηλών και τα όσα αναφέρονται στη συνέχεια στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης. Ότι δηλαδή οι μάρτυρες καλούνται έτσι ώστε να ".ερμηνεύσουν, σχολιάσουν, τοποθετηθούν σχετικά με τα κατατεθειμένα τεκμήρια και τα όσα σχετικά έχουν ήδη λεχθεί ως μαρτυρία.." - όχι γενικά και αόριστα αλλά (όπως συνεχίζει η πρόταση) - ". που σχετίζονται με την ειδίκευση και αρμοδιότητα τους.". Επιπλέον υπενθυμίζω και πάλι, όπως αναφέρεται και πιο πάνω, πως υπάρχει επίσης εντός της συγκεκριμένης ένορκης δήλωσης και αναφορά στα συγκεκριμένα τεκμήρια σε σχέση με τα οποία ζητείται η άδεια του Δικαστηρίου να κλητευθούν τα συγκεκριμένα άτομα ως εμπειρογνώμονες μάρτυρες. Δηλαδή, τα τεκμήρια 6, 8, 9, 11, 19 και
  1. Ενώ βεβαίως η κάθε εμπειρογνώμονας μάρτυρας της οποίας ζητείται άδεια κλήτευσης λογικά αναμένεται να καταθέσει σε σχέση με τα τεκμήρια τα οποία εμπίπτουν εντός του κλάδου της ειδικότητας της σύμφωνα τόσο με τα επαγγελματικά προσόντα της όσο και με την εμπειρία αλλά και αρμοδιότητες της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων των προτεινόμενων μαρτύρων αντίστοιχα στο Τμήμα Δημοσίων Έργων και στο Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως Πάφου. Ως πρός το ποιο θα είναι το περιεχόμενο της μαρτυρίας των συγκεκριμένων ατόμων θεωρώ ότι δίδεται μία επαρκής ένδειξη αυτού βάσει και των όσων αναφέρονται εντός της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης. Διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω ο λόγος ένστασης 4 κρίνεται αβάσιμος και ως εκ τούτου απορρίπτεται. [ 18 ] Σύμφωνα με τον λόγο ένστασης 5 θα «...προκληθεί υπέρμετρη καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης». Ασφαλώς και θα προκύψει καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης με την παρουσίαση δύο επιπρόσθετων μαρτύρων. Επιπλέον, καθυστέρηση ήδη έχει προκύψει στη συνέχιση της ακροαματικής διαδικασίας ως αποτέλεσμα της αναγκαιότητας καταχώρησης αυτής της αίτησης. Σε σχέση με την οποία η απαιτήτρια δεν τοποθετήθηκε στην πρώτη ημερομηνία ορισμού της. Ως προς το κατά πόσο δηλαδή θα είχε ένσταση σε αυτή. Αυτό έγινε σχεδόν ένα μήνα αργότερα. Ενώ αν και η ακρόαση της αίτησης ορίστηκε το συντομότερο δυνατό και η απόφαση εκδόθηκε επίσης όσο πιο σύντομα αυτό ήταν εφικτό, αναμφίβολα καθυστέρηση έχει προκύψει απλά και μόνο ως αποτέλεσμα της αναγκαιότητας καταχώρησης της αίτησης. Αυτό όμως - το δεδομένο δηλαδή της πρόκλησης καθυστέρησης - θεωρώ πως δεν θα πρέπει να αποτελέσει εμπόδιο ως προς την έγκριση της αίτησης εάν είναι δυνατό να κριθεί πως αυτό θα ήταν προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Όπως εν τέλει διαπιστώνεται εντός αυτής της απόφασης θα ήταν ορθό και δίκαιο όπως το Δικαστήριο επιτρέψει στην αποζημιούσα αρχή όπως τοποθετηθεί ουσιαστικά σε σχέση με την μαρτυρία η οποία είχε ως πηγή της τους ίδιους τους μάρτυρες της απαιτήτριας και σε σχέση με την οποία ζητείται η άδεια παρουσίασης επιπρόσθετων εμπειρογνωμόνων μαρτύρων της αποζημιούσας αρχής. Αναφορικά με αυτή τη διαπίστωση διατηρώ υπόψη μου όχι μόνο τη βασική αρχή της ισότητας των όπλων αλλά και τον εν μέρει εξεταστικό χαρακτήρα μίας παραπομπής και τη διαφοροποίηση εκδίκασης της από το αντιπαραθετικό σύστημα εκδίκασης μίας πολιτικής αγωγής (υπενθυμίζω επίσης επί αυτού του θέματος δίχως να τα επαναλαμβάνω και τα όσα αναφέρονται σχετικά στην παράγραφο 10 προηγούμενης ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου σε αυτή την παραπομπή, ημερομηνίας 10/6/2015). Επιπλέον βεβαίως διατηρείται υπόψη από το Δικαστήριο πως η απαιτήτρια είχε την ευκαιρία να παρουσιάσει ένα επιπρόσθετο εμπειρογνώμονα μάρτυρα (δηλαδή, τον Νεόφυτο Ζαβρίδη) δίχως να εγείρει οποιαδήποτε ένσταση η αιτήτρια και μάλιστα δίχως να είχε προηγηθεί οποιαδήποτε αίτηση αναφορικά με αυτή την παρουσίαση. Συνεπώς αν και συμφωνώ πως όντως θα προκληθεί καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης ως αποτέλεσμα της έγκρισης αυτής της αίτησης δεν θα συμφωνήσω παράλληλα είτε πως αυτό αποτελεί λόγο για να μην εγκριθεί η αίτηση είτε πως η καθυστέρηση αυτή είναι δυνατό λογικά να αναμένεται πως θα είναι και «υπέρμετρη». Επομένως, ούτε και αυτός ο λόγος ένστασης κρίνεται βάσιμος και συνεπώς απορρίπτεται υπό την έννοια βεβαίως πως εάν κατά την εξέταση της αίτησης αυτή κρινόταν δικαιολογημένη τότε ασφαλώς ο λόγος αυτός δεν θα μπορούσε να αποτελέσει μοναδική βάση επί της οποίας το αίτημα να απορριφθεί. [ 19 ] Σύμφωνα με τον λόγο ένστασης 6 δεν «... δικαιολογείται η κλήτευση επιπρόσθετων εμπειρογνωμόνων από την Αιτήτρια, αφού κάτι τέτοιο θα συνηγορούσε σε διόρθωση αδυναμιών και/ή αντιφάσεων και/ή λαθών που δόθηκε [sic] από την πλευρά της Αιτήτριας». Πραγματικά ούτε με τη μαρτυρία αλλά ούτε και με την επιχειρηματολογία προς υποστήριξη αναφέρεται οτιδήποτε προς υποστήριξη αυτού του λόγου ένστασης. Απλά προβάλλεται ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης με ένα γενικό και αόριστο τρόπο δίχως αυτός να στοιχειοθετείται με οποιοδήποτε τρόπο. Παράλληλα ούτε και είναι δυνατό εκ πρώτης όψεως να διαπιστωθεί όντως η ύπαρξη τέτοιων «...αδυναμιών και/ή αντιφάσεων και/ή λαθών...» στη μαρτυρία η οποία δόθηκε από την αποζημιούσα αρχή. Ούτε επιπλέον και είναι δυνατό να διαπιστωθεί - και πάλι εκ πρώτης όψεως - πως η παρουσίαση των συγκεκριμένων μαρτύρων των οποίων ζητείται η άδεια κλήτευσης σκοπό έχει τη διόρθωση στην οποία η απαιτήτρια αναφέρεται εντός του συγκεκριμένου λόγου ένστασης. Μάλιστα η μοναδική μάρτυρας της αποζημιούσας αρχής ήταν ιδιαίτερα προσεχτική ως προς το να αποφεύγει να απαντά οποιεσδήποτε ερωτήσεις τις οποίες ακόμη και η ίδια θεωρούσε πως θα έπρεπε να απευθυνθούν σε άτομα τα οποία θα μπορούσαν να καταθέσουν σχετικά. Παραδείγματος χάριν, όταν ερωτήθηκε αναφορικά με τα κατασκευαστικά σχέδια του επίδικου δρόμου και ανέφερε πως αυτό δεν ήταν της ειδικότητας της. Ή σε σχέση με το θέμα της επιζήμιας επίδρασης παρά και την απάντηση η οποία δόθηκε ως προς το ότι θα υπήρχε πρόσβαση προς το επίδικο τεμάχιο και σε δική της κατάληξη ως προς το ότι δεν υπήρχε επιζήμια επίδραση, η συγκεκριμένη μάρτυρας πρόσθεσε πως δεν ήταν σε θέση να δώσει εξηγήσεις σε σχέση με το οδικό δίκτυο προσθέτοντας πως αυτό θα μπορούσε να το κάνει η κα. Κλεόπα. Αναφέρθηκε επίσης κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης της σε σχέση με τις πολεοδομικές άδειες πως ρώτησε σχετικά λειτουργό της Πολεοδομίας, δηλαδή την κα. Δήμητρα της οποίας όμως δεν μπορούσε να θυμηθεί το επίθετο. Ενώ όταν ερωτήθηκε σε σχέση με χώρο πρασίνου και το σκοπό του απάντησε πως δεν ήταν αρμόδια να απαντήσει ενώ όταν της έγινε σχετική υποβολή αναφορικά με την επικινδυνότητα αλλά και παράνομη χρήσης αυτού του χώρου για διέλευση οχημάτων απάντησε πως δεν γνώριζε σχετικά για να απαντήσει και πως αναφορικά με αυτό το θέμα από τη στιγμή που δόθηκε άδεια θα μπορεί να απαντήσει σχετικά η «πολεοδομία». Συνεπώς εφόσον η μοναδική μάρτυρας η οποία κατέθεσε εκ μέρους της αποζημιούσας αρχής ουσιαστικά δεν έδωσε δική της μαρτυρία επί των θεμάτων αναφορικά με τα οποία ζητείται άδεια κλήτευσης άλλων μαρτύρων τότε πως είναι δυνατό να γίνει δεκτή ως βάσιμη η θέση πως το αίτημα υποβάλλεται με σκοπό να επιτευχθεί διόρθωση της μαρτυρίας της; Εφόσον δηλαδή η μαρτυρία η οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί πως θα διορθωθεί δεν έχει καν δοθεί έτσι ώστε να υπόκειται σε διόρθωση. Συνεπώς ούτε και ο λόγος ένστασης 6 κρίνεται πως ευσταθεί έτσι ώστε να γίνει δεκτός από το Δικαστήριο. [ 20 ] Αναφορικά με τον λόγο ένστασης 7 ως προς το ότι υπό τις περιστάσεις τυς υπόθεσης «...δεν είναι αναγκαία η παρουσίαση δεύτερου και τρίτου εμπειρογνώμονα και ειδικότερα της κας Ξένιας Κλεόπα και της κας Δήμητρας Αγραφιώτη», διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω στις παραγράφους 18 και 19 πραγματικά θεωρώ ότι θα ήταν περιττό να προσθέσω με οποιαδήποτε περισσότερη λεπτομέρεια επιπρόσθετο σκεπτικό βάσει του οποίου να αναδεικνύεται η έλλειψη βασιμότητας και αυτού του λόγου ένστασης. Προσθέτω απλά προς υπενθύμιση και το γεγονός πως το τεκμήριο 6 το οποίο η απαιτήτρια παρουσίασε ως μαρτυρία είναι επιστολή την οποία υπογράφει η ίδια η Ξένια Κλεόπα. Διερωτώμαι πραγματικά γιατί η ίδια η απαιτήτρια δεν θεωρεί αναγκαία την παρουσίαση της συντάκτριας αυτής της επιστολής; Ή ακόμη και της Δήμητρας Αγραφιώτη σε σχέση με τα τεκμήρια 8 και 9, δηλαδή τις πολεοδομικές άδειες, τεκμήρια και πάλι τα οποία η ίδια η απαιτήτρια κατέθεσε. Βεβαίως ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της ένστασης αναφέρει σχετικά πως τα τεκμήρια 8 και 9 «...μιλούν από μόνα τους και δεν χρήζουν περαιτέρω ερμηνείας...». Εντούτοις τόσο ο Μάριος Αγγελίδης όσο και ο Ανδρέας Φιντικλής ως μάρτυρες της απαιτήτριας έδωσαν τις δικές τους θέσεις αναφορικά με τη σημασία αυτών των τεκμηρίων. Υπενθυμίζω, παραδείγματος χάριν, την απάντηση του Μάριου Αγγελίδη κατά την κύρια εξέταση του ως προς τον όρο 501 των τεκμηρίων 8 και
  2. Υπενθυμίζω επίσης πως ο Ανδρέας Φιντικλής όταν ερωτήθηκε που στηρίζει τη θέση του ότι το επίδικο ακίνητο κατέστει περίκλειστο σαφώς αναφέρθηκε στις πολεοδομικές άδειες, δηλαδή τεκμήριο 8 και 9 αλλά και στην επιστολή από το Τμήμα Δημόσιων Έργων, δηλαδή το τεκμήριο
  3. Συνεπώς δεν έχω πεισθεί πως δεν θα πρέπει να δοθεί το δικαίωμα και στην αποζημιούσα αρχή όπως παρουσιάσει ως μάρτυρες σε σχέση με τα συγκεκριμένα θέματα και άτομα τα οποία εισηγείται πως κατέχουν την απαραίτητη σχετική ειδικότητα έτσι ώστε να είναι σε θέση να δώσουν μία εμπεριστατωμένη άποψη αναφορικά με το περιεχόμενο αυτών των τεκμηρίων. Επομένως και ο λόγος ένστασης 7 απορρίπτεται ως αβάσιμος ενώ διατηρώντας υπόψη πως με τον λόγο ένστασης 8 προτάσσεται η παρόμοια ουσιαστικά θέση ως προς το ότι δεν «...αποκαλύπτεται βάσιμος και/ή ουσιώδης και/ή νόμιμος λόγος για την κλήτευση και/ή παρουσίαση δεύτερου και/ή τρίτου εμπειρογνώμονα εκτιμητή» και αυτός ο λόγος ένστασης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται παρατηρώντας παράλληλα πως βεβαίως οι μάρτυρες των οποίων ζητείται η κλήτευση δεν έχουν την ιδιότητα του εκτιμητή όπως αυτή αναφέρεται στο συγκεκριμένο λόγο ένστασης. [ 21 ] Αναφορικά με τον λόγο ένστασης 9 ως προς το ότι δηλαδή η ενόρκως δηλούσα «...δεν αποκαλύπτει ποίος είναι ο υπογράφων των τεκμηρίων 8 και 9 και για ποίον εύλογο λόγο αυτή αδυνατεί να τον καλέσει να μαρτυρήσει ως δεύτερος εμπειρογνώμονας» παρατηρώ τα εξής. Κατ΄ αρχάς δεν ευσταθεί η θέση ως προς το ότι η ενόρκως δηλούσα δεν αναφέρει «εύλογο» λόγο για τον οποίο η αποζημιούσα αρχή δεν ζητά όπως καλέσει ως μάρτυρα το άτομο το οποίο υπέγραψε τα τεκμήρια 8 και
  4. Όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης το συγκεκριμένο άτομο πλέον δεν υπηρετεί στο γραφείο της Πάφου . Ούτε και ισχυρίζεται η ενόρκως δηλούσα πως αδυνατεί η αποζημιούσα αρχή να παρουσιάσει το συγκεκριμένο άτομο ως μάρτυρα. Απλά υπό τις περιστάσεις προφανώς κρίθηκε πως θα ήταν πιο ορθό να παρουσιαστεί ως μάρτυρας το άτομο το οποίο σήμερα έχει την κατοχή και χειρισμό του σχετικού φακέλου. Ο λόγος ένστασης 9 προβάλλεται ωσάν η αποζημιούσα αρχή να έχει απώτερο σκοπό να μην παρουσιάσει το άτομο το οποίο υπέγραψε τα τεκμήρια 8 και
  5. Πραγματικά το Δικαστήριο, βάσει των όσων ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της ένστασης αναφέρει στην ένορκη δήλωση του, δεν διαπιστώνει όντως να ισχύει κάτι τέτοιο. Μάλιστα θεωρώ και ως παράδοξο ο ενόρκως δηλών να ισχυρίζεται πως τα τεκμήρια 8 και 9 «...μιλούν από μόνα τους και δεν χρήζουν περαιτέρω ερμηνείας...» και παράλληλα αόριστα και γενικά να υπονοεί την οποιαδήποτε σκοπιμότητα ως προς την έλλειψη εξήγησης αναφορικά με την παρουσίαση ως μάρτυρα του ατόμου το οποίο υπέγραψε τα τεκμήρια 8 και
  6. Ως προς τη θέση ότι η ενόρκως δηλούσα δεν αποκαλύπτει το όνομα του ατόμου το οποίο υπογράφει τα τεκμήρια 8 και 9, με βάση το ίδιο σκεπτικό αυτή η μη αποκάλυψη δεν κρίνεται ως τόσο σημαντική ή ως λόγος ουσιαστικά έτσι ώστε η αίτηση της αποζημιούσας αρχής να μην γίνει δεκτή από το Δικαστήριο. Ως εκ τούτου και ο λόγος ένστασης 9 κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται. [ 22 ] Σύμφωνα με τον λόγο ένστασης 10 η «...έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα προκαλέσει ζημιά στην Απαιτήτρια». Όπως αναφέρει σχετικά ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της ένστασης η ζημιά αυτή θα προκληθεί καθότι η απαιτήτρια «...έχει ολοκληρώσει την προσκόμιση μαρτυρίας και τυχόν νέοι ισχυρισμοί δεν θα μπορούν να αντικρουστούν από την πλευρά της». Βεβαίως, όπως είναι λογικά δυνατό να γίνει αντιληπτό το αίτημα υπό εξέταση, ο λόγος για τον οποίο ζητείται άδεια παρουσίασης των επιπρόσθετων μαρτύρων από την αποζημιούσα αρχή είναι έτσι ώστε με τη μαρτυρία τους να παρέχεται η δυνατότητα αντιμετώπισης της μαρτυρίας η οποία προσκομίστηκε από την απαιτήτρια παρά έτσι ώστε να προβληθούν νέοι ισχυρισμοί. Έστω όμως και να μην αποκλείεται το ενδεχόμενο με τη μαρτυρία τους οι επιπρόσθετοι μάρτυρες όντως να προβάλουν ορισμένους νέους ισχυρισμούς και ιδιαίτερα δε ισχυρισμούς ή θέσεις οι οποίοι ή οι οποίες να μην είχαν υποβληθεί στους μάρτυρες της απαιτήτριας κατά την αντεξέταση τους, εντούτοις όχι μόνο αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως βέβαιο αλλά ούτε και θα ήταν ορθό να απορριφθεί το αίτημα της αποζημιούσας αρχής ενόψει αυτού του ενδεχόμενου. Ουσιαστικά προτρέχει η απαιτήτρια με αυτό τον λόγο ένστασης ως προς το αποτέλεσμα της παρουσίασης επιπρόσθετων εμπειρογνωμόνων μαρτύρων από την αποζημιούσα αρχή. Έστω και εάν η ίδια όντως αναγνωρίζει με τη χρήση της λέξης «τυχόν» ότι η προβολή νέων ισχυρισμών δεν αποτελεί μία βεβαιότητα αλλά μία πιθανότητα. Κρίνω ότι δεν θα ήταν ορθό βάσει αυτής της πιθανότητας να απορριφθεί το αίτημα της αποζημιούσας αρχής. Επιπλέον θεωρώ πως εάν όντως προκύψουν νέοι ισχυρισμοί από τη μαρτυρία των επιπρόσθετων εμπειρογνωμόνων μαρτύρων το θέμα αυτό θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά από το Δικαστήριο εάν και εφόσον κληθεί βεβαίως να το κρίνει μετά και από σχετικό αίτημα από την απαιτήτρια. Επομένως ούτε και αυτός ο λόγος ένστασης ευσταθεί και συνεπώς απορρίπτεται. [ 23 ] Έχοντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω η αίτηση της αποζημιούσας αρχής κρίνεται δικαιολογημένη και συνεπώς αυτή εγκρίνεται με την έκδοση δύο διαταγμάτων ως η αίτηση με τα οποία επιτρέπεται στην κάθε περίπτωση η κλήτευση και παρουσίαση ως επιπρόσθετης εμπειρογνώμονος μάρτυρος από την αποζημιούσα αρχή πρώτο, της Ξένιας Κλεόπα, πολιτικού μηχανικού στο Τμήμα Δημοσίων Έργων του Υπουργείου Συγκοινωνιών και δεύτερο, της Δήμητρας Αγραφιώτη, αρχιτέκτονος στο Τμήμα Πολεοδομίας Πάφου. [ 24 ] Αναφορικά με το θέμα των εξόδων έχοντας υπόψη τόσο το αποτέλεσμα εκδίκασης της αίτησης αλλά και τη πάγια πρακτική επιδίκασης των εξόδων στο τέλος της εκδίκασης μίας παραπομπής υπέρ του απαιτητή και εις βάρος της αποζημιούσας αρχής θεωρώ πως η ορθότερη και πιο δίκαιη απόφαση επί του θέματος είναι να μην εκδοθεί οποιαδήποτε διαταγή αναφορικά με τα έξοδα της αίτησης. Ως εκ τούτου δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή αναφορικά με τα έξοδα της αίτησης. [ 25 ] Στη συνέχεια θα τηρηθεί ξεχωριστό πρακτικό από το Δικαστήριο βάσει του οποίου θα δοθούν ημερομηνίες για συνέχιση της ακρόασης της παραπομπής. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1]
(2)The application shall be made in writing and shall state the title of the proceedings and the grounds upon which the application is made. [2] 1. Every application to the Registrar shall be in writing stating the nature of the request made and referring to the specific section of the Law or to the specific Rule of Court upon which it is founded. If the application relies on any facts which do not appear in the Court books or records, it shall be supported by affidavit. 2.
(1)Save where other provision is made, every application to the Court shall be in writing stating the nature of the order or direction sought and referring to the specific section of the Law or to the specific Rules of Court upon which it is founded. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.