← Κύπρος

HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED ν. Μαίρη Λοττίδου κ.α., Αρ. Aγωγής: 125/14, 29/2/2016

HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED ν. Μαίρη Λοττίδου κ.α., Αρ. Aγωγής: 125/14, 29/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A43 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Αρ. Aγωγής: 125/14 Μεταξύ: HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED από την Λευκωσία Ενάγουσας και

  1. Μαίρη Λοττίδου από την Πάφο, Α.Τ. 598592
  2. Χρυσόστομος Λοττίδης από την Πάφο, Α.Τ. 575911
  3. Στέφανος Ζαβρός Ιωάννου από την Πάφο, Α.Τ. 609147
  4. Ανδρέας Λοττίδης από την Πάφο, Α.Τ. 623371 Εναγομένων ---------------------------- Ημερομηνία: 29.2.2016 Για την Ενάγουσα: κα Α. Κορακίδου (κα Κ. Χριστοφόρου για ν΄ ακούσει απόφαση) Για τον Εναγόμενο 3: κ. Ν. Μάντης (κα Ν. Αριστοδήμου για ν΄ ακούσει απόφαση) Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα διεκδικεί εναντίον των Εναγομένων τις πιο κάτω αξιώσεις: α) €50.107,00 πλέον τόκο 13% ετησίως από 1/1/14 μέχρι εξοφλήσεως του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. β) €519.692,21 πλέον τόκο 13% ετησίως από 1/1/14 μέχρι εξοφλήσεως του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Τα ανωτέρω ποσά αποτελούν, σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της, υπόλοιπα οφειλόμενων ποσών τα οποία παραχώρησαν στην Εναγόμενη 1 ως τραπεζική διευκόλυνση με τη μορφή τρεχούμενου λογαριασμού δυνάμει συμφωνίας ημερ. 20.9.1999 και συμφωνίας δανείου ημερ. 11.10.
  5. Οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 φέρονται να παρείχαν τις σχετικές και απαραίτητες για την παραχώρηση των τραπεζικών διευκολύνσεων εγγυήσεις, υπογράφοντες σχετικές συμφωνίες εγγύησης. Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 4 εμφανίσθηκαν στις 14.3.2014 προσωπικά στο Δικαστήριο και συμφώνησαν στην εναντίον τους έκδοση αποφάσεως για το ποσό των α) €50.107, πλέον τόκο προς 9% ετησίως από 1.1.2014 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 31/7 και 31/12 εκάστου έτους και β) €519.692,21, πλέον τόκο προς 7% ετησίως από 1.1.2014 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 31/7 και 31/12 εκάστου έτους. Μετά την ανωτέρω εξέλιξη η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση μόνον για τον Εναγόμενο
  6. Με την εκ μέρους του καταχωρηθείσα Έκθεση Υπεράσπισης προβάλλει άγνοια των παρεχόμενων προς την Εναγόμενη 1 τραπεζικών διευκολύνσεων και αρνείται την εκ μέρους του υπογραφή εγγυήσεων για εξασφάλιση των ανωτέρω τραπεζικών διευκολύνσεων. Προβάλλει όμως τον ισχυρισμό πως εάν αποδειχθεί ότι υπέγραψε «τα σύμφωνα εγγύησης», ουδέποτε ενημερώθηκε από την Ενάγουσα για τους σιωπηρούς και/ή εξυπακουόμενους και/ή ουσιώδεις όρους. Εντούτοις, εάν ήθελε αποδειχθεί ότι οι αναφερόμενοι όροι αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας που υπεγράφη, η θέση του είναι πως ουδέποτε συνειδητοποίησε την οικονομική και νομική ισχύ των όρων και κατ΄ επέκταση των συνεπειών που επέφεραν. Ισχυρίζεται πως οι όροι που αποτελούν τον πυρήνα της σύμβασης εγγύησης είναι καταχρηστικοί και συνιστούν ποινική ρήτρα με αποτέλεσμα να μην δεσμεύουν και να πλήττουν άμεσα την εγκυρότητα της σύμβασης. Ισχυρίζεται πως η σύμβαση εγγύησης που περιγράφεται στην παράγραφο 8 της Έκθεσης Απαίτησης δηλαδή η σύμβαση ημερομηνίας 27.9.2000, είναι άκυρη γιατί πρόκειται για προϊόν πλαστογραφίας. Προϊόν πλαστογραφίας χαρακτηρίζει και την υπογραφή του την οποία, όπως ισχυρίζεται η Ενάγουσα, έθεσε στις 4.2.2010 σε επιστολή της Ενάγουσας ημερ. 3.2.2010 με την οποία συμφωνήθηκε η συνέχιση παραχώρησης επιπρόσθετου ορίου στον τρεχούμενο λογαριασμό της Εναγόμενης
  7. Πέραν τούτου, προβάλλεται ο ισχυρισμός πως ουδέποτε υπέγραψε την ανωτέρω και/ή οποιαδήποτε άλλη συμφωνία εγγύησης Παρόμοιοι ισχυρισμοί προβάλλονται και για τις λοιπές κατονομαζόμενες στην Έκθεση Απαίτησης συμβάσεις εγγύησης που κατ΄ ισχυρισμό της Ενάγουσας παραχωρούσε σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό. Προβάλλεται δε η περαιτέρω θέση πως εάν ήθελε αποδειχθεί ότι υπάρχει έγγραφο εγγύησης το οποίο παραχώρησε ο Εναγόμενος 3, τότε δηλώνει ότι ουδέποτε ενημερώθηκε για την έννοια και/ή το περιεχόμενο του εγγράφου εγγύησης και κατ΄ επέκταση ουδέποτε συνειδητοποίησε τη δεσμευτικότητα των όρων του εγγράφου που υπέγραψε. Ότι η Ενάγουσα όφειλε να τον ενημερώσει επαρκώς για την οικονομική και νομική ισχύ των όρων του υπογραφέντος εγγράφου εγγύησης, πράγμα το οποίο δεν έπραξε. Η ίδια θέση προβάλλεται και για την ισχυριζόμενη σύμβαση εγγύησης ημερ. 11.10.2010 η οποία παραχωρήθηκε προς εξασφάλιση του δανείου που δόθηκε στην Εναγόμενη 1 από την Ενάγουσα. Άρνησης τυγχάνουν οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας περί αποστολής επιστολής ημερ. 2.11.2012 με την οποία ενημερώνονταν οι εγγυητές για τον τερματισμό των συμφωνιών με την Εναγόμενη 1 και εκαλούντο να πληρώσουν τα οφειλόμενα ποσά. Αρνείται λήψη της επιστολής που στάληκε στον ίδιο και ισχυρίζεται πως ουδέποτε κλήθηκε είτε γραπτά είτε προφορικά να καταβάλει τα αιτούμενα ή οποιαδήποτε ποσά. Άγνοιας και συνεπώς απόρριψης τυγχάνει ο ισχυρισμός της Ενάγουσας για αποστολή επιστολής τερματισμού των συμφωνιών. Ο τελευταίος δικογραφημένος ισχυρισμός του Εναγόμενου 3 προβάλλει το εξής: «.η αγωγή αποτελεί κατάχρηση των διαδικασιών εκ μέρους των Εναγόντων, είναι πρόωρη, και αιτείται όπως η παρούσα αγωγή απορριφθεί με έξοδα εις βάρος των Εναγόντων, οι οποίοι δεν εξάντλησαν τα περιθώρια εξώδικης διευθέτησης προτού προχωρήσουν δικαστικά και/ή δεν συζήτησαν την υπόθεση με τον εναγόμενο Νο.3 με σκοπό την επίλυση των ζητημάτων χωρίς δικαστικά μέτρα, και/ή δεν ανέμεναν να εκδοθούν οι τίτλοι και να πάρουν το ακίνητο.» Δεν θα απασχολήσει ιδιαίτερα το Δικαστήριο η εξέταση του αφού: δεν εξηγήθηκε τι αποτελεί κατάχρηση. Δεν υπάρχει καμιά νομοθετική ρητή πρόνοια η οποία να εναποθέτει στην Ενάγουσα τη συζήτηση της υπόθεσης με τον εγγυητή, προτού ληφθούν δικαστικά μέτρα. Δεν δόθηκε καμιά λεπτομέρεια για ποιο ακίνητο και για ποιο τίτλο αναφέρεται ο Εναγόμενος
  8. Με την πρώτη παράγραφο ο Εναγόμενος 3 εγείρει ζήτημα κωλύματος έγερσης της παρούσας αγωγής, ισχυρίζεται ότι είναι πρόωρη και ότι θα μπορούσε να τερματισθεί με τη συνδρομή συγκεκριμένων προϋποθέσεων οι οποίες δεν έλαβαν χώρα. Ποιες είναι αυτές οι προϋποθέσεις δεν εξηγούνται ούτε αναφέρονται. Προϋπόθεση για καταχώριση αγωγής και αξίωση των οφειλόμενων ποσών αποτελεί ο τερματισμός μιας συμφωνίας (Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη

(1999)1 Α.Α.Δ. 1466), κάτι που εξετάζεται κατωτέρω. Τα επίδικα θέματα, όπως τούτα προσδιορίζονται από τα δικόγραφα, είναι τα πιο κάτω: Σύναψη επίδικων συμφωνιών μεταξύ Ενάγουσας και Εναγόμενης 1 και παραχώρησης προς αυτήν τραπεζικών διευκολύνσεων. Σύναψη των επίδικων συμφωνιών εγγύησης. Τερματισμός των συμφωνιών και εάν το αξιούμενο από την Ενάγουσα ποσό κατέστη πληρωτέο και απαιτητό από τον Εναγόμενο
  1. Ύψος του αξιούμενου ποσού. Εκ μέρους της Ενάγουσας πρόσφεραν μαρτυρία τέσσερα πρόσωπα και κατατέθηκαν ευάριθμος αριθμός τεκμηρίων και δέσμη τεκμηρίων (συνολικός αριθμός 39). Την υπόθεση για τον Εναγόμενο 3 υποστήριξε με τη μαρτυρία του ο ίδιος. Η δοθείσα μαρτυρία, την οποία έχω διεξέλθει παρουσιάζεται σφαιρικά, ώστε να παρουσιασθεί ενιαία και όχι αποσπασματικά η υπόθεση της Ενάγουσας. Στα ιδιαίτερα μέρη της μαρτυρίας θα γίνει αναφορά κατά την αξιολόγηση των μαρτύρων και την εξέταση των επιδίκων θεμάτων. Υπόθεση Ενάγουσας Η Ενάγουσα αποτελεί τραπεζικό οργανισμό διεξάγουσα συναφείς εργασίες (Τεκμήρια 1α και 1β). Ο Μ.Ε.1 Παντελής Χαραλάμπους ήταν εκείνος ο οποίος πρόσφερε με τη μαρτυρία του το πλέγμα των εργασιών της Ενάγουσας, το σύνολο των συμφωνιών μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένων 1 και 3 και κατέθεσε τα πλείστα τεκμήρια. Οι λοιποί μάρτυρες επιβεβαίωσαν τις υπογραφές που τέθησαν εκ μέρους της Ενάγουσας και μερικές του Εναγόμενου 3 (Μ.Ε.2 Νικολέττα Οικονόμου) και κατέθεσαν αναδομημένους λογαριασμούς. Μετά από αίτημα της Εναγόμενης 1 ημερομηνίας 15.9.1999 (Τεκμήριο 2) το οποίο η Ενάγουσα αποδέχθηκε με επιστολή της ημερομηνίας 16.9.1999 (Τεκμήριο 4), καταρτίστηκε γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 20.9.1999 (Τεκμήριο 3) δυνάμει της οποίας η δεύτερη παραχώρησε στην πρώτη τραπεζικές διευκολύνσεις με τη μορφή τρεχούμενου λογαριασμού με όριο μέχρι £3.000 (€5.125,80). Ο λογαριασμός αυτός θα χρεωνόταν με επιτόκιο ύψους 8% ετησίως ή προς το εκάστοτε ανώτατο ποσοστό επιτοκίου που επιτρεπόταν από το Νόμο, επί των ημερησίων χρεωστικών υπολοίπων. Η Ενάγουσα άνοιξε στο όνομα της Εναγόμενης 1 τον τρεχούμενο λογαριασμό με αρ. 502-01-454512-01 ο οποίος αργότερα μετατράπηκε στον αριθμό 514-01-454512-
  2. Στο Τεκμήριο 4 αναφέρονται και οι όροι της συμφωνίας και λειτουργίας του τρεχούμενου λογαριασμού μεταξύ των οποίων: Το δικαίωμα της Ενάγουσας να τερματίσει οποτεδήποτε και χωρίς ειδοποίηση προς τον πελάτη της τη λειτουργία του λογαριασμού και να απαιτήσει την πληρωμή όλων των οφειλομένων ποσών περιλαμβανομένων κεφαλαίου, τόκων κ.λ.π.. Η παράλειψη του πελάτη να πράξει ως ανωτέρω θα συνεπάγετο χρέωση του οφειλόμενου ποσού με τόκο προς 9% ετησίως. Μετά από αιτήσεις της Εναγόμενης 1 (Τεκμήρια 5 έως Τεκμήριο 24) παραχωρείτο αύξηση στο όριο του τρεχούμενου λογαριασμού, το οποίο τελικά δόθηκε (Τεκμήριο 25 συμφωνία ημερ. 20.9.2010) μέχρι ύψους €205.000,00 ως μόνιμο όριο και ως προσωρινό όριο μέχρι €252.000,00 και περαιτέρω επιπρόσθετο όριο έκτακτης χρήσης €30.750,
  3. Ο Εναγόμενος 3, όπως και οι λοιποί Εναγόμενοι, ανεγνώρισε λήψη και προσυπέγραψε το συγκεκριμένο τεκμήριο, όπως είχε προσυπογράψει και τα λοιπά τεκμήρια με τα οποία παραχωρείτο σταδιακή αύξηση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού. Αποτελούσε όρο της συμφωνίας ημερομηνίας 17.12.2001 (Τεκμήριο 8) με την οποία είχε παραχωρηθεί αύξηση του ορίου, να εκδώσει η Ενάγουσα εγγυητική επιστολή για ποσό Λ.Κ.12.000 (€20.503,02) με δικαιούχο τον ΚΟΤ για σκοπούς της εργασίας της Εναγόμενης 1, η οποία διατηρούσε τουριστικό γραφείο. Η Ενάγουσα εξέδωσε, μετά από παράκληση της Εναγόμενης 1, την εγγυητική την οποία ανανέωσε μέχρι την 17.12.2003 (Τεκμήριο 29). Η Ενάγουσα μετά από απαίτηση του ΚΟΤ πλήρωσε το 2013, σ΄ αυτόν το ποσό της εγγυητικής και χρέωσε με το αντίστοιχο ποσό τον τρεχούμενο λογαριασμό της Εναγομένης 1 (Τεκμήρια 36 και 37). Στις 17.2.2015 η Ενάγουσα έλαβε πίσω το ποσό της εγγυητικής και πίστωσε τον τρεχούμενο λογαριασμό της Εναγόμενης
  4. Δυνάμει σύμβασης εγγύησης ημερομηνίας 29.9.2004 (Τεκμήριο 31) ο Εναγόμενος 3 (και οι λοιποί) εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1, δυνάμει της εγγυητικής. Στις 13.11.2009 ο Εναγόμενος 3 (καθώς και οι Εναγόμενοι 2 και 4) υπέγραψε σύμβαση εγγύησης με την Ενάγουσα (Τεκμήριο 9) με την οποία εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1, δυνάμει της συμφωνίας τρεχούμενου λογαριασμού ημερομηνίας 17.12.2001, είτε αυτές είναι παρούσες είτε μελλοντικές, μέχρι ποσού €235.750,00, πλέον τόκους και έξοδα. Ως μάρτυρας της υπογραφής του Εναγόμενου 3 υπέγραψε η Μ.Ε.3 Κατερίνα Ορφανού. Στις 11.10.2010 η Ενάγουσα και η Εναγόμενη 1 υπέγραψαν σύμβαση (Τεκμήριο 26) σύμφωνα με την οποία παραχωρείτο σ΄ αυτήν δάνειο ύψους €380.000 πληρωτέο, εάν δεν επιζητείτο άμεση εξόφληση, σε 24 μηνιαίες δόσεις ύψους €2.217 έκαστη, αρχής γενομένης από 31.10.2010 μέχρι 20.9.2012 και 95 μηνιαίες δόσεις των €3.500,00 από 31.10.2012 μέχρι 31.8.2020 και κάθε υπόλοιπο θα εξοφλείτο με μια δόση πληρωτέα την 30.9.
  5. Η Ενάγουσα άνοιξε επ΄ονόματι της Εναγόμενης 1 το λογαριασμό υπ΄ αριθμό 514-21-454512-02 στον οποίο κατέθεσε το ποσό του δανείου. Αυθημερόν ο Εναγόμενος 3 με τους λοιπούς Εναγόμενους υπέγραψε σύμβαση εγγύησης (Τεκμήριο 27) για το ποσό του δανείου, πλέον τόκους και έξοδα. Η υπογραφή του Εναγόμενου 3 ετέθη στην παρουσία των Μ.Ε.2 και Μ.Ε.3 Νικολέττας Οικονόμου και Κατερίνας Ορφανού οι οποίες υπέγραψαν ως μάρτυρες της υπογραφής του. Λόγω παράλειψης εκ μέρους της Εναγόμενης 1 πληρωμής των οφειλομένων δόσεων και τήρησης των υποχρεώσεων της, η Ενάγουσα κάλεσε με επιστολές της ημερομηνίας 26.8.2011 (Τεκμήριο 34) να καταβάλουν όλες τις καθυστερημένες δόσεις. Με επιστολή της Ενάγουσας ημερομηνίας 2.11.2012 (Τεκμήριο 32α) προς την Εναγόμενη 1 τερμάτισε τη λειτουργία των ανωτέρω λογαριασμών δανείου και πιστωτικών διευκολύνσεων. Με επιστολή (Τεκμήριο 32β) ιδίας ημερομηνίας ενημέρωσε τον Εναγόμενο 3 για τον γενόμενο τερματισμό, καλώντας τον σε πληρωμή των οφειλομένων υπολοίπων. Η Ενάγουσα απέστειλε συστημένες επιστολές ημερομηνίας 31.10.2013 προς τους Εναγόμενους (Τεκμήριο 33α προς Εναγόμενη 1 και Τεκμήριο 33β προς Εναγόμενο 3) ενημερώνοντας τους για τον τερματισμό των λογαριασμών και πληροφορώντας τους ότι επήλθε αύξηση του επιτοκίου στο 13% και κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου. Η Εναγόμενη 1 όφειλε κατά την 31.12.2013 προς την Ενάγουσα τα ποσά που καταγράφονται στην αρχή της απόφασης και για τα οποία ουδέν ποσόν κατέβαλε μετά την καταχώρηση της αγωγής. Κατά την ακροαματική διαδικασία, τα αξιούμενα ποσά διαφοροποιήθηκαν, παρουσιάζοντας μείωση. Με οδηγίες της Ενάγουσας, η Μ.Ε.4 Ρεβέκκα Παπαγεωργίου, ετοίμασε αναδομημένους λογαριασμούς, τόσο για τον τρεχούμενο λογαριασμό όσο και για το δάνειο. Αφαίρεσε όλες τις χρεώσεις για προμήθειες, έξοδα κ.λ.π. και χρέωσε τους λογαριασμούς με τα συμβατικά επιτόκια, όπως αυτά αναφέρονται στις συμφωνίες/τεκμήρια και κατέγραψε μια λεπτομερή αναφορά της μεταβολής των επιτοκίων. Σύμφωνα με τους αναδομημένους λογαριασμούς το υπόλοιπο του τρεχούμενου (Τεκμήριο 37Α) μειώνεται σε αυτό των €9.217,79, πλέον τόκο 9% ετησίως, του δε δανείου στο ποσό των €546.336,85, πλέον τόκο 7% ετησίως, ενώ στο Τεκμήριο 38 όπου ο τόκος είναι μεγαλύτερος το υπόλοιπο του δανείου μετά τόκων ανερχόταν την 1.7.2015 σ΄ εκείνο των €632.825,
  6. Υπόθεση Εναγομένου Προσφέροντας τη δική του εκδοχή ο Εναγόμενος 3 κατάθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση (Ένδειξη Γ) μέσα από την οποία αλλά και την αντεξέταση του προκύπτουν τα ακόλουθα: Κλήθηκε να υπογράψει εντός του έτους 2009, έγγραφο που επιχειρείται να χρησιμοποιηθεί ως έγγραφο εγγύησης για τον τρεχούμενο λογαριασμό, ημερομηνίας 17.12.
  7. Παραδέχεται την υπογραφή του εγγράφου τούτου (Τεκμήριο 9), πλην όμως προβάλλει τον ισχυρισμό πως ουδέποτε του δόθηκε η ευκαιρία ή του εξηγήθηκε το δικαίωμα του να λάβει νομική συμβουλή ούτε του εξηγήθηκε το περιεχόμενο του εγγράφου και οι νομικές αυτού συνέπειες. Δεν του δόθηκαν αντίγραφα των συμβολαίων πιστωτικής διευκόλυνσης του λογαριασμού ημερομηνίας 17.12.2001 και επομένως δεν εγνώριζε τι θα εγγυάτο. Για τον τρεχούμενο λογαριασμό έγιναν πολλές διαφοροποιήσεις και αυτό το γεγονός κατέστησε μη δεσμευτική την εγγύηση. Αν θεωρηθεί ότι υπάρχει νόμιμη και έγκυρη εγγύηση αυτή θα πρέπει να θεωρηθεί ότι έληξε συνεπεία των τροποποιήσεων των όρων που έκανε η Ενάγουσα. Συνεχίζει δε αναφέροντας πως δεν συμφώνησε να παραμείνει ενεργή η εγγύηση του μετά την τροποποίηση, παρά το γεγονός ότι έλαβε γνώση πολλών από τις γενόμενες τροποποιήσεις. Παραδέχεται ότι υπόγραψε έγγραφο που προνοούσε για παροχή εγγυητικής επιστολής ημερομηνίας 17.12.
  8. Πλην όμως ούτε και σε αυτή την περίπτωση του εξηγήθηκαν οι συνέπειες του εγγράφου, δεν του δόθηκαν αντίγραφα, ούτε του εξηγήθηκε το δικαίωμα να ζητήσει νομική συμβουλή. Αναφέρει περαιτέρω για την εγγυητική πως αυτή ήταν για ποσό Λ.Κ.12.000, πλέον τόκους, χωρίς όμως να συμφωνηθεί ποσοστό χρέωσης τόκων και η ενέργεια της Ενάγουσας να χρεώσει το λογαριασμό με το ποσό της εγγύησης και τόκους που δεν συμφωνήθηκε, αποτελεί αυθαίρετη ενέργεια. Διαφωνεί με το υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού διότι δεν είναι δυνατόν να χρεώνεται και να ανατοκίζεται το ποσό που αφορά την εγγυητική. Πέραν τούτου, ο λογαριασμός χρεώνεται με επιτόκια για τα οποία δεν ενημερώθηκε και γενικά αμφισβητεί το περιεχόμενο των πράξεων της τράπεζας. Θεωρεί πως οι καταστάσεις λογαριασμού είναι ασαφείς όπως και οι καταχωρηθείσες πράξεις και δεν μπορεί να είναι κάποιος βέβαιος για το υπόλοιπο. Μέσα στο υπόλοιπο αυτό, θεωρεί ότι ανατοκίζεται και κεφαλαιοποιείται το ποσό της εγγυητικής και αυτό δεν είναι δυνατό. Παραδέχεται την υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης για το δάνειο (Τεκμήριο 27) προβαίνοντας όμως στις ίδιες παρατηρήσεις όπως και για τις προηγούμενες εγγυήσεις που υπέγραψε. Ισχυρίζεται πως η Ενάγουσα έχει παραβεί τις πρόνοιες περί προστασίας των εγγυητών, διότι αμέλησαν να τον ενημερώσουν έγκαιρα για την καθυστέρηση στην πληρωμή των δόσεων του δανείου. Επισημαίνει πως, ενώ όπως κρίνεται από τις καταστάσεις λογαριασμού πληρώθηκε μόνο μια δόση, τον Νοέμβριο του 2010 η Ενάγουσα απέστειλε επιστολή τον Αύγουστο του
  9. Συνεπώς η καθυστέρηση αυτή αποτελεί παράβαση των δικαιωμάτων του. Σημειώνει το γεγονός της καταχώρισης αγωγής το 2014 ενώ υπήρχαν καθυστερήσεις από το 2010 και η Ενάγουσα συνέχιζε να χρεώνει τόκους το λογαριασμό και έρχονται να τα ζητούν από τον ίδιο. Θεωρεί πως η Ενάγουσα κωλύεται να αξιώνει τα ποσά καθότι καθυστέρησε να ζητήσει τα οφειλόμενα. Διαφωνεί με το υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου διότι χρεώνεται με επιτόκια για τα οποία δεν ενημερώθηκε. Αμφισβητεί το περιεχόμενο των πράξεων της τράπεζας και χαρακτηρίζει ασαφές το περιεχόμενο των καταστάσεων λογαριασμού. Αξιολόγηση Προτού γίνει η εξέταση των επιδίκων θεμάτων, θα πρέπει το Δικαστήριο να ασχοληθεί με την αξιολόγηση των μαρτύρων. Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες να καταθέτουν και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχω ενδιατρίψει στην προφορική, όσο και στη γραπτή μαρτυρία και αποδείξεις και έχω συγκρίνει τη δοθείσα μαρτυρία με τις δικογραφημένες θέσεις. Αποδέχομαι χωρίς κανένα απολύτως ενδοιασμό ως ορθή και αληθή τη μαρτυρία που δόθηκε εκ μέρους και για λογαριασμό της Ενάγουσας. Ο συνήγορος του Εναγόμενου κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 για το λόγο ότι δεν ήταν παρών, παρά μόνο κατά τη σύναψη των συμφωνιών τρεχούμενου λογαριασμού και συνεπώς τα όσα κατέθεσε στο Δικαστήριο δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Το Δικαστήριο δε συμμερίζεται τη θέση αυτή. Ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι είναι Διευθυντής στο Τμήμα Διεκπεραίωσης Υποθέσεων και ότι αντλεί τις πληροφορίες του από το φάκελο της υπόθεσης. Κατείχε και κατέθεσε όλα τα τεκμήρια επί των οποίων, όπως ο ίδιος ο Εναγόμενος δέχτηκε κατά την ακροαματική διαδικασία, τέθηκαν οι υπογραφές του. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς για τα υπόλοιπα των λογαριασμών, σχόλια γίνονται πιο κάτω κατά την εξέταση του συγκεκριμένου επίδικου θέματος. Αποδοχή ουσιαστικά έγινε των καταθέσεων των ΜΕ.2 και Μ.Ε.3 αφού οι υπογραφές του Εναγόμενου έγιναν αποδεκτές. Περαιτέρω, η Μ.Ε.3 επιβεβαιώθηκε και για άλλο θέμα από τον Εναγόμενο. Ότι ο ίδιος ζήτησε να του αποστέλλονται οι επιστολές όχι στην οικία του στην Τρεμιθούσα διότι η αλληλογραφία μπορεί να χανόταν και έδωσε ως διεύθυνση αλληλογραφίας την οδό Ιωάννη Αγρότη. Απόλυτα ειλικρινής κρίνεται και η ΜΕ.4, η οποία εξήγησε με κάθε λεπτομέρεια την εργασία την οποία διεξήγαγε. Ο Εναγόμενος 3 παρουσίασε στο Δικαστήριο μια διαφορετική εκδοχή από εκείνη που το δικόγραφο του αποκάλυπτε. Ενώ στην Έκθεση Υπεράσπισης του αρνείται την εκ μέρους του υπογραφή οποιουδήποτε εγγράφου είτε εγγύησης είτε επιστολής, κατά την κυρίως εξέταση του, αναγνωρίζει και αποδέχεται την υπογραφή στις συμφωνίες εγγύησης (Τεκμήρια 9, 27 και 31). Ουσιαστικά δεν προωθεί την υπεράσπιση περί ανυπαρξίας υπογραφών ή περί πλαστογραφίας τους. Παρά το ότι η διαφορά στην εκδοχή που προσφέρεται με μαρτυρία και εκείνης που δικογραφείται δεν συνιστά από μόνη της στοιχείο αναξιοπιστίας, αλλά υπόδειξη ότι δεν προωθούνται και δεν αποδεικνύονται οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί, εντούτοις καταγράφεται για να τονιστεί η αλλαγή που σημειωνόταν από πλευράς Εναγόμενου στις θέσεις της υπεράσπισης του. Σημειώνεται επίσης ότι ο συνήγορος του Εναγόμενου 3 υπέβαλε στο Μ.Ε.1 ότι ο πελάτης του ουδέποτε υπέγραψε οποιαδήποτε συμφωνία. Στην κυρίως εξέταση του επέμενε ότι δεν λάμβανε γνώση των αλλαγών στα όρια του τρεχούμενου λογαριασμού και ότι δεν λάμβανε γνώση των όρων των πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν στην Εναγόμενη
  10. Τούτος ο ισχυρισμός και η θέση αντικρούεται από την ίδια την υπογραφή του, την οποία αναγνώρισε στα Τεκμήρια 12, 13, 16, 19 20, 21, 22, 23, 24, 25 και 28, όταν του υποδείχθησαν κατά την αντεξέταση, στα οποία δηλώνει λήψη της επιστολής. Επέμενε ο Εναγόμενος 3 ότι τα αδέλφια του Ματθαίος Ζαβρός και Έβελυν Ζαβρού, τα οποία εργοδοτούνται από την Ενάγουσα, δεν είχαν ανάμιξη στην υπόθεση και ότι βρίσκονταν σε διπλανά γραφεία, χωρίς να ενδιαφερθούν ουσιαστικά για τα τεκταινόμενα. Η θέση αυτή ανατρέπεται από τα Τεκμήρια 2, 3 και 31 όπου στα Τεκμήρια 2 και 3 υπάρχει η υπογραφή του Μ. Ζαβρού για την Ενάγουσα ενώ στο Τεκμήριο 31 υπογράφει ως μάρτυρας της υπογραφής του Εναγόμενου 3 η Έβελυν Ζαβρού. Τούτο ενέχει ιδιαίτερη σημασία, ενόψει και της επίμονης θέσης του Εναγόμενου 3 για το άκυρο της εγγύησης που έδωσε για την εγγυητική επιστολή. Εάν δεν γνώριζε τι υπέγραφε, γιατί δεν συμβουλεύθηκε επί του θέματος την αδελφή του; Έγινε προσπάθεια πλήξης της αξιοπιστίας των μαρτύρων της Ενάγουσας για το γεγονός ότι οι επιστολές φέρεται να αποστάλησαν στη διεύθυνση της Εναγόμενης 1, για τον Εναγόμενο 3 και χαρακτηρίσθηκε ψευδής ο ισχυρισμός της Μ.Ε.3 πως ο ίδιος ο Εναγόμενος 3 το ζήτησε. Κάτι όμως που επαλήθευσε ο ίδιος, αντεξεταζόμενος, ανατρέποντας και αυτή τη θέση της υπεράσπισης. Έχοντας κρίνει αξιόπιστους τους μάρτυρες της Ενάγουσας, τα ανωτέρω εκτεθέντα ως υπόθεση της Ενάγουσας καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου. Πρόσθετα, σημειώνεται πως κατά την υπογραφή των επιδίκων εγγράφων, εξηγείτο η σημασία και οι συνέπειες αυτών στον Εναγόμενο 3, ο οποίος, δεδομένου πως εγγυάτο την αδελφή του, την οποία ήθελε, όπως ο ίδιος ανέφερε, να εξυπηρετήσει, υπέγραφε χωρίς ενδοιασμούς και αναστολές και έχοντας πλήρη γνώση των συνεπειών αυτών από οικονομικής και νομικής άποψης.
  11. Σύναψη συμφωνιών - Παραχώρηση τραπεζικών διευκολύνσεων Παρά την εκφρασθείσα στην Έκθεση Απαίτησης άγνοια και συνεπώς άρνηση της παραχώρησης τραπεζικών διευκολύνσεων υπό μορφή τρεχούμενου λογαριασμού και δανείου, αργότερα κατά τη μαρτυρία του Εναγόμενου 3 εμμέσως πλην σαφώς έγινε αποδοχή τούτων. Βέβαια οι παραχωρήσεις αυτές αποδεικνύονται ξεκάθαρα από τα κατατεθέντα Τεκμήρια 2, 3, 4 όπου μετά από απόφαση της Ενάγουσας εγκρίθηκε σχετικό αίτημα της Εναγόμενης 1 και παραχωρήθηκε όριο τρεχούμενου λογαριασμού, ότι ανοίχθηκε λογαριασμός με αρ. 502-01-454512-01 ο οποίος αργότερα μετατράπηκε στον αριθμό 514-01454512-01 το όριο του οποίου αυξήθηκε με τα Τεκμήρια 5-8, 10-
  12. Το Τεκμήριο 26 αποδεικνύει τη σύμβαση δανείου και την παραχώρηση του στην Εναγόμενη
  13. Δεν είναι δε άσχετο με απόδειξη τούτου του γεγονότος ότι η Εναγόμενη 1 αποδέχθηκε την εναντίον της έκδοση απόφασης για τα αξιούμενα υπόλοιπα δυνάμει των ανωτέρω συμφωνιών, ποσά.
  14. Εγγύηση Εναγόμενου 3 Οι δικογραφημένες θέσεις συνοψίζονται στις εξής: - Ουδέποτε υπέγραψε οποιαδήποτε σύμβαση εγγύησης. - Αν αποδειχθεί ότι υπέγραψε οποιαδήποτε εγγύηση, τότε ουδέποτε ενημερώθηκε από τους Ενάγοντες για τους κύριους και/ή εξυπακουόμενους όρους αυτής. - Αν αποδειχθεί ότι οι αναφερόμενοι όροι αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας τότε, είναι η θέση του, ότι ουδέποτε συνειδητοποίησε τη νομική και οικονομική ισχύ των όρων και κατ΄ επέκταση των συνεπειών που επέφεραν. - Οι όροι που αφορούν τον πυρήνα της «καλούμενης» σύμβασης εγγύησης είναι καταχρηστικοί και συνιστούν ποινική ρήτρα με αποτέλεσμα να μην τον δεσμεύουν ενώ παράλληλα πλήττουν άμεσα την εγκυρότητα της υπογραφείσας σύμβασης εγγυήσεως. - Χαρακτηρίζει προϊόν πλαστογραφίας την υπογραφή του στην επιστολή ημερ. 4.2.2010 (Τεκμήριο 23) την οποία όμως αναγνώρισε ως δική του. Πέραν της έκδηλης αντιφατικότητας των προτεινόμενων υπερασπίσεων, όπου η μια θέση αναιρεί την άλλη (καθόσον είτε υπεγράφη μια σύμβαση είτε δεν υπεγράφη) η πρώτη εκδοχή, αυτή της μη υπογραφής των συμβάσεων εγγύησης, δεν προωθήθηκε με την προσφερθείσα μαρτυρία. Ο Εναγόμενος αναγνώρισε την υπογραφή του και αποδέχθηκε την ύπαρξη των συμβάσεων εγγύησης ημερομηνίας 13.11.2009 (Τεκμήριο 9), 11.10.2010 (Τεκμήριο 27) και 29.9.2004 (Τεκμήριο 31). Οι όροι των συμβάσεων αυτών είναι ρητοί, ξεκάθαροι και σαφείς για τις υποχρεώσεις και ευθύνες του εγγυητή-Εναγόμενου, όπως αναδεικνύονται από τα σχετικά τεκμήρια. Έχω ήδη αποδεχθεί ως αξιόπιστη τη θέση των μαρτύρων που κατέθεσαν εκ μέρους της Ενάγουσας ότι εξηγούσαν και επεξηγούσαν στον Εναγόμενο το είδος της εγγύησης που υπέγραφε και το σκοπό για τον οποίον υπέγραφε. Ο Εναγόμενος είναι μορφωμένο άτομο, εργοδοτείτο στη CYTA από το 1982, αρχικά ως γραφέας και τα τελευταία 4 χρόνια κατείχε τη θέση του προϊστάμενου στην εξυπηρέτηση πελατών αποδεχόμενος αντεξεταζόμενος ότι κατείχε υπεύθυνη θέση. Συνεπώς η θέση ότι δεν κατανόησε τη νομική ισχύ των όρων των συμβάσεων είναι τουλάχιστον ατυχής και δεν αποδεικνύεται μέσα από τη δοθείσα μαρτυρία. Η εντύπωση που αποκόμισε το Δικαστήριο μέσα από τη μαρτυρία του ιδίου είναι πως πρόκειται για έναν έξυπνο άνθρωπο που γνωρίζει και κατανοεί τι πράττει και τι υπογράφει. Προβάλλεται η θέση μέσα από τη μαρτυρία του Εναγόμενου και την αγόρευση του συνηγόρου του πως αναφορικά με την εγγύηση (Τεκμήριο 9) για τον τρεχούμενο λογαριασμό αυτός δεν συμφώνησε να παραμείνει ενεργή μετά τις τροποποιήσεις του σχετικού λογαριασμού. Η θέση αυτή αντικρούεται από τα Τεκμήρια 10-25 τα οποία καταγράφουν την γενόμενη εκάστοτε αύξηση του ορίου τρεχούμενου λογαριασμού, το οποίο όπως σε προγενέστερο σημείο της απόφασης καταγράφεται, αυξήθηκε στις €252.000 με πρόσθετες διευκολύνσεις. Τα συγκεκριμένα τεκμήρια/επιστολές ο Εναγόμενος παρελάμβανε και αναγνώριζε ενυπόγραφα την παραλαβή τους (Τεκμήρια 12, 13, 14, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 24 και 25). Επισημαίνεται περαιτέρω το γεγονός πως ο Εναγόμενος 3 με την παραχωρηθείσα για τον τρεχούμενο λογαριασμό εγγύηση του Τεκμηρίου 9 κάλυπτε όλες τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 για ποσό μέχρι ύψους €235.750,00 αφενός, και για μελλοντικές υποχρεώσεις αφετέρου. Αναγνώριζε δε την υποχρέωση κάλυψης ποσού επιπλέον του ανωτέρω, για τόκους, προμήθειες, έξοδα, επιβαρύνσεις και άλλα τραπεζικά δικαιώματα. Με την απόφαση Γεωργίου v. Τράπεζας Κύπρου
(2009)1 Α.Α.Δ. 862, επικυρώθηκε πρωτόδικη απόφαση με την οποία κρίθηκε ότι η εγγύηση που εδόθη το 1991 ήταν συνεχής και κάλυπτε την επανέγκριση και αύξηση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού που δόθηκε το
  1. Εξαρτάται από την ερμηνεία του κάθε εγγράφου εγγύησης από τις περιβάλλουσες σε κάθε υπόθεση περιστάσεις (δέστε επίσης Μ.Ι.Τ. Global Data Solutions Limited κ.α. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A815, Πολ. Έφεση 21/2011, ημερ. 4.12.2015). Σχετική αναφορά για το συνεχές μιας εγγύησης γίνεται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 5η έκδοση 2008, παρ. 1108 (στο οποίο η κα Κορακίδου έχει παραπέμψει το Δικαστήριο): "The duration of the guarantor's liability depends upon the terms of the guarantee. Some guarantees are intended to cover a single credit or transaction only, while others, called 'continuing guarantees', are framed so as to apply to a series of credits or transactions. In the case of a single credit or transaction the guarantor's liability extends only to the one credit or transaction agreed upon, while in the case of a continuing guarantee the liability endures until the credits or transactions contemplated by the parties and covered by the guarantee have been exhausted or until the guarantee itself has been revoked. As the language of guaranties and their subject matter and the surrounding circumstances differ in almost every case, the question whether a guarantee is continuing or not cannot be determined by any hard and fast rule. It is in each case a question of construction of the guarantee in its context." Σε ελεύθερη μετάφραση: «Η διάρκεια της ευθύνης ενός εγγυητή εξαρτάται από τους όρους της εγγύησης. o σκοπός ορισμένων εγγυήσεων είναι η κάλυψη μόνο μίας πίστωσης ή συναλλαγής, ενώ άλλες, οι οποίες αποκαλούνται «συνεχείς εγγυήσεις», είναι καταρτισμένες έτσι ώστε να τυγχάνουν εφαρμογής σε μία σειρά πιστώσεων ή συναλλαγών. Στην περίπτωση της μίας πίστωσης ή συναλλαγής η ευθύνη του εγγυητή επεκτείνεται μόνο στη μία πίστωση ή συναλλαγή η οποία έχει συμφωνηθεί, ενώ στην περίπτωση μίας συνεχούς εγγύησης η ευθύνη εξακολουθεί να υπάρχει μέχρις ότου οι πιστώσεις ή συναλλαγές τις οποίες είχαν υπόψη τους τα μέρη και οι οποίες καλύπτονται από την εγγύηση έχουν εξαντληθεί ή μέχρι την ανάκληση της ίδιας της εγγύησης. Καθώς σχεδόν σε κάθε περίπτωση η διατύπωση των εγγυήσεων και το αντικείμενο και οι περιβάλλουσες συνθήκες της κάθε περίπτωσης διαφέρουν, το ερώτημα κατά πόσο μία εγγύηση είναι συνεχής ή όχι δεν μπορεί να καθοριστεί από οποιονδήποτε σαφή και ξεκάθαρο κανόνα. Σε κάθε περίπτωση το ερώτημα αποτελεί θέμα ερμηνείας της σύμβασης εντός του πλαισίου της.» Συνεπώς κατάληξη του Δικαστηρίου αποτελεί, δεδομένων των όσων έχουν καταγραφεί ανωτέρω, πως η εγγύηση Τεκμήριο 9 είναι δεσμευτική και έγκυρη. Έτερο παράπονο του Εναγόμενου 3 αποτελεί το Τεκμήριο 31, δηλαδή η εγγύηση που εδόθη για την εγγυητική προς τον ΚΟΤ επιστολή. Τόσο με τη μαρτυρία του, όσο και την αγόρευση του συνήγορου του πλήττεται η εγκυρότητα και το δεσμευτικό αυτής. Η απάντηση της συνηγόρου της Ενάγουσας η οποία βρίσκει απόλυτα σύμφωνο το Δικαστήριο υποδεικνύει πως: Η εγγυητική αποτελούσε μέρος των πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν στην Εναγόμενη 1 δυνάμει των συμφωνιών Τεκμήρια 7 και
  2. Ο Εναγόμενος 3 εγγυήθηκε αυτήν με τα Τεκμήρια 9 και
  3. Το Τεκμήριο 11, το οποίο προσυπόγραψε ο Εναγόμενος 3 αναφέρεται στην εγγυητική προς τον ΚΟΤ καθώς και τα δικαιώματα που θα εισέπραττε η Ενάγουσα. Το Τεκμήριο 12 το οποίο επίσης προσυπογράφεται από τον Εναγόμενο 3 αναφέρεται στην εγγυητική προς τον ΚΟΤ ως πιστωτική διευκόλυνση που παρεχώρησε η Ενάγουσα στην Εναγόμενη
  4. Το Τεκμήριο 13 το οποίο υπέγραψε ο Εναγόμενος 3, στη σελίδα 3 αυτού, αναφέρει ότι όλες οι χορηγήσεις της επιστολής ημερ. 27.9.2004, Τεκμήριο 11, παραμένουν. Το Τεκμήριο 14 αναφέρεται στο Τεκμήριο 13 και τις χορηγήσεις που συνεχίζουν να παραμένουν. Το Τεκμήριο 15 αναφέρεται στο Τεκμήριο 13 και τις χορηγήσεις που παραμένουν. Το Τεκμήριο 18 αναφέρεται στο Τεκμήριο 9 και τις χορηγήσεις που παραμένουν. Το Τεκμήριο 19 αναφέρεται στο Τεκμήριο 18 και τις χορηγήσεις που παραμένουν. Το Τεκμήριο 20 αναφέρεται στο Τεκμήριο 18 και τις χορηγήσεις που παραμένουν. Το Τεκμήριο 21 αναφέρεται στο Τεκμήριο18 και τις χορηγήσεις που παραμένουν. Το ίδιο και τα Τεκμήρια 22-25, όλα επίσης υπογραμμένα από τον Εναγόμενο
  5. Συνεπώς ο Εναγόμενος 3 ήταν υπεύθυνος και υπόλογος για το ποσό αυτό, αφού όχι μόνο γνώριζε την ειδική αυτή ρύθμιση και χορήγηση αλλά και αναγνώριζε την εκάστοτε ανανέωση αυτής, παρά την περί του αντιθέτου θέση του συνηγόρου του. Γεγονότα που καταμαρτυρούν τα Τεκμήρια 7, 8, 9, 11, 12, 13, 17, 18, 19, 20 21, 22, 23, 24, 25, 29, 30 και η σύμβαση εγγύησης Τεκμήριο
  6. Η σύμβαση δε αυτή, έχοντας υπόψη τα ανωτέρω καταγραφέντα, περί της αποδοχής, και γνώσης του Εναγόμενου 3 για το ποσό της εγγυητικής κρίνεται απόλυτα έγκυρη και δεσμευτική. Για το εν λόγω έγγραφο ο συνήγορος του Εναγόμενου 3 προβάλλει τη θέση πως δεδομένου πως το έγγραφο ετοιμάστηκε από την Ενάγουσα πρέπει να ερμηνεύεται contra prederentum όταν υπάρχει θέμα ερμηνείας. Αυτό δε διότι, όπως ο συνήγορος αναφέρει, η εγγυητική επιστολή εκδόθηκε το 2001, έληξε το 2003 και ανανεώθηκε μετά το
  7. Στο Halsbury's Laws of England, 5η έκδοση, παρ. 1085, περιγράφεται ο κανόνας contra prederentum ως εξής: "Where, applying the principles of construction discussed in the preceding paragraphs, the words of the guarantee remain ambiguous, the guarantee may be interpreted against the creditor who drafted it and in favour of the guarantor." Σε ελεύθερη μετάφραση: «Όπου, εφαρμόζοντας τις αρχές ερμηνείας οι οποίες εξετάστηκαν στις προηγούμενες παραγράφους, οι λέξεις της εγγύησης παραμένουν διφορούμενες, η εγγύηση δύναται να ερμηνευτεί εις βάρος του πιστωτή ο οποίος το συνέταξε και προς όφελος του εγγυητή.» Έχουν ανωτέρω καταγραφεί οι συνεχείς αναφορές του ενός εγγράφου με το άλλο της σχετικής διευκόλυνσης που έλαβε η Εναγόμενη 1 οι σχετιζόμενες με την εγγυητική, των οποίων, έγινε αποδεκτό και αποδεδειγμένο ότι ελάμβανε γνώση ο Εναγόμενος
  8. Συνεπώς ούτε θέμα ερμηνείας του εγγράφου τίθεται αλλά ούτε και άγνοιας του Εναγόμενου
  9. Έτερη θέση που προωθείται είναι πως δίπλα από την υπογραφή του Εναγόμενου 3 δεν υπάρχει η ημερομηνία που υπέγραψε, «συνεπώς με βάση το άρθρο 4 του Περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου, σύμβαση εγγύησης δεν είναι έγκυρη εκτός αν συνάπτεται γραπτώς και φέρει την ημερομηνία κατά την οποία υπέγραψε», υποδεικνύει ο κ. Μάντης. Η συνήγορος της Ενάγουσας κάνει εκτεταμένη αναφορά και μνεία τόσο στον ανωτέρω Νόμο όσο και εκείνο τον Περί Συμβάσεων και στις αρχές που ερμηνεύουν τη σύμβαση εγγύησης. Ο περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμος του 2003 (197
(1)/2003) καθορίζει με το άρθρο 3
(1)αυτού πως: «3.
(1)Ο παρών Νόμος εφαρμόζεται αναφορικά με συμβάσεις εγγύησης με την έννοια του περί Συμβάσεων Νόμου, στις περιπτώσεις που ο εγγυητής είναι φυσικό πρόσωπο το οποίο με τη σύμβαση εγγύησης εγγυάται σε πιστωτή, να εκπληρώσει την υπόσχεση ή υποχρέωση αποπληρωμής ολόκληρου ή μέρους του ποσού δανείου, σε περίπτωση μη εκπλήρωσής της από τον πρωτοφειλέτη στον οποίο παραχωρείται το δάνειο.» Υπό τον τίτλο «Έγκυρη και εκτελεστή σύμβαση», το άρθρο 4
(1)προνοεί πως: 4.
(1)Σύμβαση εγγύησης δεν είναι έγκυρη και εκτελεστή με την έννοια του περί Συμβάσεων Νόμου, εκτός αν συνάπτεται γραπτώς και φέρει την υπογραφή του εγγυητή και την ημερομηνία κατά την οποία την υπέγραψε. Ο Εναγόμενος 3 έχει υπογράψει το Τεκμήριο 31, πράγμα το οποίο αποδέχθηκε. Όντως δίπλα ακριβώς από την υπογραφή του, δεν υπάρχει ημερομηνία. Υπάρχει όμως ημερομηνία υπογραφής του Τεκμηρίου 31, δηλαδή η 29η Σεπτεμβρίου 2004 και σαφέστατα προκύπτει από το ίδιο το έγγραφο, αφού δίπλα από τις υπογραφές των μαρτύρων που πιστοποιούν την υπογραφή του Εναγόμενου 3, μεταξύ των οποίων ως δεύτερος μάρτυρας, αυτή της αδελφής του Έβελυν Ζαβρού, η ημερομηνία υπογραφής της εγγύησης. Συνακόλουθα, δεν πρόκειται για έγγραφο αόριστο στο οποίο δεν καθορίζεται η ημερομηνία υπογραφής του. Ο Εναγόμενος 3 έχει με την κυρίως εξέταση του (Ένδειξη Γ) αποδεχτεί την υπογραφή της εγγύησης. «Να σημειωθεί επίσης ότι αποδέχομαι το γεγονός ότι υπέγραψα έγγραφο που προνοούσε για παροχή εγγύησης της εγγυητικής επιστολής ημερ. 17.12.2001.» Αντεξεταζόμενος, αφού του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 31, δέχεται ότι το υπέγραψε. Σ΄ εκείνο το έγγραφο υπάρχουν και άλλες υπογραφές του ιδίου, όπως π.χ. συγκατάθεση για επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, δίπλα από τις οποίες τέθηκε η ημερομηνία 29.9.
  1. Αξίζει εδώ να αναφερθεί πως αναφορικά με τον τρόπο ερμηνείας μιας σύμβασης, το Δικαστήριο αντλεί καθοδήγηση και από τα όσα αναφέρει σχετικά ο Lord Hoffman στις σελίδες 114 έως 115 της απόφασης Investors Compensation Scheme Ltd v. West Bromwich Building Society [1998] 1 All E.R.
  2. Αναφέρεται γενικά στις αρχές βάσει των οποίων πλέον ερμηνεύονται έγγραφα συμβάσεων. Αναφέρεται στη θεμελιώδη αλλαγή σε αυτό τον τομέα του δικαίου ως αποτέλεσμα και της απόφασης Prenn v. Simmonds [1971] 3 All E.R.
  3. Ως αποτέλεσμα αυτής της αλλαγής, με μία σημαντική εξαίρεση, ο τρόπος με τον οποίο ερμηνεύονται τέτοια έγγραφα από Δικαστές έχει αφομοιωθεί με τις αρχές της κοινής λογικής με βάση τις οποίες οποιαδήποτε σημαντική αναφορά θα ερμηνευόταν στη συνήθη ανθρώπινη εμπειρία με απαλλαγή από τα παλαιά διανοουμενίστικα βαρίδια «νομικής» ερμηνείας ("old intellectual baggage of "legal" interpretation"). Αξίζει βέβαια να τονιστεί πως, το ποσό της εγγυητικής επιστολής, όπως αναδεικνύεται από τα Τεκμήριο 35 και 37 (δέστε και Μ.Ε.1) πιστώθηκε, στις 19.2.2015, στο λογαριασμό της Εναγόμενης 1 και ουσιαστικά δεν επιζητείται η πληρωμή του. Συγκεκριμένα πιστώθηκε στις 19.2.2015 ποσό €20.503,
  4. Τα ίδια στοιχεία μπορούν να καταγραφούν και για τη νομική ισχύ και εγκυρότητα της σύμβασης εγγύησης Τεκμήριο
  5. Οι όροι της σαφείς και ξεκάθαροι, ρυθμίζουν την έκταση εγγύησης του Εναγόμενου 3 στο συγκεκριμένο δάνειο ύψους €380.000, πλέον τόκους, προμήθειες, έξοδα κ.λ.π.. Ο ισχυρισμός και η θέση του Εναγόμενου 3 πως δεν γνώριζε την πιστωτική διευκόλυνση, ανατρέπεται τόσο από το περιεχόμενο του ιδίου του εγγράφου εγγύησης αλλά και από το Τεκμήριο 28, το οποίο αντικρούει τον ισχυρισμό του ότι δεν έλαβε αντίγραφα όρων των πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν στην Εναγόμενη 1, αφού δηλώνει λήψη του εγγράφου. Προτείνεται με την παράγραφο 3 της Έκθεσης Υπεράσπισης ισχυρισμός περί ύπαρξης ποινικών και καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις εγγύησης. Η θέση αυτή δεν προωθήθηκε με τη μαρτυρία του Εναγόμενου 3, ούτε σχολιάστηκε με την αγόρευση αλλά ούτε και καθορίσθηκαν οι όροι οι οποίοι εισάγουν ή συνιστούν τέτοιες ρήτρες. Απλά κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1 υπεβλήθηκε σ΄ αυτόν από τον κ. Μάντη ότι τα έξοδα υπέρβασης του τρεχούμενου λογαριασμού και οι τόκοι υπερημερίας για το δάνειο, δεν είχαν δικαίωμα να τα χρεώσουν και ότι αυτά αποτελούν καταχρηστική και ποινική ρήτρα. Αξίζει να σημειωθεί πως με την κατάθεση των αναδομημένων λογαριασμών έχουν αφαιρεθεί αυτές οι χρεώσεις. Ενόψει όλων όσων έχουν αναφερθεί ανωτέρω, ο ισχυρισμός αυτός δεν ευσταθεί και οι συμβάσεις εγγύησης κρίνονται καθόλα έγκυρες και δεσμευτικές.
  6. Τερματισμός λογαριασμού/πιστωτικών διευκολύνσεων και απαίτηση πληρωμής ποσού Για να καταστεί ένα ποσόν απαιτητό και να είναι επιτρεπτή η διεκδίκηση του, θα πρέπει να προηγηθεί τερματισμός της σχετικής συμφωνίας ή λογαριασμού Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1465 και Μ.Ι.Τ. Global (ανωτέρω). Γεγονός το οποίο αποτελεί προϋπόθεση καταχώρισης της αγωγής. Η προϋπόθεση αυτή βέβαια δεν είναι ασύνδετη με τους όρους των συμφωνιών που διέπουν τις μεταξύ των μερών σχέσεις. Ο όρος 10 του Τεκμηρίου 7 (τρεχούμενος λογαριασμός) προνοεί: «
  1. Η Τράπεζα δικαιούται οποτεδήποτε αποφασίσει και χωρίς προειδοποίηση προς τον πελάτη να τερματίσει τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και/ή καταστήσει απαιτητό ά οποιοδήποτε δάνειο και/ή πίστωση και/ή άλλη τραπεζική πιστωτική διευκόλυνση που δόθηκε ή θα δοθεί στο μέλλον προς τον πελάτη και να ζητήσει αμέσως από τον πελάτη τη πληρωμή όλων των ποσών, τα οποία ο πελάτης οφείλει στη Τράπεζα συμπεριλαμβανομένου κεφαλαίου, τόκων, προμηθειών και οποιουδήποτε άλλου οφειλόμενου ποσού σε σχέση με οποιαδήποτε έξοδα, χρεώσεις και δαπάνες.» Ανάλογος όρος για δικαίωμα της Ενάγουσας να απαιτήσει οποιαδήποτε στιγμή αποπληρωμή του ποσού του δανείου εμπεριέχεται στο Τεκμήριο
  2. Στην περίπτωση τρεχούμενου λογαριασμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων ο τερματισμός του λογαριασμού συνιστά πράξη προσδιοριστική του χρέους και συναφώς των αντίστοιχων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων (Lombard ανωτέρω). Επομένως ο τερματισμός και ο καθορισμός του ποσού, αποτελούν πράξη προσδιοριστική του ποσού το οποίο καθίσταται απαιτητό. Σύμφωνα με τις μεταξύ των μερών συμφωνίες οι επιστολές προς τα μέρη αποστέλλονται με απλό ταχυδρομείο στην δοθείσα από εκείνα διεύθυνση. Έχοντας αποδεχθεί τη μαρτυρία που δόθηκε από την Ενάγουσα, είναι αποδεκτός ο τερματισμός των επίδικων συμφωνιών. Η Εναγόμενη 1 δεν έχει αμφισβητήσει τη λήψη της επιστολής του τερματισμού. Ο ίδιος ο Εναγόμενος 3 έχει αποδεχθεί λήψη του Τεκμηρίου 34, δηλαδή της επιστολής ημερομηνίας 28.8.2011, θέτοντας έτσι εκποδών τον δικογραφημένο ισχυρισμό του ότι ουδεμία επιστολή παρέλαβε. Η επιστολή Τεκμήριο 32(β) στάληκε στη διεύθυνση Ιωάννη Αγρότη την οποία ο ίδιος έδωσε για να του αποστέλλεται η αλληλογραφία και στην οποίαν είχε αποσταλεί η επιστολή Τεκμήριο
  3. Δεν επεστράφη και για τούτο θεωρείται ληφθείσα (ο περί Ερμηνείας Νόμος, Κεφ. 1). Η Μ.Ε.3 κατέθεσε αντεξεταζόμενη (απαντώντας στην υποβολή ότι ο Εναγόμενος 3 δεν έλαβε επιστολές) ότι μετά την αποστολή επιστολών προς τον Εναγόμενο 3, αυτός προσήρχετο στην τράπεζα, κυρίως στο γραφείο της (αφού ήταν η υπεύθυνη του λογαριασμού της Εναγόμενης 1) και συζητούσαν επί του περιεχομένου των επιστολών, γεγονός που αποδείκνυε τη λήψη τους. Η θέση αυτή της μάρτυρος για επισκέψεις του Εναγόμενου 3 δεν αμφισβητήθηκε. Στη Savvides v. Christofides
(1978)1 C.L.R. 303, διαπιστώνεται ότι εφόσον το χρέος καταστεί πληρωτέο από τον πρωτοφειλέτη, ο εγγυητής καθίσταται παράλληλα υπόλογος για την αποπληρωμή του, χωρίς να παρίσταται ανάγκη, εκτός αν γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου, υποβολής αξίωσης από τον δανειστή προς τον εγγυητή να το αποπληρώσει. Και τούτο, γιατί η υποχρέωση του εγγυητή έγκειται κατά πρώτο λόγο στη διασφάλιση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του πρωτοφειλέτη. Εφόσον στοιχειοθετείται η υποχρέωση του καθίσταται υπόλογος και ο εγγυητής να εξασφαλίσει την αποπληρωμή της οφειλής του. Μπορεί όμως όπως αναγνωρίζει και στη Savvides (ανωτέρω) τα μέρη να καταστήσουν την παροχή ειδοποίησης από τον δανειστή τον εγγυητή να αποπληρώσει το χρέος μέρος της συμφωνίας για την ανάκτηση του. Και σε εκείνη την περίπτωση η παροχή ειδοποίησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος αλλά δευτερεύοντα όρο για την εκτελεστότητα του χρέους δηλαδή της ευχέρειας ανάκτησης του. Αυτό εξηγείται με σαφήνεια στην απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στη Stimpson v. Smith
(1999)2 All E.R.
  1. O όρος για την παροχή ειδοποίησης προς τον εγγυητή να καταβάλει το χρέος του πρωτοφειλέτη σηματοδοτεί, όπως αναφέρει ο Tuckey L.J. στην απόφαση του ". the time from which the liability can be enforced". (Lombard (ανωτέρω)). Στην κρινόμενη περίπτωση ο όρος 2 του Τεκμηρίου 27 και ο όρος 2 του Τεκμηρίου 9 με πανομοιότυπο λεκτικό προνοεί πως: «Υπό τους όρους της παραγράφου 12, εγώ ο υπογεγραμμένος με την παρούσα εγγυώμαι όλες τις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη προς την Τράπεζα που απορρέουν από τη συμφωνία δανείου ή δημιουργούνται λόγω των προσπαθειών της Τράπεζας για είσπραξη του λαβείν της, αναλαμβάνω δε να πληρώσω προς την Τράπεζα μόλις μου ζητηθεί οποιοδήποτε ποσό χρημάτων που μπορεί να καταστεί πληρωτέο προς την Τράπεζα σε σχέση με την πιο πάνω υποχρέωση του πρωτοφειλέτη, συμπεριλαμβανομένων τόκων, προμηθειών, επιβαρύνσεων και/ή άλλων τραπεζικών δικαιωμάτων, δικηγορικών και δικαστικών εξόδων και άλλων εξόδων και δαπανών.» Με τον όρο 12 καθορίζεται αφενός το ύψος της εγγύησης και αφετέρου η καταβολή τόκων, προμήθειας κ.λ.π.. Ο όρος 9 αμφοτέρων των τεκμηρίων καθορίζει τον τρόπο αποστολής των επιστολών που είναι το σύνηθες ταχυδρομείο στη διεύθυνση που έδωσε ο εγγυητής και η οποία είναι η Ιωάννη Αγρότη 14, 8047, Πάφος. Συνεπώς κρίνεται πως οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει το επίδικο τούτο θέμα. Υπόλοιπο λογαριασμού, ύψος αξιούμενων ποσών Το χρεωστικό υπόλοιπο υπήρξε ένα από τα πλέον επίμαχα θέματα (όπως και οι εγγυήσεις) και ο άξονας γύρω από τον οποίο περιστράφηκε η αντεξέταση των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.4, καθώς και η επιχειρηματολογία του συνηγόρου του Εναγόμενου
  2. Το γεγονός πως η Ενάγουσα κατέθεσε αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού ως τεκμήρια, αποτέλεσε καίριο επιχείρημα του Εναγόμενου για να πλήξει την αξιοπιστία των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.
  3. Υποδεικνύει ο συνήγορος πως οι συγκεκριμένοι μάρτυρες δεν τήρησαν τις προϋποθέσεις που θέτει ο περί Αποδείξεως Νόμος για παρουσίαση ως τεκμηρίων στοιχείων που κατείχαν. Ότι οι συγκεκριμένοι μάρτυρες δεν έχουν συγκρίνει τις αναφορές στα τεκμήρια με τις αρχικές/πρωτότυπες καταχωρήσεις. Ότι τα τεκμήρια που ο κάθε ένας καταχώρησε ως λογαριασμούς της Ενάγουσας έχουν σημαντικές διαφορές και για τον λόγο αυτό θα πρέπει να μην ληφθούν υπόψη. Ότι οι καταστάσεις που καταχώρισε ο Μ.Ε.1 δείχνουν ότι τα καταγραφέντα ποσά δεικνύουν πίστωση και όχι χρέωση και επομένως ουδέν ποσόν οφείλει ο Εναγόμενος
  4. Έχουν εξετασθεί τα ανωτέρω σε σχέση τόσο με τη δοθείσα μαρτυρία όσο και τα κατατεθέντα τεκμήρια. Με όλη την εκτίμηση προς το συνήγορο δεν προκύπτουν από τη μαρτυρία οι ανωτέρω εισηγήσεις. Αμφότεροι οι μάρτυρες δήλωσαν ότι έχουν συγκρίνει τις καταγραφείσες αναφορές στις καταστάσεις λογαριασμού με τις αρχικές καταχωρήσεις της Ενάγουσας. Η διαφορά που παρατηρείται στα κατατεθέντα τεκμήρια, δηλαδή ενώ σε εκείνα που κατέθεσε ο Μ.Ε.1 (Τεκμήρια 35 και 36) υπάρχει επικεφαλίδα πάνω από τις στήλες ενώ σε εκείνα που κατέθεσε η Μ.Ε.4 (Τεκμήρια 37 και 38) δεν υπάρχει, δεν οδηγεί στο συμπέρασμα στο οποίο ο κ. Μάντης καλεί το Δικαστήριο να καταλήξει. Η Μ.Ε.4 δήλωσε ότι χρησιμοποίησε διαφορετικά έντυπα από εκείνα που χρησιμοποίησε ο Μ.Ε.1 για να τυπώσουν τους λογαριασμούς. Αμφότεροι οι μάρτυρες δήλωσαν ότι οι ίδιοι τύπωσαν τις συγκεκριμένες καταστάσεις λογαριασμού (δεν ανέφεραν δηλαδή ότι δεν τις τύπωσαν οι ίδιοι όπως ο συνήγορος του Εναγόμενου 3 ισχυρίζεται ότι δήλωσαν οι μάρτυρες). Αντίθετα, με τις ερωτήσεις που έθετε ο κ. Μάντης κατά την αντεξέταση, ελάμβανε ως δεδομένο ότι οι ίδιοι εκτύπωσαν τις καταστάσεις λογαριασμών (όπως π.χ. υποβολή προς Μ.Ε.1 «αυτό που εκτύπωσες είναι το ίδιο με το σύστημα»). Βέβαια τις καταστάσεις δανείου Τεκμήριο 36, ο Μ.Ε.1 ανέφερε πως δεν τις εκτύπωσε ο ίδιος αλλά άλλος συνάδελφος του, γεγονός όμως που δεν επηρεάζει τη θέση της Ενάγουσας, αφού η Μ.Ε.4 κατέθεσε το Τεκμήριο 38, το οποίο αφορά την κατάσταση λογαριασμού του δανείου την οποία η ίδια εκτύπωσε. Ελέγχοντας και συγκρίνοντας τα Τεκμήρια 35 και 37, καταστάσεις τρεχούμενου λογαριασμού που οι Μ.Ε.1 και Μ.Ε.4 αντίστοιχα κατέθεσαν, καμία διαφορά στα ποσά και στις ημερομηνίες εντοπίζεται, όπως ο κ. Μάντης υποστηρίζει. Η μόνη διαφορά που εντοπίζεται είναι ότι το Τεκμήριο 37 συνεχίζει και περιλαμβάνει καταχωρίσεις μέχρι 30.6.2015 (και δεικνύει το υπόλοιπο της 1.7.2015) ενώ το Τεκμήριο 35 σταματά μέχρι τις 31.12.2013 (και δεικνύει το υπόλοιπο της 1.1.2014). Στο Τεκμήριο 35 υπάρχει μια αναντιστοιχία της επικεφαλίδας με τη στήλη που ακολουθεί, δηλαδή η στήλη δεν είναι καταγραμμένη κάτω ακριβώς από την επικεφαλίδα με αποτέλεσμα όλα τα σημειωμένα ποσά να βρίσκονται κάτω από την επικεφαλίδα «Πίστωση». Ο Μ.Ε.1 εξήγησε ότι κατά την εκτύπωση μετακινήθηκαν ουσιαστικά οι καταγραφές στις στήλες. Αυτό το γεγονός έδωσε έρεισμα για ανάπτυξη της ανωτέρω επιχειρηματολογίας του συνηγόρου του Εναγόμενου 3, με την προσθήκη πως αφού στο υπόλοιπο δεν καταγράφεται πρόσημο, δεν πρέπει να εκληφθεί ως αρνητικό, ως χρεωστικό υπόλοιπο, αλλά ως πιστωτικό. Εξάλλου, στο Τεκμήριο 36 και Τεκμήριο 38, τα οποία αφορούν τον λογαριασμό δανείου, το υπόλοιπο ξεκινά με ένα ποσό ύψους €380.
  5. Το ποσό είναι εκείνο που δανείσθηκε η Εναγόμενη 1 και εγγυήθηκε ο Εναγόμενος
  6. Πώς είναι δυνατό να αποτελεί πίστωση αφού είναι το ποσό το οποίο δανείσθηκε; Έχω ήδη αποδεχθεί τόσο τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 όσο και εκείνη της Μ.Ε.4 για την ύπαρξη του χρεωστικού υπολοίπου. Αμφότεροι οι μάρτυρες έχουν περιγράψει ως εξής τον τρόπο λήψης των τεκμηρίων που κατέθεσαν (Τεκμήρια 35, 36, 37 και 38): «Ένεκα της ιδιότητας μου γνωρίζω και μπορώ να ορκιστώ θετικά ότι το τραπεζικό βιβλίο που τηρείται από τους ενάγοντες έχει την μορφή ηλεκτρονικού υπολογιστή και σ΄ αυτό φυλάσσονται όλες οι πράξεις που αφορούν όλους τους λογαριασμού όλων των πελατών των εναγόντων συμπεριλαμβανομένου και των επίδικων λογαριασμών της εναγομένης
  7. Οι λογαριασμοί που καταθέτω αποτελούν αντίγραφο καταχώρησης στο τραπεζικό βιβλίο. Το τραπεζικό βιβλίο είναι μηχανογραφημένο σε ηλεκτρονικό υπολογιστή. (α) ήταν και είναι ένα από τα συνήθη βιβλία της Τράπεζας (β) όλες οι καταχωρήσεις σ΄ αυτό συμπεριλαμβανομένων και των καταχωρήσεων που φαίνονται στις καταστάσεις που καταθέτω έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Τράπεζας. (γ) το τραπεζικό βιβλίο βρίσκεται φυλαγμένο στις κτιριακές εγκαταστάσεις της Τράπεζας και σ΄ αυτό έχουν πρόσβαση μόνο οι λειτουργοί της. (δ) οι λογαριασμοί τους οποίους καταθέτω συγκρίθηκαν από εμένα με τις αρχικές καταχωρήσεις και είναι ορθοί.» Για τούτο, η σχετική εισήγηση περί μη νόμιμης αποδοχής και λήψης των τεκμηρίων δεν ευσταθεί. Έχει υποβληθεί στους Μ.Ε.1 και Μ.Ε.4 πως δεν υπάρχει επαρκής φύλαξη των βιβλίων της τράπεζας και ότι ο οιοσδήποτε μπορεί να επέμβει, θέση την οποία εμφαντικά αρνήθηκαν τονίζοντας πως ουδείς μπορεί να επέμβει και επηρεάσει τις αρχικές πράξεις/συναλλαγές. Χαρακτηριστική είναι η απάντηση του Μ.Ε.1: «Βεβαίως υπάρχει επαρκής φύλαξη. Είναι σε ηλεκτρονικό υπολογιστή, υπάρχει ασφάλεια 24 ώρες το εικοσιτετράωρο, εκεί δεν έχει πρόσβαση ο οποιοσδήποτε και για να μπεις μέσα χρειάζεσαι ειδική κάρτα.» Ο συνήγορος του Εναγόμενου 3 με αναφορά σε νομολογία (D & G Products Ltd v. Premixco Asphalting Company Limited
(1999), Γεώργιος Γρηγορίου v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 846 και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Σταυρινού
(2005)1 Α.Α.Δ. 1360)) υπέδειξε πως δεν έχουν αποδειχθεί τα οφειλόμενα ποσά διότι υπάρχουν κενά και ελλείπει η απαραίτητη σαφήνεια ώστε να καταλήξει το Δικαστήριο σε ασφαλές συμπέρασμα. Το Δικαστήριο συμφωνεί με τις αρχές που επικαλείται ο κ. Μάντης όπως έχουν τεθεί από τη νομολογία, πλην όμως πρέπει να σημειωθεί ότι δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην κρινόμενη περίπτωση. Στις περιπτώσεις που πραγματεύονται οι αναφερθείσες αποφάσεις, ξεκινούσε ο λογαριασμός με ένα υπόλοιπο αναγόμενο στο παρελθόν και το μετέφερε ως έναρξη του λογαριασμού χωρίς οποιαδήποτε επεξήγηση και αιτιολόγηση του. Στην κρινόμενη περίπτωση υπάρχει λεπτομερής καταγραφή των οποιωνδήποτε ποσών, πράξεων και συναλλαγών από την έναρξη αμφοτέρων των λογαριασμών. Κανένα κενό ή ασάφεια εντοπίζεται η οποία να δημιουργεί αμφιβολία ως προς το δημιουργηθέν υπόλοιπο. Η Μ.Ε.4 (Ένδειξη Β) έχει δώσει με τη μαρτυρία της μια λεπτομερή περιγραφή των εκάστοτε επιτοκίων με τα οποία ο λογαριασμός χρεωνόταν. Η μεταβολή των επιτοκίων ανακοινωνόταν στον ημερήσιο τύπο, ως καταδεικνύει το Τεκμήριο 39. Εν πάση όμως περιπτώσει, με τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήρια 37Α και 38Β, το επιτόκιο με το οποίο χρεώθηκαν οι λογαριασμοί ήταν το συμβατικό όπως αυτό προκύπτει από τα διάφορα τεκμήρια. Για μεν τον τρεχούμενο ποσοστό 9% για δε το δάνειο ποσοστό 7%. Η τακτική να κατατίθενται αναδομημένοι και αναθεωρημένοι λογαριασμοί από μόνη της δεν πλήττει ούτε την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά ούτε και την υπόθεση της Ενάγουσας. Η τακτική αυτή ακολουθείται κατά την ακρόαση ή και την απόδειξη υπόθεσης με σκοπό να διαφανεί το πραγματικά οφειλόμενο υπόλοιπο, αφού αφαιρεθούν κάποιες χρεώσεις εξόδων, τόκων υπερημερίας κ.λ.π.. Στην υπόθεση Γ. Καλλικάς v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 1238, λέχθηκαν τα εξής: «Ο Εφεσείων παραπονείται ότι το δικαστήριο για να διαμορφώσει τα πιο πάνω ποσά, έλαβε υπόψη την αναδομημένη κατάσταση, Τεκμήριο 35, η οποία όχι μόνο ήταν εκτός δικογράφων, αλλά ούτε καν είχε αποδειχθεί ενώπιον του δικαστηρίου. Ο Εφεσείων θεωρεί την όλη απαίτηση της Τράπεζας, όπως τελικά διαμορφώθηκε μέσα από 4 αναδομημένους λογαριασμούς, ως «αβέβαιη και ατεκμηρίωτη» και ισχυρίζεται ότι το πρωτόδικο δικαστήριο εσφαλμένα αγνόησε τη συνεχή διαφοροποίηση των λογαριασμών που παρουσίασε η Τράπεζα. Οι λόγοι έφεσης δεν ευσταθούν. Δεν συμφωνούμε με το δικηγόρο του Εφεσείοντος, ότι το ποσό για το οποίο εκδόθηκε απόφαση ήταν εκτός δικογράφων. Εκείνο που συνέβη, ήταν ότι μετά την καταχώρηση της έκθεσης υπεράσπισης, η Τράπεζα έκρινε, μετά από αναδόμηση* των λογαριασμών, ότι θα έπρεπε να διαμορφώσει το ποσό της απαίτησης προς τα κάτω. Δεν βλέπουμε γιατί αυτή η ενέργεια, θα πρέπει να θεωρηθεί εκτός δικογράφων. Αυτός ακριβώς είναι ένας από τους σκοπούς των δικογράφων:- τα μέρη αφού αντιπαραβάλλουν τους ισχυρισμούς τους, διαμορφώνουν τις θέσεις τους με απώτερο πάντα σκοπό την επίλυση της διαφοράς. Πέραν τούτου, τα δικόγραφα δεν περιέχουν μαρτυρία και ως εκ τούτου η λεπτομέρεια των ισχυρισμών τίθεται σε κατοπινό στάδιο ενώπιον του δικαστηρίου, με μαρτυρία. Στην προκειμένη περίπτωση, τα δικόγραφα καλύπτουν πλήρως την επίδικη διαφορά. Το δικαστήριο είχε την εξουσία, ανάλογα με τη μαρτυρία που αποδέχθηκε, να διαφοροποιήσει προς τα κάτω τα ποσά για τα οποία θα εξέδιδε απόφαση. Ούτε με την καταχώρηση αναδομημένων λογαριασμών δημιουργείται οποιαδήποτε πρόβλημα. Σε πολλές περιπτώσεις, οι αναδομημένοι λογαριασμοί ετοιμάζονται μετά από παράκληση του αντιδίκου ή ακόμη και μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου στο στάδιο της προδικασίας και υποβοηθούν την ακροαματική διαδικασία, αφού επεξηγούν τον τρόπο υπολογισμού των τόκων και τη διαμόρφωση του τελικού υπολοίπου. Δεν διαπιστώνουμε να έχει δημιουργηθεί οποιαδήποτε ασάφεια.» (Δέστε και Ευγ. Παπαχριστοφόρου και άλλος v. Τρ. Κύπρου Δημ. Εταιρεία Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A743, Πολ. Έφεση 331/2010, ημερ. 11.11.2015.) Παραπονείται ο Εναγόμενος 3 και προωθείται με την αγόρευση του συνηγόρου του πως υπήρχε καθυστέρηση στην πληρωμή του δανείου από το 2010, καταχωρήθηκε αγωγή το 2014 και συνεπώς η Ενάγουσα κωλύεται να ζητά τόκο. Παρά το γεγονός πως τέτοια θέση δεν δικογραφείται ειδικά, πλην μιας γενικής προδικαστικής ένστασης περί κωλύματος της Ενάγουσας να εγείρει αγωγή, υπενθυμίζεται πως η Ενάγουσα έχει αποστείλει επιστολές (Τεκμήρια 32, 33 και 34) από το 2011, πληροφορώντας για τις παρατηρηθείσες καθυστερήσεις και δεν υπήρξε ανταπόκριση ή διάθεση για πληρωμή ή διευθέτηση του ποσού ώστε να μην χρεώνονται τόκοι. Πέραν αυτού, ο Εναγόμενος 3 δια της εγγύησης που υπέγραψε, εγγυάται την πληρωμή τόκου μέχρι εξόφλησης του ποσού και αναγνωρίζει το αντίστοιχο δικαίωμα της τράπεζας για χρέωση και επιβολή τόκου μέχρι εξόφλησης του ποσού και όχι μέχρι καταχώρησης της αγωγής για ανάκτηση του ποσού. Συνακόλουθα, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου 3: - Για το ποσό των €9.217,79, πλέον τόκο 9% ετησίως επί του ποσού των €8.947,14 από 30.10.2015 μέχρι εξόφλησης, με ανακεφαλαιοποίηση δύο φορές το χρόνο, ήτοι κάθε 30/6 και 31/12. - Για το ποσό των €546.336,85, πλέον τόκο 7% ετησίως επί του ποσού των €533.778,23 από 30.10.2015 μέχρι εξόφλησης, με ανακεφαλαιοποίηση δύο φορές το χρόνο, ήτοι κάθε 30/6 και 31/12. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου 3 ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Νοείται ότι η εκδοθείσα εναντίον του Εναγόμενου 3 απόφαση θα λειτουργεί αλληλέγγυα με την εκδοθείσα εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 4 απόφαση.) (Υπ.) ............... Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΜ Subject: Civil / Other Actions / Final Αναφορά: (τρεχούμενος λογαριασμός, δάνειο, σύμβαση εγγύησης) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.