← Κύπρος

C. S. G. Neokleous Brothers Constructions Limited ν. Βερεγγάρια Π. Παπακοκκίνου κ.α., Αρ. Αγωγής :- 2098 / 2008, 24/2/2016

C. S. G. Neokleous Brothers Constructions Limited ν. Βερεγγάρια Π. Παπακοκκίνου κ.α., Αρ. Αγωγής :- 2098 / 2008, 24/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A39 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 2098 / 2008 Μεταξύ:- C. S. G. Neokleous Brothers Constructions Limited Ενάγουσα Και

  1. Βερεγγάρια Π. Παπακοκκίνου
  2. Αλέκα (Αλεξάνδρα) Παπακοκκίνου Εναγόμενες Και δια ανταπαιτήσεως Μεταξύ:-
  3. Βερεγγάρια Π. Παπακοκκίνου
  4. Αλέκα (Αλεξάνδρα) Παπακοκκίνου Ενάγουσες εξ ανταπαιτήσεως Και
  5. C. S. G. Neokleous Brothers Constructions Limited Εναγόμενη εξ ανταπαιτήσεως
  6. Ι. & Α. Φιλίππου Αρχιτέκτονες - Μηχανικοί Εναγόμενοι εξ ανταπαιτήσεως Αίτηση Τροποποίησης Ημερομηνίας 6/8/2015 Ημερομηνία :- Τετάρτη 24η Φεβρουαρίου 2016 Για την Αιτήτρια - Ενάγουσα και Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 2 :- κα. Μαριλένα Πατσαλίδου για κο. Άγι Γεωργιάδη Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Μαριλένα Πατσαλίδου Για την Καθ΄ης η Αίτηση - Εναγόμενη 2 και Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσα 2 :- κος. Μαρίνος Μυτίδης για κα. Αλέκα Π. Παπακόκκινου Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Καμμία Εμφάνιση Για τους Καθ΄ων η Αίτηση - Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενων 2 :- κα. Ραλλία Δρακουλάκου για Χρίστος Μ. Τριανταφυλλίδης Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Καμμία Εμφάνιση - Εκ παραδρομής του Δικαστηρίου δεν ειδοποιήθηκαν ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ [ 1 ] Αιτείται η ενάγουσα την έκδοση διαταγμάτων αντικατάστασης διαδίκου και τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης. Αιτία καταχώρησης της αίτησης είναι το γεγονός ότι η εναγόμενη 1 απεβίωσε στις 15/12/
  7. [ 2 ] Η νομική βάση της αίτησης αποτελείται από τη τη Δ.9 θθ. 10 και 11, Δ.12 θθ. 1 έως 5, Δ.25 θθ. 1 έως 4, Δ.48 θ. 2

(8)
(1)(
  1. o)και/ή (
  2. p)των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας. Υποστηρίζεται η αίτηση από ένορκη δήλωση της Άντρης Βλάμης η οποία ορκίζεται πως είναι στην υπηρεσία της αιτήτριας και δεόντως εξουσιοδοτημένη όπως προβεί στη συγκεκριμένη ένορκη δήλωση. [ 3 ] Κατά την πρώτη ημερομηνία ορισμού της από τον Πρωτοκολλητή στις 29/9/2016 εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου δικηγόροι εκ μέρους της καθ΄ης η αίτηση εναγομένης 2 όσο και των καθ΄ ων η αίτηση εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 2. Η εναγόμενη 2 δια μέσω του ευπαίδευτου συνηγόρου της ζήτησε χρόνο για καταχώρηση ένστασης ενώ η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγομένων 2 εξ ανταπαιτήσεως δήλωσε πως δεν υπήρχε ένσταση στην αίτηση αλλά ζητούσε τα έξοδα της αίτησης. Η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας δήλωσε πως δεν υπήρχε ένσταση στο να δοθεί χρόνος για καταχώρηση ένστασης από την εναγόμενη 2 παράλληλα δηλώνοντας όμως πως δεν συμφωνούσε με την επιδίκαση έξοδων εις βάρος της αιτήτριας και υπέρ των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 2. Το Δικαστήριο διευκρίνισε πως το θέμα των εξόδων μεταξύ της ενάγουσας και των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 2 θα εξεταζόταν κατά την ακρόαση της αίτησης. Ακολούθως ορίστηκε η αίτηση για ακρόαση στις 26/11/2015 με προθεσμία καταχώρησης ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης μέχρι και τις 16/11/2015. Η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης καταχωρήθηκε εμπρόθεσμα στις 4/11/2015. Στις 26/11/2015 η ευπαίδευτη συνήγορος η οποία εμφανίστηκε εκ μέρους των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 2 επιβεβαίωσε το γεγονός ότι δεν υπήρχε ένσταση στην αίτηση προσθέτοντας όμως ότι πλέον οι εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 2 δεν ζητούσαν έξοδα. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι τόσο της ενάγουσας όσο και της εναγομένης 2 παράδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις αντίγραφα των οποίων αντάλλαξαν μεταξύ τους και στη συνέχεια η αίτηση ορίστηκε και πάλι για ακρόαση, δηλαδή για τυχόν διευκρινίσεις οι οποίες θα μπορούσαν να ζητηθούν από το Δικαστήριο, αφού προηγουμένως θα μελετούσε το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων, ενώ επιπλέον οι ίδιοι οι δικηγόροι των διαδίκων θα μπορούσαν επίσης να προσθέσουν οτιδήποτε σχετικό αφού πρώτα θα είχαν και αυτοί την ευκαιρία να μελετήσουν τη γραπτή αγόρευση του αντιδίκου τους. Στις 7/12/2015, ημερομηνία κατά την οποία είχε οριστεί και πάλι για ακρόαση η αίτηση, το Δικαστήριο δεν ζήτησε οποιεσδήποτε διευκρινίσεις ενώ ούτε και οι δικηγόροι των διαδίκων πρόσθεσαν οτιδήποτε είτε προφορικά είτε γραπτώς και το Δικαστήριο επιφύλαξε την απόφαση του. [ 4 ] Το αίτημα της ενάγουσας είναι πολύ απλό αλλά παράλληλα και πολύ λογικό. Μία διάδικος έχει αποβιώσει. Έχει διοριστεί διαχειρίστρια της κληρονομιάς της και ζητείται από την ενάγουσα όπως αντικατασταθεί στον τίτλο της αγωγής η εναγόμενη 1 και ενάγουσα εξ ανταπαιτήσεως 1 από τη διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιωσάσης. Η διαχειρίστρια τυγχάνει να είναι επίσης η εναγόμενη 2 και εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα 2. Επίσης ζητούνται και ανάλογες τροποποιήσεις στην έκθεση απαίτησης η οποία οπισθογραφείται στο κλητήριο ένταλμα. Τέλος, ζητείται και διάταγμα του Δικαστηρίου αναφορικά με τη συνέχιση της διαδικασίας μεταξύ της ενάγουσας και των εναγομένων 1 και 2. [ 5 ] Αναφορικά με την ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης της εναγομένης 2 ευθύς εξ αρχής παρατηρείται πως αυτή δεν περιέχει λόγους ένστασης. Μάλιστα η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας εισηγείται με τη γραπτή αγόρευση της πως εφόσον δεν εξειδικεύονται λόγοι ένστασης τότε η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης είναι παράτυπη και θα πρέπει να αγνοηθεί. Επί αυτού του θέματος παρατηρείται πως παρά και το γεγονός ορισμού της αίτησης σε δεύτερη ημερομηνία για ακρόαση, δηλαδή για τυχόν διευκρινίσεις ή εάν οι δικηγόροι των διαδίκων θα επιθυμούσαν να προσθέσουν οτιδήποτε αφού θα είχαν πρώτα την ευκαιρία να μελετήσουν και τη γραπτή αγόρευση του αντιδίκου τους εντούτοις ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγομένης 2 δεν πρόσθεσε οτιδήποτε σχετικό. [ 6 ] Ούτε και έχει καταχωρηθεί η οποιαδήποτε αίτηση με την οποία να ζητείται διάταγμα απαλλαγής από την παρατυπία μετά από την καταχώρηση της ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης. Καθότι όπως όντως διαπιστώνεται, παρά και την επιτακτική πρόνοια της Δ.48 θ. 4 ότι αυτή θα εξειδικεύει τους συγκεκριμένους λόγους της ένστασης (σχετικός είναι και ο Τύπος Αρ. 47) εντούτοις εντός αυτής δεν αναφέρονται οποιοιδήποτε λόγοι ένστασης. Η συγκεκριμένη παράλειψη αποτελεί μία βασική παρατυπία σε σχέση με την εξέταση μίας αίτησης με αποτέλεσμα να δυσχεραίνει την εξέταση των οποιωνδήποτε θέσεων του διαδίκου ο οποίος καταχωρεί μία ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. [ 7 ] Υπενθυμίζω τα όσα χαρακτηριστικά αναφέρει ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Νικήτας Δ. στη σελίδα 97 στην απόφαση Σοφοκλέους ν. 1) Ταβελούδη κ. ά.
(2002)1Α Α. Α. Δ. 92 σε σχέση με τον επιτακτικό χαρακτήρα της συγκεκριμένης πρόνοιας ως προς «...τον καθορισµό, στο σώµα της γραπτής ένστασης, των λόγων που την υποστηρίζουν και το συναφές καθήκον του συντάκτη της να τους εξειδικεύσει .... µε την καθαρότητα, λιτότητα έκφρασης και περιεκτικότητα, που πρέπει να χαρακτηρίζουν τη νοµική γραφή». Σε μεταγενέστερη νομολογία δηλαδή στην απόφαση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ. ν. Χρίστου Χαρίδη
(2011)1Β Α. Α. Δ. 825 παρά και το γεγονός πως το συγκεκριμένο θέμα δεν τέθηκε ως λόγος έφεσης, εντοπίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ως μία σοβαρή παράλειψη, η οποία καθάπτετο της κανονικότητας της ένστασης, το γεγονός ότι στο κυρίως σώµα της ένστασης, κατά παράβαση της Δ.48 θ.4
(1)δεν εξειδικευόταν κανένας λόγος ένστασης. Εντούτοις, όπως και στην περίπτωση της Ταβελούδη (στην οποία έγινε αναφορά και εντός της απόφασης Χαρίδη) δεν δόθηκε συνέχεια στο συγκεκριμένο θέμα δεδοµένου ότι ο συγκεκριµένος λόγος έφεσης στρεφόταν εναντίον άλλης πτυχής που αφορούσε την κανονικότητα της ένστασης και επειδή ούτε πρωτόδικα ηγέρθηκε το θέµα τούτο µε τον ακριβή τρόπο που είχε επισημάνει το Ανώτατο Δικαστήριο. Επίσης στην Πολιτική Αίτηση Αρ. 22/09 του Αλέξανδρου Κολακίδη
(2009)1Α Α. Α. Δ. 351 ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Φωτίου Δ. περιγράφει την Δ.48 θ. 4 ως «διατακτική διάταξη». [ 8 ] Η σημασία της Δ.48 θ. 4 τονίζεται ιδιαίτερα και στην απόφαση της Πολιτικής Έφεσης Αρ. 180/2009 Yugos Finance BV κ.ά. ν. Halebay Holdings Limited ημερομηνίας 8/3/
  1. Παρά και το γεγονός πως στην συγκεκριμένη περίπτωση εξεταζόταν αίτηση παρακοής διατάγματος. Συγκεκριμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε - κατά τρόπο ανεπίτρεπτο όπως κατέληξε το Ανώτατο Δικαστήριο - πως παρεχόταν η δυνατότητα σε αυτό να εξετάσει ισχυρισμούς και λόγους ένστασης εκτός των λόγων ένστασης διότι οι πρόνοιες της Δ.48 θ.4 και η ιδιοµορφία της αίτησης για παρακοή, επέτρεπαν ελαστικότητα, έτσι ώστε κάθε ζήτηµα που άµεσα ή έµµεσα εγειρόταν, θα μπορούσε να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Τονίστηκε ιδιαίτερα από το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά και στις αποφάσεις Ταβελούδη και Χαρίδη η επιτακτική φύση των προνοιών της Δ.48 θ.
  2. Διατηρώντας υπόψη και το κείμενο της πρωτόδικης απόφασης ουσιαστικά το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε ως λανθασμένη την απάντηση την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο έδωσε στο εξής ερώτημα. Κατά πόσο παρά και το γεγονός πως με τους λόγους ένστασης δεν εγειρόταν ζήτηµα αντικειµενικής αδυναµίας συµµόρφωσης προς τη διαταγή του Δικαστηρίου τότε το συγκεκριμένο ζήτημα θα έπρεπε να απασχολήσει το Δικαστήριο ή θα έπρεπε η εξέταση να περιοριστεί στα όσα ρητά εγείρονταν µε τους λόγους ένστασης και υποστηρίζονταν από την ένορκη δήλωση η οποία συνόδευε την ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. Η κρινόμενη ως λανθασμένη κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν η ακόλουθη. Ότι η ιδιοµορφία της αίτησης για παρακοή δικαστικού διατάγµατος η οποία εστιαζόταν στο ενδεχόµενο αποτέλεσµα της στέρησης της ελευθερίας φυσικού προσώπου και η οποία δικαίως χαρακτηριζόταν ως διαδικασία προσοµοιάζουσα µε την ποινική, επέτρεπε ελαστικότητα σε σχέση µε τις πρόνοιες της Δ.48 θ.4 έτσι ώστε κάθε ζήτηµα το οποίο άµεσα ή έµµεσα εγειρόταν να μπορούσε να αποφασιστεί από το Δικαστήριο και πως οι πρόνοιες του συγκεκριμένου διαδικαστικού κανονισµού δεν ήταν δυνατό να αφεθούν να υπερισχύσουν του πρωτεύοντος καθήκοντος του Δικαστηρίου να διαπιστώσει την τήρηση όλων των προϋποθέσεων, διαδικαστικών και ουσιαστικών, προτού κρίνει πρόσωπο ένοχο παρακοής διατάγµατος Δικαστηρίου. [ 9 ] Θεωρώ ως ιδιαίτερης σημασίας το γεγονός πως το Ανώτατο Δικαστήριο ακόμη και σε διαδικασία αίτησης παρακοής προσωρινού διατάγματος επιβεβαίωσε την επιτακτική φύση της συγκεκριμένης δικονομικής πρόνοιας. Πόσο μάλλον τότε σε μία αίτηση συνδεδεμένη όχι με την διακυβευόμενη ελευθερία ενός ατόμου αλλά με την απλή ουσιαστικά δικονομική πτυχή ως προς την προώθηση μίας αγωγής με την αντικατάσταση ενός διαδίκου ο οποίος έχει αποβιώσει. Επιπλέον, πραγματικά δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί από το Δικαστήριο πως στη συγκεκριμένη περίπτωση υπό εξέταση η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας έχει θίξει ευθέως το συγκεκριμένο θέμα με τη γραπτή αγόρευση προς υποστήριξη της αίτησης της ενώ καμία σχετική τοποθέτηση δεν έγινε επί αυτού παρά και την ευχέρεια η οποία είχε δοθεί από το Δικαστήριο ως προς το σκοπό αυτό με τον ορισμό της αίτησης και δεύτερη φορά για ακρόαση, δηλαδή για τυχόν διευκρινίσεις τις οποίες ενδεχομένως να ζητούσε το Δικαστήριο ή για επιπρόσθετη επιχειρηματολογία την οποία θα μπορούσαν δικαιωματικά να είχαν προσθέσει οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων. [ 10 ] Επομένως θεωρώ πως πραγματικά το συγκεκριμένο θέμα όχι μόνο δεν θα ήταν ορθό όπως αγνοηθεί από το Δικαστήριο αλλά επιβάλλεται όπως αυτό ληφθεί υπόψη και πως τα όσα επιτακτικά προνοούνται από τη Δ.48 θ. 4
(1)θα πρέπει να τύχουν εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση. Συνεπώς θα συμφωνήσω με τη θέση πως η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης της εναγομένης 2 θα πρέπει να αγνοηθεί καθότι αυτή παράτυπα δεν έχει διατυπωθεί σύμφωνα με την επιτακτική πρόνοια της Δ.48 θ. 4 ως προς τη συμπερίληψη σε αυτή των λόγων ένστασης στο κυρίως σώμα της ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης της. Περιθώριο για έκδοση διατάγματος απαλλαγής από την παρατυπία σύμφωνα με σχετική επί του θέματος νομολογία και τα αναφερόμενα εντός αυτής κριτήρια δεν παρέχεται στη συγκεκριμένη περίπτωση (βλ. σχετικά την 1. Karl Heinz Wunderlich κ. ά. v. Ευθύβουλου Παναγιώτου
(1999)1 Α. Α. Δ. 366). [ 11 ] Παρά όμως και τη διαπίστωση αυτή έστω και επιγραμματικά θεωρώ ορθό, σε περίπτωση κατά την οποία κατ΄ έφεση κριθεί λανθασμένο το προαναφερόμενο συμπέρασμα του Δικαστηρίου, όπως εξετάσω και τα όσα σχετικά αναφέρει η ενόρκως δηλούσα προς υποστήριξη της ένστασης της στην αίτηση. Όπως αυτά αναφέρονται βεβαίως εντός της ένορκης δήλωσης της και στο βαθμό στον οποίο οι θέσεις της είναι δυνατό να γίνουν αντιληπτές διατηρώντας υπόψη την παράλειψη της να συμπεριλάβει λόγους ένστασης στην ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. [ 12 ] Κατ΄ αρχάς η θέση ως προς το ότι η επίδοση της αίτησης πάσχει και είναι άκυρη εξαιτίας της απουσίας αναφοράς της ιδιότητας της εναγομένης 2 είτε ως δικηγόρου είτε ως διαχειρίστρια με αναφορά μάλιστα σε επίδοση ημερομηνίας 8/10/2015 απορρίπτεται έχοντας υπόψη και το περιεχόμενο του φακέλου της αγωγής εντός του οποίου η επίδοση η οποία έγινε προς την εναγόμενη 2 όχι μόνο έγινε σε άλλη ημερομηνία (10/9/2015) αλλά έγινε προς τον δικηγόρο ο οποίος εμφανίστηκε σε όλες τις δικασίμους της αίτησης εκ μέρους της εναγομένης 2 ενώ επιπλέον επί της ένορκης δήλωσης επίδοσης αναφέρεται και η ιδιότητα της εναγομένης 2 ως δικηγόρος. Αναφέρεται μεν και σε αυτή την προηγούμενη επίδοση η ενόρκως δηλούσα παράλληλα όμως αβάσιμα ισχυριζόμενη πως επί αυτής δεν αναφέρεται η οποιοδήποτε ιδιότητα της ως δικηγόρος ή διάδικος ή διαχειρίστριας. Υπάρχει επίσης και μία ανεξήγητη αναφορά, σε σχέση με την επίδοση, σε λανθασμένο τίτλο δίχως όμως αυτή να διευκρινίζεται έτσι ώστε να καθίσταται εφικτό αυτή να τύχει οποιασδήποτε εξέτασης. Δεύτερο, η παράγραφος 5.1 της ένορκης δήλωσης πραγματικά δεν έχει οποιοδήποτε νόημα βάσει του οποίου να είναι εφικτό λογικά να εξαχθεί η οποιαδήποτε λανθασμένη αναφορά στην παράγραφο Γ της αίτησης. Αναφέρει συγκεκριμένα η ενόρκως δηλούσα πως η συγκεκριμένη παράγραφος ".πάσχει αφού λανθασμένα αναφέρεται ότι γύρω στις 13/05/2015 εκδόθηκε το διάταγμα του διορισμού μου ως Διαχειρίστριας, διότι δεν έγινε τούτο γύρω στις 13/05/2015 αλλά στις 13/05/2015". Ακόμη και το νόημα της συγκεκριμένης αναφοράς να εστιάζεται στη χρήση της φράσης "γύρω στις" αντί συγκεκριμένα "στις" 13/5/2015 και πάλι δεν θεωρώ πως αυτό αποτελεί λόγο να κριθεί πως η παράγραφος Γ της αίτησης πάσχει εξαιτίας αυτής της χρήσης. Μάλιστα επί της αίτησης επισυνάπτεται και φωτοαντίγραφο του συγκεκριμένου διατάγματος. Τρίτο, τα όσα αναφέρονται σε σχέση με την παράγραφο Ε της αίτησης ουσιαστικά αγνοούν πως με τη συνέχιση της διαδικασίας μεταξύ της ενάγουσας και της νέας εναγόμενης 1 ασφαλώς και αυτή η συνέχιση θα συμπεριλαμβάνει και τη συνέχιση της οποιασδήποτε άλλης συνδεδεμένης διαδικασίας, δηλαδή και της ανταπαίτησης της εναγομένης 1 εναντίον τόσο της ενάγουσας αλλά και των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων
  1. Άλλωστε η ενάγουσα έχει μεριμνήσει για την επίδοση της αίτησης και στους εξ ανταπαιτήσεως εναγομένους 2 οι οποίοι και έχουν εκπροσωπηθεί στη διαδικασία της αίτησης ενώ και στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης η εναγόμενη 1 περιγράφεται επίσης και ως η ".ενάγουσα με ανταπαίτηση αρ. 1". Επιπλέον, με την παράγραφο Β της αίτησης ζητείται αντικατάσταση της εναγομένης 1 και ".ενάγουσας με ανταπαίτηση αρ. 1". Δεν είναι δυνατό δηλαδή να διαπιστωθεί με οποιοδήποτε τρόπο πως η ενάγουσα επιδιώκει με την αίτηση της να διακόψει τη συνέχιση της διαδικασίας της ανταπαίτησης είτε εναντίον της είτε εναντίον των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων
  2. Η οποία διαδικασία βεβαίως απορρέει και από την ύπαρξη της διαδικασίας μεταξύ της ενάγουσας και τόσο της εναγομένης 2 όσο και της εναγομένης
  3. Τέλος, ούτε είναι δυνατό για το Δικαστήριο, με το ίδιο σκεπτικό ουσιαστικά, να δεχτεί ως βάσιμα τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 5.3 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης ενώ σε σχέση με την παράγραφο 5.4 πραγματικά δεν γίνεται δεκτή η θέση πως η ενάγουσα επιδιώκει με την αίτηση της να αποφύγει την πλήρη εκδίκαση της αγωγής και όλων των επίδικων ζητημάτων τόσο της απαίτησης όσο και της ανταπαίτησης με όλους τους διάδικους ".υπό όλες τις ιδιότητες τους". [ 13 ] Συνεπώς, η αίτηση της ενάγουσας κρίνεται δικαιολογημένη και εγκρίνεται με την έκδοση διαταγμάτων ως η αίτηση παραγράφοι Α, Β, Γ, Δ και Ε. [ 14 ] Τροποποιημένη έκθεση απαίτησης επί τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος να καταχωρηθεί εντός 30 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης των διαταγμάτων. Στη συνέχεια να ακολουθηθούν οι θεσμοί τόσο ως πρός την αντικατάσταση της εναγομένης 1 όσο και σε σχέση με την τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης έτσι ώστε να καθίσταται εφικτή η συνέχιση της διαδικασίας μεταξύ όλων των διαδίκων. [ 15 ] Αναφορικά με τα έξοδα της αίτησης όσο και αυτά τα οποία θα απωλεσθούν διατηρώ υπόψη μου τα ακόλουθα. Πρώτο, η ενάγουσα δεν ευθύνεται με οποιοδήποτε τρόπο σε σχέση με το γεγονός το οποίο προκάλεσε την καταχώρηση της, δηλαδή ότι η εναγόμενη 1 απεβίωσε. Δεύτερο, η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης της εναγομένης 2 έχει κριθεί ως παράτυπη και κατ΄ επέκταση θα πρέπει να αγνοηθεί. Τρίτο, έστω και εάν η κρινόμενη ως παράτυπη ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης, εξεταστεί έτσι ώστε να ληφθεί υπόψη το ενδεχόμενο η κρίση αυτή του Δικαστηρίου να ανατραπεί κατ΄ εφεση, η κατ΄ επέκταση εξέταση της ένστασης, βάσει του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης, οδηγεί σε συμπέρασμα του Δικαστηρίου πως αυτή είναι αδικαιολόγητη. Τέλος, το δεδομένο της ανυπαρξίας ένστασης από τους εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενους 2 ή αιτήματος εκ μέρους των για την επιδίκαση εξόδων υπέρ τους. Διατηρώντας υπόψη αυτά τα στοιχεία κρίνω πως τα έξοδα θα πρέπει να είναι έξοδα στην πορεία της αγωγής αλλά όχι εναντίον είτε της ενάγουσας είτε των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων
  4. Συνεπώς τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και αυτά τα οποία θα προκληθούν εξαιτίας της έγκρισης της θα είναι έξοδα στην πορεία αλλά όχι εις βάρος της ενάγουσας ή των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων
  5. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.