ΝΙΚΟΣ ΟΔΥΣΣΕΩΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 1170/13, 23/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A59 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1170/13 Μεταξύ: ΝΙΚΟΣ ΟΔΥΣΣΕΩΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Ενάγοντα-Αιτητή και
- CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED
- ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
- ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ
- ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγομένων-Καθ΄ ων η αίτηση ------------------- Αίτηση ημερ. 19.10.2015 για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης ------------------- Ημερομηνία: 23.3.2016 Για Ενάγοντα-Αιτητή: κα Λ. Λάμπρου για Κώστας Μελάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη 1-Καθ΄ ης η αίτηση: κα Ε. Μιχαήλ για ΤΟΡΝΑΡΙΤΗΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη 2-Καθ΄ ης η αίτηση: κα Θ. Ραφτοπούλου για ΑΛΕΚΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο 3: κ. Ε. Ερωτοκρίτου Για Εναγόμενη 4: κα Α. Κακογιάννη για Χρυσαφίνη & Πολυβίου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με γενικά οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα (καταχωρήθηκε στις 30.4.2013) ο Ενάγων αξιοί έκδοση διαταγμάτων τα οποία να ακυρώνουν τα αξιόγραφα και/ή δάνεια και/ή ομόλογα τα οποία αγόρασαν από την Εναγόμενη 1 κατόπιν εξαπάτησης και/ή ανεπίτρεπτης εκ μέρους της πίεσης. Η Έκθεση Απαίτησης καταχωρήθηκε στις 24.5.2014 (ένα χρόνο μετά την καταχώριση της αγωγής), αποτελείται από 19 σελίδες και σε αυτήν περιγράφονται τα γεγονότα και η κατ΄ ισχυρισμό συμβολή εκάστου των Εναγομένων για την επίδικη συναλλαγή της οποίας επιζητείται η ακύρωση. Περιγραφή των επιμέρους αναφορών της Έκθεσης Απαίτησης γίνεται πιο κάτω. Η δικογραφία συμπληρώθηκε στις 26.5.2015 και μετά από ορισμό της υπόθεσης δόθηκαν οδηγίες και καταχωρήθηκαν ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης εγγράφων εκ μέρους των διαδίκων. Η αγωγή ορίσθηκε για ακρόαση για τις 22.4.
- Στις 19.10.2015 καταχωρήθηκε η κρινόμενη αίτηση. Επιζητείται αντικατάσταση υφιστάμενων παραγράφων και προσθήκη ευάριθμων νέων παραγράφων και θεραπειών, οι οποίες καταλαμβάνουν δώδεκα σελίδες. Την αίτηση υποστηρίζει ένορκη δήλωση της κας Λ. X"Ξενοφώντος, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο Κ. Μελάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, των δικηγόρων που εκπροσωπούν τον Ενάγοντα-Αιτητή. Αναφέρει σε αυτήν πως: «Οι προσθήκες που επιδιώκονται με την παρούσα αίτηση είναι απόλυτα σχετικές με τα επίδικα θέματα, το πραγματικό υπόβαθρο της υπόθεσης αλλά και τα λεπτά, πρωτότυπα και πρωτόγνωρα νομικά ζητήματα που καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει και να κρίνει. Στην ουσία πρόκειται για την ευθύνη που έχει η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, αλλά και το κράτος απέναντι στους ενάγοντες τόσο για τα γεγονότα που προηγήθηκαν της πώλησης των επιδίκων αξιογράφων, αλλά και αυτά που διαδραματίσθηκαν από το Μάρτιο του 2013 και μετά.» Επιδιώκεται, όπως δηλώνει, πλήρης και αναλυτική καταγραφή όλων των ενεργειών και παραλείψεων της Εναγόμενης 1 τράπεζας ώστε να αποδειχθεί ο δόλιος σχεδιασμός, τακτική προώθησης των επίδικων και η εξαπάτηση τόσο του ευρύ κοινού όσο και του Ενάγοντα. Τονίζεται με την ίδια ένορκη δήλωση ότι επιθυμούν να θέσουν όλους τους ισχυρισμούς τους αναφορικά με τα γεγονότα, ούτως ώστε να δικαιολογήσουν τις αιτούμενες αξιώσεις, μια από τις οποίες είναι η θεραπεία Γ.1 Με την αιτούμενη να προστεθεί θεραπεία Γ1, επιζητείται έκδοση διατάγματος εντοπισμού και/ή ιχνηλάτησης (tracing) για ανάκτηση του συνολικού ποσού των €650.000 προς όφελος του Ενάγοντα. Ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης καταχωρήθηκε εκ μέρους των Εναγομένων 2 και
- Ο Εναγόμενος 1 δήλωσε στις 20.1.2016 στο Δικαστήριο ότι δεν αποδέχεται το αίτημα του Ενάγοντα και θα ακολουθήσει το αποτέλεσμα της απόφασης του Δικαστηρίου. Δεν καταχώρισε γραπτή ένσταση ούτε και αγόρευση. Η Εναγόμενη 4 δήλωσε στις 12.11.2015 ότι αποδέχεται την αίτηση, αιτούμενη τα έξοδα της. Με την ειδοποίηση ένστασης του ο Εναγόμενος 3 προβάλλει μεταξύ άλλων λόγων πως ο Ενάγοντας επιδιώκει να δημιουργήσει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του. Δεν υπάρχει συνάφεια της επιχειρούμενης να εισαχθεί βάσης απαίτησης με την υφιστάμενη. Ότι επιχειρείται εισαγωγή βάσεων αγωγής που έχουν παραγραφεί, αφού αναφέρονται σε πράξεις και/ή παραλείψεις που έλαβαν χώρο το
- Ότι υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώριση της κρινόμενης αίτησης και ότι επιχειρείται εισαγωγή γεγονότων τα οποία ήδη ήταν γνωστά σε αυτούς κατά την καταχώρηση της αγωγής. Την ένσταση συνοδεύει η ένορκη δήλωση της κας Αννίτας Εθελοντή. Αφού καταγράφει το ιστορικό της αγωγής επαναλαμβάνει και επεξηγεί τους λόγους ένστασης. Οι λόγοι ένστασης του Εναγόμενου 2 είναι όμοιοι με εκείνους που προβάλλει ο Εναγόμενος
- Προσθέτει ο Εναγόμενος 2 πως η υφιστάμενη αγωγή στρέφεται εναντίον της Καθ΄ ης η αίτηση 2, ενώ με την κρινόμενη αίτηση, μέρος των τροποποιήσεων που επιχειρεί να εισάξει ο Αιτητής, αφορούν ισχυριζόμενες πράξεις και/ή παραλείψεις της Αρχής Εξυγίανσης η οποία όμως δεν είναι διάδικος στην αγωγή. Προβάλλεται επίσης λόγος ένστασης ότι με την αιτούμενη τροποποίηση δεν προσδιορίζεται η ουσία της διαφοράς αλλά αντίθετα προκαλείται πολλαπλότητα νομικών ζητημάτων και μεταβάλλεται ο χαρακτήρας της αγωγής εναντίον της Εναγόμενης
- Ότι τα επιχειρούμενα να εισαχθούν νέα θέματα, επιβάλλεται να εκδικαστούν στα πλαίσια νέας αγωγής. Με την ένορκη δήλωση της Αργ. Σάββα, δικηγόρου, που συνοδεύει την ένσταση, υιοθετούνται οι προβαλλόμενοι λόγοι και επιχειρείται νομική τους ανάλυση. Αναφέρει η ενόρκως δηλούσα πως οι αιτούμενες να εισαχθούν παράγραφοι 22Α, 22Β, 22Γ, 22Δ, αποδίδουν το αδίκημα της βαρείας αμέλειας στην Εναγόμενη 2 κατά την περίοδο 2006-
- Συνεπώς τα αποδιδόμενα αδικήματα έχουν παραγραφεί σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 69 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου και του περί Παραγραφής Νόμου 66
(1)/2012. Γίνεται επίσης προσπάθεια απόδειξης του προβαλλόμενου λόγου ένστασης περί γνώσης των γεγονότων, με την αναφορά σε εκθέσεις απαιτήσεως άλλων αγωγών (οι οποίες επισυνάπτονται ως τεκμήριο) και στις οποίες καταγράφονται οι ισχυρισμοί και τα γεγονότα που θα εισαχθούν με τις προτεινόμενες παραγράφους 22Α και 22Β. Έτερος λόγος που αναπτύσσεται στην ένορκη δήλωση είναι η προσθήκη νέας βάσης αγωγής. Αυτή της βαριάς αμέλειας. Σε αντίθεση με την υφιστάμενη Έκθεση Απαίτησης, η οποία αποδίδει στην Εναγόμενη 2 μόνο μη επαρκή έλεγχο και εποπτεία, για τούτο και εγείρεται με το δικόγραφο της Έκθεσης Υπεράσπισης της προδικαστική ένσταση λόγω μη αποκάλυψης αγώγιμου δικαιώματος εναντίον της. Νομική Πτυχή Έχει νομολογηθεί ότι η τροποποίηση της δικογραφίας είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και ότι εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (δέστε Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, 707). Στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Έχει περαιτέρω νομολογηθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (δέστε Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934. Η προσέγγιση αυτή συνάδει με εκείνη που διατυπώθηκε στην Associated Leisure Ltd and others v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All E.R. 754, Jamal Khan v. Δημοκρατίας του Πακιστάν
(2011)1 Α.Α.Δ. 1211. Οι αρχές οι οποίες διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνοψίζονται στη Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 33 και έχουν ως εξής: «
(1)H τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέρονται του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.» Κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμώνται όλα τα σχετικά γεγονότα τα οποία τείνουν να διαμορφώσουν και προδιαγράψουν το πλαίσιο της δίκης σε συνάρτηση με τα χρονικά όρια για την επίλυση τους. Καθυστέρηση - Μη αιτιολόγηση Ο λόγος που κατέστησε αναγκαία την καταχώριση της παρούσας αίτησης δίδεται μέσα από την ένορκη δήλωση και επαναλαμβάνεται στην αγόρευση. «Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού και κατόπιν λεπτομερούς μελέτης και αξιολόγησης των γεγονότων καθώς και νομικών ζητημάτων και ιδιαιτεροτήτων της υπόθεσης για σκοπούς προετοιμασίας της ακρόασης, καθώς και επεξεργασίας όλου του έγγραφου υλικού με το οποίο μέχρι στιγμής έχουμε ως δικηγόροι των εναγόντων εφοδιαστεί, διαπιστώθηκε ότι η έκθεσης απαίτησης χρήζει τροποποίησης.» Οι συνήγοροι των Εναγομένων 2 και 3 τονίζουν το γεγονός της καθυστέρησης ως ένα από τους λόγους για τους οποίους δεν πρέπει να ασκηθεί υπέρ των Αιτητών η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Πρόσθετα υποδεικνύουν, πως καμία αιτιολογία δίδεται προς τούτο. Είναι νομολογημένο πως ο παράγοντας καθυστέρηση, δεν αποτελεί από μόνος του μοιραίο και αποφασιστικό παράγοντα στην έγκριση ή όχι του αιτήματος. Τροποποιήσεις επιτεύχθηκαν και μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, την κατάθεση σωρείας μαρτύρων, ακόμη και κατ΄ έφεση. Κάθε περίπτωση αποτελεί μοναδική περίσταση και εξετάζεται με τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Εκείνο βεβαίως που απαιτείται είναι η παροχή εξήγησης για το στάδιο που επιλέγηκε και την ανάγκη που τη δημιούργησε. Έχει ανωτέρω καταγραφεί η δοθείσα αιτιολογία. Ουσιαστικά η μελέτη και προετοιμασία της ακρόασης ανέδειξε την ανάγκη αυτή. Δεν πρόκειται για νέα στοιχεία που προέκυψαν, που δεν ήταν στη γνώση των Αιτητών ή των δικηγόρων τους ή που δεν μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια να αναδείξουν. Αντίθετα, παρουσιάζεται, μέσα από τις Εκθέσεις Απαιτήσεως των αγωγών που επισυνάπτει η Εναγόμενη 2 στην ένσταση της, πως τέτοιοι πανομοιότυποι ισχυρισμοί έχουν εισαχθεί εκεί, αποδεικνύοντας προγενέστερη της αίτησης γνώση των θεμάτων. Ακόμη όμως και να μην ήσαν γνωστοί όμως εύλογα και έγκαιρα μπορούσαν να εντοπισθούν από τα αρχικά στάδια της διαδικασίας (Γραμμές Στριντζή Αιγαίου v. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 807). Παρά την αναγνωρισμένη φιλελεύθερη τάση που επικρατεί για τροποποίηση των δικογράφων, εντούτοις αυτή δεν μπορεί να επιτρέπει τροποποιήσεις με την επίκληση της προσεκτικότερης μελέτης (δέστε επίσης IKOS CIF LTD v. Martin Coward, ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολ. Εφέσεις 137/13 και 138/13, ημερ. 20.3.2014). Συνεπώς η έλλειψη οποιασδήποτε ικανής αιτιολογίας είναι μοιραία για την καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης. Έτεροι και σημαντικοί λόγοι ένστασης είναι αυτοί της παραγραφής των προτιθέμενων να εισαχθούν αξιώσεων και της εισαγωγής νέας βάσης αγωγής. Τόσον η Εναγόμενη 2 όσο και ο Εναγόμενος 3 προβάλλουν με το δικόγραφο της υπεράσπισης τους τη μη αποκάλυψη αγώγιμου δικαιώματος εναντίον τους. Με την υπάρχουσα Έκθεση Απαίτησης ο Γενικός Εισαγγελέας (Εναγόμενος 3) ενάγεται υπό την ιδιότητα του ως ο νομικός σύμβουλος του κράτους που ασκεί τις αρμοδιότητες που του δίδει το Σύνταγμα για λογαριασμό της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το κράτος ενάγεται λόγω αμέλειας και/ή παράλειψης και/ή πλημμελούς εκτέλεσης των καθηκόντων των οργάνων και αξιωματούχων του, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Η Κεντρική Τράπεζα (Εναγόμενη 2), ενάγεται λόγω παράλειψης επαρκούς εποπτείας των τραπεζών, δεδομένου πως αποτελεί μέρος των αρμοδιοτήτων της, ως επίσης και η διασφάλιση της σταθερότητας του χρηματοοικονομικού συστήματος, την εποπτεία της παροχής επενδυτικών υπηρεσιών από τραπεζικά ιδρύματα κ.λ.π.. Με το δικόγραφο της Έκθεσης Υπεράσπισης της η Εναγόμενη 2 καταγράφει πως η αγωγή πρέπει να απορριφθεί καθόσον δεν εγείρονται ισχυρισμοί ότι οι πράξεις και/ή παραλείψεις της Εναγόμενης 2 δεν έγιναν καλή τη πίστει, ή ότι είναι αποτέλεσμα δόλου ή σοβαρής αμέλειας. Όπως εξηγεί στην αγόρευση της η συνήγορος της Εναγόμενης 2 η ρηθείσα προδικαστική ένσταση στηρίζεται στις πρόνοιες του άρθρου 47 του περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμου 138
(1)/
- Το ανωτέρω άρθρο, σε συνδυασμό με το άρθρο 6 του ιδίου Νόμου και του άρθρου 32 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου 66(Ι)/97, όπως τροποποιήθηκε, απαλλάττει ουσιαστικά της ευθύνης για αποζημίωση σε περίπτωση αγωγής για πράξη ή παράλειψη εκτός εάν οι ενέργειες δεν έγιναν καλή τη πίστει ή είναι αποτέλεσμα σοβαρής αμέλειας. Με την κρινόμενη αίτηση επιδιώκεται η εισαγωγή παραγράφων (22Α, 22Β, 22Γ, παρ. 2Β αίτησης) με τις οποίες αποδίδεται στην Εναγόμενη 2, επίδειξη βαριάς αμέλειας κατά την άσκηση της εποπτείας της επί της Εναγόμενης
- Η προσθήκη αυτή του αδικήματος της βαριάς αμέλειας αποτελεί νέα βάση αγωγής η οποία ουσιαστικά επαναπροσδιορίζει τα επίδικα θέματα, και δημιουργεί αγώγιμο δικαίωμα (δέστε Φοινιώτης (ανωτέρω), Χ"Λαμπρή v. Μ. Πετεινού
(2010)1 (Β) Α.Α.Δ. 1022) κατά τρόπο που μεταβάλλει εξ΄ ολοκλήρου το χαρακτήρα της. Όπως σημειώνει η συνήγορος της Εναγόμενης 2, θέση απόλυτα ορθή, "η παρούσα αγωγή αφορά αδικήματα που κατ΄ ισχυρισμό διεπράχθησαν από τους εναγόμενους σε σχέση με την έκδοση και διάθεση αξιογράφων κεφαλαίου της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd. Με την επιδιωκόμενη τροποποίηση ωστόσο, προστίθενται γεγονότα που αφορούν την περίοδο 2006-2013, η οποία ξεκινά πριν την έκδοση αξιογράφων κεφαλαίου από το πιο πάνω τραπεζικό ίδρυμα και τα οποία σχετίζονται με την κεφαλαιακή επάρκεια του τραπεζικού ιδρύματος, την αγορά ελληνικών ομολόγων και την παραχώρηση έκτακτης ρευστότητας από την καθ΄ ης η αίτηση
- Περαιτέρω, οι αιτούμενες τροποποιήσεις αφορούν ισχυριζόμενες πράξεις και/ή παραλείψεις της Αρχής Εξυγίανσης, η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα αγωγή. Όλες οι ισχυριζόμενες ενέργειες και/ή παραλείψεις που αναφέρονται στην υφιστάμενη αγωγή, στρέφονται κατά της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, η οποία είναι νομικό πρόσωπο, το οποίο ιδρύθηκε σύμφωνα με τα Άρθρα 118 και 121 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και με βάση τον περί της Κεντρικής Τραπέζης της Κύπρου Νόμο του 1963 ( Νόμος 48 του 1963), ο οποίος αντικαταστάθηκε από το Νόμο 138(Ι)/
- Η νέα αξίωση, ωστόσο που επιχειρείται να εισαχθεί με την παράγραφο Ια1 (βλέπε Διάταγμα 2(Β) στην αίτηση) αξιώνονται αποζημιώσεις εναντίον της καθ΄ ης η αίτηση 2 και υπό την ιδιότητα της ως Αρχή Εξυγίανσης. Η Αρχή Εξυγίανσης ιδρύθηκε με βάση τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο 17(Ι)/2013, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, και παρόλο που με βάση το άρθρο 2 του πιο πάνω Νόμου 17(Ι)/2013 είναι η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, η Αρχή Εξυγίανσης λειτουργεί δυνάμει ξεχωριστών νομοθετικών διατάξεων.» Τονίζεται περαιτέρω πως: Η υπάρχουσα αξίωση στρέφεται γύρω από τον άξονα της αγοράς των αξιογράφων άνευ της συναίνεσης του Ενάγοντα και μετά από εξαπάτηση του. Γι΄ αυτό επιζητείται η ακύρωση τους. Με τις προτεινόμενες να εισαχθούν αξιώσεις, επιζητείται και διάταγμα ιχνηλάτησης των ποσών που πληρώθηκαν για την αγορά τους. Ουσιαστικά δεν αφορά τη μείωση της αξίας των αξιογράφων και αποζημίωση, αλλά εξέταση γεγονότων που παραπέμπουν στην περίοδο 2006-2013 και τα οποία σχετίζονται με την κεφαλαιακή επάρκεια του τραπεζικού ιδρύματος, την αγορά ελληνικών ομολόγων και την παραχώρηση έκτακτης ρευστότητας από την Εναγόμενη 2 προς την Εναγόμενη
- Η παραγραφή των αξιώσεων αποτελεί πρόσθετο λόγο ένστασης. Κυρίως οι προτεινόμενες παράγραφοι 22Α, 22Β, 22Γ, 22Δ και η θεραπεία Ια
- Όπως ανωτέρω λέχθηκε εισάγεται με αυτές το αστικό αδίκημα της βαριάς αμέλειας και παράβαση θέσμιων καθηκόντων. Ο χρόνος παραγραφής για τα αστικά αυτά αδικήματα, εισηγούνται αμφότεροι οι συνήγοροι των Εναγομένων 2 και 3, καθορίζεται στο άρθρο 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το οποίο προνοεί ότι καμιά αγωγή δεν εγείρεται για αστικό αδίκημα εκτός εάν αυτή εγερθεί εντός τριών ετών αμέσως μετά την πράξη ή παράλειψη για την οποία εγέρθηκε η αγωγή. Αποδέχονται οι συνήγοροι πως δυνάμει του άρθρου 29 του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου 66(Ι)/2012, (όπως τροποποιήθηκε) το πιο πάνω άρθρο 68 του Κεφ. 148, καταργήθηκε. Ωστόσο, όπως ρητά προβλέπεται στο παράρτημα του πιο πάνω Νόμου, το άρθρο αυτό καταργείται «Μόνο σε σχέση με πράξη ή παράλειψη που επισυνέβηκε κατά ή μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου». Σημειώνεται ότι με βάση το άρθρο 28 του πιο πάνω Νόμου αυτός τίθεται σε ισχύ την 1η Ιουλίου
- Περαιτέρω, με βάση το άρθρο 24(ε)(i) του ιδίου Νόμου «Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου δεν επηρεάζουν . (ε) τις ειδικές προθεσμίες που αναφέρονται σε οποιαδήποτε νομική διάταξη, αν (i) αυτή δεν περιλαμβάνεται στις καταργούμενες από το άρθρο 29 διατάξεις.» Με βάση τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 68 του Κεφ. 148 και των άρθρων 24(ε), 28 και 29 του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου 66(Ι)/2012, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, πράξεις και παραλείψεις που συνιστούν αστικά αδικήματα που επεσυνέβησαν πριν την έναρξη του Νόμου 66(Ι)/2012, δηλαδή πριν την 1η Ιουλίου 2012, ισχύ έχει το άρθρο 68 του Κεφ. 148, σύμφωνα με το οποίο αγωγή για αστικό αδίκημα πρέπει να καταχωρείται εντός 3 ετών αμέσως μετά την πράξη ή παράλειψη για την οποία εγέρθηκε η αγωγή. Στην κρινόμενη περίπτωση επιχειρείται η εισαγωγή πράξεων και παραλείψεων οι οποίες έλαβαν χώρα την περίοδο από το 2006 μέχρι και το 2013 και συνεπώς αφού αφορούν αδικήματα κατ΄ ισχυρισμό διαπραχθέντα μέχρι την 1η Ιουλίου 2012, αυτά έχουν παραγραφεί. Παραπομπή έγινε στην απόφαση στην αγωγή 1394/2013 Ε.Δ. Λάρνακος όπου εξετάσθηκε πανομοιότυπο θέμα και ο Πρόεδρος αυτού απέρριψε το σχετικό αίτημα. Στην ίδια απόφαση αναφέρεται και η συνήγορος των Αιτητών για να εκφράσει τη διαφωνία της με αυτήν και να υποδείξει ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί σε τούτο το στάδιο να ασχοληθεί με το εγειρόμενο θέμα της παραγραφής. Υποδεικνύει με παραπομπή σε νομολογία (Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς v. Σωτ. Χαραλάμπους
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1608) πως ακόμη και να τίθεται και να υπάρχει παραγραφή, τούτο δεν αποτελεί κώλυμα, για αποδοχή της αίτησης και εισαγωγή των προτεινόμενων παραγράφων. Εισηγείται περαιτέρω πως η συγκεκριμένη περίπτωση εμπίπτει στη διάταξη (γ) του άρθρου 68, διότι δεν είναι οι συγκεκριμένες πράξεις και παραλείψεις που συνθέτουν τη βάση της αγωγής αλλά η ζημιά που απορρέει από εκείνες. Προνοεί το άρθρο 68(γ): «Αν η βάση της αγωγής δεν προκύπτει από την τέλεση οποιασδήποτε πράξης ή παράλειψης για τέλεση πράξης αλλά από τη ζημιά που απορρέει από την πράξη ή παράλειψη εντός των τριών αμέσως επόμενων ετών μετά που ο Ενάγοντας υπέστη τη ζημιά.» Συνεχίζει δε η επιχειρηματολογία πως η ζημιά είναι συνεχής και προέκυψε όχι μόνον όταν η Εναγομένη 1 σταμάτησε την καταβολή τόκου επί των αξιογράφων αλλά και μετά τα γεγονότα του Μαρτίου του 2013 με την κατάρρευση της Λαϊκής. Ότι η αγορά των αξιογράφων και η αμέλεια της Κεντρικής Τράπεζας, πιθανόν να είχε ως αποτέλεσμα το να προκληθεί ζημιά στον Ενάγοντα, όπως η ζημιά αυτή καθ΄ εαυτή (actual loss) επεσυνέβη με την πλήρη συνεισφορά των κατόχων των αξιογράφων με το bail in του Μάρτη του
- Πρωτίστως θα πρέπει να τονισθεί πως το Δικαστήριο έχει καθήκον και δυνατότητα να ασχοληθεί σε αυτό το στάδιο με το θέμα της παραγραφής. Τούτο έγινε και στην ανωτέρω αναφερθείσα απόφαση Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς, όπου επίσης το Δικαστήριο εξέταζε αίτημα τροποποίησης τίτλου σε υπόθεση παραπομπής. Όπως ανωτέρω λέχθηκε, με τις επιχειρούμενες να προστεθούν παραγράφους γίνεται αναφορά σε πράξεις και παραλείψεις που έλαβαν χώρα την περίοδο που άρχεται το
- Ενώ η επίδικη αγορά αξιογράφων, της οποίας επιζητείται η ακύρωση έλαβε χώρα τον Απρίλιο 2009, Απρίλιο 2010 και Ιούνιο
- Το βέβαιο είναι πως δεν μπορεί να αξιώνεται ή να γίνεται επίκληση ζημιάς λόγω ισχυριζόμενης αμέλειας που επέδειξε η Εναγόμενη 2 το 2006, αφού τον χρόνο εκείνο ο Ενάγων δεν ήταν κάτοχος αξιογράφων. Δεν μπορεί να αναμοχλεύονται γεγονότα και καταστάσεις χρόνια πριν την επίδικη σύμβαση της οποίας επιδιώκεται η ακύρωση. Οι προτεινόμενες να εισαχθούν παράγραφοι, αναφέρονται σε διάφορα χρονικά σημεία, χωρίς επακριβή χρονικό προσδιορισμό ώστε να είναι δυνατή ή επαρκής η εξέταση τους σε σχέση με το εγειρόμενο ζήτημα της παραγραφής. Θα συμφωνήσω με το λεκτικό και σκεπτικό του Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακος, το οποίο και υιοθετώ, πως: «Με τον τρόπο που δικογραφούνται οι πλέον ουσιαστικές παραγράφοι που επιδιώκεται να εισαχθούν είναι αδύνατο να διαγνωσθεί πότε κατ΄ ισχυρισμό διαπράχθηκε η κάθε πράξη ή παράλειψη που καταλογίζεται στους Εναγόμενους. Ήταν υποχρέωση των Εναγόντων να καθορίσουν στην Αίτηση πότε επεσυνέβηκε η κάθε ισχυριζόμενη πράξη ή παράλειψη ώστε η καθεμιά να μπορεί να εξεταστεί χωριστά. Δεδομένης της ύπαρξης του ζητήματος της παραγραφής ο κάθε προτεινόμενος ισχυρισμός θα έπρεπε να έχει χρονικό προσδιορισμό. Πότε ή σε ποια συγκεκριμένη περίοδο επεσυνέβηκε η πράξη ή η παράλειψη που επιδιώκεται να εισαχθεί. Δεν θα μπορούσε να επιτραπούν οι προτεινόμενες τροποποιήσεις συλλήβδην γιατί αφού εισαχθούν στη δικογραφία θα μπορεί να δοθεί μαρτυρία σε όλο το φάσμα που αυτές καλύπτουν. Πρέπει να απορριφθούν στην ολότητα τους εκτός και όπου συγκεκριμένος ισχυρισμός θα διαφαίνετο ότι αφορούσε σε χρόνο μετά την 1.7.2012.» Συνεπώς, για κάθε έναν και ξεχωριστά από τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων 2 και 3 και εναντίον του Ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Οι Εναγόμενοι 1 και 4 οι οποίοι δεν καταχώρησαν ένσταση, θα δικαιούνται έξοδα δύο εμφανίσεων, όπως αυτά θα υπολογισθούν ως ανωτέρω. (Υπ.) ............... Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΜ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: (Αίτηση για Τροποποίηση Ε/Α) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο