Christopher John Ekin-Wood ν. Vladislav Ivanov Shkerov, Αρ. Αγωγής :- 943 / 2015, 31/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A68 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 943 / 2015 Μεταξύ:- Christopher John Ekin-Wood Ενάγοντας Και Vladislav Ivanov Shkerov Εναγόμενος Αίτηση Παρακοής Διατάγματος Ημερομηνίας 24/8/2015 Ημερομηνία :- Πέμπτη 31η Μαρτίου 2016 Για τον Ενάγοντα - Αιτητή :- κος. Σωτήρης Αργυρού για Σωτήρης Αργυρού Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Ειρήνη Θεοχάρους Για τον Εναγόμενο - Καθ΄ ου η Αίτηση :- κα. Γιασμίνα Λάζιτς για P. Kourides & Co L. L. C. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Γιασμίνα Λάζιτς με κο. Πανίκο Κουρίδη Εναγόμενος παρών - Χρέη διερμηνέα εκτελεί η κα. Μπόικα Μιχαήλ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ [ 1 ] Αιτήθηκε ο ενάγων την έκδοση διαφόρων προσωρινών διαταγμάτων με αίτηση του ημερομηνίας 5/6/2015 και το Δικαστήριο στις 9/6/2015 εξέδωσε τα περισσότερα από αυτά ορίζοντας τα ως επιστρεπτέα στις 16/6/2015 ημερομηνία κατά την οποία, στην παρουσία του εναγομένου, τα διατάγματα τα οποία εκδόθηκαν κατέστησαν απόλυτα ενώ εκδόθηκε επίσης και ένα επιπρόσθετο διάταγμα το οποίο δεν είχε δοθεί αρχικά κατά τις 9/6/
- Σημειωτέον ότι τα διατάγματα τα οποία είχαν εκδοθεί στις 9/6/2015 είχαν επιδοθεί προσωπικά στον εναγόμενο. [ 2 ] Σημασία για σκοπούς έκδοσης αυτής της απόφασης έχει το γεγονός πως μεταξύ αυτών των διαταγμάτων ήταν και διάταγμα βάσει του οποίου απαγορευόταν στον εναγόμενο «...να παρενοχλεί (molesting) με οποιοδήποτε τρόπο και/ή επεμβαίνει (interfere) στο άτομο του Ενάγοντα - αιτητή, με το να τηλεφωνά και/ή να επικοινωνεί προφορικά είτε τηλεφωνικώς σε οποιοδήποτε τηλέφωνο του Ενάγοντα - Αιτητή και/ή να αφήνει προφορικά μηνύματα στο φωνοκιβώτιο του κινητού του τηλεφώνου και/ή να αποστέλλει παντώς είδους μηνύματα είτε ηλεκτρονικά (emails) και/ή γραπτά είτε άλλως πως και/ή μέσω ηλεκτρονικών σελίδων κοινωνικής δικτύωσης και/ή μέσω ηλεκτρονικών υπηρεσιών παροχής επικοινωνίας ήτοι skype και/ή viber και/ή what's up και ή άλλως πως, με εξαίρεση τη γραπτή επικοινωνία στους Δικηγόρους» (στο εξής θα καλείται το «επίδικο διάταγμα»). [ 3 ] Θεωρώ, διατηρώντας υπόψη τα κατ΄ ισχυρισμό γεγονότα της περίπτωσης υπό εξέταση, σύμφωνα και με την ένορκη δήλωση του ενάγοντα, πως περισσότερη σημασία έχει η απαγόρευση αποστολής μηνυμάτων ηλεκτρονικά, δηλαδή μηνύματα γνωστά ως e-mail, από την ηλεκτρονική διεύθυνση pavlospavlou1988@yahoo.bg στις 17/7/2015 και 27/7/2015, και μέσω ηλεκτρονικών σελίδων κοινωνικής δικτύωσης σε σχέση με την περίπτωση αποστολής μηνυμάτων μέσω ηλεκτρονικών σελίδων κοινωνικής δικτύωσης, δηλαδή Facebook Messenger, στην περίπτωση του Michael Jonh Harris, στις 9/8/2015 και 10/8/
- Ο ενάγων ισχυρίζεται πως δεν γνωρίζει οποιοδήποτε άτομο με αυτό το όνομα ενώ όπως και στην περίπτωση του Pavlos Pavlou θέση του είναι ότι ο αποστολέας των μηνυμάτων είναι ο εναγόμενος. Παράλληλα, διατηρώντας υπόψη ότι η διαδικασία σε αίτηση παρακοής διατάγματος είναι μία οιωνεί ποινική διαδικασία η οποία αποβλέπει στην τιμωρία του παραβάτη θεωρώ πως τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα αποτελούν μέρος των λεπτομερειών σε σχέση με την παρακοή του επίδικου διατάγματος. [ 4 ] Βεβαίως το θέμα της μη παροχής επαρκών λεπτομερειών δεν τίθεται καν ως λόγος ένστασης και τα όσα αναφέρονται πιο πάνω αποτελούν απλά παρατηρήσεις αλλά και διαπιστώσεις του Δικαστηρίου σε σχέση ουσιαστικά με έλεγχο από το Δικαστήριο ως προς το σαφή καθορισμό της υπόθεσης την οποία ο εναγόμενος είχε να αντιμετωπίσει ως αποτέλεσμα της καταχώρησης της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. [ 5 ] Σύμφωνα με την παράγραφο Α της αίτησης ο ενάγων αιτείται από το Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος «...διατάττον τον Καθ΄ ου η αίτηση όπως παρουσιασθεί και δείξει λόγο γιατί να μην φυλακισθεί και/ή να του επιβληθεί πρόστιμο και/ή να κατασχεθεί η περιουσία του ως ήθελε το Σεβαστό Δικαστήριο διατάξει καθ΄ ότι ο Καθ΄ου η αίτηση παρέλειψε να συμμορφωθεί προς το Τελικό Απαγορευτικό Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 09ης Ιουνίου 2015, αν και αυτό του είχε δεόντως επιδοθεί και εκ συμφώνου κατέστει απόλυτο στις 16ης Ιουνίου 2015». [ 6 ] Προφανώς η αναφορά στο «Τελικό Απαγορευτικό Διάταγμα του Δικαστηρίου» παραπέμπει στο επίδικο διάταγμα (βλ. σχετικά την παράγραφο [ 2 ] αυτής της απόφασης). Βεβαίως το θέμα αυτό δεν έχει τεθεί υπό οποιαδήποτε αμφισβήτηση κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας ή στην ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης του εναγομένου. Συνεπώς δεν χρήζει οποιασδήποτε ιδιαίτερης εξέτασης από το Δικαστήριο. Διευκρινίζεται απλά πως σε σχέση με την έκδοση αυτής της απόφασης το Δικαστήριο ασφαλώς διατηρεί υπόψη του το επίδικο διάταγμα. [ 7 ] Παρατίθενται εντός της ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης τρεις λόγοι ένστασης. [ 7.1 ] Πρώτο, ότι οι "..ισχυριζόμενες παραβιάσεις του διατάγματος τίθενται και βασίζονται σε ψευδείς ισχυρισμούς, απόκρυψη στοιχειών και της αλήθειας και σε αναληθή πραγματικά γεγονότα". [ 7.2 ] Δεύτερο, ότι δεν ".υπήρξε από πλευράς του Καθ΄ού η Αίτηση οποιαδήποτε πρόθεση για καταστρατήγηση του διατάγματος". [ 7.3 ] Τέλος, ότι δεν ".υφίστανται τα απαραίτητα συστατικά στοιχεία του ισχυριζόμενου αδικήματος παρακοής". [ 8 ] Βεβαίως ο δεύτερος λόγος ένστασης προκαλεί απορία καθότι εάν όντως, σύμφωνα και με τον πρώτο λόγο ένστασης, οι κατ΄ ισχυρισμό παραβιάσεις του διατάγματος δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα τότε προς τι επικαλείται ο εναγόμενος την απουσία εκ μέρους του πρόθεσης για καταστρατήγηση του επίδικου διατάγματος; Ανεξάρτητα όμως και από αυτή την εκ πρώτης όψεως αντιφατικότητα μεταξύ των λόγων ένστασης, εντός αυτής της απόφασης το Δικαστήριο, αφού πρώτα αξιολογεί τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε και καταλήγει σε συμπεράσματα ως πρός την πραγματική πτυχή της αίτησης, στη συνέχεια εξετάζει τους λόγους ένστασης στο σύνολο τους. [ 9 ] Διατηρεί υπόψη του το Δικαστήριο κατά την έκδοση αυτής της απόφασης πως αυτό το οποίο εξετάζεται είναι μία ενδιάμεση αίτηση αναφορικά με την παρακοή ενός διατάγματος το οποίο εκδόθηκε και έγινε απόλυτο πριν από την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Συνεπώς κρίνεται ορθό όπως αποφευχθεί η οποιαδήποτε τελική κρίση αναφορικά με την αξιοπιστία των διαδίκων σε σχέση όμως με θέματα τα οποία εύλογα αναμένεται να εξεταστούν και κατά την εκδίκαση της αγωγής. Λαμβάνεται υπόψη σε σχέση με αυτό το θέμα το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης του ενάγοντα. Επικεντρώνεται το Δικαστήριο σε αυτή την απόφαση σε ισχυρισμούς των διαδίκων οι οποίοι έχουν όσο το δυνατό περισσότερη σχέση με τα θέματα υπό εξέταση αναφορικά με το επίδικο θέμα της κατ΄ ισχυρισμό παρακοής του επίδικου διατάγματος. [ 10 ] Παράλληλα βεβαίως διατηρείται υπόψη πως η όλη διαδικασία πρόκειται για μία οιωνεί ποινική διαδικασία και ως αποτέλεσμα το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει πεισθεί με τη μαρτυρία η οποία έχει παρουσιαστεί πως ο εναγόμενος όντως έχει παρακούσει το επίδικο διάταγμα πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Επομένως αναπόφευκτα σε ένα κρινόμενο ως αναγκαίο βαθμό εξετάζεται και η αξιοπιστία των διαδίκων ως μάρτυρες. Σε σχέση όμως με αυτή την αξιολόγηση επικεντρώνεται το έργο του Δικαστηρίου σε ισχυρισμούς οι οποίοι να έχουν σχέση κυρίως με το βασικό ερώτημα υπό εξέταση. Ως προς το κατά πόσο δηλαδή όντως ο εναγόμενος είχε παραβεί το επίδικο διάταγμα. [ 11 ] Όπως είναι κοινά παραδεκτό από τους διάδικους, σύμφωνα και με τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε, οι διάδικοι διατηρούσαν σχέση μεταξύ τους. [ 12 ] Αξίζει να τύχει ιδιαίτερης αναφοράς το γεγονός αναφορικά με τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε πως ο ενάγων υιοθέτησε πλήρως το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης η οποία καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της αρχικής αίτησης βάσει της οποίας εκδόθηκε το επίδικο προσωρινό διάταγμα (στο εξής θα αναφέρεται ως η «ένορκη δήλωση Ιουνίου 2015»). Επί αυτού του θέματος υπενθυμίζω πως παρά και το γεγονός ότι υποβλήθηκε στον ενάγοντα πως τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του ημερομηνίας 24/8/2015 δεν ευσταθούν εντούτοις κατά την αντεξέταση του δεν αμφισβητήθηκε με συγκεκριμένες αναφορές στο περιεχόμενο της η προαναφερόμενη υιοθέτηση ή ουσιαστικά η βασιμότητα του περιεχομένου αυτού του μέρους της μαρτυρίας του. [ 13 ] Σύμφωνα με τα όσα ο ενάγων αναφέρει στην ένορκη δήλωση Ιουνίου 2015 οι διάδικοι συζούσαν για μία χρονική περίοδο μεταξύ των μηνών Οκτώβρη του 2012 και Απρίλη του
- Αναφέρεται επίσης και στη διαφορά της ηλικίας τους με τον ίδιο να είναι σχεδόν 81 ετών και ο εναγόμενος, επίσης σχεδόν, 36 ετών. [ 14 ] Διευκρινίζεται απλά πως η υιοθέτηση της μαρτυρίας η οποία εμπεριέχεται στην ένορκη δήλωση Ιουνίου 2015 έχει σημασία και για σκοπούς αυτής της απόφασης καθότι από αυτή είναι δυνατό να αντληθούν στοιχεία τα οποία έχουν σχέση και με τα θέματα υπό εξέταση κατά την διαδικασία εκδίκασης της αίτησης παρακοής. [ 15 ] Αμφότεροι οι διάδικοι αντεξετάστηκαν σε σχέση με το περιεχόμενο συγκεκριμένων παραγράφων των ενόρκων δηλώσεων οι οποίες καταχωρήθηκαν προς υποστήριξη, αντίστοιχα, της αίτησης και της ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης. [ 16 ] Έχοντας μελετήσει με ιδιαίτερη προσοχή τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε κατά την εκδίκαση της αίτησης καταλήγω στα ακόλουθα συμπεράσματα. [ 17 ] Αναφορικά με την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των διαδίκων ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης την οποία αμφότεροι έχουν υποστεί, εν τέλει διαπιστώνεται πως ο ενάγων ως μάρτυρας ήταν ειλικρινής σε αντίθεση με τον εναγόμενο ο οποίος κρίνεται αναξιόπιστος. [ 18 ] Η διαπίστωση του Δικαστηρίου σε σχέση με την αξιολόγηση της μαρτυρίας, η οποία αναλύεται πιο κάτω, προκύπτει τόσο από τη ζωντανή εντύπωση των διαδίκων ως μάρτυρες όσο και από συσχετισμό των όσων οι ίδιοι αναφέρουν στις ένορκες δηλώσεις τους και τα όσα κατέθεσαν προφορικά σε συνάρτηση βεβαίως και με τα όσα τεκμήρια ο ενάγων παρουσίασε προς υποστήριξη της αίτησης του. Σημειώνεται απλά πως ο εναγόμενος δεν έχει επισυνάψει οποιαδήποτε τεκμήρια στη δική του ένορκη δήλωση. [ 19 ] Η προφορική κατάθεση του ενάγοντα διακρίνεται από σοβαρότητα και μία σταθερή προσπάθεια ο ίδιος να είναι όσο το δυνατό περισσότερο ακριβής και ειλικρινής σε σχέση με τις ερωτήσεις ή υποβολές τις οποίες η ευπαίδευτη συνήγορος του εναγομένου υπέβαλε σε αυτόν. Αντιθέτως η προφορική κατάθεση του εναγομένου διακρίνεται από επιπόλαιοτητα και υπεκφυγή δίχως αυτή να πείθει ως προς την ειλικρίνεια του ως μάρτυρας. Αντιθέτως μοναδικός στόχος του εναγομένου διαπιστώνεται να ήταν η αποφυγή σύνδεσης του με οποιαδήποτε από τις απαγορευμένες πράξεις επικοινωνίας με τον ενάγοντα σε σχέση με τις οποίες ο ενάγων προσκόμισε μαρτυρία. [ 20 ] Ουσιαστικά με την αντεξέταση του ενάγοντα δεν αμφισβητήθηκε πως όντως ο εναγόμενος αρχικά είχε επαφή με άτομα του περιβάλλοντος του. Έχοντας υπόψη και τη θετική αξιολόγηση της αξιοπιστίας του ενάγοντα ως μάρτυρας, πραγματικά δεν διαπιστώνεται να υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος έτσι ώστε να μην γίνει επίσης δεκτός ως αξιόπιστος και ο ισχυρισμός του ενάγοντα ως προς το ότι στις επαφές τις οποίες ο εναγόμενος είχε με άτομα αυτού του περιβάλλοντος όντως είχε ζητήσει από αυτά να μεταφέρουν στον ενάγοντα την επιθυμία του να συναντηθούν. Προκύπτει και από αυτό το στοιχείο η όλη διάθεση του εναγομένου να μην αποδεχτεί τις επιπτώσεις της απαγορευτικής φύσης του επίδικου διατάγματος. Ενώ συντείνει αυτή η μαρτυρία στη στοιχειοθέτηση της όλης υπόθεσης εναντίον του εναγομένου σε σχέση με τις πράξεις οι οποίες ακολούθησαν αυτές τις αρχικές προσπάθειες έμμεσης επικοινωνίας με τον ενάγοντα δια μέσω τρίτων ατόμων. [ 21 ] Οι υποψίες του ενάγοντα αναφορικά με τηλεφωνήματα από άγνωστους αριθμούς ή με απόκρυψη αν και εντάσσονται στην επίδικη χρονική περίοδο από τις αρχές Ιουλίου του 2015 μέχρι και την καταχώρηση της αίτησης όσο και να μην θεωρούνται ως άσχετες από το Δικαστήριο με το αντικείμενο της αίτησης δεν αποτελούν παρά μόνο μέρος της όλης κατάστασης την οποία ο ίδιος βίωνε κατά τη συγκεκριμένη περίοδο. Μία ιδιαίτερα ευαίσθητη χρονική περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας ο ίδιος απέφευγε να απαντήσει τέτοιες κλήσεις. [ 22 ] Επομένως, όσο και να κρίνονται εύλογες ως υποψίες, ασφαλώς και δεν θα ήταν δυνατό για το Δικαστήριο να οδηγηθεί σε ασφαλές συμπέρασμα ως προς την ύπαρξη παρακοής του επίδικου διατάγματος βάσει αυτών των υποψιών. Δηλαδή, το Δικαστήριο δεν αποκλείει αυτές οι κλήσεις όντως να αποτελούσαν μέρος των προσπαθειών του εναγομένου να επικοινωνήσει με τον ενάγοντα, δίχως όμως παράλληλα να κρίνεται είτε πραγματικά είτε νομικά εφικτό, βάσει αυτού του μέρους της μαρτυρίας προς στοιχειοθέτηση της υπόθεσης του ενάγοντα, το Δικαστήριο να οδηγηθεί σε συμπέρασμα παρακοής του επίδικου διατάγματος. [ 23 ] Εάν όντως το πρόσωπο το οποίο τηλεφωνούσε προς τον ενάγοντα ήταν ο εναγόμενος, το γεγονός της μη απάντησης από τον ενάγοντα δεν επέτρεπε ουσιαστικά την ολοκλήρωση της πράξης επικοινωνίας. Έτσι ώστε δηλαδή να ήταν εφικτό να κριθεί ως υπαρκτή η παρακοή του επίδικου διατάγματος μετά και από ταύτιση του ατόμου το οποίο καλούσε τον ενάγοντα με τον εναγόμενο. Έστω βεβαίως και εάν υπάρχει και διαζευκτική απαγόρευση στο επίδικο διάταγμα σε σχέση με το να τηλεφωνά απλώς πέραν και από το να επικοινωνεί προφορικά τηλεφωνικώς σε οποιοδήποτε τηλέφωνο του ενάγοντα. [ 24 ] Εύλογα ερωτήθηκε σχετικά ο ενάγων πως μπορούσε να γνωρίζει ότι πίσω από τους ψεύτικους λογαριασμούς τους οποίους αναφέρει στην ένορκη δήλωση του βρισκόταν ο εναγόμενος. Εξήγησε με ιδιαίτερα πειστικό και λογικό τρόπο ο ενάγων πως αυτές αντανακλούσαν τις μεθόδους επικοινωνίας του και πως σε όλες τις περιπτώσεις αντανακλούσαν το ίδιο μοτίβο με δικά του λόγια. Παράλληλα αναφέρθηκε στη συμπεριφορά του εναγομένου κατά τη διάρκεια της συμβίωσης τους και τον τρόπο με τον οποίο αυτή μπορούσε να αλλάξει. Εννοώντας ουσιαστικά πως εντόπιζε στη μέθοδο επικοινωνίας αυτή τη συμπεριφορά. Δηλαδή πως στη συνέχεια ο εναγόμενος όταν δεν λάμβανε απάντηση στα μηνύματα του, δηλαδή αυτό το οποίο ήθελε, θα γινόταν είτε αισχρός είτε επιθετικός. Πραγματικά το Δικαστήριο δεν εντοπίζει οποιοδήποτε λόγο έτσι ώστε να μην γίνει δεκτή η εξήγηση η οποία δόθηκε από τον ενάγοντα ως προς τη βασιμότητα του συμπεράσματος του σε σχέση με την ταυτότητα του ατόμου το οποίο επικοινωνούσε μαζί του από λογαριασμούς οι οποίοι εκ πρώτης όψεως δεν είχαν σχέση με τον εναγόμενο. Διατηρείται υπόψη από το Δικαστήριο πως ο ενάγων μιλούσε έχοντας βιώσει την εμπειρία μίας σχέσης συμβίωσης με τον εναγόμενο για χρονική περίοδο περίπου 2 ½ ετών. [ 25 ] Ούτε και τέθηκε προς τον ενάγοντα, σε σχέση με το συμπέρασμα του ως προς το άτομο το οποίο επικοινωνούσε μαζί του, θέση ως προς το ότι υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος έτσι ώστε άλλα τρίτα άγνωστα άτομα να προσπαθούσαν να επικοινωνήσουν μαζί του. Βεβαίως τέθηκε ως θέση προς τον ενάγοντα πως δεν ήταν ο εναγόμενος ο οποίος προσπαθούσε να επικοινωνήσει μαζί του. Παράλληλα όμως δεν προκύπτει εύλογα ως πιθανό ενδεχόμενο, βάσει της μαρτυρίας η οποία παρουσιάστηκε, άλλα άτομα να προσπαθούσαν κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης χρονικής περιόδου να επικοινωνήσουν με τον ενάγοντα. Επιπλέον βεβαίως απαιτείται και η γνώση από τον οποιονδήποτε θα ήθελε να επικοινωνήσει με τον ενάγοντα της διεύθυνσης του ηλεκτρονικού του ταχυδρομείου. Τουλάχιστον σε σχέση με τις περιπτώσεις κατά τις οποίες είχαν αποσταλεί ηλεκτρονικά μηνύματα σε αυτή τη διεύθυνση. Ενώ γενικότερα το περιεχόμενο των μηνυμάτων τα οποία είχαν ληφθεί από τον ενάγοντα εμπεριέχουν και αναφορές όχι μόνο στη σχέση η οποία υπήρχε μεταξύ των διαδίκων αλλά και στο ενδεχόμενο αναβίωσης της. [ 26 ] Αξίζει να σημειωθεί επίσης επί αυτού του σημείου πως η αποδοχή του εναγομένου αναφορικά με την αποστολή του ηλεκτρονικού μηνύματος ημερομηνίας 12/7/2015 (τεκμήριο 4) έχει τη δική της σημασία, καθότι έστω και εάν ο ενάγων ρητά δεν βασίζει την αίτηση του επί αυτής της επικοινωνίας μαζί του[1], εντούτοις το περιεχόμενο της αποτελεί μαρτυρία η οποία είναι δυνατό να συσχετιστεί με τον τρόπο έκφρασης του εναγομένου. Τρόπος ο οποίος εντοπίζεται και σε άλλα μηνύματα τα οποία όμως ο εναγόμενος δεν αποδέχεται να είχε στείλει. [ 27 ] Διευκρινίζω απλά πως ασφαλώς, διατηρώντας υπόψη τον τρόπο με τον οποίο ο ενάγων έχει προωθήσει την αίτηση του, το Δικαστήριο δεν λαμβάνει υπόψη του αυτή την αποστολή ως απόδειξη παράβασης του επίδικου διατάγματος. Η οποία αποστολή υπενθυμίζω είναι παραδεκτή και από τον εναγόμενο. Παράλληλα όμως αυτή η αποστολή είναι ενδεικτική της διάθεσης του εναγομένου να παραβεί το επίδικο διάταγμα. Ανεξάρτητα δηλαδή και από την επιθυμία του ενάγοντα να δοθεί η ευκαιρία ουσιαστικά στον εναγόμενο να υπακούσει το επίδικο διάταγμα με συνειδητή αποφυγή λήψης οποιωνδήποτε μέτρων σε σχέση με τη συγκεκριμένη αποστολή. [ 28 ] Θεωρώ επίσης πως η ειδοποίηση η οποία δόθηκε από τον ενάγοντα προς τον εναγόμενο σε αυτή την περίπτωση δείχνει και τη σοβαρότητα του ενάγοντα σε σχέση με το αντικείμενο αυτής της διαδικασίας αλλά επιπλέον αποτελεί και σαφή ένδειξη πως δεν θα προωθούσε αυτή την αίτηση εάν δεν πίστευε πραγματικά πως οι επακόλουθες προσπάθειες επικοινωνίας είχαν ως δράστη τον εναγόμενο. [ 29 ] Βεβαίως το τι πίστευε ο ενάγων από μόνο του δεν θα ήταν αρκετό για να αποδειχτεί η παρακοή του επίδικου διατάγματος εάν δεν παρουσίαζε ταυτόχρονα και στοιχεία βάσει των οποίων αυτή η πεποίθηση του να ήταν δυνατό να κριθεί ως βάσιμη και λογική από το Δικαστήριο έτσι ώστε να οδηγηθεί σε συμπέρασμα πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας πως όντως ο εναγόμενος παραβίαζε το επίδικο διάταγμα. [ 30 ] Απάντησε πειστικά ο ενάγων ως πρός τους λόγους βάσει των οποίων κατέληξε στο συμπέρασμα πως ο λογαριασμός ο οποίος δημιουργήθηκε στο όνομα Παύλος Παύλου χρησιμοποιείτο από τον εναγόμενο. Εξήγησε πως τα σχόλια και λόγια του αντανακλούσαν το ίδιο μοτίβο. Παρατηρείται επίσης από το Δικαστήριο η χαρακτηριστική χρήση της φράσης "My boy" την οποία ο εναγόμενος είναι παραδεκτό πως χρησιμοποίησε στο ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 12/7/2015 (τεκμήριο 4). Φράση η οποία χρησιμοποιήθηκε κατ΄ επανάληψη και σε άλλα μηνύματα τα οποία έχουν ως αποστολέα τον εναγόμενο. Παραδείγματος χάριν, το τεκμήριο 10Α το οποίο επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση Ιουνίου 2015 το οποίο αποτελείται από διάφορα μηνύματα από τον εναγόμενο τα οποία είχαν σταλεί σε μία χρονική περίοδο μεταξύ των μηνών Απρίλιο και Μάιο του
- Χαρακτηριστική επίσης είναι η χρήση κεφαλαίων γραμμάτων στα μηνύματα αυτά, προφανώς έτσι ώστε να δοθεί έμφαση σε ορισμένες λέξεις. [ 31 ] Διαπιστώνεται δηλαδή η ύπαρξη ομοιοτήτων με το περιεχόμενο των μηνυμάτων από το λογαριασμό στο όνομα Παύλος Παύλου. Διατηρώντας υπόψη επίσης το περιεχόμενο των μηνυμάτων, όπως ο ενάγων το περιέγραψε, με ιδιαίτερα προσωπικό τόνο προς το άτομο του. Έτσι ώστε να δικαιολογείται και η σύνδεση των μηνυμάτων αυτών με τον εναγόμενο. Εύλογα ο ενάγων συνέδεσε τον εναγόμενο με την αποστολή των μηνυμάτων από το συγκεκριμένο λογαριασμό. [ 32 ] Ούτε και έχει προκύψει οποιοσδήποτε λόγος βάσει της μαρτυρίας η οποία παρουσιάστηκε είτε από τον ενάγοντα είτε από τον εναγόμενο έτσι ώστε να θεωρηθεί ως βάσιμη η θέση η οποία τέθηκε προς τον ενάγοντα ως προς το ότι η λήψη των μέτρων με την αίτηση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση ήταν ένας τρόπος διατήρησης επαφής μαζί με τον εναγόμενο. Αντεξετάστηκε και σε σχέση με την αναφορά του στην παράγραφο 28 της ένορκης δήλωσης του ως προς το ότι εξακολουθεί να έχει αισθήματα για τον εναγόμενο. Όμως πέραν και από την απάντηση του ως προς το ότι ο χρόνος είναι μεγάλος θεραπευτής, το περιεχόμενο της παραγράφου 28 θα πρέπει να ιδωθεί στο σύνολο του. Καθώς πέραν και από την αναφορά ως προς την ύπαρξη αισθημάτων για τον εναγόμενο αναφέρεται επίσης πως η συμπεριφορά του εναγομένου τον επηρεάζει και του προκαλεί ανησυχία ως προς το τι είναι ικανός να πράξει. Βεβαίως ως προς το τι, κατά τον ενάγοντα, είναι ικανός να πράξει ο εναγόμενος είναι και η μαρτυρία του αναφορικά με το σπάσιμο του χεριού του από τον εναγόμενο. Επομένως κρίνεται εντελώς ανεδαφική η θέση πως σκοπός αυτής της διαδικασίας είναι η οποιαδήποτε προσπάθεια του ενάγοντα να διατηρήσει επαφή με τον εναγόμενο. [ 33 ] Ούτε επίσης και έχει δημιουργηθεί οποιαδήποτε αμφιβολία αναφορικά δηλαδή με το ενδεχόμενο κάποιο τρίτο πρόσωπο να ενεργούσε με τον τρόπο ο οποίος παρατίθεται στα συγκεκριμένα μηνύματα. Όλα τα στοιχεία τα οποία έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η συμπεριφορά αυτή είναι χαρακτηριστική του εναγομένου και πως η αίτηση του ενάγοντα είναι καθόλα βάσιμη. [ 34 ] Επίσης το Δικαστήριο έχει πεισθεί ότι πραγματικά ο ενάγων θα προτιμούσε να μην είχε δημιουργηθεί η αναγκαιότητα να καταφύγει στο Δικαστήριο έτσι ώστε ο εναγόμενος να υπάκουε στο επίδικο διάταγμα. Το σύνολο των μέτρων τα οποία έχουν ληφθεί από τον ενάγοντα από την καταχώρηση της αγωγής σε συνδυασμό με την όση αξιόπιστη μαρτυρία έχει παρουσιάσει σαφώς αναδεικνύουν την εύλογη ανησυχία του ως προς τις προσπάθειες του εναγομένου να διατηρήσει επικοινωνία και επαφή μαζί του μετά και από τη διακοπή στη σχέση τους παρά και τη δική του απόφαση να θέσει τέρμα σε αυτή τη σχέση. [ 35 ] Πραγματικά ο ενάγων έχει πείσει το Δικαστήριο πως δεν θέλει πλέον ο εναγόμενος να είναι μέρος της ζωής του δίχως όμως παράλληλα να αναδεικνύεται η οποιαδήποτε εκδικητικότητα ή σκοπιμότητα εκ μέρους του έτσι ώστε να καταχωρούσε αχρείαστα την αίτηση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Μάλιστα η όλη μαρτυρία η οποία έχει παρουσιαστεί αναδεικνύει ακόμη και αυτοσυγκράτηση εκ μέρους του ενάγοντα καθώς δεν εκμεταλλεύτηκε, όπως θα μπορούσε εάν ήθελε να βλάψει τον ενάγοντα, το γεγονός της παραδεκτής ουσιαστικά παρακοής του επίδικου διατάγματος σύντομα μετά και από την ημερομηνία κατά την οποία αυτό κατέστη απόλυτο. [ 36 ] Επιπλέον, εξέφρασε και την απόφαση του να μην καταγγείλει την υπόθεση στην Αστυνομία παρά και τη λήψη ενός εμφανώς απειλητικού μηνύματος (τεκμήριο 8) από το λογαριασμό με αποστολέα κάποιo Michael Jonh Harris. Έστω και να μην είχε ορθή αντίληψη ο ενάγων ως προς τις συνέπειες σε περίπτωση καταγγελίας της υπόθεσης στην Αστυνομία, σημασία έχει το εξής. Ουσιαστικά αυτό το οποίο προκύπτει από την κρινόμενη ως αξιόπιστη μαρτυρία του ενάγοντα είναι πως το μόνο που ζητούσε και εξακολουθεί να διεκδικεί είναι όπως ο εναγόμενος σεβαστεί και τηρήσει το επίδικο διάταγμα την έκδοση του οποίου ο ίδιος ο εναγόμενος είχε αποδεχτεί. [ 37 ] Ουσιαστικά με την αντεξέταση του ενάγοντα - θεμιτά βεβαίως - η ευπαίδευτη συνήγορος του εναγομένου προσπάθησε να δημιουργήσει στο μυαλό του Δικαστηρίου αμφιβολία ως προς το κατά πόσο όντως οι διάφορες πράξεις ή προσπάθειες επικοινωνίας με τον ενάγοντα δεν είχαν ως δράστη τον εναγόμενο αλλά κάποιο άλλο τρίτο άτομο ή ακόμη και κάποιους άλλους τρίτους. Όμως πραγματικά η όλη αντεξέταση του ενάγοντα κάθε άλλο παρά αποδυνάμωσε την πειστικότητα της εκδοχής του ως προς το ότι ο εναγόμενος με διάφορους τρόπους και τεχνάσματα παράκουε το επίδικο διάταγμα. Επιπλέον δεν προκύπτει από τη μαρτυρία καν το ενδεχόμενο κάποιο άλλο τρίτο άτομο να προσπαθούσε να επικοινωνήσει με τον ενάγοντα με τον τρόπο ο οποίος προκύπτει από τη μαρτυρία την οποία ο ενάγων παρουσίασε. Όλα τα στοιχεία τείνουν και συγκλίνουν στο να καταδείξουν τον εναγόμενο ως τον ένα και μοναδικό δράστη αυτών των ενεργειών. [ 38 ] Δικαιολογείται πλήρως η θέση του ενάγοντα ως προς την ύπαρξη κοινών στοιχείων μεταξύ των μηνυμάτων από το λογαριασμό είτε του Παύλου Παύλου είτε του Michael Jonh Harris ως επίσης και η σταθερή αναφορά του ως προς την ύπαρξη ενός μοτίβου σε αυτά το οποίο να παραπέμπει στον εναγόμενο. Λογικό είναι και το ερώτημα το οποίο υπέβαλε ο ίδιος ως προς τη διακοπή της οποιασδήποτε επικοινωνίας από τους συγκεκριμένους λογαριασμούς μετά και από την επίδοση της αίτησης προς τον εναγόμενο. Καθώς βεβαίως ο εναγόμενος θα πρέπει να είχε πλέον αντιληφθεί και συνειδητοποιήσει ότι οι ενέργειες του θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην τιμωρία του από το Δικαστήριο για παρακοή του επίδικου διατάγματος. Εάν όντως ο Παύλος Παύλου και ο Michael Jonh Harris ήταν υπαρκτά τρίτα άτομα τότε γιατί σταμάτησαν οι οποιεσδήποτε επικοινωνίες από αυτούς; [ 39 ] Ο ενάγων παρέμεινε ήρεμος και σταθερός ως μάρτυρας παρά και την οποιαδήποτε αμφισβήτηση των ισχυρισμών του σε σχέση με τον βίαιο τρόπο με τον οποίο του συμπεριφέρθηκε ο εναγόμενος στο παρελθόν με αποτέλεσμα σε μία περίπτωση να είχε υποστεί και κάταγμα στο χέρι του (σχετικό είναι και το τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση Ιουνίου 2015). Ούτε και κλονίζεται με οποιοδήποτε τρόπο η αξιοπιστία του εξαιτίας του γεγονότος ότι δεν είχε καταγγείλει το επεισόδιο αυτό στην Αστυνομία. Έδωσε επαρκείς και πειστικούς λόγους σε σχέση με αυτή την απόφαση του οι οποίοι δεν χρήζουν επανάληψης εντός αυτής της απόφασης. Σημασία έχει και αυτό το γεγονός ως μέρος μίας συμπεριφοράς με την οποία ο ενάγων βρισκόταν αντιμέτωπος και η οποία εν τέλει τον οδήγησε στην καταχώρηση της αγωγής και την εξασφάλιση των προσωρινών διαταγμάτων εναντίον του εναγομένου. [ 40 ] Συμπεριφορά η οποία τουλάχιστον σε σχέση με την επιμονή του εναγομένου, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ενάγοντα, ως πρός το να εξασφαλίσει αυτό το οποίο επεδίωκε σε κάθε περίπτωση δεν αποκλείεται να έχει σχέση και με την απόφαση του ουσιαστικά να αψηφίσει το επίδικο διάταγμα έτσι ώστε να αποκτήσει και πάλι επικοινωνία και πρόσβαση προς τον ενάγοντα. Τον οποίον, σύμφωνα και με τη μαρτυρία η οποία έχει παρουσιαστεί, δεν αποκλείεται και να είχε εκμεταλλευτεί οικονομικά στο παρελθόν. Τονίζω πως η μαρτυρία αυτή δεν κρίνεται τελεσίδικα εντός του πλαισίου εκδίκασης αυτής της ενδιάμεσης αίτησης καθώς εύλογα αναμένεται μελλοντικά, κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής, το Δικαστήριο να αξιολογήσει την αξιοπιστία των διαδίκων σε σχέση με τους ισχυρισμούς του ενάγοντα επί αυτού του θέματος. Παράλληλα όμως δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί εντελώς η ύπαρξη αυτής της μαρτυρίας και να μην ληφθεί υπόψη το ενδεχόμενο η προηγούμενη οικονομική σχέση μεταξύ των διαδίκων να προσέδιδε και επαρκές κίνητρο προς τον εναγόμενο έτσι ώστε να αγνοήσει το επίδικο διάταγμα και να προσπαθήσει να αποκτήσει και πάλι την επιρροή την οποία σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ενάγοντα είχε προηγουμένως πάνω στις επιλογές του σε σχέση και με αυτό τον τομέα της ζωής του. [ 41 ] Ασφαλώς η θετική αξιολόγηση τόσο της αξιοπιστίας του ενάγοντα όσο και της μαρτυρίας την οποία παρουσίασε διαδραματίζει ιδιαίτερο ρόλο και ως πρός την αξιολόγηση της αξιοπιστίας της εκδοχής αλλά και αξιοπιστίας του εναγομένου σε σχέση με τα θέματα τα οποία εγείρονται προς εξέταση εντός του πλαισίου εκδίκασης αυτής της αίτησης. Διευκρινίζω όμως πως το Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση τόσο της αξιοπιστίας του ενάγοντα αλλά και της μαρτυρίας του διατηρούσε σταθερά υπόψη του και τη μαρτυρία την οποία ο εναγόμενος παρουσίασε προς αντίκρουση αυτής του ενάγοντα. Έτσι ώστε να παρεχόταν βεβαίως και η δυνατότητα αξιολόγησης της αξιοπιστίας του ενάγοντα σε σχέση και με τις διάφορες υποβολές οι οποίες γίνονταν προς αυτόν κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του. [ 42 ] Ουσιαστικά με την ένορκη δήλωση του ο εναγόμενος απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς του ενάγοντα οι οποίοι έχουν σχέση με την κατ΄ ισχυρισμό παρακοή του επίδικου διατάγματος. Η μοναδική παραδοχή του εναγομένου έχει σχέση με την προσπάθεια επικοινωνίας με τον ενάγοντα στις 12/7/
- Επί τη βάσει της οποίας βεβαίως όπως το Δικαστήριο έχει καθορίσει δεν θεωρεί πως προωθείται αυτή η αίτηση. [ 43 ] Η ζωντανή εντύπωση του εναγομένου ως μάρτυρας σε σχέση με τις όσες ενέργειες του καταλόγιζε ο ενάγων ήταν αρνητική καθώς κατέθετε με τρόπο ο οποίος χαρακτηριζόταν τόσο από υπεκφυγή όσο και επιπολαιότητα. Παράδειγμα της επιπολαιότητας η οποία χαρακτήριζε την προφορική κατάθεση του εναγομένου ήταν η απάντηση η οποία δόθηκε όταν ερωτήθηκε σε σχέση με παραδεκτή από τον ίδιο τηλεφωνική επικοινωνία με άτομα του περιβάλλοντος του ενάγοντα. Υποβλήθηκε σε αυτόν, σε σχέση με απάντηση ότι είχε προσωπικούς λόγους να επικοινωνήσει μαζί με τα συγκεκριμένα άτομα, ότι ο λόγος για τον οποίο επικοινώνησε μαζί με δύο από αυτά τα άτομα ήταν έτσι ώστε να επικοινωνήσουν με τον ενάγοντα για να κανονίσουν συνάντηση μαζί του. Απάντησε πως απλά είχε προσωπικούς λόγους προσθέτοντας χαρακτηριστικά πως ο ίδιος τηλεφωνά και στον Brad Pitt στο Los Angeles χωρίς να είναι φίλος του. Μάλιστα σε αυτό το σημείο της προφορικής κατάθεσης του εναγομένου υπήρξε και παρέμβαση από το Δικαστήριο καλώντας ουσιαστικά τον εναγόμενο να απαντά στις ερωτήσεις οι οποίες υποβάλλονταν σε αυτόν. Τότε ήταν που απάντησε πως είχε δώρο για τα γενέθλια του ενάγοντα και ήθελε να συναντηθεί για να δώσει στον ενάγοντα αυτό το δώρο. [ 44 ] Αναφορικά και με τη συγκεκριμένη απάντηση ερωτήθηκε αν είχε διαβάσει το επίδικο διάταγμα και αφού απάντησε θετικά ερωτήθηκε γιατί προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον ενάγοντα. Διαφαίνεται και από την απάντηση του η έλλειψη διάθεσης εκ μέρους του εναγομένου να υπακούσει το επίδικο διάταγμα όπως αυτό είχε διατυπωθεί. Απάντησε ότι επειδή θεώρησε πως είχε ένα δώρο να δώσει σε κάποιο δεν ήταν κάτι το κακό. [ 45 ] Οι περισσότερες απαντήσεις του ήταν σύντομες ενώ αρκετές από αυτές ήταν και αόριστες. Ουσιαστικά αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι πως ο εναγόμενος ως μάρτυρας ήταν διστακτικός και προσεχτικός ως πρός τον τρόπο με τον οποίο απαντούσε. Μάλιστα ήταν και αχρείαστα προκλητικός δείχνοντας και με αυτό τον τρόπο μία έλλειψη διάθεσης να καταθέσει με ειλικρίνεια. Όταν ερωτήθηκε εάν επικοινώνησε και με την αδελφή του ενάγοντα στο Ηνωμένο Βασίλειο απάντησε προκλητικά καλώντας ουσιαστικά τον δικηγόρο του ενάγοντα αν μπορούσε να το αποδείξει αυτό. Όταν τον κάλεσε το Δικαστήριο να απαντήσει στην ερώτηση απάντησε πως δεν συμφωνούσε. [ 46 ] Επίσης διαπιστώνεται και ύπαρξη αντιφατικότητας στη μαρτυρία του την οποία προσπάθησε να δικαιολογήσει προβάλλοντας ισχυρισμό με τον οποίο να δημιουργούσε αμφιβολία αναφορικά με προηγούμενο ισχυρισμό του σε σχέση με την επικοινωνία την οποία είχε με την αδελφή του ενάγοντα μετά και από τον χωρισμό του. Ως προς το ότι δηλαδή και κατά το προηγούμενο έτος είχε επικοινωνία μαζί της. Σημασία δεν έχει το κατά πόσο ο εναγόμενος όντως είχε επικοινωνήσει με την αδελφή του ενάγοντα αλλά ο επιφυλακτικός τρόπος με τον οποίο απαντούσε παράλληλα προσπαθώντας αναδρομικά να διορθώσει ή να προκαλέσει σύγχυση σε σχέση με προηγούμενες απαντήσεις του. Ουσιαστικά δεν είναι δυνατό με οποιοδήποτε τρόπο η προφορική κατάθεση του εναγομένου να χαρακτηριστεί ως πηγαία όπως αυτή του ενάγοντα. [ 47 ] Εντελώς αναξιόπιστη κρίνεται η θέση του εναγομένου ως προς το ότι μόνο μία φορά αποκάλεσε τον ενάγοντα "My Boy" καθώς το Δικαστήριο έχει στη διάθεση του επίσης και την υιοθετημένη μαρτυρία η οποία επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση Ιουνίου 2015 (παραδείγματος χάριν, το τεκμήριο 10Α και το ηλεκτρονικό μήνυμα με θέμα, δηλαδή subject, "Hello My Boy!" ή το μήνυμα ημερομηνίας 29/4/2015 όπου εμπεριέχεται η φράση "I CAN'T LIVE WITHOUT YOU, MY BOY."). Βεβαίως η χρήση αυτής της φράσης έχει σημασία καθώς εμπεριέχεται επίσης και στην αλληλογραφία από τον «Pavlo Pavlou» αλλά και στην επικοινωνία από τον "Michael Jonh Harris". Ενέμεινε σε αυτή την αβάσιμη θέση ο εναγόμενος παρά και το γεγονός πως του παρασχέθηκε η ευχέρεια με επακόλουθη υποβολή και ερώτηση να αναιρέσει ουσιαστικά την αρχική του απάντηση. [ 48 ] Σαφώς προκύπτει από την αντεξέταση του εναγομένου μία ανειλικρινής προσπάθεια να απορρίψει τη μαρτυρία η οποία υπήρχε σε σχέση με την οποιαδήποτε μορφή επικοινωνίας με τον ενάγοντα μετά και από την ημερομηνία κατά την οποία το επίδικο διάταγμα κατέστη απόλυτο. Βασικά ο εναγόμενος τηρούσε μία στάση γενικής άρνησης σε σχέση με τα όσα του καταλογίζονταν δίχως όμως παράλληλα να είναι σε θέση να δικαιολογήσει την ύπαρξη οποιωνδήποτε ενδείξεων στις προσπάθειες επικοινωνίας με τον ενάγοντα οι οποίες να παραπέμπουν στον ίδιο ως το άτομο το οποίο στην πραγματικότητα επικοινωνούσε με τον ενάγοντα. [ 49 ] Βασική διαπίστωση του Δικαστηρίου είναι πως σε σχέση με τα όσα καταλογίζονται στον εναγόμενο από τον ενάγοντα αναφορικά με πράξεις παρακοής του επίδικου διατάγματος, ο ίδιος δεν είναι δυνατό να κριθεί αξιόπιστος. [ 50 ] Επομένως, συμπέρασμα του Δικαστηρίου ως πρός την πραγματική πτυχή της αίτησης, βάσει της αξιόπιστης μαρτυρίας την οποία ο ενάγων παρουσίασε αναφορικά με τις προσπάθειες του εναγομένου να επικοινωνήσει μαζί του, είναι πως αυτές συνδέονται με το άτομο του εναγομένου (σχετική επί αυτού του θέματος είναι η παράγραφος [ 3 ] αυτής της απόφασης). Οι ενέργειες αυτές αναφέρονται αναλυτικά και με σαφήνεια στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα και υποστηρίζονται από τα τεκμήρια τα οποία επισυνάπτονται σε αυτή και δεν χρειάζονται οποιασδήποτε περιττής επανάληψης εντός του κειμένου αυτής της απόφασης. Συνοπτικά αυτές αποτελούνται από τις προσπάθειες του εναγομένου όπως επικοινωνήσει με τον ενάγοντα με λογαριασμούς στα ονόματα δήθεν άλλων προσώπων ενώ στις περιπτώσεις αυτές εμφανώς ο εναγόμενος ήταν το άτομο το οποίο προέβαινε σε αυτές τις ενέργειες. [ 51 ] Σαφώς ο εναγόμενος με ένα επιπόλαιο και ετσιθελικό τρόπο επέλεξε όπως αγνοήσει την ύπαρξη του επίδικου διατάγματος και παρά τις οποιεσδήποτε προσπάθειες του να αποκρύψει με τη χρήση άλλων ονομάτων και λογαριασμών ότι ο ίδιος ήταν το άτομο το οποίο προσπαθούσε να επικοινωνήσει με τον ενάγοντα, εν τέλει με τη μαρτυρία την οποία ο ενάγων παρουσίασε έχει καταφέρει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας πως ο εναγόμενος κατ΄επανάληψη είχε παρακούσει το επίδικο διάταγμα. [ 52 ] Θεωρώ πως η απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο ο εναγόμενος όχι μόνο είχε παρακούσει το επίδικο διάταγμα αλλά επιπλέον είχε πρόθεση παρακοής θα πρέπει να εξεταστεί αφού πρώτα ληφθεί υπόψη η νομική πτυχή της αίτησης και όπως στη συνέχεια αυτή τύχει εφαρμογής σε σχέση με τα δεδομένα της περίπτωσης υπό εξέταση. [ 53 ] Συνεπώς, σε σχέση τουλάχιστον με την πραγματική πτυχή της αίτησης οι λόγοι ένστασης στο βαθμό στον οποίο αυτοί αναφέρονται στην πραγματική πτυχή, κυρίως δηλαδή ο πρώτος λόγος ένστασης αλλά και οι άλλοι δύο στο βαθμό στον οποίο συνδέονται με την άρνηση των πράξεων οι οποίες καταλογίζονται στον εναγόμενο, κρίνονται αβάσιμοι. Στη συνέχεια σε σχέση με το δεύτερο και τρίτο λόγο ένστασης το Δικαστήριο θα προχωρήσει σε εξέταση της νομικής πτυχής της αίτησης και εφαρμογή της σε σχέση με τα δεδομένα της περίπτωσης υπό εξέταση όπως αυτά προκύπτουν από τα ευρήματα του Δικαστηρίου. [ 54 ] Σύμφωνα με τη νομολογία μας το επίπεδο απόδειξης απαραίτητο για τη στοιχειοθέτηση κατηγορίας για περιφρόνηση διατάγματος του Δικαστηρίου είναι αυτό της απόδειξης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και η παρακοή αναφορικά με την οποία υπάρχει παράπονο θα πρέπει να έχει προκύψει ως αποτέλεσμα πρόθεσης του καθ΄ ου η αίτηση και όχι τυχαίως (βλ. σχετικά Mouzouris and another v. Xylophagou Plantations Ltd
(1977)1 C.L.R. 287). [ 55 ] Το βάρος για την απόδειξη της παρακοής φέρει ο αιτητής και αυτό αποσείεται, όπως και στις ποινικές υποθέσεις µε απόδειξη πέραν πάσης λογικής αµφιβολίας. (βλ. σχετικά Krashias Shoe Factory Ltd. Also Trading as «K» Shoes v. Adidas Sportsschuhfabriken Adi Dassier KG
(1989)1E Α. Α. Δ.750). [ 56 ] Αναφορικά με τη διαδικασία κατά την εκδίκαση αίτησης παρακοής διατάγματος ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Ναθαναήλ Δ. αναφέρει τα ακόλουθα στις σελίδες 364 έως 365 της απόφασης Δρόσος Μιχαηλίδης ν. Magrita Μιχαηλίδου Poliakova (Αρ. 1)
(2011)1Α Α. Α. Δ. 356,:- «Η διαδικασία της αστικής παρακοής προσοµοιάζει της ποινικής διαδικασίας όχι µόνο λόγω του γεγονότος ότι επιφέρει ανάλογες σοβαρές είτε οικονοµικές κυρώσεις υπό τύπο προστίµου ή κατάσχεση περιουσίας, είτε ακόµη και στέρηση ελευθερίας µε φυλάκιση, αλλά και διότι όλα τα τυπικά και ουσιαστικά εχέγγυα του ποινικού δικαίου πρέπει να ικανοποιούνται. (In re Bramblevale Ltd [1970] Ch. 18 και Savings and Investment Bank Ltd v. Gasco (No. 2) [1988] 1 All E.R. 975). Η αστική παρακοή κατά συνέπεια κρίνεται ως υπαρκτή µόνο εφόσον ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο στον αναµενόµενο βαθµό, υπερπηδώντας το βάρος απόδειξης που έχει που είναι αυτό της βεβαιότητας ενοχής πέραν πάσης λογικής αµφιβολίας. (δέστε και David Bean: Injunctions 8η έκδ.
(2004)σελ. 90-1 παρ. 6.18 και 6.19, όπου περιγράφεται και η όλη διαδικασία στη δικάσιµο). Γι' αυτό το λόγο η νοµολογία έχει διαχρονικά και µε συνέπεια ακολουθήσει τη γραµµή ότι για να είναι δυνατή η τιµωρία ενός καθ' ου η αίτηση, τα διατάγµατα θα πρέπει να εξειδικεύονται µε τη µεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια ώστε να µην αφήνεται αµφιβολία ως προς το ποιες πράξεις απαγορεύονται και υπό ποία ιδιότητα. Η πράξη ή παράλειψη του καθ' ου για την οποία εκ των υστέρων ζητείται η τιµωρία του, πρέπει να εµπίπτει εντός των ρητών και αναµφισβήτητων προδιαγραφών που το λεκτικό του διατάγµατος καταγράφει. (δέστε τις υποθέσεις Iberian Trust Ltd v. Founders Trust and Investment Co Ltd [1932] All E.R. 176 [Repr.] και P.A. Thomas & Co and Others v. Mould and Others [1968] 1 All E.R. 963).» [ 57 ] Στις σελίδες 365 έως 366 με αναφορά και σε σχετική νομολογία παρατίθενται βασικές αρχές σε σχέση με το επίδικο θέμα με αναφορές σε σχετική νομολογία και στο σύγγραµµα των Borris & Lowe: "The Law of Contempt" (2η έκδ., σελ. 395) σύμφωνα με τις οποίες τα Δικαστήρια θα τιμωρήσουν ένα άτομο για περιφρόνηση μόνο μετά από απόδειξη, πρώτο, ότι οι όροι ενός διατάγματος είναι σαφείς και όχι αόριστοι, δεύτερο, ότι ο εναγόμενος έχει λάβει επαρκή γνώση αυτών των όρων ενώ, τέλος θα πρέπει να υπάρχει σαφής απόδειξη ότι ο εναγόμενος έχει παραβεί αυτούς τους όρους. Έτσι ώστε να καταδειχθεί παρακοή θα πρέπει να ικανοποιείται και η αντικειµενική υπόσταση («actus reus»), αλλά και η υποκειµενική υπόσταση («mens rea»), του αδικήµατος της αστικής καταφρόνησης όπως προδιαγράφεται στο Άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόµου αρ. 14/60 (Λάζαρος Μαύρος v. Θεόδωρος Στυλιανού κ.ά.
(1998)1(Δ) Α. Α. Δ. 2389). Όπως αναφέρεται από τον έντιμο Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γαβριηλίδη Δ. στη σελίδα 2396 της απόφασης Μαύρος το άρθρο 42 είναι ".άρθρο µε ποινικό χαρακτήρα, το δε αδίκηµα που διαγράφει δεν είναι αδίκηµα αυστηρής ή απόλυτης ευθύνης (strict or absolute liability) αλλά αδίκηµα που έχει όχι µόνο αντικειµενική αλλά και υποκειµενική υπόσταση. Η αντικειµενική του υπόσταση (actus reus) συνίσταται σε πράξη ή παράλειψη η οποία παραβιάζει το διάταγµα, η δε υποκειµενική του υπόσταση (mens rea) σε ηθεληµένη ανυπακοή ή, άλλως, σε πρόθεση ανυπακοής ή καταστρατήγησης του διατάγµατος του δικαστηρίου". Στην ίδια σελίδα παρατίθεται απόσπασμα από τις σελίδες 314 έως 315 της απόφασης Μιχαήλ Παπαχρυσοστόµου v. Μιράντας Σιδερά
(1993)1 Α. Α. Δ. 309 όπου αναφέρονται από τον Έντιμο Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Πική Δ. (όπως ήταν τότε) τα ακόλουθα, :- «Παρά τον αστικό χαρακτήρα της διαδικασίας για καταφρόνηση και τον µανδύα της πολιτικής δικαιοδοσίας που την περιβάλλει το αίτηµα για καταδίκη για ανυπακοή διατάγµατος του δικαστηρίου αποβλέπει στην τιµωρία του παραβάτη. Κατά συνέπεια η αίτηση για καταδίκη προσλαµβάνει το χαρακτήρα κατηγορίας η απόδειξη της οποίας υπόκειται στους κανόνες που διέπουν την απόδειξη ποινικού αδικήµατος, δηλαδή απόδειξη της κατηγορίας γενικά και των συστατικών της στοιχείων ειδικά, πέραν πάσης λογικής αµφιβολίας. Όπως επισηµαίνεται στην Antonis Mouzouris & Another v. Xylophaghou Plantations Ltd.
(1977)1 C.L.R. 287 για να στοιχειοθετηθεί η καταφρόνηση πρέπει να αποδειχθεί ηθεληµένη ανυπακοή του καθ' ου η αίτηση προς την απόφαση του δικαστηρίου, δηλαδή πρόθεση ανυπακοής προς το διάταγµα του δικαστηρίου. Το αποτέλεσµα της ανυπακοής αφ' αυτού δεν αρκεί πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγµατος του δικαστηρίου.» [ 58 ] Συνεπώς, βάσει και των όσων αναφέρονται πιο πάνω σε σχέση με την νομική πτυχή της αίτησης υπό εξέταση η παράβαση των όρων ενός διατάγµατος χωρίς πρόθεση ή κατά τυχαίο τρόπο δεν επιφέρει την καταδίκη του καθ' ου η αίτηση εφόσον βεβαίως η συµπεριφορά του δεν κατέδειξε είτε αδιαφορία προς το διάταγµα είτε εκ προθέσεως καταστρατήγηση των όρων του. [ 59 ] Εφαρμόζοντας αυτή τη νομική πτυχή στα ευρήματα του Δικαστηρίου, δηλαδή τις διαπιστώσεις του σε σχέση με την πραγματική πτυχή αυτής της περίπτωσης, κρίνω πως όντως ο εναγόμενος ενώ οι όροι του επίδικου διατάγματος ήταν σαφείς όχι μόνο έχει παραβεί το επίδικο διάταγμα αλλά επιπλέον πως αυτό δεν έγινε με οποιοδήποτε τυχαίο τρόπο αλλά με σαφή πρόθεση καταστρατήγησης αυτών των όρων. [ 60 ] Υπενθυμίζω σχετικά πως ο εναγόμενος δεν ισχυρίστηκε πως διέπραξε μεν τις όσες ενέργειες του καταλογίστηκαν αλλά δίχως την οποιαδήποτε πρόθεση να παραβεί το συγκεκριμένο διάταγμα. Αντιθέτως αρνήθηκε ανειλικρινώς την διάπραξη οποιασδήποτε από αυτές τις ενέργειες προκαλώντας ουσιαστικά τον ενάγοντα να αποδείξει πως όντως αυτός ήταν το άτομο το οποίο είχε επικοινωνήσει μαζί του. Ο εναγόμενος όχι μόνο επέδειξε καταφρόνηση προς το επίδικο δικαστικό διάταγμα αλλά επιπλέον αρνήθηκε πως όντως αυτός είχε παραβεί τους σαφείς όρους αυτού ως πρός τις ενέργειες σε σχέση με τις οποίες προβλεπόταν ρητή απαγόρευση. [ 61 ] Επομένως δεν έχω οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς το ότι ο εναγόμενος με πρόθεση παρακοής έχει παρακούσει το επίδικο διάταγμα με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του σύμφωνα και με τα όσα αναφέρονται σχετικά εντός του επίδικου διατάγματος. Έχοντας κρίνει τον εναγόμενο ένοχο παρακοής του επίδικου διατάγματος στη συνέχεια θα δοθεί η ευκαιρία στους ευπαίδευτους συνηγόρους του εναγομένου να αναφέρουν οτιδήποτε επιθυμούν στο Δικαστήριο για μετριασμό της ποινής η οποία ακολούθως θα επιβληθεί σε αυτόν. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Σχετική επί αυτού είναι η παράγραφος 12 της ένορκης δήλωσης του ενάγοντα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο