Θεοφάνης Θεοφάνους ν. Φαίδρα Αυγουστή ως συνδιαχειρίστρια του αποβιώσαντος Κυριάκου Μιχαήλ Φιλίππου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1149/10, 10/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A51 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1149/10 Μεταξύ: Θεοφάνης Θεοφάνους, από την Πάφο Ενάγοντος και
- Φαίδρα Αυγουστή ως συνδιαχειρίστρια του αποβιώσαντος Κυριάκου Μιχαήλ Φιλίππου από την Πάφο
- Ξένιας Μιχαήλ Φιλίππου - Πολεμίτου ως συνδιαχειρίστρια του αποβιώσαντος Κυριάκου Μιχαήλ Φιλίππου από την Κανναβιού, Πάφος Εναγομένων - - - - - - - - - - - - - - - 10.03.2016 Για τον Ενάγοντα: κα Α. Χαραλαμπίδου για Π. Φιλίππου & Συνεργάτες (κα Αναστάση για ν' ακούσει απόφαση) Για τις Εναγόμενες: κα Σ. Σωκράτους (κα Ε. Σωκράτους για ν' ακούσει απόφαση) Α Π Ο Φ Α Σ Η Αντικείμενο της παρούσας αγωγής είναι η ισχυριζόμενη συμφωνία για πώληση του τεμαχίου με αρ. 522 Φ/Σχ. ΧΧΧV/64 με αρ. εγγραφής 1706 το οποίο ευρίσκεται στο χωριό Κανναβιού (στο εξής το «ακίνητο»). Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης ο Ενάγων κατά ή περί τις 20.04.06 συνήψε με τον αποβιώσαντα Κυριάκο Μιχαήλ Φιλίππου (στο εξής ο «αποβιώσας») συμφωνία με την οποία ο αποβιώσας συμφώνησε να του πωλήσει το ακίνητο έναντι του τιμήματος των Λ.Κ.28,
- Με βάση τους όρους της συμφωνίας ο Ενάγων κατά την υπογραφή της θα κατέβαλλε το ποσό των Λ.Κ.5,000 και το υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ.23,500 θα πληρωνόταν με την μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του Ενάγοντα εντός δύο μηνών από την υπογραφή της συμφωνίας. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς ο Ενάγων κατέβαλε στον αποβιώσαντα το ποσό των Λ.Κ.5,000 με επιταγή κατά την υπογραφή της συμφωνίας και επιπρόσθετα κατέβαλε στις 18.07.06, 21.09.06 και 14.03.07 τα ποσά των Λ.Κ.6,000, Λ.Κ.1,500 και Λ.Κ.1,500, αντίστοιχα επίσης με επιταγές. Περαιτέρω, κατά τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 2007 κατέβαλε σε μετρητά το ποσό των Λ.Κ.3,400 στην παρουσία κάποιου Εύη Ευμενίου. Ο Ενάγων με επιστολές των δικηγόρων του ημερομηνίας 14.05.09 και 18.05.09 κάλεσε την Εναγόμενη 2 (σύζυγο και συνδιαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος) να προσέλθει στο Κτηματολόγιο προκειμένου να μεταβιβαστεί επ' ονόματι του το ακίνητο και ταυτόχρονα να εξοφλήσει το υπόλοιπο του τιμήματος αγοράς. Η Εναγόμενη 2 δεν παρουσιάστηκε στο Κτηματολόγιο για την ολοκλήρωση της συμφωνίας. Οι Εναγόμενες 1 και 2, συνδιαχειρίστριες της περιουσίας του αποβιώσαντος στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση τους αρνούνται τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα και προς υπεράσπιση τους ισχυρίζονται ότι ο αποβιώσας πληροφόρησε την Εναγόμενη 2 σύζυγο του ότι δανείστηκε από τον Ενάγοντα το ποσό των Λ.Κ.5,000 και προς τον σκοπό αυτό κατήρτισαν πωλητήριο έγγραφο το οποίο θα κρατείτο από τον Ενάγοντα ως εγγύηση μέχρι την επιστροφή του εν λόγω ποσού. Περαιτέρω, οι Εναγόμενες ισχυρίζονται ότι η συμφωνία που επικαλείται ο Ενάγων δεν είναι η ίδια με εκείνη που υπέγραψε ο αποβιώσας και λέγουν ότι η υπογραφή του έχει πλαστογραφηθεί. Επιπρόσθετα προβάλλουν τους εξής διαζευκτικούς ισχυρισμούς: · O Ενάγων απέσπασε με δόλο και/ή απάτη και/ή ψυχική πίεση την υπογραφή του αποβιώσαντος, καθώς ο Ενάγων απέκρυψε το ότι η συμφωνία αποτελούσε εγγύηση για το δάνειο των Λ.Κ.5,000 και/ή ο Ενάγων τελούσε σε πλεονεκτική θέση έναντι του αποβιώσαντος ενόψει του εθισμού του τελευταίου στον τζόγο και της δυνατότητας του Ενάγοντα να του δανείζει χρήματα. · Η συμφωνία είναι άκυρη, διότι υπογράφηκε λόγω της σχέσης εξάρτησης του αποβιώσαντος προς τον Ενάγοντα, ο οποίος ήταν σε θέση να δανείζει χρήματα τον αποβιώσαντα. · Ο αποβιώσας ήταν έτοιμος για να μεταβιβάσει το ακίνητο, αλλά ουδέποτε προσκλήθηκε από τον Ενάγοντα, καθώς ο τελευταίος δεν ήταν σε θέση να εξοφλήσει το τίμημα πώλησης του ακινήτου. Οι Εναγόμενες ανταπαιτητικά διεκδικούν διατάγματα του Δικαστηρίου με τα οποία να κηρύσσεται άκυρη η συμφωνία πώλησης του ακινήτου και να αποσύρεται η συμφωνία που είναι κατατεθειμένη στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου. Περαιτέρω, διεκδικούν αποζημιώσεις λόγω αδυναμίας εκτέλεσης της συμφωνίας και επιστροφής του ποσού των Λ.Κ. 5,
- Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ. 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα (Καννάουρου κ.α ν. Σταδιώτη κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 35). Ο Ενάγων, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9 όπως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί γραπτή δήλωση (Τεκμήριο 1). Σε αυτήν συνοπτικά αναφέρει ότι στις 20.04.06 συνήψε με τον αποβιώσαντα συμφωνία (Τεκμήριο 3) για την αγορά του ακινήτου έναντι του ποσού των Λ.Κ.28,
- Για τη σύνταξη του Τεκμηρίου 3 κατέβαλε στο δικηγόρο του αμοιβή εκ ποσού Λ.Κ.513,19 και επιπρόσθετα κατέβαλε για την χαρτοσήμανση του το ποσό των Λ.Κ.43,
- Σύμφωνα με το Τεκμήριο 3 η πληρωμή του τιμήματος θα γινόταν ως ακολούθως: · ποσό εκ ΛΚ.5,000 θα καταβαλλόταν με την υπογραφή του Τεκμηρίου 3 και · το υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ.23,500 θα πληρωνόταν με τη μεταβίβαση του ακινήτου εντός δύο μηνών από την υπογραφή του Τεκμηρίου 3, ελεύθερο βαρών και επιβαρύνσεων. Κατέβαλε στον αποβιώσαντα σε διάφορες ημερομηνίες το συνολικό ποσό των Λ.Κ.17,400 έναντι του τιμήματος αγοράς του ακινήτου. Συγκεκριμένα κατέβαλε: · ποσό Λ.Κ.5,000 κατά την υπογραφή του Τεκμηρίου 3 με επιταγή της Λαϊκής Τράπεζας με αρ. 03890637 · ποσό Λ.Κ.6,000 στις 18.07.06 με επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αρ. 59979460 · ποσό Λ.Κ.1,500 στις 21.09.06 με επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αρ. 59979482 · ποσό Λ.Κ.1,500 στις 14.03.07 με επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αρ. 63606781 · ποσό Λ.Κ.3,400 σε μετρητά κατά τους μήνες Σεπτέμβριο με Οκτώβριο του 2007 στην παρουσία κάποιου Εύη Ευμενίου εξάδελφου του αποβιώσαντος. Ο αποβιώσας εισηγήθηκε να μην κατατεθεί το Τεκμήριο 3 στο Κτηματολόγιο, διότι θα του μεταβίβαζε το ακίνητο και ήθελε χρόνο για να εξοφλήσει την υποθήκη η οποία βάρυνε το ακίνητο. Ακολούθως, μετά το θάνατο του αποβιώσαντος, η Εναγόμενη 2, σύζυγος του αποβιώσαντος, αρχικά συμφώνησε όπως μεταβιβάσει το ακίνητο στον Ενάγοντα στη συνέχεια όμως άλλαξε γνώμη και συζητούσε την πώληση του σε τρίτο πρόσωπο. Στις 14.05.09 με επιστολή του δικηγόρου του (Τεκμήριο 9) κάλεσε την Εναγόμενη 2 να τον πληροφορήσει πότε θα ήταν σε θέση να του μεταβιβάσει το ακίνητο. Εν συνεχεία με νέα επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 18.05.09 (Τεκμήριο 10) κάλεσε την Εναγόμενη 2 να παρουσιασθεί στο Κτηματολόγιο Πάφου στις 22.05.09 για την μεταβίβαση του ακινήτου. Η Εναγόμενη 2 ενημέρωσε τηλεφωνικά τους δικηγόρους του ότι δεν θα παρουσιαζόταν στο Κτηματολόγιο. Ο Ενάγων ωστόσο παρουσιάστηκε στο Κτηματολόγιο έτοιμος για τη μεταβίβαση και προς τούτο έλαβε σχετική βεβαίωση από το Κτηματολόγιο (Τεκμήριο 11). Στη δια ζώσης μαρτυρία του ανέφερε ότι ο λόγος που επιθυμούσε να αγοράσει το ακίνητο ήταν διότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η δουλειά του ήταν να αγοράζει ακίνητα και να κτίζει σε αυτά ή να τα πωλεί ως γη. Τέλος, ανέφερε ότι ουδέποτε έλαβε κατοχή του ακινήτου. Αντεξεταζόμενος ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι κατά το 2006 διατηρούσε «μάντρα» πώλησης αυτοκινήτων και ήταν ιδιοκτήτης εταιρείας που ασχολείτο με την ανάπτυξη γης. Το ακίνητο ωστόσο δεν το αγόρασε στα πλαίσια των δραστηριοτήτων της προαναφερόμενης εταιρείας. Αναφορικά με τη συνομολόγηση του Τεκμηρίου 3, ο Ενάγων ανέφερε ότι μετέβησαν μαζί με τον αποβιώσαντα στο δικηγόρο του και έδωσαν τα απαραίτητα στοιχεία για την κατάρτιση της συμφωνίας. Δεν ζήτησε από το δικηγόρο του να ερευνήσει κατά πόσο υπήρχε οποιαδήποτε επιβάρυνση επί του ακινήτου, καθώς ο αποβιώσας τον είχε πληροφορήσει ότι υπήρχε τέτοια επιβάρυνση. Για να εξαλειφθεί η εν λόγω επιβάρυνση έδωσε στον αποβιώσαντα, μετά την πληρωμή της προκαταβολής εκ ποσού Λ.Κ.5,000, ακόμα Λ.Κ.6,
- Στην επισήμανση της ευπαίδευτης συνηγόρου των Εναγομένων ότι η επιβάρυνση αφορούσε ποσό μικρότερο του υπολοίπου του τιμήματος και στην απορία της για ποιο λόγο δεν έγινε ταυτόχρονα η πληρωμή του υπολοίπου στο Κτηματολόγιο για να εξαλειφθεί η υποθήκη, ο Ενάγων απάντησε ότι είχε τηλεφωνήσει αρκετές φορές του αποβιώσαντα ζητώντας του να μεταβούν στο Κτηματολόγιο για την μεταβίβαση. Αναφορικά με την πληρωμή του ποσού των Λ.Κ.6,000 στις 18.07.06 και των υπολοίπων πληρωμών που έγιναν στη συνέχεια, ο Ενάγων είπε ότι ο λόγος για τον οποίο η εν λόγω πληρωμή έγινε σε χρόνο μεταγενέστερο του προβλεπόμενου στο Τεκμήριο 3 ήταν διότι ο αποβιώσας ζητούσε πίστωση χρόνου για να τακτοποιήσει την επιβάρυνση που υπήρχε επί του ακινήτου. Στην υποβολή της κας. Σωκράτους ότι δεν ήταν έτοιμος να καταβάλει το υπόλοιπο του τιμήματος εκ Λ.Κ.23,500, ο Ενάγων είπε ότι πάντα ήταν έτοιμος να πληρώσει το εν λόγω ποσό. Ο Ενάγων ανέφερε περαιτέρω ότι ο λόγος για τον οποίο δεν κατέθεσε το Τεκμήριο 3 στο Κτηματολόγιο ήταν οι υποσχέσεις του αποβιώσαντος ότι θα του μεταβίβαζε το ακίνητο πριν τη λήξη της προθεσμίας για την κατάθεση του. Βασίστηκε στις υποσχέσεις του αποβιώσαντα, με αποτέλεσμα να παρέλθει η εν λόγω προθεσμία και στη συνέχεια δεν μπορούσε να καταθέσει τη συμφωνία (Τεκμήριο 3). Αρνήθηκε δε ότι ο πραγματικός λόγος που δεν προχώρησε στην κατάθεση του ήταν διότι ο σκοπός του Τεκμηρίου 3 δεν ήταν η πώληση του ακινήτου, αλλά η εξασφάλιση του για το ποσό των Λ.Κ.5,000 που δάνεισε στον αποβιώσαντα. Αρνήθηκε επίσης ότι δάνειζε χρήματα τον αποβιώσαντα, ο οποίος ήταν εθισμένος στον τζόγο και ο οποίος εξαναγκάστηκε να υπογράψει το Τεκμήριο 3 προκειμένου να δανειστεί χρήματα. Ερωτηθείς κατά πόσο κάλεσε γραπτώς τον αποβιώσαντα να του μεταβιβάσει το ακίνητο, ο Ενάγων είπε ότι έγινε κάποια επιστολή από τους δικηγόρους του αλλά δεν θυμόταν αν αυτή απευθυνόταν στον αποβιώσαντα ή τους διαχειριστές της περιουσίας του, ούτε και μπορούσε να προσδιορίσει χρονικά πότε έγινε η προαναφερόμενη επιστολή. Ανέφερε ωστόσο ότι κάλεσε αρκετές φορές προφορικά τον αποβιώσαντα για την μεταβίβαση. Στην υποβολή της ευπαίδευτης συνηγόρου των Εναγομένων ότι το μοναδικό ποσό που του οφείλει ο αποβιώσας είναι το ποσό των Λ.Κ.5,000 (Τεκμήριο 5) το οποίο ο τελευταίος έλαβε ως δάνειο, ο Ενάγων απάντησε ότι όλα τα ποσά που έδωσε στον αποβιώσαντα αφορούσαν την αγορά του ακινήτου. Αναφορικά με την Εναγόμενη 2, ο Ενάγων είπε ότι γνώριζε εξ αρχής για την πώληση του ακινήτου καθώς πριν την κατάρτιση του Τεκμηρίου 3 είχαν συζητήσει το εν λόγω ζήτημα ο Ενάγων και ο αποβιώσας σε ταβέρνα στο Λεμονάρι στην παρουσία της συζύγου του και της Εναγόμενης
- Τέλος, ο Ενάγων αρνήθηκε ότι διατηρούσε «κουμαρτζίδικο» στο οποίο ο αποβιώσας έπαιζε «κουμάρι», καθώς επίσης και ότι ο αποβιώσας τελούσε σε σχέση εξάρτησης επειδή του δάνειζε χρήματα. H μαρτυρία του Ενάγοντα θα πρέπει να εξεταστεί και να αξιολογηθεί υπό το φως των προνοιών του άρθρου 7 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, εφόσον η αξίωση του στρέφεται κατά περιουσίας αποβιώσαντος προσώπου. Όπως αναφέρεται στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ΜΑΡΚΟΥ κ.α. ν. ΤΑΜΕΙΟΥ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΤΟΥ ΤΑΚΤΙΚΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΠΑΤΙΣΕΡΙ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΙ ΠΑΠΑΦΙΛΙΠΠΟΥ ΛΤΔ ΚΑΙ ΠΑΓΩΤΑ ΠΑΠΑΦΙΛΙΠΠΟΥ ΚΑΙ ΠΑΤΙΣΕΡΙ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΛΤΔ Πολ. Έφεση 219/2010 ημερομηνίας 26.06.15: «Οι πρόνοιες του άρθρου 7 του Κεφ. 9 επιβάλλουν όπως αξιώσεις κατά της περιουσίας αποβιώσαντος προσεγγίζονται, κατ΄ αρχάς, με καχυποψία και όπως η σχετική μαρτυρία αξιολογείται διεξοδικά ενόψει της αδυναμίας να παρουσιαστεί η μαρτυρία του ίδιου του κατ΄ ισχυρισμόν οφειλέτη.» Ο Ενάγων σε γενικές γραμμές μού προξένησε θετική εντύπωση και κρίνω ότι το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του. Άλλωστε, το ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του επιβεβαιώνεται από τα Τεκμήρια που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Πιο συγκεκριμένα, ο ισχυρισμός του ότι μεταξύ του ιδίου και του αποβιώσαντος υπογράφηκε συμφωνία για πώληση του ακινήτου επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3, οι όροι του οποίου δεν αφήνουν περιθώρια ερμηνείας άλλης πέραν του ότι πρόκειται για συμφωνία πώλησης του ακινήτου. Το ότι το ακίνητο ανήκε στον αποβιώσαντα δεν έχει αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση και εν πάση περιπτώσει επιβεβαιώνεται και από το Τεκμήριο
- Επίσης, ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι κατέβαλε στον αποβιώσαντα τη συμφωνηθείσα, με βάση το Τεκμήριο 3, προκαταβολή για την αγορά του ακινήτου επιβεβαιώνεται από την επιταγή- Τεκμήριο 5, η οποία εκδόθηκε στις 20.04.06, δηλαδή την ίδια ημερομηνία με την ημερομηνία υπογραφής του Τεκμηρίου 3, αφορούσε το συμφωνηθέν ποσό της προκαταβολής (Λ.Κ.5,000) και τέλος ο ίδιος ο αποβιώσας επιμαρτυρεί ότι έλαβε την εν λόγω επιταγή για την πώληση του ακινήτου (βλ. Τεκμήριο 5). Το γεγονός δε ότι η συγκεκριμένη επιταγή εξαργυρώθηκε επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία του ΜΕ4 στην οποία γίνεται λόγος πιο κάτω. Επίσης, ο ισχυρισμός του ότι το ακίνητο βαρυνόταν με υποθήκη επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία του ΜΕ3, όπως θα φανεί πιο κάτω κατά την παράθεση της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα. Όσον αφορά τις υπόλοιπες επιταγές (Τεκμήρια 6-8) επίσης προκύπτει ότι αυτές εκδόθηκαν προς όφελος του αποβιώσαντα και σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ2 (στην οποία θα αναφερθώ κατωτέρω) εξαργυρώθηκαν. Το γεγονός ότι αφενός στις εν λόγω επιταγές δεν υπάρχει αντίστοιχη δήλωση του αποβιώσαντος, όπως αυτή που περιέχεται στο Τεκμήριο 5, και ότι αφετέρου εκδόθηκαν σε χρόνο μεταγενέστερο από το χρόνο που οριζόταν στο Τεκμήριο 3, δεν οδηγεί άνευ ετέρου σε συμπέρασμα ότι οι εν λόγω επιταγές αφορούσαν άλλες δοσοληψίες του αποβιώσαντα με τον Ενάγοντα. Η περί του αντιθέτου εισήγηση της Υπεράσπισης παρέμεινε γράμμα κενό, καθώς πέραν ορισμένων γενικών υποβολών δεν τέθηκε οτιδήποτε συγκεκριμένο που να κλονίζει τη θέση του Ενάγοντα ότι οι εν λόγω επιταγές δόθηκαν έναντι της αγοράς του ακινήτου. Σημειώνω εδώ ότι μία από τις υποβολές προς τον Ενάγοντα ήταν ότι οι προαναφερόμενες επιταγές αφορούσαν δάνεια που δόθηκαν στον αποβιώσαντα, θέση ωστόσο η οποία έρχεται σε αντίθεση με τη μαρτυρία της Εναγόμενης 2 η οποία ανέφερε μεν ότι άκουσε τον αποβιώσαντα να ζητά τηλεφωνικώς δάνεια από τον Ενάγοντα πλην όμως αυτά αφορούσαν μικρά ποσά της τάξης των Λ.Κ.500,00, ή Λ.Κ.1,
- Τα ποσά όμως των επιταγών (Τεκμήρια 6-8) αφορούν Λ.Κ.6,000 και Λ.Κ.1,500 αντίστοιχα, ποσά δηλαδή μεγαλύτερα από αυτά που η Εναγόμενη 2 ισχυρίζεται ότι άκουσε τον αποβιώσαντα σύζυγο της να ζητά να δανειστεί από τον Ενάγοντα. Από την άλλη, η θέση της Υπεράσπισης ότι οι επιταγές (Τεκμήρια 5-8) δεν εξαργυρώθηκαν από τον αποβιώσαντα αλλά από άλλο πρόσωπο θεωρώ ότι είναι άσχετη με τα επίδικα θέματα. Το ζητούμενο δεν είναι ποιος εξαργύρωσε τις επίδικες επιταγές, αλλά κατά πόσο αυτές εκδόθηκαν προς όφελος του αποβιώσαντα, αφορούσαν την επίδικη συμφωνία και εξαργυρώθηκαν. Επαναλαμβάνω ότι επί της επιταγής (Τεκμήριο 5) υπάρχει ενυπόγραφη δήλωση του αποβιώσαντος ότι αυτή αφορά την αγορά του ακινήτου. Στα Τεκμήρια 6-8 φαίνεται να υπάρχει μόνο μία οπισθογράφηση και επιπρόσθετα στα Τεκμήρια 7 και 8 αναγράφεται και ο αριθμός ταυτότητας του οπισθογραφούντος, ήτοι ο αρ. 707664, ο οποίος παραπέμπει στον αριθμό ταυτότητας του αποβιώσαντος (βλ. Τεκμήρια 2-4). Γενικότερα κατά την αντεξέταση του Ενάγοντα δεν προκλήθηκε οποιοδήποτε ρήγμα στη μαρτυρία του, ούτε και περιέπεσε σε οποιεσδήποτε ουσιώδεις αντιφάσεις. Μία από τις γραμμές υπεράσπισης ήταν ότι ο Ενάγων διατηρούσε «κουμαρτζίδικο» και ότι ο αποβιώσας ως τζογαδόρος δανειζόταν χρήματα για να μπορεί να «παίζει κουμάρι» στο μαγαζί του Ενάγοντα. Η θέση αυτή παρέμεινε ωστόσο στη σφαίρα της γενικότητας, καθώς δεν τέθηκε οτιδήποτε χειροπιαστό που να υποστηρίζει ότι ο Ενάγων όντως διατηρούσε «κουμαρτζίδικο» και ότι δάνειζε χρήματα τον αποβιώσαντα για να μπορεί να επιδίδεται στον τζόγο. Πέραν των γενικών αναφορών της Εναγόμενης 2, δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να υποστηρίζει τα πιο πάνω, ούτε καν δόθηκε μαρτυρία για το που διατηρούσε το ισχυριζόμενο «κουμαρτζίδικο» ο Ενάγων, ούτε και τι τζόγος παιζόταν σε αυτό. Κατά τα λοιπά, η αντεξέταση περιορίστηκε στο να υποβάλει στον Ενάγοντα τις διαζευκτικές εκδοχές που δικογραφούνται στην Υπεράσπιση. Από τη μαρτυρία ωστόσο του Ενάγοντα δεν μπορώ να αποδεχθώ τη θέση του ότι κατέβαλε σε μετρητά στον αποβιώσαντα το ποσό των Λ.Κ.3,
- Η συγκεκριμένη θέση του Ενάγοντα παρέμεινε ατεκμηρίωτη, καθώς δεν τέθηκε ενώπιον μου οποιαδήποτε απόδειξη ή οποιοδήποτε άλλο μαρτυρικό υλικό από το οποίο να προκύπτει ότι το εν λόγω ποσό καταβλήθηκε στον αποβιώσαντα (βλ. άρθρο 7 Κεφ.9). Σημειώνω ότι όταν ερωτήθηκε ο Ενάγων κατά την αντεξέταση του για ποιο λόγο δεν λάμβανε αποδείξεις από τον αποβιώσαντα για τις πληρωμές που έκανε, η απάντηση του ήταν ότι οι επιταγές από μόνες τους συνιστούσαν απόδειξη. Για την προκείμενη περίπτωση, όπου η πληρωμή έγινε με μετρητά, δεν έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση για τον λόγο που δεν ζήτησε απόδειξη. Περαιτέρω, ο Ενάγων στη μαρτυρία του επικαλέστηκε κάποιον Εύη Ευμενίου λέγοντας ότι ήταν παρών όταν έδωσε στον αποβιώσαντα το ποσό των Λ.Κ.3,
- Ο εν λόγω Ευμενίου ωστόσο δεν κλήθηκε στο Δικαστήριο για να μαρτυρήσει, ούτε και δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση για το γεγονός αυτό. Ως εκ των ανωτέρω η μαρτυρία του Ενάγοντα γίνεται αποδεκτή πλήν του πιο πάνω αναφερόμενου σημείου. Έχει κριθεί νομολογιακά ότι όταν ένας μάρτυρας κριθεί αξιόπιστος, το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο (Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266, 268 και Ιωσηφίδη ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 243/12 ημερομηνίας 02.05.14). Ο ΜΕ2 ανέφερε στην κυρίως εξέταση του ότι εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου από το 1991 και από το 2013 είναι τοποθετημένος στο υποκατάστημα της Τράπεζας Κύπρου στο Πολέμι. Αναγνώρισε τα Τεκμήρια 6-8 αναφέροντας ότι είναι αντίγραφα επιταγών που συνδέονται με λογαριασμούς που τηρούνταν στο υποκατάστημα της Τράπεζας Κύπρου στο Πολέμι με αριθμό
- Σε σχετική ερώτηση της ευπαίδευτης συνηγόρου του Ενάγοντα ο ΜΕ2 απάντησε ότι, όπως προκύπτει από την κατάσταση του λογαριασμού αλλά και από την οπισθογράφηση των επιταγών, οι τρεις επιταγές (Τεκμήρια 6-8) έχουν εξαργυρωθεί. Δήλωσε επίσης ότι τα ποσά που αναφέρονται στις επιταγές (Τεκμήρια 6-8) χρεώθηκαν στο λογαριασμό του Ενάγοντα. Αντεξεταζόμενος ο ΜΕ2 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τον λόγο έκδοσης των επιταγών, ούτε και τον δικαιούχο των επιταγών. Τον δε Ενάγοντα τον γνωρίζει από τις επισκέψεις του στο υποκατάστημα της Τράπεζας Κύπρου στο Πολέμι. Ερωτηθείς κατά πόσο μπορεί από τις οπισθογραφήσεις επί των Τεκμηρίων 6-8 να γνωρίζει ποιος οπισθογράφησε τις εν λόγω επιταγές, ο ΜΕ2 είπε πως είναι λογικό να έχει υπογράψει ο δικαιούχος καθώς στην οπισθογράφηση καταγράφεται ο αριθμός ταυτότητας και τηλεφώνου. Στην υποβολή της κας. Σωκράτους ότι οι επιταγές - Τεκμήρια 6-8 δεν έχουν εξαργυρωθεί, ο ΜΕ2 απάντησε ότι με βάση την κατάσταση λογαριασμού, τους αριθμούς των επιταγών, τα ποσά των επιταγών και τις ημερομηνίες πληρωμής, ο λογαριασμός του Ενάγοντα έχει χρεωθεί. Ο ΜE3 στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι εργάζεται ως κτηματολογικός λειτουργός στο Κτηματολόγιο Πάφου. Αναγνώρισε το πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας (Τεκμήριο 4) λέγοντας ότι εκδόθηκε στις 26.02.15 και αναφέρεται σε ακίνητο το οποίο ευρίσκεται στο χωριό Κανναβιού της Πάφου με αρ. εγγραφής 1706, ήτοι το επίδικο ακίνητο. Από το Τεκμήριο 4 προκύπτει ότι δεν υπάρχει κατατεθειμένο πωλητήριο έγγραφο σε σχέση με το ακίνητο, ούτε και υπάρχει οποιοδήποτε άλλο εμπράγματο βάρος. Αντεξεταζόμενος και ερωτηθείς κατά πόσο από τις 20.04.06 μέχρι και το τέλος του 2006 βαρυνόταν με υποθήκη το ακίνητο, ο ΜΕ3 απάντησε καταφατικά και δήλωσε περαιτέρω ότι η εν λόγω υποθήκη εξαλείφθηκε στις 14.05.
- Διευκρίνισε δε ότι το Τεκμήριο 4 αφορά την κατάσταση του ακινήτου κατά την 26.02.15 (ημερομηνία έκδοσης του) και όσα ανέφερε για την υποθήκη και την εξάλειψη της δεν εμφαίνονται επί του Τεκμηρίου
- Ο ΜE4 υιοθέτησε, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9 όπως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, γραπτή δήλωση (Τεκμήριο 15). Σε αυτήν αναφέρει ότι εργάζεται στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών της Τράπεζας Κύπρου, η οποία από τις 29.03.13 σύμφωνα με την Κ.Δ.Π 104/13 έχει αναλάβει όλες τις εργασίες και έχει υποκαταστήσει τη Cyprus Popular Bank Public Co ltd (Λαϊκή Τράπεζα). Αναγνώρισε την επιταγή - Τεκμήριο 5 λέγοντας ότι αντλεί γνώση για αυτήν από τον ηλεκτρονικό φάκελο στον οποίο τηρείται ο λογαριασμός με αρ. 062-11-005660 από τον οποίο εκδόθηκε η εν λόγω επιταγή. Σύμφωνα με τον πιο πάνω αναφερόμενο ηλεκτρονικό φάκελο το Τεκμήριο 5 έχει εξαργυρωθεί, καθώς ο λογαριασμός του Ενάγοντα χρεώθηκε με το ποσό της επιταγής - Τεκμήριο
- Σε περίπτωση που η επιταγή δεν εξαργυρωνόταν, τότε θα υπήρχε πράξη στην κατάσταση λογαριασμού που να δείχνει ότι δεν εξαργυρώθηκε ή κατατέθηκε. Στη δια ζώσης μαρτυρία του ανέφερε ότι ο μοναδικός τρόπος για να ελέγξει κατά πόσο το Τεκμήριο 5 εξαργυρώθηκε είναι μέσω του ηλεκτρονικού αρχείου το οποίο έχει ελέγξει. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν εργάστηκε στη Λαϊκή Τράπεζα, ούτε και γνωρίζει είτε τον Ενάγοντα, είτε τον αποβιώσαντα. Στην υποβολή της ευπαίδευτης συνηγόρου των Εναγομένων ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο εξαργυρώθηκε το Τεκμήριο 5 διότι επ' αυτού δεν υπάρχει οπισθογράφηση, ο ΜΕ4 απάντησε ότι από το ηλεκτρονικό αρχείο προκύπτει ότι η συγκεκριμένη επιταγή Τεκμήριο 5 κατατέθηκε στο λογαριασμό του Ενάγοντα και εξαργυρώθηκε καθώς ο λογαριασμός χρεώθηκε με το εν λόγω ποσό. Στην ερώτηση της κας. Σωκράτους γιατί αναφέρει στο Τεκμήριο 15 ότι τα χρήματα δόθηκαν στον αποβιώσαντα, ο ΜΕ4 απάντησε ότι από το Τεκμήριο 5 φαίνεται ότι αυτό εκδόθηκε επ' ονόματι του αποβιώσαντα και από το ηλεκτρονικό αρχείο προκύπτει ότι η επιταγή εξαργυρώθηκε. Η μόνη γνώση που έχει είναι μέσω του ηλεκτρονικού αρχείου και δεν μπορεί να γνωρίζει ποιος οπισθογράφησε το Τεκμήριο
- Τέλος, ανέφερε πως δεν γνωρίζει τον λόγο έκδοσης του Τεκμηρίου
- Ως ΜΕ5 κατέθεσε η Στεφανία Καφετζιή δικηγορική υπάλληλος στο γραφείο των δικηγόρων του Ενάγοντα. Η ΜΕ5 ανέφερε ότι ο Ενάγων είναι πελάτης του γραφείου στο οποίο εργάζεται και η ίδια εκ της ιδιότητας της έχει πρόσβαση στο φάκελο του. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 16 την επιστολή ημερομηνίας 21.05.09 η οποία στάληκε από το γραφείο των δικηγόρων των Εναγομένων. Αντεξεταζόμενη είπε ότι η επιστολή - Τεκμήριο 16 επιδόθηκε στο γραφείο που εργάζεται μέσω ιδιώτη επιδότη στις 21.05.
- Ερωτηθείσα κατά πόσο η ίδια επικοινώνησε οποιαδήποτε φορά με την Εναγόμενη 2, ανέφερε ότι εξ' όσων θυμάται ουδέποτε επικοινώνησε με την Εναγόμενη
- Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της μαρτυρίας των ΜΕ 2-5, οι τελευταίοι δεν διαδραμάτισαν οποιοδήποτε ρόλο στην επίδικη διαφορά καθώς η μαρτυρία τους περιορίστηκε σε γεγονότα τα οποία περιήλθαν σε γνώση τους στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων τους. Είμαι πεπεισμένος ότι οι συγκεκριμένοι μάρτυρες κατέθεσαν με αντικειμενικότητα και ειλικρίνεια. Άλλωστε και κατά την αντεξέταση τους δεν τέθηκε η θέση ότι είχαν οποιοδήποτε συμφέρον για να προωθήσουν την υπόθεση του Ενάγοντα εις βάρος των Εναγομένων. Αυτό το οποίο επιχείρησε η Υπεράσπιση ήταν να κλονίσει τη θέση των τραπεζικών υπαλλήλων, ΜΕ2 και 4, σε σχέση με την εξαργύρωση των επιταγών (Τεκμήρια 5-8). Θεωρώ ότι οι απαντήσεις των μαρτύρων επί του συγκεκριμένου σημείου ήταν πειστικές και εμπεριστατωμένες και δεν δημιουργήθηκε οποιοδήποτε ρήγμα στη δήλωση τους ότι οι συγκεκριμένες επιταγές κατατέθηκαν και πληρώθηκαν από τους λογαριασμούς του Ενάγοντα. Όσον αφορά το πρόσωπο που εξαργύρωσε τις εν λόγω επιταγές, ζήτημα για το οποίο οι ΜΕ 2 και 4 δεν μπορούσαν να εκφέρουν θετική μαρτυρία, όπως ανέφερα και πιο πάνω είναι ζήτημα ουδέτερο καθώς το κρίσιμο ερώτημα είναι προς όφελος ποιού εκδόθηκαν οι επιταγές και κατά πόσο αυτές τιμήθηκαν και όχι από ποιον τελικά εξαργυρώθηκαν. Έχοντας επομένως ως γνώμονα τα πιο πάνω η μαρτυρία των ΜΕ2-5 γίνεται αποδεκτή. Η Εναγόμενη 2 υιοθέτησε, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9 όπως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ως μέρος της κυρίως εξέτασης της έγγραφη δήλωση (Τεκμήριο 17). Σε αυτήν η Εναγόμενη 2 αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι ο αποβιώσας προ του θανάτου του την πληροφόρησε πως είχε δανειστεί από τον Ενάγοντα το ποσό των Λ.Κ.5,000 και είχαν καταρτίσει για το εν λόγω ποσό πωλητήριο έγγραφο το οποίο θα κρατείτο από τον Ενάγοντα ως εγγύηση μέχρι την επιστροφή του προαναφερόμενου ποσού. Το Τεκμήριο 3 δεν είναι ωστόσο το πωλητήριο έγγραφο που υπέγραψε ο αποβιώσας και η υπογραφή του έχει πλαστογραφηθεί. Εξ' όσων γνωρίζει ο αποβιώσας δανειζόταν κατά περιόδους χρήματα από τον Ενάγοντα, καθώς πολλές φορές άκουσε τον αποβιώσαντα να μιλά στο τηλέφωνο με τον Ενάγοντα και να του ζητά να τον δανείσει χρήματα. Ο αποβιώσας ήταν εθισμένος στον τζόγο και τελούσε σε σχέση εξάρτησης προς τον Ενάγοντα λόγω της πλεονεκτικής θέσης που βρισκόταν ο τελευταίος ενόψει της δυνατότητας του να δανείζει χρήματα. Σε αυτά τα πλαίσια εξάρτησης υπογράφηκε και το πωλητήριο έγγραφο ως εγγύηση για την επιστροφή του δανείου των Λ.Κ5,
- Στην περίπτωση που αποδειχθεί η επίδικη σύμβαση, η Εναγόμενη 2 υποστήριξε ότι ο αποβιώσας ήταν πάντα έτοιμος να προχωρήσει στη μεταβίβαση του ακινήτου σε αντίθεση με τον Ενάγοντα ο οποίος δεν ήταν σε θέση να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Ο Ενάγων ουδέποτε κάλεσε τον αποβιώσαντα να του μεταβιβάσει το ακίνητο, ενώ ο ίδιος δεν ανταποκρίθηκε στις προσκλήσεις του αποβιώσαντος. Περαιτέρω, η Εναγόμενη 2 αναφέρει ότι ο Ενάγων ουδέν ποσό κατέβαλε έναντι των υποχρεώσεων του ως η ισχυριζόμενη συμφωνία και αρνήθηκε ότι τα ποσά που περιγράφονται στις επιταγές (Τεκμήρια 5-8) δόθηκαν έναντι της αγοράς του ακινήτου και ότι εξαργυρώθηκαν από τον αποβιώσαντα. Επίσης, αρνείται ότι το ποσό των Λ.Κ.3,400 καταβλήθηκε σε μετρητά στον αποβιώσαντα για τον πιο πάνω αναφερόμενο σκοπό. Αναφορικά με την επιστολή (Τεκμήριο 10) είπε ότι λανθασμένα επιδόθηκε μόνο στην ίδια, καθώς δεν είναι η μοναδική διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα αλλά συνδιαχειρίστρια. Την ίδια ή την επόμενη ημέρα που παρέλαβε την επιστολή επικοινώνησε τηλεφωνικά με το γραφείο των δικηγόρων του ενάγοντα και τους πληροφόρησε ότι δεν θα παρουσιαζόταν στο Κτηματολόγιο καθώς ο αποβιώσας δεν πώλησε το ακίνητο. Κατά τα λοιπά η Εναγόμενη 2 επαναλαμβάνει τους διαζευκτικούς ισχυρισμούς που δικογραφούνται στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση λέγοντας ότι η υπογραφή του αποβιώσαντα επί του Τεκμηρίου 3 δεν τέθηκε με την ελεύθερη βούληση του αλλά κατόπιν δόλου και/ή απάτης και/ή ψυχικής πίεσης. Καταληκτικά η Εναγόμενη 2 αναφέρει ότι η σύμβαση (Τεκμήριο 3) είναι παράνομη, καθώς δεν υπήρχε σκοπός πώλησης του ακινήτου και αξιώνει την καταδίκη του ενάγοντα ως η ανταπαίτηση. Στη δια ζώσης μαρτυρία της είπε ότι μόνο εξ' όψεως γνωρίζει τον Ενάγοντα και αρνήθηκε ότι συναντήθηκαν οικογενειακώς σε ταβέρνα όπου συζητήθηκε η πώληση του ακινήτου. Δήλωσε επίσης ότι ο Ενάγων κατά το 2006 διατηρούσε κατάστημα στοιχημάτων («μπούκικο» όπως χαρακτηριστικά ανέφερε) μαζί με κάποιον Ευμενίου ο οποίος ήταν εξάδελφος του αποβιώσαντα. Σε σχετικές ερωτήσεις της ευπαίδευτης συνηγόρου της απάντησε ότι το ακίνητο δεν βαρυνόταν με υποθήκη ούτε στις 20.04.06 ούτε και δύο μήνες αργότερα, ενώ για το δάνειο των Λ.Κ.5,000 είπε πως την πληροφόρησε ο αποβιώσας ένα-δύο μήνες πριν το θάνατο του. Όσον αφορά τη σχέση της με τον αποβιώσαντα είπε ότι ήταν καλός οικογενειάρχης και δεν θα πωλούσε το ακίνητο εις βάρος των παιδιών του, για να πει όμως στη συνέχεια ότι εάν πράγματι ο Ενάγων επιθυμούσε να του μεταβιβαστεί το ακίνητο, τότε ο αποβιώσας θα πήγαινε τρεχάτος να του μεταβιβάσει για να πάρει χρήματα και να παίζει τζόγο. Κατά την αντεξέταση της η Εναγόμενη 2 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τον αριθμό ταυτότητας του αποβιώσαντος συζύγου της, αναγνώρισε ωστόσο ότι όπως προκύπτει από τα Τεκμήρια 2 και 4 ο αριθμός ταυτότητας του ήταν
- Τον Ενάγοντα τον γνωρίζει εξ όψεως και κατάγεται από το χωριό Κανναβιού, το οποίο είναι γειτονικό με το χωριό Πολέμι στο οποίο διέμενε με τον αποβιώσαντα. Ο αποβιώσας δύο μήνες προ του θανάτου του τής είχε πει ότι δανείστηκε από τον Ενάγοντα το ποσό των Λ.Κ.5.
- Επίσης, τής ανέφερε ότι ο Ενάγοντας διατηρούσε «μπούκικο» με τον Εύη Ευμενίου, ότι πωλούσε αυτοκίνητα και ότι επίσης ήταν "developer". Για το επίδικο ακίνητο ανέφερε ότι ήταν ελεύθερο εμπραγμάτων βαρών και ήταν σε θέση να το γνωρίζει αυτό διότι κάποτε εργαζόταν στο κτηματολόγιο. Ερωτηθείσα για την περίοδο που εργαζόταν στο κτηματολόγιο απάντησε ότι ήταν από το 2003 -
- Όταν της υποδείχθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο του Ενάγοντα ότι το Τεκμήριο 3 καταρτίστηκε στις 20.04.06, η Εναγόμενη 2 ανέφερε ότι μετά το 2005 δεν μπορούσε να γνωρίζει αν υπήρχαν εμπράγματα βάρη. Στη συνέχεια όμως της αντεξέτασης της είπε πως αν ήθελε να μάθει κατά πόσο υπήρχαν εμπράγματα βάρη θα μπορούσε να το μάθει λόγω της σχέσης που είχε με υπαλλήλους του κτηματολογίου και πρόσθεσε ότι το 2006 έμαθε ότι υπήρχε υποθήκη επί του ακινήτου για ποσό Λ.Κ.7,
- Στην υποβολή της κας. Χαραλαμπίδου ότι το ακίνητο βαρυνόταν με υποθήκη όταν υπογράφηκε το Τεκμήριο 3, η μάρτυρας απάντησε ότι ακόμα και αν βαρυνόταν με υποθήκη αυτή ήταν για Λ.Κ.7,200 και θα εξαλειφόταν με τη μεταβίβαση. Αναφορικά με την επίδικη συμφωνία (Τεκμήριο 3) η Εναγόμενη 2 δήλωσε ότι ο αποβιώσας ένα με δύο μήνες πριν το θάνατο του της είπε ότι ο Ενάγων του δάνεισε το ποσό των Λ.Κ.5,000 και τον ανάγκασε να συνάψουν ένα πωλητήριο έγγραφο μέχρι να εξοφληθεί το εν λόγω ποσό. Ο αποβιώσας υπέγραψε κάποια συμφωνία πώλησης, όμως δεν είναι το Τεκμήριο 3 και η ίδια δεν αναγνωρίζει την υπογραφή του αποβιώσαντος. Στις ερωτήσεις της κας. Χαραλαμπίδου τι εννοεί όταν λέει πως δεν αναγνωρίζει την υπογραφή του αποβιώσαντος, η μάρτυρας απάντησε ότι η υπογραφή είναι πλαστογραφημένη. Περαιτέρω, ήταν η θέση της ότι το Τεκμήριο 3 το είδε για πρώτη φορά το 2009, ωστόσο δεν προέβη σε οποιαδήποτε γραφολογική εξέταση, ούτε και κατάγγειλε την υπόθεση στην αστυνομία. Η Εναγόμενη 2 δεν αναγνώρισε τις επιταγές (Τεκμήρια 6-8) λέγοντας ότι ούτε κατατέθηκαν, ούτε εξαργυρώθηκαν, ούτε δόθηκαν στον αποβιώσαντα και δεν αφορούν το ακίνητο. Επίσης, ανέφερε ότι κατά καιρούς άκουγε τον αποβιώσαντα να μιλά με τον Ενάγοντα στο τηλέφωνο και να του ζητά να του δανείσει χρήματα. Αφορούσαν ωστόσο μικροποσά της τάξης των Λ.Κ.500,00 ή Λ.Κ.1,000 και δεν γνωρίζει αν τα δάνεια που έδινε ο Ενάγων στον αποβιώσαντα ήταν σε μετρητά ή σε επιταγές. Όσον αφορά την επιταγή - Τεκμήριο 5, η μάρτυρας επίσης δεν την αναγνώρισε, ούτε και δέχθηκε ότι η υπογραφή που υπάρχει στο κείμενο επί του Τεκμηρίου 5 είναι του αποβιώσαντα. Στην υποβολή της ευπαίδευτης συνηγόρου του Ενάγοντα ότι ο τελευταίος επιθυμούσε τη μεταβίβαση του ακινήτου, αλλά ο αποβιώσας δεν ήθελε να το μεταβιβάσει, η Εναγόμενη 2 είπε ότι ο αποβιώσας ήταν αυτός που επιθυμούσε τη μεταβίβαση αλλά ο Ενάγων δεν ήταν έτοιμος να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του. Τέλος ερωτηθείσα σε σχέση με την αναφορά της στο Τεκμήριο 17 ότι ο αποβιώσας κάλεσε τον Ενάγοντα για να του μεταβιβάσει, η μάρτυρας απάντησε ότι δεν υπάρχει κάτι γραπτό, προφορικά όμως κλήθηκε ο Ενάγων διότι ο αποβιώσας είχε ανάγκη από λεφτά λόγω του εθισμού του στον τζόγο. Η μαρτυρία της Εναγόμενης 2 παραπέμπει περισσότερο σε δικόγραφο, παρά σε μαρτυρία επί γεγονότων. Αυτό διότι η μάρτυρας, ιδιαίτερα κατά την κυρίως εξέταση της (βλ. Τεκμήριο 17) αλλά και κατά την αντεξέταση της, επαναλάμβανε ουσιαστικά τους διαζευκτικούς ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στο δικόγραφο της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης αφήνοντας μία νεφελώδη εικόνα ως προς το ποια είναι η θέση της σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Ξεκινώντας από την επίδικη συμφωνία (Τεκμήριο 3) η Εναγόμενη 2 προέβαλε τις εξής συγκρουόμενες μεταξύ τους εκδοχές: το Τεκμήριο 3 δεν είναι η συμφωνία που υπογράφηκε μεταξύ του αποβιώσαντος και του Ενάγοντα, αλλά η υπογραφή του αποβιώσαντα επί του Τεκμηρίου 3 έχει πλαστογραφηθεί το Τεκμήριο 3 δεν υπογράφηκε με την ελεύθερη βούληση του αποβιώσαντα και ο Ενάγων δεν εκπλήρωσε τις συμβατικές του υποχρεώσεις βάσει του Τεκμηρίου 3 καθώς ουδέποτε ήταν έτοιμος να αποδεχτεί μεταβίβαση του ακινήτου καταβάλλοντας το τίμημα αγοράς του. Είναι φανερό από την απλή παράθεση των διαφόρων εκδοχών που προώθησε η Εναγόμενη 2 ότι η μία αναιρεί την άλλη. Από την μία δεν αναγνωρίζει το Τεκμήριο 3 ως τη συμφωνία που υπογράφηκε μεταξύ του αποβιώσαντος και του Ενάγοντα, αλλά από την άλλη λέει ότι αυτή η συμφωνία υπογράφηκε από τον αποβιώσαντα πλην όμως χωρίς την ελεύθερη βούληση του αλλά κατόπιν δόλου και/ή απάτης και/ή ψυχικής πίεσης που εξάσκησε ο Ενάγων λόγω της πλεονεκτικής θέσης που τελούσε έναντι του αποβιώσαντα εξαιτίας της ανάγκης του τελευταίου να δανείζεται χρήματα ένεκα του εθισμού του στον τζόγο και της οικονομικής δυνατότητας του αποβιώσαντα να τον δανείζει. Την ίδια ώρα όμως ενώ υποστηρίζει ότι η συμφωνία είναι εξ' υπαρχής άκυρη και παράνομη, εντούτοις αποδίδει στον Ενάγοντα παραβίαση των συμβατικών του υποχρεώσεων καθώς ενώ κλήθηκε από τον αποβιώσαντα για τη μεταβίβαση του ακινήτου παρά ταύτα δεν ήταν έτοιμος για αυτήν και δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό έναντι της επίδικης συμφωνίας. Πώς γίνεται από τη μία η υπογραφή του αποβιώσαντα να έχει πλαστογραφηθεί, από την άλλη η συμφωνία να είναι άκυρη και παράνομη καθώς αφενός δεν υπογράφηκε με την ελεύθερη βούληση του αποβιώσαντα και αφετέρου ο σκοπός της δεν ήταν η πώληση του ακινήτου από τον αποβιώσαντα, και παρά τις πιο πάνω αλληλοαναιρούμενες θέσεις ο αποβιώσας να καλεί τον Ενάγοντα για να του μεταβιβάσει το ακίνητο; Και πώς συμβαδίζει η θέση της ότι ο αποβιώσας τελούσε σε σχέση οικονομικής εξάρτησης προς τον Ενάγοντα, με τον ισχυρισμό της ότι ο Ενάγων δεν ήταν σε θέση να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις καταβάλλοντας το τίμημα αγοράς του ακινήτου; Ο ισχυρισμός της Εναγόμενης 2 ότι άκουσε τον αποβιώσαντα να καλεί τον Ενάγοντα για να του μεταβιβάσει το ακίνητο, καταρρίπτει κάθε άλλο ισχυρισμό της περί πλαστογραφίας ή ακυρότητας ή παρανομίας του Τεκμηρίου 3 ή ότι ο σκοπός του Τεκμηρίου 3 δεν ήταν η πώληση του ακινήτου αλλά η εγγύηση για την επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.5,000 που δανείστηκε ο αποβιώσας. Στο σημείο αυτό ανοίγω μία παρένθεση προκειμένου να εκθέσω και την αντιφατική θέση των Εναγομένων όσον αφορά το ποσό των Λ.Κ.5,
- Στη μαρτυρία της η Εναγόμενη 2 αξιώνει την καταδίκη του Ενάγοντα ως η Ανταπαίτηση των Εναγομένων, ζητώντας επομένως και την επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.5,000 πλέον αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας (βλ. παράγραφος 12(ζ) της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης). Ταυτόχρονα όμως στη μαρτυρία της υιοθέτησε το περιεχόμενο της επιστολής της δικηγόρου της ημερομηνίας 21.05.09 (Τεκμήριο 16), στην οποία αναφέρεται ότι είναι διατεθειμένη να επιστρέψει στον Ενάγοντα το ποσό των Λ.Κ.5,000 που δανείστηκε ο αποβιώσας σύζυγος της. Ένας επιπρόσθετος λόγος για τον οποίο δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στις θέσεις των Εναγομένων ότι αφενός η συμφωνία για πώληση του ακινήτου είναι άκυρη και παράνομη διότι σκοπός της δεν ήταν η πώληση του ακινήτου και ότι αφετέρου αυτή υπογράφηκε χωρίς την ελεύθερη βούληση του αποβιώσαντα, είναι διότι η πιο πάνω μαρτυρία ως προς το πρώτο σκέλος της είναι εξ ακοής και εξωγενής και ως προς το δεύτερο σκέλος της αποτελεί την έκφραση γνώμης από μέρους της Εναγόμενης
- Σύμφωνα με το άρθρο 24
(1)του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9 μία μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε διαδικασία απλώς και μόνο διότι είναι εξ ακοής. Ωστόσο σύμφωνα με το άρθρο 24
(2)του πιο πάνω Νόμου, εξ ακοής μαρτυρία δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή εάν αυτή θα αποκλειόταν για οποιοδήποτε άλλο λόγο από το ότι αυτή είναι εξ ακοής. Στην προκείμενη περίπτωση η συγκεκριμένη μαρτυρία δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή, καθώς πρόκειται για εξωγενή μαρτυρία η οποία έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις ρητές πρόνοιες του Τεκμηρίου 3. Αποτελεί γενικό κανόνα πως όταν μία συμφωνία διατυπώνεται γραπτώς, εξωγενής μαρτυρία δεν είναι αποδεκτή για να προσθέσει, αφαιρέσει, τροποποιήσει ή αντικρούσει τους όρους του εγγράφου (βλ. μεταξύ άλλων, Polycarpou v. Polycarpou
(1982)1 CLR 182 και Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1 ΑΑΔ 168). Οι προθέσεις ή οι συλλογισμοί των συμβαλλομένων πριν από την υπογραφή της συμφωνίας δεν ενδιαφέρουν (Χ' Στυλλή ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2012)1Β Α.Α.Δ 989). Ούτε και οι μεταξύ των συμβαλλομένων διαπραγματεύσεις, μονομερείς δηλώσεις και υποκειμενικές προθέσεις ενδιαφέρουν (Θεολόγου κ.α ν. Κτηματικής Ετιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1(Α) ΑΑΔ 407). Μελετώντας το σύνολο του περιεχομένου της συμφωνίας (Τεκμήριο 3), δεν διαπιστώνω να υπάρχει οποιαδήποτε ασάφεια ή αμφιβολία ως προς το περιεχόμενο του. Όπως έχει νομολογηθεί το κριτήριο για την ερμηνεία συμφωνίας είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της στο μέσο λογικό άνθρωπο (βλ. Maison Jenny Ltd v. Krashias Footwear Industry Ltd
(2002)1Β ΑΑΔ 1156). Εν προκειμένω θεωρώ ότι η διατύπωση είναι ξεκάθαρη και δεν αφήνει την παραμικρή αμφιβολία ότι σκοπός της συμφωνίας ήταν η πώληση του ακινήτου. Αυτό προκύπτει επιπρόσθετα και από το Τεκμήριο 5 το οποίο υπογράφηκε την ίδια ημέρα με το Τεκμήριο 3 στο οποίο αναφέρεται ότι η επιταγή των Λ.Κ.5,000 λήφθηκε από τον αποβιώσαντα για την πώληση του ακινήτου. Ουδεμία αναφορά γίνεται είτε στο Τεκμήριο 3, είτε στο Τεκμήριο 5, είτε σε οποιοδήποτε άλλο έγγραφο από την οποία να προκύπτει άμεσα ή έστω έμμεσα ότι σκοπός του Τεκμηρίου 3 δεν ήταν η πώληση του ακινήτου όπως ρητά αναφέρεται σε αυτό (βλ. παράγραφος 2 Τεκμηρίου 3) αλλά η εγγύηση για το δάνειο των Λ.Κ.5,000. Κατά συνέπεια δεν συντρέχουν, κατά την κρίση μου, οι αναγνωρισθείσες από τη νομολογία εξαιρέσεις στη βάση των οποίων επιτρέπεται η παράθεση εξωγενούς μαρτυρίας. Εν πάση περιπτώσει δεν θα μπορούσε να αποδοθεί οποιαδήποτε αποδεικτική αξία στη μαρτυρία που περιγράφεται πιο πάνω, καθώς αυτή βρίσκεται σε ευθεία σύγκρουση με τη θέση της Εναγόμενης 2 ότι άκουσε τον αποβιώσαντα να καλεί προφορικά τον Ενάγοντα για να του μεταβιβάσει το ακίνητο (βλ. και άρθρο 27
(1)του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9). Πέραν της προαναφερόμενης ανακολουθίας της μαρτυρίας της Εναγόμενης 2, οι ισχυρισμοί που προέβαλε παρέμειναν στη σφαίρα της γενικότητας. Για να είμαι πιο συγκεκριμένος, ενώ αρνείται ότι το Τεκμήριο 3 είναι το έγγραφο που υπογράφηκε μεταξύ αποβιώσαντα και Ενάγοντα, εντούτοις δεν έχει θέσει οποιοδήποτε άλλο έγγραφο ενώπιον του Δικαστηρίου. Ούτε και έχει επικαλεστεί ότι το υποτιθέμενο άλλο έγγραφο διαφέρει από το Τεκμήριο 3 όσον αφορά τους όρους του. Επιπρόσθετα δεν εξήγησε που βασίζει τη θέση της ότι το Τεκμήριο 3 δεν είναι η συμφωνία που υπέγραψε ο αποβιώσας. Το μόνο σχετικό που ανέφερε είναι ότι η υπογραφή του αποβιώσαντα πλαστογραφήθηκε. Ο συγκεκριμένος ωστόσο ισχυρισμός παρέμεινε επίσης εντελώς γενικός και αόριστος. Η Εναγομένη 2 ανέφερε ότι το Τεκμήριο 3 το είδε για πρώτη φορά κατά το 2009 και παρά ταύτα δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια για να διαπιστωθεί η ισχυριζόμενη πλαστογραφία. Συγκεκριμένα ούτε γραφολογική εξέταση ζήτησε, ούτε και κατάγγειλε την υπόθεση στην αστυνομία. Το λογικά αναμενόμενο θα ήταν να αποταθεί είτε σε ειδικό πραγματογνώμονα, είτε στην αστυνομία για να καταγγείλει το εν λόγω ζήτημα ιδιαίτερα από τη στιγμή που ο Ενάγων αρχικά με τις επιστολές (Τεκμήρια 9 και 10) και στη συνέχεια με την παρούσα αγωγή εκδήλωσε την πρόθεση του να διεκδικήσει τα δικαιώματα του που απορρέουν από την εν λόγω συμφωνία. Σημειώνω επίσης ότι δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στην εξήγηση που έδωσε ότι με το θάνατο του αποβιώσαντος ήταν αδύνατο να διεξαχθεί εξέταση, καθώς η μάρτυρας δεν υποστήριξε ότι αποτάθηκε είτε στην αστυνομία, είτε σε πραγματογνώμονα και ενημερώθηκε από αυτούς ότι με το θάνατο ενός προσώπου δεν μπορεί να διεξαχθεί γραφολογική εξέταση για να διαπιστωθεί το γνήσιο της υπογραφής του. Ως αντιφατική ελέγχεται και η δήλωση της Εναγόμενης ότι ο αποβιώσας παρά τον εθισμό του στον τζόγο δεν θα προέβαινε στην πώληση ακίνητης περιουσίας εις βάρος των παιδιών του. Αυτό διότι στην πορεία της μαρτυρίας της τόσο στην κυρίως εξέταση της όσο και στην αντεξέταση της επανέλαβε αρκετές φορές ότι αν πράγματι ο Ενάγων επιθυμούσε τη μεταβίβαση του ακινήτου ο αποβιώσας θα του το μεταβίβαζε προκειμένου να λάβει χρήματα. Είναι χαρακτηριστική η πιο κάτω στιχομυθία μεταξύ της κας Χαραλαμπίδου και της Εναγόμενης 2: «Ε. Εγώ σου υποβάλλω επίσης ότι ο σύζυγος σας δεν τον κάλεσε ποτέ τον πελάτη μου να έρθει να δεχτεί μεταβίβαση στο Κτηματολόγιο. Α. Κάλεσε τον διότι είχε ανάγκη από λεφτά, ο τζόγος είναι εθισμός μεγάλος, όποιος δεν μπλέξει δεν μπορεί να καταλάβει τι σημαίνει.» Σημειώνω επίσης ότι στην πορεία της μαρτυρίας της αναίρεσε και τη θέση που εξέφρασε αρχικά, σύμφωνα με την οποία κατά το χρόνο υπογραφής της συμφωνίας (Τεκμήριο 3) το ακίνητο δεν βαρυνόταν με υποθήκη. Ισχυρισμός ο οποίος εν πάση περιπτώσει ελέγχεται και από την αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΕ
- Καταληκτικά σημειώνω ότι η μαρτυρία της Εναγόμενης 2 δεν χαρακτηριζόταν από σταθερότητα και θετικότητα και επομένως στη βάση όλων των πιο πάνω αναφερομένων δεν μπορεί παρά να αγνοηθεί. Ευρήματα Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει τη μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 20.04.06 ο αποβιώσας, Κυριάκος Μιχαήλ Φιλίππου, και ο Ενάγων υπέγραψαν συμφωνία πώλησης του ακινήτου με αρ. τεμαχίου 522, Φ/Σχ XXXV/64, αρ. εγγραφής 1706, το οποίο ευρίσκεται στην Κανναβιού και ήταν ιδιοκτησίας του αποβιώσαντος. Το τίμημα πώλησης του ακινήτου συμφωνήθηκε στο ποσό των Λ.Κ.28,500 και ο Ενάγων θα κατέβαλλε ποσό Λ.Κ.5,000 κατά την υπογραφή της συμφωνίας και το υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ.23,500 με τη μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του εντός δύο μηνών από την υπογραφή της συμφωνίας. Ταυτόχρονα με την εξόφληση του τιμήματος ο αποβιώσας θα μεταβίβαζε το ακίνητο στον Ενάγοντα ελεύθερο βαρών και επιβαρύνσεων. Ο Ενάγων στις 20.04.06 με επιταγή της πρώην Λαϊκής Τράπεζας κατέβαλε στον αποβιώσαντα το ποσό των Λ.Κ.5,000 και ο αποβιώσας υπέγραψε αντίγραφο της εν λόγω επιταγής δηλώνοντας ότι αυτή αφορούσε την πώληση του ακινήτου. Η εν λόγω επιταγή κατατέθηκε και εξαργυρώθηκε. Η συμφωνία ωστόσο δεν ολοκληρώθηκε εντός δύο μηνών, όπως προνοούσε ο όρος 3β) αυτής, ούτε και κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο Πάφου. Σε μεταγενέστερο χρόνο και συγκεκριμένα στις 18.07.06, 21.09.06 και 14.03.07, ο Ενάγων εξέδωσε προς όφελος του αποβιώσαντος και έναντι του τιμήματος αγοράς του ακινήτου τις επιταγές της Τράπεζας Κύπρου με αρ. 59979460, 59979482 και 63606781 για τα ποσά των Λ.Κ.6,000 Λ.Κ.1,500 και Λ.Κ.1,500 αντίστοιχα. Οι προαναφερόμενες επιταγές επίσης κατατέθηκαν και εξαργυρώθηκαν. Στις 16.09.08 ο Κυριάκος Μιχαήλ Φιλίππου απεβίωσε και στις 24.09.08 διορίστηκαν ως διαχειρίστριες της περιουσίας του η Εναγόμενη 1 και η σύζυγος του Εναγόμενη
- Το ακίνητο κατά τον χρόνο υπογραφής της συμφωνίας πώλησης βαρυνόταν με υποθήκη, η οποία εξαλείφθηκε στις 14.05.
- Ο Ενάγων με επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 14.05.09, η οποία απευθυνόταν στην Εναγόμενη 2 και επιδόθηκε σε αυτήν στις 15.05.09, κάλεσε την τελευταία να τον πληροφορήσει για το πότε θα ήταν σε θέση να μεταβιβάσει το ακίνητο δηλώνοντας ταυτόχρονα την ετοιμότητα του να εξοφλήσει το οφειλόμενο υπόλοιπο. Στη συνέχεια ο Ενάγων με νέα επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 18.05.09, η οποία επιδόθηκε αυθημερόν στην Εναγόμενη 2, κάλεσε την τελευταία όπως μεταβεί στο Κτηματολόγιο Πάφου στις 22.05.09 προκειμένου να του μεταβιβάσει το ακίνητο και να της εξοφλήσει το οφειλόμενο υπόλοιπο. Η Εναγόμενη 2 ενημέρωσε τηλεφωνικά τους δικηγόρους του Ενάγοντα ότι δεν προτίθετο να παρουσιαστεί στο Κτηματολόγιο για την μεταβίβαση και στις 21.05.09 επιδόθηκε στο γραφείο των δικηγόρων του Ενάγοντα επιστολή της δικηγόρου της. Με την εν λόγω επιστολή αρνείτο το περιεχόμενο των επιστολών ημερομηνίας 14.05.09 και 18.05.09 και δήλωνε σε αυτήν ότι είχε πληροφορηθεί από τον αποβιώσαντα σύζυγο της ότι είχε δανειστεί από τον Ενάγοντα το ποσό των Λ.Κ.5,000, το οποίο ήταν διατεθειμένη να επιστρέψει στον Ενάγοντα. Ο Ενάγων μέσω των δικηγόρων του παρουσιάστηκε στις 22.05.09 και μεταξύ των ωρών 08.30 - 12.30 στο Κτηματολόγιο Πάφου για τη μεταβίβαση του ακινήτου, η Εναγόμενη 2 ωστόσο δεν παρουσιάστηκε. Τέλος, αποτελεί επίσης εύρημα μου ότι ο Ενάγων ουδέποτε έλαβε την κατοχή του ακινήτου. Νομική πτυχή H ευπαίδευτη συνήγορος του Ενάγοντα, κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, δήλωσε ότι εγκαταλείπει την αξίωση για ειδική εκτέλεση. Περαιτέρω, με την τελική αγόρευση της απέσυρε και την αξίωση του Ενάγοντα για το ποσό των €52.257,48 σαν αποζημιώσεις για παράβαση της συμφωνίας, καθώς επίσης και την απαίτηση για επιδίκαση γενικών, ειδικών, τιμωρητικών και/ή παραδειγματικών αποζημιώσεων. Ουσιαστικά, όπως προκύπτει από την τελική αγόρευση της κας. Χαραλαμπίδου (βλ. σελ. 17-20), ο Ενάγων διεκδικεί πλέον το ποσό των €29.729,67 στη βάση της αρχής της αποκατάστασης και του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Το άρθρο 10
(1)του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, (στο εξής «ο Νόμος») καθορίζει ποιες συμφωνίες είναι νομικά εκτελεστές με βάση τον Νόμο: «10
(1)Συμβάσεις είναι όλες οι συμφωνίες οι οποίες καταρτίζονται με την ελεύθερη συναίνεση μερών ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για νόμιμη αντιπαροχή και νόμιμο σκοπό, οι οποίες δεν χαρακτηρίζονται ρητά από το Νόμο αυτό ως άκυρες∙ τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, οι συμβάσεις δύνανται να καταρτίζονται γραπτά, ή προφορικά, ή μερικώς γραπτά και μερικώς προφορικά, ή δύνανται να συνάγονται από τη συμπεριφορά των μερών.» Τα δικαιώματα συμβαλλομένου που έχει υποστεί ζημιά από την παράβαση σύμβασης προσδιορίζονται στο άρθρο 73 του Νόμου το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: « 73.-
(1)Σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο, για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Καμιά αποζημίωση δεν καταβάλλεται για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά που προξενήθηκε συνεπεία παράβασης της σύμβασης.
(2)Το πρόσωπο το οποίο ζημιώνεται από τη μη εκπλήρωση υποχρέωσης που προσομοιάζει με τις συμβατικές, δικαιούται να λάβει από τον υπαίτιο την ίδια αποζημίωση, ωσάν να επρόκειτο για παράβαση σύμβασης.
(3)Κατά τον υπολογισμό της απώλειας ή της ζημιάς που προέκυψε από την παράβαση της σύμβασης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα μέσα τα οποία υπήρχαν για θεραπεία της δυσχέρειας η οποία προκλήθηκε συνεπεία της μη εκτέλεσης της σύμβασης.» Το δόγμα ή η αρχή του αδικαιολόγητου πλουτισμού βρίσκει την εφαρμογή του στο άρθρο 70 του Νόμου, σύμφωνα με το οποίο: «
- Αν κάποιος πράξει κάτι νόμιμα για λογαριασμό άλλου ή παραδώσει σε αυτόν ο,τιδήποτε, χωρίς πρόθεση να το πράξει χαριστικά, ο τελευταίος εφόσον ήθελε προσποριστεί όφελος, υποχρεούται να αποζημιώσει τον πρώτο σε σχέση με την πράξη που διενεργήθηκε ή να επιστρέψει το πράγμα που παραδόθηκε.» Συμπεράσματα Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, δηλαδή την μαρτυρία που έχω κρίνει ως αποδεκτή και αξιόπιστη, την νομική πτυχή και τα ευρήματα, καταλήγω ότι ο Ενάγων απέδειξε εντός των πλαισίων και του επιπέδου απόδειξης που καθορίζει το άρθρο 7 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, την υπόθεση του. Από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου έχει αποδειχθεί η κατάρτιση της συμφωνίας πώλησης του ακινήτου και η πληρωμή έναντι του τιμήματος αγοράς του ακινήτου του συνολικού ποσού των Λ.Κ. 14,
- Τα πιο πάνω ενισχύονται και από σχετική έγγραφη μαρτυρία και συγκεκριμένα από τα Τεκμήρια 3 και 5-8 αντίστοιχα. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η πληρωμή του υπολοίπου των Λ.Κ.23,500 θα γινόταν με βάση τον όρο 3β) του Τεκμηρίου 3 με τη μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του Ενάγοντα και εντός δύο μηνών από την υπογραφή του Τεκμηρίου 3, ήτοι μέχρι τις 20.06.
- Ο συγκεκριμένος όρος δημιουργούσε υποχρεώσεις και προς τους δύο συμβαλλόμενους οι οποίες μάλιστα έπρεπε να εκπληρωθούν ταυτόχρονα (βλ. άρθρο 51 του Νόμου). Σύμφωνα με την αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία ουδείς εκ των δύο εξέφρασε ετοιμότητα και πρόθεση για να εκπληρώσει τη δική του υπόσχεση εντός του καθορισμένου χρόνου. Ο Ενάγων, με την επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 18.05.09 (Τεκμήριο 10) με την οποία κάλεσε την Εναγόμενη 2 ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος να του μεταβιβάσει το ακίνητο εκδηλώνοντας ταυτόχρονα την ετοιμότητα του να εξοφλήσει το υπόλοιπο ποσό, κατέστησε το χρόνο ουσιώδη. Τη δυνατότητα να καταστήσει ο αγοραστής το χρόνο ουσιώδη την έχει αναγνωρίσει η νομολογία (βλ. Ξενοφώντος ν. Τυρίμου
(1984)1 Α.Α.Δ 23, Latifundia Properties Ltd v. Ψακή
(2003)1 Α.Α.Δ 670 και Σάντης ν. Χατζηβασιλείου κ.α
(2009)1Α Α.Α.Δ 288). Στο σημείο αυτό ανοίγω μία παρένθεση για να σχολιάσω το γεγονός ότι η προαναφερόμενη επιστολή απευθύνεται μόνο στην Εναγόμενη 2, ενώ υπάρχει και συνδιαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος, ήτοι η Εναγόμενη
- Θεωρώ ότι υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης δεν δημιουργείται οποιοδήποτε πρόβλημα εκ του γεγονότος της αποστολής της επιστολής μόνο στην Εναγόμενη
- Η Εναγόμενη 2 ήταν και εξακολουθεί να είναι η μία εκ των δύο διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντος και με την επιστολή της δικηγόρου της ημερομηνίας 21.05.09 (Τεκμήριο 16) αρνήθηκε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 10 και ουσιαστικά αρνήθηκε να παραστεί στο Κτηματολόγιο για να λάβει χώρα η μεταβίβαση του ακινήτου. Η εκφρασθείσα δια της επιστολής άρνηση της Εναγόμενης 2, μετουσιώθηκε σε πράξη με την απουσία της από το Κτηματολόγιο στις 22.05.
- Στην επιστολή - Τεκμήριο 16 δεν εγείρει οποιοδήποτε ζήτημα περί αντικανονικότητας της επιστολής - Τεκμήριο 10 διότι αυτή απευθύνεται μόνο στην ίδια και όχι και στην έτερη διαχειρίστρια. Αντιθέτως, προβάλλει τον ισχυρισμό ότι το ποσό των Λ.Κ.5,000 αποτελούσε προϊόν δανείου και δήλωνε την ετοιμότητα της να επιστρέψει στον Ενάγοντα το εν λόγω ποσό. Η απάντηση με την επιστολή - Τεκμήριο 16 και η απουσία της από το Κτηματολόγιο στις 22.05.09 συνιστούσε διάρρηξη της συμφωνίας εφόσον εκδηλώθηκε η άρνηση της Εναγόμενης 2 να προχωρήσει στη μεταβίβαση του ακινήτου. Επομένως, θα ήταν άνευ αντικειμένου η αποστολή σχετικής επιστολής στην Εναγόμενη 1, από τη στιγμή που η μεταβίβαση δεν θα μπορούσε ούτως ή άλλως να λάβει χώρα με δεδομένη την άρνηση της Εναγόμενης
- Εν πάση περιπτώσει σημειώνω και την εξής παράμετρο. Δεν προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι η θέση της Εναγόμενης 1 θα ήταν διαφορετική από αυτή της Εναγόμενης
- Οι Εναγόμενες καταχώρησαν κοινή Υπεράσπιση και η Εναγόμενη 1 ούτε καν κλήθηκε για να καταθέσει ως μάρτυρας. Ενόψει επομένως των πιο πάνω επήλθε διάρρηξη της συμφωνίας με την επιστολή - Τεκμήριο 16 και την άρνηση της Εναγόμενης 2 να μεταβιβάσει το ακίνητο στον Ενάγοντα. Ο Ενάγων με την καταχώρηση της αγωγής εναντίον των διαχειριστριών της περιουσίας του αποβιώσαντος αποκήρυξε τη σύμβαση. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ομοιάζουν σε μεγάλο βαθμό με εκείνα της υπόθεσης Καλησπέρας ν. Δρυάδη κ.α
(1998)1Β Α.Α.Δ 867. Στην εν λόγω υπόθεση οι εφεσίβλητοι με επιστολή τους κάλεσαν τον εφεσείοντα μέσα σε 10 μέρες να μεταβιβάσει το ακίνητο και προσφέρθηκαν ταυτόχρονα να καταβάλλουν το υπόλοιπο της τιμής πώλησης. Ο εφεσείων όχι μόνο παρέλειψε να μεταβιβάσει το διαμέρισμα αλλά το είχε πωλήσει βάση γραπτής συμφωνίας σε τρίτους, οι οποίοι κατέθεσαν τη σύμβαση στο Κτηματολόγιο. Οι εφεσίβλητοι ενήγαγαν τον εφεσείοντα αξιώνοντας την ειδική εκτέλεση της συμφωνίας και, διαζευκτικά, την επιστροφή του καταβληθέντος ποσού και αποζημιώσεις. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η συμφωνία διαρρήχθηκε από τον εφεσείοντα, μετά την εκπνοή του χρόνου των 10 ημερών που καθορίστηκε στην ειδοποίηση των εφεσιβλήτων και την παράλειψη του να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του και θεώρησε επίσης ότι με την καταχώρηση της αγωγής οι εφεσίβλητοι αποκήρυξαν τη συμφωνία. Το Ανώτατο Δικαστήριο στη Δρυάδης κ.α ν. Καλησπέρα
(1998)1Β Α.Α.Δ 881, η οποία στρεφόταν εναντίον της ίδιας δικαστικής απόφασης όπως και η προαναφερόμενη Καλησπέρας ν. Δρυάδη κ.α και λόγω του κοινού υπόβαθρου γεγονότων εξετάστηκαν μαζί, ανέφερε τα ακόλουθα όσον αφορά το ζήτημα της αποκήρυξης της συμφωνίας μέσω της καταχώρησης της αγωγής: «Κατά πόσο η καταχώριση της αγωγής συνιστά αποκήρυξη της συμφωνίας, λόγω της προβολής αξίωσης για αποζημιώσεις για διάρρηξη της συμφωνίας, είναι όντως συζητήσιμο. Η αξίωση για αποζημιώσεις προβάλλεται διαζευκτικά προς εκείνη για ειδική εκτέλεση. Η προβολή διαζευκτικών απαιτήσεων είναι δικονομικά παραδεκτή. Αξίωση, η οποία προβάλλεται διαζευκτικά, δεν αναιρεί εκείνη με την οποία αντιδιαστέλλεται. Κάποιο φως ρίπτεται από την απόφαση Καταφυγιώτης και άλλη ν. Χρυσοστομή -
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ
- Η προσβολή του ευρήματος - ότι αποκηρύχθηκε η συμφωνία με την καταχώριση της αγωγής - και τα παρεπόμενα του, συναρτώνται άμεσα και αποκλειστικά με τη δυνατότητα, κατά νόμο, ειδικής εκτέλεσης της συμφωνίας. ........................................ Διαπίστωσή μας είναι ότι η ειδική εκτέλεση της συμφωνίας ήταν, νομικά ανέφικτη και η αξίωση για την παροχή της ανυπόστατη. Η προβολή της και μόνο δε μετέβαλε το απαράδεκτο της θεραπείας ούτε τις παραμέτρους του νόμου για τον καθορισμό της ζημίας που υπέστησαν οι εφεσείοντες. ζημία η οποία αποκρυσταλλώθηκε κατά το χρόνο της διάρρηξης της συμφωνίας. Η απουσία οποιασδήποτε προσδοκίας για την ειδική εκτέλεση της συμφωνίας ήταν πρόδηλη, τόσο από το νομικό καθεστώς που διέπει την ειδική εκτέλεση συμβάσεων για την πώληση γης, όσο και από τα γεγονότα της υπόθεσης. Το διαμέρισμα είχε πωληθεί σε τρίτους, οι οποίοι είχαν εγγράψει τη σύμβαση, βάσει του ΚΕΦ. 232, παρεμβάλλοντας κώλυμα στη διάθεση του διαμερίσματος από τον εφεσίβλητο στους εφεσείοντες ή σε οποιοδήποτε άλλο. Ανεξάρτητα από τα ανωτέρω, διατηρούμε σοβαρές επιφυλάξεις, κατά πόσο μπορούσε έγκυρα να προβληθεί αξίωση για ειδική εκτέλεση, ενόψει της απαίτησης για την επιστροφή του καταβληθέντος ποσού, που προϋποθέτει την ακύρωση της συμφωνίας.» Στην προκείμενη περίπτωση με την καταχώρηση της αγωγής ο Ενάγων διεκδικούσε και την ειδική εκτέλεση της συμφωνίας. Η συγκεκριμένη θεραπεία, ήταν ανέφικτη ενόψει της μη κατάθεσης του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου (Τεκμήριο 3) στο Κτηματολόγιο και ορθά εγκαταλείφθηκε κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας με σχετική δήλωση της κας. Χαραλαμπίδου. Οι περιστάσεις επομένως της υπόθεσης είναι τέτοιες που η καταχώρηση της αγωγής από τον Ενάγοντα συνιστούσε και αποκήρυξη του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου (Τεκμήριο 3). Κατά συνέπεια ο Ενάγων δικαιούται να λάβει το ποσό που κατέβαλε για την αγορά του ακινήτου, η οποία εν τέλει δεν πραγματοποιήθηκε. Η επιστροφή ποσού καταβληθέντος άνευ ανταλλάγματος αναγνωρίζεται από τις γενικές αρχές του δικαίου και την νομολογία. Στην Καλησπέρας ν. Δρυάδη κ.α, ανωτέρω, αναφέρθηκαν τα εξής (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Αδιαμφισβήτητο είναι ότι, βάσει των γενικών αρχών του δικαίου, χρηματικό ποσό, το οποίο καταβάλλεται στον αντισυμβαλλόμενο έναντι ανταλλάγματος, το οποίο δεν παρέχεται, είναι ανακτητέο ως χρέος (money had and received). Ότι παραγνωρίζεται από τον εφεσείοντα, είναι ότι το ποσό καταβλήθηκε αποκλειστικά για την απόκτηση της ιδιοκτησίας του διαμερίσματος. Η απουσία ανταλλάγματος ήταν πλήρης∙ ανάλογα απόλυτη ήταν και η υποχρέωση του εφεσείοντα να επιστρέψει το ποσό στους εφεσίβλητους, για την αποκατάσταση τους. (Βλ. Hicks v. Hicks [1802] 3 East 16, 102 ER 502 Rover International v. Cannon Film Sales (No 3) [1989] 3 All ER 423 Westdeutsche v. Islington London BC [1996] 2 All ER 961 Guinness Mahon v. Kensington BC [1998] 2 All ER 272.)» Το ποσό ωστόσο που δικαιούται να λάβει πίσω ο Ενάγων δεν είναι το ποσό των €29.729,67 (Λ.Κ. 17.400) ως η σχετική αξίωση του στην Έκθεση Απαίτησης, αλλά το ποσό των Λ.Κ. 14.000, ήτοι €23.920,
- Όπως έχω αναφέρει πιο πάνω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Ενάγοντα, η θέση του ότι κατέβαλε σε μετρητά το ποσό των Λ.Κ.3.400 απορρίφθηκε καθώς δεν τέθηκε ενώπιον μου ικανοποιητική μαρτυρία με την οποία να αποδεικνύεται ότι καταβλήθηκε το εν λόγω ποσό στον αποβιώσαντα. Επιπρόσθετα ο Ενάγων δικαιούται στην επιστροφή του ποσού των Λ.Κ. 14.000 εφόσον το εν λόγω ποσό παραδόθηκε στον αποβιώσαντα για νόμιμο σκοπό, ήτοι για την αγορά του ακινήτου, και χωρίς χαριστική πρόθεση. Ο δε αποβιώσας το εισέπραξε χωρίς να αποδώσει οποιοδήποτε αντάλλαγμα. Το άρθρο 70 του Νόμου προνοεί ότι αν κάποιος πράξει κάτι νόμιμα για λογαριασμό άλλου ή παραδώσει σε αυτόν οτιδήποτε χωρίς πρόθεση να το πράξει χαριστικά, ο τελευταίος εφόσον ήθελε προσποριστεί όφελος, υποχρεούται να αποζημιώσει τον πρώτο σε σχέση με την πράξη που διενεργήθηκε ή να επιστρέψει το πράγμα που παραδόθηκε (βλ. Minerva Finance Investment Ltd v. Γεωργιάδη
(1998)1 Α.Α.Δ 2173 και Κίτση v. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 Α.Α.Δ. 1077). Καταληκτικά αναφέρω ότι η μαρτυρία του Ενάγοντα παρέμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτη, καθώς οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί που προώθησε η Υπεράσπιση παρέμειναν ατεκμηρίωτοι και στη σφαίρα της γενικότητας. Αντιθέτως η μαρτυρία του Ενάγοντα υποστηριζόταν από Τεκμήρια και αναφέρομαι ιδιαίτερα στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο (Τεκμήριο 3) και τις επιταγές με τα ποσά που καταβλήθηκαν στον αποβιώσαντα (Τεκμήρια 5-8). Δεν παραγνωρίζω ότι κάποια από τα επιχειρήματα που προέβαλε η υπεράσπιση και προώθησε η ευπαίδευτη συνήγορος των Εναγομένων με την τελική της αγόρευση είναι εύλογα. Πιο συγκεκριμένα εύλογα διερωτήθηκε η κα. Σωκράτους γιατί η παρούσα αγωγή δεν καταχωρήθηκε νωρίτερα και όταν ο αποβιώσας ήταν εν ζωή. Επίσης, γιατί δεν υπήρξε όχληση προς το πρόσωπο του για μεταβίβαση του ακινήτου και γιατί δεν κατατέθηκε το αγοραπωλητήριο στο Κτηματολόγιο. Τα ερωτήματα αυτά όμως, όσο εύλογα και αν είναι δεν μπορούν να αντικρούσουν τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και η οποία ενισχύεται από Τεκμήρια το περιεχόμενο των οποίων ομιλεί από μόνο του. Δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε θετική μαρτυρία από την υπεράσπιση ικανή να κλονίσει τα όσα η πλευρά του Ενάγοντα κατέθεσε, με αποτέλεσμα όλα τα πιο πάνω να παραμένουν απλά στη σφαίρα της επιχειρηματολογίας. Έχω προβληματιστεί επίσης και για το γεγονός της καταχώρησης της αγωγής μετά το θάνατο του αποβιώσαντος. Ζυγίζοντας όμως το γεγονός αυτό με το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου, δεν μπορώ να θεωρήσω ότι είναι επιλήψιμο ή ότι καταδεικνύει κακοπιστία. Ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει το πρωτότυπο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο (Τεκμήριο 3) δεόντως χαρτοσημασμένο σε χρόνο ανύποπτο (03.05.06) και υπογεγραμμένο από τον αποβιώσαντα. Περαιτέρω, υπάρχει και η επιταγή - Τεκμήριο 5 με την υπογεγραμμένη δήλωση του αποβιώσαντα ότι το ποσό των Λ.Κ.5.000 παραλήφθηκε ως προκαταβολή έναντι της πώλησης του επίδικου ακινήτου. Κατά συνέπεια και για τους λόγους που επεξηγώ πιο πάνω θεωρώ ότι ικανοποιούνται οι πρόνοιες του άρθρου 7 του Κεφ.9. Υπό το φως των πιο πάνω εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 ως διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντος Κυριάκου Μιχαήλ Φιλίππου για το ποσό των €23.920,42 (ΛΚ14.000,00), πλέον τον εκάστοτε νόμιμο τόκο από τις 13.04.10 (ημερομηνία καταχώρηση της αγωγής) μέχρι εξόφλησης, πλέον δικηγορικά έξοδα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Περαιτέρω, εκδίδεται απόφαση δια της οποίας αναγνωρίζεται ότι η συμφωνία ημερομηνίας 20.04.06 τερματίστηκε με υπαιτιότητα των Εναγομένων. Η Ανταπαίτηση των Εναγομένων απορρίπτεται. Καμία διαταγή για έξοδα ενόψει της συνεκδίκασης της με την αγωγή. (Υπ.) ............................................... Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Συμφωνία πώλησης ακινήτου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο