← Κύπρος

Στέλιος Στυλιανού κ.α. ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED κ.α., Αρ. Αγ.: 1336/2013, 2/3/2016

Στέλιος Στυλιανού κ.α. ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED κ.α., Αρ. Αγ.: 1336/2013, 2/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A47 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Xρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγ.: 1336/2013 Μεταξύ:

  1. Στέλιος Στυλιανού
  2. Γεωργία Στυλιανού Ενάγοντες και
  3. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED
  4. Γιαννάκης Πίτσιλλος
  5. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
  6. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου
  7. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Εναγομένων --------------------------------------------------------------------------------------------------------------------- Αίτηση Τροποποίησης Ημερομηνίας 29/09/
  8. Ημερομηνία: 02/03/
  9. Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Αλ. Μελάς για κ.κ.Κώστας Μελάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγομένους αρ. 4 - καθ' ων η αίτηση: κα Ραφτοπούλου για κ.κ. Αλέκος Ευαγγέλου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγομένους αρ. 5 - καθ' ών η αίτηση: κ. Στάθης Ερωτοκρίτου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες με την υπό κρίση αίτηση, αιτούνται την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης τους με την αφαίρεση και αντικατάσταση κάποιων παραγράφων της με άλλες, με την προσθήκη διαφόρων γεγονότων σε άλλες παραγράφους και με την προσθήκη επιπλέον παραγράφων σε άλλες περιπτώσεις. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις καταλαμβάνουν 12 σελίδες ως εμφαίνονται λεπτομερώς στην αίτηση, στις οποίες θα αναφερθώ κατωτέρω κατά την εξέταση τους. Η πιο πάνω αίτηση του εναγόντων - αιτητών υποστηρίζεται από σχετική ένορκη δήλωση κάποιας Λώριας Χατζηξενοφώντος, δικηγορικής υπαλλήλου των δικηγόρων των αιτητών, η οποία αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένη από τους αιτητές να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση και ότι είναι γνώστης των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης. Είναι η θέση της ότι, όπως την πληροφορεί ο κ. Μελάς, κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού και κατόπιν λεπτομερούς μελέτης και αξιολόγησης των γεγονότων καθώς και των νομικών ζητημάτων και ιδιαιτεροτήτων της υπόθεσης για σκοπούς προετοιμασίας της ακρόασης, καθώς και επεξεργασίας όλου του έγγραφου υλικού με το οποίο μέχρι στιγμής εφοδιάστηκαν, διαπιστώθηκε ότι η Έκθεση Απαίτησης χρήζει τροποποίησης ώστε να περιληφθεί σε αυτήν το πλήρες φάσμα των πραγματικών γεγονότων, ισχυρισμών και αξιώσεων. Ισχυρίζεται επίσης, ότι οι προσθήκες που επιδιώκονται με την παρούσα αίτηση είναι απόλυτα σχετικές με τα επίδικα θέματα, το πραγματικό υπόβαθρο της υπόθεσης αλλά και τα λεπτά, πρωτότυπα και πρωτόγνωρα νομικά ζητήματα που καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει και να κρίνει. Στην ουσία αναφέρει, πρόκειται για την ευθύνη που έχει η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου αλλά και το Κράτος απέναντι στους ενάγοντες τόσο για γεγονότα που προηγήθηκαν της πώλησης των επίδικων αξιογράφων αλλά και αυτά που διαδραματίστηκαν από το Μάρτιο του 2013 και μετά. Επίσης, αναφέρει ότι η αίτηση γίνεται καλόπιστα, πριν από την έναρξη της ακρόασης και δεν θα επιφέρει αδικία στους εναγομένους και/ή ζημιά που να μην μπορεί να αποκατασταθεί με έξοδα. Η Εναγόμενη αρ. 4 - Καθ' ής η Αίτηση, με την ένσταση της η οποία καταχωρήθηκε στις 07/12/2015 προβάλλει 12 (δώδεκα) λόγους ένστασης για τους οποίους η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Πέραν των λόγων ένστασης που αφορούν το ζήτημα της καθυστέρησης στην υποβολή της παρούσας αίτησης, προβάλλεται και ο λόγος ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιχειρείται η εισαγωγή αγώγιμων δικαιωμάτων εναντίον της για αστικά αδικήματα τα οποία παραγράφηκαν αφού αφορούν ισχυριζόμενες πράξεις και/ή παραλείψεις της που έλαβαν χώρα από το
  10. Επίσης, υπάρχει η θέση ότι επιχειρείται να εισαχθεί νέα και εντελώς διαφορετική βάση αγωγής εναντίον της καθ' ής η αίτηση αρ. 4 η οποία προκαλεί πολλαπλότητα νομικών ζητημάτων, μεταβάλλεται εξ' ολοκλήρου ο χαρακτήρας της παρούσας αγωγή και που δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εκδικαστεί στα πλαίσια της παρούσας αγωγής αλλά στα πλαίσια νέας αγωγής. Επίσης, υπάρχει ως λόγος ένστασης ότι επιχειρείται να εισαχθούν ισχυριζόμενες πράξεις ή παραλείψεις της Αρχής Εξυγίανσης, η οποία δεν είναι διάδικο μέρος στην παρούσα αγωγή. Η πιο πάνω ένσταση της καθ' ής η αίτηση αρ. 4 υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση κάποιας Ελένης Σκίτσα, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων της καθ' ής αρ. 4 στην οποία αναφορά γίνεται στην πορεία που ακολούθησε η αγωγή μέχρι σήμερα. Περαιτέρω, αναφέρεται στις προτεινόμενες νέες παραγράφους 21Α, Β, Γ και Δ και τη θεραπεία Η1 για να πει ότι με αυτές επιχειρείται η εισαγωγή νέων βάσεων αγωγής οι οποίες με βάση τις συνδυασμένες πρόνοιες του άρθρου 68 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 και τα άρθρα 24(ε), 28 και 29 του Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου Ν. 66(Ι)/2012 όπως τροποποιήθηκε, αυτές έχουν παραγραφεί αφού αγωγή γι αυτά έπρεπε να είχε καταχωρηθεί εντός 3 χρόνων μετά την τέλεση της πράξης ή παράλειψης. Οι ισχυρισμοί αναφέρει στην παρούσα περίπτωση για τις πράξεις ή παραλείψεις ξεκινούν από το
  11. Πέραν τούτου, η ενόρκως δηλούσα παραπέμπει και επισυνάπτει στην ένσταση της άλλες αγωγές από τους δικηγόρους των εναγόντων για να καταδείξει ότι τα γεγονότα των οποίων ζητείται η προσθήκη ήταν γνωστά σε αυτούς. Αναφέρει ότι η παρούσα καταχωρείται με μεγάλη καθυστέρηση και η αργοπορία στην εκδίκαση της παρούσας αγωγής επιδρά καταλυτικά στα δικαιώματα της καθ' ής η αίτηση 4 λόγω εκτροχιασμού της δικαστικής διαδικασίας αφού θα πρέπει να τροποποιηθούν εκ νέου τα δικόγραφα και άλλες συναφείς διαδικασίες και η ακροαματική διαδικασία θα διαφέρει ουσιωδώς από αυτήν που η καθ' ής η αίτηση 4 προετοιμαζόταν μέχρι σήμερα. Επίσης αναφέρει, με παραπομπή σε σχετικές πρόνοιες του άρθρου 47 του Περί Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμου Ν. 138(Ι)/2002 και του άρθρου 32 του Περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου Ν.66(Ι)/97 ότι η υφιστάμενη αγωγή δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της καθ' ής η αίτηση αρ.
  12. Με την παρούσα αίτηση, ισχυρίζεται, επιχειρείται η δημιουργία αγώγιμου δικαιώματος και ουσιαστικά η προσθήκη νέας βάσης αγωγής η οποία δεν είναι και σχετική με την παρούσα αγωγή και ούτε πρόσφορο να εκδικαστεί μαζί. Πέραν των πιο πάνω, ισχυρίζεται ότι επιχειρείται να εισαχθούν ισχυρισμοί που αφορούν την Αρχή Εξυγίανσης, η οποία είναι ξεχωριστό πρόσωπο και δεν είναι διάδικος. Ο Εναγόμενος αρ. 5 - Καθ' ού η Αίτηση, με την ένσταση του η οποία καταχωρήθηκε στις 07/12/2015, προβάλλει 11 (έντεκα) λόγους για τους οποίους η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Ισχυρίζεται βασικά ότι με τις επιδιωκόμενες τροποποιήσεις γίνεται προσπάθεια εισαγωγής νέων αγώγιμων δικαιωμάτων και/ή δημιουργία τέτοιων δικαιωμάτων εναντίον του. Επίσης, ισχυρίζεται ότι τα ισχυριζόμενα γεγονότα δεν απαιτούνται για καθορισμό των επίδικων ζητημάτων αλλά αυτά θα εκτροχιάσουν την πορεία της υπόθεσης όπως έχει προσδιορισθεί μέχρι σήμερα. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι τα εν λόγω αγώγιμα δικαιώματα που επιχειρεί να εισάξει έχουν παραγραφεί. Περαιτέρω, προβάλει λόγους καθυστέρησης στην υποβολή της παρούσας αίτησης και ότι τα γεγονότα αυτά ήταν γνωστά στους αιτητές από την έγερση της αγωγής. Η ένσταση του Εναγομένου αρ. 5 - Καθ' ού η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση κάποιας Αννίτας Εθελοντή, έκτακτης γραφέα στο Επαρχιακό Γραφείο Πάφου της Νομικής Υπηρεσίας. Γίνεται αναφορά στο ζήτημα της παραγραφής με παραπομπή στις σχετικές Νομοθεσίες, υπάρχει η θέση ότι δημιουργούνται νέα αγώγιμα δικαιώματα με τις αιτούμενες τροποποιήσεις και ουσιαστικά αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εναγομένου αρ. 5 το οποίο μέχρι στιγμής δεν υπάρχει με την υφιστάμενη δικογραφία καθώς επίσης ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν έχουν συνάφεια και/ή δεν είναι σχετικές με τα επίδικα ζητήματα. Επίσης, ισχυρίζεται ότι τα γεγονότα αυτά ήταν ή έπρεπε να ήταν γνωστά στους ενάγοντες από την έγερση της αγωγής και δεν δίνεται οποιαδήποτε δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι η αργοπορία στην εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης επιδρά καταλυτικά επί των δικαιωμάτων του εναγομένου 5 και ότι θα εκτροχιαστεί η δικαστική διαδικασία. Η εναγόμενη 3 δήλωσε στο Δικαστήριο στις 30/10/2015 ότι δεν φέρει ένσταση και ζήτησε τα έξοδα που θα απολεσθούν στην περίπτωση έγκρισης της παρούσας αίτησης. Οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν καταχώρισαν ένσταση και δήλωσαν ότι θα δεσμεύονται με το αποτέλεσμα της αίτησης. Η ακρόαση της παρούσας αίτηση διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων, τις οποίες όλες οι πλευρές κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή την επιχειρηματολογία που αναπτύσσεται σε αυτές, τόσο από τους συνηγόρους των εναγόντων όσο και από τους συνηγόρους των εναγομένων αρ. 4 και 5 και δεν κρίνω απαραίτητο να αναφερθώ σε αυτές στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Οι αρχές για την τροποποίηση ενός δικογράφου έχουν εξηγηθεί και αποκρυσταλλωθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το δικαιοδοτικό πλαίσιο για την έκδοση διατάγματος τροποποίησης είναι η Διαταγή 25, Θ.
  13. Εκείνο που αναφύεται από τα πιο πάνω είναι ότι το ζήτημα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία θα πρέπει να ασκείται λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχουν καθιερωθεί αλλά πάντοτε σε συσχετισμό με τα γεγονότα κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης. Όσον αφορά τις βασικές αρχές σε θέματα τροποποίησης στο The Annual Practice 1958, στη σελ. 622, η γενική αρχή εκτίθεται ως εξής: "In Tildesley v. Harper, 10 Ch. D. pp. 396, 397, Bramwell, L.J., said: "My practice has always been to give leave to amend unless I have been satisfied that the party applying was acting mala fide, or that, by his blunder, he had done some injury to his opponent which could not be compensated for by costs or otherwise". "However negligent or careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs" (per Brett, M.R., Clarapede v. Commercial Union Association, 32 W.R. p. 263; Weldon v. Neal, 19 Q.B. D. p. 396; Australian Steam Navigation Co. v. Smith, 14 App. Cas. P.320; Hunt v. Rice & Son, 53 T.L. R.931, C.A and see the remarks of Bowen, L.J., Cropper v. Smith, 26 Ch. D. pp. 710, 711, of Lindley, L.J., Indigo Co. v. Ogilvy,

(1891)2 Ch. 39, and of Pollock, B., Steward v. North Metropolitan Tramways Co., 16 Q.B.D. p. 180, and C.A.P. 558). An amendment ought to be allowed if thereby "the real substantial question can be raised between the parties", and multiplicity of legal proceedings avoided." Eιδικότερα στο ίδιο σύγγραμμα, σελ. 624, γίνεται εκτενής αναφορά στις νομικές αρχές που διέπουν την τροποποίηση πριν την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης: "Leave is readily granted, on payment of the costs occasioned, unless the opponent will be placed in a worse position than he would have been if the amended pleading had been delivered in the first instance (Steward v. North Metropolitan Tramways Co., 16 Q.B. D.556), or some injury caused to him for which he cannot be compensated by payment of costs .» Όπως αναφέρθηκε στην Courtis v. Iasonides
(1970)1 C.L.R.180: «The pleadings in an action are the foundations of the litigation; they must be carefully prepared as the set of rails upon which the train of the case will run. The Civil Procedure Rules (Or.19, r.4) are clear on the point; and daily practice lays stress on the need to apply strictly this rule. A case is decided on its pleaded facts to which the law must be applied. If in the course of the trial it appears that a party΄s pleading requires amendment, steps for that purpose must be taken as early as possible in order to give full opportunity to the parties affected by the amendment to meet the new situation; to run their case, so to speak, on the new rails". Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος είναι πλούσια και ιδιαίτερα διαφωτιστική. Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Κυρίαρχο επίσης στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι η παροχή δυνατότητας σε κάθε διάδικο να θέσει ενώπιον του το σύνολο των πραγματικών διαφορών των διαδίκων. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ.11 και Περικτιόνη Χρίστου ν Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704. Στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenman Navigation
(1989)1 (E) A.A.Δ.33, τέθηκαν καθαρά οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αιτήσεις τροποποίησης. Συγκεκριμένα στη σελίδα 36 αναφέρονται τα πιο κάτω: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψιστούν ως εξής:
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντίδικου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο Αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη». Στην υπόθεση Kallice Holding Co Ltd v. M.T.R. Metals (Overseas) Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 162 στη σ. 164 επισημαίνεται: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο κυρίαρχος παράγων ο οποίος διέπει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφου. Πολλοί παράγοντες επενεργούν στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης. Ο πρώτος είναι ότι είναι επιθυμητό, όλες οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες αναφέρονται στα επίδικα θέματα, να επιλύονται διεξοδικά στην ίδια διαδικασία. Ο βέβαιος προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων, καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξή τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο, είναι ένας άλλος σημαντικός παράγοντας ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου». Η σύγχρονη τάση σε αιτήσεις τροποποίησης παρατηρείται να είναι φιλελεύθερη (βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Κ. Σιακόλα,
(2002)1 (Α) ΑΑΔ 223). Στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου ν Αθηναϊδος Ι. Χριστοδούλου κ.α
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, λέχθηκε ότι η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης ή αβλεψίας, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με έξοδα (βλ. SABA & Co. (T.M.P) v T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426). Η πιο πάνω αρχή περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ. ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου τονίστηκε ότι το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Αναφορικά με το χρόνο στον οποίο υποβάλλεται αίτηση για τροποποίηση, παραπέμπω στην υπόθεση Astor Co. κ.α. ν. Α & G Leventis Ltd κα
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, στην οποία λέχθηκε ότι σε αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, εάν και ο παράγοντας αυτός δεν είναι καθοριστικός υπό την έννοια ότι δεν πρέπει από μόνος του να οδηγεί σε απόρριψη. Φυσικά το σημαντικό δεν είναι η ευρύτητα του χρόνου που διέρρευσε, γιατί διαφορετικά θα ήταν άσκοπη η ενασχόληση με το θέμα, αλλά το χρονικό σημείο που ο αιτητής διαπίστωσε την αναγκαιότητα της τροποποίησης και ο χρόνος που επέλεξε για να δράσει προς αυτή την κατεύθυνση. Περαιτέρω, αποτελεί αρχή ότι τροποποίηση, η αναγκαιότητα της οποίας ήταν σαφώς φανερή ή έκδηλη από καιρό αλλά δεν ζητήθηκε, δεν θα επιτραπεί λόγω του ότι θα δημιουργήσει ακόμα περισσότερη καθυστέρηση αλλά και διότι οι διάδικοι οφείλουν να ετοιμάζουν τη σχετική δικογραφία τους με την απαραίτητη ενδελέχεια και να καταγράφουν από νωρίς τις συγκεκριμένες τους θέσεις οι οποίες είναι ή θα πρέπει να είναι γνωστές σ΄ αυτούς από την αρχή που εκτυλίσσονται τα γεγονότα. Σύμφωνα με τη νομολογία, ο βέβαιος προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξη τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο, είναι άλλος ένας σημαντικός παράγοντας, ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Kallice Holding Co Ltd v. MTR Metals (Overseas) Ltd (πιο πάνω), Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 A.A.Δ. 607, και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.A.Δ. 501). Το όλο ζήτημα όμως παραμένει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές θα προχωρήσω κατωτέρω να εξετάσω την παρούσα αίτηση, στα πλαίσια πάντοτε των δικών της περιστατικών. Οι ενάγοντες με την Έκθεση Απαίτησης τους ισχυρίζονται ότι κατά ή περί τον Απρίλιο του 2009 αγόρασαν χωρίς την ελεύθερη τους συναίνεση από τους εναγομένους 1, 497 αξιόγραφα αξίας €1,000 έκαστο, συνολικής αξίας €497,000, το επιτόκιο των οποίων φερόταν να βρίσκεται σε ποσοστό 7%. Ισχυρίζονται ότι μεταξύ αυτών και των εναγομένων 1 υπήρχε σχέση εμπιστοσύνης. Είναι η θέση τους επίσης, ότι οι εναγόμενοι 1 και/ή οι αντιπρόσωποι τους και/ή υπάλληλοι τους, μεταξύ αυτών και ο εναγόμενος 2, προέβηκαν σε ψευδείς και/ή απατηλές και/ή δόλιες παραστάσεις με σκοπό να τους ξεγελάσουν και/ή εξωθήσουν και/ή παρακινήσουν στην αγορά των πιο πάνω αξιογράφων τα οποία οι εναγόμενοι 1 είχαν εκδώσει κατά το έτος 2009, λεπτομέρειες των οποίων παραθέτουν στην Έκθεση Απαίτησης τους. Σε σχέση με τους εναγομένους 4 και 5, ισχυρίζονται ότι οι μεν πρώτοι είχαν αρμοδιότητα εποπτείας των τραπεζών, την διασφάλιση της σταθερότητας του χρηματοοικονομικού συστήματος, την εποπτεία της παροχής επενδυτικών υπηρεσιών από τραπεζικά ιδρύματα κ.τ.λ ενώ ο εναγόμενος 5 ενάγεται για λογαριασμό της Κυπριακής Δημοκρατίας λόγω αμέλειας και/ή παράλειψης και/ή πλημμελούς εκτέλεσης των καθηκόντων των οργάνων και/ή αξιωματούχων και/ή υπαλλήλων κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και/ή κατά την επίκληση της άσκησης των καθηκόντων τους. Στην παράγραφο 13 της Έκθεσης Απαίτησης τους, ισχυρίζονται ότι οι αναφερόμενες ψευδείς παραστάσεις και/ή απατηλές που έγιναν από τους εναγομένους 1 και/ή 2 και με σκοπό την καταδολίευση τους και/ή εξαπάτηση τους για να αποκτήσουν και/ή να αγοράσουν αξιόγραφα συνολικής αξίας €497,000 έγιναν κάτω από την πλημμελή εποπτεία και/ή έλεγχο και/ή λόγω αμέλειας κατά την άσκηση της εποπτείας και/ή των άλλων νόμιμων καθηκόντων των εναγομένων 4 και/ή 5 μέσω των αρμοδίων υπουργείων και/ή οργάνων και/ή αρχών και/ή οργανισμών και/ή υπηρεσιών. Παραθέτουν λεπτομέρειες στην εν λόγω παράγραφο των όσων ισχυρίζονται εναντίον των εναγομένων 4 και/ή 5 και ουσιαστικά ισχυρίζονται αμέλεια εκ μέρους τους, αδιαφορία και/ή ανοχή στις ενέργειες των υπόλοιπων εναγομένων σε σχέση με τον τρόπο διάθεσης των αξιογράφων. Περαιτέρω, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι εναγόμενοι 1 κατά ή περί τα μέσα του 2012, χωρίς καμία προειδοποίηση, σταμάτησαν την καταβολή των τόκων επί των αξιογράφων κατά παράβαση των συμφωνηθέντων. Είναι η θέση περαιτέρω των εναγόντων ότι ένεκα των όσων ισχυρίζονται στην αγωγή τους, η συμφωνία για απόκτηση των εν λόγω αξιογράφων είναι εξ' υπαρχής άκυρη και/ή ακυρώσιμη και αξιώνουν την επιστροφή του ποσού των €497,
  1. Επίσης, αξιώνουν αποζημιώσεις εναντίον των εναγομένων και ειδικότερα εναντίον των εναγομένων 4 και 5 για πλημμελή άσκηση των καθηκόντων τους καθώς επίσης και για συνομωσία προς καταδολίευση και/ή εξαπάτηση και/ή λόγω ψευδών παραστάσεων καθώς επίσης για παράβαση συγκεκριμένων Νόμων. Περαιτέρω, αξιώνουν και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω αλλά και από τις δικογραφημένες θέσεις των εναγόντων, αυτοί ισχυρίζονται ακυρότητα της συμφωνίας με βάση την οποία αγόρασαν τα εν λόγω αξιόγραφα στη βάση των ψευδών και/ή απατηλών και/ή δόλιων παραστάσεων που του έγιναν από τους εναγόμενους 1 και/ή 2 και στη βάση ότι δεν ακολουθήθηκε η ενδεδειγμένη διαδικασία προώθησης και πώλησης τέτοιων αξιογράφων. Επίσης, ισχυρίζομται αμέλεια και αδιαφορία των εναγομένων αρ. 4 και 5 που είχαν ευθύνη εποπτείας των εναγομένων 1 και/ή αμέλεια κατά την εκτέλεση των νόμιμων καθηκόντων τους αντίστοιχα. Μελετώντας την αίτηση τροποποίησης και τις αιτούμενες τροποποιήσεις οι οποίες καταλαμβάνουν 12 σελίδες, εκείνο το οποίο διαπιστώνεται, πέραν του εύρους των εν λόγω τροποποιήσεων, είναι ότι επιχειρείται να εισαχθούν γεγονότα, τα οποία σχετίζονται με τους εναγομένους 1 σε σχέση με τον τρόπο που λειτούργησαν και έπραξαν από το 2006 μέχρι και το 2013 καθώς επίσης και ισχυρισμοί με τους οποίους αποδίδεται βαριά αμέλεια στους εναγομένους αρ. 4 και κακή άσκηση εξουσίας σε δημόσια θέση (public misfeasance) των εναγομένων
  2. Αναμφίβολα με τις αιτούμενες τροποποιήσεις διευρύνονται κατά πολύ οι αρχικές βάσεις αγωγής αφού ζητούνται να προστεθούν γεγονότα που αφορούν τον τρόπο διαχείρισης και διεύθυνσης της εναγομένης 1 από το 2006 και εντεύθεν και προστίθενται ως βάσεις αγωγής η βαριά αμέλεια και η κακή άσκηση δημόσιας εξουσίας από τους εναγομένους 4 και 5 κατά κάποιο αόριστο χρόνο μεταξύ των ετών 2006 -
  3. Το Δικαστήριο με βάση την υφιστάμενη Έκθεση Απαίτησης θα πρέπει να εξετάσει βασικά την εγκυρότητα ή μη της συμφωνίας με την οποία παραχωρήθηκαν και/ή οι ενάγοντες αγόρασαν τα επίδικα αξιόγραφα κατά τον Απρίλιο του
  4. Σίγουρα γεγονότα που σχετίζονται με την φερεγγυότητα των εναγομένων 1 ενδεχομένως να είναι σχετικά στο να καταδειχθεί και να αποδειχθεί το ενδεχόμενο κίνητρο τους στη διάθεση των εν λόγω αξιογράφων με τον κατ' ισχυρισμό τρόπο που το έπραξαν, κάτι το οποίο ήδη δικογραφείται στην υφιστάμενη Έκθεση Απαίτησης. Στην παράγραφο 20 αυτής αναφέρεται ότι οι εναγόμενοι 1 παρουσίαζαν την αξιοπιστία και/ή φερεγγυότητα της ως εγγυημένη και την οικονομική της κατάσταση ισχυρή και ακλόνητη. Δεν πρόκειται όμως, το Δικαστήριο κατά την εξέταση μιας ιδιωτικής συμφωνίας και ούτε είναι και πρόσφορο στα πλαίσια της παρούσας αγωγής να επεκταθεί σε χρόνους μη ουσιώδεις και γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά πολύ πριν τη σύναψη της εν λόγω συμφωνίας ούτε είναι πρόσφρο να εξετάσει τον τρόπο με τον οποίο οι εναγόμενοι 1, 4 και 5 δρούσαν τα προηγούμενα χρόνια και την ορθότητα ή μη των οικονομικών αποφάσεων της εναγομένης 1 και τον έλεγχο που οι εναγόμενοι 4 και 5 ασκούσαν σε αυτήν. Προς υποστήριξη της θέση μου ότι επιχειρείται να εισαχθούν γεγονότα και ισχυρισμοί που αφορούν όχι μόνο την εναγομένη 1 αλλά και τους εναγομένους 4 και 5, παραπέμπω στην παράγραφο (η) της αίτησης και στην προτεινόμενη παράγραφο 21Α. Στην εν λόγω παράγραφο ενώ αναφέρεται αρχικά στα έτη 2010 - 2013 και ότι η εναγομένη 1 ενήργησε κατά παράβαση της σχέσης εμπιστοσύνης και με σκοπό να εξαπατήσει τους πιστωτές της υπό την βαριά αμελή εποπτεία της εναγομένης 4 και/ή υπό την κακή άσκηση εξουσίας σε δημόσια θέση των αρχών και οργάνων της εναγομένης 5, στις λεπτομέρειες αυτής, οι ενάγοντες επιχειρούν να εισάξουν γεγονότα που σχετίζονται με κατ' ισχυρισμό απόφαση των εναγομένων 1 κατά το έτος 2006 στην έκδοση μετοχικού κεφαλαίου το οποίο παραχωρήθηκε στις εταιρείες Marfin Financial Group A.E. και σε άλλους οργανισμούς που αναφέρονται χωρίς εκτίμηση της αξίας των εν λόγω μετοχών. Επίσης, γίνεται αναφορά σε αποξένωση περιουσιακών στοιχείων, στη παραχώρηση μη εξασφαλισμένων δανείων, επέκταση στον τομέα της ακίνητης ιδιοκτησίας την περίοδο όπου οι τιμές ήταν πλασματικές και τα υπόλοιπα που αναφέρονται στις εν λόγω λεπτομέρειες. Περαιτέρω, γίνεται αναφορά σε μη επαρκές σύστημα διαχείρισης κινδύνων, σε μη καταρτισμένο προσωπικό και σε παραχώρηση δανείων στην Ελλάδα και αναφέρεται στην πρόβλεψη που έγινε το 2011 για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια και τις ζημιές που υπέστη το
  5. Όλοι αυτοί οι ισχυρισμοί που επιχειρούνται να εισαχθούν στην υφιστάμενη αγωγή, σχετίζονται με ζητήματα κακοδιαχείρισης και κακής διεύθυνσης των εναγομένων 1 κατά παράβαση των ισχυριζόμενων καθηκόντων των εναγομένων 4 και
  6. Και αυτό στα πλαίσια εκδίκασης μιας συμφωνίας που έλαβε χώρα το
  7. Δεν θεωρώ ότι όλα τα πιο πάνω είναι άμεσα σχετικά με τα επίδικα ζητήματα ή τουλάχιστον δεν κρίνω ότι είναι πρόσφορο να εκδικαστούν στα πλαίσια της παρούσας αγωγής εναντίον των εναγομένων 1, 4 και
  8. Ούτε θεωρώ ότι οι πράξεις των εναγομένων 1, 4 και 5 μετά την σύναψη της συμφωνίας από τους ενάγοντες σχετίζονται καθοιονδήποτε τρόπο με την εγκυρότητα της ή μη που όπως δικογραφείται σχετίζεται με τον τρόπο σύναψης της και ότι οι ενάγοντες ξεγελάστηκαν κατά τον Απρίλιο του
  9. Να σημειωθεί ότι υπάρχουν ισχυρισμοί για προβλήματα που αντιμετώπιζε η εναγομένη 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο που προχώρησε στην έκδοση των αξιογράφων στην υφιστάμενη Έκθεση Απαίτησης και θα μπορούν οι ενάγοντες να προσκομίσουν μαρτυρία για το ζήτημα αυτό. Με την ανωτέρω τροποποίηση επιχειρούνται να εισαχθούν ισχυρισμοί που σχετίζονται, όπως προκύπτει, με τον τρόπο που οι εναγόμενοι 1 επήλθαν σε αυτήν την κατ' ισχυρισμό κατάσταση, και περιλαμβάνονται ισχυρισμοί για διάφορους χρόνους από το 2006 μέχρι και το 2013, χωρίς ποιες από τις ενέργειες και πράξεις τους αυτές να μπορεί να διευκρινιστεί ποια περίοδο αφορούν. Όλα τα πιο πάνω αφορούν και τους εναγομένους 4 και 5 αφού επιχειρείται να εισαχθούν οι ισχυρισμοί αυτοί και ότι έγιναν οι πράξεις και/ή παραλείψει των εναγομένων 1 υπό τη βαριά αμέλεια των εναγομένων 4 και την κακή άσκηση εξουσίας των εναγομένων
  10. Δεν θεωρώ ότι οι επιχειρούμενη προσθήκη της νέας παραγράφου 21 Α είναι πρόσφορο να εκδικαστεί στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, έχοντας πάντοτε υπόψη τον πυρήνα της υφιστάμενης αξίωσης. Πέραν τούτου, δεν κρίνω ότι είναι άμεσα σχετικό και πρόσφορο να εκδικαστούν ενέργειες, πράξεις και/ή παραλείψεις των εναγομένων 1, 4 και 5, για παράδειγμα που έλαβαν χώρα το
  11. Η έκδοση των επίδικων αξιογράφων σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης, έγινε από τους εναγομένους 1 κατά το έτος 2009 και η επίδικη συμφωνία συνάφθηκε από τους ενάγοντες τον Απρίλιο του
  12. Δεν θα μπορούσαν να υφίστανται οποιαδήποτε ζημιά κατ' εκείνο το χρονικό διάστημα οι ενάγοντες. Επίσης, οι ισχυρισμοί αυτοί φαίνεται να αφορούν και περίοδο μετά τη σύναψη της συμφωνίας με τους ενάγοντες και να αναφέρονται για πράξεις των εναγομένων 1, υπό την βαριά αμέλεια των εναγομένων 4 και 5 με σκοπό την χειραγώγηση της αγοράς, την απόκρυψη εμπιστευτικών πληροφοριών και την παραπλάνηση των επενδυτών, των πελατών της και γενικά του κοινού. Δεν θεωρώ ότι όλα αυτά είναι σχετικά με τα επίδικα ζητήματα της υφιστάμενης αγωγής. Να αναφερθεί ότι εκείνο το οποίο επιζητούν οι ενάγοντες είναι την ακύρωση της συμφωνίας για αγορά των αξιογράφων, επιστροφή των χρημάτων τους και αποζημιώσεις για το γεγονός ότι ξεγελάστηκαν από τους εναγομένους 1 κάτω από τον πλημμελή έλεγχο και/ή την αμέλεια των εναγομένων 4 και 5 κατά την έκδοση και διάθεση των εν λόγω αξιογράφων. Αυτός είναι ο πυρήνας της αγωγής και αυτή δεν αναφέρεται στη μείωση της αξίας των αξιογράφων από τις μετέπειτα ενέργειες τους και ούτε προκύπτει να αξιώνονται τέτοιου είδους θεραπείες. Η δε προτεινόμενη παράγραφος 21Β αφορά άμεσα τους εναγομένους 4 και 5, παραπέμπει στη βαριά αμέλεια τους και την κακή άσκηση εξουσίας τους για αναφερόμενες ενέργειες των εναγομένων 1 που αναφέρονται στην προτεινόμενη παράγραφο 21Α και παρατίθενται λεπτομέρειες αυτών των παραλείψεων τους. Πλείστες από τις παραλήψεις και πράξεις που ισχυρίζονται οι ενάγοντες ότι προέβηκαν οι εναγόμενοι 4 και 5 αφορούν την εποπτεία που ασκούσαν στον τρόπο διεύθυνσης των εναγομένων
  13. Ενώ θα μπορούσαν κάποιες εκ των πράξεων και/ή παραλείψεων τους αυτών να περιληφθούν στην υφιστάμενη Έκθεση Απαίτησης τους και που σχετίζονται με την έκδοση και διάθεση των επίδικων αξιογράφων, εντούτοις στην εν λόγω παράγραφο γίνονται αναφορές για διάφορες χρονικές περιόδους, κατά πολύ πριν την έκδοση και διάθεση των επίδικων αξιογράφων που δεν μπορούν να είναι άμεσα σχετικές και πρόσφορο να εκδικαστούν στα πλαίσια της παρούσας αγωγής καθώς επίσης και για μετέπειτα της έκδοσης των επίδικων αξιογράφων που δεν σχετίζονται με τις υφιστάμενες αξιώσεις. Για παράδειγμα υπάρχουν ισχυρισμοί ότι από το 2011 και/ή αρχές του 2012 οι εναγόμενοι 4 και 5 γνώριζαν ότι η εναγόμενη 1 δεν έχει επαρκή κεφάλαια και/ή δεν παρείχε την εγγύηση ότι δύναται να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της έναντι των πιστωτών της και η εναγόμενη 4 δεν έλαβε τα δέοντα μέτρα με σκοπό την εξυγίανση της εναγομένης 1 και/ή δεν ανακάλεσε την άδεια λειτουργίας της εγκαίρως με σκοπό την μείωση των απωλειών. Επίσης, υπάρχουν ισχυρισμοί ότι οι εναγόμενοι 4 και 5 δεν έλαβαν κανένα προληπτικό μέτρο για διάσωση της εναγομένης
  14. Επίσης, γίνονται αναφορές για την παραχώρηση του ΕLA από την εναγομένη 4 με σκοπό να ξεγελάσει τους πιστωτές της εναγομένης
  15. Στο σημείο u) περαιτέρω των εν λόγω λεπτομερειών υπάρχουν ισχυρισμοί ότι οι εναγόμενοι 4 και 5 ενήργησαν αμελώς και/ή κατά παράβαση των νομικών και/ή άλλων καθηκόντων τους ως εκ της θέσης και/ή αξιώματος και/ή λειτουργήματος που κατέχουν αδιαφορώντας πλήρως και/ή μη διαισθανόμενοι ως όφειλαν το μέγεθος των κινδύνων που ενέπλεκαν με τα πιο πάνω το κυπριακό χρηματοπιστωτικών σύστημα και την οικονομία του τόπου. Η εντύπωση που αποκομίζεται από τις επιχειρούμενες τροποποιήσεις είναι ότι αυτές διαπλέκονται μεταξύ τους και αναφέρονται σε χρόνους μη ουσιώδης για τα υφιστάμενα επίδικα ζητήματα αλλά και σε ζητήματα που έχουν να κάνουν με την κατάρρευση των εναγομένων 1 και γενικότερα ολόκληρης της οικονομίας της Κύπρου. Ουσιαστικά, γίνεται προσπάθεια διεύρυνση του αγώγιμου δικαιώματος εναντίον των εναγομένων 4 και 5 και προσθήκης νέων βάσεων αγωγής εναντίον τους. Δεν επιχειρείται ο ακριβής καθορισμός των υφιστάμενων αγώγιμων δικαιωμάτων εναντίον τους όπως είναι η θέση του συνηγόρου των εναγόντων, αλλά εισάγονται νέα αγώγιμα δικαιώματα και βάσεις αγωγής που φαίνεται να αφορούν μια περίοδο από το 2006 μέχρι και το 2013 χωρίς να μπορεί να διαχωριστεί ποια περίοδο αφορά η κάθε ισχυριζόμενη παράλειψη ή πράξη. Η βαριά αμέλεια των εναγομένων 4 που επιχειρείται να προστεθεί με τις αιτούμενες τροποποιήσεις δεν συγκεκριμενοποιείται κατά πόσο αφορά τον ουσιώδη χρόνο και σχετίζεται άμεσα με την έκδοση και διάθεση των αξιογράφων αλλά για μια περίοδο 7 χρόνων και που ουσιαστικά σχετίζεται με την κατάρρευση ολόκληρης της οικονομίας. Το ίδιο ισχύει και για την προτεινόμενη κακή άσκηση εξουσίας των εναγομένων 5, κάτι που δεν υπάρχει στην υφιστάμενη βάση αγωγής. Η εισαγωγή νέων βάσεων αγωγής, δεν είναι κατ΄ ανάγκη μοιραία για την αίτηση αλλά εξετάζεται και συνεκτιμάται υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων της δεδομένης περίπτωσης (βλ. IKOS CIF LTD v. MARTIN COWARD κ.α, Πολ. Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013). Εκείνο το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί είναι η σχετικότητα των εν λόγω βάσεων αγωγής και το πρόσφορο να εκδικαστούν στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Στην παρούσα περίπτωση εκείνο που προκύπτει είναι ότι επιχειρούνται να εισαχθούν όλα τα πιο πάνω στο δικόγραφο των εναγόντων που δεν είναι πρόσφορο να εκδικαστούν στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, έχοντας πάντα υπόψη μου τον πυρήνα αυτής. Θα μπορούσαν να επιτραπούν κάποιες από τις εν λόγω τροποποιήσεις αν αυτές θα μπορούσαν να διαχωριστούν από τις πλείστες των τροποποιήσεων που εκφεύγουν κατά πολύ των υφιστάμενων βάσεων αγωγής. Όπως είναι συνταγμένη η αίτηση όμως, κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει. Εκείνο το οποίο παρατηρείται με τις αιτούμενες τροποποιήσεις είναι ότι η κατ' ισχυρισμό βαριά αμέλεια κατά την άσκηση των καθηκόντων της εναγομένης 4 και η κακή άσκηση εξουσίας του εναγομένου 5, δεν περιορίζεται μόνο κατά τον ουσιώδη χρόνο σύναψης της συμφωνίας αγοράς των αξιογράφων από τους ενάγοντες και στον τρόπο που αυτά διατέθηκαν από τους εναγομένους
  16. Οι κατ' ισχυρισμό πράξεις τους φαίνεται να καλύπτουν μια περίοδο που αρχίζει από το 2006, υπάρχουν αναφορές για τα έτη 2010 μέχρι 2013, αναφορές για το έτος 2011 και
  17. Αυτό δημιουργεί προβλήματα, πέραν της σχετικότητας των εν λόγω ενεργειών και του πρόσφορου της συνεκδίκασης τους στην παρούσα αγωγή και με το ζήτημα το οποίο εγείρεται με την ένσταση των εναγομένων 4 και 5, περί παραγραφής αυτών των αγώγιμων δικαιωμάτων εναντίον των εναγομένων 4 και
  18. Σύμφωνα με το άρθρο 68 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, αγωγή για αστικό αδίκημα με βάση το Νόμο θα πρέπει να εγείρεται εντός 3 ετών από τη διάπραξη του αδικήματος. Το εν λόγω άρθρο έχει ως ακολούθως: «
  19. Καµιά αγωγή δεν εγείρεται για αστικό αδίκηµα, εκτός αν αυτή εγερθεί— (α) εντός τριών ετών αµέσως µετά την πράξη ή παράλειψη για την οποία εγέρθηκε η αγωγή, ή (β) αν το αστικό αδίκηµα προκαλεί νέα ζηµιά κατά εξακολούθηση από µέρα σε µέρα, εντός τριών ετών από την κατάπαυση αυτής, ή (γ) αν η βάση της αγωγής δεν προκύπτει από την τέλεση οποιασδήποτε πράξης ή παράλειψης για τέλεση πράξης αλλά από τη ζηµιά που απορρέει από την πράξη αυτή ή παράλειψη εντός των τριών αµέσως επόµενων ετών µετά που ο ενάγοντας υπέστη τη ζηµιά, ή (δ) αν το αστικό αδίκηµα δόλια αποκρύφτηκε από τον εναγόµενο, εντός τριών ετών από την ανακάλυψή του από τον ενάγοντα, ή από το χρόνο που θα ανακαλύπτετο από αυτό αν κατέβαλλε εύλογη φροντίδα και επιµέλεια: Νοείται ότι αν κατά το χρόνο που προκύπτει πρώτα η βάση της αγωγής, αν ο ενάγοντας δεν συµπλήρωσε το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του ή δεν έχει σώες τις φρένες του ή ο εναγόµενος δεν βρίσκεται στη ∆ηµοκρατία, οι τριετείς αυτές προθεσµίες δεν αρχίζουν να τρέχουν µέχρις ότου ο ενάγοντας συµπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του ή παύσει να µην έχει σώες τις φρένες του ή ο εναγόµενος επανέλθει στη ∆ηµοκρατία: Κεφ.
  20. Νοείται περαιτέρω ότι καµιά διάταξη που περιλαµβάνεται στο άρθρο αυτό δεν θεωρείται ότι επηρεάζει τις διατάξεις του άρθρου 34 του περί ∆ιαχείρισης Κληρονοµιών Νόµου και του άρθρου 58 του Νόµου αυτού.» Πέραν τούτου, αναφορά θα πρέπει να γίνει και στον Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο Ν. 66(Ι)/2012 και συγκεκριμένα στα άρθρα 3, 24, 28 και
  21. Σύμφωνα με το άρθρο 3, ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να προσμετρά από την 01/01/2016 χωρίς επηρεασμό των διατάξεων των άρθρων 24 και 29 του Νόμου. Σύμφωνα δε με το άρθρο 28 ο Νόμος τίθεται σε ισχύ από την 01/07/
  22. Από τις πρόνοιες των άρθρων 24(ε) και 29 προκύπτει ότι ο εν λόγω Νόμος καταργεί τις διατάξεις του άρθρου 68 του Κεφ. 148 αλλά μόνο σε σχέση µε πράξη ή παράλειψη που επισυνέβηκε κατά ή µετά την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόµου. Η αναφορά στις πιο πάνω πρόνοιες των Νόμων που σχετίζονται με το θέμα της παραγραφής γίνεται για να καταδειχθεί ότι τίθεται θέμα παραγραφής αστικών αδικημάτων που κατ' ισχυρισμό τελέστηκαν πριν την 01/07/2012 εφόσον έχουν παρέλθει τα 3 χρόνια που όριζε το άρθρο 68 του Κεφ.
  23. Επομένως, οι ανωτέρω τροποποιήσεις που επιχειρούνται έπρεπε να ήταν σαφείς και ξεκάθαρες για ποια περίοδο αναφέρονται οι κατ' ισχυρισμό πράξεις που αποδίδονται στους εναγομένους αρ. 4 και
  24. Όπως είναι διατυπωμένες οι εν λόγω επιχειρούμενες τροποποιήσεις δεν μπορεί το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, να διευκρινίσει ποιες περιόδους αφορούν οι κατ' ισχυρισμό πράξεις των εναγομένων αρ. 4 και 5 και κατά πόσο αυτές δεν έχουν παραγραφεί και θα μπορούσαν στο στάδιο αυτό να ενσωματωθούν στην αγωγή. Είναι η θέση των εναγόντων ότι στην παρούσα περίπτωση εφαρμογή έχει το άρθρο 68(γ) και ότι η ζημιά τους αποκρυσταλλώθηκε μετά τον Μάρτιο του 2013 με την κατάρρευση της Λαϊκής και τότε οι ενάγοντες αντιλήφθηκαν τη ζημιά τους. Δεν θεωρώ ότι αυτά μπορούν να ξεπεράσουν το ζήτημα της παραγραφής το οποίο εγείρουν οι εναγόμενοι 4 και
  25. Η αξίωση με την αγωγή τους έχει ως πυρήνα την ακύρωση της συμφωνίας αγοράς των αξιογράφων και επιστροφή των χρημάτων τους διότι ξεγελάστηκαν από τους εναγομένους 1 και αποζημιώσεις για παραβάσεις των καθηκόντων των εναγομένων 4 και
  26. Στην παράγραφο 12 της Έκθεσης Απαίτηση τους ισχυρίζονται ότι κατά ή περί τα μέσα του 2012, οι εναγόμενοι 1 σταμάτησαν την καταβολή των τόκων επί των αξιογράφων κατά παράβαση των συμφωνηθέντων. Η ζημιά και η αντίληψη της ζημιάς των εναγόντων θα πρέπει να κρίνεται στα πλαίσια της συμφωνίας που επιχειρεί να ακυρώσει και δεν μπορεί να εξαρτάται από γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά πολύ πριν από αυτή και μετέπειτα αυτής όταν και εφόσον αποκαλυφθούν. Λέγοντας αυτά, δεν επιχειρώ να υπεισέλθω στην εξέταση του ζητήματος της παραγραφής ή όχι των προτεινόμενων τροποποιήσεων. Εκείνο το οποίο αναφέρω ότι είναι ότι με βάση τα γεγονότα όπως δικογραφούνται αλλά και έχοντας υπόψη τις προτεινόμενες τροποποιήσεις, δεν είναι δυνατό να επιτραπεί εισαγωγή των επιχειρούμενων τροποποιήσεων αόριστα και για διάφορες χρονικές περιόδους αρχίζοντας από το 2006 και εντεύθεν χωρίς να καθορίζονται συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα που έγινε η κάθε πράξη ή παράλειψη των εναγομένων 4 και
  27. Ούτε θεωρώ ότι θα ήταν δυνατό να περιληφθούν στην Έκθεση Απαίτησης οι προτεινόμενες τροποποιήσεις, να πρέπει να επιτραπεί η προσκόμιση μαρτυρίας γι αυτούς τους ισχυρισμούς και ακολούθως να κριθεί κατά πόσο αυτές έχουν παραγραφεί ή όχι. Όπως είναι συνταγμένες οι επιχειρούμενες τροποποιήσεις δεν αφήνουν περιθώριο στο Δικαστήριο, τουλάχιστον για σκοπούς του σταδίου αυτού να μπορεί να εξετάσει κατά πόσο αυτές έχουν παραγραφεί ή όχι, γι αυτό θα πρέπει να απορριφθούν. Πέραν τούτου, ζητείται να προστεθούν ισχυρισμοί και γεγονότα τα οποία επεσυνέβησαν, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς της αίτησης, μετά την σύναψη της σύμβασης για την αγορά αξιογράφων από τους ενάγοντες και μάλιστα κατά πολύ μετά. Δεν μπορώ να αντιληφθώ με ποιο τρόπο τα εν λόγω γεγονότα είναι σχετικά με την παρούσα αγωγή από τη στιγμή που οι ενάγοντες αξιώνουν ακύρωση της εν λόγω συμφωνίας λόγω του ότι ξεγελάστηκαν από τους εναγομένους αρ. 1, όσο αφορά τη φύση και το είδος της εν λόγω συμφωνίας και επιστροφή του τιμήματος αγοράς των αξιογράφων. Η ζημιά του λογικά θα πρέπει να επήλθε κατά τη σύναψη της συμφωνίας από τις κατ' ισχυρισμό πράξεις των εναγομένων στο να υπεισέλθει σε αυτή και όχι από τις μετέπειτα ενέργειες τους που σχετίζονται με τον τρόπο λειτουργίας των εναγομένων 1 και τον τρόπο άσκησης των καθηκόντων των εναγομένων 4 και
  28. Ουσιαστικά εκείνο που επιχειρείται με τις αιτούμενες τροποποιήσεις είναι η διεύρυνση των επιδίκων ζητημάτων και αγώγιμων δικαιωμάτων κατά τρόπο που αυτά να μην καθίστανται πρόσφορο να εκδικαστούν μαζί με την υφιστάμενη αγωγή. Περαιτέρω, με την προτεινόμενη παράγραφο Η1 ζητείται να προστεθεί αιτητικό για αποζημιώσεις εναντίον της εναγομένης 4 και ως αρχή Εξυγίανσης και εναντίον του εναγομένου 5 για δόλο και/ή απάτη και/ή ψευδείς παραστάσεις και τα υπόλοιπα που αναφέρονται στην παράγραφο εκείνη. Με βάση τον Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο 17(Ι)/2013 η Αρχή Εξυγίανσης αποτελεί ξεχωριστό νομικό πρόσωπο. Οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα της εν λόγω Αρχής καθορίζονται από το Νόμο και δεν υπάρχει οποιοσδήποτε ισχυρισμός στην παρούσα αγωγή για παράβαση τέτοιων καθηκόντων της εν λόγω Αρχής η οποία δεν είναι διάδικο μέρος. H αξίωση αυτή θεωρώ ότι επιχειρεί να εισάξει νέα βάση αγωγής εναντίον των εναγομένων 4, να περιπλέξει τα επίδικα ζητήματα κάτι το οποίο δεν θα ήταν πρόσφορο να εκδικαστεί στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Πέραν τούτου, όπως προκύπτει από τις αξιώσεις της υφιστάμενης Έκθεσης Απαίτησης και του ισχυρισμούς σε αυτή, εκείνο που ζητείται είναι η ακύρωση της συμφωνίας για αγορά αξιογράφων και η επιστροφή του τιμήματος αγοράς τους καθώς επίσης και αποζημιώσεις για την εξαπάτηση και την παράβαση των καθηκόντων των εναγομένων 4 και
  29. Πουθενά στην Έκθεση Απαίτησης δεν αξιώνονται ζημιές που οι ενάγοντες υπέστηκαν μετά τη σύναψη της συμφωνίας λόγω της μείωσης της αξίας των αξιογράφων που αγόρασαν από τις ενέργειες, πράξεις και παραλείψεις των εναγομένων. Ως εκ τούτου, οι οποιεσδήποτε ενέργειες των εναγομένων μεταγενέστερα της σύναψης της επίδικης συμφωνίας δεν μπορεί να σχετίζονται με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής ούτε μπορεί να καθίσταται σχετικές οι αιτούμενες τροποποιήσεις υπό στοιχείο 2(Α) με την οποία επιζητείται αξίωση για ιχνηλάτηση (tracing) του τιμήματος για την αγορά των αξιογράφων. Επιπρόσθετα, θα πρέπει να εξεταστεί και ο χρόνος υποβολής της παρούσας αίτησης και σε συνδυασμό με όλα τα πιο πάνω κατά πόσο αυτή γίνεται καλόπιστα και δεν παραβλάπτει τα δικαιώματα των καθ' ών η αίτηση. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 22/05/2013 και ενώ είχαν κλείσει τα δικόγραφα και η αγωγή ορίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 30/04/2015 και ακολούθως σε μεταγενέστερες ημερομηνίες με σκοπό να ετοιμαστεί για ακρόαση και να γίνουν σχετικές αποκαλύψεις εγγράφων, στις 29/09/2015 καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση, 2 ½ σχεδόν χρόνια μετά την καταχώριση της αγωγής. Η νομολογία καταδεικνύει μια φιλελεύθερη τάση σε αιτήματα τροποποίησης αλλά σε κάθε περίπτωση ο αιτητής θα πρέπει να δικαιολογήσει την όποια καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος του σε συσχετισμό με τα γεγονότα που επιχειρεί να εισάξει και πότε αυτά περιήλθαν σε γνώση του. Η σημασία της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης (βλ. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1Α Α.Α.Δ. 44)). Στην παρούσα περίπτωση οι καθ' ών η αίτηση ισχυρίζονται κακοπιστία από πλευράς των αιτητών λόγω του ότι υπάρχει μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης, χωρίς να δίνεται οποιαδήποτε δικαιολογία. Τυχόν έγκριση του αιτήματος, ισχυρίζονται, επιδρά καταλυτικά στα δικαιώματα των καθ' ών η αίτηση λόγω του εκτροχιασμού της δικαστικής διαδικασίας. Επίσης, επικαλούνται κακοπιστία της αίτησης λόγω και των γεγονότων που ζητούνται να προστεθούν, αφού επιχειρείται να εισαχθούν νέες βάσεις αγωγής σε σχέση με τους εναγομένους αρ. 4 και 5 εναντίον των οποίων η υφιστάμενη Έκθεση Απαίτησης δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα. Η δικαιολογία που ο αιτητής επικαλείται με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει το αίτημα του για την υποβολή της παρούσας αίτησης στο στάδιο αυτό, είναι ότι κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών διακοπών και κατόπιν λεπτομερούς μελέτης και αξιολόγησης των γεγονότων καθώς και νομικών ζητημάτων και ιδιαιτεροτήτων της υπόθεσης για σκοπούς προετοιμασίας της ακρόασης καθώς και επεξεργασίας όλου του έγγραφου υλικού με το οποίο μέχρι στιγμής έχει εφοδιαστεί αποκαλύφθηκε η ανάγκη τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης του. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί ουδεμία αναφορά κάνουν στο πότε τα γεγονότα αυτά που επιχειρούνται να εισαχθούν περιήλθαν σε γνώση των αιτητών ή κατά πόσο αυτά ήταν σε γνώση τους από την αρχή της έγερσης της παρούσας αγωγής. Εκείνο το οποίο εκλαμβάνεται από τα πιο πάνω, είναι ότι αυτά τα γνώριζαν και τα σχετικά έγγραφα ήταν στην κατοχή τους και απλώς όταν μελετήθηκε η υπόθεση τους από τους δικηγόρους τους για την ακρόαση διαπιστώθηκε ότι έπρεπε να γίνει η τροποποίηση. Είναι νομολογημένο ότι τα δικόγραφα θα πρέπει να ετοιμάζονται με τον ενδεδειγμένο τρόπο και να περιλαμβάνουν τους ισχυρισμούς των εναγόντων, στην παρούσα περίπτωση, με ακρίβεια. Δεν είναι δυνατό οι ενάγοντες να γνωρίζουν και να κατέχουν όλα τα απαραίτητα στοιχεία, να μην τα περιλαμβάνουν στην αγωγή τους και σε κάποιο στάδιο της διαδικασίας και μετά από πάροδο 2 ½ και πλέον χρόνων από την καταχώριση της να επιθυμούν να τα αναφέρουν διότι τότε μελέτησαν καλύτερα την υπόθεση τους. Σε κάθε περίπτωση όμως, στην παρούσα υπόθεση δεν φαίνεται να δίνεται οποιαδήποτε ή επαρκή δικαιολογία για την υποβολή της παρούσας αίτησης στο στάδιο αυτό. Ούτε καν λάθος ή αμέλεια ή αβλεψία του δικηγόρου του επικαλείται για την παράλειψη του να συμπεριλάβει στην αρχική του αγωγή και αυτούς τους ισχυρισμούς. Η μόνη αναφορά των αιτητών ότι μετά από μελέτη της υπόθεσης διαπιστώθηκε η ανάγκη για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης τους δεν δικαιολογεί ούτε παρέχει εξηγήσεις γιατί τα γεγονότα αυτά δεν ενσωματώθηκαν στην αγωγή τους ούτε εξηγούν πότε αυτά περιήλθαν σε γνώση τους, τί μεσολάβησε και γιατί τώρα προέκυψε αυτή η ανάγκη. Σίγουρα η ακρόαση της αγωγής δεν έχει αρχίσει ακόμη και σύμφωνα με την νομολογία η όποια αργοπορία στην υποβολή της αίτησης δεν είναι απαρέγκλιτης σημασίας. Παρόλα αυτά, τα πιο πάνω, θα πρέπει να ιδωθούν και σε συσχετισμό με τις αιτούμενες τροποποιήσεις και τις θέσεις των εναγομένων. Υπάρχει η θέση ότι επιχειρείται με τις αιτούμενες τροποποιήσεις να δημιουργηθούν αγώγιμα δικαιώματα εναντίον των εναγομένων 4 και 5, τα οποία δεν περιλαμβάνονται στην Έκθεση Απαίτησης. Το θέμα όμως δεν είναι αυτό καθεαυτό δηλαδή η δημιουργία αγώγιμων δικαιωμάτων. Νέοι ισχυρισμοί σχετικοί με τα επίδικα θέματα θα μπορούσαν να περιληφθούν στην Έκθεση Απαίτησης εφόσον φυσικά δινόταν και η ανάλογη δικαιολογία για την μη έγκαιρη δικογράφηση τους. Η απουσία τέτοιας δικαιολογίας σε συνδυασμό ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιχειρείται η διεύρυνση των επιδίκων θεμάτων κατά τρόπο, σε πλείστες των περιπτώσεων, να μη είναι πρόσφορο να συνεκδικαστούν με τις υφιστάμενες βάσεις αγωγή και/ή να μην διευκρινίζεται ποια περίοδο αφορούν οι κατ' ισχυρισμό πράξεις των εναγομένων 1, 4 και 5 οδηγεί και στο συμπέρασμα ότι τυχόν έγκριση της αίτησης θα είχε ως αποτέλεσμα τον εκτροχιασμό της υπόθεσης και την καθυστέρηση της δικαστικής διαδικασίας. Δεδομένης της φύσης των αιτούμενων τροποποιήσεων, του γεγονότος ότι δεν έχει δοθεί λόγος ή βάσιμος λόγος για την καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης, κρίνω ότι τυχόν έγκριση της θα έχει τέτοιες δυσμενείς συνέπειες στους καθ' ών η αίτηση που δεν θα μπορούν να αποζημιωθούν με χρήμα. Το δικαίωμα των καθ' ων η αίτηση για διάγνωση των αστικών τους δικαιωμάτων εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος σύμφωνα με το άρθρο 30.2 του Συντάγματος θα πρέπει να ληφθεί υπόψη. Περαιτέρω, τα ουσιαστικά ζητήματα τα οποία επιχειρούνται να εισαχθούν με τις αιτούμενες τροποποιήσεις στις οποίες αναφέρθηκα ανωτέρω, δεν είναι πρόσφορο να εκδικαστούν με τα επίδικα ζητήματα της υφιστάμενης αγωγής, θα εκτροχιάσουν τα υφιστάμενα ζητήματα και θα θέσουν τους εναγομένους σε δυσμενή θέση αφού θα πρέπει να αναμορφώσουν τα δικόγραφα τους και τις θέσεις τους και θα πρέπει να υπερασπιστούν γεγονότα και ζητήματα που εκφεύγουν κατά πολύ των ήδη επίδικων ζητημάτων (βλ.ΙΚOS CIF LTD v. 1. MARTIN COWARD κ.α, Πολ. Έφ. Αρ. 137/2013 και 138/2013). Από την άλλη, η απόρριψη της αίτησης δεν θα εμποδίσει τους ενάγοντες να προωθήσουν την απαίτηση τους όπως αυτή δικογραφείται και επομένως δεν πλήττεται η εξυπηρέτηση της ορθής απονομής της δικαιοσύνης που είναι το κυρίαρχο στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο. Παραθέτουν στην υφιστάμενη Έκθεση Απαίτησης τους ισχυρισμούς για τον τρόπο που, κατ' ισχυρισμό πείστηκαν στο να συνάψουν την επίδικη συμφωνία, τους λόγους της ακυρότητας της και τις ευθύνες και συμμετοχή των υπόλοιπων εναγομένων. Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω, εκείνο το οποίο αναφύεται είναι ότι με την παρούσα αίτηση επιχειρείται να εισαχθούν νέοι ισχυρισμοί που συνιστούν νέες βάσεις αγωγής ή γεγονότα μη άμεσα σχετιζόμενα με την υφιστάμενη βάση αγωγής και/ή δεν διευκρινίζεται το χρονικό διάστημα που οι εναγόμενοι προέβηκαν στις κατ' ισχυρισμό πράξεις και/ή παραλείψεις. Επίσης, ο χρόνος που η παρούσα αίτηση υποβάλλεται δεν δικαιολογείται με αποτέλεσμα τυχόν έγκριση της να προκαλέσει περαιτέρω καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης, που λόγω της ιδιαιτερότητας της το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να την εκδικάσει το συντομότερο δυνατό, και με κίνδυνο εκτροχιασμού των επίδικων ζητημάτων κάτι που θα έχει δυσμενείς συνέπειες στους εναγομένους - καθ' ων η αίτηση. Δεν θεωρώ ότι συνολικά ιδωμένη η παρούσα αίτηση και οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι η περίπτωση που αφορά καλόπιστο λάθος στην περίληψη των αναγκαίων γεγονότων και λεπτομερειών που σχετίζονται με την υφιστάμενη βάση αγωγής, έτσι ώστε να μπορούσε να εγκριθεί έστω και στο στάδιο αυτό. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι δεν θα πρέπει να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ του αιτήματος και η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Επομένως, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ' ών η αίτηση 4 και 5 και εναντίον των αιτητών όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.)........... Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Subject: Civil/Other Action/ Interim Aναφορά: aitisi tropopoiisis cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.