JOHN DAVID BARKER κ.α. ν. ΠΑΥΛΟΣ ΕΥΘΥΜΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 419/14, 7/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A48 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 419/14 Μεταξύ:
- JOHN DAVID BARKER, από το Ηνωμένο Βασίλειο ALISON CARYLL BARKER, από το Ηνωμένο Βασίλειο Εναγόντων και ΠΑΥΛΟΣ ΕΥΘΥΜΙΟΥ, από την Πάφο Εναγόμενου - - - - - - - - - - - - - - - Αίτηση ημερομηνίας 30.10.2015 07.03.2016 Για τον Εναγόμενο - Αιτητή: κ. Δανιήλ Για τους Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση: κα Δρακουλάκου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 30.10.15 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση με την οποία ο Εναγόμενος αιτείται την τροποποίηση της Υπεράσπισης δια της προσθήκης τριών νέων παραγράφων. Η αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 θ.θ. 1, 2 και 8, Δ.48, Δ.39, Δ.64 και στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/
- Θεωρώ χρήσιμο για σκοπούς εύκολης παρακολούθησης των όσων στη συνέχεια θα αναφερθούν να παραθέσω αυτούσιο το περιεχόμενο της προτεινόμενης τροποποίησης: «Α. 17Α Οι ενάγοντες εμποδίζονται από την συμπεριφορά τους και από έγγραφα να προωθούν την παρούσα αγωγή εναντίον του εναγομένου, καθότι αν και τους δόθηκε η ευκαιρία να διεκδικήσουν τη μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας εις το όνομα τους, με βάση τις πρόνοιες της Νομοθεσίας Νόμος 139
(1)/15 αυτοί απέτυχαν να πράξουν έτσι. Β. 17Β Μετά τη θέσπιση της Νομοθεσίας αριθμός 139
(1)/15, αγοραστές οι οποίοι εμποδίζονται να μεταβιβάσουν εις το όνομα τους τον τίτλο ιδιοκτησίας, λόγω διαφόρων εμπραγμάτων βαρών και/ή νομικών εμποδίων, μπορούν να απευθυνθούν εις το Διευθυντή του Επαρχιακού Κτηματολογίου και να ζητήσουν την εγγραφή του τίτλου εις το όνομα τους, υπό την προϋπόθεση να αποδείξουν ότι για την αγορά τους υπάρχει σε ισχύ αγοραπωλητήριο έγγραφο, που είναι κατατεθειμένο εις το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο και ότι έχουν εξοφλήσει το τίμημα αγοράς. Γ. 17Γ Ο εναγόμενος με επιστολή του ημερομηνίας 10.09.2015 προς τους δικηγόρους των εναγόντων, ζήτησε να καθοριστούν οι προθέσεις των εναγόντων ενόψει της θέσης σε ισχύ της νομοθεσίας 139
(1)/15, αλλά αυτοί αμέλησαν να απαντήσουν. Ο εναγόμενος επιφυλάσσεται να αναφερθεί κατά τη δικάσιμο στο πλήρες και αληθινό περιεχόμενο της επιστολής του με ημερομηνία 10.09.2015.» H υπό κρίση αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Εναγόμενου. Σε αυτήν ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι στις 04.09.15 δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ο Νόμος 139
(1)/15 ο οποίος αφορά τους «εγκλωβισμένους» αγοραστές ακινήτων. Ο συγκεκριμένος νόμος φαίνεται ότι καλύπτει τους Ενάγοντες και προς το σκοπό αυτό οι δικηγόροι του απέστειλαν στις 10.09.15 επιστολή στους δικηγόρους των Εναγόντων και ζητούσαν να καθοριστούν οι προθέσεις τους, χωρίς όμως να λάβει μέχρι σήμερα οποιαδήποτε απάντηση. Η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία προκειμένου να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα και ισχυρισμοί. Περαιτέρω, ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι η αίτηση είναι καλόπιστη και έγινε έγκαιρα και άμεσα από τη στιγμή που προέκυψαν τα γεγονότα που επιχειρεί να εισάξει με την αιτούμενη τροποποίηση. Τέλος, ο ενόρκως δηλών υποστηρίζει ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε ζημιά στους Ενάγοντες που να μην μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Η υπό κρίση αίτηση συνάντησε την ένσταση των Εναγόντων οι οποίοι καταχώρησαν σχετική ειδοποίηση στις 08.01.
- Σε αυτήν εξειδικεύονται δεκατέσσερις συνολικά λόγοι ένστασης, οι οποίοι ωστόσο μπορούν να συνοψισθούν στο ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν συνδέεται με τα επίδικα θέματα, αφορά νομοθεσία η οποία τέθηκε σε ισχύ σε χρόνο αρκετά μεταγενέστερο τόσο των επίδικων γεγονότων όσο και της καταχώρησης της αγωγής και ότι αποσκοπεί στην εισαγωγή νέων δεδομένων που θα εκτροχιάσουν την υπόθεση από την ουσία της διαφοράς των διαδίκων. Επίσης προβάλλεται ως λόγος ένστασης το ότι η αίτηση είναι κακόπιστη και αποσκοπεί στην πρόκληση καθυστέρησης. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της Ανδρομάχης Κλεάνθους, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Ενάγοντες. Η ένορκη δήλωση επαναλαμβάνει ουσιαστικά τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης. Περαιτέρω, η ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται ότι οι δικηγόροι των Εναγόντων ουδέποτε έλαβαν την επιστολή ημερομηνίας 10.09.
- Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων με τις αγορεύσεις τους προέβαλαν την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία τους. Τόσο η αίτηση και η ένσταση με τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις, όσο και οι αγορεύσεις των συνηγόρων έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. Το θέμα της τροποποίησης των δικογράφων, ανάγεται στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας των Δικαστηρίων και έτυχε εκτεταμένης και βαθιάς αναλύσεως σε πάρα πολλές αποφάσεις, μεταξύ των οποίων οι υποθέσεις Courtis v. Iasonides
(1970)1 C.L.R.180, Evripidou v. Kannaourou
(1985)1 C.L.R.24, Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R.1, Tsiappas v. The Republic
(1974)1 C.L.R.167, Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 33, Χριστοδούλου ν Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934. Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 αναφέρεται πως: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και όταν τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα.» Επίσης, στην υπόθεση Anna Latouf Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος
(1999)1 Α.Α.Δ. 11, αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς ή για την αποτροπή της πολλαπλότητας των διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.» Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι πως η τροποποίηση ενός δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση ωστόσο αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι άμεσα εμφανής. Προτού προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της επίδικη αίτησης, θεωρώ ορθό να ασχοληθώ με το ζήτημα που εγείρεται στην αγόρευση των ευπαίδευτων δικηγόρων του Εναγόμενου, οι οποίοι εισηγούνται ότι η ένσταση θα πρέπει να απορριφθεί και για τυπικούς λόγους. Συγκεκριμένα είναι λανθασμένος ο τίτλος της ένστασης, αφού σε αυτόν αναγράφεται ότι η ένσταση αφορά αίτηση για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και/ή του κλητηρίου εντάλματος και/ή της επίδοσης, ενώ στην πρώτη παράγραφο του σώματος της ένστασης αναγράφεται ότι αυτή αφορά αίτηση παραμερισμού ημερομηνίας 30.10.
- Επιπρόσθετα, λανθασμένη και άσχετη με τα επίδικα θέματα είναι η νομική βάση της ένστασης. Οι πιο πάνω επισημάνσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων του Εναγόμενου είναι ορθές, αφού πράγματι στην ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης αναγράφεται λανθασμένα ότι αυτή αφορά «.και/ή του κλητηρίου εντάλματος και/ή της επίδοσης.». Επίσης στην πρώτη παράγραφο του σώματος της ένστασης λανθασμένα αναγράφεται ότι αυτή αφορά αίτηση παραμερισμού ημερομηνίας 30.10.15, ενώ οι διατάξεις που περιλαμβάνονται στη νομική βάση δεν σχετίζονται με τα ζητήματα της τροποποίησης δικογράφου και με τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης με εξαίρεση φυσικά τη Δ.
- Παρά ταύτα, δεν θεωρώ ότι τα πιο πάνω οδηγούν στο αποτέλεσμα που εισηγούνται οι συνήγοροι του Εναγόμενου. Οι λανθασμένες αναφορές στον τίτλο της ειδοποίησης ένστασης και στην πρώτη παράγραφο του σώματος της είναι ξεκάθαρο ότι οφείλονται σε αβλεψία. Αυτό προκύπτει τόσο από το περιεχόμενο των λόγων ένστασης, αλλά και την υποστηρικτική ένορκη δήλωση όπου γίνονται ρητές αναφορές στην αιτούμενη τροποποίηση. Άλλωστε και η ημερομηνία της αίτησης, 30.10.15, η οποία καταγράφεται στην ειδοποίηση ένστασης, δεν αφήνει αμφιβολία ότι πρόκειται για την επίδικη αίτηση τροποποίησης αφού στο φάκελο του Δικαστηρίου δεν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη αίτηση με ημερομηνία 30.10.
- Ούτε και το ζήτημα της λανθασμένης νομικής βάσης, θεωρώ ότι επηρεάζει την εγκυρότητα της ένστασης έχοντας υπόψη μου και το περιεχόμενο της Δ.
- Σημειώνω ότι από τις πιο πάνω λανθασμένες αναφορές δεν προκύπτει ότι υπήρξε οποιαδήποτε βλάβη στον Εναγόμενο, ούτε και εγείρεται τέτοιο ζήτημα στην αγόρευση του. Εν πάση περιπτώσει το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφου είναι ζήτημα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο οφείλει μέσα στα πλαίσια της διακριτικής του ευχέρειας να εξετάσει κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η αιτούμενη τροποποίηση ανεξαρτήτως της ύπαρξης ένστασης. Όπως έχω αναφέρει και πιο πάνω ο βασικός λόγος ένστασης των Εναγόντων εντοπίζεται στο ότι με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρείται η εισαγωγή θεμάτων άσχετων με τα επίδικα τα οποία μάλιστα έλαβαν χώρα σε χρόνο μεταγενέστερο τόσο του επίδικου όσο και της καταχώρησης της αγωγής. Το Δικαστήριο στα πλαίσια εξέτασης μίας αίτησης τροποποίησης έχει καθήκον να ελέγξει το ουσιώδες και τη χρησιμότητα της αιτούμενης τροποποίησης. Θα πρέπει δηλαδή να εξεταστεί με αντικειμενικό τρόπο κατά πόσο η προτεινόμενη τροποποίηση σχετίζεται με τα επίδικα θέματα και αποσκοπεί στο να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα απαραίτητα πραγματικά και νομικά ζητήματα προς επίλυση της επίδικης διαφοράς. Σχετική με το εν λόγω καθήκον του Δικαστηρίου είναι η ανάλυση του 0.28 που είναι το αντίστοιχο της Δ.25 η οποία αποτελεί την νομική βάση της παρούσας αίτησης. Συγκεκριμένα στο Annual Practice του 1958 στη σελ. 627 διαβάζουμε τα ακόλουθα υπό τον τίτλο "Immaterial and Useless Amendments" (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): "The Court will always look at the materiality of the proposed amendment (Wood n. Earl of Durham, 21 Q.B.D. 501). An inconsistent or useless amendment will not be allowed (Sinclair v. James, [1894] 3 Ch. P. 557; Durham v. Roberstson, [1898] 1 Q.B. p. 774; Bevan v. Barnett, 13 T.L.R. 310); nor an addition of a claim which the plaintiff had precluded himself from raising (Morel Brothers v. Westmoreland, [1903] 1 K. B. p. 77; [1904] A. C.11). Leave will not be given to amend a defence by adding a plea which was no answer to the action (The Central Queensland Meat, etc., Co. v. Gallop, 8 T. L. R. 225); nor to add an unnecessary counterclaim (not allowed in Marshall v. Langley, [1889] W. N. 222, and Factories Insurance Co., Ltd. N. Anglo-Scottish, etc.
(1913)29 T.L.R. 312, C.A.);" Είναι επομένως χρήσιμο να εντοπιστούν τα επίδικα θέματα της υπό αναφορά αγωγής και να εξεταστεί η αιτούμενη τροποποίηση υπό αυτό το πρίσμα. Παραθέτω πιο κάτω με συνοπτικό και όχι εξαντλητικό τρόπο την ουσία των εκατέρωθεν θέσεων όπως προκύπτουν από τα δικόγραφα. Οι Ενάγοντες με την αγωγή τους αποδίδουν στον Εναγόμενο - δικηγόρο επαγγελματική αμέλεια. Συνοπτικά οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι περί το Μάιο του 2004 προσέλαβαν τον Εναγόμενο για να προβεί σε όλες τις απαραίτητες νομικές ενέργειες προκειμένου να αγοράσουν συγκεκριμένη ακίνητη ιδιοκτησία. Η αμέλεια που αποδίδουν στον Εναγόμενο έγκειται στο ότι ο τελευταίος παρέλειψε να ερευνήσει κατά πόσο υπήρχαν οποιαδήποτε εμπράγματα βάρη και/ή άλλα νομικά κωλύματα προκειμένου να εγγραφεί επ' ονόματι τους η εν λόγω ακίνητη ιδιοκτησία, η οποία διαπιστώθηκε ότι βαρυνόταν με υποθήκες που προηγούνταν του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου που τους ετοίμασε ο Εναγόμενος. Περαιτέρω, ισχυρίζονται ότι ο Εναγόμενος δεν προέβη στις απαραίτητες ενέργειες προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο ήταν σε ισχύ οι σχετικές άδειες για ανέγερση και νομιμοποίηση του εν λόγω ακινήτου. Από την άλλη με την Υπεράσπιση ο Εναγόμενος αρνείται την αποδιδόμενη στο πρόσωπο του αμέλεια και ισχυρίζεται ότι ενήργησε επιμελώς πληροφορώντας μάλιστα τους Ενάγοντες για την ύπαρξη υποθηκών επί του επίδικου ακινήτου, οι οποίοι ωστόσο επιθυμούσαν να προχωρήσουν στη σύναψη του αγοραπωλητηρίου εγγράφου. Ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες υπήρξαν αμελείς, καθώς αγνόησαν τις συμβουλές του και παρέλειψαν να λάβουν δικαστικά μέτρα εναντίον της πωλήτριας του ακινήτου. Επιπρόσθετα προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι λόγω της αδράνειας που επέδειξαν οι Ενάγοντες για μακρύ χρονικό διάστημα κωλύονται να προωθήσουν την παρούσα αγωγή. Είναι επομένως προφανές ότι η βάση της αγωγής των Εναγόντων είναι η αμέλεια και συγκεκριμένα η επαγγελματική αμέλεια εκ μέρους δικηγόρου η οποία προσδιορίζεται χρονικά περί τον Μάιο του 2004. Όπως έχω ήδη αναφέρει πιο πάνω ο Εναγόμενος αρνείται ότι υπήρξε αμελής. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια θα πρέπει να αντικριστούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις. Με το αιτητικό Α, ο Εναγόμενος επιχειρεί να εισάξει ισχυρισμό περί κωλύματος στην προώθηση της παρούσας αγωγής λόγω συμπεριφοράς και εγγράφων ενόψει των προνοιών του Νόμου 139
(1)/2015 (στο εξής ο «Νόμος») σύμφωνα με τις οποίες οι Ενάγοντες είχαν την ευκαιρία να διεκδικήσουν την εγγραφή του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι τους και δεν το έπραξαν. Με το αιτητικό «Β» δικογραφούνται συνοπτικά οι πρόνοιες του Νόμου και με το αιτητικό «Γ» προβάλλεται ο ισχυρισμός περί αποστολής στους δικηγόρους των Εναγόντων επιστολής ημερομηνίας 10.09.15 με την οποία καλούνταν οι Ενάγοντες να καθορίσουν τις προθέσεις τους ενόψει της εφαρμογής του Νόμου. Εξετάζοντας με αντικειμενικό τρόπο τις προτεινόμενες τροποποιήσεις, θεωρώ ότι αυτές δεν μπορούν να συσχετισθούν με τα επίδικα θέματα. Η ισχυριζόμενη αμέλεια έλαβε χώρα περί το Μάιο του 2004, ενώ ο Νόμος δημοσιεύτηκε στις 04.09.15. Επιπρόσθετα και ειδικά όσον αφορά το αιτητικό «Α», θεωρώ ότι ο ισχυρισμός περί κωλύματος στην προώθηση της παρούσας αγωγής λόγω συμπεριφοράς και εγγράφων δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να προβληθεί. Κατ' αρχάς η εφαρμογή του κωλύματος λόγω δηλώσεων σε έγγραφα προϋποθέτει την ύπαρξη προφορικής ή έγγραφης συμφωνίας (βλ. Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των Ηλιάδη & Σάντη, σελ. 936 επ.). Ο Νόμος ασφαλώς δεν αποτελεί συμφωνία μεταξύ των διαδίκων. Ούτε από την άλλη με τις αιτούμενες τροποποιήσεις προβάλλεται ισχυρισμός ότι οι Ενάγοντες προέβησαν σε οποιαδήποτε δήλωση ή υπόσχεση προς τον Εναγόμενο στη βάση του Νόμου επί της οποίας ο τελευταίος να ενήργησε μεταβάλλοντας τη θέση του προς βλάβη του (βλ. Το Δίκαιο της Απόδειξης ανωτέρω σελ. 938). Εν προκειμένω, το ισχυριζόμενο κώλυμα εδράζεται στο Νόμο ο οποίος τέθηκε σε ισχύ μετά την καταχώρηση της αγωγής. Επομένως, εξ αντικειμένου δεν θα μπορούσαν να γίνουν οποιεσδήποτε δηλώσεις από τους Ενάγοντες στη βάση ενός ανύπαρκτου, κατά τον χρόνο των επίδικων γεγονότων αλλά και του χρόνου καταχώρησης της αγωγής, Νόμου. Κατά τον ίδιο τρόπο αχρείαστες και μη σχετιζόμενες με τα επίδικα ζητήματα θεωρώ και τις αιτούμενες τροποποιήσεις των παραγράφων Β και Γ. Η μεν παράγραφος Β απλά αναφέρεται συνοπτικά στις πρόνοιες του Νόμου χωρίς να προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός, ενώ η παράγραφος Γ αναφέρεται σε επιστολή η οποία στάληκε στις 10.09.15 ενόψει της ψήφισης του Νόμου και αναφέρεται επομένως σε γεγονότα μεταγενέστερα των επίδικων αλλά και της καταχώρησης της αγωγής. Ξεκαθαρίζω ότι οι πιο πάνω αναφορές του Δικαστηρίου δεν άπτονται του αληθούς των ισχυρισμών των προτεινόμενων τροποποιήσεων, αλλά του κατά πόσο βάσιμα μπορούν να προβληθούν στην Υπεράσπιση του Εναγόμενου. Οι πρόνοιες του Νόμου, έστω και αν καλύπτουν την περίπτωση των Εναγόντων, δεν μπορούν, κατά την κρίση μου, να προβληθούν ως Υπεράσπιση στην ισχυριζόμενη αμέλεια που επέδειξε ο Εναγόμενος η οποία επαναλαμβάνω ότι ανάγεται σε χρόνο αρκετά προγενέστερο του Νόμου. Ούτε από την άλλη στις προτεινόμενες τροποποιήσεις γίνεται λόγος για παράλειψη των Εναγόντων να λάβουν μέτρα μετριασμού της ισχυριζόμενης ζημιάς που υπέστησαν, έτσι ώστε να εξεταστεί η χρησιμότητα των προτεινόμενων τροποποιήσεων υπ' αυτό το πρίσμα. Αντιθέτως η επίκληση του Νόμου και οι αιτούμενες τροποποιήσεις αποσκοπούν στο να δικογραφηθεί ο ισχυρισμός περί ύπαρξης κωλύματος στην προώθηση της αγωγής ενόψει της εφαρμογής του Νόμου. Εν πάση περιπτώσει όπως αναφέρεται και στην υπόθεση Beaumont κ.α v. Παπακλεοβούλου
(2010)1(Α) Α.Α.Δ 525: «Η υποχρέωση του ενάγοντα για μείωση της ζημιάς, είναι να ενεργήσει μέσα στα πλαίσια της λογικής. Το κατά πόσο ο ενάγων σε κάθε περίπτωση ενήργησε ή όχι εύλογα, είναι θέμα γεγονότων και όχι νόμου.» Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ................................................. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση τροποποίησης Έκθεσης Υπεράσπισης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο