← Κύπρος

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 332/2013, 29/3/2016

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 332/2013, 29/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A65 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 332/2013 Μεταξύ: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Ενάγοντας και

  1. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED
  2. ΑΝΔΡΕΑΣ ΒΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ
  3. ΝΕΟΚΛΗΣ ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ
  4. ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΜΠΟΥΛΟΥΤΑΣ
  5. ΧΡΙΣΤΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΗΣ
  6. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΥΝΝΗΣ
  7. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ
  8. ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΑΚΟΥΛΗΣ
  9. ΣΠΥΡΟΥΛΛΑ ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΥ Εναγόμενοι Ως έχει τροποποιηθεί δυνάμει διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου ημερομηνίας 05.05.14 Μεταξύ: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Ενάγοντας και
  10. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED
  11. ΑΝΔΡΕΑΣ ΒΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ
  12. ΝΕΟΚΛΗΣ ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ
  13. ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΜΠΟΥΛΟΥΤΑΣ
  14. ΧΡΙΣΤΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΗΣ
  15. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΥΝΝΗΣ
  16. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ
  17. ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΑΚΟΥΛΗΣ
  18. ΣΠΥΡΟΥΛΛΑ ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΥ
  19. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
  20. ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
  21. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγόμενοι Αίτηση τροποποίησης έκθεσης απαίτησης ημερομηνίας 29.09.15 Ημερομηνία: 29.03.16 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα-Αιτητή: κος Α. Μελάς Για Εναγόμενη 1-Καθ' ης η αίτηση 1: κα Κ. Χριστοφόρου για κ.κ. Ιωαννίδης, Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους 8 και 9- κα Ε. Πατσαλίδη για κ.κ. Τορναρίτης & Καθ' ων η αίτηση 2 και 3: Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη 10-Καθ' ης η αίτηση 4: κα Α. Κακογιάννη για κ.κ. Χρυσαφίνη & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη 11-Καθ' ης η αίτηση 5: κα Θ. Ραφτοπούλου για κ.κ. Αλέκο Ευαγγέλου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο 12-Καθ' ου η αίτηση 6: κος Γ. Λιασίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε στις 30.01.13 με τη μορφή γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. Οι Εναγόμενοι 8 και 9 καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στις 22.02.13 και η εναγόμενη 1 στις 27.02.
  22. Σε σχέση με τους Εναγομένους 2-7 η εν λόγω αγωγή δεν έχει προωθηθεί. Στις 31.03.14 καταχωρήθηκε αίτηση τροποποίησης από τον Ενάγοντα, η οποία εγκρίθηκε στις 05.05.14 με αποτέλεσμα να εκδοθεί σχετικό διάταγμα. Συνεπεία του διατάγματος προστέθηκαν ως διάδικοι οι εναγόμενοι 10, 11 και 12 καθώς επίσης προστέθηκαν διάφορες συναφείς παραγράφοι στο σώμα της οπισθογράφησης του κλητηρίου εντάλματος και επί του περιεχομένου της έκθεσης απαίτησης. Μετά από αυτήν την εξέλιξη η Εναγόμενη 10 καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στις 17.06.14 και οι Εναγόμενοι 11 και 12 στις 23.06.
  23. Στη συνέχεια καταχωρήθηκαν υπερασπίσεις από τους Εναγομένους 1, 8, 9, 10, 11 και 12 και μετά απάντηση από τον Ενάγοντα σε κάθε μία από τις υπερασπίσεις των πιο πάνω εναγομένων. Με βάση την υφιστάμενη τροποποιημένη έκθεση απαίτησης ο Ενάγοντας καταλογίζει στους Εναγομένους 1 και 8 ότι με διαβεβαιώσεις, εγγυήσεις και ψευδείς και δόλιες παραστάσεις στις οποίες προέβηκαν, λεπτομέρειες των οποίων παρατίθενται, τον παρακίνησαν και τον εξώθησαν στο να αγοράσει στις 05.05.10 120 αξιόγραφα συνολικής αξίας €120.000 των οποίων το επιτόκιο φερόταν να βρίσκεται σε ποσοστό 7%. Είναι η θέση του Ενάγοντα ότι οι Εναγόμενοι 1 και 8, στους οποίους είχε απόλυτη εμπιστοσύνη λόγω μακροχρόνιας πελατειακής σχέσης που αναπτύχθηκε μεταξύ τους, τον κατέστησαν εν αγνοία του επενδυτή. Είναι επίσης η θέση του Ενάγοντα ότι η Εναγόμενη 1 με την παρότρυνση και/ή καθοδήγηση και/ή ανοχή των Εναγομένων 7, 8 και 9 παρείχε επενδυτικές υπηρεσίες κατόπιν δολίου σχεδιασμού εφαρμόζοντας αθέμιτες και/ή παράνομες πρακτικές και διαδικασίες προώθησης προβαίνοντας σε παραπλανητική ενημέρωση και αποκρύπτοντας ουσιώδη στοιχεία, έγγραφα και υλικό κατά παράβαση νόμων, κανονισμών, ευρωπαϊκών οδηγιών και οδηγιών της Εναγομένης
  24. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, οι Εναγόμενοι 2-6 ευθύνονται για τη σύνταξη και ακρίβεια των στοιχείων που περιέχονται στο ενημερωτικό δελτίο και/ή εμπιστευτικό πληροφοριακό μνημόνιο αναφορικά με τα αξιόγραφα. Σύμφωνα ακόμη με τον Ενάγοντα, οι Εναγόμενοι 1 και 8 δεν τον ενημέρωσαν για την ύπαρξη του ενημερωτικού δελτίου και/ή του εμπιστευτικού πληροφοριακού μνημονίου, ότι σκόπιμα του τα απέκρυψαν χωρίς να του εξηγήσουν το περιεχόμενο τους καθώς και όλους τους άλλους κινδύνους που συνεπάγονται από την απόκτηση των αξιογράφων, όπως η εισαγωγή τους στο χρηματιστήριο. Επιπλέον ο Ενάγοντας ενάγει την Εναγόμενη 10 ως το αποκτών πρόσωπο, δυνάμει σχετικού διατάγματος του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας ως Κ.Δ.Π. 104/13, που υποκαθιστά την Εναγομένη 1 αναφορικά με οποιαδήποτε νομική διαδικασία που σχετίζεται με τίτλους, περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις που μεταβιβάζονται. Περαιτέρω μέσα από τη συγκεκριμένη υπόθεση ο Ενάγοντας αποδίδει ευθύνη στην Εναγόμενη 11 στο ότι άσκησε πλημμελή έλεγχο και εποπτεία στην Εναγόμενη 1 καθώς και ότι επέδειξε αμέλεια κατά την άσκηση της εποπτείας αυτής αλλά και ότι παραβίασε καθήκοντα που απορρέουν μέσα από σχετικές νομοθεσίες. Σχετικές λεπτομέρειες εκτίθενται στο περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης. Επιπροσθέτως για την υπόθεση αυτή ο Ενάγοντας ενάγει τον Εναγόμενο 12 ως νομικό σύμβουλο του κράτους, στον οποίον καταλογίζει ευθύνες για πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων των οργάνων και αξιωματούχων της Κυπριακής Δημοκρατίας καθώς και για επίδειξη αμέλειας και παραβίαση εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων, λεπτομέρειες των οποίων παρέχονται στην έκθεση απαίτησης. Ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι ως αποτέλεσμα των πιο πάνω οι Εναγόμενοι πλούτισαν αδικαιολόγητα εις βάρος του με το ποσό των €120.000 και εκτός από την ακύρωση της συμφωνίας αγοράς αξιογράφων και την επιστροφή του εν λόγω ποσού με τόκο προς 7% ετησίως από την ημερομηνία καταβολής του που αξιώνει, διεκδικεί εναντίον όλων των Εναγομένων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα την επιδίκαση γενικών, τιμωρητικών, παραδειγματικών και επαυξημένων αποζημιώσεων για ζημιές που ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι υπέστηκε λόγω καταδολίευσης, εξαπάτησης, εκμετάλλευσης, ψευδών παραστάσεων, παράβαση καθήκοντος επιμέλειας και υποχρεώσεων που απορρέουν από σχετικές με τα ζητήματα αυτά νομοθεσίες, για τα οποία θεωρεί υπεύθυνους τους Εναγομένους με τη συμμετοχή τους στο βαθμό και την έκταση που έχει σημειωθεί πιο πάνω. Στην υπεράσπιση της η Εναγόμενη 1, αφού αρνείται ότι παραπλάνησε ή εξανάγκασε ή δελέασε τον Ενάγοντα να αγοράσει αξιόγραφα της, αναφέρει ότι η απόκτηση αξιογράφων έγινε στη βάση συγκεκριμένων όρων που περιέχονται σε ενημερωτικό δελτίο, το οποίο περιλαμβάνει επαρκείς οικονομικές λεπτομέρειες και καταρτίστηκε με βάση ευρωπαϊκή νομοθεσία και εγκρίθηκε από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Επίσης η Εναγόμενη 1 αρνείται ότι απέκρυψε οτιδήποτε από τον Ενάγοντα και παράλληλα απορρίπτει τους ισχυρισμούς του τελευταίου ότι η ίδια προέβηκε σε απατηλές και/ή ψευδείς παραστάσεις εις βάρος του. Η Εναγόμενη 1 ακόμη ισχυρίζεται ότι επεξήγησε επαρκώς στον Ενάγοντα τους κινδύνους που αναλάμβανε, ο οποίος συμφώνησε και τους αποδέχτηκε εγγράφως. Στην υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι 8 και 9 αρνούνται ότι συνωμότησαν δόλια με τους υπόλοιπους εναγομένους με σκοπό να καταδολιεύσουν ή να παραπλανήσουν τον Ενάγοντα προς το σκοπό αγοράς αξιόγραφων. Είναι η θέση των εν λόγω εναγομένων ότι εκτέλεσαν τα καθήκοντα τους απέναντι στον Ενάγοντα πλήρως, δεόντως και σύμφωνα με τις εγκυκλίους και τις οδηγίες της Εναγομένης
  25. Σύμφωνα με τους Εναγομένους 8 και 9, ο Ενάγοντας, κατόπιν πληροφόρησης που έτυχε αρχικά από τον Εναγόμενο 8 αναφορικά με την ύπαρξη της αξίας, επέδειξε ενδιαφέρον και ακολούθως αφού έτυχε περαιτέρω ενημέρωσης σχετικά με τα χαρακτηριστικά των αξιογράφων, τα οφέλη από αυτά αλλά και τους πιθανούς κινδύνους, αποφάσισε ελεύθερα, χωρίς παρότρυνση ή διαβεβαίωση από μέρους τους, να προχωρήσει με την αγορά αξιογράφων συμπληρώνοντας και υπογράφοντας ειδικό έντυπο με το οποίο το 2010 αγόρασε 120 αξιόγραφα ονομαστικής αξίας €1.000 έκαστο και συνολικής αξίας €120.
  26. Στο δικόγραφο αυτό παρέχεται ακόμη η εκδοχή των εν λόγω εναγομένων σε σχέση με το ιστορικό της αγοράς των επίμαχων αξιογράφων καθώς και επίσης καταγράφονται οι ενέργειες στις οποίες οι Εναγόμενοι 8 και 9 προέβηκαν. Είναι επίσης η θέση των Εναγομένων 8 και 9 ότι δεν παρείχαν στον Ενάγοντα επενδυτικές, χρηματοοικονομικές ή άλλης φύσεως συμβουλές. Στην υπεράσπιση της η Εναγόμενη 10 αναφέρει ότι λειτουργεί ως το αποκτών πρόσωπο σε σχέση με συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις που μεταβιβάστηκαν σ' αυτήν από την Εναγόμενη 1 έναντι ανταλλάγματος και περιέχονται ρητά στα διατάγματα που καταγράφονται στα οποία δεν περιλαμβάνονται χρεόγραφα και/ή αξιόγραφα και κατ' επέκταση τα επίδικα αξιόγραφα και/ή χρεόγραφα. Είναι ακόμη η θέση της Εναγομένης 10 ότι τα όσα αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης ουδεμία σχέση έχουν με αυτήν. Είναι επίσης η θέση της Εναγομένης 10 ότι ο Ενάγοντας υπέγραψε σχετική αίτηση καθώς βεβαίωση και επιστολή συναίνεσης βάσει των οποίων δήλωσε ότι διαθέτει τις γνώσεις για να προβεί στην αξιολόγηση της επίδικης επένδυσης και ότι αποδέχεται τα σχετικό μνημόνιο και τους όρους. Σύμφωνα με την Εναγόμενη 10 τα πιο πάνω δημιουργούν κώλυμα στους ισχυρισμούς του Ενάγοντα που προβάλλονται στην έκθεση απαίτησης. Στην υπεράσπιση της η Εναγόμενη 11, αφού αρνείται ότι επέδειξε οποιαδήποτε αμέλεια κατά την άσκηση του καθήκοντος επιμέλειας ή ότι εκτέλεσε πλημμελώς τα καθήκοντα της ή ότι παραβίασε καθήκοντα της που απορρέουν από οποιαδήποτε νομοθεσία, αναφέρει ότι περί τις 07.01.11 εξέδωσε εγκύκλιο προς όλες τις τράπεζες συμπεριλαμβανομένων των Εναγομένων 1 και 10, των οποίων οι τίτλοι ήταν εισηγμένοι στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, με την οποία εγκύκλιο καλούνταν τα πιστωτικά ιδρύματα να διασφαλίσουν ότι οι πρακτικές που εφάρμοζαν κατά την προώθηση χρηματοοικονομικών μέσων που εκδίδουν οι ίδιες βρίσκονται μέσα στα πλαίσια του σχετικού νόμου και των οδηγιών της. Ακόμη είναι η θέση της Εναγομένης 11 ότι περί τις 20.12.07 εξέδωσε σχετική οδηγία για επαγγελματική συμπεριφορά των τραπεζών κατά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών και κατά την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων. Η Εναγόμενη 11 επίσης ισχυρίζεται ότι ασκώντας τον εποπτικό της ρόλο περί τον Φεβρουάριο ή Μάρτιο 2011 προέβη σε γενικό προληπτικό επιτόπιο έλεγχο στις Εναγόμενες 1 και 10 προκειμένου να εξακριβωθεί το επίπεδο συμμόρφωσης τους καλύπτοντας τμήματα που σχετίζονται με την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, χωρίς να υποπέσει στην αντίληψη της οτιδήποτε το επιλήψιμο. Είναι ακόμη η θέση της Εναγομένης 11 ότι υπό τις περιστάσεις εκτέλεσε το καθήκον εποπτείας και ελέγχου με τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα. Στην υπεράσπιση του ο Εναγόμενος 12 σημειώνει ότι το Υπουργείο Οικονομικών δεν έχει καμία αρμοδιότητα και εξουσία να αναμειγνύεται στην έκδοση αξιογράφων από τις Εναγόμενες 1 και 10 και συνεπώς δεν έχει καμία αρμοδιότητα και εξουσία να αναμειγνύεται σε συμφωνίες που συνάπτονται μεταξύ πελατών και ιδιωτικών εταιρειών όπως είναι η Εναγόμενη
  27. Είναι η θέση του Εναγομένου 12 ότι τόσο το Υπουργείο Οικονομικών όσο και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δεν έχουν οποιαδήποτε εξουσία έγκρισης των όρων έκδοσης των κινητών αξιών που εκδίδουν οι τράπεζες παρά μόνο η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εγκρίνει το ενημερωτικό δελτίο εφόσον το περιεχόμενο του είναι σύμφωνο με τις διατάξεις του Περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμου του 2005 και του Κανονισμού 809/2004 καθ' όσον αφορά την κάλυψη αναγκών πληροφόρησης του επενδυτικού κοινού. Μετά τη συμπλήρωση των έγγραφων προτάσεων η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση στις 31.05.15 αλλά εκείνη την ημέρα δεν διεξήχθη. Ακολούθως η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες στις 04.06.15, στις 08.07.15, στις 10.09.15 και στις 30.09.
  28. Πριν από τον νέο προγραμματισμό της αγωγής για εκδίκαση, ο Ενάγοντας (στο εξής ο 'Αιτητής') καταχώρησε στις 29.09.15 την παρούσα δια κλήσεως αίτηση με την οποία ζητεί για δεύτερη φορά την έκδοση διατάγματος που να επιτρέπει την τροποποίηση του περιεχομένου της έκθεσης απαίτησης δια της αφαίρεσης υφιστάμενων παραγράφων και προσθήκης άλλων παραγράφων, με την πρόσθεση σημείων σε υφιστάμενες παραγράφους και με την εισαγωγή νέων παραγράφων. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις περιλαμβάνονται σε 11 σελίδες και αναφορά στο περιεχόμενο τους θα γίνει στη συνέχεια κατά την εξέταση τους. Να σημειωθεί ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή με δήλωση στην οποία προέβηκε ανάφερε ότι η παρούσα αίτηση αφορά το περιεχόμενο της ήδη τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης που καταχωρήθηκε στις 30.05.
  29. Παράλληλα με δήλωση του ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγομένου 12 ανάφερε ότι η έκθεση υπεράσπισης που η δική του πλευρά προωθεί είναι το έγγραφο που καταχωρήθηκε στις 03.02.
  30. Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στη Διάταξη 9 Κανονισμούς 2, 4, 5, 7, 10 και 11, στη Διάταξη 12, στη Διάταξη 39, στη Διάταξη 25 Κανονισμούς 1-5, στη Διάταξη 48 Κανονισμούς 2-4 και 9, στη Διάταξη 63 Κανονισμό 2 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην πρακτική, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα δε γεγονότα, πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τον Αιτητή δικαιολογούν την επιτυχία της, περιέχονται στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 28.09.15 της κυρίας Λώριας Χατζηξενοφώντος, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που χειρίζεται την υπόθεση αυτή για τον Αιτητή, στην οποία περιληπτικά αναφέρονται τα εξής: - Η ενόρκως δηλούσα γνωρίζει καλά τα γεγονότα της υπόθεσης μετά και από πληροφόρηση που έλαβε από το δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τον Αιτητή να προβεί σε ένορκη δήλωση. - Επειδή τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα αίτηση είναι νομικής φύσεως και εκτός της σφαίρας γνώσης του Αιτητή, η ενόρκως δηλούσα που είναι δικηγόρος προβαίνει στην εν λόγω ένορκη δήλωση και όχι ο ίδιος ο Αιτητής. - Όπως η ενόρκως δηλούσα πληροφορήθηκε από το δικηγόρο κύριο Μελά, κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, κατόπιν λεπτομερούς μελέτης και αξιολόγησης των γεγονότων καθώς και νομικών ζητημάτων αλλά και ιδιαιτεροτήτων της υπόθεσης όπως και επεξεργασίας του έγγραφου υλικού που εφοδιάστηκαν, διαπιστώθηκε ότι η έκθεση απαίτησης χρήζει τροποποίησης ώστε σ' αυτήν να συμπεριληφθεί το πλήρες φάσμα των πραγματικών γεγονότων, ισχυρισμών και αξιώσεων. - Οι προσθήκες που επιδιώκονται σχετίζονται απόλυτα με τα επίδικα θέματα, το πραγματικό υπόβαθρο της υπόθεσης και τα πρωτόγνωρα νομικά ζητήματα της. Ειδικότερα επιδιώκεται η δικογράφηση ευθύνης της εναγομένης 11 και του κράτους καθώς και των πράξεων και παραλείψεων της εναγομένης 1 μαζί με τα γεγονότα που προηγήθηκαν της πώλησης των επιδίκων αξιογράφων αλλά και αυτών που διαδραματίστηκαν από τον Μάρτιο 2013 και μετέπειτα, ώστε κατά την ακρόαση της υπόθεσης να ακουστούν ενώπιον του Δικαστηρίου με την προσκόμιση μαρτυρίας που να δικαιολογεί τις αιτούμενες αξιώσεις. - Οι αιτούμενες τροποποιήσεις γίνονται καλόπιστα πριν από την έναρξη της ακρόασης για σκοπούς ορθής παρουσίασης των γεγονότων της υπόθεσης, οι οποίες δεν επιφέρουν αδικία και ζημιά στους εναγομένους που να μην μπορεί να τους αποζημιώσει με διαταγή εξόδων. - Όπως η ενόρκως δηλούσα πληροφορήθηκε από το δικηγόρο κύριο Μελά, οι αιτούμενες τροποποιήσεις επιβάλλονται προκειμένου η απαίτηση να συνάδει με τις ιδιαιτερότητες και το συσχετισμό των γεγονότων της υπόθεσης με τα γεγονότα που προηγήθηκαν αλλά και ακολούθησαν. - Τυχόν μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα πλήξει σε μεγάλο βαθμό τα συμφέροντα του Αιτητή αφού δεν μπορέσει να προωθήσει πλήρως τις θέσεις, αγώγιμα δικαιώματα και αξιώσεις του εναντίον όλων των εναγομένων και να καταστεί έτσι δυνατή η ορθή και ολοκληρωμένη παρουσίαση της εκδοχής του Αιτητή στο Δικαστήριο. Στις 04.12.15 καταχωρήθηκε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης από μέρους της Εναγομένης 1 (στο εξής η 'Καθ' ης η αίτηση 1') επί των ακόλουθων λόγων:

(1)Η παρούσα αίτηση παρουσιάστηκε με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση χωρίς να εξηγείται το χρονικό στάδιο στο οποίο υποβλήθηκε η παρούσα αίτηση σε συνάρτηση με τη δυνατότητα του Αιτητή να αποταθεί ενωρίτερα.
(2)Τα γεγονότα και/ή οι ισχυρισμοί που ο Αιτητής επιδιώκει να εισαγάγει με την παρούσα αίτηση τροποποίησης ήταν εις γνώση του πριν την καταχώρηση της αγωγής με τη δικογράφηση του να μπορούσε να είχε γίνει από την αρχή και/ή μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστούν εγκαίρως και/ή από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας.
(3)Οι λόγοι που ζητείται η τροποποίηση είναι ασαφείς και/ή ανεπαρκείς και/ή πενιχροί χωρίς έτσι να υποδεικνύεται το αναγκαίο της τροποποίησης.
(4)Με την παρούσα αίτηση επιδιώκεται η αναδόμηση της αξίωσης του Αιτητή και/ή η προθήκη εντελώς νέων ισχυρισμών και θεμάτων με αποτέλεσμα να μεταβάλλεται δυσμενώς η θέση της Καθ' ης η αίτησης 1.
(5)Η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών δια το λόγο ότι είναι η δεύτερη ιδίου τύπου που καταχωρείται στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας καθώς είχε προηγηθεί η αίτηση ημερομηνίας 31.03.14. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης βασίζεται στη Διάταξη 9 Κανονισμούς 2, 4, 5, 7, 10 και 11, στη Διάταξη 12, στη Διάταξη 25 Κανονισμούς 1-5, στη Διάταξη 48 Κανονισμούς 1-4 και 9 και στη Διάταξη 63 Κανονισμό 1 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στην εγγενή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 03.12.15 της κυρίας Πωλίνας Κωνσταντίνου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που χειρίζεται την υπόθεση αυτή για την Καθ' ης η αίτηση 1 στην οποία περιέχονται γεγονότα που κατά τη γνώμη της τεκμηριώνουν τους λόγους ένστασης και κατ' επέκταση δικαιολογούν απόρριψη της υπό κρίση αίτησης. Τα εν λόγω γεγονότα συνοψίζονται στα πιο κάτω: · Η ενόρκως δηλούσα Κωνσταντίνου επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης. · Στην υπό κρίση αίτηση γίνεται αναφορά σε γεγονότα που κατ' ισχυρισμό διαδραματίστηκαν την περίοδο μεταξύ 2006 και 2013 και επομένως πολύ πριν από την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης. · Ουδεμία εξήγηση δίδεται γιατί τα γεγονότα αυτά δεν εντοπίστηκαν πριν από την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης ή γιατί δεν συμπεριλήφθηκαν στην πρώτη αίτηση τροποποίησης ημερομηνίας 31.03.14 και ουδεμία στοιχειώδης μαρτυρία έχει προσκομιστεί που να αποδεικνύει την αναγκαιότητα της επιδιωκόμενης τροποποίησης. · Από την ένορκη δήλωση της Χατζηξενοφώντος δεν προκύπτει ότι η αναγκαιότητα τροποποίησης και η σημειωθείσα καθυστέρηση στη μελέτη των εγγράφων και στην υποβολή του αιτήματος τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας, παραδρομής ή αβλεψίας. Στις 07.12.15 καταχωρήθηκε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης από μέρους της Εναγομένης 11 (στο εξής η 'Καθ' ης η αίτηση 5'). Οι λόγοι που αναφέρονται πιο πάνω σε καθυστέρηση στην προώθηση της αίτησης, στην εισαγωγή γεγονότων που ήταν εις γνώση του Αιτητή, περί μη αναγκαιότητας τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης και προσπάθεια αναδόμησης της αξίωσης του Αιτητή με την προσθήκη νέων ισχυρισμών και θεμάτων προβάλλονται και μέσα από την ένσταση αυτή. Επιπλέον όμως παρουσιάζονται και οι εξής λόγοι:
(1)Με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιχειρείται η εισαγωγή αγώγιμων δικαιωμάτων εναντίον της Καθ' ης η αίτησης 5 για αστικά αδικήματα που παραγράφηκαν αφού αφορούν ισχυριζόμενες πράξεις και/ή παραλείψεις της που έλαβαν χώραν από το 2006.
(2)Μέρος των τροποποιήσεων που ο Αιτητής επιχειρεί να εισαγάγει αφορούν ισχυριζόμενες πράξεις και/ή παραλείψεις της Αρχής Εξυγίανσης, η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα αγωγή.
(3)Με τις αιτούμενες τροποποιήσεις δεν προσδιορίζεται η ουσία της διαφοράς αλλά αντίθετα δημιουργείται πολλαπλότητα νομικών ζητημάτων και μεταβάλλεται εξ' ολοκλήρου ο χαρακτήρας της παρούσας αγωγής εναντίον της Καθ' ης η αίτησης 5.
(4)Ο Αιτητής παρέλειψε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το αναγκαίο νομικό και πραγματικό υπόβαθρο επαρκούς αιτιολόγησης της παρούσας αίτησης με αποτέλεσμα να μην προκύπτει καλός λόγος για να επιτραπεί η τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης.
(5)Τυχόν έγκριση της παρούσας αίτησης προκαλεί αδικία στην Καθ' ης η αίτησης
  1. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης βασίζεται στις Διατάξεις 1, 2, 9, 12, 39, 59, 63 και 64, στη Διάταξη 25 Κανονισμό 1 και στη Διάταξη 48 Κανονισμούς 1-4 και 6-9 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 2, 29, 30, 31, 41 και 43 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60), στα άρθρα 2 αι 32 του Περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου του 1997 (Ν.66(Ι)/97), στα άρθρα 2 και 47 του Περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμο του 2002 (Ν.138(Ι)/2002), στα άρθρα 2, 3, 51 και 68 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (Κεφ.148), στα άρθρα 2, 3, 6, 24(ε), 26, 28 και 29 του Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου του 2012 (Ν.66(Ι)/2012), στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και σε οποιαδήποτε άλλη σχετική καθοδηγητική νομολογία, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 04.12.15 της κυρίας Έλενας Σκίτσας, δικηγόρου και συνεργάτης στο δικηγορικό γραφείο που χειρίζεται την υπόθεση αυτή για την Καθ' ης η αίτηση 5 στην οποία περιέχονται γεγονότα που κατά τη γνώμη της τεκμηριώνουν τους λόγους ένστασης και κατ' επέκταση δικαιολογούν απόρριψη της υπό κρίση αίτησης. Τα εν λόγω γεγονότα συνοψίζονται στα πιο κάτω: · Η ενόρκως δηλούσα Σκίτσα αφού επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και εξιστορεί το ιστορικό της υπόθεσης αυτής, ισχυρίζεται ότι τα γεγονότα που ο Αιτητής επιχειρεί να εισαγάγει με τις αιτούμενες τροποποιήσεις ήταν εις γνώση του αφού εγέρθηκαν από τους ίδιους δικηγόρους του σε άλλες υποθέσεις που εκκρεμούν, τις οποίες και καταγράφει. Αντίγραφα των εν λόγω αγωγών επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 1-
  2. · Στην προτεινόμενη για τροποποίηση έκθεση απαίτησης προστίθεται ως βάση αγωγής εναντίον της Καθ' ης η αίτησης 5 η βαριά αμέλεια. · Με την επιδιωκόμενη τροποποίηση προστίθενται γεγονότα που αφορούν την περίοδο 206-2013, η οποία ξεκινά πριν την έκδοση αξιογράφων κεφαλαίου από το πιο πάνω τραπεζικό ίδρυμα και τα οποία σχετίζονται με την κεφαλαιακή επάρκεια του τραπεζικού ιδρύματος, την αγορά ελληνικών ομολόγων και την παραχώρηση έκτακτης ρευστότητας από την Καθ' ης η αίτηση 5, ως αποτέλεσμα των οποίων προσθηκών μεταβάλλεται ουσιωδώς ο χαρακτήρας της παρούσας αγωγής. · Ουδεμία αναφορά υπάρχει στην ένορκη δήλωση της Χατζηξενοφώντος για ποιο λόγο δεν θα είναι δυνατή η προώθηση των θέσεων του Αιτητή και η πλήρης παρουσίαση της υπόθεσης του χωρίς τις αιτούμενες τροποποιήσεις. Στις 07.12.15 καταχωρήθηκε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης από μέρους του Εναγομένου 12 (στο εξής ο 'Καθ' ου η αίτηση 6'). Οι περισσότεροι λόγοι ένστασης που προβάλλονται εδώ καλύπτονται από τους λόγους ένστασης των Καθ' ων η αίτηση 1 και
  3. Ως επιπρόσθετοι λόγοι καταγράφονται οι εξής:
(1)Με την παρούσα αίτηση ο Αιτητής επιδιώκει να ανασκευάσει και/ή αλλάξει ισχυριζόμενα γεγονότα που περιέχονται στην έκθεση απαίτησης και/ή να εκτροχιάσει την πορεία της υπόθεσης.
(2)Τυχόν απόρριψη της παρούσας αίτησης δεν θα προκαλέσει καμία ζημιά στον Αιτητή. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης βασίζεται στις Διατάξεις 1, 2, 9, 12, 39, 59, 63 και 64, στη Διάταξη 25 Κανονισμό 1 και στη Διάταξη 48 Κανονισμούς 1-4 και 6-9 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 2, 3, 51 και 68 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (Κεφ.148), στα άρθρα 2, 3, 6, 24(ε), 26, 28 και 29 του Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου του 2012 (Ν.66(Ι)/2012), στο άρθρο 30
(2)του Συντάγματος, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου και στη σχετική επί του θέματος νομολογία. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 07.12.15 της κυρίας Αννίτας Εθελοντή, έκτακτης γραφέα στο Επαρχιακό Γραφείο Πάφου της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, στην οποία περιέχονται γεγονότα που κατά τη γνώμη της τεκμηριώνουν τους λόγους ένστασης και κατ' επέκταση δικαιολογούν απόρριψη της υπό κρίση αίτησης. Τα εν λόγω γεγονότα συνοψίζονται στα πιο κάτω: · Η ενόρκως δηλούσα Εθελοντή αφού επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και εξιστορεί το ιστορικό της υπόθεσης αυτής, ισχυρίζεται ότι τα γεγονότα που ο Αιτητής επιχειρεί να εισαγάγει με τις αιτούμενες τροποποιήσεις ήταν εις γνώση του ή έπρεπε να του ήταν γνωστά από την έγερση της αγωγής και πριν από την καταχώρηση της πρώτης αίτησης τροποποίησης. · Στην προτεινόμενη για τροποποίηση έκθεση απαίτησης προστίθεται ως βάση αγωγής εναντίον του Καθ' ου η αίτηση 6 η κακή άσκηση εξουσίας σε δημόσια θέση (public misfeasance), η παράβαση υποχρέωσης για ορθή, αποτελεσματική ενσωμάτωση και εφαρμογή του ευρωπαϊκού πλαισίου περιλαμβανομένων οδηγιών, κανονισμών και εγκυκλίων καθώς ο δόλος, η απάτη, οι ψευδείς παραστάσεις και η βαριά αμέλεια. · Με την επιδιωκόμενη τροποποίηση προστίθενται γεγονότα που αφορούν την περίοδο 2006-2013, η οποία ξεκινά πριν την έκδοση αξιογράφων κεφαλαίου από το πιο πάνω τραπεζικό ίδρυμα. · Όπως η ενόρκως δηλούσα Εθελοντή πληροφορείται από το δικηγόρο της Δημοκρατίας που χειρίζεται την υπόθεση, στην ένορκη δήλωση Χατζηξενοφώντος που συνοδεύει την παρούσα αίτηση ουδεμία ικανοποιητική εξήγηση δίδεται για την καθυστέρηση στην προώθηση της ενώ οι αναφορές που περιέχονται για τους λόγους που προβάλλονται για την αναγκαιότητα της παρούσας αίτησης είναι αόριστοι και δεν τεκμηριώνονται. Οι Εναγόμενοι 8 και 9-Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 και η Εναγόμενη 10-Καθ' ης η αίτηση 4 δήλωσαν ότι αποδέχονται την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης. Κατά την ακρόαση της υπό κρίσης αίτησης όλοι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι που συμμετείχαν στην εκδίκαση της υπό κρίση αίτησης με παραπομπή σε νομολογία υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις και ισχυρισμούς τους περιοριζόμενοι σε εμπεριστατωμένες αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων είναι καταγραμμένο στα πρακτικά και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν εξυπηρετεί οποιοδήποτε σκοπό. Η εξουσία του Δικαστηρίου για τροποποίηση δικογράφου διέπεται δικονομικά από τη Διάταξη 25 Κανονισμό 1 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η εν λόγω διάταξη έτυχε εκ βάθρου τροποποίησης με τον Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ.2) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2015, ο οποίος όμως ουδεμία σχέση έχει με υποθέσεις που καταχωρήθηκαν πριν από την 01.01.15. Εφόσον η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 23.06.11 το καθεστώς που διέπει την εξέταση τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης είναι αυτό που ισχύει πριν από τη θέσπιση του προαναφερομένου τροποποιητικού διαδικαστικού κανονισμού. Σύμφωνα με τον πιο πάνω κανονισμό, ο οποίος ας σημειωθεί ότι έτυχε εκτενής ανάλυσης και βαθιάς ερμηνείας μέσα από σωρεία κυπριακών αποφάσεων: "The court or a judge may, at any stage of the proceedings allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties." Στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική 1958 (The Annual Practice 1958) και ειδικότερα στη σελίδα 622 αναφέρονται, ανάμεσα σ' άλλα, τα εξής: "An amendment ought to be allowed if thereby the real substantial question can be raised between the parties and multiplicity of legal proceedings avoided." Στο δε αγγλικό νομικό σύγγραμμα Halsbury's The Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 3 στην παράγραφο 73 της σελίδας 35 αναγράφονται τ' ακόλουθα υπό τον τίτλο 'Time for making amendment': "An amendment may be allowed at any stage of the proceedings, even after trial." (Wyatt v Rosherville Gardens Co.
(1886)2 T.L.R.282, Loufti v C. Czarnikow Ltd [1953] 2 Lloyd's Rep.213, C.A) Η εξουσία του Δικαστηρίου για τροποποίηση δικογράφου έχει διακριτικό χαρακτήρα, η οποία ασκείται φιλελεύθερα και χωρίς να διέπεται από άκαμπτους κανόνες αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Αυτό εξάλλου συνάγεται από ερμηνεία των προνοιών του Κανονισμού 1 της Διάταξης 25 και μέσα από υποδείξεις της νομολογίας (Preece κ.α. v. Ρωσσίδου
(2011)1 Α.Α.Δ. 2138 και Παπαχρυσοστόμου v. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 817). Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει διάφορες νομικές αρχές και παραμέτρους, στο πλαίσιο των οποίων είναι δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου: 1. Η τροποποίηση δικογράφου επιτρέπεται σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας περιλαμβανομένου και του σταδίου αμέσως πριν ή ακόμη και μετά της έναρξης της ακροαματικής συνεδρίασης δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και με τέτοιο τρόπο και κάτω από τέτοιους όρους που κριθούν αναγκαίοι από το Δικαστήριο (αγγλικό νομικό σύγγραμμα Halsbury's The Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 3, παράγραφος 73, σελίδας 35, Στέλιος Φοινιώτης v Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 33 και Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation Πολιτική Έφεση Αρ. 58/2012 ημερ. 04.03.13). 2. Η τροποποίηση δικογράφου πρέπει κατά κανόνα να εγκρίνεται για να δίδεται η δυνατότητα σε κάθε διάδικο να θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου το σύνολο των πραγματικών διαφορών του με την άλλη πλευρά μέσω καλύτερης, πληρέστερης ή ακριβέστερης διατύπωσης των εκατέρωθεν θέσεων τους έτσι ώστε τα επίδικα θέματα και η ουσία αυτών να προσδιορίζονται, να παρουσιάζονται και να επιλύονται διεξοδικά δια της ίδιας νομικής διαδικασίας στην πραγματική και νομική διάσταση τους αποφεύγοντας την πολλαπλότητα δικαστικών διαμαχών (Ετήσια Δικονομική Πρακτική 1958 (The Annual Practice 1958) σελίδα 622, Geto v M/V Vladimir Waslyayer (αρ.4)
(1993)1 Α.Α.Δ. 714 και Συμβούλιο Βελτιώσεως Αγλαντζιάς v Χαρικλείδη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1608). 3. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου (Στέλιος Φοινιώτης v Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 33 και Khan και άλλη v. Δημοκρατίας του Πακιστάν, Πολιτική Έφεση Αρ. 295/2010, ημερομηνίας 11.07.11). 4. Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του παράγοντες με ποικίλλουσα βαρύτητα ανάλογα με τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και γενικά συνυπολογίζει όλα τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης (Αθηνόδωρος Βασιλειάδης κ.α. v. Πετρολίνα Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 16 και Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. v. A.G. Lenentis & Company (Nigeria) Ltd και άλλου
(1993)1 Α.Α.Δ. 726). 5. Κυρίαρχος παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης, το οποίο αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου (Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237). Ανάμεσα στις παραμέτρους που συνυπολογίζονται είναι η πρόκληση ζημιάς στον αντίδικο που δεν θεραπεύεται με την επιδίκαση εξόδων καθώς και η ύπαρξη κακοπιστίας (Kallice Holding Co Ltd v MTR Metals (Overseas) Ltd, Αγωγή Ναυτοδικείου 40/93 ημερ. 14.02.1996, Fereos Christopoulos v The Attorney-General of the Republic
(1988)1 Α.Α.Δ. 79, Νικολάου v. Μιλτιάδους και άλλης
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1005, Ετήσια Δικονομική Πρακτική 1958 (The Annual Practice 1958) σελίδα 624, Mogridge v. Clapp
(1892)3 Ch.D. 382 και Περικτιόνη Χρίστου v Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 704). Εκεί όπου υπάρχει βάσιμη πεποίθηση ότι η αίτηση δεν διαπνέεται από καλή πίστη, εγείρεται δυσχέρεια στην έγκριση αιτήματος τροποποίησης δικογράφου. Το βάρος απόδειξης ότι το αίτημα τροποποίησης δικογράφου χαρακτηρίζεται από κακοπιστία φέρει ο διάδικος που το ισχυρίζεται. 6. Ένας άλλος από τους πολλούς παράγοντες που προσμετρείται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας είναι η τυχόν καθυστέρηση που προκύπτει από την υποβολή αιτήματος τροποποίησης δικογράφου. Η καθυστέρηση αποκτά την έννοια όχι αφεαυτής της μακράς εκκρεμότητας της αγωγής αλλά της αργοπορίας στην εκδήλωση διαβήματος για άδεια τροποποίησης, εκεί όπου προϋποτίθεται η δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος, χωρίς όμως ο παράγοντας αυτός, αν και σχετικός, να είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (Παπαχρυσοστόμου v. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 817), C & A Pelekanos Associates Ltd v Ανδρέα
(2001)1 Α.Α.Δ. 2075, Saba & Co (T.M.P.) v T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Λτδ κ.α. v Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 237, Ταξί Κυριάκος Λτδ v Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλας
(2002)1Α Α.Α.Δ. 223 και Preece κ.α. v. Ρωσσίδου
(2011)1 Α.Α.Δ. 2138). Στην περίπτωση όπου υπάρχει παράλειψη ή αργοπορία στην υποβολή σχετικού αιτήματος τροποποίησης δικογράφου θα πρέπει να παρέχεται ικανοποιητική εξήγηση αλλά όπως τονίστηκε στην υπόθεση Νικολάου ν. Μιλτιάδους και άλλης
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1005 στην περίπτωση όπου δεν προκαλείται ζημιά που δεν θεραπεύεται με την επιδίκαση εξόδων, η μη πλήρως αιτιολογημένη καθυστέρηση δεν θα πρέπει να στερεί από τον διάδικο του δικαιώματος του να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ίδιο σκεπτικό εφαρμόστηκε στην μεταγενέστερη απόφαση Preece κ.α. v. Ρωσσίδου
(2011)1 Α.Α.Δ. 2138 όπου υποδείχτηκε ότι η μερική αδυναμία από τη μη δικαιολόγηση με απόλυτη πειστικότητα της καθυστέρησης που παρατηρήθηκε στην προώθηση του δικονομικού διαβήματος, δεν οδηγεί σε απόρριψη της αίτησης εφόσον το πλέον ουσιώδες κριτήριο είναι η στάθμιση των παραγόντων που αποτελούν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Θα πρέπει ακόμη να λεχθεί ότι το γεγονός της καθυστέρησης δεν εξισώνονται κατ' ανάγκη με κακοπιστία (Παπαχρυσοστόμου v. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 817). Μέσα από τη νομολογία έχει ακόμη τονιστεί ότι όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Όπως λέχθηκε η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης (Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.α, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, ημερ. 20.03.14). 7. Η σύγχρονη τάση της νομολογίας είναι το Δικαστήριο να επιτρέπει τροποποιήσεις δικογράφων στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και αν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης εφόσον δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά που δεν μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα ή ο αιτητής βέβαια δεν ενεργεί κακόπιστα (Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ v. Χαρίδη
(2011)1 Α.Α.Δ. 825 και Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 825). 8. Αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. Η δε αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει, αφ΄εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. (Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.α, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, ημερ. 20.03.14, Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.Α.Δ. 501). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.
  1. Προσθήκη νέας βάσης αγωγής δεν καταδικάζει την αίτηση τροποποίησης σε αποτυχία αλλά εξετάζεται και συνεκτιμάται υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων της δεδομένης περίπτωσης (Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.α, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, ημερ. 20.03.14). Όπως υποδείχτηκε στην υπόθεση Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation Πολιτική Έφεση Αρ. 58/2012 ημερ. 04.03.13 η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης τροποποίησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.
  2. Παρόλο που κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της περιστατικά, εντούτοις παράγοντες όπως 'το συμφέρον της δικαιοσύνης', 'η πρόκληση βλάβης ή ζημιάς στην άλλη πλευρά που δεν αποζημιώνεται με χρήμα', 'ο προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων', 'η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων' και 'η αποφυγή πολλαπλότητας διαδικασιών' είναι μείζονος σημασίας κατά την συνεκτίμηση των δεδομένων μιας υπόθεσης και ασφαλώς υπερισχύουν, πάντοτε συγκριτικά, του παράγοντα 'καθυστέρηση' που απλώς συνεκτιμάται ανάλογα με άλλους σχετικούς παράγοντες που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου όπως με την αναγκαιότητα ή το βαθμό χρησιμότητας της τροποποίησης ή την ανυπαρξία κακοπιστίας (Νικολάου v. Μιλτιάδους και άλλης
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1005). Καθοδηγούμενος από το πιο πάνω νομικό πλαίσιο στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την παρούσα αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης. Θα αρχίσω από το ζήτημα της καθυστέρησης. Οι Καθ' ων η αίτηση 1, 5 και 6 ισχυρίζονται ότι ο Αιτητής επέδειξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας αίτησης, την οποία θεωρούν ότι δεν διαπνέεται από καλή πίστη αφού, όπως επικαλούνται, τα γεγονότα που επιχειρούνται να εισαχθούν ήταν γνωστά στον Αιτητή πριν από την καταχώρηση της αγωγής αυτής και θα μπορούσαν να είχαν από την αρχή συμπεριληφθεί στην έκθεση απαίτησης ή εν πάση περιπτώσει να ζητηθούν με την πρώτη αίτηση τροποποίησης. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει ξεκινήσει η ακρόαση της υπόθεσης. Παράλληλα διατηρώ εις γνώση μου την νομική αρχή ότι το θέμα της καθυστέρησης δεν είναι αποφασιστικής σημασίας όπως το συμφέρον της δικαιοσύνης που είναι ο κυρίαρχος παράγοντας, αλλά συνεκτιμάται με άλλες παραμέτρους που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου, μία εκ των οποίων είναι η απουσία στοιχείου κακοπιστίας. Δεν παραγνωρίζω ακόμη ότι η καθυστέρηση δεν χρειάζεται να αιτιολογείται πλήρως και από μόνη της μερική αδυναμία από τη μη δικαιολόγηση της με απόλυτη πειστικότητα δεν οδηγεί σε απόρριψη της αίτησης. Κάποια όμως μορφή εξήγησης για καθυστέρηση που παρατηρείται στην προώθηση της αίτησης τροποποίησης χρειάζεται να παρέχεται. Μέσα από την υπό κρίση αίτηση η ενόρκως δηλούσα Χατζηξενοφώντος δικαιολογεί τη λήψη του δικονομικού διαβήματος τροποποίησης της ήδη τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης λέγοντας τα εξής: "Όπως με πληροφορεί ο κ. Μελάς, κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, κατόπιν λεπτομερούς μελέτης και αξιολόγησης των γεγονότων καθώς και νομικών ζητημάτων αλλά και ιδιαιτεροτήτων της υπόθεσης όπως και επεξεργασίας του έγγραφου υλικού που εφοδιάστηκαν, διαπιστώθηκε ότι η έκθεση απαίτησης χρήζει τροποποίησης ώστε σ' αυτήν να συμπεριληφθεί το πλήρες φάσμα των πραγματικών γεγονότων, ισχυρισμών και αξιώσεων." Κατόπιν μελέτης της πιο πάνω θέσης της ενόρκως δηλούσας Χατζηξενοφώντος παρατηρώ ότι ουδεμία αναφορά υπάρχει ως προς το πότε τα κατ' ισχυρισμό γεγονότα και θέσεις που επιδιώκονται να εισαχθούν αποκαλύφτηκαν ή περιήλθαν εις γνώση του Αιτητή ή του δικηγόρου του. Δεν διευκρινίζεται από την ενόρκως δηλούσα Χατζηξενοφώντος αν τέτοιοι ισχυρισμοί ήταν γνωστοί στον Αιτητή πριν από την καταχώρηση της αγωγής στις 30.01.13 ή κατά την σύνταξη της έκθεσης απαίτησης υπό την αρχική της μορφή που ακολούθησε ή πριν από την πρώτη αίτηση τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης στις 31.03.14 ή το καλοκαίρι του 2015. Μετά την παρέλευση 2 ετών και 9 μηνών περίπου από την καταχώρηση της αγωγής αυτής μέχρι την προώθηση της υπό κρίση αίτησης ουδεμία εξήγηση παρέχεται γιατί τα κατ' ισχυρισμό αυτά γεγονότα δεν ενσωματώθηκαν στην έκθεση απαίτησης. Μέσα από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση δεν εξηγείται τι ήταν αυτό που μεσολάβησε και οδήγησε την πλευρά του Αιτητή να κρίνει ότι η υφιστάμενη τροποποιημένη έκθεση απαίτησης έχρηζε εκ νέου τροποποίησης και τέτοια απόφαση δεν μπορούσε να είχε ληφθεί ενωρίτερα. Ούτε γίνεται αναφορά αν η ανάγκη νέας τροποποίησης του ιδίου δικογράφου οφείλεται σε αμέλεια του δικηγόρου του Αιτητή ή εξ' υπαιτιότητας του ιδίου του Αιτητή. Αντίθετα η εντύπωση που κάποιος αποκομίζει από την πιο πάνω δήλωση της ενόρκως δηλούσας Χατζηξενοφώντος είναι ότι ήταν εις γνώση του Αιτητή τα κατ' ισχυρισμό γεγονότα και θέσεις που επιχειρεί να εισαγάγει καθώς επίσης είχε στην διάθεση του στοιχεία, έγγραφα, λεπτομέρειες και πληροφορίες σχετικά με την υπό κρίση αίτηση και όταν ο δικηγόρος του αποφάσισε να μελετήσει την υπόθεση κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού (προφανώς το καλοκαίρι 2015) για σκοπούς ακρόασης διαπίστωσε όταν το έπραξε ότι η υφιστάμενη έκθεση απαίτησης δεν ήταν συνταγμένη όπως θα ήθελε. Αυτό που επίσης εκλαμβάνεται είναι ότι επιχειρείται η εισαγωγή των κατ' ισχυρισμό γεγονότων και θέσεων όχι γιατί αποκαλύφθηκαν ή ότι επειδή νέα στοιχεία περιήλθαν εις γνώση του Αιτητή ή του δικηγόρου του μετά την καταχώρηση της υφιστάμενης έκθεσης απαίτησης ή λόγω αμέλειας του δικηγόρου ή εξ' υπαιτιότητας του ιδίου του Αιτητή αλλά διότι το εν λόγω δικόγραφο θεωρήθηκε ανεπαρκές για σκοπούς εκδίκασης της υπόθεσης και έτσι κρίθηκε ότι θα έπρεπε να τύχει εκ νέου τροποποίησης. Ενδεικτικό αυτού απλά αναφέρω την πρόθεση του Αιτητή για προσθήκη της λέξης 'βαριάς' πριν από τη λέξη αμέλεια που αποδίδει, μεταξύ άλλων, στην Καθ' ης η αίτηση 5 προκειμένου να συνάδει με τις πρόνοιες του άρθρου 47Α
(11)του Περί Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμου του 2002 (Ν.138(Ι)/2002) μετά των συναφών τροποποιήσεων που άπτεται του βαθμού ευθύνης λειτουργών της Κεντρικής Τράπεζας (παράγραφος 10 της υφιστάμενης έκθεσης απαίτησης σε συνάρτηση με τις σκοπούμενες προσθήκες ως σημείο (r) της προτεινόμενης νέας παραγράφου 18Γ καθώς και στην εισαγωγή της, της σκοπούμενης προσθήκης νέας παραγράφου ως 18Β αλλά και την σκοπούμενη προσθήκη ως νέας αξιούμενης θεραπείας Η1 στο παρακλητικό των αξιούμενων θεραπειών). Η δε πρόθεση για την πιο πάνω τροποποίηση δημιουργήθηκε μετά την κοινοποίηση στον Αιτητή της υπεράσπισης της Καθ' ης η αίτησης 5 όπου μέσα από το περιεχόμενο της σημειώνεται η θέση ότι ακόμη και αν αποδειχτούν οι ισχυρισμοί που ο Αιτητής της αποδίδει, η ίδια ουδεμία ευθύνη θεωρεί ότι φέρει (παράγραφος 5(ν) της υπεράσπισης της Καθ' ης η αίτησης 5). Παράλληλα πως είναι δυνατό ή έστω πειστικό να μην μπορούσαν να ήταν εις γνώση του Αιτητή ή του δικηγόρου του, στο στάδιο της καταχώρησης της πρώτης αίτησης τροποποίησης με την οποία προστέθηκαν ως επιπλέον εναγόμενοι οι Καθ' ων η αίτηση μαζί με συναφείς προς το πρόσωπο τους, στοιχεία τα σκοπούμενα προς εισαγωγή κατ' ισχυρισμό γεγονότα και θέσεις που κυρίως αφορούν κατ' ισχυρισμό πράξεις και παραλείψεις των Καθ' ων η αίτηση, όταν σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που την συνόδευε η εν λόγω πρώτη αίτηση κατέστη επιβεβλημένη και απαραίτητη να καταχωρηθεί μετά από διεξοδική μελέτη και ενασχόληση του δικηγόρου του Αιτητή με τις ιδιαιτερότητες και περιστάσεις της υπόθεσης λόγω των τότε εξελίξεων στην οικονομία της Κύπρου και όπως λέχθηκε υπό το φως δημόσιων συζητήσεων, συναντήσεων του Συνδέσμου Κατόχου Αξιογράφων με κυβερνητικούς και άλλους αρμόδιους φορείς και γενικά γεγονότων που βλέπουν το φως της δημοσιότητας ότι και αυτοί φέρουν ευθύνη για το σκάνδαλο των αξιογράφων. Ακόμη πως είναι δυνατό ή έστω πειστικό να κρίθηκε αναγκαία νέα τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, κατόπιν λεπτομερούς μελέτης και αξιολόγησης των γεγονότων καθώς και νομικών ζητημάτων αλλά και ιδιαιτεροτήτων της υπόθεσης όπως και επεξεργασίας του έγγραφου υλικού όταν τα ίδια γεγονότα και τα ίδια ζητήματα υπό το φως των ιδίων ιδιαιτεροτήτων είχαν ήδη συμπεριληφθεί στις εκθέσεις απαιτήσεων των αγωγών υπ' αριθμό 2852/14, 1839/14 και 1019/15 που ετοιμάστηκαν και καταχωρήθηκαν από το ίδιο δικηγορικό γραφείο που χειρίζεται την υπόθεση αυτή για λογαριασμό άλλων πελατών του και αφορούσαν υποθέσεις εναντίον των ιδίων Καθ' ων η αίτηση αρκετούς μήνες πριν από το καλοκαίρι 2015, γεγονός το οποίο παρέμεινε αναντίλεκτο μέσα από την εκδίκαση της υπό κρίση αίτησης. Δεν παραγνωρίζω ότι το γεγονός της καθυστέρησης δεν εξισώνεται κατ' ανάγκη με κακοπιστία. Στην προκειμένη όμως περίπτωση τα προαναφερόμενα δεδομένα αφήνουν εκτεθειμένο το στοιχείο της καλοπιστίας που πρέπει να διαπνέει την παρούσα αίτηση. Ένας άλλος παράγοντας με τον οποίο η καθυστέρηση συναρτάται είναι η αναγκαιότητα ή ο βαθμός της χρησιμότητας των αιτουμένων τροποποιήσεων. Είναι κοινή θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι οι λόγοι που ζητούνται οι τροποποιήσεις είναι ασαφείς χωρίς έτσι να υποδεικνύεται το αναγκαίο τους. Αντίθετα ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι οι προσθήκες που επιδιώκονται σχετίζονται με τα επίδικα θέματα, το πραγματικό υπόβαθρο και τα νομικά ζητήματα της υπόθεσης καθότι επιχειρείται η δικογράφηση ευθύνης των Καθ' ων η αίτηση 5 και 6 καθώς και των πράξεων και παραλείψεων της Καθ' ης η αίτησης 1 μαζί με τα κατ' ισχυρισμό γεγονότα που προηγήθηκαν της πώλησης των επιδίκων αξιογράφων αλλά και αυτών που διαδραματίστηκαν από τον Μάρτιο 2013 και μετέπειτα προκειμένου να δικαιολογηθούν οι αξιούμενες θεραπείες. Έχω μελετήσει με προσοχή το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης Χατζηξενοφώντος και παρατηρώ ότι ο λόγος που προβάλλεται δεν διευκρινίζει ποια είναι η αναγκαιότητα εισαγωγής, θέσεων και κατ' ισχυρισμό γεγονότων σε σχέση με τον τρόπο διαχείρισης και διεύθυνσης της Καθ' ης η αίτησης 1, με τον τρόπο άσκησης των καθηκόντων των Καθ' ων η αίτηση 5 και 6 και γενικότερα για ζητήματα που παραπέμπουν στην κατάρρευση της Καθ' ης η αίτησης 1 και ολόκληρης της κυπριακής οικονομίας από το έτος 2006 και μετά στα πλαίσια προώθησης και παρουσίασης της εκδοχής του Αιτητή, όπως αυτή καταγράφεται μέσα από την υφιστάμενη έκθεση απαίτησης. Κανένα στοιχείο έχει προσκομιστεί που να δικαιολογεί τέτοια αναγκαιότητα έχοντας πάντοτε υπόψη το βαθμό και την έκταση των αιτουμένων τροποποιήσεων. Η λιτή αναφορά στην ένορκη δήλωση Χατζηξενοφώντος δεν παρέχει δυνατότητα αξιολόγησης της ειδικότερα αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι στις ενστάσεις τους και μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν οι Καθ' ων η αίτηση αρνούνται ότι υπάρχει τέτοια ανάγκη για τροποποίηση. Η παρούσα αγωγή θα πρέπει να στρέφεται και συνάμα να περιορίζεται στις κατ' ισχυρισμό πράξεις, παραλείψεις και συμπεριφορές των Καθ' ων η αίτηση με γνώμονα το αντικείμενο της υπόθεσης που είναι η επίμαχη ιδιωτική συμφωνία μεταξύ του Αιτητή και της Καθ' ης η αίτησης 1 για την αγορά αξιογράφων έναντι ανταλλάγματος στον ουσιώδη χρόνο που αυτή υπογράφηκε. Επίσης θα πρέπει να καλύπτονται οι συνθήκες κάτω από τις οποίες η εν λόγω συμφωνία συνομολογήθηκε καθώς να γίνεται αναφορά σε κατ' ισχυρισμό γεγονότα για τις όποιες επιπτώσεις ο Αιτητής υπέστηκε συνεπεία της συμπεριφοράς που αποδίδεται στους Καθ' ων η αίτηση, πάντοτε στη βάση της πιο πάνω συμφωνίας που από ότι λέχθηκε έγινε περί τις 05.05.
  1. Η επικαλούμενη συμφωνία μεταξύ του Αιτητή και της Καθ' ης η αίτησης 1 για αγορά αξιογράφων αποτελεί τον πυρήνα της υφιστάμενης απαίτησης του Αιτητή. Δεν μπορούν να θεωρηθούν θέσεις και κατ' ισχυρισμό γεγονότα, που επιχειρούνται να εισαχθούν και σχετίζονται με κακοδιαχείριση και κακή διεύθυνση της Καθ' ης η αίτησης 1 κατά παράβαση ισχυριζόμενων καθηκόντων των Καθ' ων η αίτηση 5 και 6 καθώς και πράξεις ή παραλείψεις των Καθ' ων η αίτηση σε γενικό επίπεδο μετά τη υπογραφή της ιδιωτικής συμφωνίας, ως σχετικά με ζητήματα που άπτονται εγκυρότητας, παράβασης και συνεπειών από διάρρηξη της ιδιωτικής αυτής συμφωνίας, η εκδίκαση της οποίας αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας αγωγής. Η εντύπωση που δημιουργείται μέσα από μελέτη των αιτουμένων τροποποιήσεων, στο βαθμό και την έκταση που αυτές εκτίθενται μέσα από 11 σελίδες στο σώμα της υπό κρίση αίτησης, είναι ότι αυτές παραπέμπουν σε χρόνους μη ουσιώδεις για τα υφιστάμενα επίδικα ζητήματα καθώς επίσης περιέχουν κατ' ισχυρισμό γεγονότα που εκφεύγουν του σκοπού του πυρήνα της παρούσας αγωγής που είναι η εκδίκαση της ιδιωτικής συμφωνίας αγοράς αξιογράφων αφού ασχολούνται με την παράθεση θέσεων και ισχυρισμών που αφορούν το κλείσιμο της λειτουργίας της Καθ' ης η αίτησης 1 καθώς και με την κατάρρευση της οικονομίας της Κύπρου. Θα έλεγα ότι το πλαίσιο της εκδοχής του Αιτητή ως προς την επίμαχη συμφωνία, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνομολογήθηκε, τυχόν παράβαση της καθώς και οι επιπτώσεις και ζημιές που κατ' ισχυρισμό υπέστηκε ο Αιτητής προσδιορίζεται με σαφήνεια στην ολοκληρωμένη της διάσταση μέσα από λεπτομέρειες που εκτίθενται στην έκθεση απαίτησης. Συγκεκριμένα μέσα από τις λεπτομέρειες της προτεινόμενης παραγράφου 17 της υπό κρίση αίτησης επιχειρείται η εισαγωγή διαφόρων θέσεων που αφορά τον τρόπο λειτουργίας της Καθ' ης η αίτησης 1 απέναντι στο επενδυτικό κοινό της Κύπρου καθώς και γενικές αναφορές σχετικά με την οικονομική της κατάσταση, την κεφαλαιακή της επάρκεια και σε κινδύνους στους οποίους ήταν εκτεθειμένη, οι οποίες όμως δεν προσδιορίζονται χρονικά χωρίς έτσι να συνδέονται με τον ουσιώδη χρόνο του πυρήνα της απαίτησης. Με τις λεπτομέρειες της προτεινόμενης παραγράφου 18Β της παρούσας αίτησης γίνεται προσπάθεια προσθήκης αναφορών που αφορούν την ενέργεια της Καθ' ης η αίτησης 1 το έτος 2006 να εκδώσει μετοχικό κεφάλαιο και να το παραχωρήσει στις εταιρείες Marfin Financial Group A.E. Συμμετοχών, Εγνατία Τράπεζα Α.Ε. και Λαϊκή Τράπεζα (Ελλάδα) Α.Ε. με αντάλλαγμα μετοχές των εν λόγω εταιρειών χωρίς προηγουμένως να γίνει ανεξάρτητη εκτίμηση της αξίας των μετοχών. Επιχειρείται ακόμη η εισαγωγή θέσεων περί αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων, περί αναδιοργάνωσης του ομίλου κάτω από τον οποίον εντασσόταν η Καθ' ης η αίτηση 1, περί σωρηδόν παροχής μη εξυπηρετουμένων δανείων και ενεργειών που οδήγησαν στην αύξηση τους, περί παραχώρησης δανείων με σκοπό την ανακύκλωση χρημάτων προς στήριξη μετόχων εταιρειών του ομίλου, περί αγοράς ελληνικών ομολόγων, περί μη διάθεσης αξιόπιστων και αποτελεσματικών στρατηγικών και διαδικασιών και περί μη λειτουργίας επαρκούς συστήματος διαχείρισης. Επομένως γίνεται προσπάθεια δικογράφησης θέσεων και ισχυρισμών που άπτονται θεμάτων κακοδιαχείρισης, κακής διεύθυνσης και ανεπαρκούς τρόπου λειτουργίας και εκτέλεσης δραστηριοτήτων της Καθ' ης η αίτησης 1 κατά παράβαση καθήκοντος επιμέλειας και θέσμιου καθήκοντος των Καθ' ων η αίτηση 5 και
  2. Πρόκειται για ζητήματα που παραπέμπουν σε βάθος χρόνου χωρίς να προσδιορίζουν επ' ακριβώς ποια περίοδο η κάθε μια αφορά και δεν κρίνονται να είναι σχετικά με το αντικείμενο εκδίκασης της υπόθεσης με ουσιώδη χρόνο τον Μάιο
  3. Ο τρόπος λειτουργίας και διαχείρισης της Καθ' ης η αίτησης 1 από το έτος 2006 καθώς και οι πράξεις και/ή παραλείψεις των Καθ' ων η αίτηση 1, 2 και 6 μετά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας ουδεμία σχέση έχουν με την εγκυρότητα αυτής και/ή τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο Αιτητής πείστηκε να την υπογράψει. Πουθενά στην έκθεση απαίτησης δεν αξιώνονται ζημιές που ο Αιτητής υπέστηκε μετά τη σύναψη της συμφωνίας λόγω της μείωσης της αξίας των αξιογράφων που αγόρασε συνεπεία πράξεων και/ή παραλείψεων των Καθ' ων η αίτηση 1, 5 και
  4. Δεν θεωρώ, υπό τις περιστάσεις, ότι είναι πρόσφορη η εκδίκαση των ζητημάτων της προτεινόμενης παραγράφου 18Β αφού για την απόδειξη τέτοιων μη σχετικών θεμάτων θα απαιτηθεί η προσκόμιση πολλής μαρτυρίας, πράγμα που θα περιπλέξει την εκδίκαση των επιδίκων θεμάτων και γενικότερα της δικαστικής διαδικασίας εις βάρος των προνοιών του άρθρου 30.2 του Συντάγματος παραβλάπτοντας έτσι τα δικαιώματα των Καθ' ων η αίτηση που απορρέουν από αυτό. Τα όσα ανάφερα προηγουμένως σε σχέση με την προτεινόμενη παράγραφο 18Β ισχύουν και για την προτεινόμενη παράγραφο 18Γ της υπό κρίση αίτησης. Εδώ γίνεται αναφορά σε παραχώρηση ELA στην Καθ' ης η αίτηση 1 από την Καθ' ης η αίτηση 5 καθώς και της ποιότητας εποπτικού ελέγχου και πρακτικής που η Καθ' ης η αίτηση 11 ασκούσε για την αναδιάρθρωση του ομίλου Marfin περιλαμβανομένης της Καθ' ης η αίτησης 1 από το έτος
  5. Ακόμη μέσα από τις λεπτομέρειες της εν λόγω παραγράφου γίνεται αναφορά στη στάση και συμπεριφορά της Καθ' ης η αίτησης 6 για τα έτη 2011 και 2012 καθώς και ότι μαζί με την Καθ' ης η αίτηση 5 δεν έλαβαν κανένα προληπτικό μέτρο για την αποτροπή της κατάρρευσης της Καθ' ης η αίτησης
  6. Η εκδίκαση τέτοιων ζητημάτων που παραπέμπουν σε μεγάλο χρονικό διάστημα πριν και μετά του ουσιώδη χρόνου της αγωγής χωρίς να προσδιορίζεται ποιο ζήτημα αφορά ποια συγκεκριμένη περίοδο και που δεν σχετίζονται με την ιδιωτική συμφωνία αγοράς αξιογράφων τον Μάιο 2010 δεν κρίνεται πρόσφορη αφού θα περιπλέξει τα επίδικα θέματα και γενικότερα τη διεξαγωγή της δικαστικής διαδικασίας εις βάρος των προνοιών του άρθρου 30.2 του Συντάγματος παραβλάπτοντας έτσι τα δικαιώματα των Καθ' ων η αίτηση που απορρέουν από αυτό. Τα ίδια ισχύουν και για την προτεινόμενη παράγραφο 18Δ χωρίς να χρειάζεται περαιτέρω σχολιασμός. Το ότι οι οποιεσδήποτε ενέργειες των Καθ' ων η αίτηση μετά τον ουσιώδη χρόνο της αγωγής δεν σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης καθιστά επίσης μη σχετική την αιτούμενη για προσθήκη θεραπεία υπό την προτεινόμενη παράγραφο Α1 στο παρακλητικό των αξιώσεων για έκδοση διατάγματος εντοπισμού και/ή ιχνηλάτησης (tracing) του τιμήματος αγοράς των αξιογράφων. Συνοψίζοντας θεωρώ ότι δεν θα είναι πρόσφορο στα πλαίσια της παρούσας αγωγής το Δικαστήριο, κατά την εξέταση μιας ιδιωτικής συμφωνίας, να επεκταθεί σε χρόνους μη ουσιώδεις και σε κατ' ισχυρισμό γεγονότα που διαδραματίστηκαν είτε πολύ πριν τη σύναψη της εν λόγω συμφωνίας είτε μετά. Ούτε και κρίνεται ενδεδειγμένο να εξεταστεί ο τρόπος με τον οποίον οι Καθ' ων η αίτηση 1, 5 και 6 ενεργούσαν τα προηγούμενα χρόνια πριν από την υπογραφή της συμφωνίας όπως ούτε κρίνεται ενδεδειγμένο να εξεταστεί η ορθότητα ή μη των οικονομικών αποφάσεων της Καθ' ης η αίτησης 1 καθώς και ο έλεγχος που οι Καθ' ων η αίτηση 5 και 6 ασκούσαν σ' αυτήν. Παράλληλα η χρονική ασάφεια των πιο πάνω σκοπούμενων προς εισαγωγή θέσεων σε συνδυασμό με το εύρος αυτών πιθανό να περιπλέξει την εκδίκαση της υπόθεσης. Ο προγραμματισμός της ακρόασης της αγωγής δύναται να εκτροχιαστεί αφού είναι δυνατό οι Καθ' ων η αίτηση 1, 5 και 6 να ζητήσουν από τον Αιτητή να προσκομίσει περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες δια της καταχώρησης σχετικών αιτήσεων προτού εκδικαστεί η ουσία της υπόθεσης αυξάνοντας έτσι τις νομικές διαδικασίες. Θα πρέπει ακόμη να λεχθεί ότι από τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιδιώκεται η εισαγωγή νέων βάσεων αγωγής. Είναι εις γνώση του Δικαστηρίου ότι στην περίπτωση που επιχειρείται η προσθήκη νέας βάσης αγωγής η αίτηση τροποποίησης δεν είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αλλά εξετάζεται και συνεκτιμάται υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων της δεδομένης περίπτωσης (Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.α, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, ημερ. 20.03.14). Όπως υποδείχτηκε στην υπόθεση Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation Πολιτική Έφεση Αρ. 58/2012 ημερ. 04.03.13 η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης τροποποίησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά. Στην προκειμένη περίπτωση μέσα από το περιεχόμενο των αιτουμένων τροποποιήσεων επιχειρείται η προσθήκη βαριάς αμέλειας στην Καθ' ης η αίτηση 5, απόδοση στην Καθ' ης η αίτησης 6 κακής άσκησης εξουσίας (public misfeasance), παράβασης υποχρέωσης για ορθή και αποτελεσματική ενσωμάτωση και εφαρμογή του ευρωπαϊκού πλαισίου και παράβαση της σχέσης εμπιστοσύνης (trust and confidence) και εμπιστευτικότητας (fiduciary relation) στην Καθ' ης η αίτηση 1, βάσεις αγωγής που δεν περιλαμβάνονται στην υφιστάμενη έκθεση απαίτησης. Παράλληλα οι εν λόγω βάσεις αγωγής δεν προσδιορίζονται χρονικά ότι αφορούν τον ουσιώδη χρόνο και ότι σχετίζονται άμεσα με την συμφωνία αγοράς αξιογράφων, έκδοση αυτών και διάθεση τους αλλά απευθύνονται σε χρονική περίοδο από το 2006-2013 και συνδέονται με την κατάρρευση της κυπριακής οικονομίας. Εκδίκαση τέτοιων κατ' ισχυρισμό γεγονότων και νέων βάσεων αγωγής υπό τη μορφή που παρουσιάζουν δεν θα ήταν πρόσφορη. Περαιτέρω με την προτεινόμενη παράγραφο Η1 ζητείται η προσθήκη αιτητικού για αποζημιώσεις εναντίον της Καθ' ης η αίτησης 5 ως Αρχής Εξυγίανσης. Δυνάμει του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο (Ν.17(Ι)/2015)η Αρχή Εξυγίανσης είναι μία ειδική θεσμική νομική οντότητα. Οι υποχρεώσεις, οι εξουσίες και τα δικαιώματα της αρχής αυτής καθορίζονται ρητά από την προαναφερόμενη νομοθεσία. Μέσα από την παρούσα αγωγή δεν υπάρχει οποιοσδήποτε ισχυρισμός για παράβαση καθήκοντος από την Αρχή Εξυγίανσης. Η Καθ' ης η αίτηση 5 δεν ενάγεται ως τέτοια αρχή. Η επιδίωξη του Αιτητή να ενάγει την Καθ' ης η αίτηση 5 ως Αρχή Εξυγίανσης διεκδικώντας αποζημιώσεις αποτελεί νέα βάση αγωγής. Εκδίκαση μίας τέτοιας νέας βάσης αγωγής στα πλαίσια της υπόθεσης αυτής δεν θα ήταν πρόσφορη. Με τα πιο πάνω επιδιώκεται η δημιουργία αντίστοιχων αγώγιμων δικαιωμάτων. Ο βαθμός και η έκταση των αιτουμένων τροποποιήσεων όπως είναι διατυπωμένα είναι τέτοια που μαζί με τις νέες βάσεις αγωγής που περιέχονται σε περίπτωση που αυτές εγκριθούν θα προσδώσουν μια ριζικά διαφορετική μορφή στην έκθεση απαίτησης από ότι η υφιστάμενη παρουσιάζει. Ο συνδυασμός επιδίωξης εισαγωγής θέσεων και αποδιδόμενων πράξεων και/ή παραλείψεων στους Καθ' ων η αίτηση που φαίνεται να αφορούν γενικά και αόριστα από το έτος 2006 μέχρι το έτος 2013 χωρίς να μπορεί να διαχωριστεί ποια περίοδος αφορά η κάθε ισχυριζόμενη πράξη και/ή παράλειψη, που δεν σχετίζονται κατ' ανάγκη με τα επίδικα ζητήματα και δίχως να είναι πρόσφορο να συνεκδικαστούν στην παρούσα αγωγή μαζί με την προσθήκη των προαναφερομένων νέων βάσεων αγωγής, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τυχόν έγκριση των αιτουμένων τροποποιήσεων θα έχει ως αποτέλεσμα τον εκτροχιασμό των επιδίκων θεμάτων και γενικότερα τον εκτροχιασμό της υπόθεσης καθώς και πρόκληση καθυστέρησης στην αποπεράτωση της δικαστικής διαδικασίας θέτοντας τους Καθ' ων η αίτηση σε δυσμενή θέση αφού θα πρέπει να αναπροσαρμόσουν τις υπερασπιστικές τους θέσεις και να αντικρούσουν νέα ζητήματα και γεγονότα που εκφεύγουν των επιδίκων θεμάτων, πράγμα που δεν αποζημιώνεται με την κατάλληλη διαταγή για έξοδα. Αντίθετα τυχόν απόρριψη της παρούσας αίτησης δεν θα εμποδίσει τον Αιτητή από του να προωθήσει τις δικογραφημένες θέσεις και αξιώσεις του με αποτέλεσμα έτσι να μην πλήττεται η εξυπηρέτηση του συμφέροντος της ορθής απονομής της δικαιοσύνης που είναι ο κυριαρχικός παράγοντας που προσμετρά στην κρίση του Δικαστηρίου. Μέσα από το περιεχόμενο της υφιστάμενης έκθεσης απαίτησης ο Αιτητής δικογραφεί τα κατ' ισχυρισμό γεγονότα που περιβάλλουν την συνομολόγηση της συμφωνίας αγοράς αξιογράφων, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο Αιτητής πείστηκε να υπογράψει, καταγράφει τους λόγους που θεωρεί ότι η εν λόγω συμφωνία πρέπει να ακυρωθεί, δικογραφεί τις ευθύνες που αποδίδει για τη συμμετοχή του καθενός Καθ' ου η αίτηση στην υπόθεση κατά τον ουσιώδη χρόνο στο βαθμό και την έκταση που αυτός θεωρεί, τις συνέπειες που επικαλείται ότι επωμίστηκε και τις αξιούμενες θεραπείες. Επιπλέον οι Καθ' ων η αίτηση 5 και 6 επικαλούνται ότι ο Αιτητής επιχειρεί την προσθήκη αγώγιμων δικαιωμάτων μέσα από κατ' ισχυρισμό πράξεις και/ή παραλείψεις που αναφέρει ότι διαδραματίστηκαν από το έτος 2006 για αστικά αδικήματα που παραγράφηκαν. Ενασχόληση με το ζήτημα αυτό παραπέμπει στον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (Κεφ.148) μετά των συναφών τροποποιήσεων. Το άρθρο 68 του Νόμου προνοεί ότι: "
  7. Καμιά αγωγή δεν εγείρεται για αστικό αδίκημα, εκτός αν αυτή εγερθεί— (α) εντός τριών ετών αμέσως μετά την πράξη ή παράλειψη για την οποία εγέρθηκε η αγωγή, ή (β) αν το αστικό αδίκημα προκαλεί νέα ζημιά κατά εξακολούθηση από μέρα σε μέρα, εντός τριών ετών από την κατάπαυση αυτής, ή (γ) αν η βάση της αγωγής δεν προκύπτει από την τέλεση οποιασδήποτε πράξης ή παράλειψης για τέλεση πράξης αλλά από τη ζημιά που απορρέει από την πράξη αυτή ή παράλειψη εντός των τριών αμέσως επόμενων ετών μετά που ο ενάγοντας υπέστη τη ζημιά, ή (δ) αν το αστικό αδίκημα δόλια αποκρύφτηκε από τον εναγόμενο, εντός τριών ετών από την ανακάλυψή του από τον ενάγοντα, ή από το χρόνο που θα ανακαλύπτετο από αυτό αν κατέβαλλε εύλογη φροντίδα και επιμέλεια: ." Επίσης αναφορά θα πρέπει να γίνει στον Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο του 2012 (Ν.66(Ι)/2012)όπου στο άρθρο 3 αυτού τονίζεται ότι ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να μετρά από την 01.01.
  8. Το δε άρθρο 28 αυτού προνοεί ότι η εν λόγω νομοθεσία τέθηκε σε ισχύ την 01.07.
  9. Συνδυασμένη δε μελέτη των άρθρων 24(ε) και 29 της κείμενης νομοθεσίας καταδεικνύει ότι οι διατάξεις του άρθρου 68 του Κεφ.148 καταργούνται μόνο σε σχέση με πράξη ή παράλειψη που συνέβηκε κατά ή μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου, ήτοι την 01.07.
  10. Συνεπώς ως γενική αρχή προκύπτει ότι τίθεται θέμα παραγραφής αστικού αδικήματος που κατ' ισχυρισμό διαπράχτηκε πριν από την 01.07.12 νοουμένου ότι έχει παρέλθει το χρονικό διάστημα των 3 ετών που ορίζουν οι διατάξεις του άρθρου 68 του Κεφ.148 αναλόγως της κάθε περίπτωσης που εμπίπτει στο κάθε ένα εδάφιο που περιλαμβάνεται στο εν λόγω άρθρο. Ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι δεν τίθεται θέμα παραγραφής των αστικών αδικημάτων που προκύπτουν από την προσπάθεια προσθήκης των θέσεων και κατ' ισχυρισμό γεγονότων που περιέχονται στην υπό κρίση αίτηση επειδή η παρούσα υπόθεση εμπίπτει στο εδάφιο (γ) του άρθρου 68 του Κεφ.
  11. Είναι η θέση του Αιτητή ότι η ζημιά του καθ' εαυτή συνέβη με την πλήρη συνεισφορά των κατόχων των αξιογράφων με τον bail in τον Μάρτιο
  12. Σύμφωνα με τον Αιτητή εάν δεν υπήρχαν οι κατ' ισχυρισμό πράξεις και παραλείψεις των Καθ' ων η αίτηση 5 και 6 το δικαίωμα του να αποζημιωθεί δεν θα επηρεαζόταν και επομένως το χρονικό διάστημα γνώση της ζημιάς όταν αυτή αποκρυσταλλώθηκε και έγινε αντιληπτή είναι ο Μάρτιος
  13. Με αναφορά σε αγγλική νομολογία ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι εφόσον η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε εντός της προθεσμίας τυχόν τροποποίηση της δεν δημιουργεί θέμα παραγραφής επειδή ισχύει η αρχική έκδοση της, η οποία καταχωρήθηκε εμπρόθεσμα. Το Δικαστήριο δεν εξετάζει θέμα παραγραφής επειδή δεν είναι το αντικείμενο της υπό κρίση αίτησης. Ωστόσο η εισαγωγή χρονικά απροσδιόριστων θέσεων και χρονικά αδιευκρίνιστων κατ' ισχυρισμό γεγονότων, όπως είναι οι αιτούμενες τροποποιήσεις, αν όχι όλες τουλάχιστο η μεγάλη πλειοψηφία αυτών, δημιουργεί σκιές ως προς την ισχύ αστικών αδικημάτων που παραπέμπουν με αποτέλεσμα να παρέχεται περιθώριο καταχώρησης αίτησης από τους Καθ' ων η αίτηση για προδικαστική εκδίκαση θέματος παραγραφής. Κάτι τέτοιο περιπλέκει και καθυστερεί αχρείαστα τη δικαστική διαδικασία ενώ ταυτόχρονα αυξάνει τη διεξαγωγή νομικών διαδικασιών πριν από την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η σύγχρονη και φιλελεύθερη τάση της νομολογίας είναι να επιτρέπεται η τροποποίηση δικογράφων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ορισμένες από τις αιτούμενες τροποποιήσεις θα μπορούσαν να επιτραπούν αν αυτές μπορούσαν να διαχωριστούν από την πλειοψηφία των τροποποιήσεων που εκφεύγουν των υφιστάμενων βάσεων αγωγής διαμορφώνοντας ριζικά ένα νέο χαρακτήρα στην υπόθεση. Ωστόσο με τον τρόπο που είναι συνταγμένη η υπό κρίση αίτηση ένα τέτοιο εγχείρημα είναι αδύνατο με αποτέλεσμα το υφιστάμενο πλαίσιο των αιτουμένων τροποποιήσεων στο σύνολο του, εκτός από την εικόνα της μη σχετικότητας του με τον πυρήνα της υφιστάμενης απαίτησης, να μην είναι πρόσφορο να εκδικαστεί στην αγωγή αυτή. Εν πάση περιπτώσει, αφού συνεκτίμησα όλους τους σχετικούς παράγοντες με κυρίαρχη παράμετρο το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, όπως αυτοί αναπτύχθηκαν και εξηγήθηκαν πιο πάνω και εφαρμόστηκαν στη βάση των δεδομένων της υπόθεσης αυτής, κρίνω ότι θα πρέπει να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της απόρριψης της υπό κρίση αίτησης. Ως εκ τούτου, η παρούσα αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης αυτής, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας, επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 1, 11 και 12-Καθ' ων η αίτηση 1, 5 και 6 και εναντίον του Ενάγοντα-Αιτητή. Σε σχέση με τους Εναγομένους 8, 9 και 10-Καθ' ων η αίτηση 2, 3 και 4, λόγω μη συμμετοχής τους στην διαδικασία εκδίκασης της παρούσας αίτησης, ουδεμία διαταγή για έξοδα εκδίδεται. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other/Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Αίτηση για τροποποίηση έκθεσης απαίτησης/Διάταξη 25/Ενδιάμεση Απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.