Τατιάνα Παύλοβα ν. Μελίνα Παναγιώτου, Αρ. Αγωγής: 2275/10, 23/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A61 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 2275/10 Μεταξύ: Τατιάνα Παύλοβα, από την Πάφο Ενάγουσα και Μελίνα Παναγιώτου, από την Πάφο Εναγόμενης Ημερομηνία: 23.3.16 Εμφανίσεις: Ενάγουσα: παρούσα Για την Εναγόμενη: κα Χαρά Φιλίππου για Λ. Λουκαίδου Θεοφάνους ΔΕΠΕ (για να ακούσει την απόφαση η κα Ν. Κόλιαρου) Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την καταχώρηση της παρούσας αγωγής αποτέλεσε καταγγελία στην οποία προέβη η Εναγόμενη κατά ή περί την 6.10.06 στην Αστυνομία εναντίον της Ενάγουσας η οποία σύμφωνα με την Ενάγουσα ήταν αναίτια, ανυπόστατη, ψευδής και/ή κακόπιστη. Με την αγωγή της η Ενάγουσα αξιώνει αποζημιώσεις για κακόβουλη δίωξη πλέον «νόμιμο τόκο» από 6.10.06 μέχρι εξόφλησης πλέον δικηγορικά έξοδα πλέον ΦΠΑ. Στην Έκθεση Απαίτησης αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Κατά τον ουσιώδη χρόνο η Εναγόμενη ήταν κτηματομεσίτης και η Ενάγουσα εργαζόταν ως υπάλληλος στο γραφείο της. Ανάμεσα στα καθήκοντα της Ενάγουσας ήταν η είσπραξη ενοικίων και η παράδοση των εισπράξεων στην Εναγόμενη. Την προηγούμενη της καταγγελίας υπήρξε μεταξύ των διαδίκων λεκτικός διαπληκτισμός αναφορικά με τα δικαιώματα της Ενάγουσας και την καταβολή του μισθού της. Η καταγγελία αφορούσε σε απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις από μέρους της Ενάγουσας. Συνεπεία της πιο πάνω αναφερόμενης καταγγελίας καταχωρήθηκε εναντίον της Ενάγουσας στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου η ποινική υπόθεση με αριθμό 2130/07 στην οποία η Ενάγουσα εν τέλει αθωώθηκε κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας με απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 27.5.10. Με την εν λόγω απόφαση η Εναγόμενη κρίθηκε αναξιόπιστη. Η ποινική δίωξη ήταν χωρίς οποιαδήποτε πιθανή και εύλογη αιτία και προκάλεσε σκάνδαλο γύρω από το όνομα της Ενάγουσας και εξευτέλισε και διέσυρε το όνομά της στον επαγγελματικό της κύκλο. Συνεπεία της συμπεριφοράς της Εναγόμενης η Ενάγουσα απώλεσε την εργασία της και το όνομά της στιγματίστηκε ανεπανόρθωτα. Η Ενάγουσα εξευτελίσθηκε, ταλαιπωρήθηκε και ταπεινώθηκε αδικαιολόγητα και παράνομα. Τέλος, συνεπεία της ποινικής δίωξης η Ενάγουσα κλήθηκε να εμφανισθεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου περί τις 15 φορές χάνοντας εισοδήματα, ημερομίσθια και επαγγελματικό χρόνο. Στο σώμα της Έκθεσης Απαίτησης δικογραφείται ότι η απαίτηση της Ενάγουσας «είναι για γενικές, παραδειγματικές, τιμωρητικές και ειδικές αποζημιώσεις πλέον τα έξοδα τα οποία υπέστη η ενάγουσα συνεπεία των πράξεων της εναγόμενης ...». Με το Παρακλητικό αξιώνονται μόνο γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Με την Υπεράσπισή της η Εναγόμενη αρνείται όλους τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας οι οποίοι δικογραφούνται στην Έκθεση Απαίτησής της. Ειδικότερα ισχυρίζεται τα ακόλουθα. Η Εναγόμενη εργοδοτούσε για περίπου τρία χρόνια ως υπάλληλο την Ενάγουσα σε γραφείο που διατηρεί στην Πάφο. Ανάμεσα στα καθήκοντα της Ενάγουσας ήταν η είσπραξη ενοικίων από διάφορα υποστατικά και η καταβολή των εισπραχθέντων στην Εναγόμενη. Η Εναγόμενη κατά ή περί τον Σεπτέμβριο και/ή Οκτώβριο του 2006 απέλυσε την Ενάγουσα. Την ημέρα της απόλυσής της και ενώ είχε απολυθεί η Ενάγουσα εισέπραξε παράνομα και χωρίς κανένα δικαίωμα παριστάνοντας ψευδώς ότι ενεργούσε προς όφελος και/ή για λογαριασμό της Εναγόμενης ένα ενοίκιο από ενοικιαζόμενο διαμέρισμα. Την επομένη η Εναγόμενη πληροφορήθηκε το πιο πάνω περιστατικό και αμέσως μετέβη στην Αστυνομία όπου και το κατήγγειλε. Κληθείσα η Ενάγουσα από την Αστυνομία έδωσε κατάθεση με την οποία παραδέχθηκε ότι είχε εισπράξει το ενοίκιο και παρέδωσε το υπό αυτής εισπραχθέν ποσό στην Αστυνομία. Η Εναγόμενη αρνείται τον ισχυρισμό της Ενάγουσας για κακόβουλη δίωξη και ισχυρίζεται ότι η ποινική δίωξη άρχισε και/ή συνεχίσθηκε καλόπιστα αφού από τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης υπήρχε έντιμη και/ή εύλογη πίστη στην ύπαρξη πιθανής αιτίας ποινικής δίωξης της Ενάγουσας. Η Εναγόμενη περαιτέρω ισχυρίζεται ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η έναρξη της ποινικής δίωξης έγινε από την ίδια, αλλά από την ίδια την αρμόδια αρχή στα πλαίσια διερεύνησης των πληροφοριών και των στοιχείων που η εν λόγω αρχή είχε στη διάθεσή της. Περαιτέρω η Εναγόμενη αρνείται τον ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι υπέστη καθ' οιονδήποτε τρόπο οποιαδήποτε ζημιά στην καλή της φήμη και υπόληψη και καλεί την Ενάγουσα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της. Αξιώνει την απόρριψη της αγωγής ως νομικά και ουσιαστικά αβάσιμης με έξοδα εναντίον της Ενάγουσας. Για την πλευρά της Ενάγουσας κατέθεσε η ίδια η Ενάγουσα και για την πλευρά της Εναγόμενης η ίδια η Εναγόμενη. Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή και τις δύο μάρτυρες ενόσω έδιναν μαρτυρία ενώπιόν μου και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτές απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η παρούσα υπόθεση ως πολιτική τοιαύτη κρίνεται επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου είτε μερικώς (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 ΑΑΔ 263 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207). Λέχθηκε, επίσης, ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454). Κατά την κυρίως εξέτασή της η Ενάγουσα πρόβαλε την ακόλουθη εκδοχή. Η Ενάγουσα εργαζόταν ως υπάλληλος στο κτηματομεσιτικό γραφείο της Εναγόμενης από το έτος 2004 μέχρι τον Οκτώβριο του
- Δεν ήταν ευχαριστημένη από την Εναγόμενη και εργοδότριά της καθότι η τελευταία δεν της κατέβαλλε 13ο μισθό, δεν της παρείχε τηλεφωνική συσκευή για τις τηλεφωνικές της επικοινωνίες με τους πελάτες του γραφείου για θέματα που αφορούσαν στην εργασία της και γενικά στην εκτέλεση των καθηκόντων της και δεν της παρείχε αυτοκίνητο για τις μετακινήσεις της με αποτέλεσμα για εργασίες του γραφείου η Ενάγουσα να πληρώνει την βενζίνη από τα δικά της χρήματα. Τα ζητήματα δε αυτά γίνονταν συχνά αιτία παραπόνων της Ενάγουσας στα οποία, όμως, η τελευταία δεν έβρισκε ανταπόκριση από την Εναγόμενη. Συγκεκριμένα όταν η Ενάγουσα εξέφραζε αυτά τα παράπονα στην Εναγόμενη η τελευταία την αποπαίρνε υποδεικνύοντάς της να πάει να βρει αλλού εργασία με όρους που την ικανοποιούσαν. Η Εναγόμενη, επίσης, πάντα καθυστερούσε να καταβάλλει στην Ενάγουσα τον μισθό της ενώ είχε συμφωνήσει με την Ενάγουσα να της παρέχει αυτοκίνητο της δουλειάς. Τέτοια παράπονα έγιναν από την Ενάγουσα στην Εναγόμενη και στις 5.10.
- Μεταξύ άλλων, την ημέρα εκείνη η Ενάγουσα παραπονέθηκε και για τον μισθό της ο οποίος ήταν απλήρωτος για τον μήνα Σεπτέμβριο του
- Την ημέρα εκείνη η Εναγόμενη αντιμετώπισε την Ενάγουσα με τον ίδιο τρόπο. Είπε στην Ενάγουσα να πάει να βρει αλλού δουλειά και αρνείτο να της δώσει τον λόγο απόλυσής της γραπτώς. Την ίδια ημέρα και μετά το μεσημεριανό διάλειμμα το οποίο διαρκούσε από τις 13:00 μέχρι τις 15:00 η Ενάγουσα επέστρεψε στο γραφείο. Όταν η Εναγόμενη ρώτησε την Ενάγουσα γιατί είχε επιστρέψει αφού λίγο πριν την είχε απολύσει η Ενάγουσα πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι δεν χωρούσε τερματισμός αφ' ης στιγμής η Εναγόμενη δεν της είχε δώσει γραπτή προειδοποίηση ως όφειλε. Τότε η Εναγόμενη της ανέφερε ότι θα την καταγγείλει στην Αστυνομία για τον λόγο ότι είχε κλέψει το ενοίκιο που την ίδια ημέρα η Ενάγουσα είχε εισπράξει από κάποια πελάτη του γραφείου ονόματι Lucy Myers. Την ημέρα εκείνη η Ενάγουσα είχε σκοπό να παραδώσει στην Εναγόμενη το ποσό των Λ.Κ.120,00 σεντ που είχε λάβει από την προαναφερόμενη Myers έναντι του ενοικίου ύψους Λ.Κ.230,00 σεντ. Η Εναγόμενη δεν δέχθηκε να λάβει από την Ενάγουσα το πιο πάνω ποσό λέγοντας, μάλιστα, στην Ενάγουσα να το κρατήσει και πληροφορώντας την ότι θα πήγαινε στην Αστυνομία να την καταγγείλει για το ότι δήθεν το είχε κλέψει. Όπερ και έγινε. Η Ενάγουσα βρήκε την Εναγόμενη στην Αστυνομία όταν η πρώτη πήγε και εκείνη στην Αστυνομία για να παραδώσει ολόκληρο το ποσό του ενοικίου που αφορούσε στην Myers. Συναφώς την επόμενη ημέρα, 6.10.06, η Ενάγουσα είχε παραλάβει από την Myers και το υπόλοιπο. Από την καταγγελία της Εναγόμενης προέκυψε η ποινική υπόθεση με αριθμό 2130/07 η οποία καταχωρήθηκε εναντίον της Ενάγουσας από την Αστυνομία. Κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας το Δικαστήριο με απόφασή του ημερομηνίας 27.5.10 αθώωσε την Ενάγουσα. Με την καταγγελία της στην Αστυνομία η Εναγόμενη στόχευε να δημιουργήσει σκάνδαλο γύρω από το όνομα της Ενάγουσας, να χάσει η Ενάγουσα το καλό της όνομα στον επαγγελματικό της κύκλο για να μην μπορεί να βρίσκει εργασία στα κτηματομεσιτικά γραφεία αλλά και για να πετύχει την παύση της Ενάγουσας από την εργασία της. Η ποινική υπόθεση πήρε 4 χρόνια να δικασθεί. Μέσα στο πιο πάνω χρονικό διάστημα η Ενάγουσα υπέστη έντονη ταλαιπωρία. Για τους σκοπούς της υπόθεσης προσήλθε στο Δικαστήριο 20 φορές περίπου με αποτέλεσμα να χάσει πολύτιμο επαγγελματικό χρόνο. Επίσης, αισθανόταν πολύ άσχημα που εναντίον της εκκρεμούσε η κατηγορία. Τέλος, υπεβλήθη στην πληρωμή Ευρώ 1.800,00 σεντ για έξοδα του δικηγόρου της. Ζητά αποζημιώσεις για όλα τα πιο πάνω καθώς και για τον στιγματισμό που υπέστη το όνομά της. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της η Ενάγουσα κατέθεσε τα ακόλουθα έγγραφα: αντίγραφο του κατηγορητηρίου στην ποινική υπόθεση με αριθμό 2130/07 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου - Τεκμήριο 1 αιτιολογημένη απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου στην πιο πάνω υπόθεση ημερομηνίας 27.5.10 - Τεκμήριο
- Αντεξεταζόμενη η Ενάγουσα ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: η επίμαχη συζήτηση της 5.10.06 έλαβε χώρα πριν το μεσημεριανό διάλειμμα. Η Εναγόμενη δεν της είχε αναφέρει ρητά ότι την είχε απολύσει στις 5.10.06 η Ενάγουσα έλαβε από την Myers μέρος του ενοικίου και συγκεκριμένα το ποσό των Λ.Κ.120,00 σεντ. Η Myers αδυνατούσε να καταβάλει ολόκληρο το ποσό στις 5.10.06 και υπέδειξε στην Ενάγουσα να πάει να εισπράξει το υπόλοιπο την επομένη. Για την πληρωμή που έλαβε χώρα στις 5.10.06 η Ενάγουσα εξέδωσε απόδειξη πληρωμής από μπλοκ αποδείξεων του γραφείου για το ποσό των Λ.Κ.120,00 σεντ. Την επομένη, 6.10.06, πήγε ξανά στην Myers και πληρώθηκε το υπόλοιπο. Αυτή την φορά εξέδωσε απόδειξη πληρωμής για το ποσό των Λ.Κ.230,00 σεντ. Σε μια από τις δύο αποδείξεις πληρωμής ανέγραψε λανθασμένο μήνα. Αν θυμόταν καλά αντί να γράψει ότι είχε λάβει χρήματα από την Myers κατά τον μήνα Οκτώβριο έγραψε ότι η λήψη των χρημάτων είχε γίνει κατά τον μήνα Σεπτέμβριο. όταν στις 5.10.06 η Εναγόμενη πληροφόρησε την Ενάγουσα ότι δεν δεχόταν να λάβει από την Ενάγουσα το ποσό των Λ.Κ.120,00 που η τελευταία είχε εισπράξει από την Myers και ότι θα την κατήγγειλε στην Αστυνομία επί το ότι η Ενάγουσα είχε κλέψει το πιο πάνω ποσό η Ενάγουσα συνέχισε την εργασία της στο γραφείο. Την επόμενη ημέρα εισέπραξε από την Myers το υπόλοιπο και την ίδια ημέρα παρέδωσε το συνολικό ποσό των Λ.Κ.230,00 σεντ που είχε εισπράξει από την Myers στην Αστυνομία αφού η Εναγόμενη δεν δεχόταν να παραλάβει ούτε στις 5.10.06 το ποσό των Λ.Κ.120,00 σεντ, ούτε στις 6.10.06 ολόκληρο το ποσό του ενοικίου. Ο λόγος που δεν κατέφυγε στην Αστυνομία στις 5.10.06 για να παραδώσει το ποσό των Λ.Κ.120,00 σεντ ήταν γιατί δεν θεώρησε ότι στις 5.10.06 είχε απολυθεί. Αυτό το αντιλήφθηκε στις 6.10.06 όταν φεύγοντας το μεσημέρι για το καθιερωμένο διάλειμμα είδε την Εναγόμενη να αλλάζει την κλειδαριά του γραφείου μετά τις 6.10.06 έμεινε άνεργη για αρκετό διάστημα. Τα τελευταία, όμως, 3 χρόνια είναι αυτοεργοδοτούμενη. Διατηρεί κατάστημα με μεταχειρισμένα είδη. Υποβλήθηκαν στην Ενάγουσα οι ακόλουθες θέσεις από την Υπεράσπιση: το μεσημέρι της 5.10.06 η Ενάγουσα αντιλήφθηκε πολύ καλά ότι η Εναγόμενη την είχε απολύσει. Η Ενάγουσα αρνήθηκε την υποβολή. Υπέδειξε, άλλωστε, ότι τα όσα της λέχθηκαν από την Εναγόμενη την ημέρα εκείνη της είχαν λεχθεί από την Εναγόμενη πολλές φορές μέσα στο διάστημα των 2 ετών που εργάσθηκε στο γραφείο της χωρίς, ωστόσο, οποτεδήποτε να σταματήσει από την εργασία της. η απόδειξη πληρωμής που εξέδωσε στην Myers στις 5.10.06 δεν ήταν από μπλοκ αποδείξεων του γραφείου αλλά από δικό της προσωπικό μπλοκ αποδείξεων. Η Ενάγουσα αρνήθηκε την υποβολή επιμένοντας στην δική της θέση σε καμία από τις αποδείξεις πληρωμής που εξέδωσε στην Myers δεν ανέγραψε την ορθή ημερομηνία λήψης των χρημάτων. Συγκεκριμένα, στην πρώτη απόδειξη ανέγραψε την ημερομηνία 6.9.06 και στην δεύτερη την ημερομηνία 4.10.
- Η Ενάγουσα δεν αρνήθηκε την υποβολή. Ό,τι δε μόνο ανέφερε ήταν ότι οι ημερομηνίες δεν είχαν σημασία. Ό,τι είχε σημασία ήταν ο μήνας για τον οποίο είχε γίνει η είσπραξη ο λόγος που ανέγραψε λανθασμένες ημερομηνίες επί των αποδείξεων ήταν γιατί είχε σκοπό να κρατήσει τα χρήματα και να μην τα παραδώσει στην Εναγόμενη. Η Ενάγουσα αρνήθηκε την υποβολή αντιτείνοντας ότι λαμβάνοντας τα χρήματα από την Myers είχε σκοπό να τα παραδώσει στην Εναγόμενη η Εναγόμενη έκανε την καταγγελία στην Αστυνομία στις 6.10.
- Η Ενάγουσα δεν είχε μνήμη καθότι από το περιστατικό εκείνο είχαν παρέλθει 8 χρόνια ούτε στις 5.10.06 αλλά ούτε και στις 6.10.06 δεν συνάντησε την Εναγόμενη εκ του σύνεγγυς προτείνοντας της να της παραδώσει, στην πρώτη περίπτωση, το ποσό των Λ.Κ.120,00 σεντ, στην δε δεύτερη, το ποσό των Λ.Κ.230,00 σεντ που είχε εισπράξει από την Myers. Η Ενάγουσα αρνήθηκε την υποβολή ισχυριζόμενη ακριβώς το αντίθετο. Υπέδειξε δε ότι οι συναντήσεις έλαβαν χώρα στο γραφείο ο λόγος που η Ενάγουσα πήγε στην Αστυνομία στις 6.10.06 ήταν γιατί την ημέρα εκείνη η Εναγόμενη ενημέρωσε την Ενάγουσα ότι θα προέβαινε σε καταγγελία εναντίον της στην Αστυνομία όταν πλέον είχε ζητήσει από την Ενάγουσα τηλεφωνικώς να της παραδώσει τα χρήματα και η Ενάγουσα αρνήθηκε. Η Ενάγουσα αρνήθηκε την υποβολή και επέμεινε στην δική της εκδοχή η καταγγελία της Εναγόμενης δεν ήταν κακόβουλη. Επίσης, ουδεμία ζημία υπέστη η Ενάγουσα από την εν λόγω καταγγελία. Η Ενάγουσα αρνήθηκε τις υποβολές και επέμεινε στην δική της εκδοχή. Πρόσθεσε ότι κατά τον χρόνο της καταγγελίας ήταν χωρισμένη και είχε ένα παιδί που ήταν ανήλικο. Είναι, επίσης μορφωμένη γυναίκα. Έχει σπουδάσει και είναι καθηγήτρια και η καταγγελία της Εναγόμενης την στιγμάτισε καθότι συν τοις άλλοις η Εναγόμενη διέδιδε στα κτηματομεσιτικά γραφεία ότι ήταν κλέφτης. Κατά την διά ζώσης μαρτυρία της η Εναγόμενη ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Διατηρεί κτηματομεσιτικό γραφείο στην Πάφο εδώ και 15 χρόνια περίπου στο οποίο η Ενάγουσα εργοδοτήθηκε για διάστημα 2 με 3 χρόνια. Τα καθήκοντα της Ενάγουσας ήταν, μεταξύ άλλων, η είσπραξη ενοικίων από διάφορα υποστατικά που ενοικίαζαν οι πελάτες της Εναγόμενης και η καταβολή στην Εναγόμενη των υπό της Ενάγουσας εισπραχθέντων ενοικίων. Η εργοδότηση αυτή έληξε στις 5.10.
- Συγκεκριμένα στις 5.10.06 πριν το μεσημεριανό διάλειμμα η Ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε έντονα για το ότι εκτελούσε τις διάφορες εργασίες του γραφείου με το δικό της αυτοκίνητο και χρησιμοποιώντας το δικό της τηλέφωνο. Η Εναγόμενη είπε στην Ενάγουσα ότι δεν μπορούσε να της παραχωρήσει αυτά που της ζητούσε και της ανέφερε, επίσης, ότι είχε υποψίες ότι η Ενάγουσα έκλεινε συμφωνίες για ενοικίαση διαμερισμάτων χωρίς να ενημερώνει την Εναγόμενη και ότι λάμβανε και την προμήθεια. Εν τέλει και μετά από λογομαχία που ακολούθησε η Εναγόμενη απέλυσε την Ενάγουσα και της είπε να μην επιστρέψει στην δουλειά οπότε εκνευρισμένη η Ενάγουσα έφυγε από το γραφείο. Το απόγευμα της ίδιας μέρας και μετά το μεσημεριανό διάλειμμα η Ενάγουσα παρά το ότι η Εναγόμενη την είχε απολύσει επέστρεψε στο γραφείο. Η Εναγόμενη την παρατήρησε ότι δεν έπρεπε να βρίσκεται στην δουλειά αφ' ης στιγμής προ ολίγου την είχε απολύσει. Τότε και πάλι λογομάχησαν και η Εναγόμενη ζήτησε από την Ενάγουσα να της δώσει γραπτώς την απόλυση της. Η Εναγόμενη της είπε να περάσει την επομένη για τον πιο πάνω σκοπό καθότι εκείνη την στιγμή υπήρχε μεγάλη ένταση μεταξύ τους. Η Ενάγουσα έφυγε από το γραφείο. Στην συνέχεια την ίδια ημέρα και αφότου έφυγε από το γραφείο εν αγνοία της Εναγόμενης και χωρίς η Εναγόμενη να της δώσει οποιεσδήποτε οδηγίες η Ενάγουσα επισκέφθηκε τους πελάτες του γραφείου Thomas και Lucy Myers, οι οποίοι ενοικίαζαν το διαμέρισμα 5 στο Venus Village, ζητώντας τους να της καταβάλουν το ενοίκιο για τον μήνα Οκτώβριο του
- Οι Myers επειδή δεν είχαν όλο το ποσό του ενοικίου εκείνη την στιγμή της έδωσαν μόνο Λ.Κ.120,00 σεντ. Η Ενάγουσα εξέδωσε απόδειξη για το εν λόγω ποσό με διαφορετική, όμως, ημερομηνία από την ημερομηνία κατά την οποία το εισέπραξε. Συγκεκριμένα η υπό της Ενάγουσας εκδοθείσα απόδειξη έφερε ημερομηνία 6.9.
- Την επόμενη μέρα, 6.10.06, και πάλι εν αγνοία της Εναγόμενης και παρά την απόλυσή της η Ενάγουσα επισκέφθηκε και πάλι τους Myers και εισέπραξε το υπόλοιπο ποσό του ενοικίου ύψους Λ.Κ.110,00 σεντ εκδίδοντας και πάλι απόδειξη με διαφορετική ημερομηνία από την ημερομηνία κατά την οποία το εισέπραξε. Συγκεκριμένα η υπό αυτής εκδοθείσα απόδειξη έφερε ημερομηνία 4.10.
- Την ίδια μέρα, ήτοι στις 6.10.06, και στα πλαίσια επίσκεψης που η Εναγόμενη πραγματοποίησε στους Myers με σκοπό την είσπραξη από αυτούς του ενοικίου η τελευταία πληροφορήθηκε ότι το ενοίκιο είχε ήδη εισπραχθεί από την Ενάγουσα. Τότε η Εναγόμενη τηλεφώνησε στην Ενάγουσα για να λάβει εξηγήσεις από την τελευταία αναφορικά με τον λόγο που είχε εισπράξει τα χρήματα από τους Myers αφού είχε απολυθεί αλλά και για να της ζητήσει να της παραδώσει τα χρήματα. Στις 6.10.06 η Ενάγουσα δεν είχε περάσει καθόλου από το γραφείο. Αρνήθηκε δε να παραδώσει τα χρήματα στην Εναγόμενη οπότε η τελευταία είπε στην Ενάγουσα ότι θα πήγαινε ευθύς στην Αστυνομία για να προβεί σε καταγγελία. Όπερ και έγινε. Η Εναγόμενη πήγε στην Αστυνομία και προέβη σε γραπτή καταγγελία αναφέροντας τα γεγονότα όπως αυτά είχαν εκτυλιχθεί. Η Ενάγουσα είχε φθάσει στην Αστυνομία πριν την Εναγόμενη. Συναντώντας την η Εναγόμενη δεν αντάλλαξε μαζί της κουβέντα. Η Αστυνομία αφού διερεύνησε την καταγγελία και έλαβε και κατάθεση από την Lucy Myers προχώρησε στις 7.10.06 στην σύλληψη της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα παραδέχθηκε ότι είχε λάβει το ενοίκιο από τους Myers και παρέδωσε στην Αστυνομία το ποσό των Λ.Κ.230,00 σεντ που είχε λάβει από αυτούς. Η Εναγόμενη δεν προέβη σε ψευδή καταγγελία και δεν κινήθηκε κακόβουλα εναντίον της Ενάγουσας. Προέβη δε στην καταγγελία καλόπιστα αφού από τα γεγονότα και τα περιστατικά της υπόθεσης υπήρχε έντιμη, ειλικρινής και εύλογη πίστη ότι η Ενάγουσα είχε ενεργήσει παράνομα και ότι υπήρχε πιθανή αιτία ποινικής δίωξης της. Αφού ενώ είχε απολύσει την Ενάγουσα από το μεσημέρι της 5.10.06 η Ενάγουσα στην συνέχεια παράνομα και με ψευδείς παραστάσεις εισέπραξε από τους Myers το ενοίκιο, εξέδωσε αποδείξεις με ψεύτικες ημερομηνίες και αρνήθηκε να της παραδώσει το ενοίκιο όταν της το ζήτησε. Η ποινική δίωξη της Ενάγουσας αποφασίσθηκε και προωθήθηκε από την Αστυνομία ως η αρμόδια αρχή στα πλαίσια διερεύνησης των πληροφοριών και των στοιχείων που η Αστυνομία είχε στην διάθεση της. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η έναρξη της ποινικής δίωξης έγινε από την ίδια ως καταγγέλλουσα αφού εκτός από του να αναφέρει στην Αστυνομία τα γεγονότα όπως αυτά εκτυλίχθηκαν σε καμία άλλη ενέργεια δεν προέβη που να επηρεάσει την κρίση της Αστυνομίας. Η Αστυνομία διερεύνησε την καταγγελία της επιβεβαιώνοντας τους ισχυρισμούς της ότι η Ενάγουσα είχε λάβει τα χρήματα από τους Myers και η απόφαση για την έναρξη της ποινικής διαδικασίας ήταν το αποτέλεσμα ανεξάρτητης απόφασης από μέρους της Αστυνομίας. Η Ενάγουσα δεν υπέστη ως εκ της καταγγελίας της οποιαδήποτε ζημιά στην καλή της φήμη και υπόληψη. Διατηρεί δε δική της επιχείρηση εδώ και αρκετά χρόνια. Η Εναγόμενη ζητά απόρριψη της αγωγής με έξοδα υπέρ της και εναντίον της Ενάγουσας. Η πλευρά της Ενάγουσας υπέβαλε στην Εναγόμενη τις ακόλουθες θέσεις: τίποτα από όσα στην πραγματικότητα διαμείφθηκαν δεν διαμείφθηκαν διά τηλεφώνου αλλά σε κατ' ιδίαν συναντήσεις. Η Εναγόμενη αρνήθηκε την υποβολή επαναλαμβάνοντας ότι η παράκληση προς την Ενάγουσα για να της παραδώσει το εισπραχθέν από τους Myers ποσό έγινε τηλεφωνικώς και όχι σε κατ' ιδίαν συνάντηση και αφότου η Εναγόμενη ανακάλυψε ότι η Ενάγουσα είχε ήδη εισπράξει το ενοίκιο από τους Myers η Ενάγουσα προθυμοποιήθηκε να παραδώσει τα χρήματα του ενοικίου στην Εναγόμενη και η Εναγόμενη αρνήθηκε να τα παραλάβει. Η Εναγόμενη αρνήθηκε την υποβολή επιμένοντας στην εκδοχή της. Πρόσθεσε ότι δεν υπήρχε λόγος να μην δεχθεί να παραλάβει τα χρήματα και να αναγκασθεί να καταφύγει στην Αστυνομία ο λόγος που η Εναγόμενη δεν δέχθηκε να παραλάβει τα χρήματα του ενοικίου από την Ενάγουσα ήταν για να βρει λόγο να απολύσει την Ενάγουσα από την εργασία της χωρίς να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις της, ήτοι να της καταβάλει τον 13ο μισθό της και όσα άλλα όφειλε να πληρώσει στην Ενάγουσα. Η Εναγόμενη αρνήθηκε την υποβολή ο λόγος που η Εναγόμενη έκανε την καταγγελία στην Αστυνομία ήταν για να εξαναγκασθεί η Ενάγουσα να τερματίσει την συνεργασία της μαζί της. Η Εναγόμενη αρνήθηκε την υποβολή. Προτού προχωρήσω με την αξιολόγηση της μαρτυρίας κρίνω σκόπιμο να σημειώσω τα ακόλουθα. Σύμφωνα με το κοινοδίκαιο προηγούμενες δικαστικές αποφάσεις δεν αποτελούν παραδεκτή μαρτυρία σε μεταγενέστερες δικαστικές διαδικασίες με διαφορετικούς διαδίκους των γεγονότων επί των οποίων αυτές βασίζονται. Στην Αγγλική υπόθεση Hollington v. Hewthorn [1943] 2 All E.R. 35, ο λόγος της οποίας υιοθετήθηκε από την Κυπριακή Νομολογία (Βλ. Αναστασία Στυλιανού ν. Ρούλας Νικολάου
(2000)1 ΑΑΔ 434), αποφασίσθηκε ότι καταδίκη σε ποινική υπόθεση μετά από ακροαματική διαδικασία είναι απαράδεκτη μαρτυρία σε πολιτική διαδικασία του ότι ο καταδικασθείς διέπραξε το αδίκημα. Επέκταση της αρχής που διακηρύχθηκε στην πιο πάνω Αγγλική υπόθεση σημαίνει ότι και προηγούμενες αθωωτικές αποφάσεις αποτελούν απαράδεκτη μαρτυρία αθωωότητας σε μεταγενέστερη πολιτική διαδικασία. Και αυτό δικαιολογείται στην βάση του ότι ένας ισχυρισμός ο οποίος δεν αποδείχθηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας μπορεί να αποδειχθεί κατά το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (Βλ. το Αγγλικό σύγγραμμα Adrian Keane The Modern Law of Evidence, 7η έκδοση, σελίδες 644-645). Σχετική είναι η Αγγλική υπόθεση Loughrans v. Odhams Press
(1963)CLY 2007 η οποία ήταν αγωγή λίβελου και είχε ως αιτία αγωγής την δημοσίευση από τους εναγόμενους δήλωσης ότι ο ενάγων είχε διαπράξει φόνο. Στην ποινική υπόθεση ο ενάγων αθωώθηκε. Οι εναγόμενοι πέτυχαν στην πολιτική αγωγή καθότι κατάφεραν να αποδείξουν ότι ο ενάγων είχε διαπράξει τον φόνο κατά το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Οι συγγραφείς του προαναφερόμενου συγγράμματος κάνουν, επίσης, αναφορά στην απόρριψη από το Αγγλικό Κοινοβούλιο της εισήγησης ότι απόδειξη αθώωσης σε ποινική διαδικασία θα πρέπει να συνιστά αμάχητο τεκμήριο αθωότητας σε αγωγές για δυσφήμιση. Υπό το φως των πιο πάνω το Τεκμήριο 2 δεν αποτελεί απόδειξη για το ότι η Ενάγουσα δεν διέπραξε το αδίκημα με το οποίο αυτή διώχτηκε. Κατά συνέπεια, τα ευρήματα του αδελφού Δικαστή που δίκασε την ποινική υπόθεση με αριθμό 2130/07 δεν είναι δεσμευτικά στην παρούσα διαδικασία με αποτέλεσμα να μην εμποδίζομαι να καταλήξω σε διαφορετικά ευρήματα. Η μόνη δε αποδεικτική αξία του εν λόγω τεκμηρίου είναι ότι στην πιο πάνω ποινική υπόθεση η Ενάγουσα αθωώθηκε. Σημειώνεται ότι και η πλευρά της Εναγόμενης αποδέχθηκε την κατάθεση του Τεκμηρίου 2 μόνο για τον περιορισμένο σκοπό ότι αυτό αποτελεί την απόφαση και μόνο του Δικαστηρίου στην πιο πάνω ποινική υπόθεση. Κρίνω, επίσης, σκόπιμο να σημειώσω και το εξής. Η παράθεση της μαρτυρίας που γίνεται στο Τεκμήριο 2 δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας των διαδίκων-μαρτύρων στην παρούσα υπόθεση. Το ενδεχόμενο λάθους στην παράθεση των ισχυρισμών των μαρτύρων που παρέλασαν στην ποινική υπόθεση δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Σύγκριση της μαρτυρίας των μαρτύρων στις δύο υποθέσεις θα μπορούσε δεόντως να γίνει μόνο με την παρουσίαση των επίσημων πρακτικών που τηρήθηκαν στην προηγούμενη διαδικασία, κάτι το οποίο δεν έγινε. Η Ενάγουσα δεν μου ενέπνευσε την πεποίθηση ότι είπε την πάσα αλήθεια στο Δικαστήριο, μέσα δε από την μαρτυρία της δεν έχω ικανοποιηθεί ότι είπε την αλήθεια στα ουσιώδη ζητήματα της υπόθεσης. Η εν γένει εκδοχή της ότι η Εναγόμενη την κατήγγειλε στην Αστυνομία ψευδώς μόνο και μόνο για να βρει αφορμή για να πετύχει τον τερματισμό της απασχόλησης της στο γραφείο της δεν με έπεισε. Και αυτό παρά τον αυθορμητισμό με τον οποίο η Ενάγουσα απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που της τέθηκαν τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση. Καθοριστικό σημείο για την αξιολόγηση της μαρτυρίας της κρίνω πως είναι το ότι και στις δύο αποδείξεις που εξέδωσε στους Myers για την είσπραξη του ενοικίου η Ενάγουσα κατέγραψε αναληθείς ημερομηνίες είσπραξης και συγκεκριμένα τις ημερομηνίες 6.9.06 και 4.10.
- Κάτι το οποίο η Ενάγουσα δεν αρνήθηκε αντεξεταζόμενη και για το οποίο η δικαιολογία που πρόβαλε δεν κρίνεται ικανοποιητική. Μάλιστα, και όπως ενωρίτερα αναφέρθηκε, κατά την αντεξέτασή της η Ενάγουσα παραδέχθηκε ρητά ότι στην μια απόδειξη που εξέδωσε κατέγραψε ότι είχε εισπράξει κατά τον μήνα Σεπτέμβριο. Αναπόδραστα καταλήγω στο συμπέρασμα που είναι και το μόνο εύλογο κατά την κρίση μου υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων ότι ο λόγος που η Ενάγουσα στις δύο υπό αυτής εκδοθείσες αποδείξεις είσπραξης κατέγραψε τις ημερομηνίες 6.9.06 και 4.10.06 αντί τις ημερομηνίες 5.10.06 και 6.10.06 ήταν για να δείξει ότι η είσπραξη των χρημάτων και στις δύο περιπτώσεις έλαβε χώρα πριν τις 5.10.06, ημερομηνία κατά την οποία σύμφωνα με την Εναγόμενη η τελευταία την είχε απολύσει. Ώστε η είσπραξη των δύο αυτών ποσών από μέρους της να θεωρούνταν δικαιολογημένη και νενομισμένη. Το σημείο αυτό κρίνω πως είναι καθοριστικό και για την αξιολόγηση της υπόλοιπης μαρτυρίας στην υπόθεση η οποία άπτεται των ουσιωδών ζητημάτων σε αυτήν. Μέσα στο όλο πλέγμα των ενεργειών και του σκεπτικού της Ενάγουσας κατατάσσεται και το ότι η Ενάγουσα είχε εκδώσει και τις δύο προαναφερόμενες αποδείξεις από δικό της μπλοκ αποδείξεων. Κάτι το οποίο προώθησε με την μαρτυρία της η Εναγόμενη και το οποίο η Ενάγουσα δεν δέχθηκε διαλαλώντας ότι οι υπό αυτής εκδοθείσες αποδείξεις είχαν εκδοθεί από μπλοκ αποδείξεων του γραφείου της Εναγόμενης. Η Ενάγουσα δεν με έπεισε ως προς αυτόν της τον ισχυρισμό. Φωτοτυπίες των εν λόγω αποδείξεων επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων στην οποία η Ενάγουσα προέβη στις 11.10.11 κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου η οποία βρίσκεται εντός του φακέλου του Δικαστηρίου. Αναφύεται εύλογα το ερώτημα πώς είχε στην κατοχή της τις εν λόγω αποδείξεις η Ενάγουσα και τις επισύναψε στην προαναφερόμενη ένορκό της δήλωση αν αυτές είχαν εκδοθεί από μπλοκ αποδείξεων του γραφείου της Εναγόμενης. Κρίνω πως εδώ χωρούσε μια εξήγηση την οποία η Ενάγουσα δεν έδωσε. Υπό το φως των πιο πάνω επισημάνσεων και της μαρτυρίας της Εναγόμενης καταλήγω στο ότι οι εν λόγω αποδείξεις είχαν εκδοθεί από μπλοκ αποδείξεων της Ενάγουσας και όχι από μπλοκ αποδείξεων του γραφείου της Εναγόμενης. Σημειώνεται, επίσης, ότι από τις αποδείξεις που επισυνάπτονται στην ένορκο δήλωση αποκάλυψης της Ενάγουσας καταδεικνύεται το βάσιμο των θέσεων της Υπεράσπισης. Ότι αυτές φέρουν ημερομηνία, η μια, 6.09.06 και, η άλλη, 4.10.
- Συνακόλουθα οι ακόλουθοι ισχυρισμοί της Ενάγουσας δεν είναι αποδεκτοί: ότι η Ενάγουσα δεν αντιλήφθηκε ότι στις 5.10.06 και εν πάση περιπτώσει πριν το μεσημεριανό διάλειμμα είχε απολυθεί από την Εναγόμενη. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι ισχύει ακριβώς το αντίθετο. Οι λόγοι, επίσης, που κατά τον πιο πάνω χρόνο η Εναγόμενη παρέθεσε στην Ενάγουσα προς δικαιολόγηση του τι είχε ωθήσει την Εναγόμενη να προβεί στην απόλυση της Ενάγουσας κρίνονται πειστικοί. Η Εναγόμενη είχε υποψίες ότι η Ενάγουσα έκλεινε συμφωνίες εν αγνοία της Εναγόμενης και ότι λάμβανε και τις προμήθειες. Η Εναγόμενη δεν είχε σκοπό να απολύσει την Ενάγουσα στις 5.10.06 καθότι δεν μπορούσε να τεκμηριώσει τις υποψίες της εκείνες. Ανέμενε να βρει απτές αποδείξεις. Αφορμή, όμως, για να απολύσει την Ενάγουσα και για να αποκαλύψει στην τελευταία τις πιο πάνω υποψίες της ήταν οι φωνές, όπως χαρακτηριστικά υπέδειξε με την μαρτυρία της η Εναγόμενη, και τα παράπονα της Ενάγουσας την ημέρα εκείνη για το ότι η Εναγόμενη δεν της κατέβαλε αυτά που η Ενάγουσα ζητούσε, όπως 13ο μισθό και την πληρωμή των τηλεφωνημάτων και της βενζίνης. Δεν μου διαφεύγει ότι και σε άλλες περιπτώσεις σύμφωνα με την Ενάγουσα είχαν λάβει χώρα διενέξεις μεταξύ των διαδίκων ως προς τα δικαιώματα ή τις απαιτήσεις της Ενάγουσας. Και ότι κάθε φορά η Εναγόμενη αποπαίρνε την Ενάγουσα λέγοντάς της να πάει να βρει αλλού δουλειά με όρους που την ικανοποιούσαν. Η Εναγόμενη σε καμία από τις πιο πάνω περιπτώσεις δεν είχε απολύσει την Ενάγουσα. Η Ενάγουσα δε πάντα συνέχιζε την εργασία της. Αυτό η Ενάγουσα στην μαρτυρία της το επικαλέσθηκε ως επιπρόσθετη δικαιολογία για την επιστροφή της στο γραφείο το απόγευμα της 5.10.
- Στην βάση, όμως, της εκδοχής της Εναγόμενης δεν κρίνεται λογικό η Ενάγουσα να μην αντιλήφθηκε ότι πριν το μεσημεριανό διάλειμμα της 5.10.06 η Εναγόμενη την είχε απολύσει. Όταν, μάλιστα, η Εναγόμενη ούτε λίγο ούτε πολύ είχε κατηγορήσει την Ενάγουσα για αθέμιτη και αντιεπαγγελματική συμπεριφορά και η συζήτηση διεξήχθη μέσα σε φορτισμένο και έντονο κλίμα σύμφωνα με την Εναγόμενη. Βρίσκω ότι η Ενάγουσα αντιλήφθηκε ότι είχε απολυθεί από την Εναγόμενη. Αγνόησε, όμως, την δήλωση της Εναγόμενης περί απόλυσης της με «το έτσι θέλω» και επικαλούμενη ως δικαιολογία το ότι η Εναγόμενη δεν της έδινε την απόλυσή της γραπτώς εκθέτοντας και τους λόγους, προδήλως, εκμεταλλευόμενη το ότι η Εναγόμενη δεν είχε αποδείξεις για όσα της καταλόγιζε. Κάτι το οποίο η Ενάγουσα, επίσης, επικαλέσθηκε στην μαρτυρία της ως δικαιολογία που το απόγευμα της 5.10.06 επέστρεψε στο γραφείο για δουλειά ότι η Εναγόμενη όταν στις 5.10.06 απέλυσε την Ενάγουσα αρνήθηκε να δώσει την απόλυση της τελευταίας γραπτώς. Συναφώς η Εναγόμενη με την μαρτυρία της υποστήριξε ότι στις 5.10.06 το απόγευμα και μετά την λογομαχία που έλαβε χώρα μεταξύ τους ζήτησε από την Ενάγουσα να περάσει από το γραφείο την επόμενη ημέρα για να της δώσει γραπτώς την απόλυσή της καθότι τα πράγματα στις 5.10.06 ήταν αρκετά τεταμένα ότι στις 5.10.06 η Ενάγουσα σκόπευε ή προσφέρθηκε να δώσει στην Εναγόμενη το ποσό των Λ.Κ.120,00 σεντ που είχε εισπράξει από τους Myers και ότι η Εναγόμενη δεν είχε δεχθεί να το παραλάβει. Από την μαρτυρία της Εναγόμενης προκύπτει με ενάργεια ότι η Ενάγουσα ούτε πριν το μεσημεριανό διάλειμμα της 5.10.06 αλλά ούτε και οποτεδήποτε μετά εντός της ίδιας ημέρας προσφέρθηκε να παραδώσει στην Εναγόμενη οποιοδήποτε ποσό χρημάτων ή ενοίκιο εισπραχθέν υπό της ιδίας από τους Myers. Σύμφωνα, επίσης, με την Εναγόμενη η είσπραξη από την Ενάγουσα του ποσού των Λ.Κ.120,00 σεντ από τους Myers έγινε όχι μόνο μετά την απόλυση της Ενάγουσας που έλαβε χώρα πριν το μεσημέρι της 5.10.06 αλλά και μετά που η Ενάγουσα αποχώρησε από το γραφείο το απόγευμα της ημέρας εκείνης στο οποίο είχε επιστρέψει παρά την απόλυση που είχε προηγηθεί πριν το μεσημέρι της ίδιας ημέρας. Ισχυρισμός ο οποίος δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά της Ενάγουσας. Πώς θα μπορούσε, λοιπόν, η Ενάγουσα στις 5.10.06 και ενώ ήταν στο γραφείο της Εναγόμενης να είχε πρόθεση να παραδώσει το πιο πάνω ποσό στην Εναγόμενη αφού η είσπραξη του εν λόγω ποσού δεν είχε μέχρι τότε λάβει χώρα; Πάντως, η Ενάγουσα δεν αποκάλυψε στην μαρτυρία της πότε ακριβώς είχε εισπράξει το ποσό των Λ.Κ.120,00 σεντ από τους Myers. Αν, δηλαδή, το είχε εισπράξει ενωρίς το πρωί της 5.10.06 και πριν ακόμα πάει στην εργασία της ή κατά την διάρκεια του μεσημεριανού διαλείμματος. Ό,τι μόνο υπέδειξε ήταν ότι το απόγευμα της 5.10.06 είχε προσφερθεί να παραδώσει το εν λόγω ποσό στην Εναγόμενη. Επί του υπό συζήτηση σημείου τήρησε σιγή. Η οποία κρίνεται ύποπτη. Υπό το φως όλων των πιο πάνω δεν δέχομαι ότι πριν φύγει από το γραφείο το απόγευμα της 5.10.06 η Ενάγουσα είχε ήδη εισπράξει το ποσό των Λ.Κ.120,00 σεντ από τους Myers. Επίσης, δεν δέχομαι ότι η Εναγόμενη την ημέρα εκείνη είπε στην Ενάγουσα ότι θα προέβαινε σε καταγγελία εναντίον της στην Αστυνομία για κλοπή του πιο πάνω ποσού. Αν η Εναγόμενη στην πραγματικότητα δεν δεχόταν να παραλάβει από την Ενάγουσα το ποσό των Λ.Κ.120,00 σεντ και αυτό για να έχει κάτι χειροπιαστό ώστε να μπορεί να καταγγείλει την Ενάγουσα στην Αστυνομία και αν η Εναγόμενη είχε στην πραγματικότητα πει στην Ενάγουσα ότι θα προέβαινε σε καταγγελία εναντίον της Ενάγουσας, ψευδή, σύμφωνα με την Ενάγουσα, θα ήταν λογικό η Ενάγουσα την επομένη, 6.10.06, να πήγαινε ξανά στους Myers και να εισέπραττε το υπόλοιπο του ενοικίου; Φρονώ πως όχι ότι η Ενάγουσα στις 6.10.06 προσφέρθηκε να παραδώσει στην Εναγόμενη ολόκληρο το ποσό του ενοικίου που είχε εισπράξει από τους Myers και ότι η Εναγόμενη δεν το είχε δεχθεί. Σύμφωνα με την Εναγόμενη η Ενάγουσα δεν είχε περάσει καθόλου από το γραφείο στις 6.10.
- Επίσης, σύμφωνα και πάλι με την Εναγόμενη όταν η Εναγόμενη αφότου ανακάλυψε ότι η Ενάγουσα είχε ήδη εισπράξει το εν λόγω ποσό της ζήτησε τηλεφωνικώς να της το παραδώσει η Ενάγουσα αρνήθηκε. Συναφώς δεν δέχομαι ότι η Ενάγουσα στις 5.10.06 και στις 6.10.06 προσφέρθηκε να παραδώσει στην Εναγόμενη οποιοδήποτε ποσό ότι ο λόγος που η Ενάγουσα κατέφυγε στην Αστυνομία στις 6.10.06 ήταν για να παραδώσει στην Αστυνομία το ποσό των Λ.Κ.230,00 σεντ για τον λόγο ότι η Εναγόμενη δεν δεχόταν να το παραλάβει από την Ενάγουσα. Από την μαρτυρία της Εναγόμενης προκύπτει ως εύλογο το συμπέρασμα ότι ο λόγος που η Ενάγουσα παρέδωσε εν τέλει στην Αστυνομία το υπό αυτής εισπραχθέν ενοίκιο ήταν για να αποφύγει έστω και την ύστατη να κατηγορηθεί αφότου η Εναγόμενη της είχε εκδηλώσει την πρόθεσή της και της είχε καταστήσει σαφές ότι θα πήγαινε στην Αστυνομία για να προβεί σε καταγγελία για τις πράξεις της ότι η Ενάγουσα πήγε στο γραφείο στις 6.10.06 για να εργασθεί και ότι την ημέρα εκείνη πλέον αντιλήφθηκε ότι η Εναγόμενη την είχε απολύσει. Ακόμα και στην βάση της εκδοχής της ίδιας της Ενάγουσας, η οποία εν πάση περιπτώσει δεν είναι αποδεκτή, η τελευταία δεν θα με έπειθε για τον πιο πάνω ισχυρισμό της. Όταν στην βάση της εκδοχής της Ενάγουσας η Εναγόμενη το απόγευμα της 5.10.06 της είπε ξεκάθαρα ότι θα την κατήγγειλε ψευδώς στην Αστυνομία για κλοπή του ποσού των Λ.Κ.120,00 σεντ είναι λογικό την επόμενη ημέρα η Ενάγουσα να επέστρεψε στο γραφείο για να εργασθεί; Ή και ακόμα την ίδια ημέρα και αμέσως μετά την πιο πάνω δήλωση της Εναγόμενης σύμφωνα με την μαρτυρία της να συνεχίσει με την εργασία της; Και όταν υπό το φως της πιο πάνω δήλωσης της Εναγόμενης σύμφωνα με την Ενάγουσα είχε καταστεί πλέον πέραν από έκδηλο ότι η Εναγόμενη δεν ήθελε πλέον την Ενάγουσα στην εργοδότησή της; Και όταν σύμφωνα με την Ενάγουσα η Εναγόμενη ήταν διατεθειμένη με σκοπό να τερματισθεί η εργοδότηση της Ενάγουσας να προβεί σε ψευδή καταγγελία στην Αστυνομία εναντίον της Ενάγουσας; Η λογική λέει πως όχι. Συναφώς τα πράγματα όπως εκτυλίχθηκαν το απόγευμα της 5.10.06 σύμφωνα με την ίδια την Ενάγουσα δεν προσομοίαζαν και διαφοροποιούνταν ουσιωδώς από τις άλλες περιπτώσεις διενέξεων που είχαν προηγηθεί στο παρελθόν μεταξύ των διαδίκων κατά τις οποίες η Ενάγουσα απλά έκανε τα παράπονά της στην Εναγόμενη και η τελευταία της έλεγε να πάει να βρει αλλού εργασία με όρους που την ικανοποιούσαν. Στην προκειμένη περίπτωση η Εναγόμενη εξεδήλωσε στην Ενάγουσα την πρόθεσή της να προβεί σε ψευδή καταγγελία εναντίον της στην Αστυνομία σύμφωνα με την μαρτυρία της τελευταίας. Συναφώς η Ενάγουσα δεν υποστήριξε ότι στις 6.10.06 πήγε στο γραφείο μόνο και μόνο για να καταβάλει εκ νέου προσπάθεια να πείσει την Εναγόμενη να δεχθεί το ποσό του ενοικίου. Σύμφωνα με την ίδια και ως ανωτέρω αναφέρθηκε πήγε στο γραφείο για να εργασθεί. Πάντως, σύμφωνα με την μαρτυρία της Εναγόμενης η Ενάγουσα δεν είχε περάσει καθόλου από το γραφείο την 6.10.
- Επίσης, το απόγευμα της 5.10.06 και μετά από λογομαχία που έλαβε χώρα για δεύτερη φορά εντός της ίδιας ημέρας μεταξύ των διαδίκων η Ενάγουσα σηκώθηκε και έφυγε από το γραφείο ότι η Εναγόμενη ήταν ήδη στην Αστυνομία όταν η Ενάγουσα πήγε και εκείνη στην Αστυνομία για να παραδώσει ολόκληρο το ποσό του ενοικίου που είχε εισπράξει από την Myers. Σύμφωνα με την Εναγόμενη η Ενάγουσα είχε φθάσει στην Αστυνομία πριν την Εναγόμενη ότι η Εναγόμενη διέδιδε στα διάφορα κτηματομεσιτικά γραφεία ότι ήταν κλέφτης. Η μαρτυρία αυτή είναι εξ' ακοής και τίποτα δεν υποδείχθηκε από την Ενάγουσα που να αποτελεί εχέγγυο για την ασφάλεια της αποδοχής της τα όσα η Ενάγουσα ανέφερε για το κίνητρο της Εναγόμενης για την καταγγελία και τον σκοπό που η Εναγόμενη με αυτή επιδίωκε να πετύχει. Από την μαρτυρία της Ενάγουσας δέχομαι ως πειστικούς και αληθείς, μεταξύ άλλων, τους ακόλουθους ισχυρισμούς: ότι η Εναγόμενη δεν κατέβαλλε στην Ενάγουσα 13ο μισθό, δεν της παρείχε τηλεφωνική συσκευή για τις τηλεφωνικές της επικοινωνίες με τους πελάτες του γραφείου για θέματα που αφορούσαν στην εργασία της και γενικά στην εκτέλεση των καθηκόντων της και δεν της παρείχε την βενζίνη για τις μετακινήσεις της για θέματα που αφορούσαν στην εργασία της. Σημειώνεται ότι η μαρτυρία της Εναγόμενης επί του προκειμένου δεν ήταν διάφορη. Δέχομαι, επίσης, ότι η Εναγόμενη καθυστερούσε να καταβάλλει στην Ενάγουσα τον μισθό της και ότι μέχρι τις 5.10.06 δεν της είχε καταβάλει τον μισθό της για τον μήνα Σεπτέμβριο. Τα πιο πάνω, όμως, δεν νομιμοποιούσαν την Ενάγουσα να υπεξαιρέσει το ποσό του ενοικίου από τους Myers και να αρνείται να το καταβάλει στην Εναγόμενη όταν η τελευταία της ζήτησε να της το παραδώσει σύμφωνα με την μαρτυρία της Εναγόμενης. Ούτε και να παρασταίνει ψευδώς στους Myers ότι το εισέπραττε εκ μέρους και για λογαριασμό της Εναγόμενης. Δεν αποκλείεται όπως η ενέργεια της Ενάγουσας να εισπράξει το ενοίκιο από τους Myers παρασταίνοντας ψευδώς σε αυτούς ότι το εισέπραττε εκ μέρους και για λογαριασμό της Εναγόμενης ή η άρνηση της Ενάγουσας να παραδώσει στην Εναγόμενη το εν λόγω ποσό όταν η τελευταία της ζήτησε να της το παραδώσει σύμφωνα με την μαρτυρία της Εναγόμενης ήταν αποτέλεσμα του ότι η Ενάγουσα ήταν δυσαρεστημένη από την Εναγόμενη ως εργοδότριά της, ότι η Εναγόμενη δεν της είχε καταβάλει μέχρι τότε τον μισθό της για τον μήνα Σεπτέμβριο αλλά και όσων άλλων αποτελούσαν αιτία των προαναφερθέντων παραπόνων της ότι η Ενάγουσα έκανε συχνά παράπονα στην Εναγόμενη για τα προαναφερθέντα ζητήματα. Και ότι κάθε φορά η Εναγόμενη την αποπαίρνε λέγοντάς της να βρει αλλού εργασία με συνθήκες και όρους που την ικανοποιούσαν. Και ότι πάντα μετά από τις διενέξεις αυτές η Ενάγουσα συνέχιζε την εργασία της χωρίς διαμαρτυρία από την Εναγόμενη, γιατί η τελευταία με όσα εις απάντηση κάθε φορά της έλεγε δεν της τερμάτιζε την απασχόληση. Δέχομαι, επίσης, ότι και στις 5.10.06 η Ενάγουσα προέβη στα ίδια παράπονα στην Εναγόμενη. Ο εν λόγω ισχυρισμός της Ενάγουσας επιβεβαιώνεται και από την μαρτυρία της Εναγόμενης από την οποία και προκύπτει ότι τα εν λόγω παράπονα ήταν η αφορμή για να απολύσει η Εναγόμενη την Ενάγουσα την ίδια ημέρα Την ημέρα, όμως, εκείνη τα πράγματα ήταν εντελώς διαφορετικά. Την ημέρα εκείνη και σύμφωνα με την μαρτυρία της Εναγόμενης η τελευταία καταλόγισε στην Ενάγουσα ανάρμοστη και αντιεπαγγελματική συμπεριφορά. Ήταν λογικό και έκδηλο ότι η Εναγόμενη εννοούσε αυτά που της είχε πει. Ότι, δηλαδή, την είχε απολύσει ότι η Ενάγουσα εισέπραξε από τους Myers έναντι του ενοικίου, πρώτα το ποσό των Λ.Κ.120,00 σεντ στις 5.10.06 και το υπόλοιπο στις 6.10.
- Και ότι και τις δύο φορές εξέδωσε απόδειξη είσπραξης και, τέλος, ότι η Ενάγουσα πήγε στο γραφείο για να εργασθεί το απόγευμα της 5.10.
- Ο εν λόγω ισχυρισμός της Ενάγουσας επιβεβαιώνεται και από την μαρτυρία της Εναγόμενης. Δέχομαι, επίσης, ως λογικούς τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας ότι από την ποινική υπόθεση αυτή υπέστη ταλαιπωρία με δεδομένο και το χρονικό διάστημα που παρήλθε μέχρι να ολοκληρωθεί η ποινική διαδικασία. Όπως και το ότι αισθανόταν άσχημα που εναντίον της εκκρεμούσε η διαδικασία αυτή. Δέχομαι, επίσης, ότι για τους σκοπούς της εν λόγω υπόθεσης είχε προσέλθει στο Δικαστήριο κάποιες φορές αφ' ης στιγμής η ποινική υπόθεση σύμφωνα με το Τεκμήριο 1 καταχωρήθηκε το έτος 2007 και η απόφαση - Τεκμήριο 2 - εκδόθηκε στις 27.5.
- Όχι, όμως,
- Κατ' αρχή, ο ισχυρισμός αυτός δεν συνάδει με τον δικογραφημένο ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι οι φορές που η Ενάγουσα προσήλθε στο Δικαστήριο για την ποινική υπόθεση ήταν
- Επίσης, η γενικότητα με την οποία προβλήθηκε ο πιο πάνω ισχυρισμός δεν αποτελεί μαρτυρία επαρκή για να αποδείξει την αλήθεια του. Συναφώς η πλευρά της Ενάγουσας δεν παρουσίασε τα πρακτικά που τηρήθηκαν στην ποινική διαδικασία. Επίσης, η Ενάγουσα δεν έκανε καν αναφορά σε ποιες ημερομηνίες παρουσιάσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και για ποιο σκοπό κάθε φορά. Ούτε και δέχομαι ότι ένεκα των παρουσιών και εμφανίσεών της στο Δικαστήριο για τους σκοπούς της ποινικής υπόθεσης η Ενάγουσα απώλεσε επαγγελματικό χρόνο. Σύμφωνα με την μαρτυρία της μετά την 6.10.06 παρέμεινε άνεργη, ενώ μόλις τα τελευταία 3 χρόνια άρχισε και πάλι να εργάζεται πλέον ως αυτοεργοδοτούμενη. Με δεδομένο ότι η Ενάγουσα κατέθεσε στις 12.2.15 όπως από τον φάκελο της υπόθεσης προκύπτει στην βάση της δικής της μαρτυρίας ακολουθεί ότι άρχισε και πάλι να εργάζεται από το έτος
- Μέχρι τότε ήταν άνεργη ως εκ της μαρτυρίας της συνάγεται. Επομένως, εξ' αιτίας της ποινικής υπόθεσης η οποία ολοκληρώθηκε με την έκδοση της απόφασης - Τεκμήριο 2 - στις 27.5.10 η Ενάγουσα δεν απώλεσε επαγγελματικό χρόνο ως ήταν ο ισχυρισμός της. Ούτε βεβαίως εισοδήματα και ημερομίσθια ως με την παράγραφο 7 της Έκθεσης Απαίτησής της διατείνεται. Αν και θα πρέπει να λεχθεί ένα τέτοιο ισχυρισμό η Ενάγουσα δεν πρόβαλε ενόρκως. Όσον αφορά στον ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι κατέβαλε το ποσό των Ευρώ 1.800,00 σεντ έξοδα στον δικηγόρο της για τις υπηρεσίες του στην ποινική διαδικασία αναφέρονται τα ακόλουθα. Η απόδειξη ειδικών ζημιών κινείται μέσα σε αυστηρά πλαίσια. Είναι καθιερωμένη αρχή ότι οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει να καταγράφονται στις έγγραφες προτάσεις με λεπτομέρεια και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα. Η Νομολογία επιβάλλει σε διάδικο την υποχρέωση να αποδεικνύει την ζημία του με θετική μαρτυρία (Βλ. Ελισάβετ Ηρακλέους ν. Ρένου Πίτρου
(1994)1 ΑΑΔ 239, Ανδρέας Σπύρου ν. Άριστου Χ΄΄ Χαραλάμπους
(1989)1Ε ΑΑΔ 298, Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1 ΑΑΔ 168, Θεμιστοκλέους ν. Παρασκευά
(1992)1 ΑΑΔ 498, Aloupou and Another v. Hadjigeorghiou and Another
(1984)1 CLR 475 και Mc Gregor on Damages, 15η έκδοση, παράγραφος 23, σελ. 15). Στην υπόθεση Κούνουνα κ.α. ν. Κώστας Κυριάκου & Υιός Λτδ κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 2126 έγινε αναφορά στο πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Goddard στην Αγγλική υπόθεση Bonham-Carter v. Hyde Park Hotel Ltd
(1948)64 TLR 177, 178: «Plaintiffs must understand that if they bring actions for damages it is for them to prove their damage; it is not enough to write down the particulars and, so to speak, throw them at the head of the court, saying "this is what I have lost, I ask you to give me these damages". They have to prove it». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Οι ενάγοντες πρέπει να αντιληφθούν, ότι όταν κινούν αγωγές για αποζημιώσεις για ζημίες εναπόκειται σε αυτούς να αποδεικνύουν την ζημία τους. Δεν είναι αρκετό να εκθέτουν (στα δικόγραφά τους) τις λεπτομέρειες (ζημιών) και να ρίχνουν το βάρος, ας το πούμε έτσι, στο Δικαστήριο λέγοντας "αυτό είναι που έχω ζημιωθεί, ζητώ να μου επιδικάσεις αυτές τις ζημίες". Οφείλουν να τις αποδεικνύουν». Στην Έκθεση Απαίτησης δεν δικογραφείται το πιο πάνω κονδύλι. Στην πραγματικότητα καμία αναφορά θετική δεν γίνεται σε αυτό. Όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε στην Έκθεση Απαίτησης γίνεται αναφορά για έξοδα που υπέστη η Ενάγουσα συνεπεία των πράξεων της Εναγόμενης. Χωρίς να εξειδικεύονται αυτά τα έξοδα. Μάλιστα, στο Παρακλητικό δεν αξιώνεται καν η επιδίκαση ειδικών αποζημιώσεων. Η παράλειψη αυτή μοιραία επισφραγίζει την μη αποδεκτότητα του υπό συζήτηση ισχυρισμού της Ενάγουσας. Αλλά και αν ακόμα ο ισχυρισμός αυτός της Ενάγουσας δικογραφούνταν με την δέουσα λεπτομέρεια αυτός θα χώλαινε στο θέμα της απόδειξης. Καμία μαρτυρία δεν δόθηκε από την Ενάγουσα που να δικαιολογεί το ύψος του ποσού των Ευρώ 1.800,00 σεντ και πώς αυτό προέκυψε. Η αυστηρότητα με την οποία οι ειδικές ζημίες πρέπει να αποδεικνύονται δεν επιδείχθηκε στην παρούσα περίπτωση. Εκτός από την μαρτυρία της Ενάγουσας την οποία για τους λόγους που πιο πάνω αναφέρθηκαν δεν αποδέχθηκα η υπόλοιπη μαρτυρία της είναι αποδεκτή. Τουναντίον, μέσα από την συμπεριφορά της στο εδώλιο του μάρτυρα, τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν τόσο στην κυρίως εξέταση όσο και στην αντεξέταση η Εναγόμενη μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Η Εναγόμενη ήταν αυθόρμητη και δεν υπολόγιζε τις απαντήσεις της. Ήταν επίσης θετική και σαφής στην μαρτυρία της. Τέλος, οι θέσεις της διέπονται από λογική και η εκδοχή της ενέχει πειστικότητα. Σε σχέση με τον ισχυρισμό της ότι η Ενάγουσα εισέπραξε το ενοίκιο για τον μήνα Οκτώβριο από τους Myers σε δύο δόσεις σημειώνεται ότι αυτός είναι αποδεκτός αφ' ης στιγμής μαρτυρία προς την ίδια κατεύθυνση έδωσε και η ίδια η Ενάγουσα. Και, μάλιστα, ότι στις 5.10.06 η Ενάγουσα εισέπραξε από τους Myers το ποσό των Λ.Κ.120,00 σεντ και την επόμενη ημέρα το υπόλοιπο ποσό του ενοικίου. Αποδεκτός είναι, επίσης, ο ισχυρισμός της Εναγόμενης ότι η είσπραξη του ποσού των Λ.Κ.120,00 σεντ στις 5.10.06 έγινε κατά τον χρόνο που υπέδειξε με την μαρτυρία της η Εναγόμενη. Προδήλως, η Εναγόμενη διαπίστωσε τον χρόνο της είσπραξης του εν λόγω ποσού από τους Myers τους οποίους και επισκέφθηκε στις 6.10.06 για την είσπραξη του ενοικίου. Ως ενωρίτερα υποδείχθηκε ο ισχυρισμός της Εναγόμενης περί του χρόνου είσπραξης του εν λόγω ποσού από την Ενάγουσα δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά της Ενάγουσας. Υποδείχθηκε, επίσης, ότι η Ενάγουσα στην μαρτυρία της δεν υπέδειξε πότε είχε εισπράξει το εν λόγω ποσό από τους Myers. Ό,τι μόνο επί του προκειμένου ανέφερε ήταν ότι στις 5.10.06 είχε πρόθεση να το παραδώσει στην Εναγόμενη. Ισχυρισμός ο οποίος για τους λόγους που ενωρίτερα εξηγήθηκαν δεν έγινε αποδεκτός. Η μαρτυρία της Εναγόμενης είναι αποδεκτή στην ολότητά της. Τα όσα δε συνιστούν την μαρτυρία της αποτελούν ευρήματά μου. Το άρθρο 32 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, όπως τροποποιήθηκε, προνοεί τα ακόλουθα: «Κακόβουλη δίωξη συνίσταται στην πραγματική, κακόβουλη και χωρίς εύλογη και πιθανή αιτία έναρξη ή συνέχιση ανεπιτυχούς ποινικής, πτωχευτικής ή για διάλυση εταιρείας διαδικασίας κατά οποιουδήποτε προσώπου, αν η διαδικασία αυτή— (α) προκάλεσε σκάνδαλο στην υπόληψη ή την φήμη του προσώπου αυτού ή πιθανή απώλεια της ελευθερίας του· και (β) κατέληξε, αν στην πραγματικότητα μπορούσε έτσι να καταλήξει, υπέρ του προσώπου αυτού: Νοείται ότι καμιά αγωγή για κακόβουλη δίωξη δεν εγείρεται κατά οποιουδήποτε προσώπου για μόνο το λόγο ότι το πρόσωπο αυτό παρείχε πληροφορίες σε κάποια αρμόδια αρχή η οποία και άρχισε οποιαδήποτε διαδικασία». Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: η έναρξη ή η συνέχιση ποινικής, πτωχευτικής ή για διάλυση εταιρείας διαδικασίας από τον εναγόμενο η ανεπιτυχής κατάληξη της διαδικασίας η δίωξη να έγινε με κακόβουλη πρόθεση και χωρίς εύλογη αιτία και η πρόκληση ζημιάς στην φήμη ή την υπόληψη του ενάγοντα ή πιθανής απώλειας της ελευθερίας του. Το βάρος απόδειξης των συστατικών στοιχείων του αδικήματος φέρει ο ενάγων. Απόδειξη κακόβουλης πρόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δεν απαλλάσσει τον ενάγοντα από την υποχρέωση να αποδείξει τα υπόλοιπα συστατικά στοιχεία του αδικήματος (Βλ. Martin v. Watson
(1996)AC 74). Η ανεπιτυχής κατάληξη της διαδικασίας, δηλαδή, κατάληξη υπέρ του ενάγοντα είναι αναγκαίο συστατικό του αδικήματος. Αναφορικά με ποινική δίωξη τούτο δεν περιορίζεται σε αθώωση μετά από πλήρη δίκη. Είναι αρκετό αν η διαδικασία διεκόπη και εγκαταλείφθηκε ή υπήρξε αθώωση για τυπικούς λόγους ή αν η καταδίκη ακυρώθηκε κατ' έφεση (Βλ. Herniman v. Smith
(1938)A C 305 και το σύγγραμμα «Κεφάλαιο 148, Αστικά Αδικήματα των Αρτέμη & Ερωτοκρίτου», Τόμος 1, σελ. 106). Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το συστατικό αυτό στοιχείο του αδικήματος αποδείχθηκε και επ' αυτού δεν υπάρχει διαφωνία από την πλευρά της Υπεράσπισης. Η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε τα Τεκμήρια 1 και
- Από αυτά δε προκύπτει ότι εναντίον της Ενάγουσας σχηματίσθηκε η υπό της Ενάγουσας ισχυριζόμενη ποινική υπόθεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου με αριθμό 2130/07 με παραπονούμενη την Εναγόμενη και ότι αυτή κατέληξε σε αθώωση της Ενάγουσας. Σε σχέση με το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος αναφέρονται τα ακόλουθα. Η έναρξη της διαδικασίας πρέπει να είναι πραγματική και άμεση. Στην υπό εξέταση περίπτωση η έναρξη της ποινικής διαδικασίας εναντίον της Ενάγουσας ήταν πραγματική. Απομένει να αποφασισθεί αν αυτή άρχισε από την Εναγόμενη ή την Αστυνομία. Ζήτημα το οποίο εγείρεται με την Υπεράσπιση ως επίδικο και το οποίο πραγματεύεται σε έκταση η πλευρά της Εναγόμενης με την αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου της. Στην πρώτη περίπτωση το πρώτο συστατικό στοιχείο ικανοποιείται. Στην δεύτερη όχι. Στο Αγγλικό σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 20η έκδοση, σελίδα 1072, παρ. 16-11 αναφέρεται ότι δύο είναι τα θέματα που τίθενται προς εξέταση: (α) τι συνιστά δίωξη και (β) ποιος είναι ο διώκτης. Αναφορικά με το πρώτο υπογραμμίζεται ότι υπάρχει δίωξη όταν ο νόμος τίθεται σε μηχανισμό και ο νόμος τίθεται σε μηχανισμό μόνο με προσφυγή σε κάποιο πρόσωπο ενδεδυμένο με δικαστική εξουσία αναφορικά με το ζήτημα που τίθεται επί τάπητος. Στην προκείμενη περίπτωση αναμφίβολα υπήρξε δίωξη με την καταχώρηση της ποινικής υπόθεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου με αριθμό 2130/
- Επίσης, για να καταστεί κάποιος υπόλογος για κακόβουλη δίωξη πρέπει τουλάχιστον να έχει κάνει ενεργά διαβήματα ή να είναι ενεργά αναμεμειγμένος (actively instrumental) στο να τεθεί σε εφαρμογή ο μηχανισμός του νόμου. Έτσι όταν ιατροδικαστικοί επιστήμονες ετοίμασαν πιστοποιητικά για την Αστυνομία και τις διωκτικές αρχές ως αποτέλεσμα των οποίων ο ενάγων κατηγορήθηκε για φόνο δεν κρίθηκαν υπόλογοι για κακόβουλη δίωξη καθότι με κανένα τρόπο δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ότι άρχισαν την ποινική δίωξη. Κρίθηκε ότι απλά παρείχαν πληροφορίες οι οποίες ζητήθηκαν από εκείνους που έπρεπε να αποφασίσουν αν θα έθεταν τον νόμο σε μηχανισμό (Βλ. Evans v. London Hospital Medical College
(1981)1 WLR 184). Αναφορικά με το δεύτερο πλέον διαφωτιστική είναι η Αγγλική υπόθεση Martin v. Watson
(1996)AC 74. Στην πιο πάνω υπόθεση λέχθηκε ότι όταν κάποιος απλά δίνει πληροφορίες στην Αστυνομία στην βάση των οποίων λαμβάνεται απόφαση από την Αστυνομία για άσκηση ποινικής δίωξης δεν είναι υπόλογος για κακόβουλη δίωξη. Ο ενάγων θα πρέπει να αποδείξει ότι ο εναγόμενος ενήργησε με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι ευθέως υπεύθυνος για την έναρξη της δίωξης. Η ευθύνη για την έναρξη της δίωξης πρέπει να είναι δική του και όχι το αποτέλεσμα της ανεξάρτητης απόφασης της Αστυνομίας για δίωξη. Ωστόσο ο καταγγέλλων ή ο παραπονούμενος θα θεωρηθεί ο διώκτης (prosecutor) και θα είναι υπόλογος για κακόβουλη δίωξη αν οι ακόλουθες προϋποθέσεις ικανοποιούνται: ο εναγόμενος ψευδώς και κακόβουλα έδωσε πληροφορίες για ισχυριζόμενο αδίκημα σε αστυνομικό εκδηλώνοντας προθυμία να καταθέσει εναντίον του ενάγοντα και με τέτοιο τρόπο ώστε να καθίσταται δέον να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι ο εναγόμενος επιθυμούσε και στόχευε όπως κινηθεί δίωξη εναντίον του ενάγοντα οι περιστάσεις είναι τέτοιες ώστε τα γεγονότα που σχετίζονται με το ισχυριζόμενο αδίκημα είναι αποκλειστικά στην γνώση του εναγόμενου ώστε να είναι πρακτικά αδύνατο για τον δημόσιο κατήγορο να ασκήσει ανεξάρτητη κρίση επί του ζητήματος και η διαγωγή του εναγόμενου πρέπει να είναι τέτοια ώστε η δίωξη από το παράπονό του να καθίσταται αναπόφευκτη. Η διαγωγή του εναγόμενου πρέπει να είναι τέτοιας φύσης ώστε αν ασκηθεί δίωξη από τον δημόσιο κατήγορο η ορθή θεώρηση του πράγματος είναι ότι η δίωξη αυτή υποκινήθηκε από τον παραπονούμενο. Στην πιο πάνω υπόθεση οι διάδικοι είχαν ιστορικό κακής σχέσης. Η εναγόμενη υπέβαλε παράπονο στην Αστυνομία ότι ο ενάγων της είχε επιτεθεί άσεμνα. Ο Ενάγων συνελήφθηκε και κατηγορήθηκε αλλά εν τέλει η Κατηγορούσα Αρχή δεν προσέφερε μαρτυρία εναντίον του. Το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε εύρημα ότι η εναγόμενη είχε εσκεμμένα προβεί σε ψευδή δήλωση εναντίον του ενάγοντα με στόχο όπως η Αστυνομία στην βάση της καταγγελίας της ασκήσει ποινική δίωξη εναντίον του ενάγοντα. Κρίθηκε από την Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων ότι στην βάση των ευρημάτων του πρωτόδικου Δικαστηρίου το πρόσωπο που ευθύνονταν για την έναρξη της δίωξης ήταν η εναγόμενη. Αυτή ήταν ο διώκτης και όχι η Αστυνομία. Μεταγενέστερες αποφάσεις του Αγγλικού Εφετείου στις υποθέσεις Mahon v. Rahn (No. 2)
(2000)1 WLR 2150, H v. AB
(2009)EWCA Civ 1092 και Ministry of Justice v. Scott
(2009)EWCA Civ 1215 διασαφήνισαν την εφαρμογή της προσέγγισης στην Martin v. Watson. Στις πιο πάνω υποθέσεις οι διώξεις έγιναν από ανεξάρτητες δημόσιες αρχές και με αυτές καθίσταται ξεκάθαρο ότι σε τέτοιες περιπτώσεις διώκτης δεν είναι ο καταγγέλλων ή ο παραπονούμενος εκτός αν η διακριτική ευχέρεια του δημόσιου κατήγορου έγινε με κάποιο τρόπο αντικείμενο επιτήδειου χειρισμού (manipulated) ή υποκαταστάθηκε (overborne) από τον παραπονούμενο ή, όπως στην Scott, αν ο εναγόμενος «υποκίνησε» (procured) την δίωξη. Αυτό αντιστοιχεί στην δεύτερη προϋπόθεση της Martin v. Watson, ότι, δηλαδή, η διωκτική αρχή αδυνατεί να ασκήσει την διακριτική της ευχέρεια. Οι συγγραφείς του προαναφερόμενου συγγράμματος σχολιάζουν ότι το φάσμα των υποθέσεων στις οποίες θα παρατηρείται κάτι τέτοιο είναι περιορισμένο καθώς το ζύγιασμα της πειστικότητας της διαθέσιμης μαρτυρίας είναι μέρος του ρόλου του δημόσιου κατήγορου και βήμα στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Είναι, επίσης, σαφές ότι όταν ο παραπονούμενος δεν είναι ο διώκτης, τότε, ούτε η έλλειψη ειλικρίνειας, ούτε η κακόβουλη πρόθεση (malice) είναι αρκετά για να στοιχειοθετήσουν υπόθεση κακόβουλης δίωξης. Στην υπόθεση H v. AB
(2009)EWCA Civ 1092 η εναγόμενη ήταν η παραπονούμενη και η κύρια μάρτυρας σε υπόθεση για βιασμό η οποία πέτυχε πρωτόδικα. Ο κατηγορούμενος/ενάγων στον οποίο επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 4 ετών εξέτισε μόνο 2 χρόνια και, ακολούθως, αφέθηκε ελεύθερος όταν η καταδίκη αφότου ήρθαν στο φως νέα στοιχεία κρίθηκε ακροσφαλής. Επανεκδίκαση δεν διατάχθηκε. Το Αγγλικό Εφετείο αποφάσισε ότι η εναγόμενη αφ' ης στιγμής δεν είχε κάνει οτιδήποτε για να υποκινήσει την δίωξη - δεν κατήγγειλε το περιστατικό στην Αστυνομία παρά μόνο περιορίσθηκε να το εκμηστηρευθεί σε συναδέλφους της ένας εκ των οποίων στην συνέχεια ενημέρωσε την Αστυνομία - και έπρεπε, μάλιστα, να την πείσουν για να δώσει μαρτυρία δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ο διώκτης. Λέχθηκε, επίσης, ότι ακόμα και αν πήγαινε από μόνη της στις Αρχές και πάλι δεν θα θεωρούνταν διώκτης. Ήταν απαραίτητο να καταδειχθεί ότι είχε εσκεμμένα χειρισθεί (manipulated) τις Αρχές στο να ακολουθήσουν μια πορεία την οποία υπό άλλες συνθήκες οι Αρχές δεν θα ακολουθούσαν. Η ψευδολογία (mendacity) ή έλλειψη ειλικρίνειας δεν θα αρκούσαν έστω και αν τα στοιχεία αυτά αποδεικνύονταν. Οι συγγραφείς του προαναφερόμενου συγγράμματος σχολιάζουν ότι ένας λόγος γι' αυτό είναι ότι οι διωκτικές αρχές αξιολογούν την αξιοπιστία του παραπονούμενου στην βάση της ευλογοφάνειας (plausibility) και της περιστατικής μαρτυρίας. Οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες ένας παραπονούμενος - ακόμα και ένας ανειλικρινής παραπονούμενος - μπορεί να θεωρηθεί διώκτης όταν το παράπονο του διερευνάται από μια ανεξάρτητη διωκτική αρχή είναι πολύ περιορισμένες. Είναι απαραίτητο να καταδειχθεί ο χειρισμός (manipulation) της συγκεκριμένης Αρχής με σκοπό ο παραπονούμενος να πετύχει ή καταφέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα της άσκησης δίωξης. Ο Wall L.J. είπε ότι όταν η διωκτική αρχή λαμβάνει μια ανεξάρτητη απόφαση για άσκηση δίωξης και η απόφαση αυτή δεν υποκαθίσταται (overborne) ή διαστρεβλώνεται (perverted) με κάποιο τρόπο από τον παραπονούμενο ο παραπονούμενος δεν θεωρείται ο διώκτης. Έτσι, οι επιτυχείς αγωγές θα είναι σπάνιες. Και αυτό ανεξάρτητα από το αν ο παραπονούμενος είπε την αλήθεια ή όχι. Επίσης, η κακόβουλη πρόθεση δεν αφαιρεί την προστασία που διασφαλίζει αυτό το κριτήριο. Υπό το φως των πιο πάνω ακολουθεί ότι διώκτης θα πρέπει να θεωρείται η διωκτική αρχή και μόνο όταν συντρέχουν πειστικοί λόγοι θα θεωρείται ο παραπονούμενος ως ο ουσιαστικός διώκτης. Τέλος, στην υπόθεση Ministry of Justice v. Scott
(2009)EWCA Civ 1215 ο ενάγων είχε δεχθεί επίθεση από δεσμοφύλακα ενώ εξέτιε ποινή φυλάκισης. Εν τέλει κατηγορήθηκε ο ίδιος, μεταξύ άλλων, για επίθεση εναντίον του δεσμοφύλακα, αλλά στην δίκη αθωώθηκε. Στην αγωγή που καταχώρησε για κακόβουλη δίωξη ισχυρίσθηκε ότι 5 δεσμοφύλακες είχαν δώσει ψευδή μαρτυρία στην ποινική υπόθεση. Το Αγγλικό Εφετείο σημείωσε ότι αν και ο ρόλος της Αστυνομίας στο σύγχρονο δίκαιο καθιστά σπάνιο όπως οι παραπονούμενοι θεωρούνται οι διώκτες στην περίπτωση που η διωκτική αρχή λαμβάνει απόφαση να ασκήσει ποινική δίωξη, εντούτοις, στην πιο πάνω υπόθεση αποφάσισε ότι δεν θα ήταν ρεαλιστικό να θεωρηθεί ότι η διωκτική αρχή θα έκανε κάτι διαφορετικό από του να προχωρήσει με δίωξη όταν πέντε δεσμοφύλακες είχαν δώσει μαρτυρία και, μάλιστα, τόσο δυνατή. Ήταν αδύνατο να θεωρηθεί ότι η διωκτική αρχή υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων είχε ασκήσει ανεξάρτητη κρίση. Κρίθηκε ότι η μαρτυρία των πέντε ήταν αποφασιστικής σημασίας για την λήψη της ανεξάρτητης απόφασης της διωκτικής αρχής και ότι αυτοί είχαν υποκινήσει την δίωξη. Ήταν, επομένως, οι διώκτες. Οι συγγραφείς του προαναφερόμενου συγγράμματος στην βάση της πιο πάνω Νομολογίας καταλήγουν στις εξής διαπιστώσεις. Η προσέγγιση που υιοθετήθηκε στην υπόθεση H v. AB
(2009)EWCA Civ 1092 υποδεικνύει ότι (α) ο εναγόμενος δεν θα θεωρηθεί ο διώκτης έστω και αν ήταν ανειλικρινής και (β) απουσία μαρτυρίας ως προς την ανειλικρίνεια ή το αθέμιτο κίνητρο του εναγόμενου δεν αποτελεί λόγο για να μην θεωρηθεί ο διώκτης. Αν, όμως, καταδειχθεί ότι ο εναγόμενος δεν ήταν ανειλικρινής ή κακόβουλος αυτό θα είναι αποφασιστικό προς όφελός του ανεξαρτήτως του ρόλου που έπαιξε. Από την Martin v. Watson προκύπτει ότι ο παραπονούμενος είναι ο διώκτης μόνο όταν είναι και ανειλικρινής και κακόβουλος. Η μαρτυρία που αποδέχθηκα δεν αφήνει περιθώριο για κατάληξη άλλη από το ότι η Εναγόμενη δεν ήταν ο διώκτης. Συναφώς η Εναγόμενη με την μαρτυρία της ισχυρίσθηκε ότι στην καταγγελία της στην Αστυνομία ανέφερε ό,τι ανέφερε και διά ζώσης ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορικά με τα διαμειφθέντα και γενικά τις ενέργειες της Ενάγουσας. Αποδεχόμενο το Δικαστήριο ως αληθινή την μαρτυρία της Εναγόμενης αποδέχθηκε κατά συνέπεια ότι η Εναγόμενη ήταν ειλικρινής στην καταγγελία της και, επομένως, ότι οι πληροφορίες που έδωσε στην Αστυνομία δεν ήταν ψευδείς ή κακόβουλες, αλλά η αλήθεια. Όπως και πιο πάνω υποδεικνύεται αν καταδειχθεί ότι ο εναγόμενος δεν ήταν ανειλικρινής ή κακόβουλος στο υπό αυτού υποβληθέν παράπονο, αυτό θα είναι αποφασιστικό προς όφελός του ανεξαρτήτως του ρόλου που έπαιξε. Σύμφωνα με την Martin v. Watson προϋπόθεση για να είναι ο παραπονούμενος ο διώκτης είναι να είναι, μεταξύ άλλων, και ανειλικρινής και κακόβουλος. Το εύρημά μου ως προς την ειλικρίνεια της Εναγόμενης αναφορικά με την καταγγελία της στην Αστυνομία την αποκλείει από διώκτη. Έπειτα είναι και το άλλο. Η Εναγόμενη υπέβαλε απλά ένα παράπονο στην Αστυνομία βασιζόμενη στο ότι η Ενάγουσα είχε εισπράξει ενοίκιο από τους Myers καθ' ον χρόνο η Εναγόμενη δεν δικαιούνταν να το εισπράξει αφ' ης στιγμής είχε ήδη απολυθεί από την Εναγόμενη και αρνείτο να το παραδώσει στην Εναγόμενη. Και παρασταίνοντας ψευδώς ότι το εισέπραττε για την Εναγόμενη. Στην βάση του πιο πάνω παραπόνου, η αξιολόγηση του οποίου επαφίονταν στην κρίση της Αστυνομίας με βάση τα αναγνωρισμένα κριτήρια που πιο πάνω αναφέρθηκαν, όπως του στοιχείου της ευλογοφάνειας, και της διερεύνησης στην οποία προέβη η Αστυνομία, δεν μπορεί να λεχθεί ότι η Αστυνομία αδυνατούσε να ασκήσει ανεξάρτητη κρίση. Ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι η απόφαση της Αστυνομίας για δίωξη της Ενάγουσας υποκινήθηκε από την Εναγόμενη ή ότι ήταν το αποτέλεσμα επιτήδειου χειρισμού από μέρους της Εναγόμενης. Η περί του αντιθέτου θέση της Ενάγουσας ότι η καταγγελία της Εναγόμενης ήταν ψευδής και αναληθής και ότι στην ουσία στην βάση του ψεύδους της Εναγόμενης η Αστυνομία έγινε αντικείμενο επιτήδειου χειρισμού από την Εναγόμενη ώστε η Εναγόμενη να καταφέρει το επιθυμητό γι' αυτήν αποτέλεσμα της άσκησης ποινικής δίωξης εναντίον της Ενάγουσας δεν έγινε αποδεκτή. Με προεξάρχουσα την διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι η καταγγελία της Εναγόμενης στην Αστυνομία ήταν αληθής. Πέραν τούτου τίποτε άλλο δεν υποστηρίχθηκε ή προβλήθηκε από την Ενάγουσα. Υπό το φως των πιο πάνω ακολουθεί ότι η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει ότι η Εναγόμενη εσκεμμένα χειρίσθηκε την διωκτική αρχή με τρόπο τέτοιο ώστε η διωκτική αρχή να ακολουθήσει μια πορεία την οποία υπό άλλες συνθήκες δεν θα ακολουθούσε ή ότι η απόφαση της Αστυνομίας για άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον της Ενάγουσας είχε διαστρεβλωθεί από την Εναγόμενη. Συνακόλουθα η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει και το δεύτερο κριτήριο της Martin v. Watson. Η πιο πάνω κατάληξή μου είναι καταλυτική για την τύχη της αγωγής. Όπως και ενωρίτερα υποδείχθηκε ο ενάγων έχει το βάρος να αποδείξει την ύπαρξη κακόβουλης πρόθεσης και την έλλειψη εύλογης αιτίας από μέρους του προσώπου που άρχισε την ποινική δίωξη και, επομένως, του διώκτη. Και ότι η δίωξη προκάλεσε ζημία σε αυτόν. Η κατάληξή μου ότι η Εναγόμενη δεν ήταν ο διώκτης καθιστά περιττή την ενασχόληση με τα δυό υπόλοιπα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Είμαι, όμως, διατεθειμένος να τα εξετάσω σε περίπτωση που ήθελε κατ' έφεση κριθεί ότι το συμπέρασμά μου ότι η Εναγόμενη δεν ήταν ο διώκτης είναι εσφαλμένο. Ο όρος «εύλογη και πιθανή αιτία» σημαίνει έντιμη πεποίθηση βασισμένη σε εύλογη βάση, ήτοι στην ύπαρξη τέτοιων περιστατικών τα οποία αν υποθέσομε ότι είναι αληθή θα οδηγούσαν τον λογικό άνθρωπο στην θέση του καταγγέλοντα να συμπεράνει ότι ο κατηγορούμενος πιθανόν να είναι ένοχος για το ποινικό αδίκημα για το οποίο διώχθηκε (Βλ. Hicks v. Faulkner
(1878)8 QBD 167, 171). Δεν είναι αναγκαίο να καταδειχθεί ότι ο εναγόμενος πίστευε ότι ο ενάγων πιθανώς να καταδικαζόταν. Δύο είναι τα αναγκαία στοιχεία: η πραγματική ύπαρξη εύλογης πιθανής αιτίας στο μυαλό του λογικού ανθρώπου και η γνήσια πεποίθηση του εναγόμενου ότι ο ενάγων ήταν πιθανώς ένοχος (Βλ. Tempest v. Snowden
(1952)1 KB 130, 138 και το Σύγγραμμα «Κεφάλαιο 148, Αστικά Αδικήματα των Αρτέμη & Ερωτοκρίτου», Τόμος 1, σελ. 106). Παλαιότερες Αγγλικές αποφάσεις υποδεικνύουν ότι είναι αρκετό ο κατήγορος απλά να πιστεύει στο δικαίωμά του για δίωξη ή ότι η δίωξη είναι δικαιολογημένη και δεν είναι απαραίτητη η ύπαρξη από μέρους του θετικής πεποίθησης στην ενοχή του κατηγορούμενου (Βλ. Turner v. Ambler
(1847)10 QB 252 και Haddrick v. Heslop
(1848)12 QB 267). Το βάρος απόδειξης έλλειψης εύλογης και πιθανής αιτίας φέρει ο ενάγων (Βλ. το Σύγγραμμα «Κεφάλαιο 148, Αστικά Αδικήματα των Αρτέμη & Ερωτοκρίτου», Τόμος 1, σελ. 106. Επίσης, η έναρξη της διαδικασίας πρέπει να είναι κακόβουλη. Τούτο σημαίνει κάποιο παράνομο ή ανεπίτρεπτο κίνητρο, αλλά δεν περιλαμβάνει αγανάκτηση ή εκδίκηση για την ζημιά και βλάβη που επέφερε το κατ' ισχυρισμό αδίκημα (Βλ. Brown v. Hawkes
(1891)2 QB 718, 722). Καλύπτει, όμως, κάθε κίνητρο άλλο από επιθυμία τιμωρίας του ενάγοντα (Βλ. το Σύγγραμμα «Κεφάλαιο 148, Αστικά Αδικήματα των Αρτέμη & Ερωτοκρίτου», Τόμος 1, σελίδες 106-107). Συναφώς το ορθό κίνητρο για την άσκηση μιας ποινικής δίωξης είναι η επιθυμία για απονομή της δικαιοσύνης και την τιμωρία του ενάγοντα. Η κακόβουλη πρόθεση και η έλλειψη εύλογης και πιθανής αιτίας είναι ξεχωριστά στοιχεία που πρέπει να συνυπάρχουν (Βλ. το Σύγγραμμα «Κεφάλαιο 148, Αστικά Αδικήματα των Αρτέμη & Ερωτοκρίτου», Τόμος 1, σελ. 107). Η έλλειψη έντιμης πρόθεσης μπορεί κάλλιστα να εξαχθεί από την έλλειψη έντιμης πεποίθησης. Κάποιος που τελεί υπό την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει αιτία δίωξης έχει ως κίνητρο άλλο από την επιθυμία της προώθησης της απονομής της δικαιοσύνης. Σε τέτοια περίτπωση η έλλειψη έντιμης πεποίθησης συνεπάγεται την ύπαρξη κακόβουλης πρόθεσης. Όμως, δεν ισχύει και το αντίστροφο. Κακόβουλο κίνητρο μπορεί κάλλιστα να συνυπάρχει με γνήσια πεποίθηση στην ενοχή του κατηγορούμενου. Και αν το δεύτερο δεν αποδειχθεί το κενό δεν καλύπτεται από απόδειξη κακόβουλης πρόθεσης (Βλ. Turner v. Ambler
(1847)10 QB 252). Σύμφωνα με την μαρτυρία που αποδέχθηκα η Ενάγουσα είχε μετά την απόλυσή της από την Εναγόμενη και, επομένως, χωρίς κανένα δικαίωμα προβεί στην είσπραξη του ενοικίου από τους Myers, ενοίκιο το οποίο δικαιούνταν η Εναγόμενη και όχι η Ενάγουσα, και παρασταίνοντας ψευδώς στους Myers ότι εισέπραττε αυτό εκ μέρους και για λογαριασμό της Εναγόμενης. Επίσης, όταν η Εναγόμενη ζήτησε από την Ενάγουσα να της καταβάλει το εν λόγω ποσό το οποίο η Ενάγουσα παράνομα εισέπραξε η Ενάγουσα αρνήθηκε να το παραδώσει στην Εναγόμενη. Από τα δύο πιο πάνω γεγονότα προκύπτει η ύπαρξη εύλογης και πιθανής αιτίας για το ότι η Ενάγουσα ήταν πιθανόν ένοχη για το ποινικό αδίκημα για το οποίο εν τέλει διώχθηκε. Δέχομαι, επίσης, ότι και η Εναγόμενη είχε διαμορφώσει την ίδια πεποίθηση ως ήταν η πάγια θέση της. Πεποίθηση η οποία βασίζεται σε ό,τι εύλογα και λογικά αναδύεται από τα πιο πάνω γεγονότα. Υπό το φως των πιο πάνω δέχομαι, επίσης, ότι την καταγγελία της Εναγόμενης στην Αστυνομία δεν την εξώθησε παράνομο ή ανεπίτρεπτο κίνητρο. Εύλογα από τα πιο πάνω προκύπτει ότι κίνητρο για την εν λόγω καταγγελία αποτέλεσε η επιθυμία της Εναγόμενης για την τιμωρία της Ενάγουσας από τις παράνομές της πράξεις. Θέση η οποία και προωθήθηκε μέσα από την μαρτυρία της Εναγόμενης την οποία και, επίσης, αποδέχομαι. Αναφορικά με το θέμα της ζημίας υποδεικνύονται τα ακόλουθα. Στην Αγγλική υπόθεση Savile v. Roberts
(1698)12 Mod. 208 λέχθηκε ότι οποιοδήποτε από τα ακόλουθα είδη ζημίας δύναται να στοιχειοθετήσει αγωγή για κακόβουλη δίωξη: (α) ζημία στην φήμη του ενάγοντα αν η κατηγορία αφορά σε ζήτημα σκανδαλώδες, ήτοι δυσφημιστικό, (β) ζημία στο πρόσωπο του ενάγοντα όπως στην περίπτωση που ο ενάγων κινδυνεύει να χάσει την ζωή του, την σωματική του ακεραιότητα ή την ελευθερία του και (γ) ζημία στην περιουσία του ενάγοντα όπως όταν αναγκάζεται να ξοδέψει χρήματα σε απαραίτητα έξοδα για να αθωώσει τον εαυτό του για το αδίκημα για το οποίο κατηγορήθηκε. Στο Αγγλικό σύγγραμμα McGregor on Damages, 18η έκδοση, παράγραφος 38-003, σελ. 1580 αναφέρεται ότι στις περισσότερες ποινικές διώξεις ικανοποιούνται και τα τρία πιο πάνω αναφερόμενα είδη ζημίας. Υπάρχουν, όμως, και κάποιες στις οποίες δεν ικανοποιείται κανένα. Όπως αυτές που δεν εμπεριέχουν το στοιχείο του σκανδάλου και δεν προσβάλλουν την καλή φήμη του κατηγορούμενου, μπορούν να απολήξουν μόνο σε επιβολή προστίμου και ο κατηγορούμενος αν επιτύχει μπορεί να ανακτήσει έξοδα. Στην Αγγλική υπόθεση Manley v. Commissioner of Police for the Metropolis
(2006)EWCA Civ 879 λέχθηκε ότι η έκταση της ζημίας στην καλή φήμη του ενάγοντα θα εξαρτηθεί από την πραγματική του φήμη (actual reputation) καθώς και από την σοβαρότητα του αδικήματος για το οποίο αυτός διώχτηκε κακόβουλα. Αναφορικά με την ζημιά στην περιουσία λέχθηκε ότι αυτή αφορά σε οικονομική απώλεια (pecuniary loss) η οποία προκαλείται από τα έξοδα τα οποία υπέστη ο ενάγων για να υπερασπισθεί την κατηγορία ή τις κατηγορίες. Η κύρια ζημία είναι η ζημία ή η βλάβη στην καλή φήμη του ενάγοντα. Επιπρόσθετα ο επιτυχών ενάγων δύναται να ανακτήσει αποζημιώσεις και για την ζημία που επήλθε στα αισθήματα του (injury to his feelings), ήτοι για την ταπείνωση και τον εξευτελισμό η οποία προκλήθηκε σε αυτόν από το γεγονός ότι του προσάχθηκε κατηγορία. Αυτό είναι το δεύτερο είδος ζημίας που υποδεικνύεται στην υπόθεση Savile v. Roberts
(1698)12 Mod. 208 που πιο πάνω μνημονεύεται, ήτοι ο κίνδυνος ο κατηγορούμενος να χάσει την ζωή του, την σωματική του ακεραιότητα ή την ελευθερία του. Ο ενάγων δύναται, λοιπόν, να ανακτήσει αποζημιώσεις για το ότι κινδύνευσε να καταδικασθεί. Και αυτό βασικά είναι αποζημιώσεις για βλάβη στα αισθήματα. Αν υπήρξε σύλληψη και κράτηση μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης ο ενάγων δύναται να ανακτήσει περαιτέρω αποζημιώσεις οι οποίες θα είναι οι ίδιες με τις αποζημιώσεις που επιδικάζονται σε αγωγή για παράνομη κατακράτηση προσώπου (false imprisonment) (Βλ. McGregor on Damages, 18η έκδοση, παράγραφος 38-003, σελ. 1580). Στην Αγγλική υπόθεση Thompson v. Commissioner of Police for the Metropolis
(1998)QB 498, CA δόθηκαν κατευθυντήριες γραμμές για το ύψος των ποσών που θα πρέπει να επιδικάζονται γι' αυτού του είδους την ζημιά η οποία δεν είναι οικονομική ζημία (non-pecuniary loss). Αυτές είναι βασικές αποζημιώσεις και δεν περιλαμβάνουν επαυξημένες αποζημιώσεις ή οικονομική ζημία. Καθορίσθηκε ως αφετηρία το ποσό των 2.000 Στερλινών και για δίωξη η οποία συνεχίσθηκε για δύο χρόνια λέχθηκε ότι ένα ποσό της τάξης των 10.000 Στερλινών είναι αποδεκτό. Αν η κακόβουλη δίωξη κατέληξε σε καταδίκη η οποία παραμερίσθηκε κατ' έφεση θα πρέπει να επιδικασθούν μεγαλύτερες αποζημιώσεις οι οποίες θα αντανακλούν την μεγαλύτερη περίοδο χρόνου κατά την διάρκεια της οποίας ο ενάγων διέτρεχε τον κίνδυνο της καταδίκης και την μεγαλύτερη περίοδο χρόνου κατά την διάρκεια της οποίας τελούσε υπό αγωνία (distress). Οι συγγραφείς του προαναφερόμενου συγγράμματος σχολιάζουν ότι τα πιο πάνω ποσά θα πρέπει να επιδικάζονται όταν η κακόβουλη δίωξη δεν έγινε από την Αστυνομία. Στην υπόθεση Thompson v. Commissioner of Police for the Metropolis
(1998)QB 498, CA, που πιο πάνω μνημονεύεται, οι ενάγοντες ήταν καλού χαρακτήρα σε αντίθεση με τον ενάγοντα στην υπόθεση Manley v. Commissioner of Police for the Metropolis
(2006)EWCA Civ 879, που, επίσης, πιο πάνω μνημονεύεται, ο οποίος ήταν κακού χαρακτήρα. Στην κρίση του Αγγλικού Εφετείου αυτό δεν επηρέασε δυσμενώς την επιδίκαση του ύψους των αποζημιώσεων. Σύμφωνα με τον Waller L.J. παρόλο που στην περίπτωση ενός ενάγοντα με κακό χαρακτήρα η απώλεια στην φήμη θα είναι μικρότερη ο κίνδυνος να πετύχει η κακόβουλη δίωξη είναι μεγαλύτερος με αποτέλεσμα και ο κίνδυνος για επιβολή ποινής φυλάκισης για μεγαλύτερη περίοδο να είναι, επίσης, μεγαλύτερος με αποτέλεσμα και η αγωνία να επαυξάνεται. Στην πιο πάνω υπόθεση παρατηρήθηκε σε κάποιο βαθμό απόκλιση από την μέχρι τότε προσέγγιση του Αγγλικού Εφετείου στο θέμα. Σημειώνεται ότι στην παλαιότερη υπόθεση Clark v. Chief Constable of Cleveland Police
(1999)EWCA Civ 1357 ο κακός χαρακτήρας του ενάγοντα θεωρήθηκε παράγοντας που προσμετρούσε προς μείωση των αποζημιώσεων. Στην Manley το ποσό των 1.500 Στερλινών που επιδικάσθηκε πρωτόδικα αυξήθηκε κατ' έφεση σε 4.000 Στερλίνες. Αναφορικά με οικονομική ζημία (pecuniary loss) είναι η άποψη των συγγραφέων του προαναφερόμενου συγγράμματος ότι αποζημιώσεις για απώλεια εργασίας (loss of general business and employment) είναι ανακτήσιμες. Στην Αγγλική υπόθεση Childs v. Lewis
(1924)40 TLR η οποία ήταν αγωγή για παράνομη κατακράτηση προσώπου λέχθηκε ότι αν η αγωγή ήταν για κακόβουλη δίωξη η απώλεια της αμοιβής του ενάγοντα υπό την ιδιότητά του ως διευθυντής (director's fees) η οποία επήλθε λόγω του ότι εξαναγκάσθηκε να παραιτηθεί θα ήταν ανακτήσιμη. Ανακτήσιμα είναι, επίσης, τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε ο ενάγων για να υπερασπισθεί την ποινική υπόθεση (Βλ. Savile v. Roberts
(1698)12 Mod. 208). Σε αγωγή για κακόβουλη δίωξη δύνανται να επιδικασθούν και επαυξημένες αποζημιώσεις (aggravated damages). Στην υπόθεση Thompson v. Commissioner of Police for the Metropolis
(1998)QB 498, CA, που πιο πάνω μνημονεύεται, λέχθηκε ότι παράγοντες που συνηγορούν με την επιδίκαση επαυξημένων αποζημιώσεων είναι εξευτελιστικές περιστάσεις που συντρέχουν κατά τον ουσιώδη χρόνο ή διαγωγή από εκείνους οι οποίοι ευθύνονται για την δίωξη η οποία καταδεικνύει ότι διενήργησαν την δίωξη με τρόπο προσβλητικό ή κακόβουλο ή καταπιεστικό. Από την άλλη, ο κακός χαρακτήρας του ενάγοντα προσμετρά προς μείωση των αποζημιώσεων. Στην πιο πάνω υπόθεση λέχθηκε, επίσης, ότι το ποσό που θα επιδικάζεται για επαυξημένες αποζημιώσεις δεν θα πρέπει να είναι μικρότερο από 1.000 Στερλίνες αλλά όχι και διπλάσιο των βασικών αποζημιώσεων εκτός αν οι βασικές αποζημιώσεις είναι μικρές. Η Ενάγουσα ισχυρίσθηκε - και η μαρτυρία της έγινε αποδεκτή - ότι είναι μια μορφωμένη γυναίκα. Έχει σπουδάσει και είναι καθηγήτρια και η καταγγελία της Εναγόμενης καθώς και η ποινική δίωξη που στην συνέχεια ηγέρθη εναντίον της στιγμάτισαν το όνομά της. Αναμφίβολα η ποινική κατηγορία ήταν σκανδαλώδης υπό την έννοια ότι ήταν δυσφημιστική για την Ενάγουσα αφ' ης στιγμής πρωτίστως ήταν σοβαρή. Ενδεικτικό για το τελευταίο είναι η μέγιστη ποινή που προβλέπεται από τον Ποινικό Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, η οποία είναι ποινή φυλάκισης 5 έτη. Η γενική, όμως, αναφορά από μέρους της Ενάγουσας σε στιγματισμό του ονόματός της δεν αρκεί. Είναι απαραίτητη για την απόδειξη ζημίας στην φήμη ή την υπόληψη του ενάγοντα να καταδειχθεί πρώτα η πραγματική του φήμη. Και ακολούθως αν αυτή ήταν τέτοια που συνεπεία της καταγγελίας ή της ποινικής δίωξης υπέστη ζημία. Η φήμη δε που έχει κάποιος είναι η άποψη που έχουν για την ποιότητα του χαρακτήρα του οι τρίτοι και όχι ο ίδιος για τον εαυτό του. Στην υπό εξέταση περίπτωση καμία μαρτυρία δεν παρουσιάσθηκε από την Ενάγουσα προς αυτή την κατεύθυνση με αποτέλεσμα και ο δικογραφημένος ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι «ήταν ευυπόληπτη πολίτης» να έχει παραμείνει αναπόδεικτος. Η παράλειψη αυτή της πλευράς της Ενάγουσας κρίνεται μοιραία. Συνακόλουθα καταλήγω ότι η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει ότι ως εκ της καταγγελίας της Εναγόμενης ή της ποινικής δίωξης εναντίον της προκλήθηκε ζημία στην υπόληψη ή την φήμη της. Κρίνω, όμως, ότι σε περίπτωση που αποδείκνυε την υπόθεσή της η Ενάγουσα θα δικαιούνταν σε αποζημιώσεις για προσβολή στα αισθήματά της. Ήδη δέχθηκα ότι η ποινική δίωξη προκάλεσε στην Ενάγουσα ταλαιπωρία και προσβολή στα αισθήματά της. Ενδεικτικός για το τελευταίο είναι ο ισχυρισμός της ο οποίος έγινε αποδεκτός ότι αισθανόταν πολύ άσχημα που εναντίον της εκκρεμούσε η κατηγορία. Γι' αυτή την ζημία κρίνω ότι ένα ποσό της τάξης των Ευρώ 8.000,00 σεντ θα ήταν ικανοποιητικό εν' όψει και του ότι η υπόθεση καταχωρήθηκε το έτος 2007 και έληξε με την έκδοση της απόφασης στις 27.5.10, ήτοι 3 χρόνια αργότερα. Η διάρκεια του χρόνου που χρειάσθηκε για να ολοκληρωθεί η ποινική υπόθεση είναι σχετική καθότι αυτή λογικά επαύξησε την αγωνία της Ενάγουσας για την υπόθεση. Αναφορικά με τυχόν πραγματική απώλεια ελευθερίας σημειώνεται ότι κανένας τέτοιος ισχυρισμός δεν δικογραφείται στην Έκθεση Απαίτησης. Οποιαδήποτε τυχόν απαίτηση προς αυτή την κατεύθυνση όφειλε να δικογραφηθεί και να τεκμηριωθεί με μαρτυρία. Στην προκειμένη περίπτωση ελλείπουν και τα δύο. Δεν μου διαφεύγει ότι αναφορά σε σύλληψη της Ενάγουσας γίνεται στην γραπτή δήλωση της Εναγόμενης - Τεκμήριο 3. Ελλείψει, όμως, δικογράφησης ο ισχυρισμός αυτός θα πρέπει να αγνοηθεί. Όπως και η σχετική αναφορά της Ενάγουσας στην αγόρευσή της. Τέλος, η Ενάγουσα απέτυχε να στοιχειοθετήσει απώλεια στην περιουσία της. Όπως και στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας της υποδείχθηκε η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει το ποσό των δικηγορικών εξόδων στο οποίο ως διατείνεται υπεβλήθη για να υπερασπισθεί την ποινική υπόθεση. Απέτυχε, επίσης, να αποδείξει ότι ένεκα των εμφανίσεων και παρουσιών της στο Δικαστήριο για την ποινική υπόθεση απώλεσε επαγγελματικό χρόνο. Καμία επιδίκαση για επαυξημένες ή τιμωρητικές αποζημιώσεις δεν χωρεί. Τίποτα δεν έχει υποδειχθεί ή προβληθεί από την Ενάγουσα που να δικαιολογεί την επιδίκαση τέτοιων αποζημιώσεων. Υπό το φως των πιο πάνω και σε περίπτωση που η αγωγή επιτύγχανε θα επιδίκαζα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης το ποσό των Ευρώ 8.000,00 σεντ πλέον τόκο επ' αυτού προς 5,5% ετησίως από 6.7.10 μέχρι 31.12.14 πλέον τόκο επί του ποσού των Ευρώ 8.000,00 σεντ προς 4% ετησίως από 1.1.15 μέχρι εξόφλησης. Εν' όψει, όμως, του ότι η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει την υπόθεσή της η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον της Ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Κακόβουλη δίωξη Subject: Civil / Other Actions / Final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο