← Κύπρος

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Diogenis Property Investments Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1039/14, 4/4/2016

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Diogenis Property Investments Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1039/14, 4/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A70 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1039/14 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, από τη Λευκωσία Ενάγουσας-Αιτήτριας και Diogenis Property Investments Ltd, A.T. C0175001, από την Πάφο Laprinom Enterprises Ltd, Α.Τ.0141185, από την Πάφο Διογένους Παναγιώτη, Α.Τ. 0574095, από την Πάφο A.G. & D.L. Goudi Property Investments Ltd, Α.Τ.0203298, από την Πάφο Ανδρέα Γ. Γεωργίου, Α.Τ. 0800095, από την Πάφο Χριστάκη Μιχαήλ Θεοφάνους, Α.Τ. 0770242, από την Πάφο Uphills Trading Ltd, Α.Τ. 0134367, από την Πάφο Λοϊζου Κώστα Δημητράκη, Α.Τ. 0501075, από την Πάφο Εναγομένων-Καθ΄ ων η αίτηση ---------------------------- Αίτηση για διαγραφή Ανταπαίτησης και Έκθεσης Υπεράσπισης ημερ. 27.10.2015 ---------------------------- Ημερομηνία: 4.4.2016 Για Ενάγουσα-Αιτήτρια: κα Α. Μάγου για CHRYSSES DEMETRIADES & CO LLC (κα Σ. Χ"Νεοφύτου για ν΄ ακούσει απόφαση) Για Εναγόμενους-Καθ΄ ων η αίτηση: κ. Γ. Δημητριάδης για ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΡ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την κρινόμενη αίτηση η Ενάγουσα επιζητεί έκδοση διαταγμάτων ως ακολούθως: «1. Διάταγμα του Δικαστηρίου για διαγραφή (strike out) της Ανταπαίτησης των Εναγομένων (παράγραφος 35 και 37 (Β έως Ε) ως καταχρηστικής και/ή ανυπόστατης και/ή άστοχης ή ενοχλητικής (frivolous or vexatious) και/ή ως μη αποκαλύπτουσα εύλογη αιτία αγωγής. 2. Διάταγμα του Δικαστηρίου για διαγραφή (strike out) των παραγράφων 20, 21, 23, 24, 25, 25.1 έως 25.18, 29, 29.1, 29.2, 29.6, 29.7, 29.8, 25.9(1-3) 25.10, 25.11, 30 (α έως η), 32 (2η πρόταση) της Υπεράσπισης οι οποίες αφορούν και/ή συνδέονται με την Ανταπαίτηση των Εναγομένων, ως μη αποτελούντων "Ανταπαίτηση" (disclosing no cause of action) και/ή ως αχρείαστων και/ή σκανδαλωδών (unnecessary or scandalous) και/ή ως καταχρηστικών και/ή ανυπόστατων και/ή δυνάμενων να προκαλέσουν αμηχανία και/ή παρακωλύσουν και/ή κωλυσιεργήσουν την δίκαιη διεξαγωγή της διαδικασίας.» Τα γεγονότα που υποστηρίζουν το αίτημα όπως αυτά εκτίθενται στην αίτηση ακολουθούν: «(α) Ενώ στην Υπεράσπιση τους, οι Εναγόμενοι επικαλούνται, μεταξύ άλλων, την ακυρότητα των επίδικων Συμφωνιών ως λόγο για την μη καταβολή στους Ενάγοντες του συνολικά αξιούμενου ποσού των €3.355.547,67, ταυτόχρονα διεκδικούν το ίδιο ποσό εναντίον των Εναγόντων μέσω της Ανταπαίτησης τους. (β) Οι αναφορές των Εναγομένων στην παράγραφο 35 της Ανταπαίτησης, με σχετική παραπομπή στην παράγραφο 23 της Υπεράσπισης, περί έκθεσης τους σε απαιτήσεις για €3.355.547,67 ως αποτέλεσμα και/ή συνεπεία και/ή συνεπακόλουθο των συμβουλών και/ή γνωμών και/ή παραστάσεων και/ή διαβεβαιώσεων των Εναγόντων προς αυτούς, αποτελούν αναφορές κενές νομικού περιεχομένου που δεν αποκαλύπτουν κάποια γνωστή στο Νόμο αιτία αγωγής. Ως εκ τούτου και οι παράγραφοι 20, 21, 23, 24, 25, 25.1 έως 25.18, 29, 29.1, 29.2, 29.6, 29.7, 29.8, 25.9(1-3), 25.10, 25.11, 30 (α έως η), 32 (2η πρόταση) της Υπεράσπισης, θα πρέπει να διαγραφούν αφού συνδέονται άμεσα με την παράγραφο 23 της Υπεράσπισης η οποία αφορά αποκλειστικά την Ανταπαίτηση.» Οι Εναγόμενοι-Καθ΄ ων η αίτηση υποστηρίζουν με την ένσταση τους και τους λόγους που προβάλλουν με αυτή, πως έχουν και δεικνύουν καλή βάση Ανταπαίτησης και πως δεν αποκαλύπτει η αίτηση λόγους που να δικαιολογούν τον ισχυρισμό τους ότι η Ανταπαίτηση στερείται νομικού και πραγματικού ερείσματος. Εγείρουν δε 18 λόγους ένστασης με τους οποίους επικαλούνται μεταξύ άλλων και το αβάσιμο και μη νομότυπο της αίτησης. Με τους λόγους ένστασης (2, 9, 10, 11, 12 και 13) αλλά και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει όσο και την αγόρευση του συνηγόρου των Εναγομένων, προβάλλεται και εγείρεται το επιχείρημα για το επιθυμητό της συνεκδίκασης της Υπεράσπισης και της Ανταπαίτησης και το μη εύλογο του διαχωρισμού και της ξεχωριστής εκδίκασης τους. Όμως: Δεν επιζητείται με την αίτηση διαχωρισμός και ξεχωριστή εκδίκαση. Επιδιώκεται απόρριψη και/ή διαγραφή της Ανταπαίτησης και μερικών παραγράφων της Έκθεσης Υπεράσπισης, συναφών με εκείνων της Ανταπαίτησης, για τον λόγο ότι ουσιαστικά δεν αποκαλύπτεται εύλογη και βάσιμη αιτία αξίωσης. Εάν οι Καθ΄ ων η αίτηση εννοούν πως η Ανταπαίτηση θα εγερθεί ούτως ή άλλως σε ξεχωριστή αγωγή, αυτό είναι ένα άλλο θέμα. Το Δικαστήριο θα εξετάσει το βάσιμο της αίτησης όπως αυτή τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Με τους λόγους ένστασης 3, 4, 5 προβάλλεται ο ισχυρισμός πως η αίτηση είναι αστήρικτη, αβάσιμη και παράτυπη. Αναπτύσσοντας τους λόγους τούτους ο συνήγορος των Καθ΄ ων η αίτηση, παρά το γεγονός ότι στους λόγους ένστασης δεν καταγράφεται ότι πρέπει να συνοδεύεται από ένορκο δήλωση η σχετική αίτηση, αναφέρει πως «Με τους λόγους ένστασης 3 και 4 οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η Αίτηση των Εναγόντων δεν στηρίζεται σε ένορκη δήλωση και επομένως δεν παρουσιάζεται επαρκής και ικανοποιητική μαρτυρία σχετικά με τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας και ότι είναι νομικά και πραγματικά αστήρικτη και αβάσιμη.» Συνεχίζοντας ο συνήγορος αποδέχεται πως δυνάμει της Δ.48 θ.9 δεν απαιτείται η συνοδεία ένορκης δήλωσης, για να καταλήξει η εισήγηση πως η επιλογή της Αιτήτριας να μην προσκομίσει ένορκη δήλωση έχει ως αποτέλεσμα να μην παρουσιάζεται επαρκής και ικανοποιητική μαρτυρία σχετικά με τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, λαμβάνοντας πάντα υπόψη και την δραστικότητα του μέτρου που επιζητεί η Αιτήτρια. Πραγματευόμενη αυτούς τους λόγους ένστασης η συνήγορος της Αιτήτριας υποδεικνύει πως με βάση τη Δ.48 θ.9(
  2. i)και (ο) αντίστοιχα, δεν απαιτείται η συνοδεία της δια κλήσεως αίτησης από σχετική ένορκη δήλωση. Ως προς τον τύπο της αίτησης, αυτή είναι πλήρως νομότυπη και στηρίζεται τόσο νομικά όσο και πραγματικά από τη νομική βάση που τη συνοδεύει και από τα πραγματικά γεγονότα που περιέχονται στο σώμα της. Το Δικαστήριο αποδέχεται την ανωτέρω εισήγηση η οποία υποστηρίζεται από την Δ.48 θ.9(
  3. i)και (o). Επισημαίνεται περαιτέρω, πως σε αυτού του είδους τα δικονομικά διαβήματα, το Δικαστήριο εξετάζει το δικόγραφο. Αυτό είναι που μιλά και εκθέτει γεγονότα χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε ένορκη δήλωση να επεξηγεί τα γραφόμενα. Εξάλλου και να υπήρχε ένορκη δήλωση και να εξέθετε γεγονότα, δεν θα μπορούσε να προσθέσει ή να αφαιρέσει οτιδήποτε από τα εκείθεν εκτεθέντα. Η αίτηση στηριζόμενη στους Θεσμούς τους οποίους εξειδικεύει, αποτελεί από απόψεως τύπου μια νομότυπη και ορθά διατυπωμένη αίτηση (χωρίς να εξετάζεται στο σημείο τούτο η ουσία του αιτήματος) με συνέπεια οι αντίστοιχοι λόγοι ένστασης να στερούνται ερείσματος και να είναι απορριπτέοι. Με τον λόγο ένστασης

(14)ο χρόνος κατά τον οποίον υποβλήθηκε η ένσταση χαρακτηρίζεται ως υπερβολικά μακρύς. Συγκεκριμένα τονίζεται το γεγονός πως αφού καταχωρήθηκε παρόμοια αίτηση η οποία αποσύρθηκε, καταχωρήθηκε η παρούσα στις 27.10.2015, δηλαδή έντεκα μήνες μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Εναγομένων (27.11.2014). Επιχειρηματολογώντας για το θέμα τούτο ο συνήγορος των Καθ΄ ων η αίτηση υποδεικνύει πως «Στην Sigma Radio TV v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (αρ.1)
(2006)1 Α.Α.Δ. 155, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε πως η πάροδος του χρονικού διαστήματος των 5 μηνών από την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης για την καταχώρηση αίτησης για διαγραφή δεν ήταν αρκετή για να οδηγήσει το Πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόρριψη, άνευ άλλου τινός, του αιτήματος για διαγραφή. Στην παρούσα περίπτωση το χρονικό διάστημα είναι σημαντικά μεγαλύτερο των 5 μηνών (11 μήνες) και εκφεύγει του λογικού χρονικού διαστήματος.» Στα γεγονότα που συνοδεύουν την αίτηση καταγράφεται: «(γ) Οι Αιτητές/Ενάγοντες κατεχώρησαν στις 15/01/2015 αίτηση για διαγραφή μέρους της Υπεράσπισης και της Ανταπαίτησης των Εναγομένων/Καθ΄ ων η αίτηση. Στη συνέχεια και εκκρεμούσης της ως άνω αίτησης, κατεχώρησαν στις 06/08.2015 αίτηση τροποποίησης των γεγονότων που στήριζαν την ως άνω Αίτηση. Ένεκα της καταχώρησης ένστασης στην τροποποίηση από μέρους των Καθ΄ ων η Αίτηση, στις 07/10/2015, οι Αιτητές έκριναν ορθότερο να αποσύρουν άνευ βλάβης τόσο την αίτηση διαγραφής όσο και την αίτηση τροποποίησης προς το σκοπό αποφυγής τόσο εξόδων αλλά και κατασπατάλησης δικαστικού χρόνου. Ως εκ τούτου προβαίνουν έγκαιρα σε καταχώρηση νέας αίτησης διαγραφής. Τα γεγονότα που αναφέρονται στο σημείο αυτό είναι γνωστά στο Δικαστήριο τόσο από το φάκελο της υπόθεσης αλλά και από τα σχετικά πρακτικά.» Παραπέμποντας στην απόφαση Sigma Radio (ανωτέρω) η συνήγορος της Αιτήτριας και επικαλούμενη τα ανωτέρω γεγονότα, υποδεικνύει πως οι Αιτητές έλαβαν μέτρα αμέσως μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και αμέσως μετά την απόσυρση της πρώτης τους αίτησης. Για το θέμα τούτο σημειώνονται τα εξής: Οι Διατάξεις Δ.27 θ.3 και Δ.19 θ.26 δεν καθορίζουν χρονικό σημείο για καταχώρηση τέτοιας αίτησης. Στην απόφαση Νίκος Σιακόλας v. Federal Bank of Lebanon (S.A.L)
(1998)1 Α.Α.Δ. 1338, τονίσθηκε πως τέτοιου είδους αιτήσεις πρέπει να καταχωρούνται ταχέως και κατά κανόνα προτού συμπληρωθεί η δικογραφία. Παρόμοια προσέγγιση υιοθετήθηκε και στην Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ v. Σ. Σαββίδη
(1997)1 Α.Α.Δ. 685, όπου η αίτηση για διαγραφή παραγράφων της Έκθεσης Απαίτησης καταχωρήθηκε πριν την καταχώριση της Έκθεσης Υπεράσπισης. Για προφανείς λόγους. Σημειώνεται πως στην κρινόμενη περίπτωση το δικόγραφο της Έκθεσης Υπεράσπισης καταχωρήθηκε στις 27.11.2014 και η πρώτη, πανομοιότυπη με την παρούσα, αίτηση στις 15.1.
  1. Για λόγους που φαίνονται στο φάκελο του Δικαστηρίου, και στα γεγονότα όπως ανωτέρω καταγράφηκαν, τόσο εκείνη η αίτηση όσο και η αίτηση για τροποποίηση της απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο στις 7.10.2015 κατόπιν σχετικού αιτήματος της Αιτήτριας με επιφύλαξη του δικαιώματος τους για καταχώρηση νέας. Η οποία και καταχωρήθηκε στις 27.10.2015, σε σύντομο δηλαδή χρόνο μετά την απόσυρση της πρώτης αίτησης. Κρίνεται πως η όλη συμπεριφορά των Αιτητών, συνολικά θεωρούμενη, δεν αποκαλύπτει καθυστέρηση η οποία να δηλώνει αδιαφορία και να εκλαμβάνει τη μορφή κατάχρησης και περιφρόνησης των δικαστικών διαδικασιών και δικαστικού χρόνου. Οι λοιποί λόγοι ένστασης, αρνούνται το δικαίωμα των Αιτητών για εξασφάλιση της αιτούμενης αξίωσης, καθόσον δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις ή διότι υπάρχει καλή και βάσιμη Ανταπαίτηση. Λόγοι που εξετάζονται συνεκτικά με την εξέταση της αίτησης, τη νομική πτυχή αυτής και την υπαγωγή της στα γεγονότα της κρινόμενης υπόθεσης. Νομικό έρεισμα της αίτησης αποτελούν οι Διατάξεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.19 θ.26 και Δ.27 θ.
  2. Αμφότερες πραγματεύονται το θέμα της διαγραφής ή απόρριψης δικογράφου για τους λόγους που εκεί καταγράφονται. Δηλαδή περί μη αναγκαίου ή σκανδαλώδους δικογράφου ή δικογράφου που τείνει να επηρεάσει δυσμενώς ή να προκαλέσει αμηχανία ή να καθυστερήσει τη δίκαιη δίκη (Δ.19 θ.26) και περί ανυπόστατου ή ενοχλητικού δικογράφου (frivolous or vexatious) (Δ.27 θ.3). Τα δικόγραφα είναι εκείνα που καθορίζουν το πλαίσια της δίκης για τούτο και η σύνταξη τους διέπεται από τη Δ.19 Κ.4.. Τα δικόγραφα δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ένα παιχνίδι εις βάρος των διαδίκων αλλά ως ένα μέσο για το σκοπό της απόδοσης και στα δύο μέρη μιας δίκαιης ακρόασης. Δεν αποτελούν αυτοσκοπό και στόχος τους είναι να δίνουν στο άλλο μέρος αρκετές πληροφορίες έτσι ώστε αυτό να μπορεί να απαντήσει (British Airways Pension Trustees Ltd v. Sir Robert Mc Alpine
(1994)72 B.L.R. 26 και Παγκύπρια Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ v. Σαββίδη
(1997)1 Α.Α.Δ. 685). Τα δικόγραφα θα πρέπει να περιέχουν μόνο μια συνοπτική έκθεση των ουσιωδών γεγονότων, στην οποία στηρίζεται η απαίτηση ή η υπεράσπιση. Οτιδήποτε περιττό, τείνει να επισκιάσει την υπόθεση του διαδίκου και δεν προωθεί τα συμφέροντα του ιδίου ούτε βέβαια και της δικαιοσύνης. Τέτοια δικόγραφα, θα πρέπει να τύχουν αντιμετώπισης σύμφωνα με τη δυνατότητα που προσφέρουν οι Θεσμοί για διαγραφή τους (Δ.19 θ.26 και Δ.27 θ.3), εφόσον κριθεί ότι η διατήρηση τους θα δυσχεράνει τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης. Η έννοια του ουσιώδους και ουσιαστικού (material) συσχετίζεται με ότι είναι απαραίτητο. Στην υπόθεση Bruce v. Odham Press Ltd
(1936)1 KB 697, λέχθηκε ότι "The world "material" means necessary of the purpose of formatting a complete cause of action.". Η βραχυλογία θα πρέπει πλέον να θεωρείται αρετή και όχι ελάττωμα και η καθαρότητα και περιεκτικότητα του λόγου αναμφίβολα βοηθά τα μέγιστα τα συμφέροντα της δικαιοσύνης (Γ. Καλλικάς v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 1238). Κατά την εξέταση αίτησης δυνάμει της Δ.19 θ.26 δεν επιχειρείται εξέταση της εγκυρότητας της υπεράσπισης. Αυτό είναι ζήτημα που εξετάζεται δυνάμει της Δ.27 θ.3. Σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν τη διαγραφή δικογράφου δυνάμει των πιο πάνω θεσμών (Δ.17 θ.26 και Δ.27 θ.3) ή διαγραφή δικογράφου, συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο (In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 C.L.R. 246). Εφόσον το δικόγραφο αποκαλύπτει κάποια αιτία αγωγής ή υπεράσπισης ή εγείρει κάποιο ζήτημα το οποίο είναι κατάλληλο για να αποφασισθεί από το Δικαστήριο, το απλό γεγονός ότι η υπόθεση είναι αδύνατη και δεν ενδέχεται να πετύχει δεν αποτελεί λόγο για τη διαγραφή του (Annual Practice 1960 σελ. 575, Cyber Group Ltd v. Κυριάκου Χαραλαμπίδη κ.α.
(2004)1 Α.Α.Δ. 1852). Επιγραμματικά στην Pelmako (ανωτέρω) λέχθηκε στη σελίδα 255: «Η διαγραφή δικογράφου, και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσο το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά, η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.1 του Συντάγματος.» Και παρακάτω στη σελίδα 258: «Η διαπίστωση αν η δικογραφία αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα, δεν είναι θέμα διακριτικής ευχέρειας αλλά θέμα δικαίου.» Άξια αναφοράς παραμένει και η υπόθεση Κώστας Δημητρίου ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Κώστα Δημητρίου v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2014:A380, Πολ. Έφεση 350/10, ημερ. 6.6.2014, όπου στη σελ. 4 λέχθηκε πως «η Δ.27 θ.3 θεσμοθετεί μια συνοπτική διαδικασία η οποία παρέχει στο δικαστήριο την εξουσία, χωρίς τη διεξαγωγή δίκης, να απορρίψει οιονδήποτε δικόγραφο. Παρέχεται δηλαδή εξουσία στο δικαστήριο να απορρίψει μια αγωγή, χωρίς να προβεί στην εκδίκαση της, όταν η αγωγή δεν αποκαλύπτει καλή βάση ή είναι επιπόλαιη ή ενοχλητική». Επανερχόμενη τώρα στα γεγονότα της κρινόμενης αίτησης, σημειώνονται τα εξής: Με την Έκθεση Απαίτησης επιδιώκεται εναντίον των Εναγομένων έκδοση απόφασης για συνολικό ποσό ύψους €3.335.547,67σ.. Αντικείμενο της αγωγής αποτελούν τέσσερις συμφωνίες. Η μια ημερομηνίας 9.2.2007 αφορούσε παροχή διευκολύνσεων τρεχούμενου λογαριασμού και οι άλλες τρεις δάνεια. Όλα τα δάνεια παραχωρήθηκαν σε ξένο νόμιμα ήτοι σε ελβετικά φράγκα. Η πρώτη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 13.2.2007 αφορούσε ποσό CHF2.850.000, η δεύτερη συμφωνία ημερομηνίας 21.6.2007 ήταν για ποσό CHF144.000 και η τρίτη συμφωνία ημερομηνίας 27.2.2008 για ποσό CHF130.
  1. Οι πρώτες δύο συμφωνίες προέβλεπαν ότι τα ποσά θα ήταν διαθέσιμα σε νομίσματα ελβετικών φράγκων, ευρώ και κυπριακές λίρες. Εναντίον των Εναγομένων 1, 4 και 6 επιδιώκεται έκδοση διατάγματος για εκποίηση ενυπόθηκων κτημάτων που δόθηκαν ως εξασφάλιση των τραπεζικών διευκολύνσεων. Οι Εναγόμενοι 2-8 ενάγονται ως εγγυητές των υποχρεώσεων της Εναγόμενης
  2. Το δικόγραφο των Εναγομένων αποτελείται από 37 παραγράφους πλείστες των οποίων υποδιαιρούνται σε άλλες τόσες υποπαραγράφους. Ισχυρίζονται με αυτή την Έκθεση Υπεράσπισης πως οι επίδικες συμβάσεις είναι άκυρες και/ή ακυρώσιμες λόγω άσκησης αθέμιτων επιρροών, πίεσης και/ή συμπερίληψη σε αυτές καταχρηστικών ρητρών. Ισχυρίζονται πως οι μεταγενέστερες των συμφωνιών δανείων συμφωνίες που περιγράφονται στις παραγράφους 7, 10 και 13 της Έκθεσης Απαίτησης (με τις οποίες κατ΄ ισχυρισμό της Ενάγουσας καθοριζόταν επιτόκιο και τρόπος πληρωμής του σχετικού δανείου) αποτελούν νέες συμφωνίες (novation) και δημιουργούν νέες οφειλές και δικαιώματα με συνέπεια τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών που έχουν προκύψει από τις αρχικές συμφωνίες έχουν εκλείψει. Ισχυρίζονται επίσης, πως με δεδομένο ότι οι Εναγόμενοι 2-8 δεν έχουν δώσει τη συγκατάθεση τους για τις εν λόγω τροποποιητικές συμφωνίες, δεν προκύπτει καμιά δεσμευτικότητα για εκείνους. Συνακόλουθα τούτων, οι Εναγόμενοι ανταπαιτούν δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι επίδικες συμφωνίες είναι άκυρες και/ή χωρίς αποτέλεσμα και/ή ανύπαρκτες. Η ανωτέρω αξιούμενη δήλωση μπορεί να θεωρηθεί εκ του περισσού αναγραφόμενη και/ή μη απαραίτητη, δεδομένου πως εάν γίνουν αποδεκτοί οι ισχυρισμοί των Εναγομένων περί άσκησης πίεσης και αθέμιτης επιρροής το αναπόφευκτο αποτέλεσμα είναι η κήρυξη ως άκυρων των συμφωνιών. Παρά ταύτα αποτελεί η αξίωση αυτή μια λογικά απορρέουσα αξίωση με βάση τους ανωτέρω ισχυρισμούς τους. Το δεύτερο σκέλος της Ανταπαίτησης των Εναγομένων είναι το επίμαχο το οποίο οδήγησε στην καταχώρηση της κρινόμενης αίτησης. Επιζητείται με αυτό (παρ. 37 Β) ποσό €3.355.547,67σ., πλέον τόκους και έξοδα όπως αναφέρονται στις παραγράφους 23 και 35 της υπεράσπισης. Η παράγραφος 35 καταγράφει: «
  3. Ως αποτέλεσμα και/ή συνέπεια των πράξεων και/ή συνεπακόλουθο των συμβουλών και/ή γνωμών και/ή παραστάσεων και/ή διαβεβαιώσεων της Ενάγουσας, οι Εναγόμενοι αρ. 1 και/ή αρ. 2 και/ή αρ. 3 και/ή αρ. 4 και/ή αρ. 5 και/ή αρ. 6 και/ή αρ. 7 και/ή αρ. 8 έχουν υποστεί ζημιά και απώλεια και είναι εκτεθειμένοι στην παρούσα αγωγή για €3.355.547,67, πλέον τόκους, έξοδα και ΦΠΑ ως η παράγραφος 23 πιο πάνω.» Η δεύτερη επικαλούμενη παράγραφος 23 αναφέρει: «
  4. Ως αποτέλεσμα και/ή συνέπεια και/ή συνεπακόλουθο των συμβουλών και/ή γνωμών και/ή παραστάσεων και/ή διαβεβαιώσεων της Ενάγουσας, οι Εναγόμενοι αρ. 1 και/ή αρ. 2 και/ή αρ. 3 και/ή αρ. 4 και/ή αρ. 5 και/ή αρ. 6 και/ή αρ. 7 και/ή αρ. 8 έχουν υποστεί ζημιά και απώλεια και είναι εκτεθειμένοι σε απαιτήσεις ύψους €3.355.547,67 πλέον τόκους και έξοδα.» Η Ανταπαίτηση όπως είναι καταγεγραμμένη για ορθή κατανόηση της (αφού δεν περιλαμβάνει ξεχωριστά και ειδικά τους ισχυρισμούς επί των οποίων στηρίζεται) πρέπει να αναγιγνώσκεται μαζί με την Έκθεση Υπεράσπισης. Δεν επεξηγείται ειδικά ποιες παράγραφοι την στηρίζουν πλην της παραγράφου 23 για την οποία γίνεται ειδική αναφορά και η οποία με τη σειρά της φέρεται να παραπέμπει σε άλλες όχι ειδικά κατονομαζόμενες παραγράφους. Το ουσιώδες και ουσιαστικό κείμενο της Ανταπαίτησης παραπέμπει στο ανωτέρω αναφερόμενο ποσό, το οποίο είναι ισόποσο με το αξιούμενο με την αγωγή ποσό, δηλώνοντας πως οι Εναγόμενοι «έμειναν εκτεθειμένοι» σε απαιτήσεις. Δικαιολογώντας αυτή την αξίωση ο συνήγορος των Καθ΄ ων επιχειρηματολογεί με την αγόρευση του πως «Οι Εναγόμενοι εγείρουν μια σειρά από αιτίες αγωγής, για τις οποίες δικαιούνται να αποζημιωθούν. Το ποσό της ζημιάς και απώλειας που έχουν υποστεί οι Εναγόμενοι και δικαιούνται αποζημίωσης είναι ίσο με την απαίτηση της Ενάγουσας» και εν πάση περιπτώσει η ζημιά την οποία υπέστησαν οι Εναγόμενοι είναι ζήτημα πραγματικό το οποίο θα αποδειχτεί με την κατάλληλη μαρτυρία στο Δικαστήριο. Εξηγεί δε, πως οι Εναγόμενοι βασιζόμενοι στην επαγγελματική συμβουλή της Ενάγουσας, προχώρησαν στην επένδυση αυτή, όπως τους υποδείχθηκε από την Ενάγουσα, αφού η τελευταία συμβούλευσε ή παρέστησε ότι είχε τις αναγκαίες γνώσεις, ικανότητα και προπαίδεια για να προβεί στην αναγκαία μελέτη και ότι η σκοπούμενη νέα επιχείρηση ή συνέχιση ή επέκταση των δραστηριοτήτων της Εναγόμενης 1 είχε κερδοφόρες δυνατότητες και ικανοποιητικές δυνατότητες αποπληρωμής των επενδύσεων και των υποχρεώσεων τους. Από την αντίπερα όχθη, υποδεικνύει η συνήγορος της Ενάγουσας, πως «η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση των Καθ΄ ων η Αίτηση εμπεριέχει ισχυρισμούς για γεγονότα τα οποία εκτός από αμφίβολα δεν έχουν καμία λογική βάση, τόσο πραγματική όσο και νομική, με αποτέλεσμα να δυσχεραίνουν σε μεγάλο βαθμό τη σύνταξη πιθανής Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση και να ζημιώνουν, να υποβιβάζουν ή να καθυστερούν τη δίκαια εκδίκαση της αγωγής. Για του λόγου το αληθές εφιστώ την προσοχή του Δικαστηρίου στις παρ. 25 και στις Λεπτομέρειες αυτής, όπως διατυπώνονται στα σημεία 25.1 μέχρι 25.18 με ιδιαίτερη έμβαση στο σημείο 25.
  5. Οι Εναγόμενοι στην υπεράσπιση τους, αν και αρνούνται αρχικά την κατάρτιση των σχετικών συμφωνιών, στην συνέχεια επικαλούνται σωρεία βάσεων που μπορεί να οδηγήσουν σε ακύρωση αυτών σε μια προσπάθεια να καταδείξουν ενδεχόμενο ακυρότητας και χωρίς να ακολουθείται μια ενιαία γραμμή.» Εξετάζω το θέμα έχοντας υπόψη όπως εξηγείται στο Bullen And Leake And Jacob's Precedents of Pleadings (12η έκδοση σελ. 144) πως «Η ουσία δεν είναι κατά πόσο αποκαλύπτεται καλή βάση αγωγής αλλά κατά πόσο αποκαλύπτεται μια εύλογη αιτία αγωγής.» Το γεγονός ότι η υπόθεση είναι αδύνατη ή χωρίς πιθανότητες επιτυχίας δεν είναι λόγος για διαγραφή της αγωγής. Πέραν τούτου και αν ακόμα δεν αποκαλύπτεται εύλογη αιτία αγωγής λόγω κάποιας ουσιαστικής έλλειψης ή λόγω ελαττωματικής διατύπωσης στο δικόγραφο, το Δικαστήριο διαγράφοντας το θα πρέπει να δώσει άδεια για να διορθωθούν τα διάφορα ελαττώματα και όχι να απορρίψει την αγωγή (White Book
(1958)574-576). To ερώτημα που τίθεται σε τέτοιες περιπτώσεις, όπως το έθεσε ο Lord Pearson στην υπόθεση Drummond Jackson v. British Medical Association
(1970)1 All E.R. 1094, είναι το ακόλουθο: "Does this statement of claim disclose an alleged cause of action which has some chance of success?" (Δέστε Κ.Δ. v. Γεωργίου
(2003)1 Α.Α.Δ. 704.) Έχοντας υπόψη τις ανωτέρω νομικές αρχές είμαι πεπεισμένη πως η Ανταπαίτηση των Εναγομένων στερείται έγκυρης κατά νόμο βάσης απαίτησης. Η αναφορά «λόγω των ενεργειών και παραστάσεων των Εναγόντων έχουν υποστεί ζημιά και είναι νομικά εκτεθειμένοι για ποσό €3.355.547,67σ.» χωρίς επεξήγηση της νομικής της έννοιας δεν μπορεί να αποτελέσει αγώγιμο δικαίωμα. Δεν υπάρχει τέτοια αιτία αγωγής γνωστή στο Νόμο. Ουσιαστικά οι Εναγόμενοι διατείνονται πως δυνάμει των επίδικων συμβάσεων και των παραστάσεων στις οποίες οι Ενάγοντες προέβησαν προς αυτούς, έμειναν εκτεθειμένου στο ισάξιο ποσό της απαίτησης. Τέτοια όμως βάση αγωγής και σύμβαση δεν είναι γνωστή στο Νόμο και δεν μπορεί να αποτελεί έγκυρη βάση αγωγής και Ανταπαίτησης. Όπως τονίζεται στο Annual Practice 1958, σελ. 575, ερμηνεύοντας την Ο.25 r.4 η οποία αντιστοιχεί με τη Δ.27 θ.3 σχολιάζοντας τη φράση "no reasonable cause of action" επεξηγεί πως τούτο εφαρμόζεται όταν δεν υπάρχει έγκυρη κατά νόμο σύμβαση (no contract valid in law). Περαιτέρω αποτελεί αντιλογία, αντιφατικότητα και αντινομία για τους Εναγόμενους οι οποίοι επικαλούνται ακυρότητα των συμβάσεων και συνακόλουθα αρνούνται να πληρώσουν οποιοδήποτε ποσό ενώ ταυτόχρονα ανταπαιτούν το ίδιο, ακριβώς το ισάξιο ποσό που η Ενάγουσα αξιώνει. Κρίνεται πως όλα τα ανωτέρω, τα οποία δεν συνιστούν βάσιμη αιτία απαίτησης και αποτελούν γενικούς ισχυρισμούς, όπως και πιο κάτω επεξηγείται, δεν αποτελούν λανθασμένη διατύπωση μιας κατά τα άλλα έγκυρης βάσης απαίτησης η οποία να θεραπεύεται με τροποποίηση. Συνεπώς η Ανταπαίτηση, παράγραφοι 35 και 37Β για ποσό €3.355.547,67σ. υπόκειται σε απόρριψη και απορρίπτεται όπως και οι παράγραφοι Γ, Δ και Ε. Με την απόρριψη της Ανταπαίτησης, για τους ίδιους λόγους κρίνονται απορριπτέες οι παράγραφοι της Έκθεσης Υπεράσπισης που τις υποστηρίζουν. Για αυτές υπάρχει ένα συνονθύλευμα ισχυρισμών και λεπτομερειών, χωρίς να τίθενται αντίστοιχοι θετικοί ισχυρισμοί, όπως κατωτέρω εξηγείται. Επομένως, η παράγραφος 23 στην οποία η παράγραφος 37 παραπέμπει, υπόκειται σε απόρριψη. Το ίδιο και η παράγραφος 24 η οποία αποτελεί άμεση συνέχεια της παραγράφου 23. Η εν λόγω παράγραφος
(23)επικαλείται τις παραστάσεις και διαβεβαιώσεις της Ενάγουσας, λεπτομέρειες των οποίων παρουσιάζονται στις παραγράφους των οποίων επίσης ζητείται η διαγραφή (παρ. 20, 21, 23, 24, 25, 25.1 έως 25.18, 29, 29.1, 29.2, 29.6, 29.7, 29.8, 25.9 (1-3), 25.10, 25.11, 30 (1 έως η), 32 (2η πρόταση) και οι οποίες εξετάζονται αμέσως κατωτέρω. Με την παράγραφο 20 οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται πως η Ενάγουσα συμβούλευσε τους Εναγόμενους να συνομολογήσουν συμφωνίες δανείων και/ή τρεχούμενων και/ή να επεκτείνουν περαιτέρω τις δραστηριότητες τους και να προβούν σε επενδύσεις και να παράσχουν στην Ενάγουσα περαιτέρω εξασφαλίσεις και εγγυήσεις και να αναλάβουν την συνομολόγηση συμφωνιών στο όνομα τους. Η συνήγορος της Ενάγουσας υποστήριξε πως η Ενάγουσα δεν είναι παρά μόνο Τράπεζα που παρέχει τραπεζικές διευκολύνσεις χωρίς να αναλαμβάνει οποιοδήποτε άλλο ρόλο. Ο ισχυρισμός βέβαια αυτός, αποτελεί μαρτυρία για τις δραστηριότητες της Ενάγουσας. Από την αντίπερα όχθη, οι Εναγόμενοι διατείνονται ρητά και με άλλες παραγράφους της Έκθεσης Υπεράσπισης όπως παράγραφοι 2 και 3 ότι οι Εναγόμενοι, εν γνώσει της Ενάγουσας, βασίζονταν στη συμβουλή και/ή γνώσεις της και εισηγήσεις και αποφάσεις της, τις οποίες και εκτελούσαν. Με την παράγραφο 4, ισχυρίζονται ότι η Ενάγουσα αποτελεί εξειδικευμένο επενδυτικό και συμβουλευτικό οργανισμό και κατά τον ουσιώδη χρόνο παρείχε τέτοιες συμβουλευτικές υπηρεσίες. Συνεπώς θεωρώ ότι η παράγραφος 20 δεν είναι απορριπτέα. Εν αντιθέσει με την παράγραφο 21, η οποία ουσιαστικά συγκεκριμενοποιεί «το επενδυτικό σχέδιο», χωρίς να υπάρχει οποιοσδήποτε θετικός ισχυρισμός για συγκεκριμένη επένδυση την οποία η Ενάγουσα να υποκίνησε ή στην οποία να συνέδραμε. Με την παράγραφο 25 αποδίδεται αμέλεια στην τράπεζα κατά τη χορήγηση των δανείων σε ξένο νόμισμα, ισχυρισμοί που είναι σχετικοί με την υπεράσπιση και τα γεγονότα της Έκθεσης Απαίτησης. Για τούτο, τόσον η παράγραφος 25 όσο και όσες από τις υποπαραγράφους αυτής αναφέρονται σε τούτο το γεγονός θεωρούνται απόλυτα σχετικές. Παρά το γεγονός ότι εμπλέκονται σε αυτές και ισχυρισμοί περί συμβουλευτικών γενικά, επενδύσεων. Παρά την εμπλοκή και ανάμιξη ισχυρισμών για συμβουλές για επενδύσεις που εμπεριέχονται στην παράγραφο 29 και υποπαραγράφους αυτής, των οποίων ζητείται η διαγραφή (δηλαδή 29.1, 29.2, 29.6, 29.7 και 29.8), εντούτοις αποτελούν λεπτομέρειες της παραγράφου 29 η οποία διατείνεται για το ακυρώσιμο των συμφωνιών λόγω αθέμιτης επιρροής κ.λ.π. και συνακόλουθα, δεν είναι απορριπτέες. Μετά την παράθεση της παραγράφου 29, υπάρχει απαρίθμηση παραγράφων με αρ. 25.9 (1-3), 25.10 και 25.11, των οποίων ζητείται διαγραφή. Όμως στο ίδιο αιτητικό καταγράφονται πριν, οι παράγραφοι 25.1 έως 25.18, στις οποίες φαίνεται να περιλαμβάνονται. Εάν εννοούσαν άλλη παράγραφο το Δικαστήριο δεν μπορεί να το εξετάσει χωρίς τη ρητή καταγραφή. Σχετική με τους λοιπούς ισχυρισμούς των Εναγομένων κρίνεται η παράγραφος 30 (α-η) αφού εμπεριέχει ισχυρισμούς για ενέργειες της Ενάγουσας ενάντια προς τη σχέση εμπιστοσύνης που δημιουργήθηκε μεταξύ εκείνης και των Εναγομένων και ως απόρροια της θέσης επαγγελματικού συμβούλου τους, ως τις παραγράφους 2, 3 κ.ε. διαλαμβάνεται της Έκθεσης Υπεράσπισης, των οποίων δεν επιζητείται διαγραφή. Από τις υποπαραγράφους της παραγράφου 25 των οποίων επίσης επιζητείται η διαγραφή, κρίνονται απορριπτέες οι παράγραφοι που αφορούν αποκλειστικά την Ανταπαίτηση και τους ισχυρισμούς περί παραστάσεων, επενδύσεων κ.λ.π. που «οδήγησαν στην έκθεση των Εναγομένων σε κινδύνους ύψους €3.355.547,67σ.» και σε θέματα κατοχής πιστοποιητικού κατά παράβαση Νόμου, χωρίς να καθίσταται σαφές για ποιο θέμα και ποιο Νόμο γίνεται αναφορά με αποτέλεσμα τη δημιουργία σύγχυσης. Δηλαδή οι παράγραφοι 25.9, 25.10, 25.13, 25.17 καθώς επίσης και η παράγραφος 32 (2η παράγραφος). Όπως ανωτέρω λέχθηκε, η έννοια του ουσιαστικού (material) συσχετίζεται με ότι είναι απαραίτητο (δέστε Bruce ανωτέρω) και κρίνεται πως τα γεγονότα των παραγράφων που αποφασίσθηκε η διαγραφή (σε συνδυασμό με ότι λέχθηκε για την Ανταπαίτηση) στερούνται αυτής της ιδιότητας. Συνακόλουθα απορρίπτονται και διαγράφονται οι παράγραφοι 35, 37Β, Γ, Δ, Ε, 21, 23, 24, 25.9, 25.10, 25.13, 25.17 και 32 (2η πρόταση). Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων στο ½ αυτών, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............... Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΜ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: (Αίτηση για διαγραφή Ανταπαίτησης και Έκθεσης Υπεράσπισης) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.