← Κύπρος

Νεόφυτος άλλως "Nick" Γεωργίου κ.α. ν. Facebook Inc κ.α., Αρ. Αγωγής :- 569 / 2015, 15/4/2016

Νεόφυτος άλλως "Nick" Γεωργίου κ.α. ν. Facebook Inc κ.α., Αρ. Αγωγής :- 569 / 2015, 15/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A81 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 569 / 2015 Μεταξύ:-

  1. Νεόφυτος άλλως "Nick" Γεωργίου
  2. A. & N. Entertainment Center Ltd Ενάγοντες Και
  3. Facebook Inc.
  4. Maximilian άλλως "Max" J. White Sansom
  5. Edessa Enterprises Ltd
  6. Duane Gary Lineker
  7. Wayne Lineker Εναγόμενοι Αίτηση Αντεξέτασης Ενόρκως Δηλούντος Ημερομηνίας 18/1/2016 Ημερομηνία :- Παρασκευή 15η Απριλίου 2016 Για τους Ενάγοντες - Αιτητές :- κος. Χαράλαμπος Σαββίδης για Χ. Π. Σαββίδης & Συνεργάτες Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κος. Ανδρέας Παπαχαραλάμπους Για την Εναγόμενη 1- Καθ΄ ης η Αίτηση :- κα. Κατερίνα Ανδρέου για Ανδρέας Νεοκλέους & Σια Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Κατερίνα Ανδρέου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ [ 1 ] Αιτούνται οι ενάγοντες διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η παρουσία του ενόρκως δηλούντος στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 11/11/2015 προς υποστήριξη της αίτησης της εναγομένης 1 για σκοπούς αντεξέτασης του. Η συγκεκριμένη ένορκη δήλωση έχει γίνει από τον δικηγόρο Ιάσωνα Τηλεμάχου και χάριν συντομίας αλλά και σαφήνειας στο εξής θα καλείται η «ένορκη δήλωση Τηλεμάχου». [ 2 ] Η εναγόμενη 1 έχει καταχωρήσει ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης με 10 λόγους ένστασης. Παρά και το γεγονός πως το Δικαστήριο δεν αναφέρεται συγκεκριμένα σε αυτούς τους λόγους ένστασης ασφαλώς και λαμβάνει υπόψη του το περιεχόμενο τους κατά την εξέταση της αίτησης των εναγόντων. [ 3 ] Οι δικηγόροι των διαδίκων υποστήριξαν με επιχειρηματολογία υπό μορφή γραπτών αγορεύσεων τις αντίστοιχες θέσεις τους. [ 4 ] Κατ΄ αρχάς θεωρώ πως θα ήταν χρήσιμο όπως το Δικαστήριο αναφερθεί σε μέρος της νομικής πτυχής του θέματος υπό εξέταση με αυτή την απόφαση προτού αυτή τύχει εφαρμογής στα γεγονότα της περίπτωσης υπό εξέταση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ [ 5 ] Σύμφωνα με την ακροαματική διαδικασία η οποία προβλέπεται από τη Δ.48 θ. 4

(2)των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας, η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39. [ 6 ] Σύμφωνα με τη Δ.39 θ. 1 το Δικαστήριο δύναται, μετά από παράκληση ενός εκ των διαδίκων, να διατάξει την παρουσία του ενόρκως δηλούντος για σκοπούς αντεξέτασης. Επιπλέον, σύμφωνα με τη Δ.39 θ. 2 η ένορκη δήλωση θα πρέπει να περιορίζεται σε γεγονότα τα οποία ο μάρτυρας είναι σε θέση να αποδείξει βάσει δικής του γνώσης, όμως σε περίπτωση ενδιάμεσων αιτήσεων μία ένορκη δήλωση μπορεί να περιέχει δηλώσεις πληροφοριών και θέσεων με τις πηγές πληροφόρησης και λόγους επί των οποίων αυτές οι δηλώσεις βασίζονται. [ 7 ] Βεβαίως πλέον, μετά και από την τροποποίηση του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, με τον περί Αποδείξεως (Τροποποιητικός) Νόμο του 2004 (Ν.32(Ι)/04)και σύμφωνα με το άρθρο 24
(1)ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, η εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον οιουδήποτε Δικαστηρίου, απλώς και μόνο διότι αυτή είναι εξ ακοής. [ 8 ] Ιδιαίτερης σημασίας σε σχέση με το θέμα υπό εξέταση με αυτή την απόφαση έχει ο περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 3) Διαδικαστικός Κανονισμός του 1999 και η κατάργηση και αντικατάσταση του κανονισμού 4 της Διαταγής 48 των Διαδικαστικών Κανονισμών, ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη τη σχετική επί του θέματος νομολογία πριν από την έκδοση του συγκεκριμένου κανονισμού. [ 9 ] Όπως, παραδείγματος χάριν, την απόφαση Louis Vuitton v. Δερμοσακ Λτδ κ. ά.
(1992)1Β Α. Α. Δ. 1453 στην οποία αναφέρεται πως εφόσον αµφισβητούνται τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν την αίτηση, επιβάλλεται η απόδειξή τους από το διάδικο ο οποίος φέρει το βάρος της απόδειξης, όπως ορίζεται στη Δ.48 θ. 4 (όπως αυτή ίσχυε τότε βεβαίως) και πως το αποδεικτικό µέσο, όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση που δε γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου, είναι η προφορική µαρτυρία, όπως αποφασίστηκε στην Krashias Shoe Factory Limited, also trading as "K" Shoes v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler KG
(1989)1 Α. Α. Δ. (Ε)
  1. [ 10 ] Θεωρώ πως δεν χρειάζεται ιδιαίτερη επέκταση επί του θέματος εντός του πλαισίου αυτής της απόφασης. Απλά αυτό το οποίο σκοπό έχει να αναδείξει η συγκεκριμένη αναφορά του Δικαστηρίου είναι το πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας η οποία πλέον προβλέπεται, βάσει της τροποποιημένης Δ.48 θ. 4, σε περίπτωση ενδιάμεσης αίτησης όπως η αίτηση στην οποία επισυνάπτεται η ένορκη δήλωση σε σχέση με την οποία υποβάλλεται το αίτημα αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντος. Στη βάση δηλαδή των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.
  2. Αυτή είναι και η δυνατότητα την οποία οι ενάγοντες επικαλούνται την άδεια του Δικαστηρίου να ασκήσουν. Η ΥΠΟΘΕΣΗ RANA WAHED ALI [ 11 ] Αξίζει να σημειωθεί πως αμφότεροι οι δικηγόροι των διαδίκων αναφέρονται σε μία απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως αυθεντία σε σχέση με το θέμα υπό εξέταση. Η οποία όμως αναμφίβολα δεν καθιερώνει την αρχή την οποία αμφότεροι εισηγούνται. Τουλάχιστον όχι σε σχέση με διαδικασία ενδιάμεσης αίτησης σε πολιτική αγωγή. Η συγκεκριμένη απόφαση δόθηκε στην Αίτηση Αρ. 142/2004 του Rana Wahed Ali (Aρ. 1) για την έκδοση προνομιακού εντάλματος Habeas Corpus
(2004)1Γ Α. Α. Δ. 1660. [ 12 ] Σε αυτή την απόφαση ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Καλλής Δ., εξετάζοντας προφορικό αίτημα για αντεξέταση ενόρκως δηλούντος αναφέρθηκε σε αγγλική νομολογία και στους σχετικούς αγγλικούς διαδικαστικούς κανονισμούς σε περίπτωση διαδικασίας habeas corpus (δηλαδή, Order 59). Όπως εξηγεί - πάντοτε όμως με αναφορά στο συγκεκριμένο είδος διαδικασίας - αντεξέταση επί των ενόρκων δηλώσεων δεν επιτρέπεται. [ 13 ] Αναφέρεται συγκεκριμένα στην R. v. Kent Justices ex parte Smith [1928] W.N. 137 και τη σηµείωση της Δ.59, θ.44 των Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισµών, σελίδα 1760 του Annual Practice του 1958, σύμφωνα με την οποία αντεξέταση επί των ενόρκων δηλώσεων πολύ σπάνια επιτρέπεται. Η σηµείωση παραπέµπει επίσης και στην R. v. Stokesley Justices [1956] 1 W.L.R. 254 στην οποία αναφέρεται πως «..πιθανόν αυτή θα είναι η πρώτη υπόθεση στην πρόσφατη ιστορία στην οποία έγινε αίτηση σε διαδικασία προνοµιακών ενταλµάτων για άδεια αντεξέτασης επί των ενόρκων δηλώσεων. Άδεια δεν έχει ποτέ δοθεί ή τουλάχιστο δεν έχει δοθεί για µεγάλο αριθµό ετών». [ 14 ] Στην Stokesley (πιο πάνω) γίνεται αναφορά στην Kent Justices (πιο πάνω) στην οποία λέχθηκαν τα εξής (σε µετάφραση του Καλλή Δ.): «Για περίπου 50 ή 60 χρόνια δεν έχει εκδοθεί διάταγµα για την αντεξέταση οµνύσαντος. Ήταν αρκετό να προστεθεί ότι δεν υπήρχε πιθανότητα να εκδοθεί τέτοιο διάταγµα εκτός σε πολύ εξαιρετικές περιπτώσεις και ότι δεν έχουν αποδειχθεί τέτοιες εξαιρετικές περιστάσεις στην παρούσα υπόθεση». [ 15 ] Κατέληξε ο Καλλής Δ., ως εξής. Κατ΄ αρχάς, σε σχέση με την υποβολή προφορικού αιτήματος, πως η αίτηση για αντεξέταση οµνύσαντος πρέπει να υποβάλλεται γραπτώς και να περιλαµβάνει τους λόγους για τους οποίους µια υπόθεση εντάσσεται στην κατηγορία των εξαιρετικών περιπτώσεων. Ενώ σε σχέση με την ουσία της αίτησης διαπίστωσε πως δεν είχε τεθεί οτιδήποτε ενώπιον του το οποίο να καταδείχνει ότι η συγκεκριμένη περίπτωση μπορούσε να ενταχθεί στην κατηγορία των εξαιρετικών περιπτώσεων. [ 16 ] Θεωρώ ότι είναι σαφές πως η συγκεκριμένη απόφαση δεν αποτελεί αυθεντία σε σχέση με υποβολή αιτήματος για αντεξέταση σε ενδιάμεση αίτηση η οποία έχει καταχωρηθεί σε πολιτική αγωγή. Παρά και το γεγονός αυτό η συγκεκριμένη απόφαση έχει αναφερθεί ακόμη και σε απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. σχετικά την απόφαση των Πολιτικών Εφέσεων Αρ. 312/10 και 351/11 Κούππα ν. Πουλλάς Τσαδιώτη Λίμιτεδ κ. ά., ημερομηνίας 17/7/2014) στην οποία εξετάστηκε έφεση εναντίον πρωτόδικης απόφασης σε διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος ως αυθεντία η οποία να καθιερώνει την αρχή ότι άδεια για αντεξέταση σπάνια δίδεται σε τέτοιες διαδικασίες. Δίχως όμως αυτή η αναφορά να αλλοιώνει βεβαίως το γεγονός της διαδικασίας σε σχέση με την οποία εκδόθηκε η απόφαση στην Rana Wahed Ali (βλ. πιο πάνω). [ 17 ] Επομένως, διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται ως ορθή την από κοινού προβαλλόμενη νομική θέση των ευπαίδευτων δικηγόρων των διαδίκων ως προς το ότι για να γίνει δεκτή αίτηση αντεξέτασης σε διαδικασία ενδιάμεσης αίτησης σε πολιτική αγωγή θα πρέπει να υπάρχουν εξαιρετικές περιστάσεις. [ 18 ] Βεβαίως ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων προβάλλοντας αυτή τη θέση εισηγήθηκε παράλληλα πως η αίτηση υπό εξέταση εμπίπτει στην κατηγορία των εξαιρετικών περιπτώσεων ή περιστάσεων. Ενώ η καθ΄ ης η αίτηση έχεις ως λόγο ένστασης (α) τη θέση πως τα θέματα αναφορικά με τα οποία ζητείται η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος δεν χρήζουν αντεξέτασης και δεν αποκαλύπτουν εξαιρετικές περιστάσεις. Διευκρινιστικά επομένως απλά προσθέτω πως το Δικαστήριο δεν κρίνει απαραίτητο όπως κριθεί καν εάν όντως η υπό εξέταση περίπτωση εμπίπτει στην προαναφερόμενη κατηγορία των εξαιρετικών περιπτώσεων ή περιστάσεων καθότι αυτό δεν είναι απαραίτητο. Εφόσον δηλαδή λανθασμένα βασίζονται αυτές οι θέσεις σε νομολογία η οποία υπάρχει μεν αλλά σε σχέση με άλλου είδους διαδικασίας και όχι σε σχέση με τη διαδικασία υπό εξέταση με αυτή την απόφαση του Δικαστηρίου. [ 19 ] Επίσης με την επιχειρηματολογία τους οι δικηγόροι της εναγομένης 1 εισηγούνται πως με την απόφαση Rana Wahed Ali υιοθετήθηκε η προσέγγιση η οποία αναφέρεται σε απόσπασμα από την απόφαση Lawson and Harrison v. Oldhams Press Ltd.
(1949)1 K. B. 129,
  1. Βεβαίως δεν είναι δυνατό να γίνεται λόγος για υιοθέτηση στην απόφαση Rana Wahed Ali της οποιασδήποτε προσέγγισης από την απόφαση Lawson and Harrison v. Oldhams Press Ltd. εφόσον η συγκεκριμένη απόφαση δεν αναφέρεται καν στην απόφαση του Καλλή Δ.. [ 20 ] Επιπλέον, θεωρώ πραγματικά πως το απόσπασμα το οποίο παρατίθεται στη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων της εναγομένης 1 θα πρέπει να ιδωθεί σε συνάρτηση με το υπόλοιπο κείμενο της απόφασης έτσι ώστε να γίνει πραγματικά αντιληπτή η γενικότητα αλλά ακόμη και η αοριστία του συγκεκριμένου αποσπασματος έτσι ώστε πραγματικά να μην δημιουργείται καν η οποιαδήποτε αρχή βάση αυτής της αναφοράς. Παραθέτω πιο κάτω ένα πιο πλήρες απόσπασμα από την απόφαση Lawson and Harrison υπογραμμίζοντας το κείμενο το οποίο δεν συμπεριλαμβάνεται στο απόσπασμα το οποίο παρατίθεται στη γραπτή αγόρευση. [ 21 ] Εν πάση περιπτώσει, η αναφορά ενός εκ των δύο δικαστών (δηλαδή, αυτή του Lord Greene) σαφώς πρόκειται για obiter dictum έτσι ώστε να μην αποτελεί προηγούμενο (precedent) σε σχέση με το θέμα υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Επιπλέον, εντός αυτής της αναφοράς δεν διατυπώνεται οποιαδήποτε διαφορετική θέση ως προς τη γενικά αποδεκτή αρχή αναφορικά με το ότι το κατά πόσο θα επιτραπεί ή όχι αντεξέταση ενός ενόρκως δηλούντος είναι θέμα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Επίσης, στο τέλος της απόφαση του, ο Lord Greene σαφώς αναφέρεται σε διατάγματα αντεξέτασης σε σχέση με ενόρκες δηλώσεις του συγκεκριμένου είδους (".orders for cross-examination on affidavits of this kind."). Σαφώς περιορίζοντας την αναφορά του ως σχετική με το είδος ένορκης δήλωσης η οποία είχε δοθεί σε interrogatory. [ 22 ] Διευκρινίζεται δηλαδή πως το θέμα υπό εξέταση στην Lawson and Harrison ήταν η απόφαση του πρωτόδικου Δικασή να μην επιτρέψει την υποβολή "ερωτηματολογίου" (δική μου μετάφραση της λέξης interrogatory) σε διάδικο, δηλαδή συνεναγόμενο και συγγραφέα άρθρου ως δημοσιογράφου, για το οποίο είχε εγερθεί αγωγή δυσφήμισης και ο οποίος είχε επίσης ορκιστεί σχετικά σε ένορκη δήλωση. Δίχως να υπεισέρχεται αυτό το Δικαστήριο σε περισσότερη λεπτομέρεια ουσιαστικά το θέμα υπό εξέταση είχε σχέση με την προστασία η οποία παρέχεται σε ιδιοκτήτες και εκδότες εφημερίδων σε σχέση με την μη αποκάλυψη πληροφοριοδότη όταν προβάλλεται η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου (fair comment). [ 23 ] Συνεπώς και το οποιαδήποτε σχόλιο του Lord Greene θα πρέπει να ιδωθεί εντός του πλαισίου της διαδικασίας σε σχέση με την οποία είχε ασκηθεί έφεση. Το θέμα της αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντος δεν αποτέλεσε με οποιοδήποτε τρόπο αντικείμενο της ουσίας της έφεσης για την οποία εκδόθηκε σχετική απόφαση. [ 24 ] Επιπλέον, παρά και την αναφορά στη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων της εναγομένης 1 πως ο Lord Greene βασίστηκε στην αντίστοιχη αγγλική διάταξη της Δ.39 θ. 1 (δηλαδή, O. 38 r. 1) όταν εξέδωσε την απόφαση του αυτό το οποίο επίσης παρατηρείται είναι πως καμία ανάλυση ή έστω και μία αναφορά δεν υπάρχει είτε στην απόφαση του Lord Greene είτε του Tucker L. J. σε οποιαδήποτε δικονομική διάταξη, ιδιαίτερα δε στην O. 38 r.
  2. Έστω βεβαίως και εάν λογικά το Court of Appeal θα πρέπει να λειτούργησε διατηρώντας υπόψη του τους οποιουσδήποτε σχετικούς διαδικαστικούς κανονισμούς. [ 25 ] Παραθέτω πιο κάτω το πλήρες απόσπασμα από την Lawson and Harrison με υπογράμμιση του μέρους το οποίο δεν παρατίθεται εντός της γραπτής αγόρευσης και επίσης τονισμό των γραμμάτων σε ορισμένα σημεία για σκοπούς έμφασης ως πρός τη διαδικασία η οποία ακολουθήθηκε. Επίσης, βάσει αυτού του εκτενέστερου αποσπάσματος δημιουργείται και η εντύπωση πως η αντεξέταση προέκυψε δίχως να είχε προηγηθεί η εξέταση της οποιασδήποτε σχετικής αίτησης (στο σημείο όπου αναφέρεται πως ".The result of that was that Mr Hoby was cross-examined then and there, and that was a very reasonable course to be taken and acquiesced in by all parties."). "I only wish to say one thing in regard to the procedure adopted. On the application to deliver interrogatories to Mr Hoby, he swore an affidavit which showed on the face of it that he was a paid servant of the newspaper and that the information he had obtained had been obtained by him in that capacity. The plaintiffs thought fit to apply to cross-examine on that affidavit. The adjourned hearing of that application took place in the presence of Mr Hoby and it was obvious to everybody, I think, that if a discussion had been entered into whether or not it was proper in respect of an affidavit sworn in interlocutory proceedings to allow cross-examination, having regard to certain matters it might have involved a great deal of delay. The result of that was that Mr Hoby was cross-examined then and there, and that was a very reasonable course to be taken and acquiesced in by all parties. It need not be thought, therefore, that I am making any comment on the practice that was followed on the facts of the particular case, but I am bound to say that I am happy to hear from counsel for the defendants that in his experience it is not the practice, in the absence of special circumstances, to allow cross-examination on an affidavit of this kind sworn in interlocutory proceedings. It appears to me that if such a practice existed, it might be said to be a deplorable one, because it would mean that actions of this kind are subject to the multiplication of expense by cross-examination in interlocutory proceedings. The question whether or not cross-examination ought to be allowed is a matter of discretion. I only express the hope, if I may properly do so, that in interlocutory proceedings no such order will be made in the absence of special circumstances of some kind. I thought it desirable to say that, because I think it would be unfortunate if it was thought that orders for cross-examination on affidavits of this kind are to be given as a matter of course." ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΠΤΥΧΗΣ [ 26 ] Επομένως, βάσει και της πιο πάνω ανάλυσης, το Δικαστήριο απορρίπτει ως λανθασμένη την κοινή θέση των δικηγόρων των διαδίκων πως θα πρέπει να υπάρχουν εξαιρετικές περιστάσεις έτσι ώστε να δοθεί άδεια για αντεξέταση. Δεν γίνεται δεκτή δηλαδή η θέση στη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων της εναγομένης 1 ως προς το ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ".ασκείται μόνο όπου ο αιτών την αντεξέταση δίνει επαρκείς λόγους που είναι ικανοί να εντάξουν την περίπτωση στην κατηγορία εκείνη των εξαιρετικών περιστάσεων πάντοτε σε συνάρτηση με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης" (ο τονισμός είναι δικός μου). [ 27 ] Ουσιαστικά, το ερώτημα το οποίο τίθεται σε περίπτωση υποβολής αιτήματος για αντεξέταση ενόρκως δηλούντος είναι κατά πόσο η έγκριση του είναι δυνατό, ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της συγκεκριμένης περίπτωσης, διατηρώντας υπόψη πως αυτό αποτελεί μέρος της απαιτούμενης ρύθμισης από το Δικαστήριο του τρόπου εκδίκασης μίας ενδιάμεσης αίτησης, να κριθεί ως δικαιολογημένη από το Δικαστήριο το οποίο ασκεί διακριτική ευχέρεια επί του θέματος. Δικαιολογημένη έτσι ώστε κατά τη διαδικασία εκδίκασης της κύριας αίτησης να εξεταστεί με όσο το δυνατό πιο δίκαιο τρόπο το αντικείμενο της συγκεκριμένης ενδιάμεσης αίτησης. Σε σχέση με την οποία αίτηση ο ενόρκως δηλών έχει ορκιστεί σχετικά είτε προς υποστήριξη της είτε εναντίον της. Διευκρινίζω πως η χρήση της λέξης "δικαιολογημένη" από το Δικαστήριο γίνεται με την έννοια της χρησιμότητας της αντεξέτασης με απώτερο στόχο την όσο το δυνατό πιο δίκαιη διεξαγωγή της εκδίκασης της κύριας αίτησης και όχι της οποιασδήποτε αυστηρής έννοιας η οποία να περιορίζει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. [ 28 ] Εάν δηλαδή το Δικαστήριο, διατηρώντας υπόψη τα ιδιαίτερα περιστατικά της περίπτωσης υπό εξέταση, κρίνει ότι η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος δεν θα προσφέρει οτιδήποτε περισσότερο σε σχέση με τη δίκαιη εξέταση της κύριας αίτησης εντός του πλαισίου της διαδικασίας εκδίκασης της, δηλαδή ότι αυτή δεν θα εξυπηρετεί οποιοδήποτε χρήσιμο σκοπό, τότε προς τι να εγκριθεί ένα τέτοιο αίτημα και να αναλωθεί πολύτιμος Δικαστικός χρόνος σε ακροαματική διαδικασία η οποία να μην είναι δυνατό να κριθεί δικαιολογημένη; [ 29 ] Διατηρώντας υπόψη δηλαδή πως έστω και εάν παρέχεται η δυνατότητα αντεξέτασης ενός ενόρκως δηλούντος, θα πρέπει ο αιτών την αντεξέταση του να πείσει το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια του προς έγκριση του αιτήματος του θέτοντας υπόψη του εκείνους τους λόγους οι οποίοι το καθιστούν δικαιολογημένο. Υπό την έννοια της χρησιμότητας αυτής της αντεξέτασης σε συνάρτηση και με τον απώτερο σκοπό της αίτησης υπό εξέταση. Όπως γενικά και σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση άσκησης της διακριτικής ευχέρειας ενός Δικαστηρίου δεν είναι δυνατό να αναμένεται θετική άσκηση αυτής προς έγκριση ενός αιτήματος εάν το ίδιο το αίτημα δεν είναι δυνατό να κριθεί δικαιολογημένο. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ [ 30 ] Επομένως, έτσι ώστε η διακριτική ευχέρεια αυτή να ασκηθεί δικαστικά θα πρέπει το Δικαστήριο να εξετάσει τους λόγους επί των οποίων ο αιτών την αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος βασίζει αυτό το αίτημα του. [ 31 ] Εντούτοις οφείλω να διευκρινίσω πως το Δικαστήριο με αυτή την απόφαση αποφεύγει να υπεισέλθει σε μία εις βάθος εξέταση και της κύριας αίτησης σε σχέση με την οποία έχει υποβληθεί το αίτημα για αντεξέταση. Παράλληλα βεβαίως δεν είναι εφικτό όπως το αίτημα για αντεξέταση ιδωθεί και εξεταστεί παρά μόνο διατηρώντας υπόψη το δικονομικό πλαίσιο εντός του οποίου αυτό εντάσσεται και το οποίο βεβαίως δεν είναι οτιδήποτε άλλο από αυτό το οποίο καθορίζεται βάσει του περιεχομένου της αίτησης την οποία η εναγόμενη 1 έχει καταχωρήσει στις 11/11/2015 ζητώντας διάφορες θεραπείες αλλά και την ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης την οποία οι ενάγοντες έχουν καταχωρήσει στις 18/1/
  3. [ 32 ] Το αίτημα περιορίζεται σε σχέση με 8 συνολικά παραγράφους της ένορκης δήλωσης, δηλαδή τις παραγράφους 1, 2, 6, 8, 9, 10, 11 και
  4. Βεβαίως με την ένορκη δήλωση αν και ο λόγος για τον οποίο ζητείται η αντεξέταση τίθεται (ανεπίτρεπτα εφόσον πρόκειται για μαρτυρία) με ταυτόχρονα συζευκτικό και διαζευκτικό τρόπο ουσιαστικά αυτό το οποίο ζητείται είναι όπως ο ενόρκως δηλών τοποθετηθεί ή να δώσει περαιτέρω διευκρινίσεις ή να αποκαλύψει την πηγή πληροφόρησης του σε σχέση με τα όσα αναφέρει στις συγκεκριμένες παραγράφους και ειδικότερα σε σχέση με τα όσα αναφέρονται στις υποπαραγράφους Α, Β, Γ και Δ της παραγράφου 4 της ένορκης δήλωσης του ενάγοντα
  5. [ 33 ] Σε σχέση με τις παραγράφους 1 και 2 υπάρχει βεβαίως και σχετικός λόγος ένστασης
(13)ενώ σύμφωνα και με τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 4(Α) της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης ζητείται αντεξέταση σε σχέση με τη φύση της εξουσιοδότησης την οποία ο ενόρκως δηλών έχει λάβει από την εναγόμενη 1 και γιατί δεν προέβηκε σε ένορκη δήλωση ένας από τους διευθυντές της ή εργαζομένους σε αυτήν. [ 34 ] Όμως πραγματικά διερωτώμαι ως πρός το λόγο βάσει του οποίου ζητείται αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος σε σχέση με την εξουσιοδότηση την οποία έχει ή γιατί δεν έχει προβεί σε ένορκη δήλωση άλλο άτομο το οποίο να έχει άμεση σχέση με την εναγόμενη
  1. Αυτό το οποίο παρατηρείται είναι πως οι ενάγοντες δεν έχουν θέσει καν ως λόγο ένστασης, στην ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης τους, τη φύση ή ακόμη και την έλλειψη εξουσιοδότησης του ενόρκως δηλούντος. [ 35 ] Ακόμη και διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται σχετικά στην παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης στην κύρια αίτηση αναφορικά με την εκδίκαση της οποίας υποβάλλεται η αίτηση για αντεξέταση και πάλι δεν είναι αρκετό για τους ενάγοντες να βασίζονται σε ισχυρισμούς άγνοιας ως προς το κατά πόσο οι δικηγόροι της εναγομένης 1 έχουν δεόντως εξουσιοδοτηθεί από την εναγόμενη 1 έτσι ώστε να την εκπροσωπήσουν στην αγωγή. Μάλιστα η προβολή καν αυτής της θέσης θέτει με ένα παράδοξο τρόπο υπό αμφισβήτηση ολόκληρη τη διαδικασία εκδίκασης της κύριας αίτησης ή ακόμη και της ίδιας της αγωγής. Θέση όμως η οποία, ομολογουμένως, βασίζεται σε άγνοια του ενόρκως δηλούντος προς υποστήριξη της ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης αντί σε συγκεκριμένη γνώση επί του συγκεκριμένου θέματος. Κυρίως όμως σε σχέση με την αίτηση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση σημασία έχει το δεδομένο πως η θέση αυτή δεν προβάλεται καν ως λόγος ένστασης. [ 36 ] Επομένως, προς τι να δοθεί άδεια αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντος δίχως να υπάρχει συγκεκριμένος λόγος ένστασης ως πρός την εξουσιοδότηση του να είχε προβεί στην ένορκη δήλωση; Με τον ίδιο τρόπο και τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 3 της σελίδας 5 της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου δικηγόρου των εναγόντων δεν είναι δυνατό να ενταχθούν στο πλαίσιο το οποίο καθορίζεται από την ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης των εναγόντων. Ως προς το ότι δηλαδή επειδή η εναγόμενη 1 βρίσκεται στο εξωτερικό ο ενόρκως δηλών θα πρέπει να διευκρινίσει τη φύση της εξουσιοδότησης που έχει λάβει. Δεν είναι δυνατό δηλαδή να ενταχθεί καν αυτό το μέρος του αιτήματος για αντεξέταση εντός του πλαισίου εκδίκασης της κύριας αίτησης σε σχέση με την οποία αυτό έχει καταχωρηθεί. [ 37 ] Σύμφωνα με την παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης Τηλεμάχου, σε σχέση με το περιεχόμενο της οποίας επίσης ζητείται άδεια για αντεξέταση, ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται πως έχει προσωπική γνώση ορισμένων γεγονότων της υπόθεσης ενώ για όσα γεγονότα τα οποία παρατίθενται εντός της ένορκης δήλωσης και για τα οποία δεν έχει προσωπική γνώση αναφέρει ποια είναι αυτά καθώς και την πηγή πληροφόρησης του. [ 38 ] Το θέμα αυτό όμως ουσιαστικά διασαφηνίζεται πλήρως με τις επόμενες δύο παραγράφους (3 και 4) εντός των οποίων δηλώνει σαφώς πως έχει λάβει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες τις οποίες παραθέτει εντός της ένορκης δήλωσης του από τον κ. Χρίστο Μελίδη και την κα. Μαρία Ιωάννου, δηλαδή τους δικηγόρους του γραφείου τους και οι οποίοι χειρίζονται την υπόθεση εκ μέρους της εναγομένης
  2. Επιπλέον αντλεί πληροφόρηση για τα γεγονότα της υπόθεσης από το φάκελο της υπόθεσης και τα έγγραφα τα οποία του έχουν δοθεί και έχει μελετήσει, συμπεριλαμβανομένων των δικογράφων. [ 39 ] Καταλήγει δηλώνοντας πως το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του είναι αληθές ως αληθώς πιστεύει και στη βάση των πληροφορίων και συμβουλών που έχει λάβει από τους δικηγόρους που χειρίζονται την υπόθεση εκ μέρους της εναγομένης
  3. Πουθενά αλλού εντός της ένορκης δήλωσης του δεν αναφέρεται πλέον σε οποιαδήποτε άλλη πηγή πληροφόρησης ο ενόρκως δηλών ενώ τονίζω πως ο ίδιος δηλώνει πως όλες τις απαραίτητες πληροφορίες τις οποίες παραθέτει εντός της ένορκης δήλωσης του τις έχει λάβει από τους συγκεκριμένους συναδέλφους του. Συνεπώς δεν κρίνεται δικαιολογημένο το αίτημα ως πρός την αντεξέταση του αναφορικά με αυτό το θέμα. [ 40 ] Βεβαίως θα μπορούσε να υποστηριχθεί πως το αίτημα των εναγόντων υποβάλλεται όχι μόνο για σκοπούς διευκρίνισης ή αποκάλυψης των πηγών πληροφόρησης του ενόρκως δηλούντος αλλά και για αμφισβήτηση των ισχυρισμών του. Όμως αυτή η αμφισβήτηση ήδη υπάρχει εντός της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης. Δηλαδή, οι ισχυρισμοί του ενόρκως δηλούντος δεν είναι αναντίλεκτοι. Επομένως, θεωρώ πως τίποτε δεν θα προσέθετε η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος σε σχέση με ένα θέμα για το οποίο δεν υπάρχει η οποιαδήποτε παραδοχή. Συνεπώς και πάλι δεν κρίνεται δικαιολογημένο το αίτημα για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος επί αυτού του θέματος. [ 41 ] Σε σχέση με την παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης Τηλεμάχου, για την οποία επίσης υποβάλλεται αίτημα αντεξέτασης, ο ενάγων 1, ως ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης στην κύρια αίτηση, με την παράγραφο 7 της δικής του ένορκης δήλωσης ήδη αρνείται τη σύναψη συμφωνίας μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης
  4. [ 42 ] Έστω και εάν αυτό γίνεται με ανεπίτρεπτα συζευκτικό και διαζευκτικό τρόπο, κάνοντας χρήση δηλαδή του συζευκτικού και διαζευκτικού συνδέσμου "και/ή" ωσάν η ένορκη δήλωση του να ήταν δικόγραφο αντί μαρτυρία υπό μορφή ένορκης δήλωσης. Σημασία, σε σχέση με την εξέταση της αίτησης για σκοπούς έκδοσης αυτής της απόφασης, έχει το γεγονός της άρνησης είτε σύναψης συμφωνίας των εναγόντων με την εναγόμενη 1 είτε ότι οι ενάγοντες ήταν με οποιοδήποτε τρόπο πελάτες ή χρήστες της πλατφόρμας κοινωνικής δικτύωσης Facebook. Ως επίσης και τα όσα υπόλοιπα αναφέρονται στην παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης του ενάγοντα 1 ανεξάρτητα και από τον τρόπο με τον οποίο το περιεχόμενο αυτής διατυπώνεται. [ 43 ] Αναφέρει βεβαίως ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση στην παράγραφο 4 (Δ) πως ζητείται η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος προς υποστήριξη της κύριας αίτησης ως προς το πότε, με ποιόν τρόπο και τι είδους συμφωνία είχαν συνάψει οι ενάγοντες με την εναγόμενη
  5. Θεωρώ πως το θέμα αυτό καλύπτεται επαρκώς από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης Τηλεμάχου έτσι ώστε να μην είναι δυνατό να κριθεί ως δικαιολογημένο το αίτημα για αντεξέταση επί αυτού του θέματος. Επιπλέον θεωρώ εκ πρώτης όψεως, δίχως το Δικαστήριο βεβαίως να οδηγείται σε οποιοδήποτε τελικό συμπέρασμα επί του θέματος, πως ο τρόπος της κατ΄ ισχυρισμό σύναψης συμφωνίας αφορά περισσότερο θέμα νομικής ερμηνείας του περιεχομένου του τεκμηρίου 1 της ένορκης δήλωσης Τηλεμάχου παρά θέμα πραγματικών γεγονότων, παράλληλα βεβαίως διατηρώντας υπόψη και τις θέσεις του ενάγοντα 1 επί του προκειμένου. Σχετική και πάλι επί του συγκεκριμένου θέματος είναι η παράγραφος 6 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης του ενάγοντα
  6. [ 44 ] Επιπλέον οφείλω να υπενθυμίσω πως ούτε με αυτή την απόφαση αλλά ούτε και με την απόφαση η οποία θα εκδοθεί σε σχέση με την κύρια αίτηση θα προβεί το Δικαστήριο σε τελική αξιολόγηση είτε ισχυρισμών των διαδίκων είτε νομικών θέσεων οι οποίες είτε κρίνεται είτε θα κριθεί ορθότερο όπως κριθούν εντός του πλαισίου της εκδίκασης της αγωγής, έαν βεβαίως η κύρια αίτηση της εναγομένης 1 τελικά δεν γίνει δεκτή από το Δικαστήριο. [ 45 ] Ουσιαστικά η παράγραφος 8 της ένορκης δήλωσης Τηλεμάχου , για την οποία επίσης υποβάλλεται αίτημα αντεξέτασης, αφορά νομικά θέματα καθώς εντός αυτής αναφέρονται δύο λόγοι βάσει των οποίων ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται πως ο ενάγων 1 δεσμεύεται από τη "Δήλωση Δικαιωμάτων και Υποχρεώσεων" (τεκμήριο 1). Συνεπώς ούτε και σε σχέση με αυτή την παράγραφο κρίνεται δικαιολογημένο όπως δοθεί το αιτούμενο διάταγμα για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος. Το Δικαστήριο καταλήγει στην ίδια διαπίστωση για τον ίδιο λόγο και σε σχέση με τις παραγράφους 9, 10 και 11 της ένορκης δήλωσης Τηλεμάχου. [ 46 ] Σε σχέση με την παράγραφο 13 της ένορκης δήλωσης , για την οποία επίσης υποβάλλεται αίτημα αντεξέτασης, αναφέρεται σχετικά στην παράγραφο 4 (Γ) της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης, πως ζητείται η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος σε σχέση με τις ενέργειες στις οποίες είχε προβεί η εναγόμενη 1 αφότου της γνωστοποιήθηκε η μονομερής αίτηση των εναγόντων ημερομηνίας 7/4/2015 μέσω υπηρεσίας ταχυμεταφορών. Θεωρώ πως το θέμα αυτό καλύπτεται επαρκώς για σκοπούς εξέτασης της κύριας αίτησης στην ίδια την παράγραφο 13 της ένορκης δήλωσης Τηλεμάχου έτσι ώστε να μην κρίνεται δικαιολογημένο όπως εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα αντεξέτασης σε σχέση με αυτή την παράγραφο. [ 47 ] Εισηγείται ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της αίτησης, βάσει της νομικής συμβουλής την οποία έχει λάβει από τους δικηγόρους του, πως ".είναι αναγκαίο, ορθό και δίκαιο όπως κατά το παρόν στάδιο εκδίκασης της υπόθεσης να κλητευθεί ο ομνύοντας στο Δικαστήριο και να αντεξετασθεί για σκοπούς αποκάλυψης όλων των γεγονότων που επικαλείται στην ένορκη του δήλωση με τρόπο αληθή, πλήρη, συνεκτικό και ενιαίο". Πραγματικά, έχοντας υπόψη τα όσα ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων έχει αναφέρει στην επιχειρηματολογία του προς υποστήριξη του αιτήματος των εναγόντων, το Δικαστήριο δεν έχει πεισθεί πως προκύπτει η επικαλούμενη αναγκαιότητα ή ότι θα ήταν είτε ορθό είτε δίκαιο όπως επιτραπεί η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος στην ένορκη δήλωση Τηλεμάχου ιδιαίτερα δε έτσι ώστε όπως χαρακτηριστικά, αλλά παράλληλα με αναφορά σε αόριστες και γενικές έννοιες, το περιγράφει ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της αίτησης με σκοπό την αντεξέταση του ".για σκοπούς αποκάλυψης όλων των γεγονότων που επικαλείται στην ένορκη του δήλωση με τρόπο αληθή, πλήρη, συνεκτικό και ενιαίο". Ούτε και γίνεται δεκτή ως βάσιμη η θέση του ευπαίδευτου δικηγόρου των εναγόντων ως προς το ότι δικαιολογείται η άσκηση του δικαιώματος αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντος καθότι ο ίδιος έχει αποτύχει να αποκαλύψει τα γεγονότα με τρόπο σαφή, πλήρη και επαρκή. [ 48 ] Διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω το αίτημα των εναγόντων δεν κρίνεται δικαιολογημένο και ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται. [ 49 ] Λαμβάνοντας υπόψη το αποτέλεσμα εκδίκασης της αίτησης τα έξοδα της επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης 1 και εις βάρος των εναγόντων 1 και 2 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλήτη και εγκριθούν από το Δικαστήριο είτε μετά από την αποπεράτωση της αγωγής σε περίπτωση απόρριψης της κύριας αίτησης είτε μετά από την εκδίκαση της κύριας αίτησης σε περίπτωση κατά την οποία αυτή γίνεται δεκτή ως πρός την ακύρωση ή τον παραμερισμό της αγωγής σύμφωνα και με την αιτούμενη θεραπεία της παραγράφου Α (i). [ 50 ] Στη συνέχεια θα δοθεί από το Δικαστήριο ημερομηνία εκδίκασης της κύριας αίτησης. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.