← Κύπρος

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Τ. & Μ.ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ ΚΑΙ ΥΙΟΣ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 675/10, 21/4/2016

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Τ. & Μ.ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ ΚΑΙ ΥΙΟΣ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 675/10, 21/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A87 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 675/10 Μεταξύ: Alpha Bank Cyprus Ltd Ενάγουσας-Καθ΄ ης η αίτηση και Τ. & Μ.ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ ΚΑΙ ΥΙΟΣ ΛΤΔ, (Α/Ε 395), Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου ΙΙΙ 284, Ακίνητα Fortuna Court, Μπλοκ Β, 2ος όροφος, Λεμεσός. Γεώργιος Οικονόμου, (ΑΤ 537425), Εμμανουήλ Ροίδη 6, 3031 Λεμεσός. Ανδρέα Περικλέους, (ΑΤ 540936), Αναρίτα, 8502 Πάφος. Εναγομένων-Αιτητών ------------------- Αίτηση τροποποίησης Έκθεσης Υπεράσπισης ημερ. 20.11.2015 ------------------- Ημερομηνία: 21.4.2016 Για τους Εναγόμενους-Αιτητές: κα Ευαγγελία Πουλλά Για την Ενάγουσα-Καθ΄ ης η αίτηση: κα Σ. Ζαχαρία για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον των Εναγομένων υπόλοιπα οφειλόμενα ποσά δυνάμει συμφωνιών τρεχούμενου λογαριασμού και δανείου, ημερ. 9.11.2001 και 13.11.2001 αντίστοιχα. Επιζητεί επίσης έκδοση διαταγμάτων για πώληση των ενυπόθηκων κτημάτων. Καταχωρήθηκε Έκθεση Υπεράσπισης στις 27.10.2010 από τους δικηγόρους που τότε εκπροσωπούσαν τους Εναγόμενους αποτελούμενη από δύο σελίδες. Με αυτήν παραδέχονται την υπογραφή δύο συμφωνιών ημερ. 9.11.2001 και 13.11.2001 πλην όμως αρνούνται το περιεχόμενο των συμφωνιών. Άρνησης επίσης τυγχάνουν οι συμφωνίες εγγύησης. Γίνεται παραδοχή των συμφωνιών υποθήκευσης των κτημάτων που περιγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης πλην όμως ισχυρίζονται ότι οι υποθήκες έχουν εξοφληθεί, αφού τα ποσά για τα οποία είχαν δοθεί, πληρώθηκαν. Αρνούνται ότι οφείλουν τα αξιούμενα από την Ενάγουσα ποσά και ισχυρίζονται πως ποσά που πλήρωσαν οι Εναγόμενοι δεν αφαιρέθηκαν από την Ενάγουσα και/ή τα χρησιμοποίησε για εξόφληση άλλων χρεών. Με την κρινόμενη αίτηση τροποποίησης επιδιώκεται «η διαγραφή ολόκληρης της Έκθεσης Υπεράσπισης και αντικατάστασης και προσθήκης Ανταπαίτησης». Καταγράφεται δε στην αίτηση η προτεινόμενη Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης η οποία καταλαμβάνει οκτώ και πλέον πυκνογραμμένες σελίδες. Με την προτεινόμενη Έκθεση Υπεράσπισης προβάλλονται ισχυρισμοί περί χρήσεως αθέμιτης επιρροής, ψευδών παραστάσεων, δόλου και απάτης εκ μέρους της Ενάγουσας για υπογραφή των επίδικων συμφωνιών. Ισχυρίζονται ότι η Ενάγουσα ενήργησε τοκογλυφικά και καταχρηστικά. Ότι επέβαλε πολυνομισματικό δάνειο και/ή πολυνομισματικό επιτόκιο και/ή επιτόκιο Libor. Ότι οι όροι που περιέχονται στις συμφωνίες περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες και αντίκεινται στις πρόνοιες της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, του Συντάγματος, και άλλων Ευρωπαϊκών Οδηγιών. Επικαλούνται αντισυνταγματικότητα των προνοιών του περί Ελευθεροποιήσεως του Επιτοκίου Νόμου (Ν.160(Ι)/99)διότι κατ΄ ισχυρισμό παραβιάζουν το άρθρο 26 του Συντάγματος και παραθέτουν σχετικές λεπτομέρειες. Με την επιχειρούμενη να εισαχθεί Ανταπαίτηση αξιώνεται ακύρωση των επίδικων συμφωνιών λόγω ψευδών παραστάσεων, αθέμιτης επιρροής κ.λ.π.. Επιζητείται επιστροφή χρημάτων λόγω υπερχρεώσεων και επιζητούνται αποζημιώσεις. Χαρακτηριστικά είναι τα επιχειρούμενα να εισαχθούν διατάγματα υπό στοιχεία Γ και Δ: «(Γ) Απόφαση και/ή Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να αποφασίζεται ότι οι Ενάγοντες και/ή οι υπάλληλοι και/ή αντιπρόσωποι των με τις ενέργειες και συμπεριφορά των μαζί με τις υπόλοιπες Τράπεζες οδήγησαν και/η επέφεραν την κατάρρευση της οικονομίας της Κυπριακής Δημοκρατίας με αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι να απωλέσουν την εργασία και/ή το επιτήδευμα και/ή τις απολαβές και/ή τα εισοδήματα τους με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να αποπληρώσουν οιονδήποτε δάνειο και/ή χρέος και/ή υποχρέωση των. (Δ) Απόφαση και/ή Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να αποφασίζεται ότι οι Ενάγοντες και/ή οι υπάλληλοι και/ή αντιπρόσωποι και/ή εκπρόσωποι των με τις ενέργειες και συμπεριφορά των μαζί με άλλες Τράπεζες οδήγησαν και/ή χειραγώγησαν την αγορά και την διακύμανση των επιτοκίων και μεταξύ αυτών το LIBOR.» Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του εκ των Εναγομένων Γ. Οικονόμου. Αναφέρει σχετικά: «

  1. Οι Δικηγόροι μας οι οποίοι διορίστηκαν αρχικά καταχώρησαν Υπεράσπιση στις 27/10/
  2. Έγινε αλλαγή των Δικηγόρων μας κατά ή περί τις 3/12/
  3. Η Δικηγόρος μας μετά τον διορισμό της ζήτησε από εμάς όλα τα έγγραφα που αφορούσαν την υπόθεση μας για σκοπούς χειρισμού της υπόθεσης αλλά δυστυχώς δεν είχαμε έγγραφα στα χέρια μας.
  4. Κατά ή περί τις 6/6/2014 εζητήθηκαν οι καταστάσεις λογαριασμού από τους Δικηγόρους των Εναγόντων δια να δοθούν στον λογιστή μας δια να μπορέσει να μελετήσει τους τόκους/χρεώσεις/υπερχρεώσεις/τόκους υπερημερίας που χρεώθηκαν στους λογαριασμούς της Εναγομένης Νο.1, όμως αυτές δεν μας δόθηκαν έγκαιρα αλλά καθυστερημένα.
  5. Οι καταστάσεις λογαριασμούς μας δόθηκαν καθυστερημένα.
  6. Η Δικηγόρος μας έλαβε επίσης από τους Δικηγόρους των Εναγόντων διάφορα έγγραφα που αφορούσαν την υπόθεση.
  7. Μετά την λήψη και των εγγράφων και την μελέτη τους μας συμβούλεψε ότι η Έκθεση Υπεράσπισης είναι ελλιπής στα νομικά θέματα που θα έπρεπε να τεθούν και δεν τέθηκαν και επίσης γίνονται αρνήσεις ενώ θα έπρεπε να εγίνοντο παραδοχές πράγμα που θα μας έφερνε σε δύσκολη θέση κατά την ακρόαση της υπόθεσης.» Στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση αναφέρεται κυρίως στην επικοινωνία που υπήρξε μεταξύ των πρώην και των νυν δικηγόρων του και επισυνάπτει σχετικά τεκμήρια. Αναφέρεται σε νομικά θέματα και σχολιάζει την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς που περιέχονται σ΄ εκείνη. Όπως ήταν αναμενόμενο, το διάβημα των Αιτητών προσέκρουσε στην άρνηση της Ενάγουσας να το αποδεχτεί. Η τελευταία εγείρει έντεκα λόγους με τους οποίους υποστηρίζει ότι η αίτηση δεν πρέπει να τύχει της έγκρισης του Δικαστηρίου. Όπως αυτοί μπορούν να ομαδοποιηθούν συνίστανται στους εξής: - Η αίτηση είναι ανεπίτρεπτη, αντίθετη με τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς, αντινομική (λόγοι ένστασης α και στ). - Υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση, κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court) ( λόγοι ένστασης β, γ,δ, η) και κακοπιστία. - Τροποποιείται εκ βάθρου η Έκθεση Υπεράσπισης (λόγοι ένστασης ε και κ). - Δεν αποκαλήφθησαν επαρκείς λόγοι που να καταδεικνύουν το ουσιώδες, την αναγκαιότητα και χρησιμότητα της τροποποίησης (λόγος ένστασης ζ). - Η τροποποίηση θα επιφέρει καθυστέρηση, εκτροχιασμό της δίκης και βλάβη στα συμφέροντα της Ενάγουσας (λόγοι ένστασης θ και ι). Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Κ. Βρυώνη, υπαλλήλου της Ενάγουσας. Με αυτήν αναπτύσσει τους λόγους ένστασης και δίδει έμφαση σε ορισμένα γεγονότα και ημερομηνίες, κατά τις οποίες έλαβαν χώραν γεγονότα ή έγιναν δηλώσεις. Αποτέλεσε δε η τοιαύτη ένορκη δήλωση την επιχειρηματολογία (αντί αγόρευσης) που υποστηρίζει τις θέσεις και ένσταση της. Η συνήγορος των Αιτητών προέβαλε με γραπτή αγόρευση τις θέσεις και επιχειρηματολογία της. Υποστήριξε την αναγκαιότητα της τροποποίησης ούτως ώστε να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλες οι θέσεις των Εναγομένων και τα ορθά γεγονότα. Δεν θεωρεί ότι υπάρχει καθυστέρηση, ως εισηγείται η Ενάγουσα, ούτε εντοπίζει οποιαδήποτε κακοπιστία εκ μέρους των Αιτητών. Στις ιδιαίτερες θέσεις των μερών θα γίνει αναφορά κατωτέρω, όπου απαιτείται. Νομική πτυχή Έχει νομολογηθεί ότι η τροποποίηση της δικογραφίας είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και ότι εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (δέστε Χρίστου ν. Αζά

(1992)1 Α.Α.Δ. 704, 707). Στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Έχει περαιτέρω νομολογηθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (δέστε Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934. Η προσέγγιση αυτή συνάδει με εκείνη που διατυπώθηκε στην Associated Leisure Ltd and others v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All E.R. 754, Jamal Khan v. Δημοκρατίας του Πακιστάν
(2011)1 Α.Α.Δ. 1211. Οι αρχές οι οποίες διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνοψίζονται στη Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 33 και έχουν ως εξής: «
(1)H τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέρονται του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.» Κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμώνται όλα τα σχετικά γεγονότα τα οποία τείνουν να διαμορφώσουν και προδιαγράψουν το πλαίσιο της δίκης σε συνάρτηση με τα χρονικά όρια για την επίλυση τους. Καθυστέρηση/Μη αιτιολόγηση Αποτελεί τη θέση της νομολογίας πως, όπου υπάρχει καθυστέρηση, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Στη SABA & CO. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents (ανωτέρω), κρίθηκε πως η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στη Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου (ανωτέρω), λέχθηκε πως η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Η πιο πάνω αρχή όμως περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ. v. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου τονίστηκε πως το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Όσον αφορά το χρόνο στον οποίο υποβάλλεται αίτηση για τροποποίηση, σχετική είναι και η απόφαση στην Astor Manufacturing v. A.G. Leventis (ανωτέρω). Ουσιαστικά όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, τόσο πιο αναγκαία γίνεται η παροχή αιτιολόγησης. Εκείνο δε που σαφέστατα προκύπτει από τη διάφορη νομολογία είναι πως κάθε περίπτωση κρίνεται με τα δικά της περιστατικά και ανάλογα ασκείται και η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Είναι αποδεκτό πως η δικηγόρος που εκπροσωπεί τώρα τους Εναγόμενους ανέλαβε σε αντικατάσταση των προηγούμενων καταχωρώντας σχετική ειδοποίηση αλλαγής στις 3 Δεκεμβρίου
  1. Έκτοτε, εξ΄ όσων προκύπτει από τα πρακτικά του Δικαστηρίου, η υπόθεση ορίσθηκε για ακρόαση δύο φορές και έξι φορές για σκοπούς εξώδικης διευθέτησης. Η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι δεν είχαν έγγραφα να παραδώσουν στη συνήγορο τους, ανατρέπεται και δεν συνάδει με την ένορκη δήλωση του ιδίου, ημερ. 3.10.2011 με την οποία αποκαλύπτει τα έγγραφα που έχει στην κατοχή του και όπως αποδεικνύεται, είναι μεταξύ άλλων και οι επίδικες συμφωνίες δανείου, εγγυήσεων κ.λ.π.. Συνεπώς, όλα τα έγγραφα αλλά και τα σχετικά με τη συνομολόγηση των συμφωνιών γεγονότα ήταν από την αρχή σε γνώση των Αιτητών και συνακόλουθα των νομικών τους συμβούλων. Εάν δεν εγνώριζαν, όπως αναφέρουν, την κατάσταση του λογαριασμού η οποία, όπως ισχυρίζονται, αργοπορημένα στάληκε σε αυτούς, αυτή αφορούσε μόνο ένα επίδικο θέμα. Το υπόλοιπο του λογαριασμού και τις ισχυριζόμενες υπερχρεώσεις. Αλλά πάλιν και αυτό το έγγραφο φαίνεται πως τους είχε δοθεί περί τον Ιούνιο-Ιούλιο
  2. Κρίνεται συνεπώς πως η μετά πάροδον πέντε χρόνων ενέργεια για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης από το υφιστάμενο δικόγραφο τους και πάροδος δύο χρόνων από την αλλαγή δικηγόρου (η οποία δεν συνιστά λόγο αιτιολογικό τροποποίησης) είναι αφενός μεγάλη και αφετέρου αναιτιολόγητη. Η προσφερόμενη δικαιολογία ότι η μελέτη των εγγράφων ανέδειξε την ανάγκη τροποποίησης για εισαγωγή νομικών θέσεων και θεμάτων δεν είναι ικανοποιητική ούτε και ικανή για να παράσχει λόγο επαρκή ώστε το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της αίτησης. Πρόσθετος λόγος ένστασης είναι η αλλαγή άρδην της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Έχουν ανωτέρω καταγραφεί οι επιχειρούμενοι να εισαχθούν ισχυρισμοί και οι θεραπείες της Ανταπαίτησης. Εισηγείται με την αγόρευση της η κα Πουλλά πως: «Είναι γνωστή η ασύδοτη συμπεριφορά των Τραπεζών και οι παράνομες χρεώσεις και υπερχρεώσεις που εγίνοντο προς τους πελάτας των. Παρακαλείται το Δικαστήριο να λάβει σοβαρά υπόψιν του την αναφορά του κ. Οικονόμου ότι έγινε προσφορά προς την Δικηγόρο του να τους χαρισθεί το ποσό των €600.000.-, ισχυρισμός που δεν έχει αμφισβητηθεί. Από μόνο του τούτο αποδεικνύει τις υπερχρεώσεις που έγιναν εκ μέρους της Ενάγουσας στους λογαριασμούς των Εναγομένων.» Συνεχίζει δε αναφέροντας: «Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι τα δικόγραφα συντάσσονται και ανταλλάσσονται για να ξέρουν οι δύο πλευρές τι έχουν να αντιμετωπίσουν στο Δικαστήριο κατά την ακροαματική διαδικασία. Το να μην δοθεί η ευκαιρία στους Εναγόμενους να θέσουν τις θέσεις των οι οποίες θα έπρεπε να ευρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου σύμφωνα με το Σύνταγμα, το Νόμο, τους Κανονισμούς και τις Ευρωπαϊκές Οδηγίες, τα συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη την στιγμή που το ίδιο το Τραπεζικό μας σύστημα έχει καταρρεύσει και που δεν υπήρχε όριο στην ασυδοσία των Τραπεζιτών οι οποίοι ενεργούσαν παράνομα σε βάρος όλου του πληθυσμού, μεταξύ αυτών και των Εναγομένων στην παρούσα υπόθεση αυτό θα ήταν πραγματικά άδικο και ανεπιεικές.» Η προσθήκη νέων υπερασπίσεων, δεν έχει την ίδια δυναμική ως η νέα βάση αγωγής, εφόσον ο Ενάγων έχιε πάντοτε τη δυνατότητα να αντικρούσει τους όποιους ισχυρισμούς με την Απάντηση του στην Υπεράσπιση (δέστε Annual Practice 1958, σελ. 627). Όμως, ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής, η οποία δεν έχει παραγραφεί, η οποία θεωρείται πολύ πιο σοβαρή δικονομική ενέργεια από την εισαγωγή νέας βάσης υπεράσπισης, η αίτηση τροποποίησης δεν οδηγείται χωρίς άλλο σε απόρριψη αλλά ο παράγοντας αυτός συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα στοιχεία (Χρίστου v. Αζά (ανωτέρω), Κ. Παφίτης & Υιοί Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Πολ. Έφεση 204/09, ημερ. 24.5.2012). Εκείνο που σαφέστατα προκύπτει είναι πως η κάθε περίπτωση εξετάζεται με τα δικά της περιστατικά και ιδιαιτερότητες. Είναι σαφές στην κρινόμενη περίπτωση πως όχι μόνον επιζητείται τροποποίηση γεγονότων (γνωστών εις τους Εναγόμενους) αλλά και εισαγωγή νέων νομικών θέσεων αλλά και γεγονότων άσχετων με την επίλυση της επίδικης διαφοράς. Επιζητείται η κρίση του Δικαστηρίου για τη γενικότερη οικονομική κρίση, την τακτική των τραπεζών, την κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος, όταν αυτό που έχουμε να εξετάσουμε είναι ισχυριζόμενες συμφωνίες δανείου που συνομολογήθηκαν το
  3. Εάν στην κρινόμενη περίπτωση η Ενάγουσα χρέωσε πέραν των συνομολογηθέντων και προέβηκε σε υπερχρεώσεις ή παράνομες χρεώσεις, όπως επιθυμούν να προβάλουν οι Εναγόμενοι, εκείνη που έχει πάντοτε το βάρος να αποδείξει την υπόθεση της με το συνολικό νόμιμο υπόλοιπο είναι η Ενάγουσα, αφού ήδη με το υφιστάμενο δικόγραφο αμφισβητείται η ύπαρξη του αξιούμενου υπολοίπου. Συνεπώς κρίνεται πως οι Εναγόμενοι όχι μόνο προσπαθούν να διαμορφώσουν πλήρως το δικόγραφο με νέες θέσεις και ισχυρισμούς, αλλά δεν έχουν επιδείξει καλή πίστη στην προσπάθεια τους αυτή, όπως ανωτέρω εξηγήθηκε κατά την καταγραφή της πορείας της υπόθεσης. Πέραν του γεγονότος που έχει καταγραφεί στην αρχή της απόφασης για επιδίωξη ορισμού δικασίμου για εξώδικο συμβιβασμό σημειώνεται πως όταν στις 8.6.2015 η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, όπως προκύπτει από το τηρηθέν πρακτικό, ζητήθηκε από κοινού αναβολή γιατί γίνονταν προσπάθειες διευθέτησης και η υπόθεση ορίστηκε στις 23.11.
  4. Και αντ΄ αυτού, ακολούθησε το παρόν δικονομικό διάβημα. Για όλους τους ανωτέρω λόγους κρίνεται πως δεν είναι εύλογο να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ των Αιτητών. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας-Καθ΄ ης η αίτηση και εναντίον των Εναγομένων-Αιτητών όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............... Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΜ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: (Αίτηση για Τροποποίηση Ε/Υ) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.