← Κύπρος

Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Αστυνομικών και Στρατιωτικών Κύπρου Λτδ ν. Σολομού Α. Χαραλάμπους κ.α., Γενική Αίτηση Αρ. 699/2013, 27/4/2016

Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Αστυνομικών και Στρατιωτικών Κύπρου Λτδ ν. Σολομού Α. Χαραλάμπους κ.α., Γενική Αίτηση Αρ. 699/2013, 27/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A95 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Xρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Γενική Αίτηση Αρ. 699/2013 Μεταξύ: Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Αστυνομικών και Στρατιωτικών Κύπρου Λτδ Αιτητές και

  1. Σολομού Α. Χαραλάμπους
  2. Στέφη Αντωνίου Καθ' ών η Αίτηση --------------------------------------------------------------------------------------------------------------------- Αίτηση Τροποποίησης Ημερομηνίας 23/11/
  3. Ημερομηνία: 27/04/
  4. Εμφανίσεις: Για τους Καθ' ών η Αίτηση - Αιτητές 1 και 2: κα Αργυρώ Χαραλάμπους για κ.κ. Ανδρέας Χρ. Δημητριάδη Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Αιτητές - καθ' ού η αίτηση: κα Μ. Τιμοθέου για κ.κ. Ιεροθέου, Καμπέρης & Σια Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Αιτητές - Καθ' ών η Αίτηση στις 21/11/2013 καταχώρησαν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση με την οποία εξαιτούνται «Άδεια και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την εγγραφή και εκτέλεση ληφθείσας διαιτητικής απόφασης εναντίον των Καθ' ών η Αίτηση ημερ. 18/02/2013 ως εκτελείται η απόφαση του Δικαστηρίου.» Οι Καθ' ών η Αίτηση - Αιτητές, καταχώρησαν ένσταση στις 23/09/2014 και παραθέτουν 20 λόγους για τους οποίους δεν πρέπει να εκδοθεί το πιο πάνω διάταγμα και η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Με την παρούσα Αίτηση, οι Καθ' ών η Αίτηση - Αιτητές, αιτούνται την τροποποίηση της πιο πάνω ένσταση τους ως ακολούθως: «Α. Τροποποίηση της ένστασης των Αιτητών / καθ' ών η αίτηση αρ. 1 και αρ. 2 ημερομηνίας 23/05/2015 με την προσθήκης στους λόγους ένστασης των παραγράφων 21 ως και 23, μετά την παράγραφο 20, με το ακόλουθο περιεχόμενο: «
  5. Με βάση το άρθρο 23 των Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου και/ή το Καταστατικό του Συνεργατισμού και/ή το Καθεστώς των Αιτητών, που είχαν ισχύ κατά τους επίδικους χρόνους της συνομολόγησης του δανείου / γραμματίου υπ' αρ. 7304812-6 καθώς και της υποθήκης υπ' αρ. Υ5384/08 και/ή των άλλων επίδικων συμφωνιών, οι Αιτητές μπορούσαν να χορηγήσουν δάνεια στους Καθ' ών η αίτηση 1 και/ή 2 με επιβάρυνση προς όφελος των Αιτητών μόνο επί στοιχείων της κινητής περιουσίας των Καθ' ών η αίτηση 1 και/ή
  6. Οι Αιτητές δεν είχαν εξουσία να συνομολογήσουν τις επίδικες συμφωνίες δανείου/γραμματίου υπ' αρ. 7304812-6 καθώς και της υποθήκης υπ' αρ. Υ5384/08 και η συνομολόγηση των επίδικων συμβάσεων είναι εξ' υπαρχής άκυρη και/ή ακυρώσιμη και/ή παράνομη γιατί έγινε κατά παράβαση του άρθρου 23 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου και/ή των προνοιών του Καταστατικού του Συνεργατισμού και/ή του καθεστώτος και/ή των εξουσιών των Αιτητών.
  7. Οι Αιτητές κατά την συνομολόγηση των επίδικων συμφωνιών γνώριζαν και/ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι η συνομολόγηση των επίδικων συμφωνιών ήταν παράνομη και/ή καθ' υπέρβαση των εξουσιών τους. Β. Τροποποίηση της ένστασης των Αιτητών / καθ' ών η αίτηση αρ. 1 και αρ. 2 ημερομηνίας 23/05/2014 με την διαγραφή στους λόγους ένστασης του αριθμού «21» με τον οποίο αριθμείται η νομική βάση της αίτησης. Γ. Καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της ενόρκου δηλώσεως του κ. Σολομού Α. Χαραλάμπους ημερομηνίας 22/09/2014 προς υποστήριξη των λόγων ένστασης που αναφέρονται στην παράγραφο Α πιο πάνω.» Η πιο πάνω Αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη ομολογία του Αιτητή και καθ' ού η αίτηση αρ. 1 με την οποία αναφέρει ότι οι εν λόγω τροποποιήσεις δεν αποτελούν νέες βάσεις αγωγής απλά συνιστούν διεύρυνση των υφιστάμενων ισχυρισμών της ένστασης, γεγονός που μπορεί εύκολα και χωρίς ζημιογόνα επακόλουθα να αντιμετωπιστεί από τους καθ' ών η αίτηση. Περαιτέρω, αναφέρει ότι από ότι τον ενημέρωσαν οι δικηγόροι του, μετά από διεξοδική μελέτη των γεγονότων της παρούσας γενικής αίτησης και του σχετικού Νόμου, που κατονομάζει, αντιλήφθηκαν ότι παραλήφθηκε να γίνει αναφορά στους αιτούμενους για προσθήκη λόγους ένστασης. Άμεσα και χωρίς καμία καθυστέρηση προέβηκαν στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Συνεχίζοντας, αναφέρει ότι δεν τίθεται θέμα καθυστέρησης στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης διότι η ακρόαση ακόμη να ξεκινήσει και εν πάσει περιπτώσει ακόμη και αν τίθεται ένα τέτοιο θέμα δεν είναι καταλυτικό για την έκβαση της παρούσας αίτησης. Η αίτηση γίνεται καλόπιστα αναφέρει και δεν θα επηρεαστούν τα δικαιώματα των Αιτητών - Καθ' ών η Αίτηση. Οι Αιτητές - Καθ' ών η αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην πιο πάνω αίτηση την 01/02/2016 στην οποία παραθέτουν 10 λόγους, ως εμφαίνονται στο σώμα της, για τους οποίους η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Ουσιαστικά με αυτούς ισχυρίζονται καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας αίτησης, κατάχρηση και ότι ο μοναδικός της σκοπός είναι η καθυστέρηση της εκδίκασης της αίτησης και εντός ευλόγου χρόνου καθώς επίσης και ότι τα ζητήματα τα οποία επιχειρούνται να εισαχθούν στην ένσταση δεν έχουν σκοπό να καθορίσουν τα επίδικα ζητήματα αφού οι ισχυρισμοί αυτοί θα έπρεπε να εγερθούν σε άλλη διαδικασία και όχι στην παρούσα αίτηση. Η πιο πάνω ένσταση των Αιτητών - Καθ' ών η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση κάποιας Θέκλας Νικολαϊδου - Δημοσθένους, υπαλλήλου των Αιτητών - Καθ' ων η Αίτηση στην οποία ουσιαστικά επεξηγεί και αναλύει τους λόγους ένστασης με βάση συμβουλή και πληροφόρηση από ένα εκ των δικηγόρων των Αιτητών - Καθ' ών η Αίτηση. Η ακρόαση της πιο πάνω αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων, τις οποίες οι συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν στο Δικαστήριο. Οι εν λόγω αγορεύσεις και επιχειρήματα των διαδίκων λαμβάνονται σοβαρά υπόψη από το Δικαστήριο και δεν κρίνω απαραίτητο να κάνω λεπτομερή αναφορά σε αυτά. Θα γίνει αναφορά στις εν λόγω θέσεις τους και εφόσον κριθεί σκόπιμο κατωτέρω κατά την κρίση της παρούσας αίτησης. Οι αρχές για την τροποποίηση ενός δικογράφου έχουν εξηγηθεί και αποκρυσταλλωθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το δικαιοδοτικό πλαίσιο για την έκδοση διατάγματος τροποποίησης είναι η Διαταγή 25, Θ.
  8. Εκείνο που αναφύεται από τα πιο πάνω είναι ότι το ζήτημα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία θα πρέπει να ασκείται λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχουν καθιερωθεί αλλά πάντοτε σε συσχετισμό με τα γεγονότα κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης. Όσον αφορά τις βασικές αρχές σε θέματα τροποποίησης στο The Annual Practice 1958, στη σελ. 622, η γενική αρχή εκτίθεται ως εξής: "In Tildesley v. Harper, 10 Ch. D. pp. 396, 397, Bramwell, L.J., said: "My practice has always been to give leave to amend unless I have been satisfied that the party applying was acting mala fide, or that, by his blunder, he had done some injury to his opponent which could not be compensated for by costs or otherwise". "However negligent or careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs" (per Brett, M.R., Clarapede v. Commercial Union Association, 32 W.R. p. 263; Weldon v. Neal, 19 Q.B. D. p. 396; Australian Steam Navigation Co. v. Smith, 14 App. Cas. P.320; Hunt v. Rice & Son, 53 T.L. R.931, C.A and see the remarks of Bowen, L.J., Cropper v. Smith, 26 Ch. D. pp. 710, 711, of Lindley, L.J., Indigo Co. v. Ogilvy,

(1891)2 Ch. 39, and of Pollock, B., Steward v. North Metropolitan Tramways Co., 16 Q.B.D. p. 180, and C.A.P. 558). An amendment ought to be allowed if thereby "the real substantial question can be raised between the parties", and multiplicity of legal proceedings avoided." Eιδικότερα στο ίδιο σύγγραμμα, σελ. 624, γίνεται εκτενής αναφορά στις νομικές αρχές που διέπουν την τροποποίηση πριν την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης: "Leave is readily granted, on payment of the costs occasioned, unless the opponent will be placed in a worse position than he would have been if the amended pleading had been delivered in the first instance (Steward v. North Metropolitan Tramways Co., 16 Q.B. D.556), or some injury caused to him for which he cannot be compensated by payment of costs .» Όπως αναφέρθηκε στην Courtis v. Iasonides
(1970)1 C.L.R.180: «The pleadings in an action are the foundations of the litigation; they must be carefully prepared as the set of rails upon which the train of the case will run. The Civil Procedure Rules (Or.19, r.4) are clear on the point; and daily practice lays stress on the need to apply strictly this rule. A case is decided on its pleaded facts to which the law must be applied. If in the course of the trial it appears that a party΄s pleading requires amendment, steps for that purpose must be taken as early as possible in order to give full opportunity to the parties affected by the amendment to meet the new situation; to run their case, so to speak, on the new rails". Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος είναι πλούσια και ιδιαίτερα διαφωτιστική. Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Κυρίαρχο επίσης στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι η παροχή δυνατότητας σε κάθε διάδικο να θέσει ενώπιον του το σύνολο των πραγματικών διαφορών των διαδίκων. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ.11 και Περικτιόνη Χρίστου ν Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704. Στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenman Navigation
(1989)1 (E) A.A.Δ.33, τέθηκαν καθαρά οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αιτήσεις τροποποίησης. Συγκεκριμένα στη σελίδα 36 αναφέρονται τα πιο κάτω: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψιστούν ως εξής:
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντίδικου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο Αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη». Στην υπόθεση Kallice Holding Co Ltd v. M.T.R. Metals (Overseas) Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 162 στη σ. 164 επισημαίνεται: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο κυρίαρχος παράγων ο οποίος διέπει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφου. Πολλοί παράγοντες επενεργούν στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης. Ο πρώτος είναι ότι είναι επιθυμητό, όλες οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες αναφέρονται στα επίδικα θέματα, να επιλύονται διεξοδικά στην ίδια διαδικασία. Ο βέβαιος προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων, καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξή τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο, είναι ένας άλλος σημαντικός παράγοντας ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου». Η σύγχρονη τάση σε αιτήσεις τροποποίησης παρατηρείται να είναι φιλελεύθερη (βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Κ. Σιακόλα,
(2002)1 (Α) ΑΑΔ 223). Στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου ν Αθηναϊδος Ι. Χριστοδούλου κ.α
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, λέχθηκε ότι η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης ή αβλεψίας, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με έξοδα (βλ. SABA & Co. (T.M.P) v T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426). Η πιο πάνω αρχή περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ. ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου τονίστηκε ότι το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Αναφορικά με το χρόνο στον οποίο υποβάλλεται αίτηση για τροποποίηση, παραπέμπω στην υπόθεση Astor Co. κ.α. ν. Α & G Leventis Ltd κα
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, στην οποία λέχθηκε ότι σε αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, εάν και ο παράγοντας αυτός δεν είναι καθοριστικός υπό την έννοια ότι δεν πρέπει από μόνος του να οδηγεί σε απόρριψη. Φυσικά το σημαντικό δεν είναι η ευρύτητα του χρόνου που διέρρευσε, γιατί διαφορετικά θα ήταν άσκοπη η ενασχόληση με το θέμα, αλλά το χρονικό σημείο που ο αιτητής διαπίστωσε την αναγκαιότητα της τροποποίησης και ο χρόνος που επέλεξε για να δράσει προς αυτή την κατεύθυνση. Περαιτέρω, αποτελεί αρχή ότι τροποποίηση, η αναγκαιότητα της οποίας ήταν σαφώς φανερή ή έκδηλη από καιρό αλλά δεν ζητήθηκε, δεν θα επιτραπεί λόγω του ότι θα δημιουργήσει ακόμα περισσότερη καθυστέρηση αλλά και διότι οι διάδικοι οφείλουν να ετοιμάζουν τη σχετική δικογραφία τους με την απαραίτητη ενδελέχεια και να καταγράφουν από νωρίς τις συγκεκριμένες τους θέσεις οι οποίες είναι ή θα πρέπει να είναι γνωστές σ΄ αυτούς από την αρχή που εκτυλίσσονται τα γεγονότα. Σύμφωνα με τη νομολογία, ο βέβαιος προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξη τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο, είναι άλλος ένας σημαντικός παράγοντας, ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Kallice Holding Co Ltd v. MTR Metals (Overseas) Ltd (πιο πάνω), Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 A.A.Δ. 607, και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.A.Δ. 501). Το όλο ζήτημα όμως παραμένει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές θα προχωρήσω κατωτέρω να εξετάσω την παρούσα αίτηση, λαμβάνοντας υπόψη μου και τη φύση της κυρίως αίτησης και τη νομολογία αναφορικά με την εξουσία που το Δικαστήριο έχει στα πλαίσια μιας τέτοιας αίτησης και τα ζητήματα που οφείλει να εξετάσει. Και τούτο όχι για να αποφασιστεί η βασιμότητα των προτεινόμενων τροποποιήσεων στον παρόν στάδιο αλλά για να εξεταστεί η αναγκαιότητα και σχετικότητα τους με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής. Κατ' αρχή οι αιτητές ζητούν την τροποποίηση την ένστασης τους ημερομηνίας 23/05/2015 σύμφωνα με την παράγραφο Α του αιτητικού της αίτησης ενώ με βάση το αιτητικό της αίτησης υπό στοιχείο Β, ζητούν την τροποποίηση της ένστασης τους ημερομηνίας 23/05/
  1. Με βάση το φάκελο και τη δικογραφία, δεν υπάρχει οποιαδήποτε ένσταση καταχωρημένη από τους αιτητές με τις πιο πάνω ημερομηνίες που αναφέρονται. Η ένσταση που υπάρχει στο φάκελο είναι ημερομηνίας 23/09/
  2. Παρά την πιο πάνω επισήμανση, θεωρώ ότι είναι φανερό από το υπόλοιπο σώμα της αίτησης ότι πρόκειται περί τυπογραφικού λάθους και ότι ουσιαστικά είναι η τροποποίηση της ένστασης τους που βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου με ημερομηνία 23/09/2014 που αξιώνεται και ότι αυτό δεν θα αποτελούσε ανυπέρβλητο εμπόδιο στην περίπτωση που η αίτηση θα έχει επιτυχή κατάληξη. Άλλωστε δεν προβλήθηκε ένας τέτοιος λόγος ένστασης και η άλλη πλευρά έχει αντιληφθεί περί τίνος πρόκειται η παρούσα αίτηση, όπως προκύπτει και από την καταχωρηθείσα ένσταση της, παρά τις αναφορές της στην γραπτή αγόρευση της. Στρεφόμενος στην ουσία της αίτησης, εκείνο που θα πρέπει να εξεταστεί είναι η σχετικότητα των επιδιωκόμενων τροποποιήσεων με τα επίδικα ζητήματα και η ανάγκη αυτές να περιληφθούν στο δικόγραφο των αιτητών έτσι ώστε να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα αναγκαία γεγονότα για την επίλυση της διαφοράς των διαδίκων. Εξετάζοντας τις αιτούμενες τροποποιήσεις υπό στοιχείο Α (21-23) θεωρώ ότι αυτές είναι άσχετες με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας αίτησης και δεν καθίσταται αναγκαία η ενσωμάτωση τους στην ένσταση των αιτητών. Ούτε αυτές θα βοηθήσουν στην επίλυση της διαφοράς των μερών κατά την εξέταση της κυρίως αίτησης από το Δικαστήριο. Οι αιτητές επιζητούν να εισάξουν ως λόγους ένστασης, λόγους που σχετίζονται με ακυρότητα των συμφωνιών δανείου/γραμματίου και της Υποθήκης με αρ. Υ. 5384/08 καθότι οι Αιτητές δεν είχαν δικαίωμα με βάση το άρθρο 23 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου να τις συνάψουν. Τα ζητήματα αυτά όμως, εκφεύγουν των επίδικων ζητημάτων τα οποία το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Η κυρίως αίτηση αφορά την εγγραφή της κατ΄ ισχυρισμό εκδοθείσας διαιτητικής απόφασης εναντίον των αιτητών στην παρούσα αίτηση, ως δικαστική για να εκτελεστεί. Το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας δεν έχει δικαιοδοσία και εξουσία να υπεισέλθει στην ουσία της διαφοράς ούτε ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης πέραν από το αν αυτή φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε προς το πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται. Παραθέτω το κάτωθι χαρακτηριστικό απόσπασμα από την Ανδρέας Χατζηγεωργίου Νικολάου v. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς
(2012)1 Α Α.Α.Δ. 707): «Το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι' αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του επαρχιακού δικαστηρίου δια της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι αυτό ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει ο,τιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται.» Παραπέμπω επίσης στην Μανώλης Χριστοφή v. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λατσιών, Πολ. Έφεση Αρ. 87/2011, Ημερ. 20/06/2014 στην οποία επαναλήφθηκαν τα πιο πάνω και εξηγήθηκε ο σκοπός του άρθρου 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις και λόγοι ένστασης που επιχειρούνται να εισαχθούν στην ένσταση των αιτητών δεν αποτελούν σημαντικά και ουσιαστικά ζητήματα τα οποία θα βοηθήσουν στην επίλυση της παρούσας αίτησης. Σχετίζονται με την ουσία της διαφοράς των διαδίκων που δεν θα μπορούσαν να εξεταστούν στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Ως εκ τούτου, δεν έχει καταδειχθεί η αναγκαιότητα των αιτούμενων τροποποιήσεων ως αναφέρθηκε ανωτέρω. Αναφορικά με το αιτητικό Β ζητείται η διαγραφεί στους λόγους ένστασης του αριθμού 21. Προκύπτει ότι στο σημείο 21 αναγράφεται η νομική βάση της ένστασης και όχι οποιοσδήποτε λόγος ένστασης. Εν όψει την πιο πάνω κατάληξης μου όμως, δεν θεωρώ ότι το γεγονός αυτό από μόνο του είναι σημαντικό και ουσιώδες έτσι ώστε να ενέκριναν την αίτηση. Συνεπεία των πιο πάνω, το αιτητικό Γ που αφορά την καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δεν μπορεί να εξεταστεί. Ουσιαστικά ζητείτο αυτό με σκοπό να υποστηριχθούν οι προτεινόμενοι λόγους ένστασης. Εν όψει της απόρριψης τους, παρέλκει η εξέταση του αιτητικού αυτού και κατά πόσο θα μπορούσε να δοθεί μια τέτοια άδεια στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και ποιό θα ήταν το δικονομικό υπόβαθρο, αν υπάρχει, που θα μπορούσε να στηριχθεί το Δικαστήριο για να δοθεί μια τέτοια άδεια. Παρά το ότι έχει διαγραφεί η κατάληξη της αίτησης, θα εξετάσω και το ζήτημα της καθυστέρησης για σκοπούς πληρότητας. H παρούσα αίτηση έχει καταχωρηθεί δύο χρόνια μετά την καταχώρηση της αρχικής κυρίως αίτησης και ένα και πλέον χρόνο μετά την καταχώρηση της ένστασης σε αυτή. Η δικαιολογία η οποία δίνεται είναι ότι μετά από διεξοδική μελέτη των γεγονότων της αίτησης και του σχετικού Νόμου από το δικηγόρο των αιτητών διαπιστώθηκε ότι παραλήφθηκε να γίνει αναφορά στους προτεινόμενους λόγους ένστασης και τότε χωρίς καμία καθυστέρηση οι αιτητές προέβηκαν στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Σίγουρα η ακρόαση της αίτησης δεν έχει αρχίσει ακόμη και σύμφωνα με την νομολογία η όποια αργοπορία στην υποβολή της αίτησης, δεν είναι απαρέγκλιτης σημασίας. Παρόλα αυτά, τα πιο πάνω, θα πρέπει να ιδωθούν και σε συσχετισμό με τη φύση της αίτησης και τις πρόνοιες του άρθρου 52 του Περί Συνεργατικών Νόμου. Η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο αυτό σε σχέση με την εγγραφή και εκτέλεση μια διαιτητικής απόφασης σκοπό δεν έχει να υποκαταστήσει τη διαιτητική διαδικασία και από τη στιγμή που πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία αυτή θα πρέπει να εγγράφεται και να εκτελείται ως απόφαση δικαστηρίου το συντομότερων δυνατό (βλ. Μανώλης Χριστοφή v. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λατσιών (ανωτέρω). Η εκκρεμότητα της αίτησης αυτής για δύο και πλέον χρόνια από την καταχώρηση της εκφεύγει των χρονικών πλαισίων που πρέπει να χρειάζεται για το σκοπό. Εκείνο το οποίο θέλω να αναφέρω με τα ανωτέρω είναι η αναγκαιότητα εκδίκασης της παρούσας αίτησης το συντομότερων δυνατό λόγω της φύσης της διαδικασίας αυτής και την ήδη προκληθείσα καθυστέρηση στην εκδίκαση της. Οπότε οποιαδήποτε άλλη αδικαιολόγητη καθυστέρηση δεν μπορεί να επιτραπεί. Οι αιτητές όφειλαν στην παρούσα περίπτωση να δικαιολογήσουν την καταχώρηση της παρούσας αίτησης ένα και πλέον χρόνο τουλάχιστον από την καταχώρηση της ένστασης τους και να δώσουν επαρκείς και ικανοποιητικούς λόγους για την μη έγκαιρη συμπερίληψη των αιτούμενων τροποποιήσεων στην αρχική τους ένσταση. Η πιο πάνω γενικόλογη αναφορά ότι μετά από διεξοδική μελέτη του Νόμου και των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης διαπιστώθηκε η ανάγκη για να προστεθούν και άλλοι λόγοι ένστασης, δεν είναι επαρκής δικαιολογία. Επίσης, δεν αναφέρεται στην αίτηση και στην ένορκη ομολογία και πότε αυτό έγινε για να μπορεί το Δικαστήριο να εξετάσει το λόγο αυτό σε συνάρτηση με το χρόνο καταχώρησης της παρούσας αίτησης. Δεδομένης της φύσης των αιτούμενων τροποποιήσεων, του γεγονότος ότι δεν έχει δοθεί λόγος ή βάσιμος λόγος για την καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης, κρίνω ότι τυχόν έγκριση της θα έχει τέτοιες δυσμενείς συνέπειες στους καθ' ών η αίτηση που δεν θα μπορούν να αποζημιωθούν με χρήμα. Το δικαίωμα των καθ' ων η αίτηση για διάγνωση των αστικών τους δικαιωμάτων εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος σύμφωνα με το άρθρο 30.2 του Συντάγματος θα πρέπει να ληφθεί υπόψη. Η σημασία της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης (βλ. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1Α Α.Α.Δ. 44)). Στην παρούσα περίπτωση οι αιτούμενες τροποποιήσεις αποτελούν εισαγωγή νέων λόγων ένστασης, άσχετων και μη αναγκαίων για την εκδίκαση της παρούσας αίτησης και τυχόν έγκριση της θα είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση περαιτέρω αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην εκδίκαση της παρούσας αίτησης και τον εκτροχιασμό των πραγματικών επίδικων ζητημάτων της παρούσας διαδικασίας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι δεν θα πρέπει να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ του αιτήματος και η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Επομένως, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των αιτητών - καθ' ών η αίτηση και εναντίον των καθ' ών η αίτηση - αιτητών όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της κυρίως αίτησης. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.)........... Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Subject: Civil/Other Action/ Interim Aναφορά: aitisi tropopoiisis cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.