JANISSA TRADING LTD ν. STANISLAV TIKHONOV κ.α., Αρ. Αγωγής: 214/16, 13/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A78 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 214/16 Μεταξύ: JANISSA TRADING LTD, από την Πάφο Ενάγουσας και
- STANISLAV TIKHONOV, από την Πάφο
- S.A.N. HOLDINGS LTD, από την Πάφο
- GAZENERGO LTD, από την Πάφο
- R.S.P. TRADING LTD, από την Πάφο Εναγομένων - - - - - - - - - - - - - - Αίτηση ημερομηνίας 12.02.2016 13.04.2016 Για Ενάγουσα - Αιτήτρια: κα Ζυμπουλάκη για Μιχαλάκης Κυπριανού & Σία ΔΕΠΕ (κα Πιερή για ν' ακούσει απόφαση) Για Εναγόμενους 1, 2, 3 και 4 - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Καραπατάκης για KARAPATAKIS PAVLIDES LLC Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 12.02.16 η Ενάγουσα (στο εξής «Αιτήτρια») καταχώρησε την παρούσα αγωγή σε Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα αξιώνοντας εναντίον των Εναγομένων 1 - 4 γενικές και/ή ειδικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις για αθέμιτο πλουτισμό και/ή απάτη και/ή δόλο και/ή κλοπή σε σχέση με την παράνομη μεταφορά χρημάτων και συγκεκριμένα του ποσού των US$498.812,00 που η Αιτήτρια είχε κατατεθειμένο σε τραπεζικό λογαριασμό της στην Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ (στο εξής η «Τράπεζα»). Περαιτέρω αξιώνει δήλωση του Δικαστηρίου ότι το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό ανήκει στην Αιτήτρια καθώς επίσης και διάταγμα για επιστροφή του εν λόγω ποσού και/ή επιστροφή οποιουδήποτε ποσού έχει παραμείνει στους τραπεζικούς λογαριασμούς των Εναγομένων 1 -
- Ειδικότερα δε όσον αφορά τους Εναγόμενους 1 και 2 η Αιτήτρια μέσω της Γενικής Οπισθογράφησης του Κλητηρίου Εντάλματος αξιώνει γενικές αποζημιώσεις για παράβαση των καθηκόντων τους και/ή για παράβαση των καθηκόντων εμπιστοσύνης, ως επίσης τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις λόγω του ότι καταδολίευσαν τα συμφέροντα της Αιτήτριας. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της αγωγής η Αιτήτρια καταχώρησε μονομερή Αίτηση δια της οποίας αιτείτο την έκδοση αριθμού προσωρινών διαταγμάτων εναντίον των Εναγομένων 1 - 4 (στο εξής «Καθ' ων η Αίτηση»). Το Δικαστήριο επιλήφθηκε αυθημερόν της υπό κρίση Αίτησης και εξέδωσε τα ακόλουθα διατάγματα: «
- Προσωρινό διάταγμα με το οποίο να δεσμεύονται και/ή παγοποιούνται οι τραπεζικοί λογαριασμοί των Εναγομένων 2, 3 και 4 ως αναφέρονται κατωτέρω: S.A.N. HOLDINGS LTD EΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ A/C: 511-07-444666-04 GAZENERGO LTD ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ A/C: 597-07-718790-02 R.S.P. TRADING LTD DBS BANK, Σιγκαπούρη A/C: 003-0011068010
- Προσωρινό διάταγμα που να απαγορεύει στους Εναγόμενους 1, 2, 3 και 4 να αποσύρουν καθ' οιονδήποτε τρόπο οποιοδήποτε ποσό χρημάτων από τους πιο πάνω τραπεζικούς λογαριασμούς.» Περαιτέρω, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες όπως η υπό κρίση Αίτηση καταστεί δια κλήσεως όσον αφορά τα αιτούμενα με τις παραγράφους 3 και 4 διατάγματα και όρισε τα μεν εκδοθέντα διατάγματα ως επιστρεπτέα στις 19.02.16 και την υπό κρίση Αίτηση για επίδοση αναφορικά με τις παραγράφους 3 και 4 αυτής. Η υπό κρίση Αίτηση στηρίζεται στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 12.02.16 του Αρθούρου Κιουρτζίδη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Αιτήτρια. Στην ένορκη δήλωση επισυνάπτεται αριθμός τεκμηρίων στα οποία θα γίνει ιδιαίτερη αναφορά εκεί και όπου κριθεί σκόπιμο. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας η τελευταία ασχολείται με κατασκευαστικές εργασίες, επενδύσεις και αγοραπωλησία ακινήτων και υλικών. Διευθυντής της Αιτήτριας είναι ο εκ Ρωσίας Moiseykin Vadim (M.V.) και γραμματέας της η Καθ' ης η Αίτηση
- Ο Καθ' ου η Αίτηση 1, επίσης Ρώσος υπήκοος, είναι γραμματέας και κατά πλειοψηφία μέτοχος της Καθ' ης η Αίτηση 2 η οποία είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στη Δημοκρατία. Διευθύντρια της Καθ' ης η Αίτηση 2 είναι η Καθ' ης η Αίτηση 3, επίσης εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στη Δημοκρατία. Ο Καθ' ου η Αίτηση 1 είναι ο μοναδικός μέτοχος και διευθυντής της Καθ' ης η Αίτηση
- Επίσης ο Καθ' ου η Αίτηση 1 είναι ο μοναδικός μέτοχος και διευθυντής της Καθ' ης η Αίτηση 4, εταιρείας περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στη Δημοκρατία. Γραμματέας της Καθ' ης η Αίτηση 4 είναι η Καθ' ης η Αίτηση
- Η συνεργασία του Μ.V. με τον Καθ' ου η Αίτηση 1 ανάγεται στο 2012 οπότε και γνωρίστηκε με τον τελευταίο μέσω τρίτου προσώπου. Ο Καθ' ου η Αίτηση 1 συστήθηκε στον Μ.V. ότι διατηρούσε δικηγορικό γραφείο στην Κύπρο και του ανέφερε ότι μπορούσε να τον βοηθήσει με την εγγραφή εταιρείας στη Δημοκρατία, καθώς επίσης και με το άνοιγμα τραπεζικού λογαριασμού αλλά και με την τήρηση λογιστικών βιβλίων της εταιρείας. Ο M.V., ο οποίος επιθυμούσε να εγγράψει εταιρεία στη Δημοκρατία προς το σκοπό επέκτασης των επιχειρήσεων του, ανέθεσε στον Καθ' ου η Αίτηση 1 την εγγραφή εταιρείας και στις 20.07.12 εγγράφηκε στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών η Αιτήτρια. Ακολούθως κατά ή περί τον Ιούνιο του 2014 ο M.V. επισκέφθηκε την Κύπρο και τον Καθ' ου η Αίτηση 1 προς το σκοπό ανοίγματος εταιρικού τραπεζικού λογαριασμού. Τα δύο προαναφερόμενα πρόσωπα επισκέφθηκαν την Τράπεζα και ανοίχθηκε λογαριασμός επ' ονόματι της Αιτήτριας. Τα έγγραφα για το άνοιγμα του λογαριασμού υπογράφηκαν στην Αγγλική, την οποία όμως δεν κατανοεί ο M.V. Με την υπογραφή των συγκεκριμένων εγγράφων ο M.V. εξουσιοδότησε τον Καθ' ου η Αίτηση 1 ως τον υπογράφοντα του λογαριασμού, χωρίς όμως κατά το χρόνο εκείνο να αντιληφθεί ότι παραχώρησε τέτοια εξουσιοδότηση στον Καθ' ου η Αίτηση
- Στον εν λόγω λογαριασμό δεν έγινε οποιαδήποτε πράξη μέχρι το Δεκέμβριο του 2014 οπότε μεταφέρθηκαν στο λογαριασμό της Αιτήτριας US$3.726.173,
- Ταυτόχρονα, το Δεκέμβριο του 2014 ο M.V., ο οποίος βρισκόταν στη Μόσχα, επικοινώνησε με τον Καθ' ου η Αίτηση 1 διότι επιθυμούσε όπως πραγματοποιηθεί πληρωμή από το λογαριασμό της Αιτήτριας σε λογαριασμό άλλης εταιρείας με την οποία η Αιτήτρια είχε συμβληθεί. Ο λόγος για τον οποίο επικοινώνησε ο M.V. με τον Καθ' ου η Αίτηση 1 ήταν διότι δεν γνώριζε να χρησιμοποιεί το internet banking προκειμένου να γίνει διαδικτυακά η συγκεκριμένη πληρωμή. Ο Καθ' ου η Αίτηση 1 ζήτησε τότε όπως του αποστείλει ο M.V. το σχετικό συμβόλαιο, το τιμολόγιο καθώς και σχετικές οδηγίες για να προχωρήσει ο ίδιος στην πληρωμή. Ο M.V. εκπλάγηκε από τις αναφορές του Καθ' ου η Αίτηση 1, καθώς κατά το άνοιγμα του λογαριασμού ο τελευταίος είχε πει ότι θα είχε απλώς δικαίωμα παρακολούθησης του λογαριασμού και όχι πραγματοποίησης πληρωμών. Ο Καθ' ου η Αίτηση 1 ανέφερε τότε στον M.V. ότι θα μπορεί να πραγματοποιεί τις πληρωμές μόνο όταν έχει στην κατοχή του το σχετικό συμβόλαιο, τιμολόγιο και οδηγίες από τον ίδιο. Ο M.V. απέστειλε τότε τα σχετικά έγγραφα και οδηγίες για να πραγματοποιηθεί η συγκεκριμένη συναλλαγή και η πρακτική αυτή ακολουθήθηκε και για τις υπόλοιπες πληρωμές που πραγματοποίησε η Αιτήτρια από το Δεκέμβριο του 2014 και κατά τη διάρκεια του
- Τα σχετικά συμβόλαια που αφορούν τις εταιρείες με τις οποίες συνεργάστηκε η Αιτήτρια επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 6 -
- Για τις προαναφερόμενες υπηρεσίες που παρείχε ο Καθ' ου η Αίτηση 1 προς την Αιτήτρια συμφωνήθηκε ότι η αμοιβή του θα ήταν €7.000,00 ετησίως. Ο Καθ' ου η Αίτηση 1 απολάμβανε της εμπιστοσύνης του M.V., καθώς μέχρι και το Σεπτέμβριο του 2015 με την πρακτική που περιγράφεται πιο πάνω πραγματοποιήθηκαν από το λογαριασμό της Αιτήτριας πληρωμές συνολικού ύψους US$3.000.000,
- Κατά ή περί το Σεπτέμβριο του 2015 ο Καθ' ου η Αίτηση 1 πληροφόρησε τον M.V. ότι υπήρχε πρόβλημα με το λογαριασμό της Αιτήτριας ο οποίος είχε παγοποιηθεί διότι η Τράπεζα ήθελε τα πρωτότυπα συμβόλαια με τα οποία συμβλήθηκε η Αιτήτρια ως επίσης τα σχέδια και τις φωτογραφίες του έργου που κατασκεύαζε η Αιτήτρια. Κατά ή περί το Δεκέμβριο του 2015 ο Καθ' ου η Αίτηση 1 μετά από ερώτηση του M.V. πληροφόρησε τον τελευταίο ότι ενόψει του προβλήματος με το λογαριασμό της Αιτήτριας μετέφερε US$230.000,00 σε λογαριασμό της Καθ' ης η Αίτηση 3 εκ των οποίων οι US$140.000,00 μεταφέρθηκαν από το λογαριασμό της Καθ' ης η Αίτηση 3 στο λογαριασμό της Καθ' ης η Αίτηση 4 στη Σιγκαπούρη. Τότε ο M.V. κάλεσε τον Καθ' ου η Αίτηση 1 να μεταφέρει τα χρήματα πίσω στο λογαριασμό της Αιτήτριας και θα διευθετούσε ο ίδιος να μεταβεί στην Κύπρο για να επιλυθεί το πρόβλημα που παρουσιάστηκε στο λογαριασμό. Όντως στις 04.02.16 ο M.V. ήρθε στην Κύπρο και συναντήθηκε με τον Καθ' ου η Αίτηση 1, ο οποίος του παρουσίασε έγγραφο (Τεκμήριο 13) στο οποίο φαινόταν ότι η Καθ' ης η Αίτηση 4 διέθετε σε λογαριασμό της στην Τράπεζα D.B.S. της Σιγκαπούρης το ποσό των US$104.595.000,00, καθώς και κατάσταση λογαριασμού της Καθ' ης η Αίτηση 3 στην οποία παρουσιαζόταν πιστωτικό υπόλοιπο US$90.000,
- Επιπρόσθετα μέσω του internet banking έδειξε στον M.V. ότι στο λογαριασμό της Αιτήτριας υπήρχε υπόλοιπο ύψους US$121.000,
- Ο Καθ' ου η Αίτηση 1 ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να επιστρέψει άμεσα τις US$140.000,00 διότι το εν λόγω ποσό μεταφέρθηκε από την Καθ' ης η Αίτηση 3 στην Καθ' ης η Αίτηση 4, όμως το ποσό των US$90.000,00 που ήταν κατατεθειμένο σε λογαριασμό της Καθ' ης η Αίτηση 3 μπορούσε να επιστραφεί εφόσον ο M.V. δήλωνε στην Τράπεζα ότι η Καθ' ης η Αίτηση 3 είναι συνεργάτιδα εταιρεία της Αιτήτριας. Ο M.V. ενόψει των πιο πάνω ζήτησε εγγυήσεις για την επιστροφή των χρημάτων στην Αιτήτρια και προς το σκοπό αυτό ο Καθ' ου η Αίτηση 1 ετοίμασε συμφωνία δανείου με την οποία παρουσιαζόταν ότι η Αιτήτρια δάνειζε στην Καθ' ης η Αίτηση 3 (Τεκμήρια 14 και 15 της ένορκης δήλωσης). Στις 05.02.16 ο M.V. επισκέφθηκε το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Αιτήτρια για να λάβει νομική συμβουλή αναφορικά με τη συμφωνία που περιγράφεται πιο πάνω. Ενόψει της νομικής συμβουλής που έλαβε ενημέρωσε στη συνέχεια τον Καθ' ου η Αίτηση 1 ότι το περιεχόμενο της συμφωνίας δεν τον ικανοποιούσε και ότι προτίθετο να αναθέσει στους συγκεκριμένους δικηγόρους τη σύνταξη σχετικής συμφωνίας. Ο Καθ' ου η Αίτηση 1 εξαγριώθηκε με τη στάση που τήρησε ο M.V. και στις 08.02.16 ο τελευταίος με τη συνοδεία του ενόρκως δηλούντος επισκέφθηκε την Τράπεζα όπου ο υπάλληλος της, Γιώργος Χατζηζηνοβίου, τους ενημέρωσε ότι ο λογαριασμός της Αιτήτριας δεν ήταν μπλοκαρισμένος. Περαιτέρω παρέλαβαν κατάσταση λογαριασμού της Αιτήτριας και διαπίστωσαν ότι το ποσό που εν τέλει μετέφερε ο Καθ' ου η Αίτηση 1 από τον εν λόγω λογαριασμό χωρίς εξουσιοδότηση ήταν US$498.812,00 και όχι US$230.000,00 όπως ο ίδιος είχε δηλώσει (βλ. Τεκμήρια 16 και 17). Ζήτησε ο M.V. από την Τράπεζα όπως τα υπόλοιπα χρήματα της Αιτήτριας μεταφερθούν σε άλλο λογαριασμό και ταυτόχρονα επικοινώνησε με τον Καθ' ου η Αίτηση 1 ζητώντας του να αποχωρήσει από υπογράφων της Αιτήτριας, πράγμα το οποίο αρνήθηκε. Αργότερα την ίδια μέρα η Τράπεζα ενημέρωσε τον M.V. ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 1 απέστειλε σχετική επιστολή ως εξουσιοδοτημένος υπογραφέας της Αιτήτριας με την οποία ζητούσε όπως παγοποιηθεί ο συγκεκριμένος λογαριασμός και η Τράπεζα ενήργησε στη βάση των οδηγιών του. Ο M.V. μαζί με τον ενόρκως δηλούντα στις 08.02.16 προσήλθαν στο Τ.Α.Ε. Πάφου προκειμένου να καταγγελθεί η υπόθεση και εκεί πληροφορήθηκαν ότι για να γίνει η καταγγελία θα έπρεπε να προσκομιστούν τα σχετικά έγγραφα και κάλεσαν τον M.V. όπως προσέλθει εκ νέου στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Πάφου στις 10.02.16 ημερομηνία κατά την οποία θα υπήρχε μεταφραστής προκειμένου να ληφθεί κατάθεση από τον M.V.. Όντως στις 10.02.16 ο M.V. προσήλθε εκ νέου στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Πάφου υποβάλλοντας επίσημα καταγγελία (Τεκμήριο 19). Προηγουμένως στις 09.02.16 η δικηγόρος Γιολάντα Ζυμπουλάκη επικοινώνησε με τον κ. Γιώργο Σιακαλλή της Τράπεζας ο οποίος απέστειλε στην εν λόγω δικηγόρο αναλυτικές καταστάσεις σχετικά με τις μεταφορές χρημάτων που πραγματοποίησε ο Καθ' ου η Αίτηση 1 από το λογαριασμό της Αιτήτριας. Περαιτέρω, την πληροφόρησε ότι τα χρήματα που βρίσκονταν στο λογαριασμό της Καθ' ης η Αίτηση 2 δεν βρίσκονται πια στο λογαριασμό της αλλά μεταφέρθηκαν σε άλλους λογαριασμούς, καθώς και ότι το μεγαλύτερο ποσό χρημάτων που βρισκόταν στο λογαριασμό της Καθ' ης η Αίτηση 3 επίσης μεταφέρθηκε σε άλλους λογαριασμούς και παρέμεινε μόνο το ποσό των US$90.000,
- Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι είναι επείγον να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα καθότι η όλη συμπεριφορά των Καθ' ων η Αίτηση καταδεικνύει άμεσο κίνδυνο αποξένωσης των χρημάτων που τυχόν βρίσκονται στους λογαριασμούς της. Τέλος ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και μεγάλη πιθανότητα η Αιτήτρια να δικαιούται τις θεραπείες που επιδιώκει, ενώ σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων υπάρχει μεγάλος κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί απόφαση η οποία ενδεχομένως να εκδοθεί υπέρ της Αιτήτριας. Από την άλλη, η έκδοση των διαταγμάτων δεν θα δημιουργήσει οποιοδήποτε κίνδυνο στους Καθ' ων η Αίτηση οι οποίοι, με βάση το πιστοποιητικό έρευνας Παγκύπριας εμβέλειας του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου (Τεκμήριο 20), δεν διαθέτουν οποιαδήποτε ακίνητη ιδιοκτησία. Στην αντίπερα όχθη οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν στις 07.03.16 κοινή ένσταση με την οποία προβάλλουν 20 συνολικά λόγους. Ο βασικότερος πυλώνας των λόγων ένστασης μπορεί να συνοψισθεί στη μη συνδρομή των προϋποθέσεων που τάσσει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου,Ν.14/60, για την οριστικοποίηση των εκδοθέντων διαταγμάτων και τη χορήγηση των αιτούμενων διαταγμάτων των παραγράφων 3 και 4 της Αίτησης. Ένας επίσης βασικός πυλώνας των λόγων ένστασης είναι ότι η Αιτήτρια δεν προσήλθε με καθαρά χέρια, καθώς δεν αποκάλυψε και/ή απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα. Επίσης, οι Καθ' ων η Αίτηση προβάλλουν ως λόγους ένστασης το ότι δεν υπογράφηκε νομότυπη εγγύηση για την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων, ότι αυτά θα πρέπει να ακυρωθούν και η Αίτηση να απορριφθεί καθώς αφορά παράνομες πράξεις της Αιτήτριας, ότι το παρόν Δικαστήριο είναι καθ' ύλη αναρμόδιο, καθώς και ότι τυχόν οριστικοποίηση των εκδοθέντων διαταγμάτων και χορήγηση των υπολοίπων θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Καθ' ων η Αίτηση. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση 1 ο οποίος, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι τα εκδοθέντα και τα αιτούμενα διατάγματα θα πρέπει να απορριφθούν καθώς σχετίζονται με πράξεις, συμβόλαια και ενέργειες που αφορούν παράνομους σκοπούς. Τα συμβόλαια και άλλα έγγραφα που αναφέρονται στην Αίτηση σχετίζονται με «ξέπλυμα βρώμικου χρήματος» εκ μέρους της Αιτήτριας, πράγμα που ανακάλυψε πρόσφατα. Ο ίδιος είχε εξαρχής την υποψία ότι τα χρήματα που διακινούσε η Αιτήτρια μπορούσε να προέρχονται από παράνομες ενέργειες, ωστόσο ο M.V. τον διαβεβαίωνε ότι όλα ήταν νόμιμα. Με την πάροδο του χρόνου οι εν λόγω υποψίες δημιουργήθηκαν και στην Τράπεζα η οποία του ζήτησε να της παρουσιάσει φωτογραφίες του κτιρίου που ανεγειρόταν από την Αιτήτρια στη Ρωσία. Τα πιο πάνω και συγκεκριμένα τις υποψίες της Τράπεζας και την απαίτηση της για παρουσίαση φωτογραφιών τα ανέφερε στον M.V., ο οποίος αν και τον διαβεβαίωσε ότι θα του έστελνε άμεσα τις φωτογραφίες εντούτοις δεν το έπραξε. Ως εκ τούτου μετέβηκε ο ίδιος στη Ρωσία περί τα τέλη Ιανουαρίου του 2016 και με έκπληξη διαπίστωσε ότι δεν ανεγειρόταν οποιοδήποτε κτίριο. Ακολούθως επικοινώνησε με τον M.V., ο οποίος τον ύβρισε και μετά από έντονη συζήτηση που είχαν, ο τελευταίος αναγκάστηκε να του αναφέρει ότι όντως τα χρήματα που έστελνε η Αιτήτρια και οι μετέπειτα μεταφορές αυτών των χρημάτων γίνονταν με απώτερο σκοπό το «ξέπλυμα βρώμικου χρήματος». Μετά την εν λόγω αποκάλυψη αντέδρασε και ήρθε σε ρήξη με την Αιτήτρια και συνεπεία των έντονων αντιδράσεων του καταχωρήθηκε η υπό κρίση Αίτηση, με την οποία όμως η Αιτήτρια δεν αποκαλύπτει τα πιο πάνω γεγονότα. Περαιτέρω, ο Καθ' ου η Αίτηση 1 ισχυρίζεται ότι εξαρχής ο M.V. και κατ' επέκταση η Αιτήτρια, γνώριζαν ότι θα ήταν ο υπογράφων του λογαριασμού αφού αυτή ήταν η επιθυμία του M.V. Αυτό συμφωνήθηκε πριν καν ανοιχθεί ο λογαριασμός στην Τράπεζα και μάλιστα συμφώνησαν ότι η αμοιβή του θα ήταν το 10% επί του ποσού που αρχικά κατατέθηκε, ήτοι US$373.390,
- Το ποσό των €7.000 αφορούσε την αμοιβή του σε σχέση με τη διατήρηση της Αιτήτριας και του οφειλόταν από το 2012, οπότε και εγγράφηκε η Αιτήτρια. Τα πιο πάνω γεγονότα και πάλι δεν αποκαλύφθηκαν από την Αιτήτρια. Όσον αφορά το λογαριασμό της Αιτήτριας, αυτός παγοποιήθηκε από την Τράπεζα ενόψει της υποψίας της ότι γινόταν «ξέπλυμα βρώμικου χρήματος» και ο ίδιος ουδέποτε δήλωσε στον M.V. ότι θα μετέφερε χρήματα της Αιτήτριας σε δικό του λογαριασμό για να μην παγοποιηθούν. Σε κάθε περίπτωση οποιοδήποτε ποσό μεταφέρθηκε αφορούσε την αμοιβή του και επομένως ουδέποτε ανέφερε στον M.V. ότι θα επέστρεφε χρήματα στο λογαριασμό της Αιτήτριας. Αναφορικά με την επιταγή της τράπεζας DBS (Τεκμήριο 13), ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι αποσπάστηκε παράνομα από το γραφείο του από τον M.V. προκειμένου να χρησιμοποιηθεί προς υποστήριξη της Αίτησης. Επίσης, ο Καθ' ου η Αίτηση 1 αρνείται ότι ετοίμασε τη συμφωνία (Τεκμήριο 14) και ισχυρίζεται ότι αυτή ετοιμάστηκε από την Αιτήτρια εκ τω υστέρων. Οι Καθ' ων η Αίτηση 2,3 και 4 ουδεμία σχέση έχουν με την παρούσα υπόθεση, ούτε και παρουσιάστηκε από μέρους της Αιτήτριας οποιαδήποτε μαρτυρία ή στοιχείο που να τους συνδέει με τα επίδικα θέματα. Περαιτέρω, οι Καθ' ων η Αίτηση 2,3 και 4 υπόκεινται ανεπανόρθωτη ζημιά καθώς θα πρέπει να παγοποιήσουν τις εργασίες τους συνεπεία των εκδοθέντων διαταγμάτων. Στο λογαριασμό της Καθ' ης η Αίτηση 2 βρίσκεται κατατεθειμένο το ποσό των US$76,77, ενώ ο λογαριασμός της Καθ' ης η Αίτηση 4 στη Σιγκαπούρη είναι κλειστός. Ο Καθ' ου η Αίτηση 1 αναφέρει ότι, εξ' όσων τον πληροφορούν οι δικηγόροι του, η Αιτήτρια δεν απέδειξε τις απαραίτητες προϋποθέσεις για να παραμείνουν σε ισχύ τα επίδικα διατάγματα και για να διαταχθεί η αποκάλυψη των περιουσιακών στοιχείων των Καθ' ων η Αίτηση. Καταληκτικά αναφέρει ότι σε περίπτωση οριστικοποίησης των εκδοθέντων διαταγμάτων και χορήγησης των αιτουμένων οι Καθ' ων η Αίτηση θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά και τεράστια ταλαιπωρία, ενώ η Αιτήτρια θα μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα. Όπως έχει ήδη αναφερθεί οι Καθ' ων η Αίτηση επικαλούνται, μεταξύ άλλων λόγων ένστασης, το ότι δεν υπογράφηκε εγγύηση για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή ότι η εγγύηση που υπογράφηκε δεν είναι νομότυπη. Επίσης, ως λόγος ένστασης εγείρεται και το ότι η Αιτήτρια δεν προσήλθε με καθαρά χέρια καθώς δεν αποκάλυψε όλα τα ουσιώδη γεγονότα. Θεωρώ ορθό να ασχοληθώ κατά προτεραιότητα με τους συγκεκριμένους λόγους ένστασης καθώς ενδεχόμενη αποδοχή τους θα έχει καταλυτικές συνέπειες σε σχέση με τα εκδοθέντα διατάγματα. Ξεκινώντας από το ζήτημα της εγγύησης ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση επικαλούμενος το άρθρο 9
(2)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, εισηγείται ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει εγγύηση αφ' ης στιγμής αυτή υπογράφηκε από τους δικηγόρους της Αιτήτριας και όχι από την ίδια κατά παράβαση του προαναφερόμενου άρθρου. Ο κ. Καραπατάκης υποστήριξε ότι το προαναφερόμενο άρθρο απαιτεί από τον Αιτητή να αναλάβει προσωπική υποχρέωση και στην παρούσα περίπτωση η Αιτήτρια δεν ανέλαβε τέτοια υποχρέωση. Από τη νεώτερη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου συνάγεται ότι δίδεται μία πιο ευρεία ερμηνεία στο άρθρο 9
(2)Κεφ.6, έτσι ώστε να επιτρέπεται η παραχώρηση εγγύησης με υπαλλακτικούς τρόπους. Το ίδιο ακριβώς ζήτημα που εγείρεται από τους Καθ' ων η Αίτηση, εξετάστηκε στην Αίτηση της ERIN RESOURCES S.A. για έκδοση διατάγματος ή/και εντάλματος Certiorari Πολ. Αίτηση 170/12 ημερ. 18.02.13, στην οποία η εγγύηση υπογράφηκε από το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπούσε τους Ενάγοντες στην Κύπρο. Συγκεκριμένα αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι μέχρι και το 2007 η νομολογία και η αντίκριση θεμάτων που άπτοντο της απουσίας παραχώρησης εγγύησης από τον αιτητή ενός συντηρητικού διατάγματος, ήταν απόλυτη. Διαπιστώνω μια διαφοροποίηση με την απόφαση Seamark, στην οποία το θέμα της εγγύησης και η ενδεχόμενη παραβίαση των προνοιών του άρθρου 9
(2)του Κεφ.6 συζητήθηκε καθότι αποτελούσε λόγο έφεσης. Δεν είναι, με όλο το σεβασμό προς το συνάδελφο μου, εντελώς ξεκάθαρο το σκεπτικό για το θέμα, πλην, όμως, αποφασίστηκε με καθαρότητα ότι η από το πρωτόδικο δικαστήριο απόκλιση από την υποχρέωση του αιτητή να υπογράψει ο ίδιος εγγύηση, συνακόλουθα η έκδοση διαταγής, για υπαλλακτικό τρόπο εγγύησης, είναι εφικτό. Η νομολογία όπως καθορίζεται πλέον με την υπόθεση Seamark που αποτελεί απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι δεσμευτική. Συνακόλουθα, θεωρώ ότι παρέχεται πλέον η δυνατότητα στο Επαρχιακό Δικαστήριο να επιλέξει, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, εναλλακτικούς τρόπους παροχής εγγύησης.» Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 12.02.16, τα διατάγματα εκδόθηκαν υπό την προϋπόθεση ότι θα παραχωρηθεί εγγύηση ύψους €100.000 από το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Αιτήτρια. Η συγκεκριμένη εγγύηση υπογράφηκε από τους δικηγόρους της Αιτήτριας και βρίσκεται εντός του φακέλου του Δικαστηρίου. Σύμφωνα επομένως και με τη νομολογία που έχει παρατεθεί πιο πάνω και την αναγνώριση ότι το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει υπαλλακτικό τρόπο παροχής εγγύησης, κρίνω ότι ο παρών λόγος ένστασης δεν μπορεί να επιτύχει. Το δεύτερο ζήτημα που θα πρέπει να εξεταστεί κατά προτεραιότητα είναι το κατά πόσο η Αιτήτρια παραβίασε το καθήκον αποκάλυψης. Από την στιγμή που το επίδικο διάταγμα εκδόθηκε μονομερώς έχει τεράστια σημασία το κατά πόσο οι Αιτητές όντως παραβίασαν το καθήκον αποκάλυψης. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί παραβίαση του καθήκοντος αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων, τότε, το Δικαστήριο ακυρώνει το διάταγμα που εξέδωσε μονομερώς. Το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Γρηγορίου κ.α ν. Χριστοφόρου κ.α
(1995)1 Α.Α.Δ 248 είναι χαρακτηριστικό του τρόπου με τον οποίο τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν τυχόν παραβίαση του εν λόγω καθήκοντος: «Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά: "δεν σας ακούω πλέον" και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση. (Βλ. Attorney-General and Another (No. 2) v. Savvides
(1979)1 C.L.R. 349· NationalLine v. Ship "Sunset"
(1986)1 C.L.R. 393, σελ. 406-412· Zachariades Ltd v. Economides
(1989)1 C.L.R. 437, σελ. 443, 446 · Άνθιμος Δημητρίου v. The Dolphin Insurance Company Limited και Άλλων,
(1990)1 A.A.Δ. 351· Gircotis & Achilleos Limited v. Chr. M. Sarlis & Co. M.S. και Άλλου,
(1992)1(A) Α.Α.Δ. 360· και Χριστιάνα Στυλιανού, διά της μητρός αυτής Έλλης Στυλιανού ως πλησιεστέρας συγγενούς και φίλης, v. Ανδρέα Στυλιανού,
(1992)1 (Α) Α.Α.Δ. 583.)». Οι Καθ' ων η Αίτηση, όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση 1 και την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου τους, επικαλούνται τα πιο κάτω σημεία τα οποία κατά την εισήγησή τους καταδεικνύουν παράβαση του καθήκοντος αποκάλυψης: · Η Αιτήτρια πληροφορήθηκε από τον Καθ' ου η Αίτηση 1 μέσω του M.V. ότι η Τράπεζα υποψιαζόταν πως γινόταν «ξέπλυμα βρώμικου χρήματος» και ζήτησε φωτογραφίες του κτιρίου που ανεγειρόταν από την Αιτήτρια. · Ο Καθ' ου η Αίτηση 1 μετά από επίσκεψη του στη Ρωσία περί τα τέλη Ιανουαρίου 2016 διαπίστωσε ότι το κτίριο σε σχέση με το οποίο γίνονταν οι πληρωμές από το λογαριασμό της Αιτήτριας δεν ανεγειρόταν. Ως εκ των πιο πάνω επήλθε ρήξη στις σχέσεις του Καθ' ου η Αίτηση 1 και της Αιτήτριας. · Τα ποσά που διακινήθηκαν μέσω του λογαριασμού προέρχονται από «ξέπλυμα βρώμικου χρήματος», γεγονός το οποίο παραδέχθηκε ο M.V. · Το ποσό των US$373.390,80 αποτελούσε τη συμφωνηθείσα αμοιβή του Καθ' ου η Αίτηση 1. Τα ερωτήματα που καλείται το Δικαστήριο να απαντήσει είναι (i) κατά πόσο τα πιο πάνω αναφερόμενα δεν έχουν όντως αποκαλυφθεί από την Αιτήτρια και (ii) σε τέτοια περίπτωση ποιες επιπτώσεις μπορεί να ενέχει η μη αποκάλυψη τους. Στην υπόθεση M & Ch. Mitsingas Tr. Ltd κ.α v. The Timberland Co
(1997)1Γ Α.Α.Δ 1791, κρίθηκε ότι το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Ουσιώδες είναι οτιδήποτε άπτεται και μπορεί να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι των αιτουμένων διαταγμάτων. Περαιτέρω, στην αγγλική υπόθεση Brink's Mat Ltd v. Elcombe
(1988)I W.L.R., η οποία έχει υιοθετηθεί από τα Δικαστήρια μας, διατυπώθηκαν 7 προτάσεις σε σχέση με το ζήτημα της αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Η 2η και η 6η πρόταση αναφέρουν τ΄ ακόλουθα σχετικά: «(ii). The material facts are those which it is material for the judge to know in dealing with the application as made; materiality is to be decided by the court and not by the assessment of the applicant or his legal advisers: see the Kensington Income tax Comrs case [1917] 1 KB 486 at 504 per Lord Cozens-Hardy MR, citing Dalglish v. Jarvie
(1850)2 Mac & G 231 at 238, 42 ER 89 at 92, and Thermax Ltd v Schott Industrial Glass Ltd [1981] FSR 289 at 295 per Browne-Wilkinson J. .................................................................................................. (vi) Whether the fact not disclosed is of sufficient materiality to justify or require immediate discharge of the order without examination of the merits depends on the importance of the fact to the issues which were to be decided by the judge on the application. The answer to the question whether the non-disclosure was innocent, in the sense that the fact was not known to the applicant or that its relevance was not perceived, is an important consideration but not decisive by reason of the duty on the applicant to make all proper inquiries and to give careful consideration to the case being presented.» Θεωρώ ότι τα προαναφερόμενα σημεία που εγείρουν οι Καθ' ων η Αίτηση δεν μπορούν να τεκμηριώσουν παράβαση του καθήκοντος αποκάλυψης εκ μέρους της Αιτήτριας. Καταρχάς οι ισχυρισμοί των Καθ' ων η Αίτηση δεν συνοδεύονται από οποιαδήποτε τεκμήρια έτσι ώστε να μπορεί με αντικειμενικό τρόπο να διαπιστωθεί η παράβαση του εν λόγω καθήκοντος από μέρους της Αιτήτριας. Το κριτήριο για να διαπιστωθεί κατά πόσο συγκεκριμένα ισχυριζόμενα γεγονότα θα έπρεπε να αποκαλυφθούν είναι, όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω, αντικειμενικό. Τα όσα αναφέρουν οι Καθ' ων η Αίτηση απαιτούν αξιολόγηση, η οποία μόνο στα πλαίσια εκδίκασης της ουσίας της αγωγής μπορεί να γίνει και όχι ασφαλώς στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης. Με λίγα λόγια τα όσα αναφέρουν οι Καθ' ων η Αίτηση αποτελούν ισχυρισμούς και όχι γεγονότα τα οποία μπορούν αντικειμενικά να διαπιστωθούν. Δεν μπορεί να γίνεται λόγος για παράβαση του καθήκοντος της Αιτήτριας να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, αφ' ης στιγμής είναι αδύνατο να διαπιστωθεί αντικειμενικά η αλήθεια των προβαλλόμενων ως σημείων μη αποκάλυψης. Κατά συνέπεια, δεν τίθεται ζήτημα εξέτασης μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Σε κάθε όμως περίπτωση, ακόμα και αν τα πιο πάνω σημεία αποτελούσαν παράβαση του καθήκοντος αποκάλυψης, κρίνω ότι δεν θα μπορούσαν να ασκήσουν οποιαδήποτε επίδραση στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ουσιώδες των γεγονότων που δεν αποκαλύφθηκαν εξαρτάται από τη σημασία και την επίδραση των γεγονότων αυτών στα επίδικα θέματα. Στην προκείμενη περίπτωση η Αιτήτρια αξιώνει, μεταξύ άλλων, αποζημιώσεις λόγω απάτης και/ή κλοπής και/ή δόλου σε σχέση ισχυριζόμενες παράνομες μεταφορές χρημάτων που έγιναν από τον Καθ' ου η Αίτηση 1 από το λογαριασμό της προς τραπεζικούς λογαριασμούς των Καθ' ων η Αίτηση. Επομένως, το αν τα χρήματα που βρίσκονταν στο λογαριασμό της Αιτήτριας προέρχονταν από «ξέπλυμα βρώμικου χρήματος», ή το κατά πόσο το κτίριο στη Ρωσία ανεγειρόταν, ή αν συμφωνήθηκε το ποσό US$373.390,80 ως αμοιβή του Καθ' ου η Αίτηση 1 είναι στοιχεία τα οποία, κατά την κρίση μου, δεν θα επηρέαζαν την απόφαση του Δικαστηρίου. Το ζητούμενο είναι κατά πόσο ο Καθ' ου η Αίτηση 1 είχε εξουσιοδοτηθεί ή όχι από την Αιτήτρια για να προβεί στις συγκεκριμένες μεταφορές χρημάτων από το λογαριασμό της σε άλλους λογαριασμούς. Εδώ να σημειώσω ότι για την ισχυριζόμενη αμοιβή του ο Καθ' ου η Αίτηση 1 στην παράγραφο 11 της ένορκης του δήλωσης δεν προβάλλει τον ισχυρισμό ότι είχε συμφωνήσει με την Αιτήτρια όπως λάβει την αμοιβή του από τα χρήματα της Αιτήτριας που ήταν κατατεθειμένα στο λογαριασμό της. Κάτι τελευταίο προτού κλείσει το ζήτημα της μη αποκάλυψης. Ο κ. Καραπατάκης στην αγόρευση του αναφέρει ότι ένας από τους σημαντικότερους λόγους που το Δικαστήριο με την ενδιάμεση απόφαση του ημερομηνίας 18.03.16 δεν επέτρεψε την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από την Αιτήτρια ήταν διότι θεώρησε ότι παρέβηκε το καθήκον αποκάλυψης. Με κάθε σεβασμό προς την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Καθ' ων η Αίτηση, το Δικαστήριο στη σελίδα 6 της προαναφερόμενής απόφασης σχολίασε απλώς τη θέση της Αιτήτριας η οποία προς υποστήριξη της αίτησης για συμπληρωματική ένορκη δήλωση ανέφερε ότι με αυτήν θα αποκαλύπτονταν όλα τα απαραίτητα γεγονότα. Μάλιστα στην αμέσως επόμενη παράγραφο της εν λόγω απόφασης λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Καταλήγοντας σημειώνω, ότι σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο έχοντας μελετήσει το περιεχόμενο τόσο της κυρίως αίτησης, δηλαδή της αίτησης για τη χορήγηση του προσωρινού διατάγματος, όσο και της ένστασης στην κυρίως αίτηση θεωρώ ότι έχει ενώπιον του όλο εκείνο απαραίτητο υλικό για να μπορέσει να αποφασίσει τη συνέχιση ή όχι των διαταγμάτων καθώς επίσης και κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση των υπόλοιπων διαταγμάτων.» Επισημαίνω δε ότι το ουσιώδες των γεγονότων αποφασίζεται από το Δικαστήριο. Στην υπόθεση Brink's Mat Ltd v. Elcombe (ανωτέρω) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «(ii). materiality is to be decided by the court and not by the assessment of the applicant or his legal advisers: see the Kensington Income tax Comrs case [1917] 1 KB 486 at 504 per Lord Cozens-Hardy MR, citing Dalglish v. Jarvie
(1850)2 Mac & G 231 at 238, 42 ER 89 at 92, and Thermax Ltd v Schott Industrial Glass Ltd [1981] FSR 289 at 295 per Browne-Wilkinson J.» Προτού προχωρήσω στην εξέτασης της «ουσίας» της υπό κρίση Αίτησης, θεωρώ ορθό να ασχοληθώ σε αυτό το σημείο με δύο διαδικαστικής θα έλεγα φύσης ζητήματα που εγείρουν οι Καθ' ων η Αίτηση. Συγκεκριμένα εγείρεται ζήτημα καθ΄ ύλην αρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου και παράτυπης ένορκης δήλωσης. Το ζήτημα της αρμοδιότητας εστιάζεται στο ότι η κλίμακα της αγωγής υπερβαίνει τη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστή. Οι Καθ' ων η Αίτηση θα είχαν δίκαιο στην εισήγηση τους, εάν το παρόν Δικαστήριο με την εξέταση της υπό κρίση Αίτησης διαγίγνωσκε την ουσία της διαφοράς των διαδίκων. Κάτι τέτοιο στην προκείμενη περίπτωση δεν συμβαίνει και επομένως σύμφωνα με το άρθρο 22
(4)(β) του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, το παρόν Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας για εκδίκαση της υπό κρίση Αίτησης. Αναφορικά τώρα με την εισήγηση ότι η ένορκη δήλωση είναι παράτυπη, στηρίζεται σε δύο σκέλη. Αφενός στο ότι ο ενόρκως δηλών δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων και όσα αναφέρει αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία. Αφετέρου στο ότι η ένορκη δήλωση γίνεται από δικηγόρο της Αιτήτριας και όχι από τον Διευθυντή της. Ως προς το πρώτο σκέλος η Δ.39 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ρητά επιτρέπει την εξ ακοής μαρτυρία σε ένορκες δηλώσεις νοουμένου ότι αποκαλύπτεται η πηγή των πληροφοριών του ομνύοντος. Ουδέν μεμπτό επομένως όσον αφορά το πρώτο σκέλος. Αβάσιμο θεωρώ και το δεύτερο σκέλος της εισήγησης περί παρατυπίας της ένορκης δήλωσης ένεκα του ότι αυτή γίνεται από δικηγόρο. Από τη νομολογία δεν προκύπτει κάποιος απόλυτος κανόνας ότι οποτεδήποτε η ένορκη δήλωση υπογράφεται από δικηγόρο και όχι από το διάδικο, έχει ως επακόλουθο την ακυρότητα της. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολ. Έφεση 236/10 ημερομηνίας 13.06.13 Investylia Public Company Ltd v. Γαβριηλίδου, ειπώθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Όσον αφορά την όμνυση της υποστηρικτικής δήλωσης από δικηγόρο χωρίς να εξηγείται ο λόγος για τον οποίο δεν ορκίστηκε διοικητικός σύμβουλος ή γραμματέας της ίδιας της εφεσείουσας, αναμφίβολα η νομολογία έχει κατ΄ επανάληψη επισημάνει το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής, αλλά δεν έχει φθάσει στο σημείο της απαγόρευσης ώστε να αγνοείται ή να απορρίπτεται η ένορκη αυτή δήλωση, (Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva
(2010)1 Α.Α.Δ. 82). Η απαγόρευση αφορά την όμνυση ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, ο οποίος είναι ή στη συνέχεια της διαδικασίας, καθίσταται μάρτυρας γεγονότων οπότε και θεωρείται ασυμβίβαστος ο περαιτέρω εκ μέρους του χειρισμός της υπόθεσης, (In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R,. 319 και Thanos Hotels Ltd ν. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036).» Σημειώνω ότι ο ενόρκως δηλών δεν εμφανίστηκε στα πλαίσια εκδίκασης της υπό κρίση Αίτησης αφενός και αφετέρου επεξηγεί στην ένορκη του δήλωση με λεπτομέρεια τον λόγο για τον οποίο προέβη ο ίδιος σε αυτήν και όχι ο M.V. Μετά την επίλυση των πιο πάνω ζητημάτων, θα προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της υπό κρίση Αίτησης η οποία στηρίζεται στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί (στο εξής ο «Νόμος»). Το εν λόγω άρθρο έχει τύχει πλούσιας και εκτεταμένης ανάλυσης από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σειρά υποθέσεων (Acropol Shipping Co. Ltd -ν- Petros I. Rossis
(1976)1. C.L.R. 38, Odysseos -v- Pieris Estates
(1982)1. C.L.R 557, Ζεμενίδης -ν- Ζεμενίδου
(1992)1. Α.Α.Δ.54, Τσιολάκκη κ.α. -ν- Στυλιανίδης
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 282 κ.α.) όπου και καθορίστηκαν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν προκειμένου το Δικαστήριο να έχει τη διακριτική ευχέρεια να εκδώσει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα. Οι προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει να πληρούνται σύμφωνα με το άρθρο 32 του Νόμου είναι οι ακόλουθες τρεις: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) Ύπαρξη πιθανότητας ότι ο Ενάγων δικαιούται σε θεραπεία (γ) Θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν εκδοθεί το ενδιάμεσο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση που τίθεται από το άρθρο 32 του Νόμου και αφορά την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μία συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα (Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 CLR 557). Η δεύτερη προϋπόθεση που αφορά την ύπαρξη πιθανότητας ο Ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία, έχει ερμηνευθεί ότι περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Σύμφωνα με την Odysseos (ανωτέρω) η πιθανότητα στα πλαίσια του άρθρου 32
(1)του Νόμου, απαιτεί από τον Ενάγοντα να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό εξετάζει τη μαρτυρία, χωρίς ωστόσο να προχωρεί σε αξιολόγηση της. Ουσιαστικά οι πρώτες δύο προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες υπό την έννοια ότι κατά την εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με την νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προϋπόθεση προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου, αφορά το κατά πόσο χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Για να αποδειχθούν οι τρεις πιο πάνω αναφερόμενες προϋποθέσεις οι Αιτητές πρέπει να παραθέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας η οποία θα χρειαστεί με σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος (The Jonitexo Ltd -v- Adidas
(1984)1. C.L.R. 263, 267-268). Αφότου το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι έχουν αποδειχθεί οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου, προχωρεί στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας. Η υπό κρίση Αίτηση στηρίζεται επίσης στα άρθρα 4 και 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Τα κριτήρια που τίθενται με τα άρθρα 4 και 5 του Κεφ. 6 είναι παρόμοια με αυτά που τίθενται με το άρθρο 32 του Νόμου. Αναφορικά με το άρθρο 4 του Κεφ. 6 στην υπόθεση S.A. CONSTANTINOU LIMITED κ.α. ν. MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD
(2009)1Α Α.Α.Δ. 754 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 είναι ευρύτερο του άρθρου 4 του Κεφ. 6 και εξυπακούεται ότι η εξέταση μιας αίτησης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 λαμβάνει αυτόματα υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 4 του Κεφ. 6.» Όσον αφορά τώρα το άρθρο 5 του Νόμου, το κριτήριο της καλής βάσης αγωγής είναι παρόμοιο σε έννοια με τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου. Στην υπόθεση Larticon Co v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1Β Α.Α.Δ. 1121 το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι το άρθρο 5 του Κεφ. 6 θα πρέπει να εξετάζεται σε συνδυασμό με τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου και τονίστηκε ότι το προαναφερόμενο άρθρο αντιστοιχεί στην τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου. Το άρθρο 9 του Κεφ. 6 δίδει στο Δικαστήριο την ευχέρεια να εκδώσει μονομερώς ένα Διάταγμα εφόσον ο αιτητής έχει αποδείξει το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις. Έχει νομολογηθεί ότι το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου κάτω από το άρθρο αυτό. Όταν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται στο άρθρο 9 δικαιολογείται η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία της άλλης πλευράς (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598). Η υπό κρίση Αίτηση βασίζεται επίσης και στις αρχές που σχετίζονται με διατάγματα τύπου Mareva. Το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει απαγορευτικό διάταγμα τύπου Mareva, δυνάμει του άρθρου 32
(1)του Νόμου (βλ. Παντελίδη ν. Πιερή
(1998)1Δ Α.Α.Δ. 211 και Poltava Petroleum Company v. Mexana Oil Ltd κ.α.
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1301). Στην απόφαση Mareva Compania Naviera S.A. -v- International Bulk Carriers S.A.
(1980)1 ALL E.R. 213, η οποία υιοθετήθηκε από το δικό μας Ανώτατο Δικαστήριο, αναφέρθηκαν στις σελίδες 214 - 215 από το Δικαστή Lord Denning, μεταξύ άλλων, τα εξής: «In Beddow v Beddow (
(1878)9 Ch D 89 at 93) Jessel MR gave a very wide interpretation to that section. He said: "I have unlimited power to grant an injunction in any case where it would be right or just to do so..." In my opinion that principle applies to a creditor who has a right to be paid the debt owing to him, even before he has established his right by getting judgment for it. If it appears that the debt is due and owing, and there is a danger that the debtor may dispose of his assets so as to defeat it before judgment, the court has jurisdiction in a proper case to grant an interlocutory judgment so as to prevent him disposing of those assets. » Στην προκείμενη περίπτωση, κρίνω ότι η Αιτήτρια έχει ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 32 του Νόμου. Βασική αιτία αγωγής, σύμφωνα με το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, είναι η διενέργεια απάτης και δόλου και/ή κλοπής σε σχέση με την παράνομη και χωρίς εξουσιοδότηση μεταφορά χρημάτων από το λογαριασμό της Αιτήτριας. Υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου αρκετό, για τους σκοπούς της παρούσας Αίτησης, μαρτυρικό υλικό που να συνδέει τους Καθ' ων η Αίτηση με τις αιτίες αγωγής, έτσι ώστε να καταδεικνύεται η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, καθώς και η πιθανότητα η Αιτήτρια να δικαιούται σε θεραπεία. Συγκεκριμένα, είναι κοινά αποδεκτό ότι ο λογαριασμός ανήκει στην Αιτήτρια (Τεκμήριο 16), ότι σε αυτόν κατατέθηκε αρχικά το ποσό των US$3.726.173,12, καθώς επίσης ότι μεταξύ Φεβρουαρίου 2015 - Οκτωβρίου 2015 έγιναν μεταφορές από τον εν λόγω λογαριασμό σε λογαριασμούς που σχετίζονται με πρόσωπα συνδεόμενα με τον Καθ' ου η Αίτηση 1 (Τεκμήριο 17). Τα πιο πάνω σημεία επιβεβαιώνονται και από την ένορκη δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση 1, αφού ο τελευταίος δεν αρνείται τις μεταφορές των χρημάτων από το λογαριασμό της Αιτήτριας, ούτε και τη διασύνδεση του με τις Καθ' ων η Αίτηση 2-
- Αυτά τα οποία ισχυρίζεται ο Καθ' ου η Αίτηση 1 περί «ξεπλύματος βρώμικου χρήματος» από μέρους της Αιτήτριας, καθώς και ότι οι μεταφορές των χρημάτων έγιναν διότι αποτελούσαν τη συμφωνηθείσα αμοιβή του, είναι ζητήματα που αφενός δεν αλλοιώνουν τη βάση αγωγής της Αιτήτριας και το ενδεχόμενο να επιτύχει σε αυτήν και αφετέρου δεν μπορούν να αποφασιστούν στο παρόν στάδιο αλλά είναι ζητήματα που θα τύχουν εξέτασης και αξιολόγησης κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Επισημαίνω αυτό το οποίο ανέφερα και πιο πάνω, ότι δηλαδή οι ισχυρισμοί του Καθ' ου η Αίτηση 1 περί «ξεπλύματος» και περί συμφωνηθείσας αμοιβής δεν υποστηρίζονται από οποιοδήποτε τεκμήριο. Ειδικά ως προς το θέμα της αμοιβής, ο Καθ' ου η Αίτηση 1 δεν υποστηρίζει στην ένορκη του δήλωση ότι υπήρξε συμφωνία με την Αιτήτρια όπως εισπράξει την αμοιβή του από χρήματα που βρίσκονταν στο λογαριασμό της Αιτήτριας. Εν πάση περιπτώσει η ισχυριζόμενη συμφωνηθείσα αμοιβή ανέρχεται στο ποσό των US$373.390,80, ενώ οι ισχυριζόμενες παράνομες μεταφορές χρημάτων από το λογαριασμό της Αιτήτριας ανέρχονται στο ποσό των US$498.812,
- Όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω ισχύουν και για τους Καθ' ων η Αίτηση 2, 3, και 4, αφού όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας και τα Τεκμήρια 2-4, ο Καθ' ου η Αίτηση 1 είναι διοικητικός σύμβουλος και μέτοχος στις Καθ' ων η Αίτηση 2-4 και με οδηγίες δικές του πραγματοποιήθηκαν οι μεταφορές των χρημάτων στους λογαριασμούς των Καθ' ων η Αίτηση 2-
- Σημειώνω ότι τα πιο πάνω δεν αμφισβητούνται στην ένορκη δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση
- Ακόμα ωστόσο και να θεωρηθεί ότι δεν υπάρχει βάση αγωγής εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 2-4, το Δικαστήριο θα είχε εξουσία να εκδώσει διατάγματα εναντίον τους. Σχετική είναι η απόφαση στην Αίτηση Helington Commodities Limited κ.α.
(2009)1Β Α.Α.Δ. 926 στην οποία υιοθετήθηκε η αγγλική απόφαση στην υπόθεση T.S.B. PRIVATE BANK INTERNATIONAL S.A. v. CHABRA 1 W.L.R. 231. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα ακόλουθα (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Οι νομικές προεκτάσεις της ύπαρξης και λειτουργίας ελεγχόμενων εταιρειών από ένα συγκεκριμένο πρόσωπο ή εταιρεία εξετάστηκαν στην υπόθεση T.S.B. Private Bank International S.A. v. Chabra and Another [1992] 1 W.L.R. 231, στην οποία η ενάγουσα εταιρεία ισχυρίστηκε ότι ο εναγόμενος διεξήγαγε τις επιχειρήσεις του με μια πολύπλοκη διάρθρωση εταιρειών, που προέβλεπε ότι η διαχείριση όλων των περιουσιακών στοιχείων γινόταν από εταιρείες που ελέγχονταν από τον ίδιο. Το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα Mareva εναντίον του πρωτοφειλέτη, όπως επίσης και παρόμοιο διάταγμα εναντίον εταιρείας την οποία κατέστησε ως συνεναγόμενη, στην οποία ο οφειλέτης ήταν Διευθυντής και κατείχε την πλειοψηφία των μετοχών (majority shareholder) κατά 90%. Όπως σημειώθηκε στη σχετική απόφαση, "In my judgment, I have jurisdiction to grant an injunction against the company and it is appropriate to grant it in support of the existing legal right claimed by the plaintiff against Mr. Chabra. The injunction which I grant, though made against a party against whom there is no cause of action, is in support of and in respect of that cause of action against Mr. Chabra."» Ερχόμενος τώρα στην τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου, κρίνω ότι και αυτή πληρούται. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας και το Τεκμήριο 20 οι Καθ' ων η Αίτηση στερούνται ακίνητης ιδιοκτησίας στη Δημοκρατία. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις πληροφορίες που κατέχει η Αιτήτρια πέραν των λογαριασμών που έχουν παγοποιηθεί με τα εκδοθέντα διατάγματα δεν είναι σε θέση να γνωρίζει την ύπαρξη οποιουδήποτε άλλου περιουσιακού στοιχείου των Καθ' ων η Αίτηση. Ενόψει των πιο πάνω και έχοντας υπόψη μου τη σημερινή πραγματικότητα, όπου συναλλαγές και μεταφορές χρημάτων από τη μία χώρα στην άλλη μπορούν να πραγματοποιηθούν με μεγάλη ευκολία, θεωρώ ότι ο κίνδυνος αδυναμίας ικανοποίησης ενδεχόμενης απόφασης υπερ της Αιτήτριας είναι υπαρκτός. Όπως έχει αναφερθεί και στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd -v- Σκυροποιϊα «Λεωνίκ» Λτδ,
(2001)1Β Α.Α.Δ 785, «..δεν είναι (καν) αναγκαία η προσαγωγή μαρτυρίας για πρόθεση των εναγομένων για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος.» Οι Καθ' ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι σε περίπτωση οριστικοποίησης των εκδοθέντων διαταγμάτων θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά καθώς θα πρέπει να παγοποιήσουν τις εργασίες τους. Επιπρόσθετα αναφέρουν ότι στο λογαριασμό της Καθ' ης η Αίτηση 2 βρίσκεται κατατεθειμένο μόνο το ποσό των US$76,77 και με την παγοποίηση του λογαριασμού, μέσω του οποίου οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, θα απωλέσουν μεγάλο αριθμό υφιστάμενων και νέων πελατών. Επίσης ο λογαριασμός της Καθ' ης η Αίτηση 4 στη Σιγκαπούρη είναι κλειστός και ως εκ τούτου δεν υφίσταται λόγος για οριστικοποίηση του σχετικού επίδικου διατάγματος. Καταρχάς παρατηρώ ότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί έχουν παραμείνει στη σφαίρα της γενικότητας, αφού κανένα Τεκμήριο προσκομίστηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση προς επιβεβαίωση των πιο πάνω και αυτό παρά το γεγονός ότι στην ένορκη δήλωση αναφέρεται ότι επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 σχετική κατάσταση λογαριασμού της Καθ' ης η Αίτηση
- Το εν λόγω Τεκμήριο δεν είναι επισυνημμένο στη σχετική ένορκη δήλωση. Περαιτέρω, εύλογα προκύπτει το ερώτημα πώς θα δημιουργηθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στους Καθ' ων η Αίτηση, και ειδικότερα στους Καθ' ων η Αίτηση 2 και 4 (σε σχέση με τους οποίους δίδονται οι προαναφερόμενες λεπτομέρειες) αφ' ης στιγμής, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Καθ' ου η Αίτηση 1, στον μεν λογαριασμό της Καθ' ης η Αίτηση 2 βρίσκεται κατατεθειμένο μόνο το ποσό των US$76,77, ο δε λογαριασμός της Καθ' ης η Αίτηση 4 είναι κλειστός. Επισημαίνω και την εξής παράμετρο. Το εκδοθέν διάταγμα παγοποιεί τους συγκεκριμένους λογαριασμούς των Καθ' ων η Αίτηση και επομένως δεν εμποδίζονται να ανοίξουν νέους λογαριασμούς με τους οποίους να μπορούν να διεκπεραιώσουν τις όποιες εργασίες τους. Η Αιτήτρια πέραν των εκδοθέντων διαταγμάτων με την υπό κρίση Αίτηση εξαιτείται και την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων σε σχέση με τα οποία, όπως έχει ήδη αναφερθεί, η Αίτηση κατέστη δια κλήσεως: «
- Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει στους Καθ' ων η αίτηση 1, 2, 3 και 4 προσωπικά και/ή μέσω των υπαλλήλων, υπηρετών, αντιπροσώπων και/ή εκπροσώπων τους και/ή μέσω οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου από του να μεταβιβάσουν ή να αποξενώσουν ή να διαθέσουν ή να επιβαρύνουν ή να δημιουργήσουν οποιαδήποτε επιβάρυνση επί ή καθ' οιονδήποτε τρόπο να χειριστούν ή να μειώσουν την αξία οποιωνδήποτε των περιουσιακών τους στοιχείων στην Κύπρο ή εκτός Κύπρου είτε αυτά είναι στο όνομα τους ή όχι και είτε αυτά τους ανήκουν αποκλειστικά ή από κοινού και είτε το συμφέρον τους σε αυτά είναι νομικό συμφέρον, συμφέρον ως δικαιούχοι ή οποιοδήποτε άλλο συμφέρον, συμπεριλαμβανομένου οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου που οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν την εξουσία, άμεσα ή έμμεσα, να διαθέσουν ή να χειριστούν ωσάν να ήταν δικό τους (εξουσία που θα θεωρείται ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 1, 2, 3 και 4 έχουν εάν τρίτο πρόσωπο κατέχει ή ελέγχει περιουσιακά στοιχεία σύμφωνα με τις άμεσες ή έμμεσες οδηγίες των Καθ' ων η αίτηση 1, 2, 3 και 4 στην οποία περίπτωση οι Καθ' ων η Αίτηση 1, 2, 3 και 4 θα πρέπει επίσης να προκαλέσουν το εν λόγω τρίτο πρόσωπο να μην μεταβιβάσει ή αποξενώσει ή επιβαρύνει ή δημιουργήσει επιβάρυνση ή καθ' οιονδήποτε τρόπο χειριστεί ή μειώσει την αξία οποιωνδήποτε των περιουσιακών τους στοιχείων που αποτελεί αντικείμενο του Διατάγματος) μέχρι του ποσού των Δολαρίων ΗΠΑ 498,812 ισάξιο σε ευρώ €443,112.61 μέχρι την ολοκλήρωση τους παρούσας αγωγής ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Σεβαστού Δικαστηρίου.
- Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Καθ' ων η Αίτηση 1, 2, 3 και 4 όπως, εντός 5 εργάσιμων ημερών από την επίδοση του Διατάγματος να ετοιμάσουν, καταχωρήσουν και επιδώσουν στους δικηγόρους της Αιτήτριας ένορκη δήλωση η οποία να προσδιορίζει όλα τους τα περιουσιακά στοιχεία αξίας €10.000 ή άνω τα οποία βρίσκονται είτε εντός ή εκτός Κύπρου είτε αυτά είναι στο όνομα τους ή όχι και είτε αυτά τους ανήκουν αποκλειστικά ή από κοινού προσδιορίζοντας την αξία, τοποθεσία και λεπτομέρειες όλων των περιουσιακών στοιχείων και λεπτομέρειες όλων των τραπεζικών λογαριασμών στους οποίους είναι υπογράφων είτε τηρούνται στο όνομα τους ή όχι οποιοδήποτε και να είναι το υπόλοιπο τέτοιου λογαριασμού και που διατάσσει τους Καθ' ων η αίτηση 1, 2, 3 και 4 να παρουσιάσουν όλα τα έγγραφα που είναι στην κατοχή τους και που καταδεικνύουν τη φύση, τοποθεσία και αξία των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων.» Ξεκινώντας από το αιτούμενο με την παράγραφο 4 διάταγμα, το οποίο ουσιαστικά αφορά διάταγμα αποκάλυψης των περιουσιακών στοιχείων των Καθ' ων η Αίτηση, σημειώνω τα ακόλουθα: Διάταγμα αυτής της φύσης μπορεί να εκδοθεί από το Δικαστήριο στα πλαίσια υποβοήθησης της εν εξελίξει διαδικασίας προκειμένου να αποκαλυφθεί η αλήθεια και να μπορέσει το Δικαστήριο να αποδώσει δικαιοσύνη κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Στην απόφαση Seamark Consultancy Services Ltd v. Joseph P. Lasala κ.α.
(2007)1Α Α.Α.Δ. 162 το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού αναφέρθηκε στην ευρεία εξουσία που παρέχει το άρθρο 32 του Νόμου για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία οι εφεσείοντες διατάσσονταν, μεταξύ άλλων, όπως πληροφορήσουν τους εφεσίβλητους γραπτώς εντός συγκεκριμένης περιόδου για όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία. Χωρίς να παραγνωρίζω τη δυσχέρεια που μπορεί να προκληθεί στους Καθ' ων η Αίτηση προκειμένου να συμμορφωθούν με το εν λόγω διάταγμα θεωρώ ότι υπό τις περιστάσεις, ήτοι τις διακινήσεις χρημάτων σε διάφορες νομικές οντότητες, είναι αναγκαίο και δίκαιο όπως αυτό εκδοθεί για τη δίκαιη έκβαση της υπόθεσης και για να καταστεί αποτελεσματικό το διάταγμα παγοποίησης. Στη Seamark Consultancy Services Ltd (ανωτέρω) λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής σχετικά: «Μετά το 1987 η Αγγλική Νομολογία διαφοροποιήθηκε ώστε τα δικαστήρια να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις και τα προβλήματα των καιρών. Έτσι, για παράδειγμα, στην υπόθεση Gidrxslme Shipping v. Tantomar-Transportes [1994] 4 All E.R. 507 Αγγλικό δικαστήριο έκρινε ότι δυνάμει του άρθρου 37
(1)του Supreme Court Act του 1981 συνδυασμένου με το άρθρο 12
(6)(
- f)και (
- h)του Arbitration Act του 1950, είχε εξουσία να εκδώσει διάταγμα αποκάλυψης περιουσιακών στοιχείων εκτός δικαιοδοσίας με σκοπό την υποβοήθηση της διαδικασίας εκτέλεσης διατάγματος τύπου Mareva. Στην υπόθεση Derby & Co Ltd and Others v. Weldon and Others (Νο 2) [1989] 1 All E.R. 1002 το Αγγλικό Εφετείο σε απόφαση του το 1988 τόνισε ότι είχε δικαιοδοσία σε κατάλληλη υπόθεση να εκδώσει παρεμπίπτον διάταγμα τύπου Mareva δεσμεύον τα περιουσιακά στοιχεία του εναγομένου στο εξωτερικό παρόλο που ο εναγόμενος δεν είχε καθόλου περιουσιακά στοιχεία εντός της (Αγγλικής) δικαιοδοσίας. Ο λόγος για τον οποίο το Αγγλικό Εφετείο έκρινε ότι είχε δικαιοδοσία να εκδώσει διάταγμα τύπου Mareva, με παγκόσμια ισχύ, ήταν ότι το διάταγμα αυτό λειτουργεί in personam και επομένως, σε περίπτωση παρακοής του, κυρώσεις μπορούν να επιβληθούν στο πρόσωπο που παρακούει το διάταγμα και βρίσκεται εντός δικαιοδοσίας. Οι ίδιες αρχές τονίστηκαν και στην υπόθεση Babanaft International Co v. Bassatne [1989] 1All E.R. 433 στην οποία όμως τονίστηκε η ανάγκη διαφύλαξης και προστασίας και των δικαιωμάτων τρίτων προσώπων. Στην Κύπρο η εξουσία έκδοσης παρεμπιπτόντων διαταγμάτων, περιλαμβανομένων και των διαταγμάτων τύπου Mareva διέπεται από το άρθρο 32
(1)του Ν. 14/60 του οποίου η εμβέλεια είναι πολύ ευρεία δεδομένου ότι, στα δικαστήρια που ασκούν πολιτική δικαιοδοσία, παρέχεται η εξουσία να εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα σ' όλες τις περιπτώσεις στις οποίες το δικαστήριο κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο. Βέβαια στο άρθρο 32 υπάρχει πρόνοια ότι τέτοια διατάγματα δεν εκδίδονται εκτός αν το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ότι υπάρχει πιθανότητα ο αιτητής διάδικος να δικαιούται σε θεραπεία και ότι εκτός αν εκδοθεί παρεμπίπτον διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. ................................. Είναι προφανές λοιπόν ότι, δυνάμει του άρθρου 32 του Ν. 14/60 με το οποίο παρέχεται ευρύτατη εξουσία στα Δικαστήρια που ασκούν πολιτική δικαιοδοσία να εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα, και με βάση τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Κιταλίδη (ανωτέρω) περί αναδιάπλασης του πλαισίου της εξουσίας των δικαστηρίων ώστε τα παρεμπίπτοντα διατάγματα που εκδίδονται να καθίστανται αποτελεσματικά μέχρι τη λήξη της διαφοράς αλλά και τα όσα παρατηρήθηκαν, γενικά, σε σχέση με τις σύγχρονες μεταβολές στους τρόπους συναλλαγής των ανθρώπων, παρείχετο έρεισμα στο πρωτόδικο δικαστήριο να εκδώσει, στην προκείμενη περίπτωση, παρεμπίπτοντα διατάγματα που να δεσμεύουν και περιουσιακά στοιχεία των εφεσειόντων, εκτός δικαιοδοσίας. Με την ευρύτητα του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60, όπως ερμηνεύτηκε στην Κιταλίδης(ανωτέρω), κρίνουμε ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε κώλυμα στο να επεκτείνει, το πρωτόδικο Δικαστήριο, το διάταγμα τύπου Mareva που εξέδωσε και σε περιουσιακά στοιχεία εκτός δικαιοδοσίας." Το πιο πάνω απόσπασμα δίδει την απάντηση και στο ερώτημα κατά πόσο το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα που να δεσμεύει περιουσιακά στοιχεία εκτός δικαιοδοσίας, ως επίσης και να διατάσσει την παροχή πληροφοριών σε σχέση με περιουσιακά στοιχεία εκτός δικαιοδοσίας. Όσον αφορά το αιτούμενο με την παράγραφο 3 της Αίτησης διάταγμα θεωρώ ότι είναι διατυπωμένο με τόσο γενικό τρόπο έτσι ώστε να καθίσταται δύσκολη η συμμόρφωση με αυτό, αλλά και η παρακολούθηση από το Δικαστήριο ενδεχόμενης παρακοής του. Το αιτούμενο διάταγμα ως είναι συνταγμένο ομιλεί γενικά για περιουσιακά στοιχεία των Καθ' ων η Αίτηση στην Κύπρο ή στο εξωτερικό, είτε αυτά είναι στο όνομα τους είτε όχι, είτε τους ανήκουν αποκλειστικά ή από κοινού, είτε το συμφέρον σε αυτά είναι νομικό συμφέρον, συμφέρον ως δικαιούχοι, ή οποιοδήποτε άλλο συμφέρον. Ουσιαστικά ζητείται δηλαδή η εν γένει δέσμευση του συνόλου της ακίνητης και κινητής περιουσίας των Καθ' ων η Αίτηση χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε λεπτομέρεια σε σχέση με την εν λόγω περιουσία. Σημειώνω δε ότι με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 5 του Κεφ. 6, δεν δικαιολογείται η κατά γενικό τρόπο δέσμευση του συνόλου της ακίνητης περιουσίας που τυχόν να διαθέτουν οι Καθ' ων η Αίτηση (βλ. ανωτέρω Seamark Consultancy Services Ltd σελ. 180). Συνεπώς θεωρώ ότι δεν δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου με την παράγραφο 3 διατάγματος. Το ζήτημα του επείγοντος ή άλλων ιδιαίτερων περιστάσεων δεν θίγεται με την ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση. Περιορίζομαι απλώς να πω ότι όσον αφορά τα εκδοθέντα διατάγματα, ενόψει των μεταφορών χρημάτων που ήδη έγιναν αλλά και της δυνατότητας που υπήρχε για μεταφορά ανά πάσα στιγμή και άλλων χρημάτων από το λογαριασμό της Αιτήτριας σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 1 ήταν ο εξουσιοδοτημένος υπογραφέας του λογαριασμού, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 9
(1)του Κεφ. 6 για τη χορήγηση τους μονομερώς. Έχοντας λοιπόν αποφασίσει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 32 του Νόμου για την οριστικοποίηση των εκδοθέντων διαταγμάτων και για την έκδοση του αιτούμενου με την παράγραφο 4 διατάγματος, θα πρέπει πλέον να εξεταστεί κατά πόσο το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει προς την πλευρά της Αιτήτριας. Στην Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1Β Α.Α.Δ. 788, αναφέρεται ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν τελικά εσφαλμένη. Έχοντας υπόψη μου τις περιστάσεις της υπόθεσης, όπως εκτίθενται αναλυτικά πιο πάνω, θεωρώ ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει καθαρά υπέρ της Αιτήτριας έτσι ώστε να διατηρηθεί η υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων. Οι όποιες επιπτώσεις μπορεί να δημιουργηθούν στις δραστηριότητες των Καθ' ων η Αίτηση, θεωρώ ότι μπορούν να αντιμετωπιστούν. Από την άλλη σε περίπτωση ακύρωσης και μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος οι συνέπειες για την Αιτήτρια, εφόσον επιτύχει επί της ουσίας της αγωγής, θεωρώ ότι θα είναι καταλυτικές. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, τα εκδοθέντα διατάγματα ημερομηνίας 12.02.2016 καθίστανται απόλυτα με την εξής όμως τροποποίηση:
- Προσωρινό διάταγμα με το οποίο να δεσμεύονται και/ή παγοποιούνται οι τραπεζικοί λογαριασμοί των Εναγομένων 2, 3 και 4 ως αναφέρονται κατωτέρω μέχρι του συνολικού ποσού των US$498.812,00 μέχρι τελικής εκδίκασης της αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου: S.A.N. HOLDINGS LTD EΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ A/C: 511-07-444666-04 GAZENERGO LTD ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ A/C: 597-07-718790-02 R.S.P. TRADING LTD DBS BANK, Σιγκαπούρη A/C: 003-0011068010
- Προσωρινό διάταγμα που να απαγορεύει στους Εναγόμενους 1, 2, 3 και 4 να αποσύρουν καθ' οιονδήποτε τρόπο οποιοδήποτε ποσό χρημάτων από τους πιο πάνω τραπεζικούς λογαριασμούς, έτσι ώστε το συνολικό πιστωτικό υπόλοιπο των εν λόγω λογαριασμών να μην είναι μικρότερο του ποσού των US$498.812,00 μέχρι τελικής εκδίκασης της αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, εκδίδεται διάταγμα που να διατάσσει τους Καθ' ων η Αίτηση 1, 2, 3 και 4 όπως, εντός 10 εργάσιμων ημερών από την επίδοση του διατάγματος να ετοιμάσουν, καταχωρήσουν και επιδώσουν στους δικηγόρους της Αιτήτριας ένορκη δήλωση η οποία να προσδιορίζει όλα τους τα περιουσιακά στοιχεία αξίας €10.000 ή άνω τα οποία βρίσκονται είτε εντός ή εκτός Κύπρου είτε αυτά είναι στο όνομα τους ή όχι και είτε αυτά τους ανήκουν αποκλειστικά ή από κοινού προσδιορίζοντας την αξία, τοποθεσία και λεπτομέρειες όλων των περιουσιακών στοιχείων και λεπτομέρειες όλων των τραπεζικών λογαριασμών στους οποίους είναι υπογράφων είτε τηρούνται στο όνομα τους ή όχι οποιοδήποτε και να είναι το υπόλοιπο τέτοιου λογαριασμού και που διατάσσει τους Καθ' ων η Αίτηση 1, 2, 3 και 4 να παρουσιάσουν όλα τα έγγραφα που είναι στην κατοχή τους και που καταδεικνύουν τη φύση, τοποθεσία και αξία των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων. Νοείται ότι το περιεχόμενο των πληροφοριών και/ή εγγράφων που θα αποκαλυφθούν με βάση το προαναφερόμενο διάταγμα θα χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά και μόνο για τους σκοπούς της παρούσας αγωγής. Το αιτητικό υπ' αριθμό 3 της υπό κρίση Αίτησης απορρίπτεται. Τα έξοδα της υπό κρίση Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ................................................. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος - Δέσμευση περιουσιακών στοιχείων εκτός δικαιοδοσίας - Αποκάλυψη cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο