← Κύπρος

Πολύκαρπου Κ. Φιλίππου ν. Ανδριάνας Λαζαρή, Αρ. Αγωγής: 1582/2011, 21/4/2016

Πολύκαρπου Κ. Φιλίππου ν. Ανδριάνας Λαζαρή, Αρ. Αγωγής: 1582/2011, 21/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A88 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1582/2011 Μεταξύ: Πολύκαρπου Κ. Φιλίππου, από την Πάφο Ενάγοντος και Ανδριάνας Λαζαρή, από την Πάφο Εναγόμενης Αίτημα ημερομηνίας 29.03.16 του Ενάγοντα για παροχή άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποκάλυψης επιπλέον εγγράφων Ημερομηνία: 21.04.16 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα-Αιτητή: κος Γ. Φιλίππου Για Εναγόμενη-Καθ' ης η αίτηση: κα Α. Πανταζή ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 29.03.16 που η παρούσα αγωγή ήταν ορισμένη για συνέχιση της εκδίκασης της ξεκίνησε η κυρίως εξέταση του ΜΕ4, κυρίου Στέφανου Φιντικλή, εκτιμητή γης και ακινήτων. Στο αρχικό στάδιο της ένορκης κατάθεσης του ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι έχει στην κατοχή του δύο εκτιμήσεις ακινήτων ημερομηνίας 28.03.16 στα Μανδριά και στη Μεσόγη της επαρχίας Πάφου. Αμέσως ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα ζήτησε να του δοθεί άδεια να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση στην οποία να αποκαλύπτει ενόρκως τα πιο πάνω επιπλέον έγγραφα προκειμένου να κατατεθούν κατά την ένορκη κατάθεση του ΜΕ

  1. Το αίτημα αυτό προσέκρουσε στην ένσταση της συνηγόρου της Εναγομένης. Προς τούτο το Δικαστήριο κάλεσε τους συνηγόρους των μερών να τοποθετηθούν. Η ευπαίδευτη συνήγορος της Εναγομένης ισχυρίστηκε ότι εφόσον στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων του Ενάγοντα ημερομηνίας 28.04.15 δεν περιλαμβάνονται τα σκοπούμενα προς κατάθεση έγγραφα, με βάση τη Διαταγή 28 Κανονισμό 3 η πλευρά του Ενάγοντα κωλύεται να τα παρουσιάσει. Η εν λόγω συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η Εναγόμενη βρίσκεται σε μια προ εκπλήξεως κατάσταση επειδή είχε οργανώσει την υπεράσπιση της με βάση τα έγγραφα τα οποία είχε ενόρκως αποκαλύψει ο Ενάγοντας. Σύμφωνα με την συνήγορο της Εναγομένης, βασιζόμενη στο ότι δεν αποκαλύφτηκε εκτίμηση η ίδια δεν προχώρησε να αντεξετάσει τον Ενάγοντα, ο οποίος έδωσε μαρτυρία επί του αξιούμενου ποσού. Είναι ακόμη η θέση της κυρίας Πανταζή ότι ο Ενάγοντας πρέπει να είχε γνώση του περιεχομένου των σκοπούμενων προς κατάθεση εγγράφων αφού από την αρχή της ακροαματικής διαδικασίας είχε αναφέρει ότι θα παρουσιαζόταν μαρτυρία από εκτιμητή. Η συνήγορος της Εναγομένης διερωτήθηκε πως καταχωρήθηκε έκθεση απαίτησης με συγκεκριμένα ποσά επί αξίας ακινήτων εφόσον τότε δεν είχαν ετοιμαστεί τα σκοπούμενα προς κατάθεση έγγραφα. Σύμφωνα με την εν λόγω συνήγορο δεν έχουν δοθεί επαρκείς εξηγήσεις για την επιθυμία κατάθεσης των εγγράφων εκτίμησης στο παρόν στάδιο ενώ παράλληλα επισήμανε ότι η προσπάθεια κατάθεσης των εγγράφων αυτών αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Στη βάση των πιο πάνω η συνήγορος της Εναγομένης ζήτησε την απόρριψη του αιτήματος του Ενάγοντα. Αντίθετα στη δική του αγόρευση ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα ευσεβάστως ανάφερε με παραπομπή σε αγγλική νομολογία ότι η υποχρέωση αποκάλυψης εγγράφων είναι συνεχής και επεκτείνεται σε έγγραφα που δημιουργούνται και περιέχονται στην κατοχή του διάδικου μεταγενέστερα. Σύμφωνα με τον εν λόγω συνήγορο τα σκοπούμενα προς κατάθεση έγγραφα δεν μπορούσαν να είχαν συμπεριληφθεί στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων επειδή δεν υπήρχαν τότε αφού ετοιμάστηκαν από τον μάρτυρα εμπειρογνώμονα στις 28.03.
  2. Είναι η θέση του κυρίου Φιλίππου ότι δεν υφίσταται θέμα κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας και κάλεσε το Δικαστήριο να εγκρίνει το αίτημα του Ενάγοντα. Έχω ακούσει με προσοχή τις νομικές επιχειρηματολογίες των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Το θέμα της αποκάλυψης εγγράφων διέπεται δικονομικά από τη Διαταγή 28 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Ο ρόλος της αποκάλυψης εγγράφων είναι η παροχή προς τους διαδίκους όλου του σχετικού έγγραφου υλικού πριν τη δίκη έτσι ώστε να υποβοηθηθούν να αξιολογήσουν τη δύναμη ή την αδυναμία των αντίστοιχων υποθέσεων τους και να τους δοθεί έτσι η βάση για τη δίκαιη επίλυση της υπόθεσης πριν ή κατά τη δίκη. Ο στόχος της αποκάλυψης είναι τριπλός. Ειδικότερα: (α) Για να καταστεί δυνατό για το κάθε μέρος να χρησιμοποιήσει πριν τη δίκη ή να παρουσιάσει κατά τη δίκη σαν μαρτυρία σχετικό έγγραφο υλικό για να υποστηρίξει την υπόθεση του ή να αντικρούει την υπόθεση του αντιδίκου του. (β) Να αποτρέψει αιφνιδιασμό κατά ή πριν τη δίκη ο οποίος σχετίζεται με έγγραφη απόδειξη. (γ) Να μειώσει τα έξοδα της δίκης. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το νομικό σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 13, παράγραφο 1 σελίδα 2, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "The function of the discovery of documents is to provide the parties with the relevant documentary material before the trial so as to assist them in appraising the strength or weakness of their respective cases, and thus to provide the basis for the fair disposal of the proceedings before or at the trial. Each party is thereby enabled to use before the trial or to adduce in evidence at the trial relevant documentary material to support or rebut the case made by or against him, to eliminate surprise at or before the trial relating to documentary evidence and to reduce the costs of the litigation." Η υποχρέωση διαδίκου να κάμει αποκάλυψη συνεπάγεται πλήρης και ειλικρινής αποκάλυψη όλων των σχετικών εγγράφων τα οποία βρίσκονται ή ήταν στην κατοχή, φύλαξη και έλεγχο του, εκτός αν υπάρχει διάταγμα που περιορίζει την έκταση της αποκάλυψης σε συγκεκριμένα έγγραφα ή τάξη εγγράφων ή σε συγκεκριμένα ζητήματα, πράγμα που όμως δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Τέτοια υποχρέωση είναι συνεχής και περιλαμβάνει έγγραφα οποτεδήποτε περιήλθαν σε γνώση, κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο του διαδίκου που επιθυμεί να τα παρουσιάσει στην ακρόαση της υπόθεσης. Από την υποχρέωση αυτή δεν εξαιρούνται έγγραφα που ετοιμάστηκαν και/ή περιήλθαν σε γνώση, κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο του διαδίκου που επιδιώκει να τα προσκομίσει κατά την εκδίκαση μεταγενέστερα της καταχώρησης της ένορκης δήλωσης του για αποκάλυψη εγγράφων. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 3 της Διαταγής 28 τυχόν άρνηση ή παράλειψη διαδίκου να αποκαλύψει οποιοδήποτε έγγραφο θα έχει ως συνέπεια να χάσει ο ίδιος το δικαίωμα του να το καταθέσει ως τεκμήριο και έτσι να το παρουσιάσει ως μαρτυρία κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, εκτός αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ο εν λόγω διάδικος είχε επαρκή δικαιολογία για την παράλειψη του, οπότε το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την προσαγωγή του εγγράφου ή εγγράφων με όρους που θα θεωρήσει κατάλληλους. Η πιο πάνω υποχρέωση αποτέλεσε αντικείμενο αναφοράς στην υπόθεση ναυτοδικείου αρ. 22/2011 Oscar Shipping Pte Ltd v. Του φορτίου επί του πλοίου Asphodel, σημαίας Λιβερίας που τώρα βρίσκεται στο λιμάνι της Λεμεσού, ημερ. 19.12.12 στην οποίαν σημειώθηκαν τα εξής: "Από τη στιγμή που εκδόθηκε διαταγή αποκάλυψης εγγράφων, η υποχρέωση της αποκάλυψης είναι γενική και δεν περιορίζεται μόνο στα έγγραφα που έχουν αρχικά αποκαλυφθεί αλλά επεκτείνεται και σ' εκείνα που μετέπειτα περιέρχονται στην κατοχή του διάδικου που υπέχει την υποχρέωση. Η συγκεκριμένη υποχρέωση είναι στενά συνδεδεμένη με τη γενική αρχή ότι ο διάδικος δεν πρέπει να επιδιώκει να καταλαμβάνει τον αντίδικο του εξ απροόπτου και συνακόλουθα δεν πρέπει με το να κατακρατεί έγγραφα που είναι σχετικά με την υπόθεση να παραπλανεί το δικαστήριο ή τον αντίδικό του αφήνοντας τους να πιστεύουν ότι η αρχική του δήλωση εξακολουθεί να αποτελεί τη μόνη αληθινή δήλωση πλήρους αποκάλυψης των εγγράφων που έχει στην κατοχή του (βλ. περισσότερα στο Supreme Court Practice 1988, vol. 1, para. 24, σελ. 408)." Ωστόσο υπάρχουν δύο γενικοί και ουσιώδεις κανόνες ως προς τα έγγραφα που πρέπει να αποκαλύπτονται. Ο πρώτος κανόνας είναι ότι τα έγγραφα πρέπει να σχετίζονται με κάποιο επίδικο θέμα στην αγωγή (G.A.P. Navigation Ltd v Merzario Marrittima SRL

(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1624), τα οποία όχι μόνο θα αποτελούσαν μαρτυρία πάνω σε οποιοδήποτε θέμα αλλά επίσης όταν είναι εύλογο να υποτεθεί ότι περιέχει πληροφορίες οι οποίες μπορεί, είτε άμεσα είτε έμμεσα, να καθιστούν ικανό το διάδικο που ζητά την αποκάλυψη είτε να προωθήσει τη δική του υπόθεση ή να βλάψει εκείνη του αντιδίκου του, οδηγώντας έτσι στη διεξαγωγή έρευνας με σκοπό την υλοποίηση των πιο πάνω (Compagnie Financiere et Compagnie Financiere et Commercale v Peruvian Gueno Co. [1882] 11 Q.B.D. 55). Επομένως, ένα έγγραφο είναι γενικά σχετικό αν υπάρχει η πιθανότητα να ρίξει φως στην υπόθεση (Merchants' and Manufacturers Insurance Co. Ltd v Davies [1937] 2 All E.R. 767). Ο δεύτερος κανόνας απαιτεί την αποκάλυψη των εγγράφων που είναι ή ήταν στην κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο του διαδίκου που προβαίνει στην αποκάλυψη. Ο όρος 'κατοχή' αποκτά την έννοια του φυσικού κρατήματος των εγγράφων δυνάμει του δικαιώματος για την κατοχή τους αλλά άσχετα με την ιδιοκτησία τους όπως είναι η περίπτωση αντιπροσώπου ή θεματοφύλακα. Η δε 'φύλαξη' σημαίνει απλό πραγματικό κράτημα των εγγράφων ανεξάρτητα από το δικαίωμα για την κατοχή τους όπως είναι η περίπτωση υπηρέτη, ενώ η έννοια του 'ελέγχου' σημαίνει το νομικό δικαίωμα να λάβει ένας κατοχή ή έλεγχο των εγγράφων από το πρόσωπο το οποίο πραγματικά τα κρατεί. Συνεπώς, προκύπτει πως ένας διάδικος πρέπει να αποκαλύψει όλα τα έγγραφα τα οποία είναι ή ήταν κάτω από τη δική του προσωπική κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο, ανεξάρτητα από του ποιος είναι ο ιδιοκτήτης τους, έστω και αν δεν αποτελούν δική του ιδιοκτησία ή παρόλο ότι είναι κοινή ιδιοκτησία του με άλλο ή άλλους (Chantrey Martin & Co. v Martin [1953) 2 All E.R. 691] ή παρόλο ότι είναι στην κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο οποιουδήποτε αντιπροσώπου ή υπηρέτη του ή στην κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο του ως υπηρέτη ή αντιπροσώπου για άλλο πρόσωπο ή από κοινού με κάποιο άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα (Bovil v Cowan [1870] 5 Ch. App. 495). Οι προαναφερόμενες αρχές συνοψίστηκαν στην υπόθεση Τυλληρή v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 2271 όπου, μεταξύ άλλων, λέχθηκαν τα εξής: "Η αποκάλυψη εγγράφων, υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και στοχεύει, όπως αναφέρθηκε στην G.A.P. Navigation Ltd v. Merzario Marrittima SRL
(1998)1 A.A.Δ. 1624, στη λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που σχετίζονται με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για το σκοπό προετοιμασίας για την ακρόαση και μπορεί να ζητηθεί από οποιοδήποτε από τους διαδίκους. Αίτημα για αποκάλυψη απορρίπτεται όπου εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε ή όπου μπορεί να θεωρηθεί κάτω από τις περιστάσεις ως μη αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης. Τέτοια έγγραφα είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να βοηθήσουν το μέρος που ζητά την αποκάλυψη, είτε να προωθήσει την υπόθεσή του, είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του, είτε που να μπορούν δίκαια (fairly) να οδηγήσουν στις πιο πάνω συνέπειες και είναι άσχετο με το κατά πόσο μπορούν ή όχι να δοθούν σαν μαρτυρία. Κάθε έγγραφο που μπορεί να ρίξει φως στην υπόθεση είναι σχετικό. Επίσης, θα πρέπει να αναφερθεί ότι δεν επιτρέπεται η αποκάλυψη για σκοπούς "ψαρέματος" μαρτυρίας ή όπου εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε ή όπου μπορεί να θεωρηθεί κάτω από τις περιστάσεις ως μη αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης. Ο χρόνος που διατάσσεται η αποκάλυψη των εγγράφων δεν προσδιορίζεται περιοριστικά στη Δ.28 αλλά συνήθως γίνεται μετά την ολοκλήρωση των εγγράφων προτάσεων, γιατί τότε διαφαίνονται τα επίδικα θέματα. Είναι σημαντικό για ένα διάδικο να έχει την πρέπουσα αποκάλυψη πριν προχωρήσει στη δίκη. (βλ. μεταξύ άλλων O΄Rourke v. Darbishire [1920] A.C. 581, H.L., 630, Compagnie Financiere v. Peruvian Guano Co. [1882] 11 Q.B.D. 55, Board v. Thomas Hedley & Co Ltd [1951] 2 All E.R. 43, Lagos Ltd v. Πλοίου FT Zolotets κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. σελ. 600, Τhe National Bank of Greece S.A. v. Paraskevas Mitsides Debtor and Another 1962 C.L.R. 40)." Με την περίπτωση καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων ασχολείται η Ετήσια Δικονομική Πρακτική 1961 (The Annual Practice 1961) όπου στη σελίδα 713 κάτω από τον υπότιτλο 'Upon Application for Further Affidavit' σημειώνονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: "The Court is not restricted to requiring from a party one affidavit of documents only: it may require another at any time if it is not unreasonable to suppose (Esher, M.R., in Comp. Financ. v. Peruvian Guano Co., 11 Q.B. D. p.63), from certain sources (discussed in (n.) 'Conclusiveness of claim', p.685), or there is a reasonable probability or presumption or ground for suspicion derived such sources that he has other relevant documents in his possession: Cotton, L.J., in Lyell v. Kennedy, 27 Ch. D. p.20; Hall v. Truman, 29 Ch. D. p.319; if, for example, he has excluded documents under a misconception of the case (British Association v. Nettlefold, infra). Unless the affidavit is shown from these sources to be insufficient no further affidavit can be ordered; the opponent cannot (except under r.19A) show by a contentious affidavit that is insufficient... In James v. Plummer, 23 L.J.N.C. 107, it was held that documents coming into the party's possession after the making of the first affidavit need not be scheduled... " [η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου]. Ακολούθως στη σελίδα 716 του ιδίου αγγλικού νομικού συγγράμματος καταγράφονται τα εξής κάτω από τον υπότιτλο 'Further Affidavit': "See as to further affidavit on ground of omission of relevant documents, (n.) 'Upon application for#, etc., supra, p.
  1. Where the affidavit is insufficient in form a further affidavit will be ordered (see (n.) 'Shall be in the Form', supra). Where protection has been insufficiently claimed the party is, as a rule, allowed to make a further affidavit for the purpose of making good his claim to protection; and so also if the affidavit does not sufficiently show which documents are entitled he will be allowed to make a further affidavit to identify those entitled to protection (Taylor v. Batten, 4 Q.B. p.88; Kain v. Farrer, 37 L.T. p.471; Bulman v. Young, 31 W.R. 766; Roberts v. Oppenheim, 26 Ch. D. p.733; Kennedy v. Lyell, 8 App. Cas. p.229)." Στρεφόμενος στην παρούσα περίπτωση παρατηρώ ότι το αίτημα του ευπαιδεύτου συνηγόρου του Ενάγοντα είναι να του δοθεί άδεια να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση στην οποία να αποκαλύπτει τα δύο επίμαχα έγγραφα που περιήλθαν στην κατοχή του πελάτη του μεταγενέστερα της καταχώρησης της αρχικής ένορκης δήλωσης και συγκεκριμένα μόλις την προηγούμενη της ημερομηνίας που υπεβλήθηκε το υπό κρίση αίτημα, με απώτερο στόχο να ζητηθεί η κατάθεση τους κατά την κυρίως εξέταση του ΜΕ
  2. Ο εν λόγω συνήγορος έχει ερωτηθεί εάν επιθυμεί την προώθηση του αιτήματος του όπως διατυπώθηκε ή περιορίζεται στο να εξεταστεί ζήτημα απευθείας κατάθεση των επίμαχων εγγράφων στο Δικαστήριο. Ο κύριος Φιλίππου επέμεινε στο αίτημα του ως είχε, πλην όμως οι εξηγήσεις που έδωσε για την ανάγκη πρώτα καταχώρησης των επίμαχων εγγράφων δεν είναι ούτε πειστικές αλλά ούτε και λογικές. Από το πιο πάνω απόσπασμα στη σελίδα 713 της Ετήσιας Δικονομικής Πρακτικής 1961 καθίσταται αντιληπτό ότι στην περίπτωση που έγγραφα περιέρχονται στην κατοχή του μέρους, εδώ στον Ενάγοντα, μεταγενέστερα της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που να τα εκθέτει δεν θεωρείται αναγκαία. Ο δε Κανονισμός 3 της Διαταγής 28 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τη δυνατότητα χορήγησης άδειας να τεθεί το μη ενόρκως αποκαλυφθέν έγγραφο ως μέρος του μαρτυρικού υλικού όταν δοθεί επαρκής εξήγηση για τη μη αποκάλυψη του υπό τέτοιους όρους που το Δικαστήριο κρίνει κατάλληλους, χωρίς όμως να απαιτεί την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποκάλυψης τους. Εξυπακούεται όμως ότι για να κατατεθεί το έγγραφο ως μέρος της μαρτυρίας θα πρέπει πρώτα να αποκαλυφθεί στο Δικαστήριο και συνάμα στην άλλη πλευρά και ακολούθως να εξασφαλιστεί σχετική άδεια από το Δικαστήριο για να προσκομιστεί. Με δεδομένο ότι η κυρίως εξέταση του ΜΕ4 έχει ήδη ξεκινήσει και ο συγκεκριμένος μάρτυρας έχει ήδη προσδιορίσει και κατ' επέκταση αποκαλύψει τα δύο σκοπούμενα προς κατάθεση έγγραφα προβαίνοντας σε αναφορά ως προς την ημερομηνία που αυτά ετοιμάστηκαν από τον ίδιο, στον αριθμό των ενεχομένων ακινήτων καθώς στην τοποθεσία αυτών, τυχόν καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, υπό τις παρούσες περιστάσεις και στο στάδιο αυτό που βρίσκεται σε εξέλιξη η ακροαματική διαδικασία, θα είναι άνευ αντικειμένου αφού δεν θα εξυπηρετήσει κανένα από τους πιο πάνω σκοπούς. Αντίθετα ενδεχομένως να αυξήσει τα έξοδα της δίκης και παράλληλα να προκληθεί καθυστέρηση στην αποπεράτωση της ακρόασης της αγωγής καθότι σε περίπτωση που εγκριθεί τέτοιο αίτημα θα πρέπει να δοθεί χρόνος να ετοιμαστεί και να καταχωρηθεί η ένορκη δήλωση, που όπως έχει ήδη λεχθεί κρίνεται αχρείαστη, καθώς και χρόνος για επιθεώρηση των επίμαχων εγγράφων από την πλευρά της Εναγομένης αν η τελευταία το ζητήσει, χωρίς έτσι να αποκλείεται αναβολή στην εκδίκαση της υπόθεσης. Δεν πρόκειται για έγγραφα που εκ παραδρομής ή λόγω λανθασμένης εκτίμησης παρέμειναν εκτός της λίστας εγγράφων που αποκαλύφτηκαν με την ένορκη δήλωση και έτσι ζητείται να συμπληρωθούν σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση προκειμένου να θεραπευτεί η ανεπάρκεια του αρχικού καταλόγου ως ελλειμματικός. Είναι έγγραφα που ως έχει λεχθεί δεν μπορούσαν να είχαν συμπεριληφθεί στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων του Ενάγοντα επειδή δεν υπήρχαν κατά το χρόνο ετοιμασίας και καταχώρησης τους. Συνεπώς δεν τίθεται θέμα διόρθωσης ανεπάρκειας καταλόγου εγγράφων με νέα συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Επομένως θεωρώ ότι αυτό που τελικά πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο θα πρέπει να δοθεί ή όχι άδεια να κατατεθούν στην εκδίκαση της αγωγής και ειδικότερα από τον ΜΕ4 τα δύο επίμαχα έγγραφα που ο συγκεκριμένος μάρτυρας έκανε αναφορά κατά την κυρίως εξέταση του, πτυχή που είναι προέκταση του αιτήματος του Ενάγοντα. Αυτό θα γίνει υπό το φως της ένστασης που η Εναγόμενη προέβαλε που θεωρώ ότι απευθύνεται στον απώτερο στόχο του Ενάγοντα για προσπάθεια κατάθεσης των επίμαχων εγγράφων. Προς εξέταση πλέον του θέματος κατά πόσο δύναται να κατατεθούν τα επίδικα έγγραφα από τον ΜΕ4 έχω μελετήσει με προσοχή τις θέσεις των μερών στη βάση του προαναφερομένου νομικού πλαισίου που παράθεσα. Παράλληλα ανάτρεξα στο δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης από τον οποίο διαπιστώνω ότι στις 28.04.15 ο Ενάγοντας προέβηκε σε ένορκη αποκάλυψη εγγράφων, ανάμεσα στα οποία δεν συμπεριλαμβάνονται τα επίμαχα έγγραφα. Κατ' αρχήν θα πρέπει να λεχθεί ότι από ότι ειπώθηκε στο Δικαστήριο τα σκοπούμενα προς κατάθεση έγγραφα αφορούν εκτιμήσεις τριών ακινήτων που αναφέρονται στην απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Πάφου στην αίτηση υπ' αριθμό 7/
  3. Εφόσον η αξίωση του Ενάγοντα εδράζεται στη θέση για οφειλόμενη δικηγορική αμοιβή μέσα από την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών που αφορούσαν την πιο πάνω αίτηση στη βάση κατ' ισχυρισμό ειδικής συμφωνίας επί της αξίας των περιουσιακών που η Εναγόμενη θα λάμβανε, θεωρώ ότι τα επίμαχα έγγραφα που σχετίζονται με την ουσία της αγωγής πιθανόν να ρίξουν φως στην υπόθεση αυτή. Περαιτέρω ενώπιον του Δικαστηρίου έχει δοθεί εξήγηση γιατί τα εν λόγω έγγραφα που επιχειρούνται στο στάδιο αυτό να κατατεθούν δεν είχαν τότε αποκαλυφθεί. Συγκεκριμένα έχει λεχθεί ότι τα επίμαχα έγγραφα είχαν ετοιμαστεί στις 28.03.16, δηλαδή την προηγούμενη της έναρξης της κυρίως εξέτασης του ΜΕ
  4. Ουδεμία ολιγωρία παρατηρείται στην υποβολή του υπό κρίση αιτήματος, το οποίο έγινε την επομένη ημέρα που τα επίμαχα έγγραφα περιήλθαν στην κατοχή του Ενάγοντα. Είναι άσχετο γιατί τα επίδικα έγγραφα δεν είχαν ετοιμαστεί προηγουμένως. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι στο στάδιο που η ένορκη δήλωση καταχωρήθηκε τα επίδικα έγγραφα δεν υπήρχαν και άρα δεν βρίσκονταν στην κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο του Ενάγοντα για να μπορούσε να τα είχε αποκαλύψει. Η αναφορά της συνηγόρου της Εναγομένης ότι ο Ενάγοντας πρέπει να είχε γνώση του περιεχομένου των επίμαχων εγγράφων επειδή από την αρχή είχε πει ότι θα παρουσίαζε εκτιμητή στο Δικαστήριο είναι απλά ένα υποκειμενικό συμπέρασμα που δεν υποστηρίζεται από κανένα χειροπιαστό στοιχείο. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υφίσταται θέμα κακοπιστίας αφού κανένα στοιχείο έχει προσκομιστεί που να αποδεικνύει κάτι τέτοιο. Τυχόν κατάθεση των επίμαχων εγγράφων δεν θα επηρεάσει δυσμενώς οποιοδήποτε δικαίωμα της Εναγομένης και κανένα συμφέρον της πλήττεται ανεπανόρθωτα. Το άτομο που ετοίμασε τα επίμαχα έγγραφα είναι αυτό που επιθυμεί να τα καταθέσει και αφού ολοκληρώσει την κυρίως εξέταση του θα τεθεί στη διάθεση της συνηγόρου της Εναγομένης για να υποστεί τη βάσανο της αντεξέτασης. Επίσης η Εναγόμενη δεν στερείται του δικαιώματος όταν θα κληθεί να παρουσιάσει τη δική της εκδοχή να προσκομίσει μαρτυρία που να αντικρούει το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων, νοουμένου και εφόσον βέβαια πληρούνται οι δικονομικοί θεσμοί. Εάν το παράπονο της συνηγόρου της Εναγομένης είναι ότι δεν αντεξέτασε τον Ενάγοντα επί ένορκης μαρτυρίας του επειδή θεώρησε ότι αυτό δεν χρειαζόταν λόγω απουσίας εκτίμησης αυτό είναι θέμα δικό της, η οποία χειρίζεται την υπόθεση και κρίνει τον τρόπο προώθησης των θέσεων της πελάτισσας της. Εάν όμως το παράπονο της κυρίας Πανταζή εστιάζεται στο ότι δεν αντεξέτασε τον Ενάγοντα επί θεμάτων που καλύπτονται μέσα από το περιεχόμενο των επίμαχων εγγράφων, τα οποία δεν αποκαλύφτηκαν και που αν υπήρχαν θα το έπραττε, αυτό επίσης δεν σχετίζεται με την ουσία του υπό εξέταση αιτήματος επειδή η ευπαίδευτη συνήγορος θεωρεί ως δεδομένο ότι ο Ενάγοντας θα ήταν σε θέση να δώσει εξηγήσεις μέσα από την αντεξέταση του επί του περιεχομένου των επίμαχων εγγράφων που ο ίδιος δεν φαίνεται να ετοίμασε. Θα έλεγα ότι όλες οι ανησυχίες της συνηγόρου της Εναγομένης σχετίζονται με τη βαρύτητα που πρέπει να αποδοθεί στα επίδικα έγγραφα κατά την αξιολόγηση τους. Η αξιολόγηση των επίμαχων εγγράφων είναι έργο του Δικαστηρίου και θα διεξαχθεί μετά την ενώπιον του παρουσίαση όλου του μαρτυρικού υλικού. Η δε δυνατότητα που παρέχεται στο Δικαστήριο να επιτρέψει την προσαγωγή εγγράφου που δεν περιλαμβάνεται σε ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων εφόσον προβληθεί επαρκής δικαιολογία δυνάμει της Διαταγής 28 Κανονισμό 3, δεν δημιουργεί ζήτημα κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας επειδή υπεβλήθηκε τέτοιο αίτημα από τον Ενάγοντα για να εξεταστεί. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι έχει δοθεί από μέρους του Ενάγοντα επαρκής λόγος για την μη συμπερίληψη των επίμαχων εγγράφων στην ένορκη δήλωση του αποκάλυψης εγγράφων ημερομηνίας 28.04.
  5. Συνακόλουθα δίδεται άδεια για κατάθεση των επίμαχων εγγράφων από τον ΜΕ4 υπό τον όρο ότι η πλευρά του Ενάγοντα θα προμηθεύσει αμέσως την πλευρά της Εναγομένης με αντίγραφο αυτών. Παρά την επιτυχία του αιτήματος κρίνω ότι τα έξοδα που προέκυψαν θα πρέπει να βαρύνουν τον Ενάγοντα και τούτο προς θεραπεία της όποιας ζημιάς που ενδεχομένως να προκλήθηκε στην Εναγόμενη ως αποτέλεσμα της κατάθεσης των επίμαχων εγγράφων στο στάδιο αυτό, δικαιολογώντας έτσι παρέκκλιση από το γενικό κανόνα. Κατά συνέπεια τα έξοδα που δημιουργήθηκαν σε σχέση με την έκδοση της παρούσας ενδιάμεσης απόφασης και αποτελούν έξοδα δίκης επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης και εναντίον του Ενάγοντα. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other/Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Αίτημα για κατάθεση εγγράφου που δεν περιλαμβάνεται στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων/Διάταξη 28 Κανονισμό 3/Ενδιάμεση Απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.