← Κύπρος

ΕΛΙΖΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ν. ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ & ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής: 1040/11, 5/4/2016

ΕΛΙΖΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ν. ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ & ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής: 1040/11, 5/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A72 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1040/11 Μεταξύ: ΕΛΙΖΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, από την Πάφο Ενάγουσας και ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ & ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ, ΗΕ77413 από την Πάφο Εναγόμενης - - - - - - - - - - - - - - 05.04.2016 Για την Ενάγουσα: κα Μιχαήλ για Ανδρέας Δημητριάδης & Σία ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη: κα Κνέκνα για κ. Ν. Παπαθεοχάρους Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παράδοση του νυφικού της Ενάγουσας για καθάρισμα στο καθαριστήριο που διατηρεί η Εναγόμενη αποτέλεσε την αφορμή για την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης η Ενάγουσα στις 31.07.2010 τέλεσε το γάμο της και χρησιμοποίησε νυφικό ένδυμα το οποίο αγόρασε από ειδικευμένο οίκο έναντι του ποσού των €2.880,

  1. Κατά ή περί τις 09.09.2010 το νυφικό ανατέθηκε στην Εναγόμενη για καθαρισμό. Όταν η Ενάγουσα παρέλαβε το νυφικό από την Εναγόμενη διαπίστωσε ότι αυτό είχε υποστεί εκτεταμένες ζημιές, οι οποίες προήλθαν από τον καθαρισμό και/ή το σιδέρωμα αυτού ως αποτέλεσμα της αμέλειας και/ή παράβασης των υποχρεώσεων και/ή των θέσμιων καθηκόντων της Εναγόμενης. Η Ενάγουσα παραθέτει λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παράβασης των υποχρεώσεων της Εναγόμενης που πηγάζουν από τον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο Κεφ.
  2. Περαιτέρω, παραθέτει λεπτομέρειες των ισχυριζόμενων ειδικών ζημιών, οι οποίες συνίστανται στην ολική καταστροφή του νυφικού και αξιώνει το ποσό των €2.880,00 ως ειδικές αποζημιώσεις πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Η Εναγόμενη με την Υπεράσπιση αρνείται τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην Έκθεση Απαίτησης και ισχυρίζεται ότι σε περίπτωση που αποδειχθεί ότι η Ενάγουσα ήταν πελάτισσα της δεν ευθύνεται για οποιαδήποτε ισχυριζόμενη ζημία υπέστη το νυφικό. Τέλος, ισχυρίζεται ότι η αγωγή είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και ζητά την απόρριψη της με έξοδα εις βάρος της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα με την Απάντηση της περιορίζεται στο να αρνηθεί όλους τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην Υπεράσπιση και οι οποίοι είναι ασυμβίβαστοι με το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης. Κατά την ακροαματική διαδικασία κλήθηκαν συνολικά πέντε μάρτυρες. Συγκεκριμένα για την πλευρά της Ενάγουσας κατέθεσε η ίδια (ΜΕ1) και η μητέρα της Άντρη Χριστοδούλου (ΜΕ2). Εκ μέρους της Υπεράσπισης κατέθεσαν οι Χρίστος Παπαδόπουλος - Διευθυντής της Εναγόμενης (ΜΥ1), Χαράλαμπος Ζόππος (ΜΥ2) και Κυριάκος Παπαδόπουλος (ΜΥ3). Μετά από αίτηση της Ενάγουσας και σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου επιτράπηκε η επανακλήτευση της ΜΕ
  3. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων μέσω των γραπτών αγορεύσεων τους ανέπτυξαν την επιχειρηματολογία τους τόσο όσον αφορά την ποιότητα της προσαχθείσας μαρτυρίας όσο και επί των νομικών ζητημάτων που εγείρονται. Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στη συνέχεια στην παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( Ζαβρού v. Χαραλάμπους

(1996)1Α Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ. 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα (Καννάουρου κ.α ν. Σταδιώτη κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 35). Η Ενάγουσα στην κυρίως εξέταση της υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης (Τεκμήριο Α) δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Σε αυτήν αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι για το γάμο της χρησιμοποίησε νυφικό ένδυμα το οποίο παράγγειλε και ράφτηκε αποκλειστικά για την ίδια στο ATELIER PANTELIS και για το σκοπό αυτό κατέβαλε το συνολικό ποσό των €2.880,00 (Τεκμήρια 1 και 2). Ο γάμος τελέστηκε στις 31.07.10 και στις 09.09.10 ζήτησε από τη μητέρα της (ΜΕ2) όπως παραδώσει σε καθαριστήριο το νυφικό για καθαρισμό και φρεσκάρισμα. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας το νυφικό ήταν σε άριστη κατάσταση. Η μητέρα της ανέθεσε στο καθαριστήριο που διατηρεί η Εναγόμενη τον καθαρισμό του νυφικού και πλήρωσε για την εν λόγω εργασία το ποσό των €40,00 (Τεκμήριο 3). Όταν παρέλαβε το νυφικό η μητέρα της και το έφερε στο σπίτι, διαπίστωσε ότι αυτό είχε υποστεί εκτεταμένες ζημιές οι οποίες προήλθαν από τον καθαρισμό και το σιδέρωμα. Συγκεκριμένα το νυφικό ήταν καμένο και κατεστραμμένο σε αρκετά σημεία, το ύφασμα του ζάρωσε με αποτέλεσμα η υφή του να χαλάσει και να ξεφτίσει. Η Ενάγουσα κατέθεσε ως Δέσμη Τεκμηρίου 4, φωτογραφίες του νυφικού που έλαβε η ίδια με τη φωτογραφική μηχανή της. Καταλήγοντας η Ενάγουσα αναφέρει ότι εξ' όσων γνωρίζει και τη συμβουλεύουν οι δικηγόροι της η Εναγόμενη παρέλειψε και δεν κατέβαλε εύλογη επιμέλεια κατά την άσκηση του επαγγέλματος της. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι το πρωτότυπο του Τεκμηρίου 2 το απώλεσε και για αυτό ζήτησε και έλαβε αντίγραφο από το ATELIER PANTELIS και αρνήθηκε την υποβολή ότι το Τεκμήριο 2 είναι πλαστό. Τις ζημιές που υπέστη το νυφικό τις είδε για πρώτη φορά όταν το έφερε η μητέρα της σπίτι. Αρνήθηκε ότι η μητέρα της θα μπορούσε να εντοπίσει τις ζημιές κατά το χρόνο παραλαβής του νυφικού από το καθαριστήριο της Εναγόμενης, καθώς, σύμφωνα με όσα της είπε η μητέρα της, το νυφικό ήταν τοποθετημένο σε νάιλον σακούλι και υπάλληλος της Εναγόμενης το μετέφερε στο όχημα της μητέρας της. Όταν είδε τις ζημιές που είχε υποστεί το νυφικό, η μητέρα της το πήρε πίσω στο καθαριστήριο της Εναγόμενης, όπου παρών ήταν ο ιδιοκτήτης του καθαριστηρίου (ΜΥ1) και ανέφερε στη μητέρα της ότι η αλλαγή στην υφή του υφάσματος οφείλεται στο ότι το νυφικό ήταν πολυφορεμένο. Ερωτηθείσα από την ευπαίδευτη συνήγορο της Εναγομένης για το χρόνο λήψης των φωτογραφιών (Τεκμήριο 4), απάντησε ότι τις έλαβε την ημέρα που παρέλαβε η μητέρα της το νυφικό από το καθαριστήριο και αρνήθηκε ότι οι φωτογραφίες λήφθηκαν σε μεταγενέστερο χρόνο. Τέλος, αρνήθηκε τις υποβολές της κας. Κνέκνα ότι το νυφικό παραλήφθηκε χωρίς κανένα πρόβλημα και ότι αυτό καταστράφηκε σε χρόνο μεταγενέστερο της παραλαβής του. Η Ενάγουσα θεωρώ ότι υπήρξε ειλικρινής προς το Δικαστήριο. Οι απαντήσεις της ήταν άμεσες, σαφείς και πειστικές και κατά την αντεξέταση της δεν κλονίστηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο η αξιοπιστία της, ούτε και δημιουργήθηκε οποιοδήποτε ρήγμα στη μαρτυρία της. Σημειώνω ότι ένα ουσιαστικό μέρος της μαρτυρίας της, ήτοι η ύπαρξη ζημιών στο νυφικό, όπως τις περιέγραψε η ΜΕ1 και οι οποίες απεικονίζονται στις φωτογραφίες (Τεκμήριο 4), δεν έχει αμφισβητηθεί με την αντεξέταση. Η ευπαίδευτη συνήγορος της Εναγόμενης προώθησε ουσιαστικά τη θέση ότι οι ζημιές προξενήθηκαν σε μεταγενέστερο χρόνο από αυτόν του καθαρισμού του νυφικού και ότι οι φωτογραφίες επίσης λήφθηκαν μεταγενέστερα. Αυτή καθ' αυτή όμως η ύπαρξη ζημιών δεν αμφισβητήθηκε. Τα όσα η Ενάγουσα ανέφερε σχετικά με την παράδοση και παραλαβή του νυφικού, γεγονότα στα οποία η ίδια δεν είχε προσωπική ανάμειξη και συνιστούν εξ ακοής μαρτυρία, μπορούν υπό τις περιστάσεις να αποτελέσουν αποδεκτή μαρτυρία καθώς το πρόσωπο που προέβη στην αρχική δήλωση, ήτοι η μητέρα της, κλήθηκε ως ΜΕ2 και με τη μαρτυρία της επιβεβαίωσε, όπως θα φανεί πιο κάτω, όσα ανέφερε η Ενάγουσα. Υπάρχουν ωστόσο μέρη της μαρτυρίας της, τα οποία δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά. Συγκεκριμένα αναφέρομαι στα όσα δήλωσε η Ενάγουσα σε σχέση με τους λόγους για τους οποίους το νυφικό υπέστη ζημιές. Για να είμαι πιο συγκεκριμένος η μαρτυρία της Ενάγουσας ότι το νυφικό ήταν σε καλή κατάσταση όταν παραδόθηκε για καθαρισμό στην Εναγόμενη και ότι παρουσίασε τις ζημιές που περιέγραψε η Ενάγουσα όταν παραλήφθηκε από την Εναγόμενη, γίνεται αποδεκτή. Δεν μπορούν όμως να γίνουν αποδεκτά όσα δήλωσε η Ενάγουσα αποδίδοντας στην Εναγόμενη παράλειψη καταβολής επιμέλειας και επιδεξιότητας που θα αναμενόταν να καταβάλει για τον καθαρισμό και τη φροντίδα του νυφικού. Καταρχάς σημειώνω ότι η Ενάγουσα δεν ήταν παρούσα κατά τον καθαρισμό και το σιδέρωμα του νυφικού και συνεπώς όσα αναφέρει περί αμέλειας της Εναγόμενης αποτελούν ουσιαστικά τη γνώμη της και υποθέσεις ως προς τα αίτια που οδήγησαν στην πρόκληση ζημιών στο νυφικό της. Αποτελεί καλά καθιερωμένη αρχή ότι οι μάρτυρες, προσφέρουν μαρτυρία επί γεγονότων και δεν επιτρέπεται να εκφέρουν τη γνώμη τους πλην συγκεκριμένων εξαιρέσεων οι οποίες εν προκειμένω δεν συντρέχουν. Για παράδειγμα η Ενάγουσα δεν ισχυρίστηκε ότι διαθέτει ειδικές γνώσεις στα θέματα καθαρίσματος και σιδερώματος νυφικού, έτσι ώστε να δύναται να προσφέρει μαρτυρία γνώμης ως προς τους συγκεκριμένους λόγους που οδήγησαν στην καταστροφή του νυφικού. Ως εκ των ανωτέρω, η μαρτυρία της Ενάγουσας κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη με εξαίρεση το μέρος εκείνο της μαρτυρίας της που αναφέρεται στην αμέλεια που επέδειξε η Εναγόμενη. Έχει κριθεί νομολογιακά ότι όταν ένας μάρτυρας κριθεί αξιόπιστος, το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο (Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266, 268 και Ιωσηφίδη ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 243/12 ημερομηνίας 02.05.14). H ΜΕ2, μητέρα της Ενάγουσας, υιοθέτησε ως την κυρίως εξέταση της το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης (Τεκμήριο Β) δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Σε αυτήν, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι στις 09.09.10 επισκέφθηκε το καθαριστήριο της Εναγόμενης και ανέθεσε σ' αυτήν τον καθαρισμό και φρεσκάρισμα του επίμαχου νυφικού. Εκεί συνομίλησε με τον ιδιοκτήτη της Εναγόμενης, οποίος τη διαβεβαίωσε ότι ήταν σε θέση να αναλάβει τον καθαρισμό και το φρεσκάρισμα του νυφικού λέγοντας της ταυτόχρονα ότι διαθέτει πείρα στον καθαρισμό νυφικών. Για τον καθαρισμό του νυφικού πλήρωσε στην Εναγόμενη το ποσό των €40,
  1. Όταν μετέβη στο καθαριστήριο για να παραλάβει το νυφικό, ήταν τοποθετημένο μέσα σε μία θήκη και υπάλληλος της Εναγόμενης το μετέφερε στο αυτοκίνητο της. Όταν έφθασε στο σπίτι και η Ενάγουσα άνοιξε τη θήκη και είδε το νυφικό διαπίστωσαν ότι το τελευταίο είχε υποστεί εκτεταμένες ζημιές, οι οποίες προήλθαν από τον καθαρισμό και το σιδέρωμα του. Συγκεκριμένα το νυφικό ήταν καμένο σε αρκετά σημεία και το ύφασμα του είχε αλλοιωθεί. Την ίδια ημέρα επέστρεψε στο καθαριστήριο και έδειξε το νυφικό στον ιδιοκτήτη, ο οποίος φωνάζοντας της είπε ότι δεν ευθύνεται για την κατάσταση του νυφικού και ότι αυτό φορέθηκε πολλές φορές και για αυτόν το λόγο αλλοιώθηκε. Η ΜΕ2 καταλήγει λέγοντας ότι πιστεύει πως η Εναγόμενη παρέλειψε να καταβάλει και να επιδείξει την επιμέλεια που αναμενόταν από αυτή. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι όταν παρέλαβε το νυφικό έλαβε την απόδειξη (Τεκμήριο 3). Δεν πρόσεξε ωστόσο ότι σε αυτήν αναγραφόταν ότι το νυφικό «έγινε δύο φορές κάποιες κιτρινάδες δεν καθαρίζουν». Στην υποβολή της ευπαίδευτης συνηγόρου της Εναγόμενης ότι τα πιο πάνω ειπώθηκαν και προφορικά, η ΜΕ2 είπε πως δεν θυμόταν να της ειπώθηκε κάτι τέτοιο και εν πάση περιπτώσει δεν θα την ενοχλούσε το να υπάρχουν κιτρινάδες. Το πρόβλημα, ανέφερε η ΜΕ2, δεν είναι οι κιτρινάδες αλλά το ότι το νυφικό καταστράφηκε. Περαιτέρω, η ΜΕ2 ανέφερε ότι η θήκη εντός της οποίας τοποθετήθηκε το νυφικό ήταν μία διάφανη νάιλον σακούλα. Η ΜΕ2 επέμεινε ότι κατά την παραλαβή του νυφικού από το καθαριστήριο της Εναγόμενης δεν το έλεγξε, λέγοντας ότι ούτε καν το έπιασε στα χέρια της αφού ο υπάλληλος της Εναγόμενης το μετέφερε στο αυτοκίνητο. Επίσης, η ΜΕ2 αρνήθηκε ότι το νυφικό ήταν ευδιάκριτο μέσω της νάιλον σακούλας. Ερωτηθείσα κατά πόσο πριν την καταχώρηση της αγωγής υπήρξε όχληση προς την πλευρά της Εναγόμενης, η ΜΕ2 είπε δεν έγινε οτιδήποτε, αφού δεν θα είχε αποτέλεσμα καθώς ο ιδιοκτήτης της Εναγόμενης όταν του επέστρεψε το νυφικό, σχεδόν την έβγαλε έξω από το κατάστημα. Η ΜΕ2 αρνήθηκε ότι το νυφικό ήταν σε καλή κατάσταση όταν το παρέλαβε καθώς και ότι η καταστροφή έγινε αργότερα και επανέλαβε ότι οι φωτογραφίες (Τεκμήριο 4) λήφθηκαν την ημέρα που παρέλαβε το νυφικό από την Εναγόμενη και επίσης την ίδια μέρα το πήρε πίσω στην Εναγόμενη. Τέλος, σε σχέση με την ανακοίνωση της Εναγόμενης για απαλλαγή ευθύνης (Τεκμήριο 5), η ΜΕ2 είπε ότι δεν είδε τέτοια ανακοίνωση στην υποδοχή και πρόσθεσε ότι ο ιδιοκτήτης της Εναγόμενης (ΜΥ1) τη διαβεβαίωσε ότι μπορούσε να καθαρίσει το νυφικό χωρίς να υπάρξει οποιοδήποτε πρόβλημα. Στο στάδιο της επανάκλησης της και σε σχετική ερώτηση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Ενάγουσας, η ΜΕ2 είπε ότι το Τεκμήριο 3 αφορά την ίδια και δεν πρόσεξε ότι το όνομα της είχε καταγραφεί λανθασμένα. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ο αριθμός κινητού τηλεφώνου που καταγράφεται σε αυτό ανήκει στην ίδια και κατέθεσε σχετικό λογαριασμό κινητής τηλεφωνίας ως Τεκμήριο
  2. Η ΜΕ2 θεωρώ ότι υπήρξε ειλικρινής προς το Δικαστήριο. Οι απαντήσεις της χαρακτηρίζονταν από αμεσότητα και ευθύτητα. Ασφαλώς η ΜΕ2 έχει προσωπικό συμφέρον στην υπόθεση, αφού η αγωγή αφορά αξίωση της θυγατέρας της. Έχω λάβει υπόψη μου κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της την παράμετρο αυτή και δεν διέκρινα ότι η μαρτυρία της υπαγορεύθηκε από αλλότρια κίνητρα. Κατά την αντεξέταση της δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία της, ούτε και διεφάνη ότι προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να παραποιήσει την πραγματικότητα για να βοηθήσει την υπόθεση της Ενάγουσας-θυγατέρας της. Επισημαίνω ότι, όπως και στη μαρτυρία της ΜΕ1, η ύπαρξη ζημιών στο νυφικό δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση, καθώς η αντεξέταση εστιάστηκε στο ότι το νυφικό παραλήφθηκε από το καθαριστήριο της Εναγόμενης σε καλή κατάσταση και υπέστη τις ζημιές αργότερα. Δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι, όπως θα φανεί πιο κάτω κατά την παράθεση της μαρτυρίας του ΜΥ2, υπάρχει μία φαινομενική αντίφαση μεταξύ της μαρτυρίας της ΜΕ2 και του ΜΥ2 όσον αφορά την ύπαρξη ανακοίνωσης (Τεκμήριο 5) στο καθαριστήριο της Εναγόμενης. Ο ΜΥ2, ως θα διαφανεί κατωτέρω, δήλωσε ότι υπάρχει η ανακοίνωση (Τεκμήριο 5) στο καθαριστήριο. Δεν θεωρώ ωστόσο ότι δημιουργείται ρήγμα στη μαρτυρία της εξ αυτού του γεγονότος. Όπως έχω αναφέρει και πιο πάνω, η αντίφαση είναι φαινομενική, καθώς μία προσεκτική ανάγνωση της μαρτυρίας της ΜΕ2 επί του συγκεκριμένου σημείου, αποκαλύπτει ότι η τελευταία αυτό το οποίο είπε ήταν ότι δεν είδε την εν λόγω ανακοίνωση στην υποδοχή του καθαριστηρίου. Από τη μαρτυρία της δεν συνάγεται ότι η τελευταία έλεγξε τον χώρο του καθαριστηρίου και διαπίστωσε πως δεν υπήρχε η ανακοίνωση (Τεκμήριο 5), αλλά ότι δεν την είδε, χωρίς να αποκλείει την ύπαρξη τέτοιας ανακοίνωσης. Σημειώνω δε ότι ο ΜΥ2, ο οποίος ως ανέφερε είναι τακτικός πελάτης της Εναγόμενης, δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί το ακριβές λεκτικό της ανακοίνωσης και το πού ακριβώς είναι τοποθετημένη. Επομένως το ότι η ΜΕ2, η οποία δεν ήταν τακτική πελάτισσα της Εναγόμενης, δεν είδε την ανακοίνωση δεν μπορεί να επηρεάσει την εν γένει αξιοπιστία της. Από τη μαρτυρία της ωστόσο δεν μπορώ να αποδεχθώ τα όσα δήλωσε σε σχέση με τα αίτια καταστροφής του νυφικού για τους ίδιους λόγους που δεν αποδέχθηκα επί του συγκεκριμένου σημείου τη μαρτυρία της Ενάγουσας. Όσα ανέφερα πιο πάνω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Ενάγουσας σε σχέση με το προαναφερόμενο ζήτημα ισχύουν και για τη ΜΕ
  3. Για σκοπούς αποφυγής επαναλήψεων παραπέμπω στις σελ. 5 και 6 της παρούσας. Κατά συνέπεια η μαρτυρία της ΜΕ2 γίνεται αποδεκτή, με εξαίρεση τα όσα ανέφερε για τα αίτια καταστροφής του νυφικού (βλ. Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας και Ιωσηφίδη ν. Αστυνομίας (ανωτέρω)). Ο ΜΥ1 κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι είναι διευθυντής και ιδιοκτήτης της Εναγόμενης. Την Άντρη Χριστοδούλου (ΜΕ2) τη γνωρίζει εξ όψεως και δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί κατά πόσο επισκέφθηκε το καθαριστήριο της Εναγόμενης. Το καθαριστήριο της Εναγόμενης το διατηρεί από το 1993 και σε σχέση με τη διαδικασία καθαρισμού νυφικών ανέφερε ότι συνήθως απαιτείται μία περίοδος 2 - 3 ημερών. Το νυφικό καθαρίζεται, αναλόγως των λεκέδων ή άλλων ιδιαίτερων προβλημάτων που μπορεί να έχει, μία ή δύο φορές. Σε περίπτωση που μετά το καθάρισμα εξακολουθεί να υπάρχει πρόβλημα, τότε σημειώνεται σχετικά στην απόδειξη. Περαιτέρω, ανέφερε ότι όταν υπάρχουν κιτρινάδες πάνω στο νυφικό δεν το πακετάρει αλλά το αφήνει για να το δει ο πελάτης και μετά το τοποθετεί στο νάιλον σακούλι. Ο ΜΥ1 ανέφερε ότι εδώ και 15 χρόνια συνεργάζεται με συγκεκριμένα καταστήματα και ξενοδοχεία, τα οποία τον προμηθεύουν με νυφικά για καθάρισμα. Υπολογίζει ότι θα καθάρισε πέραν των 100 νυφικών και ουδέποτε μέχρι σήμερα υπήρξε οποιοδήποτε παράπονο. Όταν υποδείχθηκε στο ΜΥ1 η απόδειξη, Τεκμήριο 3, την αναγνώρισε ως απόδειξη που εκδόθηκε από το καθαριστήριο της Εναγόμενης και παρατήρησε ότι σε αυτήν δεν αναγράφεται το όνομα της ΜΕ2, αλλά το όνομα κάποιας Άντρης Χριστοφή. Μάλιστα ο ΜΥ1 υποστήριξε ότι το Τεκμήριο 3 δεν αφορά το επίδικο νυφικό, δεν έχει σχέση με την παρούσα υπόθεση και αφορά άλλη πελάτισσα. Ερωτηθείς από την ευπαίδευτη συνήγορο της Εναγομένης κατά πόσο ξαναείδε το νυφικό που παρουσιάζεται στις φωτογραφίες 1 και 2 του Τεκμηρίου 4, απάντησε ότι έχει δει πολλά νυφικά. Όταν ρωτήθηκε κατά πόσο το νυφικό που απεικονίζεται στις φωτογραφίες 3-11 είναι το ίδιο με αυτό των φωτογραφιών 1 και 2 του Τεκμηρίου 4, ο ΜΥ1 είπε ότι δεν μπορούσε να το επιβεβαιώσει. Τέλος, ανέφερε ότι δεν θυμάται να του παραπονέθηκε για την κατάσταση του νυφικού η ΜΕ2 και η πρώτη φορά που έλαβε γνώση για το επίδικο νυφικό ήταν όταν του επιδόθηκε η αγωγή. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι έλαβε εκπαίδευση για έξι μήνες σε καθαριστήριο στη Λεμεσό σε σχέση με το στεγνό καθάρισμα, το πλύσιμο και το σιδέρωμα. Το καθάρισμα των νυφικών το αναλαμβάνει πάντοτε ο ίδιος και στα τόσα χρόνια πείρας του δεν κατέστρεψε ποτέ οποιοδήποτε ρούχο. Αναφορικά με τον τρόπο καθαρίσματος των νυφικών, είπε ότι όλα τα νυφικά καθαρίζονται με τον ίδιο τρόπο. Στη συνέχεια όμως όταν ερωτήθηκε κατά πόσο το μεταξωτό νυφικό καθαρίζεται όπως και τα άλλα υφάσματα, απάντησε ότι το μεταξωτό είναι πολύ ευαίσθητο και καθαρίζεται με διαφορετικό τρόπο. Ο ΜΥ1 επανέλαβε ότι δεν θυμάται την ΜΕ2 να του κάνει παράπονο για την καταστροφή του νυφικού και δεν ήταν σε θέση να συγκρίνει τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 4 και να απαντήσει κατά πόσο όλες οι φωτογραφίες του Τεκμηρίου 4 αφορούν το ίδιο νυφικό. Επίσης, όταν του υποδέιχθηκαν οι φωτογραφίες με αρ. 6 - 8 του Τεκμηρίου 4, απαντώντας σε σχετική ερώτηση της κας. Μιχαήλ είπε ότι το νυφικό που απεικονίζεται στις εν λόγω φωτογραφίες είναι σε καλή κατάσταση. Αναφορικά με την απόδειξη (Τεκμήριο 3) και συγκεκριμένα ερωτηθείς κατά πόσο μπορεί να γράφηκε λανθασμένα το όνομα της ΜΕ2 σε αυτήν, ο ΜΥ1 απάντησε ότι το Τεκμήριο 3 δεν έχει σχέση με την παρούσα υπόθεση καθώς σε αυτό αναγράφεται παντελόνι, φόρεμα και νυφικό. Περαιτέρω ανέφερε ότι η ΜΕ2 δεν μπορούσε να παραδώσει εκτός από το νυφικό και τα υπόλοιπα ρούχα που αναφέρονται στο Τεκμήριο
  4. Στην εύλογη ωστόσο απορία της κας. Μιχαήλ αν εκδίδει ξεχωριστές αποδείξεις στις περιπτώσεις που κάποιος πελάτης παραδίδει εκτός από νυφικό και άλλο ρουχισμό, η απάντηση του ΜΥ1 ήταν αρνητική. Ο ΜΥ1 αρνήθηκε τις υποβολές της κας. Μιχαήλ ότι η ΜΕ2 παραπονέθηκε για την καταστροφή του νυφικού, καθώς και ότι το νυφικό καταστράφηκε στο καθαριστήριο της Εναγόμενης. Αρνήθηκε επίσης την υποβολή της ευπαίδευτης συνηγόρου της Ενάγουσας ότι το νυφικό καταστράφηκε διότι δεν έλαβε υπόψη το είδος του υφάσματος του. Ο ΜΥ1 δεν μου έκανε καλή εντύπωση και θεωρώ ότι δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει την αλήθεια. Απέφευγε να απαντήσει επί της ουσίας των ερωτήσεων που του υποβάλλονταν και στις πλείστες απαντήσεις του περιέπλεκε άλλα θέματα με προφανή σκοπό την περιπλοκή των ζητημάτων και τον αποπροσανατολισμό του Δικαστηρίου. Πιο συγκεκριμένα, ενώ κατ' επανάληψη ρωτήθηκε για τον τρόπο καθαρισμού των νυφικών ο ΜΥ1 δεν έδιδε συγκεκριμένες απαντήσεις και περιοριζόταν να πει ότι χρησιμοποιεί τα φάρμακα του και όλα τα νυφικά καθαρίζονται με τον ίδιο τρόπο, ενώ συνεχώς επαναλάμβανε ότι έχει καθαρίσει πάρα πολλά νυφικά και δεν υπήρξε ποτέ κανένα παράπονο. Η θέση του ωστόσο ότι όλα τα νυφικά καθαρίζονται με τον ίδιο τρόπο αναιρέθηκε από τον ίδιο όταν ερωτήθηκε για τα νυφικά από μετάξι, οπότε και συμφώνησε ότι είναι διαφορετικός ο τρόπος καθαρισμού τους. Περαιτέρω, ήταν εμφανής η προσπάθεια του να πείσει με κάθε τρόπο ότι ουδεμία σχέση έχει το καθαριστήριο της Εναγόμενης με το επίδικο νυφικό. Αποκαλυπτικός αυτής της προσπάθειας του ΜΥ1 ήταν ο τρόπος με τον οποίο επιχείρησε να χρησιμοποιήσει το Τεκμήριο 3 όταν αντιλήφθηκε τη λανθασμένη καταγραφή του ονόματος της ΜΕ
  5. Ανοίγω εδώ μια παρένθεση για να επισημάνω ότι κατά την αντεξέταση τόσο της Ενάγουσας όσο και της ΜΕ2, δεν τέθηκε η θέση ότι το Τεκμήριο 3 δεν εκδόθηκε για το επίδικο νυφικό, ούτε και προωθήθηκε η θέση ότι ουδέποτε ανατέθηκε στην Εναγόμενη ο καθαρισμός αυτού. Δεν δόθηκε επομένως η ευκαιρία στους προαναφερόμενους μάρτυρες να απαντήσουν επί των εν λόγω θέσεων ούτε και προσφέρθηκε οποιαδήποτε εξήγηση από την υπεράσπιση για την εν λόγω παράλειψη. Στην υπόθεση Frederickou School Co Ltd κ.α. v. Acuac Inc.
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1527 αναφέρθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο τα εξής σχετικά (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Υπάρχουν ωστόσο δύο κανόνες πρακτικής, που έχουν εμπεδωθεί προ πολλού στα Δικαστήρια μας, οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται. Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται. Διαφορετικά το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος είναι ότι, κατά την αντεξέταση, τίθεται στο μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο. Τέτοια αντεξέταση είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει το μάρτυρα. Σχετική επίσης είναι και η απόφαση στην υπόθεση Γεωργία Ι. Γεωργίου Μοσχάτου v. Λεοντίου Κ. Μοσχάτου
(1999)1Β Α.Α.Δ. 785 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Κατά κανόνα ο διάδικος θα πρέπει να θέσει στους μάρτυρες της άλλης πλευράς το μέρος της υπόθεσης του που αφορά το συγκεκριμένο μάρτυρα. Αν κατά την αντεξέταση δεν υποβάλει οποιεσδήποτε ερωτήσεις, γενικά θεωρείται ότι αποδέχεται την εκδοχή που θέτει ο μάρτυρας (Browne v. Dunn [1894] 6 R. 67, (H.L.) και R. v. Hart [1932] 23 Cr.App.R. 202). Στην Αγγλία δεν επιτρέπεται στο διάδικο αυτό να επιτεθεί κατά την τελική του αγόρευση ή να προωθήσει εξηγήσεις, στα σημεία όπου παρέλειψε να αντεξετάσει σχετικούς μάρτυρες επί του σημείου (βλέπε επίσης Phipson on Evidence, 13η Έκδοση, παράγρ. 33-69). Έτσι είναι φανερό ότι και ο λόγος αυτός θα πρέπει να απορριφθεί.» Σημειώνω επίσης ότι ο ΜΥ1 αμέσως εξέφρασε τη θέση ότι το εν λόγω Τεκμήριο δεν σχετίζεται με την επίδικη περίπτωση, καθώς αυτό αφορά παντελόνι και εκδόθηκε σε άλλη πελάτισσα. Όταν όμως υποδείχθηκε από την ίδια τη συνήγορο της Εναγόμενης ότι το Τεκμήριο 3 αναφέρεται και σε νυφικό, ο ΜΥ1 είπε ότι αφορά νυφικό, παντελόνι και φόρεμα μαζί και επέμεινε ότι αφορά άλλη πελάτισσα. Όταν δε ερωτήθηκε αν γνωρίζει κάποια Άντρη Χριστοφή (όνομα πελάτισσας που καταγράφεται στο Τεκμήριο 3), η απάντηση του ήταν αρνητική. Από την άλλη στην αντεξέταση του όταν ερωτήθηκε κατά πόσο θα μπορούσε να καταγράφηκε λανθασμένα το όνομα της ΜΕ2 στην απόδειξη, ο ΜΥ1 απέφυγε να απαντήσει στην ουσία του ερωτήματος και περιορίστηκε να πει ότι το Τεκμήριο 3 αναφέρεται σε παντελόνι, φόρεμα και νυφικό. Δεν έδωσε όμως οποιαδήποτε εξήγηση γιατί το Τεκμήριο 3 δεν θα μπορούσε να αφορά το επίδικο νυφικό, επειδή σε αυτό αναγράφονται ακόμα δύο τεμάχια ρουχισμού. Μάλιστα δεν δίστασε να αναφέρει ότι η ΜΕ2 δεν θα μπορούσε να παραδώσει προς καθαρισμό εκτός από το νυφικό και άλλα ρούχα. Και πάλι η θέση του αυτή παρέμεινε ανεξήγητη και στερούμενη κοινής λογικής, ενώ ταυτόχρονα έρχεται σε αντίθεση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3 στο οποίο πέραν του νυφικού περιλαμβάνονται και άλλα είδη ρουχισμού. Εν πάση περιπτώσει η όψιμη προσπάθεια του ΜΥ1 να υποστηρίξει ότι το Τεκμήριο 3 δεν εκδόθηκε προς τη ΜΕ2 και κατ' επέκταση την Ενάγουσα, καταρρίπτεται από την μαρτυρία της ΜΕ2 και το Τεκμήριο 6 που επιβεβαιώνει ότι ο αριθμός τηλεφώνου 99065809 ανήκει στη ΜΕ
  1. Ο ΜΥ 1 παρέμεινε επίσης εκτεθειμένος από τις απαντήσεις που έδωσε όταν του υποδείχθηκαν οι φωτογραφίες του Τεκμηρίου
  2. Θεωρώ ότι εύκολα κάποιος μπορεί να αντιληφθεί ότι το νυφικό που απεικονίζεται στις φωτογραφίες 1 και 2 είναι το ίδιο σχέδιο με αυτό των φωτογραφιών 6 και 7 του Τεκμηρίου
  3. Επίσης η απάντηση του ότι το νυφικό, όπως αυτό απεικονίζεται στις φωτογραφίες 6-8, ήταν σε καλή κατάσταση κρίνεται ως μη ανταποκρινόμενη στα όσα απεικονίζουν οι εν λόγω φωτογραφίες. Σημειώνω δε ότι κατά την αντεξέταση των ΜΕ1 και 2 δεν αμφισβητήθηκε η ύπαρξη των ζημιών, αλλά υποβλήθηκε η θέση ότι οι ζημιές προκλήθηκαν σε χρόνο μεταγενέστερο του καθαρισμού του νυφικού από την Εναγόμενη. Η προσπάθεια του ΜΥ1 να πείσει ότι το επίδικο νυφικό ήταν άγνωστο στον ίδιο και ότι η Εναγόμενη ουδεμία ευθύνη έχει σε σχέση με την καταστροφή του νυφικού, τον οδήγησε στο να δώσει απαντήσεις οι οποίες αντιστρατεύονται όσα οι φωτογραφίες (Τεκμήριο 4) παρουσιάζουν και έρχονται σε αντίθεση με τη γραμμή αντεξέτασης των ΜΕ1 και
  4. Οι συγκεκριμένες απαντήσεις του αναδεικνύουν επίσης και την επιφυλακτικότητα και έλλειψη αυθορμητισμού του ΜΥ1, καθώς επρόκειτο για ερωτήσεις που οι απαντήσεις σε αυτές ουδόλως επηρέαζαν την υπεράσπιση της Εναγόμενης. Ως εκ των ανωτέρω, κρίνω ότι δεν μπορεί να αποδοθεί η παραμικρή βαρύτητα στη μαρτυρία του ΜΥ1 η οποία και δεν γίνεται αποδεκτή. Ως ΜΥ3 κατέθεσε ο Κυριάκος Παπαδόπουλος, υιός του ΜΥ
  5. Στην κυρίως εξέταση του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι εργάζεται στο καθαριστήριο που διατηρεί η Εναγόμενη εδώ και 10 περίπου χρόνια και τα καθήκοντα του είναι το σιδέρωμα, πακετάρισμα και παράδοση των ρούχων. Το πακετάρισμα των νυφικών γίνεται στην παρουσία του πελάτη, ο οποίος βλέπει το νυφικό και στη συνέχεια τοποθετείται είτε σε νάιλον διαφανές σακούλι, είτε σε δική του θήκη. Ερωτηθείς σχετικά από την ευπαίδευτη συνήγορο της Εναγόμενης, ο ΜΥ3 είπε ότι το ρούχο διακρίνεται μέσα από το νάιλον σακούλι. Περαιτέρω, ο ΜΥ3 δήλωσε ότι δεν γνωρίζει ούτε την Ενάγουσα, ούτε και τη ΜΕ2 και στα όσα χρόνια εργάζεται στο καθαριστήριο δεν δημιουργήθηκε ποτέ πρόβλημα από πελάτη σε σχέση με οποιοδήποτε νυφικό. Αντεξεταζόμενος είπε ότι τα νυφικά, αφού καθαριστούν, παραμένουν κρεμασμένα μέχρι να έρθει να τα παραλάβει ο πελάτης οπότε και τοποθετούνται σε νάιλον σακούλι του καθαριστηρίου ή στη θήκη του νυφικού. Η πρακτική που ακολουθεί όταν έλθει κάποιος πελάτης για να παραδώσει ρούχα προς καθάρισμα είναι να εκδώσει απόδειξη στην οποία καταγράφει το όνομα του πελάτη, την ημερομηνία, τα ρούχα που παραδίδονται και ορισμένες φορές και το τηλέφωνο. Ο μάρτυρας αρνήθηκε ότι γνωρίζει τη ΜΕ2 και στην υποβολή της ευπαίδευτης συνηγόρου της Ενάγουσας ότι η ΜΕ2 ήλθε για να παραλάβει το επίδικο νυφικό από το καθαριστήριο και ο ίδιος το τοποθέτησε στο όχημα της, απάντησε ότι δεν θυμάται. Αρνήθηκε επίσης ότι υπήρξε παράπονο για το συγκεκριμένο νυφικό, καθώς και ότι αυτό καταστράφηκε από δική τους αμέλεια. Όταν υποδείχθηκαν στο ΜΥ3 οι φωτογραφίες με αρ. 2 και 6 του Τεκμηρίου 4, ο ΜΥ3 απάντησε ότι δεν είχε ξαναδεί το εν λόγω νυφικό. Τέλος, ο ΜΥ3 αρνήθηκε ότι το νυφικό πακετάρεται από πριν όπως και όλα τα υπόλοιπα ρούχα. Η μαρτυρία του ΜΥ3 κινήθηκε στα ίδια πλαίσια με τη μαρτυρία του ΜΥ1, καθώς χαρακτηριστικό γνώρισμα της ήταν η προσπάθεια αποφυγής οποιασδήποτε διασύνδεσης του καθαριστηρίου και κατ' επέκταση της Εναγόμενης με το επίδικο νυφικό. Ο ΜΥ3 δήλωσε ότι δεν γνωρίζει, ούτε και θυμάται τη ΜΕ2, ωστόσο το Τεκμήριο 3 επιβεβαιώνει ότι η ΜΕ2 παρέδωσε στο καθαριστήριο της Εναγόμενης ρουχισμό, περιλαμβανομένου του νυφικού, για καθάρισμα. Το μοναδικό ζήτημα για το οποίο παρουσιάστηκε βέβαιος στη μαρτυρία του ήταν ότι δεν υπήρξε ποτέ παράπονο για καταστροφή νυφικού στα δέκα χρόνια που εργάζεται στο καθαριστήριο. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του ότι όταν πρόκειται να παραδοθεί νυφικό, αυτό πακετάρεται μόνο όταν είναι παρών ο πελάτης και αφού το επιθεωρήσει, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη καθώς αυτή η θέση δεν τέθηκε κατά την αντεξέταση της ΜΕ2, έτσι ώστε να της δοθεί η ευκαιρία να απαντήσει (βλ. Frederickou School Co Ltd κ.α. v. Acuac Inc. και Γεωργία Ι. Γεωργίου Μοσχάτου v. Λεοντίου Κ. Μοσχάτου (ανωτέρω)). Γενικότερα παρατηρώντας την όλη στάση του μάρτυρα ενόσω αυτός κατέθετε, ήταν εμφανής η προσπάθεια του να βοηθήσει την υπόθεση της Εναγόμενης, η οποία ανήκει στον πατέρα του - ΜΥ
  6. Ενόψει όλων των πιο πάνω αναφερομένων, δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στη μαρτυρία του ΜΥ3, η οποία απορρίπτεται. Ο ΜΥ2, δικηγόρος στο επάγγελμα, ανέφερε στην κυρίως εξέταση του ότι γνωρίζει εδώ και αρκετά χρόνια το καθαριστήριο της Εναγόμενης και του ΜΥ1 καθώς είναι πελάτης τους. Παίρνει σχεδόν κάθε εβδομάδα ρούχα στο εν λόγω καθαριστήριο και σε τακτά χρονικά διαστήματα παίρνει στο συγκεκριμένο καθαριστήριο το νυφικό της συζύγου του για φρεσκάρισμα. Συγκεκριμένα η τελευταία φορά που ανέθεσε στην Εναγόμενη το φρεσκάρισμα του νυφικού της συζύγου του ήταν τον περασμένο Μάρτιο. Ανέφερε περαιτέρω ότι το παρέλαβε ο ίδιος από το καθαριστήριο και το νυφικό πάντοτε πακετάρεται στην παρουσία του. Είναι πάρα πολύ ευχαριστημένος από το καθαριστήριο και τον ΜΥ1, τον οποίο χαρακτήρισε ως τυπικό στην εργασία του. Ερωτηθείς από την κα. Κνέκνα κατά πόσο στο καθαριστήριο υπάρχουν ανακοινώσεις, ο ΜΥ2 είπε ότι υπάρχουν διάφορες ανακοινώσεις σε σχέση με το ότι οι πληρωμές γίνονται τοις μετρητοίς και σε σχέση με την ευθύνη του καθαριστηρίου σε περίπτωση ζημιών. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι όταν τα ρούχα τοποθετηθούν στο νάιλον σακούλι είναι ορατά κατά το μεγαλύτερο μέρος τους. Ερωτηθείς από την ευπαίδευτη συνήγορο της Ενάγουσας για το πως πληροφορήθηκε το επίδικο περιστατικό, ο ΜΥ2 είπε ότι σε μία από τις τελευταίες επισκέψεις του στο καθαριστήριο ο ΜΥ1 τον ρώτησε αν είχε οποιοδήποτε παράπονο από το καθαριστήριο. Όταν ρώτησε το ΜΥ1 το λόγο για τον οποίο του υπέβαλε την προαναφερόμενη ερώτηση, ο ΜΥ1 του ανέφερε το επίδικο περιστατικό και του ζήτησε αν μπορεί να έλθει να μαρτυρήσει στο Δικαστήριο. Τέλος, ο ΜΥ2 επέμεινε ότι υπάρχει ανακοίνωση για την ευθύνη εδώ και αρκετά χρόνια, ωστόσο δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί το ακριβές λεκτικό της, ούτε και πού ακριβώς βρίσκεται. Η μαρτυρία του ΜΥ2 ήταν τυπική, αφού περιορίστηκε στο να μεταφέρει στο Δικαστήριο τη δική του εμπειρία ως πελάτης του καθαριστηρίου της Εναγόμενης. Σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε ουσιαστική μαρτυρία, πλην του ότι στο καθαριστήριο υπάρχει ανακοίνωση που αφορά την ευθύνη του καθαριστηρίου σε σχέση με ζημιές που μπορεί να προκύψουν κατά τον καθαρισμό των ρούχων. Η αντεξέταση του περιορίστηκε κυρίως στην υποβολή διευκρινιστικών ερωτήσεων και το μόνο ουσιαστικά σημείο που αμφισβητήθηκε από τη μαρτυρία του ήταν το ζήτημα της ανακοίνωσης με την πλευρά της Ενάγουσας να υποβάλλει ότι η ανακοίνωση τοποθετήθηκε μετά το Σεπτέμβριο του 2010 και το ΜΥ2 να απαντά με σταθερότητα ότι η ανακοίνωση υπήρχε από πριν. Ενόψει των πιο πάνω η μαρτυρία του ΜΥ2 γίνεται αποδεκτή. Ευρήματα Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 09.09.10 η Άντρη Χριστοδούλου (ΜΕ2) παρέδωσε στο καθαριστήριο με την επωνυμία "REFLECTION", το οποίο ανήκει στην Εναγόμενη, το νυφικό της θυγατέρας της - Ενάγουσας για καθάρισμα και φρεσκάρισμα. Το νυφικό, κατά την παράδοση του στο καθαριστήριο της Εναγόμενης ήταν σε καλή κατάσταση. Εκεί συνομίλησε με το Διευθυντή της Εναγόμενης, Χρίστο Παπαδόπουλο (ΜΥ1), ο οποίος τη διαβεβαίωσε ότι ήταν σε θέση να καθαρίσει το νυφικό. Η ΜΕ2 πέραν του νυφικού, παρέδωσε για καθάρισμα ένα παντελόνι και ένα φόρεμα και πλήρωσε το συνολικό ποσό των €55,00, εκ των οποίων το ποσό των €40,00 αφορούσε το νυφικό. Η Εναγόμενη εξέδωσε σχετική απόδειξη στην οποία το όνομα της Άντρης Χριστοδούλου καταγράφηκε λανθασμένα ως Άντρη Χριστοφή και στην οποία καταγράφηκε και ο αριθμός του κινητού τηλεφώνου της. Ορισμένες μέρες αργότερα η ΜΕ2 παρέλαβε το νυφικό το οποίο ήταν συσκευασμένο σε νάιλον σακούλι. Την ίδια ημέρα το μετέφερε στην οικία της, όπου, όταν έλεγξαν με την Ενάγουσα το νυφικό, διαπίστωσαν ότι αυτό ήταν καμένο σε αρκετά σημεία και το ύφασμα του είχε ζαρώσει με αποτέλεσμα η υφή του να χαλάσει και να ξεφτίσει. Η Ενάγουσα, την ίδια επίσης μέρα, έλαβε με τη φωτογραφική μηχανή της φωτογραφίες του νυφικού. Η ΜΕ2 αυθημερόν επέστρεψε στο καθαριστήριο έχοντας μαζί της το νυφικό και το έδειξε στο ΜΥ1, ο οποίος αρνήθηκε οποιαδήποτε ευθύνη. Το νυφικό ράφτηκε από το ATELIER PANTELIS ειδικά για την Ενάγουσα και χρησιμοποιήθηκε από την Ενάγουσα στο γάμο της, ο οποίος τελέστηκε στις 31.07.
  7. Για την αγορά του νυφικού η Ενάγουσα κατέβαλε το ποσό των €2.880,
  8. Νομική πτυχή Η αγωγή της Ενάγουσας βασίζεται στο αστικό αδίκημα της αμέλειας και ειδικότερα στην επαγγελματική αμέλεια, εφόσον η ζημιά στο νυφικό προέκυψε κατά την εκτέλεση του επαγγέλματος της Εναγόμενης και αφορούσε υπηρεσία που εμπίπτει στην άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων της. Το άρθρο 51
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί (στο εξής ο «Νόμος») έχει ως εξής: «51. Αμέλεια συvίσταται- (α) στηv τέλεση πράξης τηv oπoία υπό τις περιστάσεις δεv θα τελoύσε λoγικό συvετό πρόσωπo ή στηv παράλειψη τέλεσης πράξης τηv oπoία υπό τις περιστάσεις τέτoιo πρόσωπo θα τελoύσε ή (β) στηv παράλειψη καταβoλής τέτoιας δεξιότητας ή επιμέλειας για τηv άσκηση επαγγέλματoς, επιτηδεύματoς ή ασχoλίας όπως έvα λoγικό συvετό πρόσωπo, πoυ έχει τα πρoσόvτα για τηv άσκηση τoυ επαγγέλματoς αυτoύ, επιτηδεύματoς ή ασχoλίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις, και στηv πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής: Νoείται ότι για αυτή δύvαται vα τύχει απoζημίωσης μόvo τo πρόσωπo έvαvτι τoυ oπoίoυ o υπαίτιoς της αμέλειας υπείχε υπoχρέωση, υπό τις περιστάσεις, vα μηv επιδείξει αμέλεια.» Το δε άρθρο 51
(2)(ε) ρυθμίζει ειδικότερα τις περιπτώσεις επαγγελαμτικής αμέλειας και διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
(2)Υπoχρέωση, vα μηv επιδεικvύεται αμέλεια υφίσταται στις πιo κάτω περιπτώσεις, δηλαδή- ..................................... (ε) Πρόσωπo πoυ ασκεί με αμoιβή ή άλλως πως επάγγελμα, επιτήδευμα ή ασχoλία ή παρέχει υπηρεσίες σε άλλo πρόσωπo υπέχει τέτoια υπoχρέωση έvαvτι κάθε πρoσώπoυ, επί τoυ oπoίoυ ή επί της ιδιoκτησίας τoυ oπoίoυ ασκεί τo επάγγελμα, επιτήδευμα ή ασχoλία ή πρoς στov oπoίo παρέχει τηv υπηρεσία.» Η ευπαίδευτη συνήγορος της Ενάγουσας με την αγόρευση της αλλά και τις προφορικές διευκρινίσεις της κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων, ανέφερε ότι η Ενάγουσα επικαλείται την αρχή του res ipsa loquitur. Η εν λόγω αρχή ενσωματώνεται στο άρθρο 55 του Νόμου και έχει ως εξής: «55. Σε αγωγή πoυ εγείρεται σε σχέση με ζημιά, κατά τηv oπoία απoδεικvύεται- (α) Ότι o εvάγovτας στερείται γvώσης ή μέσωv γvώσης τωv πραγματικώv περιστατικώv, τα oπoία πρoκάλεσαv τo συμβάv τo oπoίo oδήγησε στη ζημιά, και (β) ότι η ζημιά πρoκλήθηκε από ιδιoκτησία, επί της oπoίας o εvαγόμεvoς είχε πλήρη έλεγχo, και κρίvεται από τo Δικαστήριo ότι η επέλευση τoυ συμβάvτoς πoυ πρoκάλεσε τη ζημιά συvδέεται περισσότερo με τo γεγovός ότι o εvαγόμεvoς παρέλειψε vα καταβάλει εύλoγη επιμέλεια παρά πρoς τηv καταβoλή τέτoιας επιμέλειας, o εvαγόμεvoς φέρει τo βάρoς της απόδειξης τoυ ότι δεv υφίστατo αμέλεια για τηv oπoία αυτός ευθύvεται σε σχέση με τo συμβάv τo oπoίo oδήγησε στη ζημιά.» Συμπεράσματα Όπως έχει ήδη αναφερθεί η αγωγή έχει ως βάση της την αμέλεια και μάλιστα στην Έκθεση Απαίτησης δικογραφούνται σχετικές λεπτομέρειες αμέλειας (βλ. παράγραφο 4). Παρατηρώ ωστόσο ότι δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία προκειμένου να αποδειχθούν οι δικογραφημένες λεπτομέρειες αμέλειας που αποδίδονται στην Εναγόμενη. Η μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2 ως προς τα αίτια που προξένησαν την καταστροφή του νυφικού δεν έγινε αποδεκτή για τους λόγους που αναφέρονται κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τους. Η ευπαίδευτη συνήγορος της Ενάγουσας με την τελική αγόρευση της και τις διευκρινίσεις που έδωσε κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων ανέφερε ότι η Ενάγουσα στηρίζει την υπόθεση της στην εφαρμογή της αρχής του res ipsa loquitur. Το πρώτο σημείο που θεωρώ ότι θα πρέπει να απαντηθεί είναι το κατά πόσο μπορεί να γίνει επίκληση της αρχής res ipsa loquitur, από τη στιγμή που η εν λόγω αρχή δεν δικογραφείται. Στην υπόθεση Φιλίππου κ.α. ν. Τσολάκη
(2006)1Β Α.Α.Δ. 1188 υιοθετήθηκε η αγγλική υπόθεση Bennet v. Chemical Construction (GB) Ltd [1971] 3 All E.R. 822, στην οποία εφαρμόστηκε η αρχή του res ipsa loquitur παρά το ότι δεν έγινε ρητή επίκληση της στα σχετικά δικόγραφα. Συγκεκριμένα ειπώθηκαν τα ακόλουθα από το Ανώτατο Δικαστήριο: «Όπως έχει σημειωθεί στην υπόθεση Bennett v. Chemical Construction (GB) Ltd [1971] 3 All E.R. 822 στην οποία δεν είχε γίνει ρητή επίκληση του κανόνα στα σχετικά δικόγραφα, "In my view it is not necessary for that doctrine to be pleaded. If the accident is proved to have happened in such a way that prima facie it could not have happened without negligence on the part of the defendants, then it is for the defendants to explain and show how the accident could have happened without negligence.............................. I have said that in my opinion it is not necessary to plead res ipsa loquitur. If the facts pleaded and the facts proved show that the cause of the accident was apparently and on its face some negligence, that is sufficient;................" Σε μετάφραση, "Κατά την άποψη μου δεν είναι αναγκαίο για το δόγμα αυτό να δικογραφηθεί. Εάν το ατύχημα αποδειχθεί ότι είχε επισυμβεί με τέτοιο τρόπο ώστε εκ πρώτης όψεως να μην μπορούσε να επισυμβεί χωρίς αμέλεια εκ μέρους των εναγομένων, τότε εναπόκειται στους εναγομένους να εξηγήσουν και να αποδείξουν πώς το ατύχημα θα μπορούσε να είχε επισυμβεί χωρίς αμέλεια ........................................... Έχω πει ότι κατά την άποψη μου δεν είναι αναγκαίο να δικογραφηθεί res ipsa loquitur. Εάν τα γεγονότα που έχουν δικογραφηθεί και τα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί δείχνουν ότι η αιτία ατυχήματος ήταν προφανώς κάποια αμέλεια, αυτό είναι αρκετό· ..........."» Το επόμενο ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο υπάρχει κώλυμα στην επίκληση της αρχής του res ipsa loquitur ενόψει του ότι στην Έκθεση Απαίτησης εκτίθενται λεπτομέρειες αμέλειας της Εναγόμενης. Στην υπόθεση Κώστα κ.α. ν. Νίκης Δημητρίου και Ευριπίδη Γεωργίου υπό την ιδιότητα τους ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Δημήτρη Δημητρίου
(2009)1Β Α.Α.Δ. 1073 αναφέρθηκε ότι οι λεπτομέρειες αμέλειας δεν συνιστούν κώλυμα για την επίκληση του res ipsa loquitur. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα της προαναφερόμενης υπόθεσης: «Οι εφεσείοντες αμφισβητούν την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης. Η θέση τους είναι ότι από τη στιγμή που το δικαστήριο διαπίστωσε ότι το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος και η μαρτυρία του Μ.Ε.1 δεν μπορούσαν να ρίξουν περισσότερο φως προς πλήρη διαλεύκανση των συνθηκών του δυστυχήματος και ότι υπήρχε όντως πραγματικό κενό για το τι ακριβώς συνέβηκε και οδήγησε στη πτώση κλπ. του αποθανόντα, λανθασμένα και κατ' αντίθεση προς τη νομολογία, εφάρμοσε το res ipsa loquitur μεταθέτοντας το βάρος απόδειξης στους εφεσείοντες, όταν μάλιστα οι εφεσίβλητοι παράθεσαν λεπτομέρειες αμέλειας του εφεσείοντα 1, προωθώντας προς τούτο και μαρτυρία προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. ........................................................................................................................... Οι λεπτομέρειες αμέλειας οι οποίες εκτίθενται στην έκθεση απαίτησης δεν συνιστούν κώλυμα για την επίκληση του εν λόγω κανόνα. Σ' αυτές γίνεται μια εκ πρώτης όψεως πιθανολόγηση της αμέλειας του οδηγού του εκσκαφέα η οποία προέκυψε από στοιχεία μαρτυρίας τα οποία θα μπορούσε ενδεχομένως να οδηγήσουν τελικά στον καταλογισμό της ευθύνης εις βάρος του. Βλ. Bennett v. Chemical Construction (GB) Ltd [1971] 3 All E.R. 822.» Στην πιο πάνω υπόθεση επαναλήφθηκε η πάγια αρχή της νομολογίας ότι ο κανόνας res ipsa loquitur δεν συνάδει με την προσκόμιση μαρτυρίας για την απόδειξη αμέλειας του Εναγομένου. Η εν λόγω νομολογιακή αρχή φέρνει στην επιφάνεια το επόμενο ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί, δηλαδή το κατά πόσο η Ενάγουσα προσκόμισε μαρτυρία προς απόδειξη της αμέλειας που καταλογίζει στην Εναγόμενη. Όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας των ΜΕ1 και 2, η μαρτυρία τους ως προς τα αίτια πρόκλησης των ζημιών στο νυφικό δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή καθώς τα όσα ανέφεραν αποτελούσαν ουσιαστικά τη γνώμη τους ως προς τα αίτια πρόκλησης των ζημιών. Εν πάση περιπτώσει η μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2 δεν αποσκοπούσε στο να αποδείξει την αμέλεια της Εναγόμενης, αλλά στο να καταδείξει ότι το νυφικό παρουσίασε τις ζημιές που ανέφεραν οι εν λόγω μάρτυρες όταν παραλήφθηκε από το καθαριστήριο της Εναγόμενης. Ως εκ των ανωτέρω θεωρώ ότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε διαδικαστικό κώλυμα στην επίκληση του res ipsa loquitur εκ μέρους της Ενάγουσας. Επομένως θα πρέπει να εξεταστεί επί της ουσίας πλέον κατά πόσο μπορεί να εφαρμοστεί η εν λόγω αρχή στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Η αρχή ή κανόνας res ipsa loquitur περιλαμβάνεται στο άρθρο 55 του Νόμου και οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες μπορεί να γίνει επίκληση του έχουν τύχει ανάλυσης σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Morides v. Ioannou
(1973)1 C.L.R. 117, Αθανασίου ν. Κουνούνη
(1997)1Β Α.Α.Δ. 614 και Κώστα κ.α. ν. Νίκης Δημητρίου και Ευριπίδη Γεωργίου υπό την ιδιότητα τους ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Δημήτρη Δημητρίου (πιο πάνω)). Περιληπτικά ο κανόνας συνίσταται στο ότι όπου ο Ενάγων δεν γνωρίζει ή δεν γνωρίζει επαρκώς την αιτία ή τα αίτια που προκάλεσαν τη ζημιά, απαλλάσσεται του βάρους απόδειξης θεμελίωσης αμέλειας εναντίον του Εναγομένου αφ' ης στιγμής τα αίτια πρόκλησης της ζημιάς βρίσκονταν υπό τον πλήρη έλεγχο του τελευταίου. Σε αυτή την περίπτωση ο Εναγόμενος φέρει το βάρος απόδειξης παροχής λογικής εξήγησης για την πρόκληση του συμβάντος χωρίς υπαιτιότητα εκ μέρους του. Εφαρμόζεται δηλαδή στις περιπτώσεις που τα απαιτούμενα στοιχεία μαρτυρίας είναι στην αποκλειστική γνώση του Εναγόμενου, με αποτέλεσμα ο Ενάγων να αδυνατεί να αποδείξει αμέλεια εναντίον του Εναγομένου. Εν προκειμένω το νυφικό παραδόθηκε σε καλή κατάσταση στο καθαριστήριο της Εναγόμενης για να καθαριστεί. Ορισμένες μέρες αργότερα όταν η μητέρα της Ενάγουσας το παρέλαβε από το καθαριστήριο της Εναγόμενης και εφόσον είχε ολοκληρωθεί η διαδικασία καθαρισμού του, διαπιστώθηκε ότι έφερε εκτεταμένες ζημιές. Είναι επομένως προφανές ότι από τη στιγμή που το νυφικό παραδόθηκε στην Εναγόμενη, η Ενάγουσα δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τα αίτια ένεκα των οποίων προκλήθηκαν ζημιές στο νυφικό και συνακόλουθα αδυνατούσε να αποδείξει την αμέλεια της Εναγόμενης. Από την άλλη, η Εναγόμενη είχε υπό τον πλήρη έλεγχο της το νυφικό καθώς επίσης τα μηχανήματα και τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν για τον καθαρισμό του. Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι μεταξύ της παράδοσης του νυφικού στην Εναγόμενη και της παραλαβής του από αυτήν μεσολάβησε οποιοδήποτε άλλο γεγονός. Ως εκ τούτου υπάρχει και η απαραίτητη αιτιώδης συνάφεια, εφόσον οι ζημιές προκλήθηκαν μετά την παράδοση του νυφικού στην Εναγόμενη και κατά συνέπεια οι προκληθείσες ζημιές μόνο σε πράξεις ή παραλείψεις της Εναγόμενης μπορούν να αποδοθούν. Επομένως, τα γεγονότα της υπόθεσης είναι τέτοια που επιτρέπουν, κατά την κρίση μου, την εφαρμογή της αρχής του res ipsa loquitur. Για να ολοκληρωθεί όμως το ζήτημα της ύπαρξης αμέλειας από μέρους της Εναγόμενης, θα πρέπει να εξεταστεί η σημασία και οι ενδεχόμενες συνέπειες του Τεκμηρίου 5. Η Εναγόμενη κατά την ακροαματική διαδικασία και μέσω της κατάθεσης του Τεκμηρίου 5, ήτοι της ανακοίνωσης περί απαλλαγής ευθύνης, προώθησε τη θέση ότι ακόμη και αν το νυφικό παραδόθηκε στην ίδια για καθάρισμα και επήλθαν οι ζημιές που επικαλείται η Ενάγουσα, τότε, ενόψει του περιεχομένου του Τεκμηρίου 5, δεν φέρει οποιαδήποτε ευθύνη. Κατ' αρχάς παρατηρώ ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός εκφεύγει των δικογραφημένων θέσεων της Εναγόμενης και επομένως θα πρέπει να αγνοηθεί (Φελλά ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Πολιτικές Εφέσεις 94 και 158/10 ημερομηνίας 28.09.15 και Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 826). Για να είμαι πιο συγκεκριμένος στην παράγραφο 4 της Υπεράσπισης η Εναγόμενη περιορίζεται απλά να ισχυριστεί ότι αρνείται οποιαδήποτε ευθύνη για τη ζημιά που υπέστη το νυφικό χωρίς ωστόσο να προβάλλει οποιοδήποτε θετικό ισχυρισμό περί ύπαρξης όρων απαλλαγής από ευθύνη δυνάμει του Τεκμηρίου 5. Σε κάθε περίπτωση όμως δεν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία η οποία να αναφέρει ότι το περιεχόμενο της συγκεκριμένης ανακοίνωσης τέθηκε στη γνώση της μητέρας της Ενάγουσας πριν την ανάθεση του καθαρισμού του νυφικού στην Εναγόμενη. Είναι καλά γνωστό ότι κανένας δεν μπορεί να συμφωνήσει σε κάτι το οποίο δεν γνωρίζει και επομένως όροι οι οποίοι επιχειρείται να εισαχθούν μετά το χρόνο κατάρτισης μιας σύμβασης δεν μπορούν να έχουν οποιοδήποτε αποτέλεσμα (βλ. Holiday Tours Ltd ν. Κούτα κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 766 και Olley v. Marlborough Court Ltd
(1949)1 K.B. 532). Περαιτέρω, οι όροι απαλλαγής που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 5 δεν θα μπορούσαν στη συγκεκριμένη περίπτωση να παράγουν οποιοδήποτε αποτέλεσμα αφ' ης στιγμής αποβλέπουν στην εξαίρεση της Εναγόμενης από υποχρέωση που ανάγεται στο θεμέλιο της συμφωνίας. Πιο συγκεκριμένα, η Ενάγουσα παρέδωσε στην Εναγόμενη το νυφικό της για να καθαριστεί. Σκοπός της συμφωνίας ήταν o καθαρισμός του νυφικού και η παραλαβή του σε καλύτερη κατάσταση από αυτήν στην οποία παραδόθηκε ή τουλάχιστο στην ίδια καλή κατάσταση. Επομένως δεν μπορεί η Εναγόμενη νομότυπα να απαλλαγεί από την ευθύνη της για πρόκληση ζημιών στο νυφικό καθώς κάτι τέτοιο πλήττει, κατά την κρίση μου, το θεμέλιο της επίδικης συμφωνίας. Στην υπόθεση Stefanos & Andreas Cold Stores Trading Ltd v. Εταιρείας Αναψυκτικών ΚΕΑΝ Λτδ
(1998)1Δ Α.Α.Δ. 2335 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι αρχές, που εξάγονται από τη νομολογία, στο βαθμό που μας αφορούν σ' αυτή την υπόθεση, είναι:- (α) Συμβατικοί όροι, απαλλακτικοί ευθύνης συμβαλλομένου για τη μη εκπλήρωση ή παραβίαση συμβατικών υποχρεώσεων, προσεγγίζονται αυστηρά και, σε περίπτωση αμφιβολίας ως προς την εμβέλειά τους, ερμηνεύονται εναντίον του μέρους που τους επικαλείται. Αυτό, κατά την κρίση μας, είναι απόλυτα φυσιολογικό. Σε μια συναλλαγή ενυπάρχει στοιχείο αντινομίας στο να υπόσχεσαι έναντι ανταλλάγματος και να μην εκτελείς. (β) Πρόνοια, η οποία αποβλέπει στην εξαίρεση συμβαλλομένου από υποχρέωση που ανάγεται στο θεμέλιο, στην πεμπτουσία, της συμφωνίας, είναι ανίσχυρη να τον απαλλάξει από ευθύνη για την παράβασή της. (γ) Απαλλακτικοί όροι - (όροι εξαίρεσης) - δεν καλύπτουν αμελείς πράξεις, εκτός αν αυτό προκύπτει αναντίρρητα από το κείμενό τους. Στην προκείμενη περίπτωση, ο όρος 5, όντως, ανάγεται στην πεμπτουσία της συμφωνίας. Στην απουσία των υποχρεώσεων των εφεσειόντων, ο σκοπός της συμφωνίας θα έχανε το αντικείμενό του. Σκοπός της ενοικίασης των θαλάμων ήταν η φύλαξη των χυμών σε παγωμένη κατάσταση, τέτοια που θα τους προστάτευε από τη φθορά. Γι' αυτό το σκοπό ενοικιάστηκαν οι ψυκτικοί θάλαμοι. Η υποχρέωση των εφεσειόντων, βάσει του όρου 5, αναγόταν στον πυρήνα της συμφωνίας. Χωρίς τον όρο αυτό, η συμφωνία δε θα είχε εμπορικό νόημα. Κανένας όρος δε θα μπορούσε να απαλλάξει τους εφεσείοντες από την υποχρέωση αυτή. Αλλά και το λεκτικό του όρου 6 δεν υποδηλώνει πρόθεση απαλλαγής των εφεσειόντων από στοιχειώδεις παραλείψεις και πράξεις αμέλειας ως προς τη διατήρηση της θερμοκρασίας των θαλάμων στη χαμηλή θερμοκρασία, εκείνη που θα συντηρούσε τους χυμούς στην πρέπουσα παγωμένη κατάσταση. Προσεκτική εξέταση του κειμένου του όρου 6 φανερώνει ότι σκοπός ήταν η απαλλαγή των εφεσειόντων από ευθύνη για τη φύλαξη κακής ποιότητας χυμών, που, ενδεχομένως, θα αποθήκευαν οι εφεσίβλητοι.» Έχοντας αποφασίσει την ύπαρξη αμέλειας και ευθύνης της Εναγόμενης, αυτό το οποίο απομένει πλέον να εξεταστεί είναι το ζήτημα των αποζημιώσεων. Το μέτρο της αποζημίωσης στις περιπτώσεις διάπραξης αστικών αδικημάτων συνίσταται στην υποχρέωση για αποκατάσταση της ζημιάς που προκλήθηκε στον Ενάγοντα ως αποτέλεσμα του ζημιογόνου συμβάντος. Δηλαδή ο Ενάγων θα πρέπει να αποκαθίσταται στη θέση στην οποία θα βρισκόταν αν δεν μεσολαβούσε το ζημιογόνο γεγονός (βλ. μεταξύ άλλων D.C.M. Mastersoft Ltd v. Στυλιανού
(2001)1Γ Α.Α.Δ. 1736 και Clerk & Lindsell on Torts 13th ed. σελ. 221). Στην προκείμενη περίπτωση με την Έκθεση Απαίτησης διεκδικείται το ποσό των €2.880,00 σαν ειδικές αποζημιώσεις ενόψει της ολικής καταστροφής του νυφικού. Στο σύγγραμμα McGregor On Damages 19th edition par. 35-060 αναφέρονται τα ακόλουθα ως προς το σύνηθες μέτρο αποζημίωσης σε περίπτωση καταστροφής αγαθών: «The normal measure of damages is the market value of the goods destroyed at the time and place of destruction.» Επίσης στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts (ανωτέρω) σελ. 380 αναφέρονται τα εξής ως προς το μέτρο αποζημιώσεων σε περίπτωση καταστροφής αγαθών: «Destruction of goods. Where goods are destroyed by the wrongful act of the defendant the plaintiff is normally entitled to the market value of the goods in order that he may be put in a position to replace them, and if there is no market value the tendency is to look to the cost of replacement.» Σύμφωνα με τη μαρτυρία της Ενάγουσας και τα Τεκμήρια 1 και 2, η τελευταία κατέβαλε για την αγορά του νυφικού το ποσό των €2.880,
  1. Η Ενάγουσα χρησιμοποίησε το νυφικό στο γάμο της, ο οποίος τελέστηκε στις 31.07.2010, και ανάθεσε μέσω της μητέρας της στην Εναγόμενη τον καθαρισμό του στις 09.09.
  2. Είναι επομένως σαφές ότι όταν παραδινόταν το νυφικό για καθάρισμα στην Εναγόμενη στις 09.09.2010, αυτό είχε ήδη χρησιμοποιηθεί. Συνεπώς η αξία του κατά το χρόνο παράδοσης του στην Εναγόμενη (market value at the time) δεν θα μπορούσε να ήταν το ποσό των €2.880,00 καθώς το εν λόγω ποσό αντιστοιχούσε στην αγορά του νυφικού ως καινούριου. Αποτελεί κοινή λογική ότι από τη στιγμή που ένα προϊόν χρησιμοποιείται, τότε χάνει από την αρχική αξία του. Ενώπιον του Δικαστηρίου όμως δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ως προς την αξία του νυφικού κατά το χρόνο παράδοσης του στην Εναγόμενη. Η αναφορά των ΜΕ1 και 2 ότι το νυφικό ήταν σε άριστη κατάσταση δεν μπορεί να ισοδυναμεί με ισχυρισμό ότι η αξία του εξακολουθούσε να παραμένει η ίδια. Όπως ανέφερα και πιο πάνω, κάτι τέτοιο αντιστρατεύεται την κοινή λογική εφόσον το νυφικό είχε ήδη χρησιμοποιηθεί σε τελετή γάμου. Επιπρόσθετα ουδείς εκ των μαρτύρων ΜΕ1 και 2 ισχυρίστηκαν ότι διαθέτουν οποιεσδήποτε ειδικές γνώσεις προκειμένου να μπορούν να καθορίζουν την αξία ενδυμάτων. Πέραν όμως του ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία όσον αφορά την αξία του νυφικού κατά το χρόνο παράδοσης του στο καθαριστήριο της Εναγόμενης, δεν υπάρχει επίσης μαρτυρία που να αναφέρει ότι αυτό καταστράφηκε ολοσχερώς. Ειδικότερα σημειώνω τα ακόλουθα: · Στην Έκθεση Απαίτησης αναφέρεται ότι υπήρξε ολική καταστροφή του νυφικού. Από τη μαρτυρία ωστόσο των ΜΕ1 και 2 δεν μπορεί να συναχθεί ένα τέτοιο εύρημα. Οι προαναφερόμενοι μάρτυρες αναφέρθηκαν αρχικά σε εκτεταμένες ζημιές του νυφικού και στη συνέχεια σε καταστροφή του. Από το σύνολο της μαρτυρίας τους ωστόσο, αυτό το οποίο προκύπτει είναι ότι με τη χρησιμοποίηση της λέξης «καταστροφή» οι μάρτυρες δεν εννοούσαν ότι το νυφικό δεν δύναται να επιδιορθωθεί, αλλά ήθελαν να τονίσουν αυτό το οποίο ανέφεραν αρχικά, ότι δηλαδή το νυφικό υπέστη εκτεταμένες ζημιές. Απουσιάζει όμως οποιαδήποτε αναφορά στη μαρτυρία τους ότι το νυφικό δεν μπορεί να επιδιορθωθεί, ή ότι αποτάθηκαν π.χ. στον οίκο που έραψε το νυφικό ή σε κάποιον άλλο επαγγελματία του χώρου και πληροφορήθηκαν ότι το τελευταίο καταστράφηκε ολοσχερώς και δεν δύναται να τύχει επιδιόρθωσης. · Σε κάθε περίπτωση, οι ΜΕ 1 και 2 δεν ισχυρίστηκαν ότι διαθέτουν ειδικές γνώσεις όσον αφορά τη ραπτική έτσι ώστε να μπορούν να εκφέρουν τη γνώμη τους ως προς την ολική καταστροφή ή όχι του νυφικού. · Από την άλλη το Δικαστήριο δεν μπορεί να μετατραπεί σε εμπειρογνώμονα και να αποφανθεί κατά πόσο οι ζημιές που υπέστη το νυφικό, όπως απεικονίζονται στις φωτογραφίες (Τεκμήριο 4), είναι τέτοιες που δύνανται να τύχουν επιδιόρθωσης ή αντίθετα συνιστούν ολική καταστροφή του. Αυτό το οποίο επομένως προκύπτει από την αποδεκτή μαρτυρία είναι ότι το νυφικό υπέστη εκτεταμένες ζημιές μετά τον καθαρισμό του από την Εναγόμενη. Στο σύγγραμμα McGregor On Damages (ανωτέρω) και συγκεκριμένα στην παράγραφο 35-003 αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα σχετικά: «The normal measure of damages is the amount by which the value of the goods damaged has been diminished. .......................................................................................................................... In the case of goods other than ships the cost of repair has now become established as, prima facie, the correct measure of the claimant's loss. Accepted some time ago in a number of first instance cases, this was confirmed by the Court of Appeal in Darbishire v. Warran where it was said by Harman L.J. that "it has come to be settled that in general the measure of damage is the cost of repairing the damaged article".» Η ίδια αρχή ως προς το μέτρο αποζημιώσεων σε περίπτωση πρόκλησης ζημιών συναντάται και στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts (ανωτέρω): «Damage to goods. The basic rule in the case of damage to goods is that the plaintiff is entitled to recover damages to the extent to which the value of the chattel has been reduced: this will usually be ascertained by reference to the cost of repair.» Από τη μαρτυρία όμως της Ενάγουσας ελλείπουν και πάλι τα απαραίτητα στοιχεία στη βάση των οποίων θα μπορούσε το Δικαστήριο να επιδικάσει αποζημίωση. Συγκεκριμένα δεν έχει τεθεί μαρτυρία σχετικά με το κόστος επιδιόρθωσης των ζημιών ή μαρτυρία σε σχέση με την αξία του νυφικού πριν και μετά τις ζημιές που προκλήθηκαν σε αυτό έτσι ώστε να μπορεί να υπολογισθεί το ποσό κατά το οποίο μειώθηκε η αξία του. Κατά συνέπεια στα πλαίσια του αστικού αδικήματος της επαγγελματικής αμέλειας της Εναγόμενης δεν αποδείχθηκε το ύψος της ζημιάς που υπέστη η Ενάγουσα. Η αμελής ωστόσο συμπεριφορά που επέδειξε η Εναγόμενη δημιουργεί σωρευτική ευθύνη τόσο από αδικοπραξία όσο και στο πλαίσιο των συμβατικών υποχρεώσεων που ανέλαβε έναντι της Ενάγουσας. Τίθεται κατά συνέπεια το ερώτημα κατά πόσο δικαιολογείται η επιδίκαση αποζημιώσεων στα πλαίσια παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων της Εναγόμενης. Το Δικαστήριο δύναται να αποδώσει θεραπεία, έστω και αν αυτή δεν περιλαμβάνεται στην αξίωση, νοουμένου ότι αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης τα γεγονότα που δικαιολογούν την επιδίκαση της (Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjian
(1992)1Α Α.Α.Δ. 400). Ο γενικός κανόνας της αποκατάστασης της ζημίας, όπως καταγράφηκε πιο πάνω, εφαρμόζεται εξίσου τόσο στις περιπτώσεις αδικοπραξίας όσο και στις περιπτώσεις παράβασης σύμβασης. Στο σύγγραμμα McGregor On Damages (ανωτέρω) αναφέρονται τα εξής σχετικά: «The statement of the general rule from which one must always start in resolving a problem as to the measure of compensatory damages, a rule equally applicable to tort and contract, has its origin in the speech of Lord Blackburn in Livingstone v. Rawyards Coal Co. He there defined the measure of damages as: "That sum of money which will put the party who has been injured, or who has suffered, in the same position as he would have been in if he had not sustained the wrong for which he is now getting his compensation or reparation."» Όσον αφορά επομένως τη διεκδίκηση ειδικών αποζημιώσεων ισχύουν όσα ήδη αναφέρθηκαν πιο πάνω ως προς το μέτρο της αποζημίωσης σε περιπτώσεις καταστροφής και πρόκλησης ζημιών σε αγαθά. Απομένει να εξεταστεί το κατά πόσο δικαιολογείται η επιδίκαση γενικών αποζημιώσεων ενόψει της παράβασης της σύμβασης. Ανατρέχοντας στη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί από την Ενάγουσα διαπιστώνω πως δεν προωθήθηκε οποιοσδήποτε ισχυρισμός για την πρόκληση άλλης ζημιάς πέραν από την αξία του νυφικού. Αυτό το οποίο συνάγεται από τη μαρτυρία είναι ότι το νυφικό αποτελούσε πλέον ενθύμιο του γάμου της Ενάγουσας. Η πρόκληση ωστόσο ζημιών στο νυφικό θεωρώ ότι είναι λογικό να προκάλεσε κάποια θλίψη και αναστάτωση στην Ενάγουσα. Έχει αναγνωριστεί η δυνατότητα επιδίκασης αποζημίωσης για τη μη υλική ζημιά (non pecuniary loss) που μπορεί να προκληθεί από αντισυμβατική συμπεριφορά, στην οποία περιλαμβάνεται η αναστάτωση (distress), η απογοήτευση ή η θλίψη. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την αγγλική επί του θέματος νομολογία, δεν αποδίδεται αποζημίωση για αυτού του είδους τη ζημία, δηλαδή της αναστάτωσης (distress), απογοήτευσης κλπ, σε κάθε περίπτωση παράβασης σύμβασης αλλά σε εκείνες τις περιπτώσεις όπου το αντικείμενο της σύμβασης είναι η παροχή κάποιου είδους πνευματικής ή ψυχικής ξεκούρασης (mental satisfaction) και χαλάρωσης. Στην υπόθεση Watts v. Morrow [1991] 1 W.L.R. 1421 CA λέχθηκαν τα ακόλουθα: «A contract-breaker is not in general liable for any distress, frustration, anxiety, displeasure, vexation, tension or aggravation which his breach of contract may cause to the innocent party. This rule is not, I think, founded on the assumption that such reactions are not foreseeable, which they surely are or may be, but on considerations of policy. But the rule is not absolute. Where the very object of a contract is to provide pleasure, relaxation, peace of mind or freedom from molestation, damages will be awarded if the fruit of the contract is not provided or if the contrary result is procured instead.» Στην παρούσα περίπτωση όπου το νυφικό παραδόθηκε για καθαρισμό, η επίδικη σύμβαση δεν εμπίπτει σε μία από τις κατηγορίες που αναφέρονται πιο πάνω. Ιδιαιτέρως αν αναλογιστεί κάποιος ότι το νυφικό δεν δόθηκε για καθαρισμό προκειμένου να φορεθεί στο γάμο, καθώς ήδη είχε χρησιμοποιηθεί από την Ενάγουσα για αυτόν τον σκοπό, αλλά για να φυλαχθεί ως ενθύμιο. Στη βάση επομένως των πιο πάνω, θεωρώ ότι δεν δικαιολογείται ούτε η επιδίκαση γενικών αποζημιώσεων λόγω της αντισυμβατικής συμπεριφοράς της Εναγόμενης. Καταλήγοντας, αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι ότι η Ενάγουσα απέδειξε την πρόκληση ζημιάς, δεν απέδειξε όμως το ποσό που αντιστοιχεί στην εν λόγω ζημιά. Δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία η οποία να αποδεικνύει συγκεκριμένη ζημιά. Κατά συνέπεια η παρούσα περίπτωση είναι κατάλληλη για την επιδίκαση ονομαστικών αποζημιώσεων (βλ. Παπαϊωάννου ν. Κωνσταντίνου
(2008)1Β Α.Α.Δ. 1083), οι οποίες ορίζονται στο ποσό των €100,00. Όσον αφορά το ζήτημα των εξόδων, θα πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα. Η Ενάγουσα δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επιτυχών διάδικος εφόσον δεν απέδειξε το ύψος της απώλειας της έτσι ώστε να δικαιούται στην επιδίκαση εξόδων κατ' εφαρμογή του κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης. Στην Παπαϊωάννου ν. Κωνσταντίνου (ανωτέρω) το Ανώτατο Δικαστήριο σε παρόμοια περίπτωση με την παρούσα επικύρωσε την απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου να διατάξει όπως η κάθε πλευρά αναλάβει τα δικά της έξοδα, επισημαίνοντας τα ακόλουθα: «Ορθά, τέλος, δεν επιδικάστηκαν έξοδα υπέρ της εφεσείουσας με δεδομένο ότι δεν απέδειξε τις ζημιές της, αλλά δικαιώθηκε μόνο ως προς το βάσιμο του παραπόνου της. Τα έξοδα, όπως είναι γνωστό, ακολουθούν κατά κανόνα το αποτέλεσμα και βρίσκονται εντός της διακριτικής ευχέρειας του πρωτοδίκου Δικαστηρίου. Παλαιότερα θεωρείτο ότι η επιδίκαση ονομαστικών και μόνο αποζημιώσεων αποτελούσε δικαιολογία για την επιδίκαση εξόδων, ή ήταν, όπως τέθηκε στην υπόθεση Beaumont v. Greathead [1846] 2 CB 494, «a mere peg on which to hang costs». Η επιδίκαση ονομαστικών αποζημιώσεων δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει άλλη διαταγή εξόδων υπέρ της εφεσείουσας, διότι κάτι τέτοιο θα απέληγε στην επιδίκαση ουσιαστικών εξόδων εναντίον του εφεσίβλητου σε καταφανή αναντιστοιχία με το ποσό των £10 το οποίο επιδικάστηκε εναντίον του επί της ουσίας της απόφασης. Αν και θα αναμενόταν η πρωτόδικος Δικαστής να αιτιολογούσε την απόφαση της επί των εξόδων, εφόσον η επιδίκαση εξόδων αποτελεί δικαστική κρίση στη βάση της ακολουθίας των εξόδων ανάλογα με την έκβαση της δίκης, παρέκκλιση δε χρήζει αιτιολογίας, (Παφίτης ν. Δημητρίου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1402), εντούτοις αυτή λειτούργησε νομοτελειακά. Όπως ορθά εντοπίστηκε στην Anglo-Cyprian Agencies v. Paphos Industries [1951] 1 All E.R. 873, ο ενάγων που ανακτά ονομαστικές και μόνο αποζημιώσεις, δεν δύναται να θεωρηθεί στη συνήθη ορολογία ως «επιτυχών» ενάγων.» Υπό το φως των πιο πάνω εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των €100,00 ως ονομαστικές αποζημιώσεις. Αναφορικά με τα έξοδα εκδίδεται διαταγή όπως η κάθε πλευρά επιβαρυνθεί με τα δικά της έξοδα. (Υπ.) ........................................................... Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Πρόκληση ζημιάς - επιδίκαση αποζημιώσεων cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.