← Κύπρος

Gordon Walter Jerkins κ.α. ν. Παύλου Ευθυμίου, Αρ. Αγ.: 2767/2012, 31/5/2016

Gordon Walter Jerkins κ.α. ν. Παύλου Ευθυμίου, Αρ. Αγ.: 2767/2012, 31/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A116 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Xρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγ.: 2767/2012 Μεταξύ:

  1. Gordon Walter Jerkins από την Αγγλία
  2. Christine Payne από την Αγγλία Εναγόντων και Παύλου Ευθυμίου από την Πάφο Εναγομένου --------------------------------------------------------------------------------------------------------------------- Αίτηση Τροποποίησης Ημερομηνίας 30/10/
  3. Ημερομηνία: 31/05/
  4. Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο - Αιτητή: κ. Δ. Δανιήλ για κ.κ Paul (Pavlos) G. Efthymiou L.L.C. & Constantinos Kalavas L.L.C Για τους Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση: κα Πιερή για κ.κ. Μιχαλάκης Κυπριανου & Σια Δ.Ε.Π.Ε Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο εναγόμενος - αιτητής με την υπό κρίση αίτηση, αιτείται την τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης του ως ακολούθως: «Α. Με την προσθήκη της παραγράφου 22Α μετά την παράγραφο 22 της Ε/Υ ως ακολούθως: «22Α - Οι ενάγοντες εμποδίζονται από την συμπεριφορά τους και από έγγραφα να προωθούν την παρούσα αγωγή εναντίον του εναγομένου, καθότι αν και τους δόθηκε η ευκαιρία να διεκδικήσουν την μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας εις το όνομα τους, με βάση τις πρόνοιες της Νομοθεσίας Νόμος 139

(1)/15, αυτοί απέτυχαν να πράξουν έτσι.» Β. Με την προσθήκη της παραγράφου 22Β μετά την παράγραφο 22Α ως ακολούθως: «22Β Μετά τη θέσπιση της Νομοθεσίας αριθμός 139
(1)/15, αγοραστές οι οποίοι εμποδίζονται να μεταβιβάσουν εις το όνομα τους τον τίτλο ιδιοκτησίας, λόγω διαφόρων εμπραγμάτων βαρών και/ή νομικών εμποδίων, μπορούν να απευθυνθούν εις το Διευθυντή του Επαρχιακού Κτηματολογίου και να ζητήσουν την εγγραφή του τίτλου εις το όνομα τους, υπό την προϋπόθεση να αποδείξουν ότι για την αγορά τους υπάρχει σε ισχύ αγοραπωλητήριο έγγραφο, που είναι κατατεθειμένο εις το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο και ότι έχουν εξοφλήσει το τίμημα αγοράς.» Γ. Με την προσθήκη της παραγράφου 22Γ μετά την παράγραφο 22Β ως ακολούθως: «22Γ Ο εναγόμενος με επιστολή του ημερομηνίας 10/09/2015 προς τους δικηγόρους των εναγόντων, εζήτησε να καθοριστούν οι προθέσεις των εναγόντων εν όψει της θέσης σε ισχύ της νομοθεσίας 139
(1)/15, αλλά αυτοί αμέλησαν να απαντήσουν. Ο εναγόμενος επιφυλάσσεται να αναφερθεί κατά την δικάσιμο στο πλήρες και αληθινό περιεχόμενο της επιστολής του με ημερομηνίας 10/09/2015.»». Η πιο πάνω αίτηση του εναγόμενου - αιτητή υποστηρίζεται από σχετική ένορκη του δήλωση στην οποία αναφορά κάνει στην θέσπιση του Νόμου 139
(1)/2015 ο οποίος δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 04/09/2015 και αναφέρεται στη δυνατότητα που έχουν οι εγκλωβισμένοι αγοραστές να αποταθούν στον Κτηματολογικό Λειτουργό και να ζητήσουν μεταβίβαση επ' ονόματι τους του ακινήτου νοουμένου ότι αποδείξουν την καταβολή του τιμήματος προς τον αγοραστή και την ύπαρξη αγοραπωλητηρίου εγγράφου. Εν όψει της πιο πάνω εξέλιξης αναφέρει, στις 10/09/2015 οι δικηγόροι του απέστειλαν επιστολή στους δικηγόρους των εναγόντων και τους ζήτησαν να καθορίσουν τις προθέσεις τους, την οποία αγνόησαν εντελώς. Συνεχίζοντας, αναφέρει ότι τα πιο πάνω ουσιώδη πραγματικά γεγονότα είναι αναγκαίο να δικογραφηθούν και περιληφθούν στην Ε/Υ για να μπορέσει να παρουσιάσει την υπεράσπιση του ορθά και δίκαια έναντι της απαίτησης των εναγόντων και για να διεξαχθεί μια δίκαιη και αποτελεσματική δίκη. Ισχυρίζεται επίσης ότι η αίτηση γίνεται καλόπιστα, τα γεγονότα αυτά προέκυψαν μόλις πρόσφατα και δεν ήταν γνωστά κατά την καταχώρηση της Ε/Υ και περαιτέρω ότι σε καμία περίπτωση δημιουργείται βλάβη στην άλλη πλευρά η οποία να μην αποζημιώνεται με χρήμα. Οι Eνάγοντες - Καθ' ων η αίτηση, καταχώρησαν ένσταση στην πιο πάνω αίτηση στις 26/02/2016 και προβάλλουν συνολικά 15 (δεκαπέντε) λόγους για τους οποίους η αίτηση δεν θα πρέπει να εγκριθεί αλλά να απορριφθεί, ως αυτοί εμφαίνονται στο σώμα της ένστασης. Ουσιαστικά με αυτούς ισχυρίζονται ότι οι επιχειρούμενες τροποποιήσεις δεν συνδέονται με τα επίδικα ζητήματα της αγωγής, δεν είναι ισχυρισμοί σχετικοί με αυτά και ότι επιχειρείται η εισαγωγή ισχυρισμών που επήλθαν σε αρκετά μεταγενέστερο χρονικό διάστημα τόσο της επίδικης περιόδου όσο και της καταχώρησης της αγωγής. Επίσης, ισχυρίζονται ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν αποτελούν πραγματικά γεγονότα αλλά πράξεις και/ή ενέργειες και/ή δυνατότητες που προβλέπονται από τη νέα νομοθεσία και αυτό που επιχειρείται είναι η εισαγωγή νέων δεδομένων τα οποία δίδουν διαφορετική τροπή και εκφεύγουν της ουσίας της υπό κρίσεως υποθέσεως και των ευθυνών του εναγομένου. Πέραν των πιο πάνω, ισχυρίζονται ότι η αίτηση γίνεται κακόπιστα και σκοπό έχει την περιπλοκή της δικαστικής διαδικασίας και την καθυστέρηση της πορείας της υπόθεσης και τυχόν έγκριση της θα επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα των εναγόντων. Η πιο πάνω ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη ομολογία κάποιας Ανδρομάχης Κλεάνθους, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων που εκπροσωπούν τους ενάγοντες, εξουσιοδοτημένης από τους ενάγοντες να προβεί στην εν λόγω ένορκη ομολογία και γνώστη των γεγονότων από το φάκελο της υπόθεσης τον οποίο έχει στην κατοχή της. Σε αυτή ουσιαστικά υιοθετεί τους λόγους ένστασης και ισχυρίζεται ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις ουδεμία σχέση έχουν με τα επίδικα θέματα και το δικαίωμα που δίδει η νέα νομοθεσία στους «εγκλωβισμένους» αγοραστές είναι ανεξάρτητο με την ευθύνη που έφερε ο εναγόμενος κατά την επίδικη περίοδο που εκπροσωπούσε τους ενάγοντες. Ισχυρίζεται επίσης, ότι η ισχυριζόμενη επιστολή ουδέποτε λήφθηκε από τους δικηγόρους των εναγόντων και ότι οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις δεν θα έχουν οποιαδήποτε ωφέλεια και θα δημιουργήσουν παραπλάνηση, καθυστέρηση και υπεκφυγή επί της ουσίας της υπόθεσης και δεν συνάδουν με την επίδικη περίοδο. Η ακρόαση της παρούσας αίτηση διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων, τις οποίες αμφότερες οι πλευρές κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχω μελετήσει και διεξέλθει με πολλή προσοχή τις εν λόγω αγορεύσεις, τις λαμβάνω σοβαρά υπόψη μου και δεν κρίνω απαραίτητο να αναφερθώ σε αυτές στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Οι αρχές για την τροποποίηση ενός δικογράφου έχουν εξηγηθεί και αποκρυσταλλωθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το δικαιοδοτικό πλαίσιο για την έκδοση διατάγματος τροποποίησης είναι η Διαταγή 25, Θ. 1. Εκείνο που αναφύεται από τα πιο πάνω είναι ότι το ζήτημα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία θα πρέπει να ασκείται λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχουν καθιερωθεί αλλά πάντοτε σε συσχετισμό με τα γεγονότα κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης. Όσον αφορά τις βασικές αρχές σε θέματα τροποποίησης στο The Annual Practice 1958, στη σελ. 622, η γενική αρχή εκτίθεται ως εξής: "In Tildesley v. Harper, 10 Ch. D. pp. 396, 397, Bramwell, L.J., said: "My practice has always been to give leave to amend unless I have been satisfied that the party applying was acting mala fide, or that, by his blunder, he had done some injury to his opponent which could not be compensated for by costs or otherwise". "However negligent or careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs" (per Brett, M.R., Clarapede v. Commercial Union Association, 32 W.R. p. 263; Weldon v. Neal, 19 Q.B. D. p. 396; Australian Steam Navigation Co. v. Smith, 14 App. Cas. P.320; Hunt v. Rice & Son, 53 T.L. R.931, C.A and see the remarks of Bowen, L.J., Cropper v. Smith, 26 Ch. D. pp. 710, 711, of Lindley, L.J., Indigo Co. v. Ogilvy,
(1891)2 Ch. 39, and of Pollock, B., Steward v. North Metropolitan Tramways Co., 16 Q.B.D. p. 180, and C.A.P. 558). An amendment ought to be allowed if thereby "the real substantial question can be raised between the parties", and multiplicity of legal proceedings avoided." Eιδικότερα στο ίδιο σύγγραμμα, σελ. 624, γίνεται εκτενής αναφορά στις νομικές αρχές που διέπουν την τροποποίηση πριν την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης: "Leave is readily granted, on payment of the costs occasioned, unless the opponent will be placed in a worse position than he would have been if the amended pleading had been delivered in the first instance (Steward v. North Metropolitan Tramways Co., 16 Q.B. D.556), or some injury caused to him for which he cannot be compensated by payment of costs .» Όπως αναφέρθηκε στην Courtis v. Iasonides
(1970)1 C.L.R.180: «The pleadings in an action are the foundations of the litigation; they must be carefully prepared as the set of rails upon which the train of the case will run. The Civil Procedure Rules (Or.19, r.4) are clear on the point; and daily practice lays stress on the need to apply strictly this rule. A case is decided on its pleaded facts to which the law must be applied. If in the course of the trial it appears that a party΄s pleading requires amendment, steps for that purpose must be taken as early as possible in order to give full opportunity to the parties affected by the amendment to meet the new situation; to run their case, so to speak, on the new rails". Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος είναι πλούσια και ιδιαίτερα διαφωτιστική. Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Κυρίαρχο επίσης στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι η παροχή δυνατότητας σε κάθε διάδικο να θέσει ενώπιον του το σύνολο των πραγματικών διαφορών των διαδίκων. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ.11 και Περικτιόνη Χρίστου ν Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704. Στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenman Navigation
(1989)1 (E) A.A.Δ.33, τέθηκαν καθαρά οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αιτήσεις τροποποίησης. Συγκεκριμένα στη σελίδα 36 αναφέρονται τα πιο κάτω: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψιστούν ως εξής:
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντίδικου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο Αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη». Στην υπόθεση Kallice Holding Co Ltd v. M.T.R. Metals (Overseas) Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 162 στη σ. 164 επισημαίνεται: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο κυρίαρχος παράγων ο οποίος διέπει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφου. Πολλοί παράγοντες επενεργούν στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης. Ο πρώτος είναι ότι είναι επιθυμητό, όλες οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες αναφέρονται στα επίδικα θέματα, να επιλύονται διεξοδικά στην ίδια διαδικασία. Ο βέβαιος προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων, καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξή τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο, είναι ένας άλλος σημαντικός παράγοντας ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου». Η σύγχρονη τάση σε αιτήσεις τροποποίησης παρατηρείται να είναι φιλελεύθερη (βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(2002)1 (Α) ΑΑΔ 223). Στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου ν Αθηναϊδος Ι. Χριστοδούλου κ.α
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, λέχθηκε ότι η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης ή αβλεψίας, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με έξοδα (βλ. SABA & Co. (T.M.P) v T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426). Η πιο πάνω αρχή περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ. ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου τονίστηκε ότι το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Αναφορικά με το χρόνο στον οποίο υποβάλλεται αίτηση για τροποποίηση, παραπέμπω στην υπόθεση Astor Co. κ.α. ν. Α & G Leventis Ltd κα
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, στην οποία λέχθηκε ότι σε αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, εάν και ο παράγοντας αυτός δεν είναι καθοριστικός υπό την έννοια ότι δεν πρέπει από μόνος του να οδηγεί σε απόρριψη. Φυσικά το σημαντικό δεν είναι η ευρύτητα του χρόνου που διέρρευσε, γιατί διαφορετικά θα ήταν άσκοπη η ενασχόληση με το θέμα, αλλά το χρονικό σημείο που ο αιτητής διαπίστωσε την αναγκαιότητα της τροποποίησης και ο χρόνος που επέλεξε για να δράσει προς αυτή την κατεύθυνση. Περαιτέρω, αποτελεί αρχή ότι τροποποίηση, η αναγκαιότητα της οποίας ήταν σαφώς φανερή ή έκδηλη από καιρό αλλά δεν ζητήθηκε, δεν θα επιτραπεί λόγω του ότι θα δημιουργήσει ακόμα περισσότερη καθυστέρηση αλλά και διότι οι διάδικοι οφείλουν να ετοιμάζουν τη σχετική δικογραφία τους με την απαραίτητη ενδελέχεια και να καταγράφουν από νωρίς τις συγκεκριμένες τους θέσεις οι οποίες είναι ή θα πρέπει να είναι γνωστές σ΄ αυτούς από την αρχή που εκτυλίσσονται τα γεγονότα. Σύμφωνα με τη νομολογία, ο βέβαιος προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξη τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο, είναι άλλος ένας σημαντικός παράγοντας, ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Kallice Holding Co Ltd v. MTR Metals (Overseas) Ltd (πιο πάνω), Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 A.A.Δ. 607, και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.A.Δ. 501). Το όλο ζήτημα όμως παραμένει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές θα προχωρήσω κατωτέρω να εξετάσω την παρούσα αίτηση, στα πλαίσια πάντοτε των δικών της περιστατικών. Οι ενάγοντες με την Έκθεση Απαίτησης τους αξιώνουν εναντίον του εναγομένου το ποσό των €229,485.74 ως ειδικές αποζημιώσεις πλέον Γενικές Αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης και για την ταλαιπωρία που υπέστηκαν εξαιτίας της αμελούς συμπεριφοράς του. Ουσιαστικά με την Έκθεση Απαίτησης τους οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ο εναγόμενος ως δικηγόρος που τους εκπροσωπούσε για την αγορά γης στην οποία θα ανεγειρόταν κατοικία επέδειξε επαγγελματική αμέλεια με αποτέλεσμα να υποστούν ζημιές. Συγκεκριμένα, ισχυρίζονται ότι κατά ή περί τον Ιούνιο του 2007 ο εναγόμενος κατόπιν οδηγιών των εναγόντων ετοίμασε δύο έγγραφες συμφωνίες, η μια εκ των οποίων αφορούσε την αγορά γης από την εταιρεία Chr. Christoforou Estates Ltd και η άλλη την ανέγερση κατοικίας επί του ακινήτου αυτού. Η συμφωνία για αγορά της γης κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο και έλαβε αριθμό ΠΩΕ 2815/
  1. Αποδίδουν στον εναγόμενο αμέλεια και συγκεκριμένα ότι αυτός δεν προέβηκε στους απαραίτητους ελέγχους αναφορικά με την ακίνητη ιδιοκτησία προτού προχωρήσει στην ετοιμασία των εγγράφων συμφωνιών και να διαπιστώσει ότι αυτή ήταν ελεύθερη κάθε εμπράγματου βάρους. Παρέλειψε επίσης να προβεί στο απαιτούμενο έλεγχο κατά πόσο η πωλήτρια εταιρεία είχε εξασφαλίσει τις σχετικές άδειες για την ανέγερση της κατοικίας εντός του πωλούμενου ακινήτου. Περαιτέρω, ισχυρίζονται ότι προχώρησε σε πληρωμές με βάση τους όρους της συμφωνίας και των οδηγιών των εναγόντων αλλά αυθαίρετα. Δυνάμει των πιο πάνω συμφωνιών ο εναγόμενος κατέβαλε το συνολικό ποσό των €222,118.19 εκ μέρους των εναγόντων προς την πωλήτρια εταιρεία χωρίς αυτή να προωθήσει τις οικοδομικές εργασίες στην κατοικία. Επίσης, δεν έχει καταχωρηθεί μέχρι σήμερα αίτηση για διαχωρισμό στο επίδικο ακίνητο, δεν έχουν ακόμη εκδοθεί οι απαιτούμενες άδειες και βαρύνεται ακόμη με το εμπράγματο βάρος της υποθήκης υπέρ της ΣΠΕ Σίμου. Επιπλέον εναντίον της πωλήτριας εταιρείας έχει εκδοθεί από το Δικαστήριο διάταγμα εκκαθάρισης της περιουσίας της. Ο εναγόμενος με την Έκθεση Υπεράσπισης του αρνείται τα όσα του αποδίδονται από τους ενάγοντες. Ισχυρίζεται ότι κατά ή περί τον Ιούνιο του 2007 οι ενάγοντες του ζήτησαν να συντάξει επειγόντως έγγραφες συμφωνίες για την αγορά τεμαχίου γης στη Γιόλου στην Πάφο από την εταιρεία CHR. CHRISTOFOROU ESTATES LTD και για την ανέγερση έπαυλης εντός του τεμαχίου. Οι ενάγοντες είχαν διαπραγματευτεί την αγορά του τεμαχίου γης και την ανέγερση της έπαυλη εντός αυτού με τη διαμεσολάβηση κτηματομεσιτικού γραφείου και διαβεβαίωσαν τον εναγόμενο ότι πρόσωπο της εμπιστοσύνης τους στην Κύπρο είχε προβεί σε όλες τις έρευνες στο Κτηματολόγιο και τους διαβεβαίωσε ότι δεν βαρυνόταν με οποιαδήποτε εμπράγματα βάρη. Εν όψει των πιο πάνω, οι ενάγοντες δεν ζήτησαν από τον εναγόμενο να προβεί σε οποιαδήποτε έρευνα για τυχόν εμπράγματα βάρη, για το συντελεστή δόμησης ή για ύπαρξη άδειας οικοδομής, αλλά αντίθετα του έδωσαν εντολή να ετοιμάσει αμέσως και χωρίς χρονοτριβή τις συμφωνίες. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι σε σύντομο χρονικό διάστημα αμέσως μετά την υπογραφή της συμφωνίας, οι ενάγοντες πληροφορήθηκαν την ύπαρξη υποθήκης και έλαβε οδηγίες όπως τερματίσει την συμφωνία για την ανέγερση της έπαυλης και να λάβει δικαστικά μέτρα εναντίον της πωλήτριας εταιρείας για ειδική εκτέλεση της συμφωνίας για αγορά της γης, έτσι καταχωρήθηκε η υπ' αριθμό αγωγή 1578/08 Ε.Δ. Πάφου εναντίον της εταιρείας Chr. Christoforou Estates Ltd. Iσχυρίζεται επίσης ότι όλες οι πληρωμές έγιναν κατόπιν εντολών των εναγόντων και μετά από ενημέρωση που τους γινόταν. Καθίσταται σαφές από τα πιο πάνω και από τους υπόλοιπους δικογραφημένους ισχυρισμούς των διαδίκων ότι τα κύρια επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής είναι οι πράξεις και/ή η συμπεριφορά του εναγομένου και/ή ο τρόπος που ενέργησε ως δικηγόρος κατά την σύνταξη των δύο συμφωνιών και γενικά κατά πόσο υπήρξε αμελής καθώς επίσης και το ύψος της ζημιάς που οι ενάγοντες υπέστηκαν ένεκα της αμέλειας του, σε περίπτωση που αυτή αποδειχθεί. Η κατ' ισχυρισμό αμέλεια που αποδίδεται στον εναγόμενο ανάγεται στο έτος 2007, η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 24/08/2012, η Έκθεση Υπεράσπισης στις 08/04/2013 και τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης στις 15/01/
  2. Επίσης, προκύπτει από τα δικόγραφα ότι οι ενάγοντες καταχώρησαν και προωθούν την Αγ. Αρ. 1578/08 Ε.Δ. Πάφου εναντίον της πωλήτριας εταιρείας για έκδοση διατάγματος Ειδικής Εκτέλεσης της συμφωνίας για αγορά της γης και ουσιαστικά τη μεταβίβαση επ' ονόματι τους. Με τις αιτούμενες τροποποιήσεις, ο εναγόμενος επιχειρεί να εισάξει στην Έκθεση Υπεράσπισης του και να κάνει αναφορά στην θέσπιση του Νόμου 139
(1)/2015 και ότι δυνάμει των προνοιών αυτού οι ενάγοντες έχουν την ευκαιρία να ζητήσουν την μεταβίβαση της επίδικης γης επ' ονόματι τους και δεν το έπραξαν. Ένεκα αυτής της συμπεριφοράς τους κωλύονται να προωθούν την παρούσα αγωγή. Δηλαδή, ο εναγόμενος επιχειρεί να δικογραφήσει νομικές πρόνοιες οι οποίες παρέχουν δικαίωμα στους ενάγοντες να διεκδικήσουν με συγκεκριμένο τρόπο την εγγραφή της επίδικης γης επ' ονόματι τους, αυτοί δεν το έπραξαν και ως εκ τούτου κωλύονται να προωθούν την παρούσα αγωγή. Δεν είναι επί του παρόντος για να αποφασιστεί η βασιμότητα ή όχι των εν λόγω ισχυρισμών. Εκείνο το οποίο θα πρέπει όμως να εξεταστεί είναι η σχετικότητα τους με τα επίδικα θέματα και κατά πόσο αυτές αποτελούν ουσιώδη γεγονότα που θα πρέπει να περιληφθούν στην Έκθεση Υπεράσπισης. Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση είναι γενική και αόριστη και δεν επεξηγεί ούτε συσχετίζει τις αιτούμενες τροποποιήσεις με τα επίδικα θέματα. Ούτε κατά την αγόρευση του συνηγόρου του αιτητή γίνεται κάτι τέτοιο. Αντικειμενικά αντικρίζοντας τις αιτούμενες τροποποιήσεις εκείνο το οποίο μπορεί να λεχθεί είναι ότι επιχειρείται η δικογράφηση Νόμου ο οποίος θεσπίστηκε το 2015, δηλαδή κατά πολύ μεταγενέστερα του κατ' ισχυρισμό αγώγιμου δικαιώματος αφού η αγωγή αποδίδει επαγγελματική αμέλεια του εναγομένου κατά το έτος 2007 και ότι η μη ενεργοποίηση των προνοιών του συγκεκριμένου Νόμου από τους ενάγοντες δημιουργεί κώλυμα σε αυτούς να προωθούν την παρούσα αγωγή. Δεν προκύπτει, ούτε θεωρώ ότι η θέσπιση του συγκεκριμένου Νόμου και οι συγκεκριμένες πρόνοιες που επιχειρούνται να δικογραφηθούν σχετίζονται καθοιονδήποτε τρόπο με τις πράξεις ή παραλήψεις που αποδίδονται στον εναγόμενο ότι έλαβαν χώρα κατά το έτος 2007, που είναι το κύριο και βασικό επίδικο ζήτημα της αγωγής. Δεν αντιλαμβάνομαι πώς ένας Νόμος μπορεί να εγείρει κώλυμα στην προώθηση μιας αγωγής όταν μάλιστα αυτός θεσπίζεται πολύ μεταγενέστερα της γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι η εισαγωγή των εν λόγω ισχυρισμών στο δικόγραφο του εναγομένου δεν μπορεί να αποτελούν υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή, ούτε φαίνεται να αποτελούν ουσιώδη και αναγκαία ζητήματα στο να αποφασιστεί κατά πόσο ο εναγόμενος υπήρξε αμελής ή όχι κατά το έτος 2007. Από την άλλη όμως, θα πρέπει να λεχθεί ότι με την Έκθεση Υπεράσπισης του ο εναγόμενος αμφισβητεί τη ζημιά που οι ενάγοντες υπέστησαν και το ύψος αυτής και οι ενάγοντες επωμίζονται με την υποχρέωση να την αποδείξουν κατά τη δίκη καθώς επίσης και τα μέτρα που έλαβαν για μετριασμό αυτής. Στην 1. Muriel Beaumont κ.α. v Νίκος Παπακλεοβούλου
(2010)1Α Α.Α.Δ 525 λέχθηκαν τα εξής και σε σχέση με το ζήτημα αυτό: «Το καθήκον μείωσης της ζημιάς εφαρμόζεται τόσο σε παραβάσεις συμβάσεων, όσο και σε παραβάσεις καθήκοντος δυνάμει του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Σε κάθε περίπτωση, κατά πόσο υπήρχε η ανάγκη για μείωση της ζημιάς, αποτελεί νομικό θέμα. Σύμφωνα με τις αρχές του κοινοδικαίου, το καθήκον του ενάγοντος, όπου κριθεί ότι υπάρχει, είναι να πάρει εύλογα μέτρα για να μειώσει τη ζημιά του. Το βάρος απόδειξης ότι ο ενάγων απέτυχε να λάβει εύλογα μέτρα για μείωση της ζημιάς του, το έχει ο εναγόμενος. Η υποχρέωση του ενάγοντα για μείωση της ζημιάς, είναι να ενεργήσει μέσα στα πλαίσια της λογικής. Το κατά πόσο ο ενάγων σε κάθε περίπτωση ενήργησε ή όχι εύλογα, είναι θέμα γεγονότων και όχι νόμου.* Το κριτήριο και οι περιορισμοί απασχόλησαν τα Δικαστήρια σε πολλές υποθέσεις. Μια από αυτές είναι η υπόθεση Banco de Portugal v. Waterlow [1932] All E.R. Rep. 181 (HL) στην οποία το Αγγλικό Τριτοβάθμιο Εφετείο, αναφερόμενο στις δυσκολίες εφαρμογής του κανόνα, έθεσε το θέμα ως εξής:- «Where the sufferer from a breach of contract finds himself in consequence of that breach placed in a position of embarrassment the measures which he may be driven to adopt in order to extricate himself ought not to be weighed in nice scales at the instance of the party whose breach of contract has occasioned the difficulty. It is often easy after an emergency has passed to criticise the steps which have been taken to meet it, but such criticism does not come well from those who have themselves created the emergency. The law is satisfied if the party placed in a difficult situation by reason of the breach of a duty owed to him has acted reasonably in the adoption of remedial measures and he will not be held disentitled to recover the cost of such measures merely because the party in breach can suggest that other measures less burdensome to him might have been taken.» Σε ελεύθερη μετάφραση:- «Όταν το αναίτιο μέρος σε αθέτηση συμβολαίου βρίσκεται συνεπεία αυτής της αθέτησης σε δυσχερή θέση, τα μέτρα στα οποία μπορεί να οδηγηθεί να υιοθετήσει προκειμένου να βγει από τη δύσκολη κατάσταση, δεν πρέπει να σταθμίζονται σε ζυγαριές ακριβείας κατ' απαίτηση του μέρους το οποίο με την αθέτηση της συμφωνίας προκάλεσε αυτή τη δυσκολία. Είναι συχνά εύκολο μετά το πέρας μιας έκτακτης κατάστασης, να επικρίνονται τα μέτρα τα οποία έχουν ληφθεί για την αντιμετώπισή της, αλλά τέτοια κριτική δε δικαιολογείται προερχόμενη από εκείνους οι οποίοι δημιούργησαν την έκτακτη κατάσταση. Ο νόμος ικανοποιείται αν το μέρος το οποίο βρίσκεται σε δύσκολη κατάσταση λόγω της παράβασης οφειλόμενου προς αυτόν καθήκοντος, ενήργησε εύλογα στην υιοθέτηση διορθωτικών μέτρων και δεν θα θεωρείται ότι αποστερείται του δικαιώματος να ανακτήσει το κόστος αυτών των μέτρων απλά και μόνο επειδή το μέρος το οποίο ευθύνεται για την αθέτηση μπορεί να εισηγηθεί ότι λιγότερο επαχθή για αυτόν μέτρα θα μπορούσαν είχαν ληφθεί.» Σε τελική ανάλυση, φαίνεται ότι η ουσία του θέματος απολήγει στο κατά πόσο ο ενάγων, σε σχέση με το καθήκον για μείωση της ζημιάς του, ενήργησε εύλογα έναντι του εναγόμενου.* Στην προκειμένη περίπτωση ο Εφεσίβλητος, ο οποίος είχε και το βάρος απόδειξης για το θέμα της μείωσης της ζημιάς, το μόνο που ισχυρίστηκε στην προσπάθεια του να αποσείσει αυτό το βάρος, είναι ότι οι Εφεσείοντες όφειλαν να εναγάγουν πρώτα τους πωλητές και μετά τον ίδιο. Οι ενάγοντες ουσιαστικά ισχυρίζονται ότι από τις ενέργειες και παραλήψεις του εναγομένου κατέβαλαν το τίμημα για την αγορά της γης η οποία βαρύνετο με εμπράγματο βάρος, η πωλήτρια εταιρεία τέθηκε υπό εκκαθάριση και ως εκ τούτου δεν μπορούν να εγγράψουν επ' ονόματι τους τον εν λόγω ακίνητο και υφίστανται ζημιά ίση με τα χρήματα που κατέβαλαν γι αυτό. Φαίνεται επίσης να διεκδικούν την εγγραφή του εν λόγω ακινήτου επ' ονόματι τους με άλλη αγωγή στο Δικαστήριο. Από την άλλη ο εναγόμενος αμφισβητεί αυτή τη ζημιά και οι ενάγοντες θα έχουν την υποχρέωση να την αποδείξουν καθώς επίσης και τα μέτρα που έλαβα για μείωση της, το εύλογο των οποίων θα κριθεί από το Δικαστήριο κατά τη δίκη. Η θέσπιση του Νόμου 139
(1)/2015 ο οποίος παρέχει δικαίωμα σε ένα «εγκλωβισμένο» αγοραστή να διεκδικήσει γη η οποία βαρύνεται με προηγούμενα εμπράγματα βάρη θα μπορεί να ληφθεί υπόψη και ο εναγόμενος θα έχει δικαίωμα να τον επικαλεστεί. Η παρούσα αγωγή αφορά συμφωνία αγοράς γης που έγινε, σύμφωνα με τα δικόγραφα, στις 20/07/2007 για £60,000, το τίμημα αυτής καταβλήθηκε στην πωλήτρια εταιρεία και η σύμβαση κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο και έλαβε αριθμό ΠΩΕ 2815/2007. Σύμφωνα με το άρθρο 44ΙΗ του Νόμου 9/65 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 139
(1)/2015, οι διατάξεις του καθώς επίσης και οι διατάξεις των άρθρων 44ΙΘ μέχρι 44ΚΖ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που ακίνητο ή μέρος αυτού βαρύνεται με σύμβαση, η οποία έχει κατατεθεί στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2014 ή έχει κατατεθεί σε αυτό δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του Περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόµου, µε σκοπό τη µεταβίβαση του ακινήτου το οποίο αποτελεί αντικείµενο της σύµβασης επ' ονόµατι του αγοραστή. Προκύπτει από τα πιο πάνω, ότι η εν λόγω νομοθεσία καλύπτει και την επίδικη συμφωνία αγοράς γης και τα επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής. Ο Νόμος είναι εκεί και δεν θεωρώ ότι οι πρόνοιες του χρειάζεται ή είναι αναγκαίο να δικογραφηθούν. Να σημειωθεί όμως, ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις ο εναγόμενος δεν επιχειρεί να εισάξει ισχυρισμούς γεγονότων για την παράληψη των εναγόντων να λάβουν μέτρα για μείωση της ζημιάς τους. Εκείνο το οποίο προκύπτει να επιζητεί να περιλάβει στην Έκθεση Υπεράσπιση του είναι ότι αυτοί κωλύονται να προωθούν την παρούσα αγωγή ένεκα της θέσπισης του εν λόγω Νόμου και για να στηρίξει αυτή τη θέση αναφέρεται σε μια επιστολή που τους απέστειλε στις 10/09/2015, οκτώ χρόνια μετά την γένεση του κατ' ισχυρισμό αγώγιμου δικαιώματος, χωρίς να λάβει απάντηση. Ακόμη όμως και θεωρηθεί ότι οι ισχυρισμοί που επιζητεί να περιλάβει στο δικόγραφο του σχετίζονται με το ζήτημα της μείωσης της ζημιάς των εναγόντων, αυτοί αφορούν πρόνοιες συγκεκριμένης νομοθεσίας τις οποίες εν πάσει περιπτώσει μπορεί να επικαλεστεί. Είναι νομολογημένο ότι η τροποποίηση του δικογράφου επιτρέπεται όταν αυτή κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και της ουσίας της διαφοράς. Ισχυρισμοί οι οποίοι δεν απαντούν στην αγωγή ή οι οποίοι δεν θα έχουν οποιαδήποτε χρησιμότητα δεν επιτρέπονται. Παραπέμπω στο Annual Practice του 1958, στη σελ. 627 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα κάτω από τον τίτλο «Immaterial and Useless Amendments»: «Τhe court will always look at the materiality of the proposed amendment (Wood n. Earl of Durham, 21 Q.B.D. 501). An inconsistent or useless amendment will not be allowed (Sinclair v. James, [1894] 3 Ch. P. 557; Durham v. Robertson, [1898] 1 Q.B. p. 774; Bevan v. Barnett, 13 T.L.R. 310); nor an addition of a claim which the plaintiff had precluded himself from raising (Morel Brothers v. Westmoreland, [1903] 1 K.B. p.77; [1904] A.C. 11). Leave will not be given to amend a defence by adding a plea which was no answer to the action (The Central Queensland Meat, etc., Co v. Gallop, 8 T.L.R. 225); nor to add an unnecessary counterclaim (not allowed in Marshall v. Langley, [1889] W.N. 222, and Factories Insurance Co., Ltd N. Anglo-Scottish, etc.
(1913)29 T.L.R. 312, C.A.);» Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, η κατάληξη είναι ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν απαντούν στις κατ' ισχυρισμό πράξεις ή παραλήψεις του εναγομένου που φέρεται να έλαβαν χώρα κατά το έτος 2007 και δεν είναι σχετικές με το κύριο επίδικο θέμα της παρούσας αγωγής. Περαιτέρω, ακόμη και να θεωρηθεί ότι σχετίζονται με το ζήτημα της υποχρέωσης των εναγόντων για μείωση της ζημιάς τους που ισχυρίζονται ότι υπέστηκαν, που επαναλαμβάνω δεν είναι αυτό που ζητείται, δεν θεωρώ ότι καθίσταται απαραίτητη η δικογράφηση ή η περίληψη των προνοιών της συγκεκριμένης νομοθεσίας στο δικόγραφο του εναγομένου. Τα πιο πάνω, προδιαγράφουν και την τύχη της παρούσας αίτησης. Για σκοπούς πληρότητας θα αναφερθώ και στο ζήτημα του χρόνου που υποβάλλεται η παρούσα αίτηση και στο θέμα της κακοπιστίας που εγείρεται από τους ενάγοντες. Όσον αφορά το ζήτημα του χρόνου υποβολής της παρούσας αίτησης, αρκεί να λεχθεί ότι τα γεγονότα που επιχειρούνται να εισαχθούν σχετίζονται με τις πρόνοιες του Νόμου 139
(1)/2015 ο οποίος δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 04/09/
  1. Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε στις 30/10/
  2. Εν όψει των πιο πάνω και σε περίπτωση που οι τροποποιήσεις θα ήταν σχετικές και αναγκαίες, δεν θα διαπιστωνόταν οποιαδήποτε καθυστέρηση στον χρόνο υποβολής της παρούσας αίτησης από τη στιγμή που τα γεγονότα που ζητείται η συμπερίληψη τους περιήλθαν σε γνώση του εναγομένου. Να αναφερθεί επίσης ότι η ακρόαση της παρούσας αγωγής δεν έχει ακόμη αρχίσει και η όποια καθυστέρηση θα δημιουργείτο ένεκα της παρούσας αίτησης δεν θα μπορούσε να πλήξει τα Συνταγματικά Δικαιώματα των εναγόντων για εκδίκαση της υπόθεσης τους εντός ευλόγου χρόνου. Επίσης, δεν θα διαπιστωνόταν ότι τυχόν έγκριση της αίτησης θα είχε τέτοιες δυσμενείς συνέπειες στους ενάγοντες οι οποίες δεν θα μπορούσαν να αποζημιωθούν με χρήμα αφού θα είχαν την ευκαιρία να απαντήσουν στους νέους αυτούς ισχυρισμούς που θα εισάγονταν στην Έκθεση Υπεράσπισης του εναγομένου. Πέραν τούτου, δεν θα διαπιστωνόταν οποιαδήποτε κατάχρηση της διαδικασίας. Δεν παραγνωρίζω ότι είναι η δεύτερη αίτηση τροποποίησης που γίνεται, πλην όμως τα γεγονότα που επιχειρούνται να εισαχθούν προσφάτως προέκυψαν με τη θέσπιση της νέας νομοθεσίας. Αναφορικά με το ζήτημα της κακοπιστίας που εγείρεται με την ένσταση, αυτό δεν ευσταθεί. Δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε ούτε προκύπτει από τα γεγονότα ότι η παρούσα αίτηση υποβάλλεται για την εξυπηρέτηση αλλότριων κινήτρων Για τους λόγους που ανέφερα ανωτέρω όμως, η διακριτική μου ευχέρεια δεν μπορεί να ασκηθεί υπέρ του αιτήματος του εναγομένου και ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. Πιστό Αντίγραφο (Υπ.)........... Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Subject: Civil/Other Action/ Interim Aναφορά: aitisi tropopoiisis cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.