← Κύπρος

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Kishorkumar Dayal Kunvarji κ.α., Αρ. Αγωγής :- 2293 / 2014, 27/5/2016

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Kishorkumar Dayal Kunvarji κ.α., Αρ. Αγωγής :- 2293 / 2014, 27/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A115 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 2293 / 2014 Μεταξύ:- Alpha Bank Cyprus Ltd Ενάγουσα Και

  1. Kishorkumar Dayal Kunvarji
  2. Alpha Panareti Public Ltd. Εναγόμενοι Αίτηση Ημερομηνίας 30/4/2015 Ημερομηνία :- Παρασκευή 27η Μαίου 2016 Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση :- κα. Σάβια Ζαχαρία για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Σάβια Ζαχαρία Για τον Εναγόμενο 1 - Αιτητή :- κος. Σάββας Ζαννούπας για Κ. Αλεξάνδρου - Θεοδότου Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κος. Σάββας Ζαννούπας ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
  3. Το αίτημα του εναγομένου 1 (στο εξής θα καλείται ο "εναγόμενος") ασφαλώς γίνεται αντιληπτό και εξετάζεται από το Δικαστήριο όπως αυτό είναι διατυπωμένο στην αίτηση του στις παραγράφους Α εως και Δ. Οι οποίες βεβαίως καθορίζουν τις θεραπείες υπό μορφή διαταγμάτων του Δικαστηρίου την εξασφάλιση των οποίων επιδιώκει με την αίτηση του.
  4. Ευθύς εξ αρχής αυτό το οποίο παρατηρείται είναι πως ο αιτητής παράλληλα περιπλέκει διάφορα θέματα, όπως αυτό της δικαιοδοσίας, της επίδοσης και του forum non conveniens.
  5. Σε σχέση με τη νομική πτυχή του αιτήματος διαπιστώνεται μία έλλειψη εξειδικευμένης στόχευσης του επί μίας συγκροτημένης βάσης. Ενδεχομένως με την προσδοκία πως μία διαζευκτική διατύπωση αυξάνει τις πιθανότητες επιδίκασης κάποιας θεραπείας. Αναπόφευκτα όμως η διεύρυνση της νομικής πτυχής επιβάλει αυξημένο βάρος προς ικανοποίηση έτσι ώστε το αίτημα να κριθεί δικαιολογημένο. Παράλληλα οδηγεί και σε προώθηση θέσεων οι οποίες δεν συνάδουν μεταξύ τους. Όπως, παραδείγματος χάριν, σε σχέση με τη θεωρία του forum non conveniens δίχως να λαμβάνεται υπόψη βασική νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης επί του συγκεκριμένου θέματος. Επιπλέον, αντί να ζητείται από το Δικαστήριο να επικεντρωθεί σε μία συγκροτημένη θέση ως προς το θέμα της δικαιοδοσίας, το οποίο θα μπορούσε να αποτελεί αποκλειστικό πυρήνα του αιτήματος, καλείται να εξετάσει και όλα τα θέματα τα οποία προκύπτουν από ασύνδετες μεταξύ τους θεραπείες.
  6. Η ενάγουσα απορρίπτει την ύπαρξη βασιμότητας του οποιουδήποτε μέρους του αιτήματος του εναγομένου με 13 συνολικά λόγους ένστασης τους οποίους βεβαίως το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη κατά την εξέταση της αίτησης δίχως παράλληλα να κρίνεται αναγκαία η παράθεση τους εντός αυτής της απόφασης.
  7. Προσπάθεια του Δικαστηρίου είναι η όσο το δυνατό ορθότερη εφαρμογή της σχετικής νομικής πτυχής διατηρώντας υπόψη τόσο τα όσα στοιχεία έχουν τεθεί υπόψη του από τους ευπαίδευτους δικηγόρους των διαδίκων όσο και αυτά τα οποία προκύπτουν από αυτά τα στοιχεία αλλά και το περιεχόμενο του φακέλου της αγωγής μέχρι στιγμής.
  8. Στη συνέχεια το Δικαστήριο θα παραθέσει το αίτημα του εναγομένου όπως αυτό είναι δυνατό να γίνει αντιληπτό σύμφωνα με την παράλληλα συζευκτική και διαζευκτική αλλά και πολλαπλή διατύπωση του εντός της αίτησης. Β. ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ
  9. Σύμφωνα με τη διατύπωση της παραγράφου Α με παράλληλα συζευκτικό και διαζευκτικό τρόπο (με χρήση του συνδέσμου "και/ή") ο εναγόμενος, εντός της ίδιας παραγράφου, αιτείται τα ακόλουθα,:- o την αναστολή του κλητηρίου εντάλματος· o τον παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος· o την αναστολή της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου· o την αναστολή της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου λόγω ακαταλληλότητας του Δικαστηρίου να εκδικάσει την υπόθεση· o την αναστολή της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου λόγω μη βολικότητας (forum non est conveniens) του Δικαστηρίου να εκδικάσει την υπόθεση.
  10. Η παράγραφος Β είναι πολύ απλή καθώς το Δικαστήριο καλείται να εκδώσει διάταγμα βάσει του οποίου να αναγνωρίζει την αποκλειστική αρμοδιότητα των Αγγλικών Δικαστηρίων για την επίλυση των επίδικων διαφορών.
  11. Σύμφωνα με την παράγραφο Γ ο εναγόμενος αιτείται διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να "παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται" το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 28/1/2015 με το οποίο είχε διαταχθεί η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας προς τον εναγόμενο 1 πιστού αντιγράφου του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής και ειδοποίησης περί αυτού. Ουσιαστικά αυτό το οποίο αιτείται ο εναγόμενος είναι την ακύρωση του συγκεκριμένου διατάγματος.
  12. Τέλος, σύμφωνα με την παράγραφο Δ ζητείται η έκδοση διατάγματος με το οποίο να "παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται" η επίδοση της αγωγής στον εναγόμενο
  13. Γ. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΟΥ ΑΙΤΗΜΑΤΟΣ - ΘΕΜΑΤΑ ΕΚΤΟΣ ΑΥΤΟΥ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ
  14. Έχοντας μελετήσει τη μαρτυρία και επιχειρηματολογία προς υποστήριξη τόσο της αίτησης όσο και της ένστασης σε συνάρτηση με την νομική πτυχή των θεμάτων υπό εξέταση και διατηρώντας υπόψη παράλληλα και τους λόγους ένστασης, το Δικαστήριο, εξετάζοντας πρώτα τα υπόλοιπα θέματα τα οποία εγείρονται και στη συνέχεια το θέμα της δικαιοδοσίας, καταλήγει στις ακόλουθες διαπιστώσεις. Γ.1 Υπογραφή της ένορκης δήλωσης από δικηγόρο
  15. Κατ΄ αρχάς διατηρώντας υπόψη το γεγονός πως το Δικαστήριο καλείται να λάβει υπόψη του και τη μαρτυρία με την οποία υποστηρίζεται η αίτηση θεωρώ ορθό όπως εξεταστεί πρώτα ο λόγος ένστασης (ι) ιδιαίτερα δε σε σχέση με την αναφορά εντός αυτού ως προς το ότι η ένορκη δήλωση έγινε από δικηγόρο.
  16. Υπενθυμίζω πως από τη νομολογία μας εξάγεται η εξής βασική αρχή. Μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Εντούτοις θα πρέπει όμως οι δικηγόροι να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα. Επιπλέον, τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό καθίσταται αναγκαίο. Ενώ σε περίπτωση κατά την οποία δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος.
  17. Επί αυτού του θέματος διατηρώ παράλληλα υπόψη μου πως δικηγόροι του εναγομένου όπως αναφέρεται τόσο επί του σημειώματος εμφάνισης όσο και επί της αίτησης είναι η Δικηγορική Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης Κ. Αλεξάνδρου-Θεοδότου. Ενώ ο κος. Σάββας Ζαννούπας, ο οποίος είναι ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της αίτησης, κατά την τυπική ουσιαστικά εμφάνιση του παρουσίασε τη γραπτή αγόρευση η οποία είχε ετοιμαστεί από τους δικηγόρους του εναγομένου. Δηλαδή, ο ενόρκως δηλών ουσιαστικά δεν είναι ο δικηγόρος του εναγομένου αλλά δικηγόρος ο οποίος συνεργάζεται με τους δικηγόρους οι οποίοι όντως εκπροσωπούν τον εναγόμενο και εμφανίζεται τυπικά στο Δικαστήριο εκ μέρους των δικηγόρων του εναγομένου. Μάλιστα με παρόμοιο τρόπο παρουσιάστηκε προς το Δικαστήριο η γραπτή αγόρευση των ευπαίδευτων δικηγόρων της ενάγουσας από δικηγόρο η οποία συνεργάζεται μαζί τους σε σχέση με τη παρουσίαση των υποθέσεων τους ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστήριου Πάφου. Επιπλέον, τα όσα αναφέρει σχετικά στην ένορκη δήλωση του ο κος. Ζαννούπας βασίζονται και σε πληροφόρηση την οποία έχει από την δικηγόρο του εναγομένου στην Αγγλία, δηλαδή την Δρ. Κ. Αλεξάνδρου-Θεοδότου.
  18. Σχετική με τη νομική πτυχή του θέματος είναι η απόφαση Rybolovlev v. Rybolovleva

(2010)1 Α.Α.Δ.
  1. Λέχθηκε επίσης εντός αυτής πως το Ανώτατο Δικαστήριο δεν έκρινε ορθό να προσθέσει ή να αναγνωρίσει και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν' αγνοηθεί ή απορριφθεί.
  2. Στην ίδια απόφαση αναφέρεται επίσης πως το Ανώτατο Δικαστήριο θα μπορούσε να δεχθεί ως αρχή της νομολογίας, αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών.
  3. Θεωρώ πως δίδεται εξήγηση από τον ενόρκως δηλούντα βασισμένη κυρίως στη διαμονή του εναγομένου στο εξωτερικό ενώ βεβαίως τονίζω και πάλι πως ο συγκεκριμένος δικηγόρος δεν είναι ο δικηγόρος ο οποίος βάσει και των οδηγιών από τον εναγόμενο έχει καταχωρήσει αυτή την αίτηση. Συνεπώς δεν διαπιστώνω να υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος βάσει του οποίου η μαρτυρία αυτή να μην γίνει δεκτή από το Δικαστήριο. Γ.2 Αναστολή του κλητηρίου εντάλματος
  4. Σε σχέση με το μέρος του αιτήματος με το οποίο ζητείται η αναστολή του κλητηρίου εντάλματος θεωρώ πως δεν νοείται η αναστολή ενός κλητηρίου εντάλματος, τουλάχιστον όχι όπως ο ίδιος ο εναγόμενος το έχει θέσει. Συνεπώς αυτό το μέρος του αιτήματος δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Γ.3 Αναγκαιότητα σφράγισης του κλητηρίου εντάλματος
  5. Αναφορικά με το μέρος του αιτήματος για παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος ή ακόμη και για παραμερισμό της επίδοσης της αγωγής αυτό βασίζεται στη θέση πως η ενάγουσα δεν εξασφάλισε άδεια για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος πριν από την επίδοση του εκτός δικαιοδοσίας.
  6. Θεωρώ πως τέτοια άδεια δεν είναι απαραίτητη σύμφωνα με τη νομολογία μας. Σχετική επί του θέματος είναι η απόφαση Larticon Co. v. Detergenta Developments Ltd.
(2004)1 Α.Α.Δ.
  1. Εμπεριέχεται επίσης σχετική ανάλυση σε προηγούμενη απόφαση αυτού του Δικαστηρίου (βλ. σχετικά την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστήριου Πάφου, ημερομηνίας 23/6/2014, στην αγωγή 1154/2012 μεταξύ Alpha Bank Cyprus Ltd. v.
  2. Major Joanne κ. ά.). Η ανάλυση αυτή υιοθετείται ως μέρος και αυτής της απόφασης, δίχως να κρίνεται απαραίτητη η επανάληψη της.
  3. Συνεπώς, η θέση αυτή απορρίπτεται ως λανθασμένη ενώ το συγκεκριμένο μέρος του αιτήματος της παραγράφου Α δεν γίνεται δεκτό.
  4. Επιπλέον, όπως γίνεται αντιληπτή και η επιχειρηματολογία προς υποστήριξη αυτού του μέρους του αιτήματος, επί της ίδιας βάσης ο εναγόμενος προωθεί και το αίτημα του αναφορικά με τις παραγράφους Γ και Δ. Συνεπώς και αυτό το μέρος του αιτήματος όπως αυτό διατυπώνεται στις συγκεκριμένες παραγράφους δεν γίνεται δεκτό από το Δικαστήριο. Δ. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΟΥ ΑΙΤΗΜΑΤΟΣ - ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ
  5. Το αίτημα του εναγομένου σε σχέση με την ύπαρξη ή μη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου αποτελεί το πιο πολύπλοκο μέρος του όλου αιτήματος του. Η εξέταση του απαιτεί ενδελεχή μελέτη τόσο των προνοιών του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 44/2001 (στο εξής θα καλείται ο «κανονισμός») όσο και της νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η έστω και περιληπτική παράθεση του συνόλου αυτής της μελέτης - αναφορά δηλαδή στα όσα έχουν όντως μελετηθεί από το Δικαστήριο - δεν κρίνεται απαραίτητη προς αιτιολόγηση αυτής της απόφασης.
  6. Επιπλέον, ασφαλώς το Δικαστήριο δεν πρόκειται να εμπλακεί σε μία αχρείαστη ανάλυση της πραγματικής πτυχής της ουσίας μίας αγωγής της οποίας η εκδίκαση δεν έχει αρχίσει. Στόχος του Δικαστηρίου είναι ο περιορισμός εξέτασης της πραγματικής πτυχής της αγωγής σε μία εκ πρώτης όψεως αντίληψη - στο βαθμό στον οποίο αυτή είναι εφικτή - των δεδομένων επί των οποίων είναι σε θέση να βασιστεί αναφορικά με το θέμα της δικαιοδοσίας. Όπως βεβαίως αυτά προκύπτουν από τα όσα στοιχεία έχουν τεθεί υπόψη του βάσει του περιεχομένου τόσο του φακέλου της αγωγής όσο και τη μαρτυρία η οποία συνοδεύει τόσο την αίτηση όσο και την ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. Δ.1 Η προγενέστερη καταχώρηση αγωγής εκτός δικαιοδοσίας
  7. Θεωρώ πως δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ή λεπτομερή αναφορά σε αυτά τα στοιχεία. Περιληπτικά προκύπτουν τα ακόλουθα. o Η ενάγουσα, η οποία σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης διεξάγει τραπεζικές εργασίες όλων των ειδών, έχει καταχωρήσει αυτή την αγωγή εναντίον ενός διαδίκου ο οποίος είναι κάτοικος στο εξωτερικό και συγκεκριμένα στο Ηνωμένο Βασίλειο. o Η ίδια η ενάγουσα αιτήθηκε και εξασφάλισε διατάγματα βάσει του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/2007 ως προς την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στον εναγόμενο. o Σύμφωνα και πάλι με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης η αγωγή έχει σχέση με μία συμφωνία δανείου η οποία έχει παράλληλα καταχωρηθεί εναντίον και άλλης εναγομένης εταιρείας εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. o Η σχέση με την εναγόμενη 2 η οποία προκύπτει βάσει του περιεχομένου της έκθεσης απαίτησης προκύπτει από την αγορά η οποία έγινε από τον εναγόμενο ενός ακινήτου το οποίο η συγκεκριμένη εταιρεία έχει υποθηκεύσει προς εξασφάλιση του επίδικου δανείου. o Επιπλέον, έχει υπογραφεί και συμφωνία εκχώρησης προς την ενάγουσα των δικαιωμάτων του εναγομένου τα οποία προκύπτουν από τη συμφωνία πώλησης του ακινήτου μεταξύ του και της εναγομένης 2 εταιρείας. o Με την αίτηση του ο εναγόμενος φέρει εις γνώση του Δικαστηρίου το γεγονός της προγενέστερης καταχώρησης αγωγής στο Ηνωμένο Βασίλειο στις 4/6/2014 από τον εναγόμενο και άλλους 50 συνολικά ενάγοντες εναντίον της ενάγουσας και άλλων δύο τραπεζών με διευθύνσεις εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. o Υπενθυμίζω απλά πως η αγωγή η οποία καταχωρήθηκε εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου καταχωρήθηκε στις 20/10/2014 δηλαδή πέραν των τεσσάρων μηνών μετά και από την καταχώρηση της αγωγής στο Ηνωμένο Βασίλειο. o Με την αγωγή αυτή, σύμφωνα και με την παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης, ο εναγόμενος ζητά, μεταξύ άλλων θεραπειών, ακύρωση της σύμβασης δανείου ενώ υπάρχει και αναφορά σε ζημιές τις οποίες είχε υποστεί εξαιτίας της σύναψης δανείου σε ελβετικά φράγκα. o Προκύπτει από την περιγραφή του ποσού εντός της έκθεσης απαίτησης με τη χρήση των γραμμάτων "CHF" πως το δάνειο αυτό έγινε σε ξένο νόμισμα ενώ σύμφωνα με τη μαρτυρία προς υποστήριξη της ένστασης της ενάγουσας αναφέρεται ρητά στο αντίγραφο της επίδικης συμφωνίας δανείου ότι το επίδικο ποσό είναι σε ξένο νόμισμα (δηλαδή, Swiss Franc).
  8. Αναφορικά με το θέμα της προγενέστερης καταχώρησης αγωγής εκτός δικαιοδοσίας αξίζει να σημειωθεί πως, παρά και την πάροδο αρκετού χρονικού διαστήματος από τις 4/6/2014 μέχρι και την επιφύλαξη αυτής της απόφασης στις 27/1/2016, δηλαδή σχεδόν 20 μηνών, ο εναγόμενος δεν επεδίωξε όπως παράσχει οποιαδήποτε επιπρόσθετη πληροφόρηση αναφορικά με την πορεία μέχρι εκείνη την ημερομηνία της ομαδικής αγωγής η οποία καταχωρήθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο.
  9. Όπως, παραδείγματος χάριν, με τη χρήση μίας συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Επομένως, το μόνο το οποίο έχει γίνει γνωστό προς το Δικαστήριο σε σχέση με την πορεία της προαναφερόμενης αγωγής είναι η προγενέστερη καταχώρηση στις 4/6/2014 μίας ομαδικής αγωγής από 51 ενάγοντες εναντίον μεταξύ άλλων δύο συνεναγομένων (επίσης κυπριακών τραπεζών) και της ενάγουσας σε ένα άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
  10. Παράλληλα όμως διατηρείται υπόψη του Δικαστηρίου πως ούτε και η ενάγουσα έχει προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με την οποιαδήποτε εξέλιξη της δικαστικής διαδικασίας στο Ηνωμένο Βασίλειο. Επιπλέον, η οποιαδήποτε αναφορά από τον ενόρκως δηλούντα προς υποστήριξη της ένστασης, στην αγωγή η οποία καταχωρήθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι γενική και αόριστη με μοναδική εξαίρεση σε σχέση με την καταχώρηση λεπτομερειών απαίτησης βάσει των οποίων, σύμφωνα με τη θέση του ενόρκως δηλούντος, δεν είναι ορθό όπως το Δικαστήριο θεωρήσει πως ο εναγόμενος είναι καταναλωτής για σκοπούς εφαρμογής του κανονισμού. Δ.2 Η διατήρηση υποκαταστήματος εκτός δικαιοδοσίας
  11. Διευκρινίζω σε αυτό το σημείο της απόφασης πως το ερώτημα κατά πόσο η ενάγουσα διατηρούσε υποκατάστημα στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν είναι δυνατό να επιλυθεί βάσει των όσων γενικών και αόριστων στοιχείων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου. Δ.3 Το ερώτημα κατά πόσο ο εναγόμενος είναι καταναλωτής
  12. Εντούτοις σε σχέση με το ερώτημα κατά πόσο ο εναγόμενος είναι ή δεν είναι καταναλωτής θεωρώ πως υπάρχουν επαρκή στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου τα οποία μάλιστα προέρχονται τόσο από τον εναγόμενο όσο και από την ίδια την ενάγουσα έτσι ώστε να παρέχεται η δυνατότητα εντός του πλαισίου εξέτασης αυτής της αίτησης να κριθεί αυτό το τόσο σημαντικό θέμα.
  13. Ο λόγος βεβαίως για τον οποίο αυτό το θέμα είναι σημαντικό είναι οι επιπτώσεις σε σχέση με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου οι οποίες θα μπορούσαν να προκύψουν σε περίπτωση κατά την οποία κριθεί πως όντως ο εναγόμενος σε σχέση με την επίδικη συμφωνία ενεργούσε ως καταναλωτής. Ιδιαίτερα δε σε σχέση με τη δυνατότητα εφαρμογής της ρήτρας δικαιοδοσίας η οποία υπάρχει στην επίδικη συμφωνία δανείου.
  14. Υπενθυμίζω σχετικά πως σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη
(14)στο προοίμιο του κανονισμού η «...αυτονομία των μερών μιας σύμβασης όσον αφορά τον καθορισμό του αρμόδιου δικαστηρίου πρέπει να τηρείται με την επιφύλαξη των αποκλειστικών βάσεων δικαιοδοσίας που προβλέπονται από τον ανά χείρας κανονισμό, εκτός εάν πρόκειται για συμβάσεις ασφάλισης, καταναλωτών και εργασίας, όπου επιτρέπεται μόνον περιορισμένη αυτονομία» (η υπογράμμιση είναι δική μου).
  1. Ενώ βεβαίως στο άρθρο 17 του κανονισμού αναφέρεται πως παρέκκλιση σύμφωνα με ένα από τους τρεις τρόπους παρέκκλισης από τις διατάξεις του τμήματος 4 (το οποίο καλύπτει το θέμα της διεθνής δικαιοδοσίας σε συμβάσεις καταναλωτών) είναι δυνατή μόνο με συμφωνίες μεταγενέστερες από τη γένεση της διαφοράς. Συνεπώς μία ρήτρα δικαιοδοσίας η οποία ήδη υπάρχει εντός μίας συμφωνίας προ της γένεσης μίας διαφοράς ασφαλώς και δεν θα έχει εφαρμογή σε περίπτωση κατά την οποία ο συμβαλλόμενος, δηλαδή ο εναγόμενος σε αυτή την περίπτωση, είναι δυνατό να κριθεί πως ενεργούσε ως καταναλωτής.
  2. Σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού, για να κριθεί από το Δικαστήριο ότι όντως ο εναγόμενος είναι καταναλωτής θα πρέπει ο σκοπός της επίδικης συμφωνίας να θεωρηθεί ως ξένος προς την επαγγελματική του δραστηριότητα (με την επιφύλαξη των άρθρων 4 και 5, σημείο 5) εάν, μεταξύ άλλων, πρόκειται για δάνειο με σταδιακή εξόφληση ή για οποιαδήποτε άλλη πιστωτική συναλλαγή συνδεόμενη με τη χρηματοδότηση αγοράς ενσωμάτων κινητών (a contract for a loan repayable by instalments, or for any other form of credit, made to finance the sale of goods). Απλά σημειώνω πως η επιφύλαξη των θέσεων 4 και 5, σημείο 5, δεν τυγχάνει εφαρμογής στην περίπτωση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση.
  3. Έχει ιδιαίτερη σημασία συνεπώς η απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο μπορεί να θεωρηθεί ο σκοπός της επίδικης συμφωνίας ως ξένος προς την επαγγελματική δραστηριότητα του εναγομένου (for a purpose which can be regarded as being outside his trade or profession).
  4. Η θέση του εναγομένου αναφορικά με αυτό το θέμα, βάσει βεβαίως της πληροφόρησης προς τον ενόρκως δηλούντα, προβάλλεται στις παραγράφους 21 και 22 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης. Βασική του θέση είναι πως η επίδικη συμφωνία δανείου δεν εμπίπτει στο πλαίσιο επαγγέλματος ή άσκησης εμπορίου εκ μέρους του, ότι ουσιαστικά ο σκοπός της ήταν ξένος προς τέτοια δραστηριότητα ενώ η αγορά του επίδικου ακινήτου έγινε επί σχεδίου για προσωπικούς λόγους, δηλαδή για την απόκτηση παραθεριστικής κατοικίας στην Κύπρο.
  5. Θεωρώ, διατηρώντας υπόψη στο σύνολο τους τα όσα στοιχεία έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, πως δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος αυτή η θέση να μην γίνει δεκτή ως βάσιμη. Μάλιστα η ίδια η ενάγουσα παρά και το γεγονός πως αμφισβητεί τους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντος εντούτοις δεν προβάλει οποιαδήποτε πραγματικά αντίθετη θέση. Υπό την έννοια δηλαδή να ισχυρίζεται πως όντως ο σκοπός της επίδικης συμφωνίας δεν ήταν ξένος προς την επαγγελματική δραστηριότητα του εναγομένου. Μάλιστα ούτε καν ισχυρισμός προβάλεται ως πρός αυτή την επαγγελματική δραστηριότητα ενώ η απλή αναφορά ως πρός το ότι η επίδικη αγορά έγινε για σκοπούς επένδυσης ασφαλώς και δεν αναδεικνύει από μόνη της την οποιαδήποτε συναφή επαγγελματική δραστηριότητα του εναγομένου.
  6. Δηλαδή, παρά και το γεγονός πως προβάλεται στην παράγραφο 15 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης, ισχυρισμός πως ο εναγόμενος αγόρασε το επίδικο ακίνητο για σκοπούς επένδυσης, ακόμη και να γίνει δεκτή αυτή η θέση, εντούτοις δεν οδηγεί είτε αβίαστα είτε ακόμη και βάσει της απλής κοινής λογικής έστω και σε εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα πως η επίδικη συμφωνία δανείου - ή ακόμη και πως η συνδεδεμένη με αυτή αγορά ακινήτου - έγινε εντός του πλαισίου άσκησης οποιασδήποτε επαγγελματικής δραστηριότητα του εναγομένου.
  7. Επίσης, αξίζει να σημειωθεί ο τρόπος με τον οποίο ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της ένστασης αναφέρεται στην αμέσως επόμενη παράγραφο σε "στεγαστικά δάνεια" ενώ υπάρχουν και άλλες διάσπαρτες συναφείς αναφορές στη μαρτυρία, επί της οποίας η ίδια η ενάγουσα βασίζεται, σε σχέση με το είδος του δανείου το οποίο δόθηκε προς τον εναγόμενο. Ότι δηλαδή αυτό ήταν στεγαστικό.
  8. Άλλη σχετική περιγραφή βεβαίως είναι και αυτή στην έκθεση απαίτησης στην παράγραφο 2 όπου αμέσως μετά τη λέξη δάνειο αναφέρονται εντός παρενθέσεως οι λέξεις "ALPHA HOME".
  9. Διερωτάται πραγματικά το Δικαστήριο πως θα ήταν δυνατό να θεωρηθεί πως ένα οποιοδήποτε στεγαστικό δάνειο εντάσσεται στην επαγγελματική δραστηριότητα ενός δανειολήπτη. Θέτοντας το πολύ απλά η θέση της ενάγουσας ως προς το ότι ο εναγόμενος δεν ενεργούσε ως καταναλωτής διότι η αγορά η οποία έγινε είχε ως σκοπό την επένδυση και πάλι δεν εντάσσει αυτή την αγορά εντός του πλαισίου μίας οποιασδήποτε επαγγελματικής δραστηριότητας του εναγομένου για την οποία, τονίζω και πάλι, η ίδια η ενάγουσα δεν προβάλει την οποιαδήποτε σαφή θέση.
  10. Πραγματικά δεν χρειάζεται ιδιαίτερη διερεύνηση του θέματος έτσι ώστε για σκοπούς εξέτασης αυτής της αίτησης το Δικαστήριο να οδηγηθεί σε συμπέρασμα πως ο εναγόμενος όντως ενήργησε ως καταναλωτής όταν η επίδικη συμφωνία υπογράφηκε εκ μέρους του. Το συμπέρασμα αυτό βεβαίως εξάγεται για σκοπούς αυτής της απόφασης και όχι σε σχέση με τη θέση του εναγομένου πως δεν είχε εξουσιοδοτήσει τον δικηγόρο, ο οποίος αναφέρεται στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης, έτσι ώστε να υπογράψει την επίδικη συμφωνία δανείου.
  11. Διευκρινίζεται δηλαδή πως το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε πιθανά ουσιώδη επίδικα θέματα ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη πως έχοντας υπόψη και τη φύση της αίτησης υπό εξέταση ο εναγόμενος δεν έχει ασφαλώς καταχωρήσει έκθεση υπεράσπισης. Διευκρινίζεται επιπλέον πως το να αφεθεί να εξεταστεί το ερώτημα κατά πόσο ο εναγόμενος ενεργούσε ως καταναλωτής κατά την εκδίκαση της αγωγής, δηλαδή μετά και από απόρριψη αυτής της αίτησης και εκδίκαση της αγωγής εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου ασφαλώς θα αναιρούσε και το σκοπό ύπαρξης του κανονισμού. Θεωρώ δηλαδή πως το θέμα αυτό γενικά, εφόσον ζητηθεί από το Δικαστήριο, θα πρέπει να εξεταστεί και επιλυθεί σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Εάν και εφόσον βεβαίως στην κάθε πιθανή περίπτωση παρέχεται αυτή η δυνατότητα βάσει των στοιχείων τα οποία τίθενται υπόψη του Δικαστηρίου.
  12. Σημειώνεται απλά σε σχέση με την εφαρμογή του άρθρου 59 του κανονισμού πως όπως γίνεται αντιληπτό από το Δικαστήριο αμφότεροι οι διάδικοι συμφωνούν ουσιαστικά μεταξύ τους πως η κατοικία του εναγομένου δεν είναι στην Κύπρο αλλά στο Ηνωμένο Βασίλειο.
  13. Το Δικαστήριο θα επιστρέψει στη σημασία της συγκεκριμένης διαπίστωσης ως προς την ιδιότητα του εναγομένου ως καταναλωτή πιο κάτω εντός αυτής της απόφασης. Δ.4 Βασικός στόχος και σχετικές πρόνοιες του κανονισμού
  14. Εφαρμόζοντας τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 44/2001 ασφαλώς το Δικαστήριο διατηρεί υπόψη του πως μεταξύ των βασικών του στόχων είναι η ελαχιστοποίηση της πιθανότητας παράλληλης εκδίκασης μίας υπόθεσης και η αποφυγή έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων σε δύο κράτη μελή (βλ. σχετικά την αιτιολογική σκέψη 15 του κανονισμού).
  15. Όπως επίσης διατηρεί υπόψη του πως τα πρόσωπα τα οποία έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτος μέλους ενάγονται ενώπιον των Δικαστηρίων του συγκεκριμένου κράτους μέλους με την επιφύλαξη όμως των διατάξεων του κανονισμού (άρθρο 2
(1)). 48. Ούτε και αγνοεί και τα όσα αναφέρονται στο άρθρο 27
(1)ως προς το ότι σε περίπτωση κατά την οποία έχουν ασκηθεί αγωγές με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία μεταξύ των ίδιων διαδίκων ενώπιον Δικαστηρίων διάφορων κρατών μελών, κάθε Δικαστήριο εκτός εκείνου που επελήφθη πρώτο, αναστέλλει αυτεπάγγελτα την διαδικασία του μέχρις ότου διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του Δικαστηρίου που επελήφθη πρώτο.
  1. Ή τη δυνατότητα η οποία παρέχεται βάσει του άρθρου 28 ως προς την αναστολή της εκδίκασης μίας αγωγής από κάθε Δικαστήριο, εκτός εκείνου που έχει πρώτο επιληφθεί, όταν συναφείς αγωγές εκκρεμούν ενώπιον Δικαστηρίων διαφόρων κρατών μελών.
  2. Παράλληλα, διατηρεί υπόψη του το Δικαστήριο και το άρθρο 22 ως προς το ότι αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία, δίχως να λαμβάνεται υπόψη η κατοικία, σε υποθέσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων, έχουν τα Δικαστήρια του κράτους μέλους της τοποθεσίας του ακινήτου.
  3. Ως επίσης και το άρθρο 23 σύμφωνα με το οποίο αν τα μέρη, από τα οποία ένα τουλάχιστον έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους, συμφώνησαν ότι ένα Δικαστήριο ή τα Δικαστήρια κράτους μέλους θα δικάζουν τις διάφορες που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από συγκεκριμένη έννομη σχέση, το Δικαστήριο αυτό ή τα Δικαστήρια του κράτους αυτού έχουν διεθνή δικαιοδοσία η οποία είναι αποκλειστική εκτός αν τα μέρη συμφώνησαν άλλως.
  4. Επιπλέον, βεβαίως το Δικαστήριο διατηρεί υπόψη του και την παράγραφο 2 του άρθρου 16 σύμφωνα με την οποία η αγωγή του αντισυμβαλλόμενου κατά του καταναλωτή μπορεί να ασκηθεί μόνο ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους, στο έδαφος του οποίου έχει την κατοικία του ο καταναλωτής. Ως επίσης και τα όσα αναφέρονται πιο πάνω σε σχέση με το άρθρο 17 του κανονισμού (βλ. σχετικά την παράγραφο 33 αυτής της απόφασης). Δ.5 Το θέμα της ύπαρξης δικαιωμάτων in rem
  5. Όπως αναφέρεται και πιο πάνω (βλ. σχετικά το τέταρτο και πέμπτο σημείο της παραγράφου 25 αυτής της απόφασης) το Δικαστήριο διατηρεί υπόψη ότι στην περίπτωση υπό εξέταση η αγωγή έχει σχέση και με συγκεκριμένο ακίνητο. Συνεπώς κατ΄ επέκταση αναδεικνύεται εντός της έκθεσης απαίτησης και σχέση των επίδικων θεμάτων με εμπράγματα δικαιώματα επί του συγκεκριμένου ακινήτου (όπως, το πωλητήριο έγγραφο και εκχώρηση αυτού και η επιδίωξη ως θεραπείας της ειδικής εκτέλεσης αυτού ή ακόμη και η υποθήκη προς εξασφάλιση του επίδικου δανείου έστω και εάν αυτή έχει δοθεί ως εξασφάλιση από την εναγόμενη 2).
  6. Διατηρεί επίσης υπόψη του και σχετική νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως την απόφαση ημερομηνίας 3/4/2014 στην υπόθεση C-438/12 Weber v. Weber στην οποία αναφέρεται πως το άρθρο 27
(1)του κανονισμού έχει την έννοια ότι το δικαστήριο που επιλήφθηκε δεύτερο της διαφοράς είναι υποχρεωμένο, πριν αναστείλει τη διαδικασία κατ' εφαρμογή της διάταξης αυτής, να ελέγξει κατά πόσον, λόγω της μη τήρησης του κανόνα για την αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία που προβλέπει το άρθρο 22, σημείο 1, του εν λόγω κανονισμού, η απόφαση που ενδέχεται να εκδώσει επί της ουσίας το Δικαστήριο που επιλήφθηκε πρώτο της διαφοράς δεν θα αναγνωριστεί στα άλλα κράτη μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 35
(1)του κανονισμού.
  1. Παράλληλα όμως δεν είναι δυνατό να αγνοηθούν και οι αυθεντίες οι οποίες αναφέρονται από την ευπαίδευτη συνήγορο του εναγομένου σε σχέση με τη θέση του ως προς το ότι το άρθρο 22, σημείο 1, του κανονισμού θα πρέπει να ερμηνεύεται περιοριστικά. Σύμφωνα με αυτές τις αυθεντίες παρά και το γεγονός πως όσον αφορά τη δικαιοδοσία σε υποθέσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων, όπως προκύπτει από το άρθρο 22, σημείο 1, του κανονισμού αποκλειστικώς αρμόδια είναι τα δικαστήρια του κράτους μέλους της τοποθεσίας του ακινήτου εντούτοις η εφαρμογή του κανονισμού θα πρέπει να γίνεται βάσει της νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
  2. Σύμφωνα με τη νομολογία αυτή σε σχέση με το άρθρο 16, σημείο 1, στοιχείο αʹ, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, η οποία ισχύει, κατά την αιτιολογική σκέψη 19 του κανονισμού 44/2001, και για την ερμηνεία του άρθρου 22, σημείο 1, του εν λόγω κανονισμού, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει κρίνει πως το άρθρο αυτό έχει την έννοια ότι στην αποκλειστική δικαιοδοσία των δικαστηρίων του συμβαλλόμενου κράτους της τοποθεσίας του ακινήτου δεν περιλαμβάνονται όλες οι αγωγές που αφορούν εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων, αλλά μόνον οι αγωγές εκείνες οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της συγκεκριμένης Σύμβασης στις οποίες περιλαμβάνονται αγωγές βάσει των οποίων επιδιώκεται, αφενός, ο καθορισμός της εκτάσεως, της συστάσεως, της κυριότητας και της νομής ακινήτων ή της υπάρξεως άλλων εμπραγμάτων δικαιωμάτων επ' αυτών και, αφετέρου, η εξασφάλιση στους δικαιούχους της προστασίας των προνομίων που συνδέονται με τον τίτλο τους (βλ. σχετικά την αιτιολογική σκέψη 21 της απόφασης ημερομηνίας 3/10/2013 στην υπόθεση C-386/12 Schneider εντός της οποίας υπάρχει αναφορά και στην αιτιολογική σκέψη 11 της απόφασης ημερομηνίας 10/1/1990 στην υπόθεση C-115/88 Reichert και Kockler ως επίσης και στην αιτιολογική σκέψη 30 της απόφασης ημερομηνίας 18/5/2006 στην υπόθεση C-343/04 Land Oberösterreich v. ČEZ a.s.).
  3. Δηλαδή αν και οι διαφορές που αφορούν εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων θα πρέπει γενικά να εκδικάζονται σύμφωνα με τους κανόνες του κράτους της τοποθεσίας του ακινήτου εντούτοις δεν περιλαμβάνονται στην αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία των Δικαστηρίων του κράτους της τοποθεσίας του ακινήτου όλες οι αγωγές που αφορούν εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων, αλλά μόνον οι αγωγές εκείνες οι οποίες, αφενός, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω Συμβάσεως και, αφετέρου, περιλαμβάνονται μεταξύ αυτών με τις οποίες επιδιώκεται ο καθορισμός της εκτάσεως, της υφής, της κυριότητας και της νομής ακινήτων ή της υπάρξεως άλλων εμπραγμάτων δικαιωμάτων επ' αυτών, καθώς και η εξασφάλιση στους δικαιούχους της προστασίας των προνομιών που συνδέονται με τον τίτλο τους.
  4. Επομένως, βάσει και των δεδομένων της περίπτωσης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση και κυρίως το γεγονός πως το αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας εναντίον του εναγομένου αλλά και ολόκληρη η ουσία ή αντικείμενο της αγωγής βασίζεται σε συμφωνία τραπεζικού δανείου, κρίνω πως δεν είναι δυνατό να κριθεί πως αυτό το Δικαστήριο έχει αποκλειστική δικαιοδοσία εξαιτίας της εφαρμογής του άρθρου 22, σημείο 1, του κανονισμού.
  5. Θεωρώ δηλαδή πως η αγωγή αυτή δεν εμπίπτει στην προαναφερόμενη κατηγορία αγωγών οι οποίες αφορούν εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων και οι οποίες καλύπτονται από τον κανονισμό. Συνεπώς δεν είναι δυνατό να κριθεί δίχως να λαμβάνεται υπόψη η κατοικία του εναγομένου, ότι αυτό το Δικαστήριο έχει αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία καθότι η αγωγή έχει σχέση με εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων σύμφωνα με το άρθρο 22 του κανονισμού. Δ.6 Η ρήτρα δικαιοδοσίας
  6. Παρά και την πιο πάνω διαπίστωση διατηρώντας υπόψη τη ρήτρα δικαιοδοσίας στην επίδικη συμφωνία δανείου (βλ. σχετικά την παράγραφο 13 (ε) της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης) το αίτημα του εναγομένου θα μπορούσε εν τέλει να μην ήταν δυνατό να κριθεί ως δικαιολογημένο. Αναφορικά δηλαδή με τη θέση πως τα Αγγλικά Δικαστήρια είναι αυτά τα οποία έχουν αποκλειστική αρμοδιότητα για την επίλυση της επίδικης διαφοράς ή ότι αυτό το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία εκδίκασης της αγωγής.
  7. Σχετική δική μας νομολογία είναι η απόφαση Hampton Advisory Group S. A. v.
  8. Bost Ad κ. ά.
(2012)1 Α.Α.Δ. 549 στην οποία αναφέρεται πως θεμελιώνεται μέσα από τη νομολογία η ελευθερία των διαδίκων να επιλέγουν το forum επίλυσης των διαφορών τους ενώ με βάση τόσο αυτή τη νομολογία αλλά και τις πρόνοιες του κανονισμού η ρήτρα αλλοδαπής δικαιοδοσίας τυγχάνει σεβασμού, εκτός εάν υπάρχει λόγος για να μην ακολουθηθεί, λόγος που βαρύνει και θα πρέπει να αποδειχθεί από τον διάδικο που εισηγείται την μη εφαρμογή της.
  1. Αναμφίβολα αυτή η αυθεντία λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο ως σχετική με την περίπτωση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Όμως βάσει και της μαρτυρίας την οποία παρουσίασε ο εναγόμενος αλλά και την επιχειρηματολογία προς υποστήριξη της θέσης του ως πρός το ότι ο ίδιος θα πρέπει να τύχει αντιμετώπισης από το Δικαστήριο ως καταναλωτής, θεωρώ πως το ερώτημα κατά πόσο υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος μη εφαρμογής της συγκεκριμένης ρήτρας η οποία υπάρχει στην επίδικη συμφωνία δανείου μεταξύ της ενάγουσας και του εναγομένου, θα πρέπει να ιδωθεί διατηρώντας υπόψη και τη διαπίστωση του Δικαστηρίου αναφορικά με την ιδιότητα του εναγομένου ως καταναλωτής.
  2. Αξίζει να σημειωθεί πως παρά και το γεγονός πως με τον πρώτο λόγο ένστασης η ενάγουσα σαφώς θέτει ως θέμα το άρθρο 23 του κανονισμού η ευπαίδευτη συνήγορος του εναγομένου δεν αναφέρει οτιδήποτε επί του προκειμένου στην επιχειρηματολογία της καθώς στις σελίδες 7 και 8 της γραπτής αγόρευσης της παρά την αναφορά και στο άρθρο 23 εντούτοις περιορίζεται σε ανάλυση της εφαρμογής του άρθρου 22 του κανονισμού.
  3. Συνεπώς ο ίδιος ο εναγόμενος δεν έχει διατυπώσει οποιοδήποτε θέση ως πρός το θέμα της παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας (prorogation of jurisdiction). Δίχως όμως αυτό το δεδομένο να οδηγεί σε συμπέρασμα πως δεν θα πρέπει το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του τη διαπίστωση ως προς το ότι σε σχέση με την επίδικη συμφωνία ο εναγόμενος ενεργούσε ως καταναλωτής και τις συνέπειες οι οποίες προκύπτουν από αυτή τη διαπίστωση. Δ.7 Η εφαρμογή της θεωρίας του forum non conveniens
  4. Επιπλέον, έχοντας υπόψη και διάφορα στοιχεία, όπως, παραδείγματος χάριν, το χώρο υπογραφής και εκτέλεσης της επίδικης συμφωνίας και διαμονής των πιθανών μαρτύρων οι οποίοι θα κληθούν κατά την εκδίκαση της αγωγής ή ακόμη και την ύπαρξη συνεναγομένου εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, πραγματικά δεν θα ήταν δυνατό να γίνει δεκτή και η θέση αναφορικά με το ότι αυτό το Δικαστήριο δεν είναι forum conveniens για σκοπούς εκδίκασης της αγωγής. Εάν βεβαίως το θέμα αυτό ήταν όντως σχετικό με την αίτηση του εναγομένου.
  5. Καθότι όπως αναφέρεται στην απόφαση Hampton (βλ. πιο πάνω) οι συντάκτες της Σύμβασης των Βρυξελλών δεν προέβλεψαν για εξαίρεση στη βάση του forum non conveniens ενώ το Ανώτατο Δικαστήριο παραπέμπει σχετικά στην απόφαση της υπόθεσης C-281/02, ημερομηνίας 1/3/2005 Owusu v Jackson.
  6. Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 46 της απόφασης Owusu η Σύμβαση των Βρυξελλών απαγορεύει σε δικαστήριο συμβαλλόμενου κράτους να αποποιηθεί τη διεθνή δικαιοδοσία την οποία αντλεί από το άρθρο 2 της εν λόγω συμβάσεως με το σκεπτικό ότι δικαστήριο μη συμβαλλόμενου κράτους είναι καταλληλότερο για την εκδίκαση της διαφοράς, ακόμη και αν δεν τίθεται ζήτημα διεθνούς δικαιοδοσίας δικαστηρίου άλλου συμβαλλόμενου κράτους ή η ως άνω διαφορά δεν έχει κανένα άλλο συνδετικό στοιχείο με άλλο συμβαλλόμενο κράτος.
  7. Θέτοντας το πολύ απλά η θεωρία ή η αρχή του forum non conveniens δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με το αντικείμενο της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
  8. Η διαπίστωση του Δικαστηρίου ως προς το ότι ο εναγόμενος σε σχέση με την επίδικη συμφωνία δανείου ενεργούσε ως καταναλωτής σε συνάρτηση και με όλα τα υπόλοιπα σχετικά δεδομένα οδηγεί σε συμπέρασμα πως η αγωγή της ενάγουσας θα έπρεπε να είχε καταχωρηθεί ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους, στο έδαφος του οποίου έχει την κατοικία του ο καταναλωτής, δηλαδή στο Ηνωμένο Βασίλειο.
  9. Επιπλέον, διατηρώντας υπόψη αυτή την ιδιότητα δεν παρέχεται περιθώριο εφαρμογής της ρήτρας δικαιοδοσίας καθώς η αυτονομία της ενάγουσας και του εναγομένου όσον αφορά τον καθορισμό του αρμόδιου δικαστηρίου περιορίζεται έτσι ώστε στη συγκεκριμένη περίπτωση να μην παρέχεται η δυνατότητα εφαρμογής της.
  10. Συνεπώς η αίτηση του εναγομένου κρίνεται δικαιολογημένη ως προς το ότι θα πρέπει να εκδοθεί διάταγμα αναστολής της διαδικασίας λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας αυτού του Δικαστηρίου σύμφωνα και με τον κανονισμό.
  11. Παράλληλα όμως το Δικαστήριο κρίνει πως η έκδοση διατάγματος αναστολής της διαδικασίας δεν θα πρέπει να είναι αόριστης διαρκείας αλλά θα πρέπει να συνδέεται με την πορεία της αγωγής η οποία έχει καταχωρηθεί και από τον εναγόμενο εναντίον της ενάγουσας στο Ηνωμένο Βασίλειο. Όπως αναφέρεται και πιο πάνω η ενημέρωση η οποία έχει δοθεί στο Δικαστήριο αναφορικά με αυτή την πορεία δεν κρίνεται επαρκής έτσι ώστε βάσει αυτής το Δικαστήριο να είναι σε θέση να καταλήξει σε καθοριστικό συμπέρασμα ως προς την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας του σε σχέση με τη συγκεκριμένη περίπτωση υπέρ του Δικαστηρίου στο Ηνωμένο Βασίλειο.
  12. Επομένως, υπό αυτές τις περιστάσεις θεωρώ πως το ορθότερο και πιο δίκαιο συμπέρασμα στο οποίο το Δικαστήριο θα μπορούσε να καταλήξει είναι η εφαρμογή του άρθρου 27, παράγραφος 1 του κανονισμού έτσι ώστε να ανασταλεί η διαδικασία ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου μέχρις ότου διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του Δικαστηρίου το οποίο έχει επιληφθεί πρώτο της υπόθεσης.
  13. Διευκρινίζω παράλληλα πως το Δικαστήριο οδηγείται σε αυτό το συμπέρασμα έχοντας κρίνει και πάλι με τα όσα στοιχεία έχουν τεθεί υπόψη του σε προκαταρκτικό συμπέρασμα ως προς το ότι όντως έχουν ασκηθεί αγωγές με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία μεταξύ των ίδιων διαδίκων ενώπιον Δικαστηρίων δύο διαφορετικών κρατών μελών.
  14. Επιπλέον, αναφορικά με τη θέση του εναγομένου ως προς το ότι δεν επιδόθηκε σε αυτόν η τυποποιημένη βεβαίωση η οποία προβλέπεται από το άρθρο 8 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/2007 έχοντας υπόψη και τα όσα σχετικά αναφέρονται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 12/4/2016 μεταξύ Alpha Bank Cyprus Ltd. v.
  15. Si Senh Dau κ. ά. θεωρώ πως εάν η αίτηση δεν γινόταν δεκτή τότε θα έπρεπε η ενάγουσα να λάβει όλα τα ενδεικνυόμενα δικονομικά μέτρα για να θεραπεύσει τη συγκεκριμένη δικονομική παράλειψη εντός προθεσμίας η οποία θα καθοριζόταν από το Δικαστήριο. Διατηρώντας υπόψη όμως το αποτέλεσμα εκδίκασης αυτής της αίτησης θεωρώ πως δεν είναι αναγκαίος ο καθορισμός τέτοιας προθεσμίας παρά και το ότι αυτό δεν αναιρεί τη διαπίστωση ως προς την ύπαρξη της συγκεκριμένης δικονομικής παράλειψης.
  16. Σημειώνεται πως ο ισχυρισμός της ενάγουσας ως προς την επίδοση αυτής της βεβαίωσης δεν συνάδει με το τεκμήριο Β και τα έγγραφα τα οποία επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 4/5/2015 ή ακόμη και στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης. Ενώ σαφώς στη βεβαίωση επίδοσης (τεκμήριο Α επίσης στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 4/5/2015) δεν έχει συμπληρωθεί το τετραγωνάκι στο σημείο 12.3 ως προς το ότι ο εναγόμενος ενημερώθηκε γραπτώς ότι θα μπορούσε να αρνηθεί να δεχτεί τα έγγραφα εάν αυτά δεν ήταν σε γλώσσα κατανοητή προς τον ίδιο ή συνοδευόμενα από μεταφράσεις σε τέτοια γλώσσα.
  17. Συνεπώς, διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω το αίτημα του εναγομένου κρίνεται δικαιολογημένο και γίνεται δεκτό με την έκδοση διατάγματος αναστολής της διαδικασίας της αγωγής μεταξύ της ενάγουσας και του εναγομένου 1 μέχρις ότου διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του Δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου το οποίο έχει επιληφθεί πρώτο της υπόθεσης.
  18. Τέλος, λαμβάνοντας υπόψη το αποτέλεσμα εκδίκασης της αίτησης τα έξοδα της επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου 1 και εις βάρος της ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλήτη και εγκριθούν από το Δικαστήριο είτε μετά από τη διαπίστωση όντως της ύπαρξης διεθνούς δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου είτε, σε αντίθετη περίπτωση, μετά και από τη συνέχιση της διαδικασίας ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου και την αποπεράτωση της αγωγής είτε με εκδίκαση της είτε με διαφορετικό τρόπο. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.