ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ κ.α. ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ, Αρ. Συνενωμένων Αγωγών: 3926/10, 3928/10 και 3924/10, 12/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A104 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Συνενωμένων Αγωγών: 3926/10, 3928/10 και 3924/10 Αρ. Αγωγής: 3926/10 Μεταξύ: ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ Ενάγοντος και ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ Εναγόμενου - - - - - - - - - - - - - - Αρ. Αγωγής: 3928/10 Μεταξύ: ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ Ενάγοντος και ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ Εναγόμενου - - - - - - - - - - - - - - Αρ. Αγωγής: 3924/10 Μεταξύ: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ Ενάγοντος και ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ Εναγόμενου - - - - - - - - - - - - - - 12.05.2016 Για τον Ενάγοντα στις Αγωγές 3926/10, 3928/10 και Εναγόμενο στην 3924/10: κ. Ζύμπηλος (κ. Σάββα για ν' ακούσει απόφαση) Για τον Εναγόμενο στις Αγωγές 3926/10, 3928/10 και Ενάγοντα στην 3924/10: κ. Αλεξάνδρου (κα Λεμονάρη για ν' ακούσει απόφαση) Α Π Ο Φ Α Σ Η Η υπογραφή δύο εγγράφων από τον Κωνσταντίνο Ε. Ευαγγέλου, Εναγόμενο στις αγωγές με αρ.3926/10 και 3928/10 Ε.Δ. Πάφου και Ενάγοντα στην αγωγή με αρ.3924/10 Ε.Δ. Πάφου(στο εξής ο «Εναγόμενος»), αποτέλεσε την αφορμή για την καταχώρηση των τριών προαναφερόμενων αγωγών. Ενάγων στις αγωγές με αρ.3926/10 και 3928/10 Ε.Δ. Πάφου και αντίστοιχα Εναγόμενος στην αγωγή με αρ.3924/10 Ε.Δ. Πάφου είναι ο Αλέξανδρος Φιλιππίδης (στο εξής ο «Ενάγων») προς όφελος του οποίου υπογράφηκαν τα πιο πάνω αναφερόμενα έγγραφα. Ο Ενάγων με την αγωγή με αρ.3926/10 αξιώνει το ποσό των €25.000 δυνάμει γραμματίου και/ή γραμματίου συνήθους τύπου και/ή γραπτής αναγνώρισης χρέους και/ή συναλλαγματικής και/ή άλλως πως, το οποίο υπογράφηκε από τον Εναγόμενο προς όφελος του στις 18.05.10 και το οποίο θα έφερε τόκο προς 9% ετησίως από τις 18.05.10 μέχρι εξοφλήσεως. Ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι το εν λόγω ποσό το οικειοποιήθηκε και/ή καταχράστηκε ο Εναγόμενος από την επιχείρηση του στην οποία εργοδοτείτο ο τελευταίος. Περαιτέρω, ο Ενάγων διεκδικεί διαζευκτικά το προαναφερόμενο ποσό ως αποζημιώσεις λόγω παράβασης συμφωνίας και/ή στη βάση των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Οι ίδιοι ισχυρισμοί προβάλλονται και στην αγωγή με αρ.3928/10, στην οποία όμως αξιώνεται το ποσό των €10.000 δυνάμει γραμματίου και/ή γραμματίου συνήθους τύπου και/ή γραπτής αναγνώρισης χρέους και/ή συναλλαγματικής και/ή άλλως πως, το οποίο υπογράφηκε από τον Εναγόμενο προς όφελος του Ενάγοντα στις 16.07.
- Ο Εναγόμενος στις Υπερασπίσεις που καταχώρησε στις πιο πάνω αγωγές αρνείται τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα και ισχυρίζεται ότι τα έγγραφα με βάση τα οποία ενάγεται υπογράφηκαν υπό το κράτος συνεχών απειλών και εκβιασμών του Ενάγοντα. Ισχυρίζεται συγκεκριμένα ότι ο Ενάγων τον απειλούσε πως αν δεν υπέγραφε τα γραμμάτια θα τον κατάγγελλε στην Αστυνομία για καταχρήσεις και θα τον έκλεινε για χρόνια στη φυλακή. Περαιτέρω, τον απειλούσε πως θα διέσυρε το όνομα και την καλή φήμη του. Οι απειλές συνεχίστηκαν και μετά τις υπογραφές των εγγράφων, με αποτέλεσμα ο Εναγόμενος να εξαναγκαστεί να καταβάλει στον Ενάγοντα το ποσό των €1.100 αχρεωστήτως. Το εν λόγω ποσό διεκδικεί ο Εναγόμενος με την αγωγή αρ.3924/10 Ε.Δ. Πάφου. Επίσης, ο Εναγόμενος αξιώνει την έκδοση διαταγμάτων με τα οποία να κηρύσσονται άκυρα και/ή παράνομα και/ή ακυρώσιμα όλα τα έγγραφα που υπογράφηκαν από αυτόν και την επιδίκαση γενικών και/ή τιμωρητικών αποζημιώσεων για τη ψυχολογική και/ή άλλη αναστάτωση που του προκάλεσε ο Ενάγων. Ο Ενάγων από την άλλη στη δική του Υπεράσπιση αρνείται τους ισχυρισμούς που προβάλλει ο Εναγόμενος και επαναλαμβάνει ουσιαστικά τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στα δικόγραφα των Εκθέσεων Απαίτησης των αγωγών αρ. 3926 και 3928/
- Στη βάση των πιο πάνω κοινών πραγματικών και νομικών ζητημάτων, το Δικαστήριο εξέδωσε στις 29.05.14 διάταγμα συνένωσης των τριών προαναφερόμενων αγωγών επί όλων των θεμάτων και ως οδηγός τέθηκε η αγωγή με αρ.3926/
- Κατά την ακροαματική διαδικασία κλήθηκαν συνολικά τρεις μάρτυρες για την πλευρά του Ενάγοντα. Συγκεκριμένα κατέθεσε ο ίδιος (ΜΕ1), ο Χρύσανθος Αναστάση (ΜΕ2) και ο Γιάννης Αναστασίου (ΜΕ3). Εκ μέρους της Υπεράσπισης δεν προσφέρθηκε μαρτυρία. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων μέσω των αγορεύσεων τους ανέπτυξαν την επιχειρηματολογία τους τόσο όσον αφορά την ποιότητα της προσαχθείσας μαρτυρίας όσο και επί των νομικών ζητημάτων που εγείρονται. Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ. 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα (Καννάουρου κ.α ν. Σταδιώτη κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 35). Ο Ενάγων ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9 ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, γραπτή δήλωση (Τεκμήριο Α). Σε αυτήν αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι ο Εναγόμενος εργοδοτείτο από τον ίδιο από το 2004 μέχρι το τέλος του
- Ο Εναγόμενος οικειοποιήθηκε από την επιχείρηση του Ενάγοντα με την εμπορική επωνυμία Alpha Electrotype (στο εξής η «επιχείρηση»,) στην οποία εργοδοτείτο, το συνολικό ποσό των €35.
- Η οικειοποίηση ή κατάχρηση του εν λόγω ποσού διαφάνηκε σταδιακά, όταν πελάτες της επιχείρησης διαμαρτυρήθηκαν διότι εξακολουθούσαν να παρουσιάζονται στις καταστάσεις της επιχείρησης ότι οφείλουν προς αυτήν ενώ είχαν εξοφλήσει τους λογαριασμούς ή τα τιμολόγια τους. Προς το σκοπό αυτό διενεργήθηκε οικονομικός-λογιστικός έλεγχος και ο Εναγόμενος αρχικά παραδέχθηκε ότι καταχράστηκε ποσό €25.000 και στη συνέχεια παραδέχθηκε ότι είχε καταχραστεί ακόμα €10.000, ανεβάζοντας έτσι το συνολικό ποσό που καταχράστηκε στις €35.
- Μετά την αρχική παραδοχή του για τις €25.000 και συγκεκριμένα στις 18.05.10, ο Εναγόμενος υπέγραψε εις διαταγή και προς όφελος του Ενάγοντα γραμμάτιο ύψους €25.000 για ποσό που έλαβε σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας ημερομηνίας 18.05.10, η οποία ήταν συνημμένη και αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος του γραμματίου (Τεκμήριο 1). Ακολούθως, μετά τη δεύτερη παραδοχή του και συγκεκριμένα στις 16.07.10, ο Εναγόμενος υπέγραψε εις διαταγή και προς όφελος του Ενάγοντα δεύτερο γραμμάτιο για το ποσό των €10.000 (Τεκμήριο 2). Σε διάφορες ημερομηνίες, μετά την υπογραφή των Τεκμηρίων 1 και 2, ο Εναγόμενος κατέβαλε στον Ενάγοντα το συνολικό ποσό των €1.465,00 και επειδή παρέλειψε να εξοφλήσει τα υπόλοιπα ποσά κατά τις καθορισθείσες ημερομηνίες ο τελευταίος καταχώρησε τις αγωγές με αρ. 3926 και 3928/10 Ε.Δ. Πάφου εναντίον του Εναγόμενου. Στη δια ζώσης μαρτυρία του ανέφερε ότι με τον Εναγόμενο η σχέση τους πέραν από επαγγελματική ήταν και φιλική. Πριν την υπογραφή των Τεκμηρίων 1 και 2 και αφού υπήρξαν διαμαρτυρίες από πελάτες της επιχείρησης συζήτησε το θέμα που προέκυψε με τον Εναγόμενο και ο τελευταίος στις 13.04.10 παραδέχθηκε ότι καταχράστηκε ποσό €8.
- Στη συνέχεια στις 26.04.10 αναθεώρησε το εν λόγω ποσό και δήλωσε ότι το ποσό που καταχράστηκε ήταν €25.
- Και για τα δύο αυτά ποσά ο Εναγόμενος συνέταξε έγγραφο στο οποίο καταγράφεται η παραδοχή του. Ζήτησε από τον Εναγόμενο κάποια εξασφάλιση προκειμένου να νιώθει σίγουρος ότι θα εισπράξει τα χρήματα που αναφέρονται στα Τεκμήρια 1 και
- Ο Εναγόμενος του ανέφερε ότι είχε ένα τεμάχιο στο χωριό Λεμόνα (στο εξής το «ακίνητο») και μετέβησαν μαζί σε δικολάβο για να ετοιμαστεί πληρεξούσιο από τον Εναγόμενο σε σχέση με το ακίνητο. Αντεξεταζόμενος ο Ενάγων ανέφερε ότι στις 26.10.10 επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον Εναγόμενο και του ζήτησε να λάβει άδεια από την εργασία του για να μεταβούν στην Τράπεζα, καθώς υπήρχε πρόβλημα με το ακίνητο για το οποίο του παραχώρησε πληρεξούσιο. Όντως μετέβησαν μαζί στην Τράπεζα όπου τους αναφέρθηκε ότι το ακίνητο βαρυνόταν με memo. Ενόψει του γεγονότος αυτού ο Ενάγων μετέβη με τον Εναγόμενο στην Αστυνομία και συγκεκριμένα στο Τ.Α.Ε Πάφου όπου ανέφερε τα όσα διαδραματίστηκαν μεταξύ τους. Στην Αστυνομία παρουσίασε, μεταξύ άλλων εγγράφων και τον τίτλο ιδιοκτησίας του ακινήτου και οι αστυνομικοί του ανέφεραν ότι είναι μεγαλύτερης αξίας το ακίνητο από τις €35.000 που εξασφάλιζαν τα Τεκμήρια 1 και
- Η καθοδήγηση που έλαβε από τους αστυνομικούς, αφού τους έδειξε και τα επίδικα γραμμάτια (Τεκμήρια 1 και 2), ήταν ότι θα έπρεπε να αποταθεί σε δικηγόρο και να κινήσει αστικές διαδικασίες. Ο Ενάγων αρνήθηκε τις υποβολές του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εναγόμενου ότι εξανάγκασε τον τελευταίο να μεταβεί στην Αστυνομία και ότι ο σκοπός που μετέβηκε στην Αστυνομία ήταν για να πιεστεί ο Εναγόμενος προκειμένου να του μεταβιβάσει το ακίνητο. Επίσης αρνήθηκε ότι η ημερομηνία που μετέβησαν στην Αστυνομία ήταν η 27.09.10, καθώς και ότι ήταν η πρώτη ημέρα που ο Εναγόμενος ξεκίνησε να εργάζεται στην Α.ΤΗ.Κ. Περαιτέρω, ο Ενάγων αρνήθηκε την υποβολή του κ. Αλεξάνδρου ότι ο εκβιασμός του Εναγόμενου για τις δήθεν καταχρήσεις ξεκίνησε τον Φεβρουάριο του 2010, όταν δηλαδή πληροφορήθηκε ότι θα εργοδοτείτο στην Α.ΤΗ.Κ. Ο Ενάγων ανέφερε ότι η συζήτηση για τα οικονομικά της επιχείρησης ξεκίνησε από το 2009, όταν άρχισε να ζητά από τον Εναγόμενο να του παραδώσει τα μπλοκ αποδείξεων με τις εισπράξεις που έγιναν από πελάτες της επιχείρησης και ο Εναγόμενος του απαντούσε ότι δεν είχε τέτοιο μπλοκ αποδείξεων. Στη συνέχεια τον Απρίλιο του 2010 όταν ήλθαν πλέον σε γνώση του συγκεκριμένα στοιχεία από τα οποία προέκυπτε ότι ο Εναγόμενος είχε κάνει εισπράξεις από πελάτες οι οποίες δεν φαίνονταν στο λογιστικό πρόγραμμα οι συζητήσεις έγιναν εντονότερες. Όταν στη συνέχεια ανέφερε στον Εναγόμενο ότι έχει στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι υπάρχει οικονομική εκκρεμότητα του τελευταίου προς την επιχείρηση, ο Εναγόμενος άρχισε να παραδέχεται ότι έλαβε μικροποσά της τάξης των €5,00 και €10,
- Στην πορεία όμως της συζήτησης και συγκεκριμένα στις 13.04.10 ο Εναγόμενος παραδέχθηκε ότι καταχράστηκε ποσό €8.
- Μάλιστα η συγκεκριμένη παραδοχή έγινε στο γραφείο του Ενάγοντα ενώπιον τριών άλλων προσώπων. Ο Ενάγων ωστόσο του είπε να το ξανασκεφτεί διότι το ποσό δεν είναι αυτό. Πράγματι ο Εναγόμενος μετά από λίγες μέρες και συγκεκριμένα στις 26.04.10 είπε στον Ενάγοντα ότι το ποσό που καταχράστηκε ήταν €25.
- Τότε ο Ενάγων επικοινώνησε με το δικηγόρο κ. Ζύμπηλο ο οποίος του εισηγήθηκε όπως καταρτιστεί γραμμάτιο συνήθους τύπου. Μετέβησαν με τον Εναγόμενο στο γραφείο του κ. Ζύμπηλου και εκεί υπογράφηκε το πρώτο γραμμάτιο για τις €25.000 (Τεκμήριο 1) στην παρουσία μαρτύρων. Ανέφερε και πάλι στον Εναγόμενο ότι το ποσό αυτό δεν ανταποκρίνεται στο πραγματικό ποσό που καταχράστηκε. Μετά πάροδο δύο μηνών περίπου ο Εναγόμενος του ανέφερε πως είχε δίκαιο ότι το ποσό είναι μεγαλύτερο και επειδή δεν ήθελε να τον αδικήσει παραδέχθηκε ότι είχε λάβει ακόμα €10.
- Έτσι υπογράφηκε και το δεύτερο γραμμάτιο (Τεκμήριο 2) και πάλι ενώπιον μαρτύρων. Ερωτηθείς για τον οικονομικό-λογιστικό έλεγχο που διενήργησε, ο Ενάγων απάντησε ότι είχε καλέσει τον προγραμματιστή που ήταν υπεύθυνος για το λογιστικό πρόγραμμα της επιχείρησης και διαπιστώθηκαν αλλαγές σε τιμολόγια και σε χρεωστικά υπόλοιπα πελατών. Συζήτησε το θέμα και με το λογιστή, ο οποίος διέθετε τα στοιχεία, όπως αυτά εμφανίζονταν προτού υπάρξει παρέμβαση στο λογιστικό πρόγραμμα. Από τη συζήτηση και τη σύγκριση διεφάνη ότι υπήρξε παρέμβαση και ότι αλλοιώθηκαν χρεωστικά υπόλοιπα. Ο Ενάγων κλήθηκε κατ' επανάληψη από τον κ. Αλεξάνδρου να παρουσιάσει τα στοιχεία που προέκυψαν από τον προαναφερθέντα έλεγχο και απάντησε ότι δεν κράτησε τα εν λόγω στοιχεία ενόψει της παραδοχής του Εναγόμενου και της υπογραφής των Τεκμηρίων 1 και
- Ως προς το αποτέλεσμα του ελέγχου ανέφερε ότι το ποσό που κατέδειξε ήταν γύρω στις €40.
- Σε ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εναγόμενου για το λόγο που συνέχισε να εργοδοτεί τον Εναγόμενο ενώ γνώριζε ότι είχε καταχραστεί χρήματα της επιχείρησης, ο Ενάγων είπε ότι ο Εναγόμενος εργαζόταν στην επιχείρηση μέχρι το 2007 οπότε και τερμάτισε τις δραστηριότητες της η επιχείρηση. Στη συνέχεια εργοδοτήθηκε από την εταιρεία που ανέλαβε τις δραστηριότητες της επιχείρησης και στην οποία ήταν συνέταιρος. Το ζήτημα της κατάχρησης προέκυψε το 2010 και ο λόγος που δεν απολύθηκε ήταν διότι έδειξε μεταμέλεια με την παραδοχή του και την υπογραφή των Τεκμηρίων 1 και
- Ο Ενάγων αρνήθηκε τις υποβολές του κ. Αλεξάνδρου ότι κατόπιν εκβιασμών υπογραφήκαν τα επίδικα έγγραφα (Τεκμήρια 1 και 2) και ότι με τους εκβιασμούς κατόρθωσε να αποσπάσει από τον Εναγόμενο το συνολικό ποσό των €1.
- Τέλος, αρνήθηκε ότι τα Τεκμήρια 1 και 2 υπογράφηκαν από τον Εναγόμενο λόγω του φόβου που του δημιούργησε ότι θα τον κατάγγελλε στην Αστυνομία. Ο Ενάγων θεωρώ ότι υπήρξε ειλικρινής προς το Δικαστήριο. Στις απαντήσεις του ήταν άμεσος, πειστικός, και δεν διέκρινα οποιαδήποτε προσπάθεια παραποίησης των γεγονότων. Στην αντεξέταση του παρέμεινε επίσης σταθερός και δεν κλονίστηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο η αξιοπιστία του. Κύριος άξονας της υπεράσπισης υπήρξε ο ισχυρισμός περί εκβιασμού του Εναγόμενου, ο οποίος εκβιασμός εκδηλώθηκε με την απειλή του Ενάγοντα προς τον Εναγόμενο ότι θα κατήγγελλε στην Αστυνομία ισχυριζόμενες οικονομικές ατασθαλίες του τελευταίου. Ο Ενάγων δεν αρνήθηκε ότι υπήρξαν συζητήσεις με τον Εναγόμενο για το θέμα της κατάχρησης χρημάτων από την επιχείρηση, ούτε και αρνήθηκε ότι έθεσε στον Εναγόμενο το ζήτημα της καταγγελίας του στην Αστυνομία. Άλλωστε το τελευταίο αυτό ζήτημα, δηλαδή της καταγγελίας στην Αστυνομία, αναφέρεται ρητά στη συμφωνία ημερομηνίας 18.05.10 που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του Τεκμηρίου
- Συγκεκριμένα αναφέρεται στις παραγράφους 5 και 9 ότι ο λόγος κατάρτισης της συμφωνίας είναι για να μην υποβληθεί καταγγελία στην Αστυνομία και ότι σε περίπτωση που ο Εναγόμενος παραβεί τους όρους της, τότε ο Ενάγων θα μπορεί να προβεί σε καταγγελία του Εναγόμενου στην Αστυνομία. Σημειώνω ότι ο Εναγόμενος δεν απειλήθηκε για οποιαδήποτε παράνομη ενέργεια, αλλά προειδοποιήθηκε για το ενδεχόμενο καταγγελίας του σε σχέση με οικονομικές ατασθαλίες. Δεν μπορώ επομένως να αντιληφθώ με ποιο τρόπο η επαπειλούμενη καταγγελία του Εναγόμενου στην Αστυνομία σε σχέση με οικονομικές ατασθαλίες θα μπορούσε να συνιστά εκβιασμό. Δεν παραβλέπω ότι ο Ενάγων δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει οποιαδήποτε στοιχεία όταν ερωτήθηκε για τα αποτελέσματα του οικονομικού - λογιστικού ελέγχου που διενήργησε. Δεν θεωρώ όμως το γεγονός αυτό, δηλαδή της μη παρουσίασης στοιχείων από μέρους του Ενάγοντα, ως στοιχείο που πλήττει την αξιοπιστία του. Θεωρώ απόλυτα λογική την εξήγηση που έδωσε ο Ενάγων λέγοντας ότι ενόψει των παραδοχών του Εναγόμενου και της υπογραφής των Τεκμηρίων 1 και 2 δεν έκρινε σκόπιμο να διατηρήσει και να παρουσιάσει τα εν λόγω στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου. Ούτε επίσης το γεγονός ότι ο Εναγόμενος εξακολούθησε να εργοδοτείται σε εταιρεία συμφερόντων του Ενάγοντα, έρχεται σε σύγκρουση με τη θέση του Ενάγοντα ότι υπήρξε κατάχρηση από τον Εναγόμενο. Όπως ανέφερε ο Ενάγων, ο λόγος που δεν απολύθηκε ο Εναγόμενος ήταν διότι παραδέχθηκε την κατάχρηση, υπέγραψε τα Τεκμήρια 1 και 2 και έτσι οι σχέσεις των διαδίκων δεν οδηγήθηκαν στα άκρα με το να καταγγείλει την υπόθεση στην Αστυνομία. Κρίνεται ως λογική η εξήγηση που έδωσε ο Ενάγων, ιδιαιτέρως αν αναλογιστεί κάποιος ότι μεταξύ των δύο πέραν της επαγγελματικής υπήρχε και φιλική σχέση. Ενόψει όλων των πιο πάνω η μαρτυρία του Ενάγοντα κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. O ΜΕ2 κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι εργαζόταν μαζί με τον Εναγόμενο στην επιχείρηση. Αναφέρθηκε σε συγκεκριμένο περιστατικό όπου μετέβη σε πελάτη για κάποιο τεχνικό θέμα και μαζί του πήρε και κατάσταση στην οποία ο συγκεκριμένος πελάτης παρουσιαζόταν ότι όφειλε χρήματα στην επιχείρηση. Όταν υποδείχθηκε η κατάσταση, ο πελάτης είπε ότι είχε εξοφλήσει και όταν του ζητήθηκε η απόδειξη εξόφλησης παρουσίασε τιμολόγιο το οποίο έφερε την υπογραφή του Εναγόμενου και αναγραφόταν σε αυτό ότι εξοφλήθηκε. Ανέφερε το συμβάν στον Ενάγοντα την ίδια ή την επόμενη ημέρα και ακολούθως ο Ενάγων κάλεσε όλους του υπαλλήλους στο γραφείο του και εκεί ο Εναγόμενος, μπροστά σε όλους, παραδέχθηκε ότι πήρε κάποια χρήματα από την επιχείρηση. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι ο πελάτης που επισκέφθηκε ήταν το «Πολυδύναμο Κέντρο Γεροσκήπου» και εκεί συνάντησε την υπεύθυνη του Κέντρου, κα. Μαρία Αναστασιάδη. Σε σχέση με το τιμολόγιο που του επιδείχθηκε είπε ότι το μόνο που θυμάται ήταν ότι έφερε την υπογραφή του Εναγόμενου, έγραφε ότι εξοφλήθηκε και ήταν για ποσό €80,
- Δεν θυμόταν όμως ούτε την ημερομηνία του τιμολογίου, ούτε τι αφορούσε. Επίσης δεν θυμόταν κατά πόσο είχε παραλάβει αντίγραφο του εν λόγω τιμολογίου ή κατά πόσο ο Ενάγων, όταν πλέον του ανάφερε το περιστατικό, τού ζήτησε αντίγραφο του τιμολογίου. Το προαναφερόμενο περιστατικό συνέβη αρχές του
- Αναφορικά με την παραδοχή του Εναγόμενου ότι πήρε χρήματα από την επιχείρηση, ο ΜΕ2 είπε ότι έγινε την ίδια περίοδο δηλαδή αρχές του
- Συγκεκριμένα, ο Ενάγων κάλεσε στο γραφείο του όλους τους υπαλλήλους, δηλαδή τον ίδιο, το Γιάννη και τη Σάντρα. Ο Ενάγων και ο Εναγόμενος ήταν ήδη στο γραφείο του πρώτου. Ο Ενάγων τούς είπε ότι ο Εναγόμενος ήθελε να αναφέρει κάτι και τότε ο Εναγόμενος παραδέχθηκε ότι είχε λάβει χρήματα από την επιχείρηση. Ο ΜΕ2 δεν ήταν ωστόσο σε θέση να θυμηθεί τα ακριβή λόγια που χρησιμοποίησε ο Εναγόμενος. Ερωτηθείς από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Εναγόμενου κατά πόσο, όταν περιήλθε στη γνώση του το προαναφερόμενο τιμολόγιο ανέφερε οτιδήποτε στον Εναγόμενο, απάντησε αρνητικά λέγοντας ότι θεώρησε πως έπρεπε να αναφέρει το περιστατικό μόνο στον Ενάγοντα. Τέλος, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι πήρε και σε άλλους πελάτες καταστάσεις και η μοναδική περίπτωση που θυμάται να υπήρξε πρόβλημα ήταν αυτή του «Πολυδύναμου Κέντρου Γεροσκήπου». Ο ΜΕ3 στην κυρίως εξέταση του είπε ότι αρχές του 2010 ο Ενάγων κάλεσε στο γραφείο του όλους τους υπαλλήλους. Στο γραφείο ήταν ήδη παρών ο Εναγόμενος, ο οποίος παραδέχθηκε ότι οικειοποιήθηκε από την επιχείρηση περί τις €8.
- Μετά από αυτήν την παραδοχή κλήθηκε ο υπεύθυνος του λογιστικού προγράμματος ο οποίος διαπίστωσε ότι υπήρχαν παραβιάσεις στο πρόγραμμα. Στη συνέχεια ο Εναγόμενος παραδέχθηκε ότι το τελικό ποσό που υπεξαίρεσε ήταν €25.
- Κληθείς από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Ενάγοντα να προσδιορίσει χρονικά πότε έλαβε χώρα το κάθε γεγονός που περιέγραψε ανωτέρω, ο ΜΕ3 απάντησε ότι το όλο ζήτημα ξεκίνησε στις αρχές του 2010 δεν ήταν σε θέση όμως να προσδιορίσει πότε έλαβε χώρα το κάθε γεγονός. Διευκρίνισε ωστόσο ότι η παραδοχή για τις €8.000 έγινε πριν κληθεί ο προγραμματιστής και ενώπιον όλων των υπαλλήλων, ενώ η παραδοχή για τις €25.000 έγινε μεταγενέστερα. Αντεξεταζόμενος είπε ότι η παραδοχή του Εναγόμενου για τις €25.000 έγινε ενώ ήταν μόνο ο ίδιος παρών. Αναφορικά με την παραδοχή των €8.000, ο ΜΕ3 ανέφερε ότι δεν θυμάται για πόση ώρα προτού τους καλέσει ο Ενάγων στο γραφείο του ο τελευταίος ήταν μόνος του με τον Εναγόμενο. Δεν θυμόταν επίσης πόση ώρα κράτησε η συνάντηση κατά την οποία ήταν παρόντες όλοι οι υπάλληλοι, τι ώρα έγινε η συνάντηση, ούτε και τα ακριβή λόγια που χρησιμοποίησε ο Εναγόμενος. Αυτό το οποίο θυμόταν ήταν ότι παραδέχθηκε ο Εναγόμενος πως υπεξαίρεσε το ποσό των €8.
- Ο ΜΕ3 παραδέχθηκε ότι είναι συνεργάτες με τον Ενάγοντα και ότι ο Εναγόμενος υπήρξε υπάλληλος της κοινής εταιρείας που είχαν με τον Ενάγοντα. Ερωτηθείς από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Εναγόμενου κατά πόσο υπήρξε οποιαδήποτε κατάχρηση χρημάτων από τον Εναγόμενο όταν ήταν υπάλληλος στην κοινή εταιρεία που είχαν με τον Ενάγοντα απάντησε ότι δεν ανακάλυψαν οτιδήποτε. Όταν ωστόσο ήλθε στην επιφάνεια το θέμα της κατάχρησης αφαίρεσαν από τον Εναγόμενο τις αρμοδιότητες είσπραξης και ζήτησαν από τους πελάτες τους να ελέγξουν το λογαριασμό τους. Στην ερώτηση του κ. Αλεξάνδρου γιατί δεν ζήτησε την απόλυση του Εναγόμενου, ο ΜΕ3 είπε ότι συζήτησε το θέμα με τον Ενάγοντα και ο τελευταίος του είπε ότι ο Εναγόμενος ήταν μετανιωμένος. Επίσης, είχε διευθετηθεί η επιστροφή του ποσού που καταχράστηκε ο Εναγόμενος και λόγω και των φιλικών σχέσεων των διαδίκων αποφάσισαν με τον Ενάγοντα να μην τον απολύσουν. Τέλος, ανέφερε ότι ο Εναγόμενος ήταν άνθρωπος χαμηλών τόνων και πάντα πρόθυμος να εξυπηρετήσει. Οι ΜΕ 2 και 3, μού έκαναν καλή εντύπωση, ήταν πειστικοί στις απαντήσεις τους και κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία τους. Δεν παραβλέπω το γεγονός ότι και οι δύο προαναφερόμενοι μάρτυρες διατηρούν επαγγελματικές σχέσεις με τον Ενάγοντα. Δεν διέκρινα ωστόσο από τη συνολική παρουσία τους στο εδώλιο του μάρτυρα ότι η μαρτυρία τους ήταν καθοδηγούμενη από τον Ενάγοντα ή ότι υπαγορεύθηκε προς εξυπηρέτηση αλλότριων συμφερόντων. Ούτε και από την αντεξέταση διεφάνη κάτι τέτοιο, ούτε επίσης προέκυψε ότι είχαν οποιοδήποτε λόγο για να βλάψουν τον Εναγόμενο. Η ουσία της μαρτυρίας των ΜΕ2 και 3 εντοπίζεται στην παραδοχή του Εναγόμενου για υπεξαίρεση η οποία έγινε στην παρουσία τους. Δεν δημιουργήθηκε οποιοδήποτε ρήγμα στη μαρτυρία τους, αφού ουσιαστικά κατά την αντεξέταση τους δεν αμφισβητήθηκε το γεγονός ότι έλαβε χώρα συνάντηση στην οποία ήταν παρόντες όλοι οι υπάλληλοι και οι διάδικοι και στην οποία ο Εναγόμενος παραδέχθηκε ότι καταχράστηκε χρήματα από την επιχείρηση. Το γεγονός ότι οι μάρτυρες δεν ήταν σε θέση να θυμηθούν τα ακριβή λόγια που χρησιμοποίησε ο Εναγόμενος, ή το χρόνο που διήρκεσε η συνάντηση δεν θεωρώ ότι μπορεί να πλήξει την αξιοπιστία τους. Πρόκειται για επουσιώδεις λεπτομέρειες που αν αναλογιστεί κάποιος και το χρονικό διάστημα των 6 ετών που διέρρευσε μέχρι να καταθέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου, κρίνεται ως απόλυτα φυσιολογικό το γεγονός ότι δεν ήταν σε θέση να ανακαλέσουν στη μνήμη τους τέτοιες λεπτομέρειες. Επίσης, απόλυτα φυσιολογικό θεωρώ και το γεγονός ότι ο ΜΕ2 δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί όλες τις λεπτομέρειες που αφορούσαν το τιμολόγιο του «Πολυδύναμου Κέντρου Γεροσκήπου». Δεν μου διαφεύγει επίσης το γεγονός ότι ο μεν ΜΕ2 είπε ότι ο Εναγόμενος παραδέχθηκε ότι οικειοποιήθηκε κάποια χρήματα, χωρίς να αναφέρει το ποσό των χρημάτων, ο δε ΜΕ3 είπε ότι ο Εναγόμενος κατά τη συνάντηση στο γραφείο του Ενάγοντα στην παρουσία όλων των υπαλλήλων παραδέχθηκε ότι οικειοποιήθηκε το ποσό των €8.
- Θεωρώ ότι η εν λόγω διαφοροποίηση στη μαρτυρία των ΜΕ 2 και 3 δεν είναι ικανή για να κλονίσει την αξιοπιστία τους. Αποτελεί άλλωστε γενική αρχή ότι οι υπάρχουσες αντιφάσεις και ασυνέπειες στη μαρτυρία δυο μαρτύρων ενισχύουν την αξιοπιστία τους (βλ. Λ.Κ. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 547). Ταυτοχρόνως επισημαίνεται ότι είναι αντιφάσεις επί ουσιαστικών θεμάτων που τείνουν να καταδείξουν αναλήθεια και όχι αντιφάσεις επί επουσιωδών λεπτομερειών. Το ουσιώδες εν προκειμένω είναι, κατά την κρίση μου, το κατά πόσο ο Εναγόμενος παραδέχθηκε ότι οικειοποιήθηκε χρήματα από την επιχείρηση και όχι το αν ανέφερε και συγκεκριμένο ποσό χρημάτων. Ως εκ των ανωτέρω η μαρτυρία των ΜΕ2 και 3 κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Νομική Πτυχή Ο Ενάγων με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις αγωγές αρ. 3926/10 και 3928/10 δικογραφεί διάφορες διαζευκτικές βάσεις αγωγής, ωστόσο κατά την ακροαματική διαδικασία η απαίτηση του προωθήθηκε αποκλειστικά στη βάση του γραμματίου συνήθους τύπου. Αυτό προκύπτει τόσο από την προσκομισθείσα μαρτυρία, αλλά και από την ξεκάθαρη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Ενάγοντα ότι η μοναδική βάση επί της οποίας στηρίζει την απαίτηση του πελάτη του είναι αυτή του γραμματίου συνήθους τύπου. Κατά συνέπεια η απαίτηση του Ενάγοντα θα εξεταστεί αποκλειστικά πάνω στην προαναφερόμενη βάση. Τα γραμμάτια συνήθους τύπου ρυθμίζονται στο Μέρος Χ του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, (στο εξής ο «Νόμος»). Συγκεκριμένα στο άρθρο 78 του Νόμου ο ορισμός του γραμματίου συνήθους τύπου δίδεται ως εξής: «
- "Γραμμάτιο συνήθους τύπου" είναι γραπτή υπόσχεση, που παρέχεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογράφεται από το πρόσωπο που την παρέχει στην παρουσία δύο τουλάχιστο μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για πληρωμή, σε πρώτη ζήτηση ή σε ορισμένο χρόνο ή σε προσδιορίσιμο μέλλοντα χρόνο προς πρόσωπο το οποίο ορίζεται στο γραμμάτιο, ποσού χρημάτων, πλέον τόκο που ορίζεται σε αυτό κατά ανώτατο όριο προς εννέα τοις εκατό κατ' έτος και, σε περίπτωση λήψης δικαστικών μέτρων επ' αυτού, τα συναφή έξοδα, και αναφέρει την αντιπαροχή για την οποία παρέχεται η υπόσχεση. Το πρόσωπο που παρέχει την υπόσχεση καλείται "οφειλέτης χρέους" ενώ το πρόσωπο στο οποίο παρέχεται η υπόσχεση καλείται "πιστωτής".» Από την άλλη ο Εναγόμενος με τη δική του αγωγή (3924/10) αξιώνει την ακύρωση της συμφωνίας ημερομηνίας 18.05.10, καθώς και οποιωνδήποτε παραρτημάτων ή γραμματίων που αφορούν την εν λόγω συμφωνία επί του ότι όλα τα έγγραφα είναι προϊόν εκβιασμού, απειλών, πιέσεων και/ή ψυχολογικής πίεσης. Σχετικά είναι τα άρθρα 14, 15 και 16 του Νόμου, τα οποία διαλαμβάνουν τα ακόλουθα: «
- Η συναίνεση θεωρείται ελεύθερη, όταν δεν προκαλείται με- (α) εξαναγκασμό, όπως ορίζεται στο άρθρο 15 ή (β) ψυχική πίεση, όπως ορίζεται στο άρθρο 16 ή (γ) απάτη, όπως ορίζεται στο άρθρο 17 ή (δ) ψευδή παράσταση όπως ορίζεται στο άρθρο 18 ή (ε) πλάνη, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 20, 21 και
- Συναίνεση θεωρείται ότι προκλήθηκε κατά τον πιο πάνω τρόπο, εφόσον αυτή δεν θα παρεχόταν ελλείψει του εν λόγω εξαναγκασμού, ψυχικής πίεσης, απάτης, ψευδούς παράστασης ή πλάνης. 15.-
(1)"Εξαναγκασμός" είναι η διάπραξη ή η απειλή διάπραξης πράξης απαγορευμένης από τον Ποινικό Κώδικα ή από τροποποίηση του, ή η παράνομη κατακράτηση, ή η απειλή κατακράτησης, περιουσιακού στοιχείου, προς βλάβη οποιουδήποτε προσώπου, η οποία γίνεται με πρόθεση να αναγκαστεί άλλος να συνάψει συμφωνία.
(2)Είναι αδιάφορο κατά πόσο ο Ποινικός Κώδικας ή οποιαδήποτε τροποποίηση του, είναι σε ισχύ ή όχι στον τόπο όπου ασκείται ο εξαναγκασμός. 16.-
(1)Η σύμβαση θεωρείται ότι συνάφθηκε συνεπεία "ψυχικής πίεσης" όταν οι σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των μερών είναι τέτοιες ώστε το ένα από αυτά να είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου και να επωφελείται από τη θέση αυτή για να εξασφαλίσει αθέμιτο όφελος έναντι του άλλου.
(2)Ειδικότερα και χωρίς επηρεασμό της πιο πάνω αρχής, θεωρείται ότι είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, κάθε πρόσωπο το οποίο- (α) έχει πραγματική ή προφανή εξουσία επί του άλλου ή βρίσκεται σε σχέση εμπιστοσύνης έναντι του άλλου ή (β) καταρτίζει σύμβαση με πρόσωπο, του οποίου η πνευματική ικανότητα είναι προσωρινά ή μόνιμα επηρεασμένη λόγω ηλικίας, ασθένειας ή πνευματικής ή σωματικής κατάπτωσης.
(3)Όταν πρόσωπο το οποίο είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, συμβάλλεται μαζί με αυτόν, και η συναλλαγή φαίνεται από μόνη της ή από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσάχθηκαν, ότι είναι υπέρμετρα επαχθής, το βάρος απόδειξης ότι η σύμβαση δεν συνάφθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης φέρει το πρόσωπο που είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου.» Ευρήματα - Συμπεράσματα Είναι κοινά αποδεκτό ότι ο Εναγόμενος εργοδοτείτο στην επιχείρηση που διατηρούσε ο Ενάγων με την εμπορική επωνυμία «Alpha Electrotype» από το έτος
- Σύμφωνα δε με την αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία, τον Απρίλιο του 2010 ο Εναγόμενος παραδέχθηκε ότι καταχράστηκε χρήματα από την επιχείρηση του Ενάγοντα. Συγκεκριμένα, αρχικά παραδέχθηκε ότι καταχράστηκε ποσό €8.000, στη συνέχεια όμως αναθεώρησε το εν λόγω ποσό και παραδέχθηκε ότι καταχράστηκε ποσό €25.
- Μετά πάροδο δύο περίπου μηνών, ο Εναγόμενος παραδέχθηκε ότι είχε καταχραστεί ακόμα €10.
- Ο Εναγόμενος υπέγραψε τα Τεκμήρια 1 και 2 στις 18.05.10 και 16.07.10 αντίστοιχα στην παρουσία μαρτύρων. Περαιτέρω, στις 18.05.10 υπέγραψε και τη συμφωνία ιδίας ημερομηνίας, η οποία επισυνάπτεται στο Τεκμήριο
- Αποτελεί επίσης εύρημα μου ότι ο Εναγόμενος κατέβαλε σε διάφορες ημερομηνίες το συνολικό ποσό των €1.465,
- Όπως ήδη αναφέρθηκε, ο Ενάγων υποστηρίζει ότι τα Τεκμήρια 1 και 2 είναι γραμμάτια συνήθους τύπου και πάνω σε αυτή τη βάση προωθεί την υπόθεση του. Αυτό το οποίο επομένως θα πρέπει να εξεταστεί είναι το κατά πόσο τα συγκεκριμένα έγγραφα πληρούν τις προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 78 του Νόμου, έτσι ώστε να θεωρηθούν ως γραμμάτια συνήθους τύπου. Το σχετικό βάρος απόδειξης το φέρει ο Ενάγων και ενδεχόμενη αποτυχία του να αποδείξει τη σωστή κατάρτιση των επίδικων εγγράφων θα σημαίνει και απόρριψη της απαίτησής του. Από την άλλη αν τα επίδικα έγγραφα θεωρηθούν ως γραμμάτια συνήθους τύπου, τότε το περιεχόμενο τους συνιστά αμάχητη απόδειξη (βλ. άρθρο 80 του Νόμου) και το βάρος απόδειξης μετατίθεται στον Εναγόμενο για να αποδείξει έναν ή περισσότερους από τους λόγους που επικαλείται στις Υπερασπίσεις του. Υπάρχει αρκετή νομολογία που σχετίζεται με τα γραμμάτια συνήθους τύπου. Η νομολογία, τόσο η παλαιότερη όσο και η νεότερη, τονίζουν ότι η έννοια του γραμματίου συνήθους τύπου χρήζει αυστηρής ερμηνείας με τις τυπικότητες που ορίζει το άρθρο 78 του Νόμου να πρέπει να τηρούνται απόλυτα. Στην κλασική επί του θέματος απόφαση Papastratis v. Economou
(1970)1 C.L.R. 11, το ζήτημα τέθηκε ως εξής: "In our view the provisions of section 78 have to be strictly complied with if a bond is to be a bond in customary form; and this view is strengthened by the kind of provisions set out in sections 79 and 80 of Cap. 149." Στη δε πιο πρόσφατη Πανίκος Α. Λεωνίδου κ.α ν. Δρ. Θρασύβουλου Σπυριδάκη
(2012)1Β Α.Α.Δ. 1694 επαναβεβαιώθηκε η πιο πάνω προσέγγιση και αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Η πλούσια νομολογία επί του γραμματίου συνήθους τύπου που καλύπτεται από το Άρθρο 78 του Κεφ. 149, σαφώς επιβεβαιώνει την ιδιάζουσα νομική οντότητα του γραμματίου συνήθους τύπου στο Κυπριακό νομικό στερέωμα, η έννοια του οποίου χρήζει αυστηρής ερμηνείας ενόψει του ότι το Άρθρο 80 του Κεφ. 149, προνοεί ότι το περιεχόμενο ενός τέτοιου γραμματίου αποτελεί αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκεί αναφέρονται. Οι μόνες υπερασπίσεις που επιτρέπονται είναι ότι το γραμμάτιο λήφθηκε κατόπιν δόλου ή ότι η υπογραφή του χρεώστη ή άλλου μέρους, δεν είναι στην πραγματικότητα η δική του. Σχετική είναι η κλασσική υπόθεση Παπαστράτης ν. Οικονόμου
(1971)1 Α.Α.Δ. 11, αναφορικά με την αυστηρή ερμηνεία του Άρθρου 78. Σύμφωνα δε με την υπόθεση Raif v. Dervish
(1971)1 Α.Α.Δ. 158, το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει πίσω από τη δεδηλωμένη αντιπαροχή του γραμματίου. Σχετικές είναι επίσης οι υποθέσεις Παύλου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 483 και Αναξαγόρας Χαραλάμπους κ.ά. ν. Χρηματοδοτήσεων Πάνθηρα Λίμιτεδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 733.» Ξεκινώντας από το Τεκμήριο 1 παρατηρώ ότι περιλαμβάνει γραπτή υπόσχεση του Εναγόμενου για πληρωμή στον Ενάγοντα του ποσού των €25.000 πλέον τόκο προς 9% ετησίως, καθώς και όλων των δικαστικών και δικηγορικών εξόδων σε περίπτωση αγωγής. Ορίζεται επίσης ο χρόνος αποπληρωμής με βάση το «Παράρτημα Α», το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του Τεκμηρίου 1. Το γεγονός ότι προβλέπεται η πληρωμή του ποσού των €25.000 δια μηνιαίων δόσεων δεν αντίκειται στο άρθρο 78 του Νόμου, εφόσον καθορίζεται επακριβώς τι και πότε καλείται να πληρώσει ο Εναγόμενος (βλ. Φούλη ν. Μιχαήλ
(2005)1Β Α.Α.Δ. 1144). Περαιτέρω, αναφέρεται η αντιπαροχή για την οποία δόθηκε η υπόσχεση πληρωμής του ποσού των €25.000, η οποία περιγράφεται ως ισάξιο ποσό ληφθέν ως η συμφωνία ημερομηνίας 18.05.10 η οποία επισυνάπτεται στο Τεκμήριο 1 και δηλώνεται ότι αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της. Το Τεκμήριο 1 φέρει την υπογραφή του Εναγόμενου, γεγονός άλλωστε το οποίο γίνεται παραδεκτό στην παράγραφο 2Α των Υπερασπίσεων του, καθώς επίσης και την υπογραφή δύο μαρτύρων. Σημειώνω ότι η μαρτυρία του Ενάγοντα ότι το Τεκμήριο 1 υπογράφηκε στην παρουσία μαρτύρων παρέμεινε αναντίλεκτη, καθώς δεν αντεξετάστηκε επ' αυτού του σημείου. Στην υπόθεση Frederickou School Co Ltd κ.α. v. Acuac Inc.
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1527 αναφέρθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο τα εξής σχετικά: «Υπάρχουν ωστόσο δύο κανόνες πρακτικής, που έχουν εμπεδωθεί προ πολλού στα Δικαστήρια μας, οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται. Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται. Διαφορετικά το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος είναι ότι, κατά την αντεξέταση, τίθεται στο μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο. Τέτοια αντεξέταση είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει το μάρτυρα.» Σχετική επίσης είναι και η απόφαση στην υπόθεση Γεωργία Ι. Γεωργίου Μοσχάτου v. Λεοντίου Κ. Μοσχάτου
(1999)1Β Α.Α.Δ. 785 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Κατά κανόνα ο διάδικος θα πρέπει να θέσει στους μάρτυρες της άλλης πλευράς το μέρος της υπόθεσης του που αφορά το συγκεκριμένο μάρτυρα. Αν κατά την αντεξέταση δεν υποβάλει οποιεσδήποτε ερωτήσεις, γενικά θεωρείται ότι αποδέχεται την εκδοχή που θέτει ο μάρτυρας (Browne v. Dunn [1894] 6 R. 67, (H.L.) και R. v. Hart [1932] 23 Cr.App.R. 202). Στην Αγγλία δεν επιτρέπεται στο διάδικο αυτό να επιτεθεί κατά την τελική του αγόρευση ή να προωθήσει εξηγήσεις, στα σημεία όπου παρέλειψε να αντεξετάσει σχετικούς μάρτυρες επί του σημείου (βλέπε επίσης Phipson on Evidence, 13η Έκδοση, παράγρ. 33-69). Έτσι είναι φανερό ότι και ο λόγος αυτός θα πρέπει να απορριφθεί.» Επισημαίνω επίσης ότι ο Εναγόμενος στα δικόγραφα του δεν εγείρει ζήτημα ως προς την ορθότητα της κατάρτισης των Τεκμηρίων 1 και 2 (βλ. Δ.19 θ.θ. 12 και 13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας). Αυτό το οποίο προβάλλει στα δικόγραφα του σε όλες τις υπό κρίση αγωγές είναι ότι τα επίδικα έγγραφα υπογράφηκαν κατόπιν εκβιασμού και/ή ψυχολογικής πίεσης και/ή απειλής. Στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Σαλαχώρη ν. Παναγιωτίδου Πολ. Έφεση αρ. 257/2010 ημερομηνίας 01.03.16 ειπώθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Σημειώνουμε ως ιδιαιτέρως σημαντικό ότι η εφεσίβλητη παραδέχεται με την υπεράσπιση της, ότι το υπό αναφορά έγγραφο φέρει την υπογραφή της, εισάγοντας ισχυρισμούς περί δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων εκ μέρους του ενάγοντος, τους οποίους όμως δεν προώθησε μέχρι τέλους. .............................................. Προκύπτει από τα ανωτέρω με σαφήνεια ότι εκείνο που δεν ικανοποίησε το Δικαστήριο, ώστε να θεωρήσει έγκυρη την αιτία αγωγής στη βάση γραμματίου, ήταν ότι δεν υπήρχε ικανοποιητική μαρτυρία πως το εν λόγω έγγραφο είχε υπογραφεί ενώπιον δύο, τουλάχιστον, μαρτύρων, ικανών προς το συμβάλλεσθαι. ....................................... Συνακόλουθα, η κρίση του Δικαστηρίου , η οποία βασίστηκε στην έλλειψη ικανοποιητικής απόδειξης ως προς τούτο, απλώς και μόνο εκ της αδυναμίας του εφεσείοντος να θυμηθεί τα ονόματα των μαρτύρων, κρίνεται λανθασμένη. Ιδιαιτέρως μάλιστα όταν ο εφεσείων κρίθηκε καθόλα αξιόπιστος, το επίδικο έγγραφο φέρει την υπογραφή της εφεσίβλητης και δύο ευδιάκριτες υπογραφές στη θέση των μαρτύρων. Η πρόταξη εκ μέρους της εφεσίβλητης γενικής άρνησης της απαίτησης του εφεσείοντος άφηναν τους ισχυρισμούς του τελευταίου αναντίλεκτους (Πελετιές κ.α. ν. Fayek Μ. Ataya of Kuwait κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 167 και Τζιούρου ν. Κιούρλαππου
(2001)1 Α.Α.Δ. 429) χωρίς αυτό να είχε καταστεί, όπως είδαμε ανωτέρω επίδικο από την εφεσίβλητη μέσω της δικογραφίας της.» Ενόψει των πιο πάνω, το Τεκμήριο 1 κρίνω ότι πληροί όλα τα τυπικά γνωρίσματα έτσι ώστε να μπορεί να χαρακτηρισθεί ως γραμμάτιο συνήθους τύπου. Κατά συνέπεια, το βάρος μετατίθεται στους ώμους του Εναγόμενου για να αποδείξει τον εκβιασμό και/ή την ψυχολογική πίεση και/ή τις απειλές (βλ. και άρθρο 80 του Νόμου). Όπως έχει ήδη αναφερθεί ο ισχυρισμός περί εκβιασμού και/ή ψυχολογικής πίεσης και/ή απειλής στηρίχθηκε στο ότι ο Ενάγων απειλούσε τον Εναγόμενο ότι θα τον κατήγγελλε στην Αστυνομία για οικονομικές ατασθαλίες. Η θέση αυτή όμως παρέμεινε απλώς στη σφαίρα των υποβολών και δεν τέθηκε οτιδήποτε χειροπιαστό από το οποίο να προκύπτει ότι η επίκληση της καταγγελίας του Εναγόμενου στην Αστυνομία από μέρους του Ενάγοντα ήταν υπό τις περιστάσεις παράλογη. Υπενθυμίζω ότι ο Ενάγων, για τους λόγους που επεξηγήθηκαν στο σχετικό μέρος της απόφασης κρίθηκε αξιόπιστος, ενώ ο Εναγόμενος επέλεξε να μην προσφέρει μαρτυρία. Στην υπόθεση Μάρκου κ.α ν. Ταμείου Προνοίας του τακτικού προσωπικού των εταιρειών Πατισερί Παναγιώτης και Παπαφιλίππου Λτδ και Παγωτά Παπαφιλίππου και Πατισερί Παναγιώτης Λτδ, Πολ. έφεση 219/10 ημερομηνίας 26.06.15 αναφέρθηκαν τα εξής τα οποία ταιριάζουν απόλυτα και στην παρούσα υπόθεση: «Τέλος, αν και το θέμα της πίεσης με αναφορά σε λήψη νομικών μέτρων, παρέμεινε σε επίπεδο υποβολών χωρίς να στοιχειοθετηθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο, υπενθυμίζουμε την αρχή ότι, η επίκληση νόμιμων μέτρων, έστω και υπό τη μορφή άμεσης απειλής, σε αντιδιαστολή προς μία άνομη απειλή, δεν συνιστά, κατ' αρχήν, εξαναγκασμό, παρά μόνο κατ' εξαίρεση, όταν από το σύνολο των περιστάσεων κρίνεται παράλογη (R. v. Attorney General for England and Wales [2003] UKPC 22).» Ως εκ των ανωτέρω, ο Ενάγων απέδειξε την απαίτηση του όσον αφορά την αγωγή 3926/
- Όσον αφορά όμως το Τεκμήριο 2, θεωρώ ότι το λεκτικό του δεν συμβαδίζει με τις ρητές πρόνοιες του άρθρου 78 του Νόμου και κατά συνέπεια δεν μπορεί να θεωρηθεί ως γραμμάτιο συνήθους τύπου. Συγκεκριμένα, η αναφορά στην αντιπαροχή πάσχει αφού παραπέμπει σε συνημμένη συμφωνία ημερομηνίας 18.05.10 η οποία όμως δεν επισυνάπτεται στο Τεκμήριο
- Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό μέρος του Τεκμηρίου 2: «Την 25ην Αυγούστου 2010 ο υποφαινόμενος ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ, αριθμός ταυτότητας 876248, εκ Πάφου, Οδός Κάνιγκος αρ. 3, τηλ. 96-657155 χρεωστώ να πληρώσω αλληλεγγύως εις την διαταγή του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΦΙΛΙΠΠΙΔΗ, εκ ΠΑΦΟΥ, το άνω ποσό των Ευρώ: ΔΕΚΑ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΕΥΡΩ ΜΟΝΟ (Αριθ. €10000) ισάξιο ποσό ληφθέν ως η συνημμένη Συμφωνία ημερομηνίας 18/05/2010, η οποία υπογράφεται και δηλούται ότι αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του παρόντος.» Θεωρώ επομένως, ότι, ουσιαστικά δεν αναφέρεται η αντιπαροχή για την οποία δόθηκε η υπόσχεση πληρωμής του ποσού των €10.000 κατά παράβαση των επιτακτικών προνοιών του άρθρου 78 του Νόμου. Έπεται ότι η απαίτηση του Ενάγοντα στην αγωγή 3928/10, η οποία προωθήθηκε αποκλειστικά στη βάση του γραμματίου συνήθους τύπου, δεν μπορεί να επιτύχει. Ερχόμενος τώρα στην αγωγή που καταχώρησε ο Εναγόμενος (3924/10), παρατηρώ ότι αυτή παρέμεινε ατεκμηρίωτη και επομένως έκθετη σε απόρριψη εφόσον δεν προσκομίστηκε μαρτυρία προς υποστήριξη των ισχυρισμών του. Ο Εναγόμενος, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, στήριζε την αξίωση του στη διενέργεια εκβιασμού, απειλών, πιέσεων και/ή ψυχολογικής πίεσης και/ή άλλων παράνομων μέσων ως αποτέλεσμα των οποίων υπέγραψε τα επίδικα έγγραφα και κατέβαλε στον Ενάγοντα ποσό €1.
- Το βάρος απόδειξης των σχετικών ισχυρισμών το έφερε ασφαλώς ο Εναγόμενος, ο οποίος όμως δεν παρουσίασε μαρτυρία. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγόμενου στην τελική του αγόρευση υποστήριξε ότι αποδείχθηκε η απαίτηση του Εναγόμενου και δεν χρειαζόταν η προσκόμιση μαρτυρίας, αφού μέσα από την αντεξέταση διεφάνη ότι υπήρξε εκβιασμός και απειλές εναντίον του Εναγόμενου. Με κάθε σεβασμό προς την εισήγηση του κ. Αλεξάνδρου, δεν μπορώ να συμφωνήσω με αυτή. Όλοι οι μάρτυρες που παρουσιάστηκαν προς υποστήριξη της υπόθεσης του Ενάγοντα κρίθηκαν, για τους λόγους που εξηγούνται στο σχετικό μέρος της παρούσας απόφασης, ως αξιόπιστοι, γεγονός που σημαίνει ότι παρέμεινε ακλόνητη η θέση του Ενάγοντα ότι δεν υπήρξε οποιοσδήποτε εκβιασμός ή απειλές ή άσκηση ψυχολογικής πίεσης στον Εναγόμενο. Επαναλαμβάνω ότι η όλη προσπάθεια του Εναγόμενου για να καταδείξει ότι υπήρξε εκβιασμός, απειλές, ψυχολογική και/ή άλλη πίεση περιστράφηκε γύρω από τη θέση ότι ο Ενάγων απειλούσε τον Εναγόμενο ότι θα τον καταγγείλει στην Αστυνομία. Το γεγονός όμως ότι τα Τεκμήρια 1 και 2 υπογράφηκαν από τον Εναγόμενο έτσι ώστε να αποτραπεί η καταγγελία του τελευταίου στην Αστυνομία, πράγμα το οποίο είναι παραδεκτό από τον Ενάγοντα και καταγράφεται ρητά και στον όρο 5 της συμφωνίας ημερομηνίας 18.5.10 που επισυνάπτεται στο Τεκμήριο 1, ουδόλως μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα περί ύπαρξης εκβιασμού, απειλής ή πίεσης (βλ. ανωτέρω, Μάρκου κ.α ν. Ταμείου Προνοίας του τακτικού προσωπικού των εταιρειών Πατισερί Παναγιώτης και Παπαφιλίππου Λτδ και Παγωτά Παπαφιλίππου και Πατισερί Παναγιώτης Λτδ). Σε αυτό το σημείο οι συνεκδικασθείσες αγωγές αποσυνενώνονται και υπό το φως των πιο πάνω ευρημάτων και συμπερασμάτων εκδίδονται οι ακόλουθες αποφάσεις: (α) Στην αγωγή 3926/10 εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €23.535 (δηλαδή €25.000 μείον €1.465,00) με τόκο προς 9% ετησίως επί του εν λόγω ποσού από τις 18.05.10 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον τα δικηγορικά έξοδα όπως αυτά θα υπολογισθούν στην ανάλογη κλίμακα από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (β) Η αγωγή 3924/10 απορρίπτεται. (γ) Η αγωγή 3928/10 απορρίπτεται. Ενόψει της συνεκδίκασης των αγωγών 3924/10 και 3928/10 με την αγωγή 3926/10 δεν εκδίδεται οποιαδήποτε περαιτέρω διαταγή για έξοδα σε σχέση με αυτές. (Υπ.) ............................................. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Γραμμάτιο συνήθους τύπου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο