Petrolina (Holdings) Public Ltd ν. Ανδρέα Καραγιώργη, Αρ. Αγωγής :- 3854 / 2010, 31/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A122 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 3854 / 2010 Μεταξύ:- Petrolina (Holdings) Public Ltd Ενάγουσα Και Ανδρέα Καραγιώργη Εναγόμενος Αίτηση Ημερομηνίας 15/7/2015 Ημερομηνία :- Τρίτη 31η Μαίου 2016 Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση :- κα. Ελπίδα Σαββίδου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Αύρα Κωνσταντίνου Για τον Εναγόμενο - Αιτητή :- κα. Νικολέτα Παπούτσα για Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Νικολέτα Παπούτσα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
- Η αγωγή σε σχέση με την οποία έχει καταχωρηθεί η αίτηση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση έχει εγερθεί από την ενάγουσα η οποία ασχολείται με τη λειτουργία πρατηρίων πετρελαιοειδών και την πώληση και εμπορία πετρελαιοειδών εναντίον του εναγομένου ο οποίος είναι κάτοχος ακινήτου στο οποίο υπάρχει πρατήριο πετρελαιοειδών.
- Θέτοντας το πολύ απλά ο εναγόμενος λειτουργούσε ως πρατηριούχος βενζινάδικου ενώ η ενάγουσα ήταν η προμηθεύτρια εταιρεία των πετρελαιοειδών τα οποία διέθετε. Η επιχειρηματική σχέση μεταξύ των διαδίκων προέκυψε ως αποτέλεσμα υπογραφής δύο συμφωνιών ημερομηνίας 31/12/
- Διατηρώντας υπόψη πως η αγωγή εκκρεμεί ακόμη για εκδίκαση θεωρώ πως θα ήταν ορθότερο όπως το Δικαστήριο περιοριστεί στην προαναφερόμενη αναφορά των γεγονότων όπως αυτά προκύπτουν από παραδοχές εντός των δικογράφων. Β. ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ
- Το ιστορικό το οποίο οδήγησε στην καταχώρηση της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση είναι χαρακτηριστικά αποκαλυπτικό του προβλήματος της καθυστέρησης το οποίο ταλανίζει την κυπριακή δικαιοσύνη τόσο σε πρωτόδικο όσο και σε δευτεροβάθμιο επίπεδο.
- Διευκρινίζω πως ασφαλώς η γενική αναφορά του Δικαστηρίου στο θέμα της καθυστέρησης δεν προσωποποιείται με οποιοδήποτε τρόπο αλλά ούτε και συνδέεται με συγκεκριμένους λειτουργούς της δικαιοσύνης είτε σε πρωτόδικο είτε σε δευτεροβάθμιο επίπεδο.
- Υπενθυμίζω επίσης πως το όλο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης είναι απρόσωπο ως πρός την κατανομή των υποθέσων ενώ η σύνθεση τόσο ενός πρωτόδικου Δικαστηρίου όσο και του Ανωτάτου Δικαστηρίου εναλλάσσεται κατά τη διάρκεια του χρόνου.
- Θα ήταν χρήσιμο προς καλύτερη αντίληψη του σκεπτικού αυτής της απόφασης όπως το Δικαστήριο παραθέσει πιο κάτω το ιστορικό το οποίο οδήγησε στην καταχώρηση της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση.
- Στις 3/11/2010 η ενάγουσα με την καταχώρηση της αγωγής της καταχώρησε και αίτηση για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, η οποία ορίστηκε στις 4/11/2010 έτσι ώστε να αγορεύσει σχετικά η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας προς υποστήριξη του αιτήματος της. Ωστόσο δεν κρίθηκε αναγκαίο όπως ακουστεί επιχειρηματολογία μετά και από ορισμένες διαφοροποιήσεις ως πρός τη διατύπωση των διαταγμάτων τις οποίες το Δικαστήριο εισηγήθηκε και οι οποίες έγιναν δεκτές.
- Ιδιαίτερα δε η διαφοροποίηση του δεύτερου διατάγματος στόχο είχε τη συνέχιση προμήθειας του πρατηρίου του εναγομένου με καύσιμα από την ενάγουσα υπό την προϋπόθεση συμμόρφωσης του ιδίου με τον όρο 3 (β) της επίδικης συμφωνία. Όρος ο οποίος είχε σχέση με την καταβολή της αξίας του εμπορεύματος κατά την παραλαβή του.
- Υπενθυμίζω σχετικά επί του συγκεκριμένου θέματος, όπως αναφέρεται και στην παράγραφο 61 της απόφασης βάσει της οποίας κατέστησαν απόλυτα τα επίδικα προσωρινά διατάγματα, πως θεωρήθηκε από το Δικαστήριο, ότι ".με τη διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων (status quo) και τη διατύπωση των επίδικων προσωρινών διαταγμάτων, όπως αυτά έχουν εκδοθεί από το Δικαστήριο με διαφοροποίηση της διατύπωσης τους από την αρχική μορφή τα οποία αυτά είχαν επί της αίτησης της ενάγουσας, ο εναγόμενος δεν υφίσταται οποιεσδήποτε δυσμενείς συνέπειες από τη συνέχιση σε ισχύ των επίδικων προσωρινών διαταγμάτων..." καθότι θα παρεχόταν σε αυτόν η ευχέρεια ".να συνεχίσει την άσκηση του επαγγέλματος του βάσει της συμβατικής ρύθμισης την οποία ο ίδιος είχε αποδεχτεί τόσο για την έναρξη όσο και συνέχιση της συμβατικής σχέσης μεταξύ αυτού και της ενάγουσας για μία συνεχή περίοδο περίπου 11 ετών". Αξίζει να σημειωθεί πως η επίδικη συμφωνία ήταν αυτόματα ανανεώσιμη από έτος σε έτος εκτός εάν ένας από τους συμβαλλομένους ειδοποιούσε γραπτώς τον άλλον ένα μήνα προηγουμένως πως δεν επιθυμούσε την ανανέωση της συμφωνίας.
- Επιστρέφοντας στη παράθεση του σχετικού ιστορικού υπενθυμίζω πως η εκδίκαση της αίτησης ήταν σύντομη καθώς μετά από επίδοση των επίδικων διαταγμάτων την ίδια ημερομηνία κατά την οποία αυτά εκδόθηκαν ο εναγόμενος καταχώρησε ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης στις 26/11/2010 ενώ την 1/12/2010 ακούστηκαν αγορεύσεις από τους δικηγόρους των διαδίκων.
- Υπήρξε μία καθυστέρηση[1] στην έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου η οποία εκδόθηκε στις 24/3/2011 και με την οποία τα προσωρινά διατάγματα κατέστησαν απόλυτα.
- Ο εναγόμενος καταχώρησε έφεση εναντίον της πρωτόδικης απόφασης ενώ σύμφωνα με σχετική σημείωση επί του φακέλου της αγωγής αντίγραφο του φακέλου στάλθηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο στις 19/4/
- Έκτοτε δεν έχει εκδοθεί απόφαση στην έφεση εναντίον της πρωτόδικης απόφασης.
- Το γεγονός της μη εκδίκασης της έφεσης αποτελεί κοινά αποδεκτό δεδομένο σύμφωνα με τις ένορκες δηλώσεις οι οποίες καταχωρήθηκαν προς υποστήριξη της αίτησης και της ένστασης αντίστοιχα. Σημειωτέον ότι η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης φέρει ημερομηνία 16/11/2015 ενώ δεν αναφέρθηκε οτιδήποτε διαφορετικό όταν το Δικαστήριο επιφύλαξε την απόφαση του στις 8/2/
- Ούτε και έχει περιέλθει στην αντίληψη του Δικαστηρίου μέχρι και σήμερα πως έχει εκδοθεί απόφαση σε σχέση με την έφεση.
- Αναφορικά με την πορεία την οποία η αγωγή ακολούθησε μετά και από την έκδοση της απόφασης βάσει της οποίας κατέστησαν απόλυτα τα προσωρινά διατάγματα παρατηρείται απλά πως μετά και από την ολοκλήρωση των δικογράφων η αγωγή ορίστηκε σε διάφορες ημερομηνίες για ακρόαση δίχως όμως η εκδίκαση της αγωγής να έχει αρχίσει μέχρι και σήμερα. Γ. Η ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΣΤΑΣΗ
- Αιτείται ο εναγόμενος είτε την ακύρωση ή τροποποίηση των προσωρινών διαταγμάτων είτε διάταγμα ".με το οποίο να τροποποιείται και/ή να διαφοροποιείται η εκδοθείσα υπό του Δικαστηρίου διαταγή ημερομηνίας 4.11.2010, ούτως ώστε να επιτρέπεται στον αιτητή να χρησιμοποιεί το ακίνητο επί της Λεωφ. Ευαγόρα Παλληκαρίδη αρ.6 στην Πάφο για πώληση καυσίμων και/ή ως πρατήριο καυσίμων μέχρι νεωτέρων οδηγιών του Δικαστηρίου".
- Οι λόγοι ένστασης στην ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης της ενάγουσας παρατίθενται σε υποσημείωση[A] στο τέλος αυτής της απόφασης. Το Δικαστήριο εξετάζει πιο κάτω τους λόγους ένστασης ατομικά και στο σύνολο τους. Δ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
- Αναφορικά με τη νομική πτυχή της αίτησης βασικό ερώτημα το οποίο προκύπτει, διατηρώντας υπόψη και το γεγονός πως εκκρεμεί έφεση εναντίον των προσωρινών διαταγμάτων τα οποία το Δικαστήριο καλείται είτε να ακυρώσει είτε να τροποποιήσει ή ακόμη ουσιαστικά και να αντικαταστήσει, σύμφωνα με το αίτημα της παραγράφου Β της αίτησης, είναι αυτό της δυνατότητας έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων ιδιαίτερα δε σε σχέση και με τη θέση η οποία τίθεται ως πρός την ύπαρξη κατάχρησης στην αίτηση του εναγομένου.
- Παρατίθεται πιο κάτω νομολογία αναφορικά με τη νομική δυνατότητα επιδίκασης των θεραπειών τις οποίες αιτείται ο εναγόμενος.
- Όπως αναφέρεται στη σελίδα 1466 της απόφασης Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ κ. ά.
(1992)1Β Α. Α. Δ. 1453 η παροχή ενδιάµεσης θεραπείας δεν είναι αυτοσκοπός αλλά µετρό συνυφασµένο µε την πιθανότητα εξασφάλισης ανάλογης θεραπείας κατά τη δίκη. Τονίζεται παράλληλα πως η δίκη είναι η καθιερωµένη διαδικασία για τον καθορισµό και διακήρυξη των δικαιωµάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων και πως το κύριο έρεισµα για την παροχή προσωρινής θεραπείας είναι η αντικειµενική αδυναµία της άµεσης διεξαγωγής της δίκης. 18. Σε περίπτωση παροχής τέτοιας ενδιάμεσης θεραπείας, όπως αναφέρεται σχετικά στη σελίδα 1425 της απόφασης 1. Avila Management Services Ltd κ. ά. ν. 1. Frantisek Stepanek κ. ά.
(2012)1Β Α. Α. Δ. 1403, η ".ενδιάµεση θεραπεία παραµένει ενδιάµεση, αναθεωρήσιµη ανά πάσα στιγµή θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόµη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγµατος".
- Αναφέρεται επίσης στην απόφαση της Πολιτικής Αίτησης 35/2015 της Ikos Cif Ltd. για άδεια για καταχώρηση αίτησης για έκδοση εντάλματος certiorari, ημερομηνίας 3/3/2015 πως ".το γεγονός ότι ένα διάταγµα έγινε (είτε εκ συµφώνου είτε όχι) απόλυτο, δεν αναιρεί το προσωρινό χαρακτήρα του διατάγµατος αφού εκ της φύσεως του ισχύει απλώς µέχρι τέλους της αγωγής".
- Επίσης στην ίδια απόφαση το Ανώτατο Δικαστήριο παραπέμπει στα όσα αναφέρονται σχετικά στην απόφαση της ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολιτικής Έφεσης 71/2011, ημερομηνίας 16/4/2014,
- Recnex Trading Limited κ. ά. v Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λιμιτεδ ως προς το ότι «...ενδιάµεσες αποφάσεις, πλην ειδικών περιπτώσεων, δεν θεωρούνται τελεσίδικες ακόµη και αν αποφασίζεται τελικώς ένα ζήτηµα το οποίο κρίνεται δεσµευτικό για την µετέπειτα διαδικασία».
- Επίσης στην απόφαση Recnex παρατίθεται και απόσπασμα από τη σελίδα 82 του συγγράμματος Spencer Bower, Turner and Handley, The Doctrine of Res Judicata στο οποίο αναφέρεται πως προσωρινά διατάγματα παραμένουν υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου και υπόκεινται σε αναθεώρηση ("Orders granting interlocutory applications in matters of practice and procedure, such as an interlocutory injunction, remain under the control of the court, subject to review").
- Ουσιαστικά στην απόφαση Recnex εξετάστηκε η εφαρμογή της αρχής του δεδικασμένου (res judicata) σε περίπτωση απόρριψης μονομερούς αίτησης για προσωρινό διάταγμα και στη συνέχεια η έγκριση παρόμοιας αίτησης αλλά πλέον δια κλήσεως.
- Υπενθυμίζεται επίσης πως σύμφωνα με το εδάφιο
(2)του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60όπως αυτός τροποποιήθηκε) οποιοδήποτε «...παρεμπίπτov διάταγμα, εκδoθέv συμφώvως τω εδαφίω
(1), δύvαται vα εκδoθή υπό τoιoύτoυς όρoυς και πρoϋπoθέσεις ως τo δικαστήριov θεωρεί δίκαιov, και τo δικαστήριov δύvαται καθ' oιovδήπoτε χρόvov, επί απoδείξει ευλόγoυ αιτίας, vα ακυρώση ή τρoπoπoιήση oιovδήπoτε τoιoύτov διάταγμα» (η υπογράμμιση είναι δική μου).
- Τα όσα αναφέρονται πιο πάνω στο μέρος της απόφασης με το οποίο καλύπτεται η νομική πτυχή της αίτησης έχουν σχέση με τους λόγους ένστασης βάσει των οποίων η καθ΄ης η αίτηση εισηγείται πως η αίτηση του εναγομένου είναι «νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη» (λόγος ένστασης 1) και «παράτυπη και αντικανονική» (λόγος ένστασης 3) ή ότι δεν «υπάρχει η δυνατότητα έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων» (λόγος ένστασης 7). Κρίνεται συνεπώς πως οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης δεν ευσταθούν. Ε. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΕΝΣΤΑΣΗΣ - ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΧΡΗΣΗΣ
- Ασφαλώς το θέμα της κατάχρησης εγείρεται καθότι ο εναγόμενος έχει καταχωρήσει έφεση εναντίον της απόφασης του Δικαστηρίου βάσει της οποίας κατέστησαν απόλυτα τα προσωρινά διατάγματα των οποίων με την αίτηση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση αιτείται την ακύρωση ή τροποποίηση ή ουσιαστικά την αντικατάσταση μέσω διαφοροποίησης των διαταγμάτων.
- Το Δικαστήριο διατηρεί υπόψη του σχετική νομολογία επί του θέματος της κατάχρησης. Όπως, παραδείγματος χάριν, την απόφαση στην Πολιτική Έφεση Αρ. 9495, ημερομηνίας 6/9/1996, Αναφορικά με την αίτηση της Beogradska D. D. για την έκδοση εντάλματος Certiorari
(1996)1Β Α. Α. Δ. 911, εντός της οποίας γίνεται και σχετική ανάλυση της νομολογίας σε σχέση με το θέμα της κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας. Ουσιαστικά το είδος της κατάχρησης η οποία είναι δυνατό να κριθεί πως θα πρέπει να παρεμποδιστεί σε σχέση και με την αίτηση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση είναι η περίπτωση κατά την οποία επιδιώκονται όμοιοι σκοποί με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων.
- Το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του και άλλες περιπτώσεις κατά τις οποίες εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο το θέμα της ύπαρξης κατάχρησης του είδους το οποίο αναφέρεται πιο πάνω. Αυτό το οποίο προκύπτει από τη νομολογία είναι ότι στις περισσότερες περιπτώσεις αυτό το οποίο εξετάζεται είναι η συνύπαρξη διαδικασιών με τις οποίες επιδιώκεται ο ίδιος σκοπός. Παραδείγματος χάριν, η καταχώρηση έφεσης εναντίον μίας πρωτόδικης απόφασης και παράλληλα η καταχώρηση αίτησης για την έκδοση προνομιακού εντάλματος.
- Όπως, στην περίπτωση της Πολιτικής Αίτησης Αρ. 73/2012, ημερομηνίας 25/5/2012, Αναφορικά με την αίτηση της Aldi Marine Limited
(2012)1Β Α. Α. Δ. 1069 για χορήγηση άδειας για την καταχώρηση αίτησης για την έκδοση προνομιακού εντάλματος certiorari. Σε αυτή την υπόθεση ενώ είχε καταχωρηθεί έφεση με στόχο την ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης και την ακύρωση διατάγματος το οποίο είχε καταστεί απόλυτο σε σχέση με τους αιτητές, παράλληλα, οι αιτητές καταχώρισαν αίτηση, με την οποία επεδίωκαν την εξασφάλιση άδειας για καταχώριση προνομιακού εντάλματος τύπου certiorari, με απώτερο στόχο, επίσης την ακύρωση του πιο πάνω διατάγματος.
- Διαπιστώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο πως συνυπήρχαν δύο παράλληλες διαδικασίες, ανεξάρτητες δικονομικά, όμοιες όμως ως προς το αντικείμενο τους και τα ζητήματα τα οποία αυτές κάλυπταν. Κρίθηκε συνεπώς πως η συνύπαρξη της αίτησης και της έφεσης συνιστούσε κατάχρηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, η οποία θα έπρεπε να αποτραπεί και να παρεμποδιστεί με την απόρριψη της αίτησης η οποία ήταν μεταγενέστερη της έφεσης.
- Άλλο παράδειγμα κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας είναι η Πολιτική Έφεση Αρ. 11346, ημερομηνίας 23/1/2004, Τσιακλίδης ν. Ευαγγέλου
(2004)1Α Α. Α. Δ. 119, όπου εξετάστηκε η χρήση διαφορετικών ένδικων μέσων για επιδίωξη του ίδιου σκοπού. Θέτοντας το πολύ απλά ο εφεσείων είχε καταχωρήσει έφεση εναντίον απόφασης για την οποία είχε επίσης καταχωρήσει στο πρωτόδικο Δικαστήριο αίτηση για παραμερισμό της ίδιας απόφασης. Όπως αναφέρθηκε στη συγκεκριμένη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας προσλαμβάνει συνήθως διάφορες μορφές, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις όπου επιδιώκεται ο ίδιος σκοπός με παράλληλες διαδικασίες. Επισημάνθηκε πως το ένδικο μέσο της έφεσης παρέχει στον εφεσείοντα δυνατότητα πλήρους αναθεώρησης της εκκαλούμενης απόφασης. Παρατηρήθηκε πως στην προκείμενη περίπτωση, ο εφεσείων είχε ασκήσει έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης στα πλαίσια της οποίας διατηρούσε τη δυνατότητα συμπερίληψης λόγου ή λόγων έφεσης οι οποίοι να συνάδουν προς ό,τι αυτός επικαλείται στην αίτηση που υπέβαλε πρωτοδίκως προς παραμερισμό της πρωτόδικης απόφασης. Κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο πως η παράλληλη προώθηση δύο διαδικασιών συνιστούσε κατάχρηση της διαδικασίας του δικαστηρίου. Διευκρινίζεται απλά ότι η συγκεκριμένη έφεση ασκήθηκε εναντίον της απορριπτικής απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση με αίτηση για παραμερισμό της εκδοθείσας επί της ουσίας απόφασης αναφορικά με την οποία είχε ασκηθεί έφεση.
- Βεβαίως αυτό το οποίο παρατηρείται, στο βαθμό στον οποίο είναι εφικτό όπως αυτό διαπιστωθεί βάσει του περιεχομένου αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας, είναι η ύπαρξη μίας σχετικής χρονικής εγγύτητας ως προς την έναρξη ουσιαστικά των δύο ξεχωριστών διαδικασιών οι οποίες προωθούνται παράλληλα. Ενώ στην περίπτωση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση δεν είναι δυνατό να μην ληφθεί υπόψη το γεγονός πως η αίτηση καταχωρήθηκε περίπου 4 χρόνια και 3 μήνες μετά από την καταχώρηση της έφεσης. Διαφέρει δηλαδή θεωρώ σημαντικά η περίπτωση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση από τις περιπτώσεις τις οποίες ένα μελετητής συναντά στη νομολογία μας.
- Αδιαμφισβήτητα ο εναγόμενος αφού επέλεξε όπως καταχωρήσει έφεση εναντίον της πρωτόδικης απόφασης βάσει της οποίας κατέστησαν απόλυτα τα επίδικα προσωρινά διατάγματα ανέμενε για όλη την προαναφερόμενη χρονική περίοδο το αποτέλεσμα της έφεσης. Δίχως όμως μέχρι και την ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης του να είχε εκδοθεί απόφαση σε σχέση με την έφεση. Διευκρινίζω πως το Δικαστήριο δεν μέμφεται με οποιοδήποτε τρόπο με αυτή την απόφαση του το Ανώτατο Δικαστήριο αναφορικά με την μη έκδοση της απόφασης σε σχέση με την έφεση. Δεν παύει όμως η μή έκδοση της να αποτελεί ένα γεγονός και κατ΄ επέκταση ένα σημαντικό παράγοντα τον οποίο αυτό το Δικαστήριο δεν θα ήταν ορθό να αγνοήσει κατά την εξέταση της αίτησης του εναγομένου. Ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη πως τα επίδικα προσωρινά διατάγματα εκδόθηκαν με σκοπό τη διατήρηση μίας υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων (status quo) μέχρι και την εκδίκαση της αγωγής, η έναρξη της οποίας μέχρι και σήμερα δεν έχει καταστεί εφικτή.
- Ουσιαστικά, σε σχέση με το θέμα της κατάχρησης και θέτοντας το όλο θέμα όσο πιο απλά γίνεται διερωτάται πραγματικά το Δικαστήριο πως θα ήταν δυνατό να κριθεί ότι ενεργεί καταχρηστικά ένας διάδικος ο οποίος έχει εφεσιβάλει μία πρωτόδικη ενδιάμεση απόφαση η οποία καθιστούσε απόλυτα προσωρινά διατάγματα τα οποία αρχικά εκδόθηκαν περίπου 4 χρόνια και 8 μήνες πριν από την καταχώρηση της αίτησης και τα οποία περίπου 5 μήνες αργότερα κατέστησαν απόλυτα, απλά και μόνο επειδή έχει καταχωρήσει την αίτηση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση; Επισημαίνεται επίσης πως μέχρι και σήμερα έχουν περάσει πέραν των 5 ετών από την ημερομηνία καταχώρησης της έφεσης δίχως να έχει εκδοθεί σχετική απόφαση.
- Ακόμη πιο δύσκολο είναι να κριθεί ως καταχρηστική η αίτηση του εναγομένου εάν ληφθεί υπόψη η μαρτυρία του προς υποστήριξη της αίτησης. Σύμφωνα με την οποία ο ίδιος αδυνατεί να ασκήσει το επάγγελμα του καθότι από τον Ιούνιο του 2011 η επιχείρηση του πρατηρίου παραμένει κλειστή καθότι η ενάγουσα η οποία είναι η μόνη η οποία μπορεί, βάσει των προσωρινών διαταγμάτων, να προμηθεύσει με καύσιμα το πρατήριο αρνείται να το πράξει.
- Βεβαίως και η ενάγουσα προβάλει τη δική της εκδοχή επί αυτού του θέματος όμως πραγματικά δεν θεωρώ ορθό όπως εξεταστεί και αξιολογηθεί η αξιοπιστία αυτής της μαρτυρίας καθότι αυτή έχει σχέση και με τα επίδικα θέματα τα οποία ενδεχομένως να εγερθούν κατά την εκδίκαση της αγωγής.
- Ουσιαστικά, έχοντας υπόψη πως εξετάζεται η αναθεώρηση μίας ενδιάμεσης θεραπείας για την εκδίκαση της οποίας, σύμφωνα με τη νομολογία μας, το Δικαστήριο δεν θα έπρεπε να αξιολογούσε την αξιοπιστία των μαρτύρων και να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα έτσι και σε σχέση με αυτή την αίτηση θεωρώ πως το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφύγει την κατάληξη σε οποιαδήποτε τέτοια συμπεράσματα.
- Όμως αυτό το οποίο παρατηρείται είναι πως ακόμη και η ίδια η ενάγουσα ισχυρίζεται πως ενώ ο εναγόμενος εξακολουθούσε να τις υποβάλλει παραγγελίες, η τελευταία ημερομηνία υποβολής παραγγελίας ήταν στις 30/5/
- Ουσιαστικά από αυτό και μόνο προκύπτει πως οι ισχυρισμοί του εναγομένου ως προς τη χρονική περίοδο κατά την οποία έπαυσε να λειτουργεί η επιχείρηση του πρατηρίου είναι ορθοί. Καθότι ούτε και η ενάγουσα ισχυρίζεται πως έκτοτε ο εναγόμενος προμηθευόταν καύσιμα από την οποιαδήποτε άλλη εταιρεία.
- Συνεπώς, ανεξάρτητα και από τις αντίθετες εκδοχές των διαδίκων σε σχέση με το ποίος από αυτούς φέρει ευθύνη για το συγκεκριμένο αποτέλεσμα, το Δικαστήριο θεωρεί πως όντως ο εναγόμενος οδηγήθηκε, είτε εξαιτίας δικής του ευθύνης είτε όχι, σε διακοπή των εργασιών της επιχείρησης πρατηρίου κατά τη συγκεκριμένη περίοδο. Υπενθυμίζω, επί αυτού του θέματος, πως στόχος του Δικαστηρίου όπως αναφέρεται και στην απόφαση του με την οποία κατέστησαν απόλυτα τα προσωρινά διατάγματα ήταν η διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων (status quo) δηλαδή ουσιαστικά η συνέχιση της λειτουργίας της επιχείρησης του πρατηρίου εφόσον βεβαίως εφαρμόζοταν και συγκεκριμένη επιφύλαξη του δεύτερου προσωρινού διατάγματος αναφορικά με τη συμμόρφωση του εναγομένου σε σχέση με συγκεκριμένο όρο της επίδικης συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων έτσι ώστε να εξακολουθεί η ενάγουσα να προμηθεύει το πρατήριο με καύσιμα.
- Όμως έστω και να θεωρηθεί πως τα όσα ο εναγόμενος αναφέρει σχετικά με τη διακοπή της δυνατότητας να ασκήσει το επάγγελμα του ή να λειτουργήσει την επιχείρηση πρατηρίου ευσταθούν εκ πρώτης όψεως τότε πραγματικά θα ήταν εντελώς άδικο να κριθεί πως υπό αυτές τις περιστάσεις ένας διάδικος ο οποίος αναμένει μέχρι και σήμερα για χρονική περίοδο τουλάχιστον 5 ετών να κριθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο κατά πόσο το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά έκρινε πως τα προσωρινά διατάγματα θα πρέπει να παραμείνουν σε ισχύ μέχρι την εκδίκαση της αγωγής, όντως ενεργεί με καταχρηστικό τρόπο απλά και μόνο επειδή καταχώρησε αυτή την αίτηση. Τα οποία προσωρινά διατάγματα βεβαίως εκδόθηκαν και κατέστησαν απόλυτα με σκοπό τη διατήρηση μίας υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων η οποία όμως όπως προκύπτει από τη μαρτυρία έπαυσε ουσιαστικά να υπάρχει μόλις μερικούς μήνες μετά και από την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης εναντίον της οποίας έχει ασκηθεί έφεση. Δηλαδή, ο ίδιος ο στόχος έκδοσης και διατήρησης των προσωρινών διαταγμάτων έχει εκλείψει εδώ και περίπου 5 χρόνια.
- Επιπλέον, με τα όσα δεδομένα έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, πως θα ήταν δυνατό να κριθεί ότι ενεργεί καταχρηστικά ένας διάδικος εναντίον του οποίου έχει καταχωρηθεί μία αγωγή στις αρχές Νοεμβρίου του 2010 βάσει και της οποίας εκδόθηκαν τα επίδικα προσωρινά διατάγματα και της οποίας η εκδίκαση δεν έχει αρχίσει μέχρι και σήμερα μετά και από παρέλευση 5 ετών και σχεδόν 7 μηνών; Ενώ παράλληλα ο ίδιος να εξακολουθεί να είναι υπόχρεος όπως υπόκειται στις οποιεσδήποτε συνέπειες αυτών των προσωρινών διαταγμάτων.
- Επισημαίνω απλά πως το Δικαστήριο έχει όχι απλά γνώση αλλά καθημερινά βιώνει βαθιά συνειδιακή επίγνωση του φόρτου εργασίας και των συνεπαγόμενων ετών καταχώρησης αγωγών της δικαιοδοσίας στην οποία αυτή η αγωγή εντάσσεται και η εκδίκαση των οποίων εξακολουθεί να εκκρεμεί μέχρι ακόμη και εντός του έτους
- Σήμερα το Δικαστήριο εξακολουθεί να εκδικάζει αγωγές του 2007, 2008 και 2009 ενώ η προοπτική έναρξης της εκδίκασης αγωγών οι οποίες καταχωρήθηκαν κατά το έτος 2010 και μάλιστα προς το τέλος του 2010, διατηρώντας υπόψη δηλαδή ακόμη και τον αύξοντα αριθμό καταχώρησης, ρεαλιστικά δεν θα υπάρχει παρά μόνο μετά και από την παρέλευση ενός έτους ή ακόμη και δύο από την ημερομηνία έκδοσης αυτής της απόφασης. Λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως πως οι διάδικοι σε αγωγές οι οποίες έχουν καταχωρηθεί πριν από την καταχώρηση της αγωγής μεταξύ των διαδίκων σε αυτή την αίτηση έχουν προτεραιότητα τουλάχιστον χρονικά. Βεβαίως δεν αποκλείεται εάν το Δικαστήριο κληθεί από τους διάδικους σε μία αγωγή να δώσει προτεραιότητα στην εκδίκαση μίας αγωγής να το πράξει παρά και την ημερομηνία καταχώρησης της. Παραδείγματος χάριν, σε περίπτωση όπου ένας διάδικος ή ακόμη και βασικός μάρτυρας να είναι τέτοιας προχωρημένης ηλικίας ή να αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα υγείας εξαιτίας του οποίου να προκύπτει το ενδεχόμενο να μην είναι σε θέση να καταθέσει εάν δεν αρχίσει η εκδίκαση μίας αγωγής κατά παρέκκλιση από τη χρονική σειρά προτεραιότητας της.
- Αυτό όμως βεβαίως δεν αναιρεί με οποιοδήποτε τρόπο τη δεδομένη μέχρι σήμερα καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής στην οποία εκδόθηκαν τα επίδικα προσωρινά διατάγματα και τα οποία, σύμφωνα με τα όσα ο εναγόμενος ισχυρίζεται, έκτοτε έχουν τόση δραστική επίδραση στη δική του ζωή.
- Διατηρώντας υπόψη τα προαναφερόμενα δεδομένα θεωρώ πως δεν είναι δυνατό να κριθεί πως υπάρχει οποιοδήποτε ίχνος κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας απλά και μόνο επειδή ο εναγόμενος επέλεξε όπως καταχωρήσει αυτή την αίτηση στο χρονικό σημείο στο οποίο επέλεξε να το πράξει αυτό.
- Δεν παύει όμως με την αίτηση του ο εναγόμενος να αιτείται και θεραπεία ακύρωσης των προσωρινών διαταγμάτων. Δηλαδή, ουσιαστικά την ίδια θεραπεία την οποία προφανώς διεκδικεί και με την έφεση την οποία έχει καταχωρήσει εναντίον της πρωτόδικης απόφασης βάσει της οποίας τα προσωρινά διατάγματα κατέστησαν απόλυτα. Ασφαλώς αυτό εμπίτπει και στην αναγνωρισμένη έννοια της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας καθώς με συνύπαρξη της έφεσης και αυτής της αίτησης επιδιώκεται ο ίδιος στόχος.
- Εντούτοις, όχι μόνο δεν είναι δυνατό να μην ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο η διαφορετικότητα σε σχέση με την περίπτωση της αίτησης του εναγομένου σε σύγκριση με άλλες περιπτώσεις κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας τις οποίες συναντούμε στην νομολογία μας, ιδιαίτερα σε σχέση με τη χρονική πτυχή αυτής, αλλά επιπλέον λαμβάνεται υπόψη πως ο εναγόμενος αιτείται και θεραπεία η οποία δεν είναι δυνατό παρά να θεωρηθεί πως διαφέρει από την απλή αμφισβήτηση της πρωτόδικης απόφασης βάσει της οποίας τα επίδικα διατάγματα κατέστησαν απόλυτα. Αιτείται δηλαδή και τροποποίηση αυτών των διαταγμάτων ή ακόμη και διαφοροποίηση της πρωτόδικης απόφασης έτσι ώστε να του επιτρέπεται η χρήση του ακινήτου ως πρατήριο καυσίμων μέχρι νεωτέρων οδηγιών του Δικαστηρίου.
- Συνεπώς, παρέχεται η ευχέρεια στο Δικαστήριο να κρίνει, όπως και κρίνεται βεβαίως, πως παρά και τη συνύπαρξη δύο παράλληλων διαδικασιών εντούτοις δεν είναι τόσο απλό να οδηγηθεί σε συμπέρασμα πως όντως επιδιώκεται ο ίδιος στόχος. Εύλογα βεβαίως θα μπορούσε να προβληθεί επιχείρημα πως κατ΄ επέκταση, ακόμη και με τροποποίηση και όχι ακύρωση των επίδικων διαταγμάτων αυτό το οποίο λογικά θα προέκυπτε θα ήταν ουσιαστικά η ακύρωση αυτών των διαταγμάτων και η αντικατάσταση τους με διατάγματα κάποιας νέας μορφής. Το Δικαστήριο, όπως αναφέρεται και πιο κάτω, δεν παραγνωρίζει αυτή την εύλογη αντίληψη ως προς την οποιαδήποτε τροποποίηση των προσωρινών διαταγμάτων. Εντούτοις, αυτό δεν σημαίνει ταυτόχρονα πως επιδιώκεται μόνο ο ίδιος στόχος με την αίτηση όπως αυτός ο οποίος επιδιώκεται με την έφεση. Θα μπορούσε μία τροποποίηση των επίδικων διαταγμάτων να λάμβανε υπόψη στο μέγιστο δυνατό βαθμό τις θέσεις και των δύο διαδίκων είτε προς αποφυγή ουσιαστικά της κατ΄ επέκταση ακύρωσης των προσωρινών διαταγμάτων είτε με διαφορετικό τρόπο αναγνώρισης αυτής της λογικής κατ΄ επέκταση συνέπειας.
- Επομένως, διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω στο σύνολο τους, κρίνεται πως οι λόγοι ένστασης 4 και 15 δεν ευσταθούν. Επιπλέον, έχοντας υπόψη πως σύμφωνα με τον λόγο ένστασης 17 το μόνο το οποίο αναφέρεται είναι πως εναντίον της απόφασης οριστικοποίησης του διατάγματος που επιδιώκεται να τροποποιηθεί εκκρεμεί έφεση που καταχωρήθηκε από τον αιτητή, συνεπώς και αυτός ο λόγος ένστασης εντάσσεται στο κεφάλαιο της γενικότερης θέσης της ενάγουσας ως πρός την ύπαρξη κατάχρησης. Συνεπώς και αυτός ο λόγος ένστασης κρίνεται αβάσιμος. Διατηρώντας υπόψη και τη μαρτυρία προς υποστήριξη της ένστασης ως πρός την ύπαρξη κακοπιστίας λόγω της εκκρεμότητας της έφεσης κρίνω πως και ο λόγος ένστασης 10 δεν ευσταθεί ενώ παράλληλα θεωρώ πως η αναφορά εντός αυτού σε σχέση με αλλότριους σκοπούς του εναγομένου βασίζεται επί της ίδιας θέσης. ΣΤ. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΕΝΣΤΑΣΗΣ - Η ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ
- Εγείρεται και ως λόγος ένστασης η θέση πως η νομική βάση της αίτησης είναι ελλειπής και λανθασμένη. Παρά και το γεγονός πως δεν υπάρχει ρητή αναφορά είτε στη μαρτυρία προς υποστήριξη της ένστασης είτε ακόμη και στη γραπτή αγόρευση της ευπαίδευτης δικηγόρου της ενάγουσας εντούτοις διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρθηκαν από την ευπαίδευτη συνήγορο του εναγομένου κατά την ημερομηνία στην οποία η αίτηση είχε οριστεί για διευκρινίσεις μετά και από την κατάθεση των γραπτών αγορεύσεων, προφανώς το όλο θέμα αλλά και η θέση η οποία εμπεριέχεται στο συγκεκριμένο λόγο ένστασης οφείλεται στο γεγονός πως στη νομική βάση της αίτησης αναφέρεται το άρθρο 31 αντί το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 32/60 όπως αυτός τροποποιήθηκε και ο οποίος στο εξής θα καλείται ο «σχετικός Νόμος»).
- Θεωρώ ως εμφανές πως πρόθεση του συντάκτη της αίτησης ήταν να αναφερθεί στο άρθρο 32 του σχετικού Νόμου καθώς παρατίθεται και αναφορά στα εδάφια
(1)και
(2)του άρθρου. Το άρθρο 32 όντως έχει τρία εδάφια ενώ το άρθρο 31 δεν έχει οποιαδήποτε εδάφια. Δεν αποκλείεται η αναφορά σε άρθρο 31 αντί 32 να είναι και αποτέλεσμα δακτυλογραφικού λάθους.
- Όπως και να έχει η πραγματικότητα μόνο ως μία επιφανειακή ουσιαστικά προσέγγιση είναι δυνατό να κριθεί η προώθηση ενός λόγου ένστασης ή επιχειρηματολογίας προς υποστήριξη μία θέσης η οποία να βασίζεται σε μία περισσότερο πιθανά παρά όχι εκ παραδρομής λανθασμένη αναφορά η οποία θα μπορούσε να προκύψει όχι μόνο κατά τη σύνταξη ή δακτυλογράφηση μίας αίτησης αλλά και ενός δικογράφου. Ουσιαστικά η προσέγγιση αυτή μόνο ως τυπολατρική είναι δυνατό να ιδωθεί αλλά παράλληλα και ως μη παραγωγική σε σχέση με την επίλυση των πραγματικών ερωτημάτων τα οποία προκύπτουν κατά την εξέταση της ουσίας της οποιασδήποτε αίτησης.
- Παράλληλα όμως δεν παύει ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης να υπάρχει και να απαιτείται η εξέταση του με ανάλογη ανάλωση δικαστικού χρόνου αλλά και επέκταση του κειμένου μίας δικαστικής απόφασης.
- Διατηρώντας υπόψη παραλληλισμό με παρόμοια διαδικασία θεωρώ πως η νέα Δ.25 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας και συγκεκριμένα οι κανονισμοί
(1),
(2)και
(3)αναδεικνύουν ένα νέο πνεύμα ως προς την αντιμετώπιση τέτοιων περιπτώσεων παρέχοντας την ευχέρεια τροποποίησης δίχως την άδεια του Δικαστηρίου ενώ αναγνωρίζεται και το ενδεχόμενο ύπαρξης ενός εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους στη σύνταξη της δικογραφίας. 53. Εξετάζοντας όμως το συγκεκριμένο λόγο ένστασης το Δικαστήριο διατηρεί υπόψη του την απόφαση Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδης κ. ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 965. Λαμβάνονται όμως υπόψη και άλλες σχετικές αυθεντίες, όπως, παραδείγματος χάριν, η απόφαση Τάσος Πεγειώτης ν. Χριστάκη Κωμοδρόμου
(2003)1 Α.Α.Δ. 1601, στην οποία ο ίδιος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου ο οποίος έδωσε την απόφαση στην υπόθεση Μαχλουζαρίδης, δίδοντας την απόφαση Πεγειώτης, με αναφορά και σε μεταγενέστερη της τροποποίησης της Δ.64 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας νομολογία, περιέγραψε ως ορθή την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς το εξής. Ότι δηλαδή η αρχή που υιοθετήθηκε στη Μαχλουζαρίδης και σε προγενέστερες αποφάσεις, απώλεσε τη δραστικότητά της, υπό το πρίσμα της Δ.64 των Θεσμών, ως αυτή αναμορφώθηκε από το Διαδικαστικό Κανονισμό του 1995 και ότι παρέχεται δυνατότητα θεραπείας παρεκκλίσεων από θεσμικές διατάξεις, ως διαπιστώνεται υπό το φως μεταγενέστερης νομολογίας, ενώ ο καθ' ου η αίτηση αποποιείται του δικαιώματος να εγείρει θέμα παρέκκλισης από τους Θεσμούς στη διαμόρφωση αιτήματος, εφόσον λαμβάνει μέτρα στη διαδικασία, ως στην προκείμενη περίπτωση με την υποβολή ένστασης, τα οποία υποδηλώνουν ανοχή της ή συμπόρευση με αυτή.
- Ασφαλώς και θα ήταν ενδιαφέρον για το Δικαστήριο να ασχοληθεί με εξέταση της σχετικής νομολογίας αλλά και του θέματος της ενδεχόμενης εφαρμογής της Δ.64 στη συγκεκριμένη περίπτωση με την έκδοση - και πάλι ενδεχομένως - και διατάγματος απαλλαγής από την παρατυπία, σε περίπτωση κατά την οποία όντως κρινόταν να υπήρχε μία τέτοια παρατυπία. Όμως πραγματικά θεωρώ πως αυτό δεν είναι αναγκαίο για σκοπούς έκδοσης αυτής της απόφασης. Καθότι το όλο θέμα είναι πολύ πιο απλό. Θεωρώ πραγματικά πως η αναφορά στο άρθρο 31 αντί στο άρθρο 32 είναι ένα τυπικό και όχι ουσιαστικό λάθος ή ακόμη και παρατυπία σε σχέση με την οποία να απαιτείται η έκδοση οποιουδήποτε σχετικού διατάγματος απαλλαγής από αυτήν. Εάν ακόμη όμως και λανθασμένη να κριθεί η αντίληψη του Δικαστηρίου ως προς το κατά πόσο όντως υπάρχει ή όχι παρατυπία διευκρινίζω πως και παρατυπία να κρινόταν ότι υπήρχε το Δικαστήριο διατηρώντας υπόψη τις προϋποθέσεις οι οποίες καθιερώνονται από τη σχετική νομολογία επί του θέματος δεν θα είχε οποιοδήποτε ενδοιασμό ως προς την έκδοση του ανάλογου διατάγματος απαλλαγής από αυτή την παρατυπία.
- Αξίζει να υπενθυμίσω τα όσα σχετικά αναφέρονται στην απόφαση Μαχλουζαρίδης ως πρός το σκεπτικό της τήρησης της Δ.48 θ. 1 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας. Στις σελίδες 969 έως 971 αναφέρονται τα ακόλουθα. "Στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Kouppa and Another v. Vassiliades* αποφασίστηκε ότι σε ενδιάμεση αίτηση ο καθορισμός του νομικού βάθρου, με αναφορά στο άρθρο ή άρθρα της νομοθεσίας και των θεσμών που το στοιχειοθετούν, αποτελεί, σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.48 θ.1 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου. Το σκεπτικό του Δικαστηρίου στην υπόθεση Kouppa συνοψίζεται στο πιο κάτω απόσπασμα: "The specification of the rules relied upon in interlocutory proceedings is not, to my comprehension, a matter of mere formality but a substantive procedural provision that should be strictly adhered to. For interlocutory proceedings are proceedings of an extraordinary nature in that deliberations are made without a complete trial, the normal process through which a cause is ventilated before the Court. Hence procedural safeguards designed to elicit the questions in issue and put the matter in a proper perspective should be meticulously observed especially mandatory provisions like those set out in Ord. 48 r.l. It is no accident that the legal substratum of an application must, unlike the statement of claim, be specified for there are compelling reasons that side issues should be succinctly defined both legally and factually so that the Court may, without undue delay, deal with them and thus pave the way for the trial of the main issues in dispute." Σε μετάφραση: "Ο καθορισμός των θεσμών στους οποίους στηρίζεται το ενδιάμεσο δικονομικό μέτρο (αίτηση με κλήση) δεν είναι όπως κατανοώ μόνο θέμα τύπου αλλά ουσιαστική δικονομική διάταξη, η οποία πρέπει να ακολουθείται αυστηρά· εν όψει του ότι η ενδιάμεση διαδικασία συνιστά διαδικασία ασυνήθη χαρακτήρα, για το λόγο ότι τα επίδικα θέματα εκδικάζονται έξω από το *
(1981)1 J.S.C.
- πλαίσιο της ολοκληρωμένης δίκης που αποτελεί τη συνήθη οδό για την εκδίκαση των επίδικων θεμάτων. Συνεπώς τα δικονομικά εχέγγυα τα οποία αποβλέπουν στον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και του πλαισίου εκδίκασης τους πρέπει να τηρούνται με σχολαστικότητα ιδιαίτερα στην περίπτωση των επιτακτικών προνοιών της Δ.48 θ.
- Δεν είναι τυχαίο ότι το νομικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει, αντίθετα με την έκθεση απαιτήσεως, να καθορίζεται· συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι που επιβάλλουν όπως παρεμφερή θέματα προσδιορίζονται τόσο νομικά όσο και πραγματικά με ακρίβεια ώστε το Δικαστήριο, χωρίς υπέρμετρη καθυστέρηση, να είναι σε θέση να τα εξετάσει και με αυτό τον τρόπο να επιστρώσει το έδαφος διά την εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς." Συμφωνούμε με τις αρχές που διατυπώνονται στην Kouppa ως προς το δικονομικό πλαίσιο το οποίο διέπει την έγκυρη έγερση ενδιάμεσων αιτήσεων. Ουσιαστικά επεξηγείται στο πιο πάνω απόσπασμα η σημασία του καθορισμού της νομικής βάσης μίας αίτησης. Έτσι ώστε δηλαδή το Δικαστήριο με τον ακριβή νομικό και πραγματικό προσδιορισμό παρεμφερή θεμάτων χωρίς καθυστέρηση να προχωρήσει στην εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων.
- Πραγματικά διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω θεωρώ πως ο δεύτερος λόγος ένστασης δεν ευσταθεί. Όχι μόνο δεν θα συμφωνήσω πως η αίτηση στηρίζεται είτε σε λανθασμένη είτε σε ελλειπή νομική βάση αλλά αντιθέτως θεωρώ πως παρέχεται με αυτή με σαφή και συγκεκριμένο τρόπο το απαραίτητο υπόβαθρο προς εξέταση του αιτήματος του εναγομένου με αναφορές μάλιστα και σε σχετικά άρθρα του Συντάγματος. Ζ. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΩΝ ΥΠΟΛΟΙΠΩΝ ΛΟΓΩΝ ΕΝΣΤΑΣΗΣ
- Υπάρχουν και ορισμένοι λόγοι ένστασης οι οποίοι ουσιαστικά δεν υποστηρίχθηκαν είτε από μαρτυρία είτε από επιχειρηματολογία. Διερωτάται πραγματικά συνεπώς το Δικαστήριο ως πρός το λόγο για τον οποίο οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης είχαν συμπεριληφθεί στην ένσταση της ενάγουσας. Παραδείγματος χάριν, τίποτε δεν έχει αναφερθεί προς υποστήριξη της θέσης ότι η ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική. Ούτε και διαπιστώνεται η ύπαρξη της οποιασδήποτε παρατυπίας ή αντικανονικότητας σε σχέση με την ένορκη δήλωση του εναγομένου. Συνεπώς ο λόγος ένστασης 5 κρίνεται εντελώς αβάσιμος.
- Στο ίδιο συμπέρασμα οδηγείται το Δικαστήριο και σε σχέση με τον λόγο ένστασης
- Πραγματικά διερωτάται το Δικαστήριο γιατί θα έπρεπε ο εναγόμενος να αναφέρει την πηγή της πληροφόρησης του. Ο εναγόμενος ως ένας από τους διάδικους στην αγωγή δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ως ένα από τα πιο άμεσα εμπλεκόμενα άτομα αναφορικά με τα επίδικα θέματα της αγωγής του οποίου η μαρτυρία δεν βασίζεται τόσο σε πληροφόρηση αλλά αντιθέτως σε άμεση αντίληψη των γεγονότων.
- Διατηρώντας υπόψη και τα όσα αναφέρονται πιο πάνω σε σχέση με την περιορισμένη δυνατότητα αξιολόγησης της αξιοπιστίας της μαρτυρίας η οποία δόθηκε από τους ενόρκως δηλούντες πραγματικά δεν συμφωνώ με τον λόγο ένστασης ως πρός το ότι τα γεγονότα τα οποία συνοδεύουν την αίτηση δεν δίδουν τη δυνατότητα έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος ή ουσιαστικά την έκγριση της αίτησης. Αντιθέτως κρίνω πως τα γεγονότα είναι τέτοια έτσι ώστε να κρίνεται αναγκαία η εξάντληση της εξέτασης από το Δικαστήριο της κάθε δυνατής πιθανότητας σε σχέση με το ερώτημα κατά πόσο θα μπορούσε να εκδόθει το οποιοδήποτε σχετικό διάταγμα προς όφελος του εναγομένου.
- Συνεπώς κρίνεται πως ο λόγος ένστασης 8 δεν ευσταθεί ενώ με το ίδιο σκεπτικό αλλά διατηρώντας υπόψη και τα όσα αναφέρονται πιο πάνω σε σχέση με τη νομική πτυχή της αίτησης αλλά και το θέμα της κατάχρησης κρίνω πως και ο λόγος ένστασης 9 δεν ευσταθεί. Ενώ αναφορικά με τη θέση πως ο εναγόμενος δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια (λόγο ένστασης 11) απορρίπτω και αυτό τον λόγο ένστασης ως αβάσιμο καθώς αυτό το οποίο όντως διαπιστώνεται είναι πως ο εναγόμενος με τη μαρτυρία την οποία παρουσίασε - τονίζοντας βεβαίως και πάλι τη συνειδητή αποφυγή από το Δικαστήριο ως πρός την αξιολόγηση είτε αυτής είτε της μαρτυρίας του ενόρκως δηλούντος προς υποστήριξη της ένστασης - ήταν πλήρως αποκαλυπτικός με τα όσα είχαν ακολουθήσει την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης στο βαθμό στον οποίο αναφέρθηκε και στην ύπαρξη άλλων σχετικών διαδικασιών ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας και της Επιτροπής Προστασίας Ανταγωνισμού. Με το ίδιο σκεπτικό δεν θα συμφωνήσω επίσης με τη θέση πως ο εναγόμενος απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα ή ότι η αίτηση βασίζεται σε ανακριβή και αναληθή γεγονότα. Συνεπώς, ούτε οι λόγοι ένστασης 16 και 18 κρίνονται βάσιμοι.
- Ως πρός τον λόγο ένστασης 19 και της μαρτυρίας υπάρχει αναφορά σε ενδεχόμενο διάπραξης ποινικών αδικημάτων σε περίπτωση δημιουργίας υποχρεώσεων ενώ αυτός είναι πτωχεύσας. Πραγματικά θεωρώ πως το θέμα αυτό είτε από άποψης μαρτυρίας είτε επιχειρηματολογίας δεν έχει προωθηθεί επαρκώς έτσι ώστε να παρέχεται η δυνατότητα να διαπιστωθεί η σύνδεση αυτής της θέσης με τα στοιχεία υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Ως εκ τούτου και ο λόγος ένστασης 19 κρίνεται αβάσιμος.
- Αναφορικά δε με τον λόγο ένστασης ως πρός το ότι δεν ενυπάρχει το στοιχείο του κατεπείγοντος παρατηρώ κατ΄ αρχάς πως τέτοια προϋπόθεση δεν είναι αναγκαία για την έγκριση της αίτησης του εναγομένου. Υπενθυμίζω δε πως ο παράγοντας αυτός θα μπορούσε να ήταν σχετικός σε περίπτωση υποβολής μονομερούς αίτησης με την οποία θα ζητείτο από το Δικαστήριο η έκδοση ενός νέου προσωρινού διατάγματος και όχι η ακύρωση ή τροποποίηση ή διαφοροποίηση ήδη υφισταμένων προσωρινών διαταγμάτων με αίτηση δια κλήσεως. Συνεπώς ούτε και ο λόγος ένστασης 14 κρίνεται βάσιμος.
- Απομένουν επομένως προς εξέταση οι λόγοι ένστασης 12 και 13 οι οποίοι θα μπορούσε να θεωρηθεί εκ πρώτης όψεως πως δεν συνδέονται μεταξύ τους. Όμως θεωρώ πως τα θέματα τα οποία τίθενται με αμφότερους αυτούς τους λόγους ένστασης είναι αλληλένδετα υπό την έννοια πως εάν η αίτηση είναι δυνατό να κριθεί αδικαιολόγητα καθυστερημένη τότε και η έγκριση της σε αυτό το χρονικό σημείο θα μπορούσε να οδηγήσει και στην έκδοση διαταγμάτων τα οποία να είναι δυνατό να θεωρηθούν ως υπερβολικά και αχρείαστα. Υπό την έννοια δηλαδή ότι αυτά θα εκδοθούν σε σχέση με μία αίτηση η οποία υποβλήθηκε αδικαιολόγητα καθυστερημένα.
- Διατηρώντας δε υπόψη το βαθμό στον οποίο ο παράγοντας της καθυστέρησης της δικαστικής διαδικασίας έχει επηρεάσει τον καθορισμό των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του ίδιου του αιτητή είναι κάπως παράδοξο να καταλογίζεται καθυστέρηση και στον ίδιο τον αιτητή. Εντούτοις αυτό δεν αποκλείεται εάν ληφθούν υπόψη τα δεδομένα της περίπτωσης υπό εξέταση όπως αυτά μάλιστα προβάλλονται δια μέσω της μαρτυρίας του ίδιου του αιτητή. Εφόσον δηλαδή είχε αποκρυσταλλωθεί ουσιαστικά μία κατάσταση πραγμάτων σε σχέση με την οποία όμως ο αιτητής δεν επεδίωξε την αναθεώρηση των προσωρινών διαταγμάτων παρά μόνο μετά από πάροδο περίπου 4 ετών. Δίχως παράλληλα βεβαίως να παραγνωρίζονται και οι οποιοιδήποτε άλλοι σχετικοί παράγοντες οι οποίοι θα μπορούσαν να είχαν επιδράσει στο μυαλό του αιτητή σε σχέση με τη λήψη της απόφασης να επιδιώξει την αναθεώρηση των προσωρινών διαταγμάτων. Όπως, παραδείγματος χάριν, η αναμενόμενη έκδοση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με την έφεση εναντίον των προσωρινών διαταγμάτων.
- Ουσιαστικά, η ίδια η καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης, εάν γίνει δεκτή έστω και εκ πρώτης όψεως ως βάσιμη η θέση ως πρός την αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της, θα μπορούσε να κριθεί πως καθιστά υπερβολική και αχρείαστη την έκδοση οποιωνδήποτε διαταγμάτων, εφόσον λογικά σύντομα αναμένεται μετά και από την πάροδο του χρονικού διαστήματος από την καταχώρηση της έφεσης, η έκδοση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Δηλαδή, η προσδοκία αυτή θεωρείται εύλογη από το Δικαστήριο. Διατηρώντας υπόψη αυτό το ενδεχόμενο γίνεται δεκτή η θέση πως θα ήταν όντως υπερβολική η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων διευκρινίζοντας όμως πως η αποδοχή αυτή από το Δικαστήριο έχει σχέση με αυτό το ίδιο το χρονικό σημείο εξέτασης της αίτησης και έκδοσης αυτής της απόφασης. Καθώς δηλαδή μετά και από την προαναφερόμενη πάροδο χρόνου λογικά αναμένεται η έκδοση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα έτσι ώστε πραγματικά να κρίνεται υπερβολικό και αχρείαστο σε αυτό το χρονικό σημείο να εγκριθεί η αίτηση με άμεση εφαρμογή του οποιουδήποτε διατάγματος το οποίο θα μπορούσε να εκδόθει από το Δικαστήριο σε σχέση με το αίτημα του εναγομένου.
- Βεβαίως ακόμη και αυτή η έκδοση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου πολύ πιθανό θα περιορίζεται ουσιαστικά είτε στην επικύρωση είτε στην ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης με πιο πιθανή κατάληξη, σε περίπτωση ανατροπής της πρωτόδικης απόφασης, την ακύρωση των προσωρινών διαταγμάτων και όχι την τροποποίηση ή διαφοροποίηση αυτών. Το θέμα αυτό όμως δεν μπορεί να εξεταστεί λαμβάνοντας υπόψη από το Δικαστήριο ως δεδομένο το αποτέλεσμα μία απόφασης η οποία δεν έχει ακόμη εκδόθει. Αυτό το οποίο θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη βεβαίως είναι η πιθανότητα της μη έκδοσης της απόφασης σε σχέση με την έφεση ακόμη και μετά από την πάροδο ενός επιπρόσθετου χρονικού διαστήματος έτσι ώστε πλέον να κρίνεται ως δικαιολογημένη η έγκριση της αίτησης του εναγομένου. Ο τρόπος με τον οποίο αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί αναφέρεται πιο κάτω.
- Κρίνεται δηλαδή ως ιδιαίτερα σημαντική σε σχέση με τους συγκεκριμένους δύο λόγους ένστασης η θέση ως πρός την αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης. Καθότι εάν η όλη κατάσταση πραγμάτων στην οποία ο εναγόμενος αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του είχε ουσιαστικά διαμορφωθεί οριστικά κατά τον Ιούνιο του 2011 τότε γιατί ανέμενε σχεδόν 4 χρόνια μέχρι και την καταχώρηση αυτής της αίτησης; Παράλληλα όμως δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί ότι υπήρξαν και άλλες διαδικασίες μεταξύ των διαδίκων αλλά και προσπάθειες επαναλειτουργίας του πρατηρίου. Ακόμη όμως και εάν αυτές ληφθούν υπόψη σε συνδυασμό και με την ανάλογη αναμονή για την εκδίκαση της έφεσης δεν παύει να έχει παρέλθει ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα από την προαναφερόμενη χρονική περίοδο μέχρι και την ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης.
- Όπως αναφέρεται και πιο πάνω το Δικαστήριο λογικά αναμένει πως η ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου πλησιάζει και πως διατηρώντας υπόψη και το χρόνο υποβολής του αιτήματος του εναγομένου δεν αποκλείεται πραγματικά η έκδοση του οποιουδήποτε διατάγματος είτε ακύρωσης είτε τροποποίησης των επίδικων προσωρινών διαταγμάτων εν τέλει ιδιαίτερα δε αναδρομικά ιδωμένη αυτή η έκδοση να θεωρηθεί αχρείαστη αλλά ακόμη και υπερβολική υπό τις περιστάσεις.
- Η δε ακύρωση των προσωρινών διαταγμάτων σε αυτό το χρονικό σημείο θα εξασφάλιζε για τον εναγόμενο τον ίδιο στόχο με αυτό τον οποίο επιδιώκει με την έφεση ενώ, όπως διαπιστώνεται, η οποιοδήποτε τροποποίηση ή διαφοροποίηση των προσωρινών διαταγμάτων δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί δίχως παράλληλα να ακυρώνεται ουσιαστικά η εφαρμογή των προσωρινών διαταγμάτων τα οποία αποτελούν το αντικείμενο της έφεσης και τα οποία αλληλοσυνδεόνται άρρηκτα μεταξύ τους.
- Παραδείγματος χάριν, εάν το Δικαστήριο διαφοροποιούσε το διάταγμα για προμήθεια καυσίμων προς το πρατήριο πως θα ήταν δυνατό αυτό να εφαρμοστεί δίχως παράλληλα να ακυρώνεται και το διάταγμα για χρήση του εξοπλισμού του πρατηρίου; Επομένως, η αποφυγή επηρεασμού αυτού του διατάγματος θα μπορούσε να επιτευχθεί με διαφοροποίηση η οποία αναπόφευκτα θα συνιστούσε ακύρωση του διατάγματος το οποίο απαγορεύει την μετακίνηση του συγκεκριμένου εξοπλισμού από το πρατήριο. Λογικά δηλαδή η οποιοδήποτε τροποποίηση ή διαφοροποίηση θα οδηγούσε εξ ανάγκης σε ακύρωση και των τριών προσωρινών διαταγμάτων. Έχοντας υπόψη την αλληλένδετη φύση των προσωρινών διαταγμάτων είναι πραγματικά εμφανής η πρόκληση αδιεξόδων τα οποία αναδεικνύονται από περιορισμό της έγκρισης της αίτησης όχι με ακύρωση των αλλά τροποποίηση του οποιουδήποτε εξ αυτών και η οποία κατ΄ επέκταση θα οδηγούσε σε μία έμμεση εξ ανάγκης ακύρωση των υπολοίπων διαταγμάτων έτσι ώστε η οποιοδήποτε τροποποίηση να ήταν δυνατό να καθίσταται εφικτή.
- Παράλληλα όμως το Δικαστήριο πραγματικά αναγνωρίζει την έκταση στην οποία είναι δυνατό να κριθεί ως δικαιολογημένο το αίτημα του εναγομένου ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη το βαθμό στον οποίο έχει πλέον εκλείψει η αναγκαιότητα διατήρησης μίας υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων (status quo) ανεξάρτητα και από το βαθμό στον οποίο ενδεχομένως ο ίδιος ο εναγόμενος εν μέρει να ευθύνεται για την ανατροπή αυτής της σκοπιμότητας των προσωρινών διαταγμάτων. Όμως το χρονικό σημείο στο οποίο επέλεξε να καταχωρήσει το αίτημα και η όλη πορεία της αίτησης μέχρι και την εκδίκαση της και την έκδοση αυτής της απόφασης οδηγούν το Δικαστήριο σε συμπέρασμα πως όντως η έκδοση των οποιωνδήποτε διαταγμάτων σε αυτό το χρονικό σημείο θα ήταν είτε υπερβολική είτε ακόμη και αχρείαστη.
- Εντούτοις παρά και το γεγονός πως οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης είναι δυνατό να κριθούν ως βάσιμοι, τουλάχιστον στο χρονικό σημείο στο οποίο αυτοί εξετάζονται, όπως και κρίνονται βεβαίως, δεν είναι δυνατό παράλληλα να μην ληφθεί υπόψη και ο βαθμός στον οποίο το αίτημα του εναγομένου κρίνεται δικαιολογημένο. Συνεπώς, θεωρώ πως η οποιοδήποτε βασιμότητα των συγκεκριμένων λόγων ένστασης στο συγκεκριμένο χρονικό σημείο δεν είναι αρκετή έτσι ώστε να οδηγήσει στην απόρριψη της αίτησης αλλά αντιθέτως σε κατάληξη μία διαφορετικής επιλογής από το Δικαστήριο της μή άμεσης έγκρισης της αίτησης και της έκδοσης μίας ανάλογης θεραπείας, διατηρώντας υπόψη τα όσα χρονικά δεδομένα αναφέρονται πιο πάνω. Η. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
- Επομένως, παρά και την ταύτιση του στόχου ο οποίος επιδιώκεται με την έφεση διατηρώντας υπόψη την καθυστέρηση η οποία παρατηρείται τόσο στην έκδοση σχετικής απόφασης αναφορικά με την έφεση όσο και σε σχέση με την έναρξη της ακρόασης της αγωγής, θεωρώ πως δικαιολογείται η έγκριση της αίτησης του εναγομένου αλλά με την έκδοση διατάγματος ακύρωσης των επίδικων προσωρινών διαταγμάτων το οποίο όμως θα εμπεριέχει και σχετική χρονική επιφύλαξη ως πρός την εφαρμογή του. Δηλαδή, η ισχύς και δυνατότητα εφαρμογής του συγκεκριμένου διατάγματος θα αναστέλλεται μέχρι μία συγκεκριμένη ημερομηνία και δεν θα ενεργοποιείται παρά μόνο σε περίπτωση κατά την οποία μέχρι εκείνη την ημερομηνία δεν θα έχει εκδόθει απόφαση από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σχέση με την έφεση. Ενώ σε αντίθετη περίπτωση δηλαδή εάν η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου εκδόθει εντός αυτού του χρονικού διαστήματος τότε η ισχύς του διατάγματος το οποίο θα εκδόθει από αυτό το Δικαστήριο θα παύει να υφίσταται καθώς αυτό θα καθίσταται άνευ αντικειμένου και αυτόματα θα ακυρώνεται από αυτό και μόνο το γεγονός της έκδοσης της απόφασης σε σχέση με την έφεση.
- Επομένως εκδίδεται διάταγμα ακύρωσης των προσωρινών διαταγμάτων τα οποία εκδόθηκαν στις 4/11/2010 και κατέστησαν απόλυτα στις 24/3/2011, η εφαρμογή του οποίου όμως αναστέλλεται μέχρι και τις 31/10/2016 ενώ αυτό θα παύει αυτόματα να ισχύει σε περίπτωση κατά την οποία πριν από τις 31/10/2016 το Ανώτατο Δικαστήριο εκδώσει την απόφαση του σε σχέση με την έφεση η οποία καταχωρήθηκε εναντίον της πρωτόδικης απόφασης ημερομηνίας 24/3/
- Διαφορετικά, σε περίπτωση κατά την οποία δεν θα έχει εκδόθει η προαναφερόμενη απόφαση μέχρι και τις 31/10/2016 τότε το διάταγμα ακύρωσης των προσωρινών διαταγμάτων θα ενεργοποιείται και θα αρχίσει να ισχύει με άμεση εφαρμογή του ανεξάρτητα και από το γεγονός της εκκρεμότητας της έφεσης. Διευκρινίζω και πάλι τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο αποδίδει στον παράγοντα της καθυστέρησης έτσι ώστε να οδηγείται σε συμπέρασμα έκδοσης του συγκεκριμένου διατάγματος. Καθότι εάν μέχρι και την προαναφερόμενη ημερομηνία δεν εκδόθει η απόφαση σε σχέση με την έφεση θα έχουν ήδη παρέλθει σχεδόν 6 χρόνια ακριβώς από την έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων δίχως να έχει δοκιμαστεί κατ΄ έφεση η ορθότητα ή βασιμότητα του σκεπτικού ή του αποτελέσματος της πρωτόδικης απόφασης.
- Αναφορικά με τα έξοδα της αίτησης έχοντας υπόψη τόσο τα θέματα τα οποία τέθηκαν προς εξέταση και τα οποία δεν συναντιούνται τόσο συχνά είτε σε πρωτόδικη διαδικασία είτε στη νομολογία μας, το γεγονός της καθυστέρησης στην έκδοση απόφασης σε σχέση με την έφεση ή την έναρξη της ακρόασης της αγωγής για την οποία εκ πρώτης όψεως δεν ευθύνονται οι διάδικοι, το γεγονός πως οι περισσότεροι από τους λόγους ένστασης της ενάγουσας κρίθηκαν αβάσιμοι αλλά και την υπό όρους έγκρισης της αίτησης του εναγομένου θεωρώ πως θα ήταν πιο δίκαιο όπως μην εκδοθεί η οποιαδήποτε διαταγή αναφορικά με τα έξοδα. Συνεπώς, δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή αναφορικά με τα έξοδα της αίτησης. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Σημειώνω απλά ότι η απόφαση εκδόθηκε από Δικαστήριο με την ίδια σύνθεση όπως αυτό το οποίο εκδίδει και αυτή την απόφαση συνεπώς εάν θεωρηθεί πως ασκείται οποιαδήποτε κριτική σε σχέση με το θέμα της καθυστέρησης ασφαλώς αυτή θα πρέπει να θεωρηθεί ως αυτοκριτική. [A]
- Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη
- Η νομική βάση της αίτησης είναι ελλειπής και λανθασμένη
- Η αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική.
- Η αίτηση είναι καταχρηστική.
- Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική.
- Ο ενόρκως δηλών δεν αναφέρει τη πηγή της πληροφόρησης του.
- Δεν υπάρχει δυνατότητα έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Τα γεγονότα που συνοδεύουν την αίτηση δε δίδουν τη δυνατότητα έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Η αίτηση είναι κακόπιστη και καταχωρείται για αλλότριους σκοπούς
- Ο αιτητής δεν προσήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια.
- Το αιτούμενο διάταγμα είναι υπερβολικό και αχρείαστο.
- Η αίτηση είναι αδικαιολόγητα καθυστερημένη.
- Δεν ενυπάρχει το στοιχείο του κατεπείγοντος.
- Η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας.
- Ο αιτητής απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα.
- Εναντίον της απόφασης οριστικοποίησης του διατάγματος που επιδιώκεται να τροποποιηθεί εκκρεμεί έφεση που καταχωρήθηκε από τον αιτητή.
- Η αίτηση βασίζεται σε ανακριβή και αναληθή γεγονότα.
- Ο αιτητής είναι πτωχεύσας και τυχόν έκδοση του διατάγματος θα του δώσει τη δυνατότητα να συνεχίσει να συναλλάσσεται δημιουργώντας περαιτέρω υποχρεώσεις, κάτι που ενδεχομένως να συνιστά και ποινικό αδίκημα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο