Μιχάλης Σταύρου ν. ΧΑΡΗΣ ΧΩΜΑΤΟΥΡΓΙΚΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 2925/11, 18/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A109 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2925/11 Μεταξύ: Μιχάλης Σταύρου, εκ Πάφου Ενάγοντα και ΧΑΡΗΣ ΧΩΜΑΤΟΥΡΓΙΚΑ ΛΤΔ, εκ Πάφου Εναγόμενης - - - - - - - - - - - - - - 18.05.2016 Για τον Ενάγοντα: κ. Α. Χουβαρτάς (κα Λουκά για ν' ακούσει απόφαση) Για την Εναγόμενη: κ. Ν. Φακοντής Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγων με την επίδικη αγωγή αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης το ποσό των €5.175. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του μεταξύ Φεβρουαρίου - Μαΐου 2011 πώλησε και/ή παρέδωσε και/ή παρείχε στην Εναγόμενη προς όφελος και/ή για λογαριασμό της και/ή δυνάμει τιμολογίου υλικά και/ή υπηρεσίες που καταγράφονται στο εν λόγω τιμολόγιο αντί του συμφωνηθέντος και ευλόγου ποσού των €5.175 περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α. Διαζευκτικά ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη και/ή προσπορίστηκε όφελος ύψους €5.175, ποσό για το οποίο ο τελευταίος ζημιώνει ανάλογα καθώς προέβη στην πώληση των υλικών και/ή στην παροχή των υπηρεσιών προς την Εναγόμενη χωρίς χαριστική πρόθεση. Η Εναγόμενη στην αντίπερα όχθη αρνείται τους ισχυρισμούς που προβάλλει ο Ενάγων και ισχυρίζεται ότι ο τελευταίος κατά ή περί τις 26.03.11 ζήτησε από την ίδια όπως του παράσχει βοήθεια για να προβεί σε εκσκαφή στην περιοχή Ανατολικού της Επαρχίας Πάφου. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός της Εναγόμενης ότι συμφώνησε προφορικά με τον Ενάγοντα ότι για να παράσχει τη βοήθεια της θα περιέρχονταν στην κατοχή της τα υλικά της εκσκαφής τα οποία θα πωλούσε σε τρίτα πρόσωπα για κάλυψη των εξόδων της και για δημιουργία κέρδους. Τέλος η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι για τη μεταφορά των υλικών που προέκυψαν από την εκσκαφή σε πελάτες της χρειάστηκε να χρησιμοποιήσει φορτηγό αυτοκίνητο του Ενάγοντα σε σχέση με το οποίο ο τελευταίος έκδωσε τιμολόγιο το οποίο και εξοφλήθηκε από την Εναγόμενη. Ως εκ των ανωτέρω, η Εναγόμενη ζητά την απόρριψη της αγωγής. Στο δικόγραφο της Απάντησης ο Ενάγων απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης, πλην του ότι πληρώθηκε από την Εναγόμενη για τη μεταφορά των υλικών για λογαριασμό της σε πελάτες της τελευταίας. Επαναλαμβάνει όλους τους λοιπούς ισχυρισμούς που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης αξιώνοντας απόφαση εναντίον της Εναγόμενης ως η Έκθεση Απαίτησης. Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν συνολικά δύο μάρτυρες και συγκεκριμένα κατέθεσε ο Ενάγων και ο διευθυντής της Εναγόμενης Χάρης Μιχαηλίδης (ΜΥ1). Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ. 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα (Καννάουρου κ.α ν. Σταδιώτη κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 35). Ο Ενάγων, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, υιοθέτησε δυνάμει του άρθρου 25 του Περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9 ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, γραπτή δήλωση (Τεκμήριο Α) στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι το ποσό των €5.175 οφείλεται από την Εναγόμενη για εργασίες που εκτέλεσε και υλικά που πώλησε και παρέδωσε σε αυτήν και συγκεκριμένα κράσιερα και άλλα αδρανή υλικά. Προς το σκοπό αυτό εξέδωσε το τιμολόγιο με αριθμό 0192, αντίγραφο του οποίου κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Στη διά ζώσης μαρτυρία του ανέφερε ότι τα 40 αυτοκίνητα κράσιερα που καταγράφονται στο Τεκμήριο 5 ήταν φορτωμένα με το εν λόγω υλικό το οποίο ο ίδιος «έβγαλε» και το οποίο είχε τοποθετημένο σε συγκεκριμένο χώρο. Το εν λόγω υλικό φορτώθηκε από την Εναγόμενη χωρίς την άδεια του. Όταν απευθύνθηκε στον διευθυντή της Εναγόμενης, Χάρη Μιχαηλίδη (ΜΥ1), ο τελευταίος του είπε ότι η Εναγόμενη χρειαζόταν το συγκεκριμένο φορτίο και ότι θα του πλήρωνε την αξία του υλικού. Εξ όσων πληροφορήθηκε από τον ΜΥ1 το συγκεκριμένο φορτίο πωλήθηκε στην εταιρεία «ΑΡΓΥΛΕΩΝ». Ο Ενάγων διευκρίνισε ότι η χρέωση των €40,00 αφορούσε μόνο τα κράσιερα και όχι τη μεταφορά και ανέφερε περαιτέρω ότι τα κράσιερα πωλούνται για να χρησιμοποιηθούν ως υποθεμέλιο. Όσον αφορά τις χρεώσεις των €400,00 σε σχέση με τον εκσκαφέα τύπου Poclain (στο εξής «Poclain») και τον εκσκαφέα-φορτωτή, ο Ενάγων ανέφερε ότι η συμφωνία μεταξύ του ιδίου και της Εναγόμενης ήταν ότι ο ίδιος θα προσέφερε τον εκσκαφέα-φορτωτή και το Poclain και η Ενάγουσα τον σπαστήρα. Η αξία για τη χρήση του εκσκαφέα-φορτωτή και του Poclain ήταν €400,00 ημερησίως για το κάθε μηχάνημα και για τον σπαστήρα €800,00 ημερησίως. Τέλος, ο Ενάγων συνοψίζοντας τη συμφωνία με την Εναγόμενη ανέφερε ότι τα κράσιερα τα οποία θα προέκυπταν από την εκσκαφή θα τα πωλούσαν στην εταιρεία «Aristo» στο Σκαλί και στην εταιρεία «ΑΡΓΥΛΕΩΝ». Κατά την αντεξέταση του, ανέφερε ότι το τεμάχιο στο οποίο εκτελούνταν οι εργασίες εκσκαφής δεν ήταν ιδιοκτησίας του αλλά έλαβε οδηγίες για την εκτέλεση των εργασιών από την εταιρεία Trezek Oil Ltd (στο εξής «Trezek») και συγκεκριμένα τον διευθυντή της Κωνσταντίνο Φιλίππου. Οι οδηγίες που έλαβε ήταν να κατεδαφίσει ένα βουνό ύψους 50μ. περίπου, διότι πρόκειτο να κατασκευαστούν από την προαναφερόμενη εταιρεία ντεπόζιτα πετρελαίου. Ο ίδιος διατηρούσε συνεργασία με την Trezek, καθώς της ενοικίαζε ένα τεμάχιο και προμηθευόταν πετρέλαιο από αυτήν. Για την εκσκαφή δεν θα του κατέβαλλε οποιοδήποτε χρηματικό ποσό η Trezek και η αμοιβή του θα διευθετείτο μέσω του πετρελαίου που προμηθευόταν από την τελευταία. Αναφορικά με το υλικό που θα προέκυπτε από την ισοπέδωση του βουνού, ο προαναφερόμενος Κωνσταντίνος Φιλίππου τού έδωσε το δικαίωμα αν το ήθελε να το λάβει. Ερωτηθείς για την εμπλοκή της Εναγόμενης, ο μάρτυρας είπε ότι αυτή έλαβε χώρα το
- Συγκεκριμένα ο ΜΥ1 πρότεινε όπως πωλήσουν το υλικό (κράσιερα) που θα προέκυπτε από την εκσκαφή στην εταιρεία «Aristo». Η συμφωνία ήταν ότι θα «έβγαζαν» 40 φορτία την ημέρα τα οποία θα πωλούνταν στην «Aristo». Ο ΜΥ1 θα εξέδιδε τιμολόγιο προς την «Aristo» και ακολούθως θα κατέβαλλε και στον ίδιο την πληρωμή του που αφορούσε τη χρήση των μηχανημάτων, δηλαδή €400,00 για τον εκσκαφέα-φορτωτή και €400,00 για το Poclain ημερησίως. Τα 40 αυτοκίνητα κράσιερα που αναφέρονται στο επίδικο τιμολόγιο (Τεκμήριο 5) αφορούν κράσιερα που είχε «βγάλει» ο ίδιος. Όσον αφορά το τιμολόγιο της εταιρείας ΒΑ. ΠΑΝ. ΥΛΙΚΑ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣ ΛΤΔ (Τεκμήριο 7), ο Ενάγων είπε ότι το εν λόγω τιμολόγιο αφορούσε άλλες εργασίες και παραδέχθηκε ότι εξοφλήθηκε. Επίσης, παραδέχθηκε ότι η προαναφερόμενη εταιρεία είναι συμφερόντων της συζύγου του. Σε σχέση με το τιμολόγιο αρ. 0171 (Τεκμήριο 4) και τη χρέωση των €240,00 είπε ότι αφορούσε την αξία της άμμου που έλαβε η Εναγόμενη από την αποθήκη του στο Μέσα Χωριό για να τη μεταφέρει στην «Aristo». Σε ερώτηση του κ. Φακοντή για τον ιδιοκτήτη του Poclain, ο Ενάγων είπε ότι ανήκει στον κουνιάδο του Χρίστο Παναγή, ενώ ο εκσκαφέας-φορτωτής είναι δικής του ιδιοκτησίας. Τον εκσκαφέα-φορτωτή δεν τον λειτουργούσε ο ίδιος αλλά κάποιος υπάλληλος του, το όνομα του οποίου δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί. Τέλος, ερωτηθείς κατά πόσο πώλησε 40 αυτοκίνητα με κράσιερα στην Εναγόμενη, η απάντηση του Ενάγοντα ήταν ότι η Εναγόμενη έπιασε μόνη της το υλικό. Ο Ενάγων δεν έχει πείσει για τη γνησιότητα της εκδοχής του. Καταρχάς η μαρτυρία του απέχει από τις δικογραφημένες θέσεις του. Για να είμαι πιο συγκεκριμένος, στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Απαίτησης, ο Ενάγων προβάλλει τον ισχυρισμό ότι συμφώνησε με την Εναγόμενη όπως της πωλήσει κράσιερα και όπως παρέχει προς αυτήν υπηρεσίες. Στη μαρτυρία του όμως προώθησε μία διαφορετική εκδοχή, ήτοι ότι η Εναγόμενη, δια του διευθυντή της ΜΥ1, έλαβε τα κράσιερα χωρίς την άδεια του αναλαμβάνοντας όμως την υποχρέωση να του πληρώσει την αξία του εν λόγω υλικού. Περαιτέρω, ο Ενάγων κατά τη μαρτυρία του αναφέρθηκε σε συμφωνία συνεργασίας μεταξύ του ιδίου και της Εναγόμενης, η οποία αφορούσε την επεξεργασία του υλικού που θα προέκυπτε από την εκσκαφή του τεμαχίου και το οποίο υλικό (κράσιερα) θα πωλείτο σε τρίτο πρόσωπο και συγκεκριμένα στην εταιρία "Aristo". Για την επεξεργασία αυτή ο Ενάγων θα προσέφερε έναν εκσκαφέα-φορτωτή και ένα μηχάνημα τύπου Poclain και η Εναγόμενη έναν σπαστήρα. Για τις υπηρεσίες του Εναγόμενου θα καταβαλλόταν για κάθε μηχάνημα το ποσό των €400,00 ημερησίως και για τον σπαστήρα της Εναγόμενης το ποσό των €800,00 ημερησίως. Τα προαναφερόμενα όμως δεν συνιστούν δικογραφημένες θέσεις του. Επισημαίνω ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία του, τα κράσιερα δεν πωλήθηκαν στην Εναγόμενη αλλά η τελευταία τα ιδιοποιήθηκε, ενώ όσον αφορά την ισχυριζόμενη συμφωνία παροχής υπηρεσιών, δεν δικογραφείται ούτε ο χρόνος σύναψης της, αλλά ούτε και οι βασικοί όροι της, οι οποίοι εκτέθηκαν για πρώτη φορά κατά τη μαρτυρία του. Είναι καλά γνωστό ότι οι υποθέσεις αποφασίζονται στη βάση των επίδικων θεμάτων, όπως αυτά προσδιορίζονται στα δικόγραφα. Στην υπόθεση Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 826 επιβεβαιώθηκε η πιο πάνω αρχή με αναφορά και σε παλαιότερη νομολογία: «Η σημασία της δικογραφίας τονίσθηκε στην υπόθεση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 από τον Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Πική μέσα στα πιο κάτω πλαίσια. "Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία· δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκό μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανέφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, (βλέπε επίσης Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134), κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής." (Βλ. επίσης Βραχίμη ν. Κουλουμπρή
(1992)1 Α.Α.Δ. 836 και Παφίτης και Άλλοι ν. Κουκουρή και άλλων
(1992)1 Α.Α.Δ. 1154). Η ίδια γραμμή υιοθετήθηκε στην υπόθεση Ayia Napa Nissi Development Ltd και Άλλοι ν. Χρίστου Παπαμιχαήλ
(1992)1 Α.Α.Δ. 549, όπου τονίσθηκε ότι, "Το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση των επίδικων θεμάτων, όπως φαίνονται με το κλείσιμο των εγγράφων προτάσεων, ή με την τροποποίηση τους πριν το τέλος της δίκης. Οι υποθέσεις αποφασίζονται με βάση τα γεγονότα που εγείρονται στα δικόγραφα. (Βλ. Eleni Panayiotou Iordanou v. Polycarpos Neophytou Anyftos (1959-1960) 24 C.L.R. 97, Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd.
(1971)1 C.L.R. 134, HjiPavlou v. Jinaro Terra
(1982)1 C.L.R. 433 και Demeco Co. v. Beckhoff
(1988)1 C.L.R. 82)."» Ειδικότερα όσον αφορά το ζήτημα της ορθής δικογράφησης ισχυρισμού περί ύπαρξης συμφωνίας λέχθηκαν τα πιο κάτω στην υπόθεση Λεωνίδου κ.α ν. Δρ. Σπυριδάκη
(2012)1Β Α.Α.Δ 1694 (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Όπως έχει κατ' επανάληψη διατυπωθεί από τη νομολογία, χρειάζεται σαφής προσδιορισμός στη δικογραφία των εκατέρωθεν προβαλλόμενων ισχυρισμών, με αποτέλεσμα να είναι ανεπίτρεπτη η επίλυση ζητημάτων που δεν αποτελούν μέρος της δικογραφίας, (δέστε Latifundia Properties Ltd v. Ψακή κ.ά.
(2003)1 Α.Α.Δ. 670 και τις εκεί αναφερόμενες υποθέσεις). Όπως άλλωστε ορθά υπέδειξε ο κ. Ιωάννου κατά τη συζήτηση της έφεσης αξίωση επί συμφωνίας πρέπει να αναφέρει ρητά και τους βασικούς όρους αυτής, το χρόνο και τόπο της σύναψης της συμφωνίας κλπ, όπως προδιαγράφει η Δ.19 θ.θ. 18, 19 και 22. Σχετικά είναι και τα αναφερόμενα στο Annual Practice 1970, σελ. 246-247, παρ. 18/7/8-18/7/9, στα σχόλια του O.18 r.7 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών και Odgers' Principles of Pleading and Practice, 21η έκδ. σελ. 161-163.» Από την άλλη το γεγονός ότι η εν λόγω μαρτυρία παρείσφρησε χωρίς ένσταση στη διαδικασία, δεν διαφοροποιεί τα πράγματα ούτε και καθιστά την εν λόγω μαρτυρία αποδεκτή. Στις Πολ. Εφέσεις 94/10 και 154/10 ημερομηνίας 28.09.15, Φελλά ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ και Παπαελευθερίου Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ ειπώθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Εξετάσαμε με προσοχή το όλο θέμα και εκείνο που παρατηρούμε είναι ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν θα έπρεπε να επιτρέψει στις εφεσείουσες κατά τη δίκη να προβάλουν για πρώτη φορά ζητήματα και θέσεις που δεν είχαν προηγουμένως δικογραφήσει. Ούτε το γεγονός ότι δεν ηγέρθη ένσταση στη λήψη της μαρτυρίας διαφοροποιεί ή δικαιολογεί παράβαση των Θεσμών. Ζητήματα και θέσεις που δεν δικογραφούνται δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη έστω και αν τέθηκαν στη μαρτυρία χωρίς ένσταση. (Βλ. Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826, Latifundia Properties Ltd v. Φάκη κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 670, Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24).» Σε κάθε όμως περίπτωση η μαρτυρία του Ενάγοντα παρουσιάζει και εγγενείς αδυναμίες. Ξεκινώντας από τις χρεώσεις των μηχανημάτων (εκσκαφέα και Poclain), ο Ενάγων δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει τις ημερομηνίες που εργάστηκαν τα συγκεκριμένα μηχανήματα. Στο Τεκμήριο 5 απλά καταγράφεται για το μεν Poclain ότι εργάστηκε 5 ημέρες, για τον δε εκσκαφέα-φορτωτή ότι εργάστηκε 2,5 ημέρες. Θα ανέμενα από τον Ενάγοντα να προσδιόριζε τις ημερομηνίες που εργάστηκαν τα μηχανήματα του από τη στιγμή μάλιστα που αφενός προέβηκε σε χρεώσεις με βάση την ημέρα που το κάθε μηχάνημα εργάστηκε και αφετέρου η Εναγόμενη μέσω της Υπεράσπισής της προέβαλε τον ισχυρισμό ότι τα μηχανήματα του Ενάγοντα υπέστησαν βλάβες και αποσύρθηκαν από το επίδικο τεμάχιο. Ειδικότερα όσον αφορά τον εκσκαφέα-φορτωτή, ο Ενάγων είπε ότι πληροφορήθηκε για το συνολικό χρόνο εργασίας του από τον χειριστή του ο οποίος ήταν υπάλληλος του. Δεν ήταν όμως σε θέση να κατονομάσει τον εν λόγω υπάλληλο του και μόνο μετά από επανειλημμένες ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου της Εναγόμενης αναφέρθηκε στο μικρό όνομα του εν λόγω υπαλλήλου, λέγοντας ότι ονομάζεται Χρήστος. Ερωτηματικά προκαλεί και ο χρόνος έκδοσης του επίδικου τιμολογίου (Τεκμήριο 5). Η συνεργασία με την Εναγόμενη στο επίδικο τεμάχιο αφορούσε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, την περίοδο Φεβρουαρίου - Μαΐου 2011, ενώ το Τεκμήριο 5 εκδόθηκε στις 07.11.11 και η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε τρείς ημέρες αργότερα, ήτοι στις 10.11.
- Δεν δόθηκε οποιαδήποτε βάσιμη εξήγηση για τον χρόνο που επιλέγηκε για να εκδοθεί το επίδικο τιμολόγιο. Ιδιαίτερα αν κάποιος αναλογιστεί ότι για άλλες εργασίες που αφορούσαν την επίδικη περίοδο και σχετίζονται με το τεμάχιο ο Ενάγων εξέδωσε σχετικό τιμολόγιο κατά το χρόνο εκτέλεσης των εργασιών (βλ. Τεκμήριο 4). Ποιος ήταν ο λόγος για τον οποίο υπήρξε καθυστέρηση τουλάχιστον 6 μηνών (Μάιος - Νοέμβριος 2011) στην έκδοση του Τεκμηρίου 5 (υπενθυμίζω ότι δεν υπάρχει μαρτυρία για το πότε έλαβαν χώρα τα αναγραφόμενα στο Τεκμήριο 5); Όταν ερωτήθηκε σχετικά ο Ενάγων ανέφερε ότι έκδωσε το τιμολόγιο όταν αντιλήφθηκε ότι η Εναγόμενη δεν θα τον πλήρωνε, χωρίς όμως να δώσει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες για τυχόν ενέργειες που έκανε για την είσπραξη των ισχυριζόμενων οφειλών από τις οποίες να αντιλήφθηκε ότι τελικά η Εναγόμενη δεν προτίθετο να τον εξοφλήσει. Η απάντηση του δηλαδή παρέμεινε γενική και αόριστη. Επίσης ερωτηματικά προκαλεί και η ενέργεια του να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή αμέσως μετά την έκδοση του Τεκμηρίου
- Εύλογα δημιουργείται το ερώτημα γιατί δεν ανέμενε κάποια λογική χρονική περίοδο για να δοθεί η ευκαιρία στην Εναγόμενη να συμμορφωθεί, εφόσον ως ο ίδιος ισχυρίστηκε, το Τεκμήριο 5 παραδόθηκε στην Εναγόμενη. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η μαρτυρία του Ενάγοντα απορρίπτεται. Για την Υπεράσπιση κατέθεσε ο διευθυντής, γραμματέας και μέτοχος της εταιρείας Χάρης Μιχαηλίδης (ΜΥ1) ο οποίος υιοθέτησε, δυνάμει του άρθρου 25 του Περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9 όπως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, γραπτή δήλωση (Τεκμήριο Β) ως την κυρίως εξέτασή του. Συνοπτικά σε αυτήν αναφέρει ότι το Μάρτιο του 2011 πληροφορήθηκε από τον Κωνσταντίνο Φιλίππου (διευθυντή της Trezek) ότι ο Ενάγων ανέλαβε τη διεκπεραίωση χωματουργικών εργασιών σε βιοτεχνικό τεμάχιο στην περιοχή Ανατολικού της Πάφου. Ιδιοκτήτρια του συγκεκριμένου τεμαχίου είναι η Ιερά Μονή Αγίου Νεοφύτου, η οποία το ενοικίαζε στην Trezek. Όπως επίσης τον πληροφόρησε ο Κωνσταντίνος Φιλίππου, ο Ενάγων δεν θα λάμβανε οποιοδήποτε χρηματικό ποσό από την Trezek για τις προαναφερόμενες εργασίες, αλλά θα αφαιρούνταν από την Trezek τα ποσά που ο Ενάγων όφειλε προς αυτήν για την αγορά καυσίμων. Ο Ενάγων ζήτησε μέσω του τη βοήθεια της Εναγόμενης για να ολοκληρώσει την εκσκαφή στο προαναφερόμενο βιοτεχνικό τεμάχιο. Ο ΜΥ1 συμφώνησε προφορικά με τον Ενάγοντα ότι για την παροχή βοήθειας προς τον τελευταίο, η Εναγόμενη θα λάμβανε τα υλικά που θα προέκυπταν από την εκσκαφή (κράσιερα) προκειμένου να πωληθούν σε τρίτα πρόσωπα για την κάλυψη των εξόδων της καθώς και για τη δημιουργία κέρδους. Ο Ενάγων αποδέχτηκε την εν λόγω συμφωνία και ο ΜΥ1 ενημέρωσε προφορικά και τον Κωνσταντίνο Φιλίππου. Η Εναγόμενη, αφού εξηύρε αγοραστές για την πώληση των υλικών που θα προέκυπταν από την εκσκαφή, προχώρησε στην εκτέλεση των εργασιών οι οποίες συμφωνήθηκαν με τον Ενάγοντα. Περαιτέρω, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι στις περιπτώσεις που η Εναγόμενη χρειάστηκε την παροχή βοήθειας για μεταφορά υλικών από το τεμάχιο προς τα πρόσωπα που θα αγόραζαν το συγκεκριμένο υλικό, απευθύνθηκε προς τον Ενάγοντα και για τις υπηρεσίες μεταφοράς που παρείχε ο τελευταίος εξέδιδε σχετικό τιμολόγιο για τη χρήση των φορτηγών (βλ. Τεκμήρια 4 και 7). Ο ΜΥ1 ανέφερε ότι η Εναγόμενη ουδέποτε ενημερώθηκε από τον Ενάγοντα για το επίδικο τιμολόγιο (Τεκμήριο 5) και ουδέποτε στο παρελθόν χρεώθηκαν από τον Ενάγοντα τα υλικά τα οποία προέκυπταν από την εκσκαφή, καθώς η συμφωνία μαζί του ήταν ότι αυτά θα περιέρχονταν στην Εναγόμενη η οποία και θα τα πωλούσε σε πελάτες της. Τέλος, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι δεν έγινε από τα μηχανήματα του Ενάγοντα οποιαδήποτε εργασία προς όφελος της Εναγόμενης αλλά αντιθέτως ο μεν εκσκαφέας περί τα μέσα Απριλίου του 2011 παρουσίασε μηχανικά προβλήματα και αποσύρθηκε, ο δε λαστιχοφόρος φορτωτής παρουσίασε επίσης μηχανικά προβλήματα περί τις 11.03.11 και αποσύρθηκε. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι για τις υπηρεσίες που θα προσέφερε η Εναγόμενη δεν θα λάμβανε χρήματα ούτε από τον Ενάγοντα, αλλά ούτε και από την Trezek. Η αμοιβή που θα λάμβανε η Εναγόμενη θα προερχόταν από την πώληση του υλικού (κράσιερα), προς πελάτες τους οποίους θα έπρεπε να εξεύρει η Εναγόμενη. Σε σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου του Ενάγοντα, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι επικοινώνησε μαζί του ο Κωνσταντίνος Φιλίππου ο οποίος και τον κάλεσε στο επίδικο βιοτεχνικό τεμάχιο. Συγκεκριμένα, ο Κωνσταντίνος Φιλίππου τον πληροφόρησε ότι διεξάγονταν εργασίες εκσκαφής από τον Ενάγοντα και επειδή ήταν μεγάλη η εκσκαφή που διενεργείτο και δεν μπορούσαν να αποθηκευθούν τα υλικά που προέκυπταν από αυτήν, τού ζήτησε να εξετάσει το ενδεχόμενο πώλησης των υλικών που προέκυπταν από την εκσκαφή σε πελάτες. Τα πιο πάνω έλαβαν χώρα το Μάρτιο του
- Μετά την επικοινωνία που είχε μαζί του ο Κωνσταντίνος Φιλίππου, ο Ενάγοντας τον κάλεσε στο τεμάχιο προκειμένου να συζητήσουν τρόπους με τους οποίους θα μπορούσε η Εναγόμενη να βοηθήσει στην ολοκλήρωση της εκσκαφής, καθώς δεν υπήρχε διαθέσιμος χώρος για τοποθέτηση των υλικών που προέκυπταν από την εκσκαφή. Τότε έγινε με τον Ενάγοντα η συμφωνία ότι η Εναγόμενη θα επεξεργαζόταν τα υλικά που προέκυπταν από την εκσκαφή για να δημιουργηθούν τα κράσιερα τα οποία και θα λάμβανε για να τα πωλήσει σε τρίτα πρόσωπα και να καλύψει έτσι το κόστος των εργασιών της και να δημιουργήσει κέρδος. Στη διευκρινιστική ερώτηση του κ. Χουβαρτά κατά πόσο τελικά η Εναγόμενη προσέφερε υπηρεσίες που σχετίζονταν με την ολοκλήρωση της εκσκαφής, ο ΜΥ1 απάντησε ότι η Εναγόμενη δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με την εκσκαφή. Η εργασία της Εναγόμενης περιοριζόταν στο σπάσιμο της πέτρας από την οποία θα προέκυπτε το υλικό (κράσιερα) με το οποίο θα προμήθευε τους πελάτες της. Ο ΜΥ1 αρνήθηκε τις υποβολές του κ. Χουβαρτά ότι για το υλικό που πώλησε η Εναγόμενη σε τρίτα πρόσωπα εργάστηκαν μηχανήματα τα οποία ανήκουν στον Ενάγοντα, αναφέροντας ότι τα μηχανήματα του Ενάγοντα δούλευαν αποκλειστικά και μόνο για την εκσκαφή που διενεργείτο στο επίδικο τεμάχιο. Ειδικότερα, όσον αφορά το Poclain ο ΜΥ1 είπε ότι δεν μπορεί ο οποιοσδήποτε χειριστής ή εκσκαφέας να τροφοδοτήσει έναν σπαστήρα καθώς ο χειριστής θα πρέπει να γνωρίζει αρκετά καλά την τροφοδοσία του σπαστήρα. Τέλος, ο ΜΥ1 αρνήθηκε ότι η Εναγόμενη παρέλαβε 40 φορτηγά οχήματα τα οποία ήταν φορτωμένα με κράσιερα. Η μαρτυρία του ΜΥ1 διακρινόταν από συνοχή και αλληλουχία. Ο μάρτυρας υπήρξε σταθερός στις απαντήσεις του και κατά την αντεξέταση του δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Αντιθέτως, οι απαντήσεις του χαρακτηρίζονταν από σαφήνεια και παρέμεινε σταθερός στη βασική θέση της Εναγόμενης ότι η συμφωνία με τον Ενάγοντα ήταν ότι θα επεξεργαζόταν η Εναγόμενη το υλικό της εκσκαφής και τα κράσιερα που θα προκύπταν από την εν λόγω επεξεργασία θα τα διέθετε σε πελάτες της προς ίδιον όφελος. Η θέση αυτή κρίνεται και ως συνάδουσα με την κοινή λογική, αφού είναι παραδεκτό ότι η Εναγόμενη δεν θα πληρωνόταν για την εργασία της, ούτε από τον Ενάγοντα αλλά ούτε και από την ενοικιάστρια του τεμαχίου δηλαδή την Trezek. Επισημαίνω ότι δεν υποστηρίχθηκε από πλευράς του Ενάγοντα ότι η Εναγόμενη θα προσέφερε τις υπηρεσίες της αφιλοκερδώς. Πέραν των γενικών υποβολών που έγιναν κατά την αντεξέταση του ΜΥ1 δεν τέθηκε οτιδήποτε συγκεκριμένο το οποίο να κλονίσει την αξιοπιστία του. Αξιοσημείωτο είναι ότι δεν τέθηκε στον εν λόγω μάρτυρα η θέση ότι ο Ενάγων ζήτησε σε οποιοδήποτε χρόνο πριν την καταχώρηση της αγωγής την πληρωμή του διεκδικούμενου ποσού. Από την άλλη, δεν παραβλέπω ότι μεταξύ της χειρόγραφης κατάστασης που παρουσίασε ο ΜΥ1, σε σχέση με τις ημέρες και ώρες που εργάστηκαν τα μηχανήματα της Εναγόμενης (Τεκμήριο 6), και της Υπεράσπισης υπάρχει διάσταση όσον αφορά τις ημερομηνίες. Συγκεκριμένα το Τεκμήριο 6 καλύπτει την περίοδο 05.03.11 - 04.05.11, πράγμα που σημαίνει ότι οι εργασίες στο τεμάχιο από την Εναγόμενη ξεκίνησαν από τις 05.03.
- Στην παράγραφο 5Α ωστόσο της Υπεράσπισης αναφέρεται ότι ο Ενάγων κατά ή περί τις 26.03.11 ζήτησε από την Εναγόμενη την παροχή βοήθειας. Προφανώς όμως η συγκεκριμένη καταγραφή στην Υπεράσπιση οφείλεται σε λάθος. Αυτό προκύπτει από την παράγραφο 5Ε της Υπεράσπισης στην οποία αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι ο λαστιχοφόρος φορτωτής του Ενάγοντα παρουσίασε πρόβλημα κατά ή περί τις 11.03.11 και αποχώρησε από το τεμάχιο. Έπεται ότι για να καταγράφεται ο συγκεκριμένος ισχυρισμός από την Εναγόμενη, η τελευταία στις 11.03.11 βρισκόταν ήδη στο τεμάχιο παρέχοντας βοήθεια. Επίσης στην παράγραφο 5Στ της Υπεράσπισης γίνεται αναφορά στην κατάσταση ωρών λειτουργίας των μηχανημάτων της Εναγόμενης, την οποία ο ΜΥ1 κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Από τη μαρτυρία ωστόσο του ΜΥ1 δεν μπορώ να αποδεχθώ τους ισχυρισμούς του σε σχέση με το διευθυντή της Trezek, Κωνσταντίνο Φιλίππου. Συγκεκριμένα οι ισχυρισμοί του ΜΥ1 ότι ο Φιλίππου επικοινώνησε μαζί του ζητώντας του όπως η Εναγόμενη παρέχει βοήθεια στο τεμάχιο, καθώς και ότι ο Ενάγων δεν θα πληρωνόταν για την εργασία που εκτελούσε διότι χρωστούσε χρήματα στην Trezek λόγω αγοράς καυσίμων από αυτήν, συνιστούν εξ ακοής μαρτυρία. Από τη συνδυασμένη εφαρμογή των άρθρων 24 και 27 του Κεφ.9, προκύπτει ότι η εξ ακοής μαρτυρία δεν απορρίπτεται από μόνο το λόγο ότι είναι εξ ακοής, αλλά το Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση της λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων, το κατά πόσο θα ήταν εύλογο και εφικτό να κλητευθεί ως μάρτυρας το πρόσωπο που προέβη στην αρχική δήλωση. Επίσης λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη το κατά πόσο ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε (βλ. άρθρο 27
(3)Κεφ.9). Στην προκείμενη περίπτωση δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση για τον λόγο που δεν κλήθηκε ως μάρτυρας ο Κωνσταντίνος Φιλίππου, τον οποίο γνωρίζει ο ΜΥ1 καθώς, όπως ανέφερε, η Εναγόμενη και η Trezek συνεργάζονταν. Συνεπώς στο συγκεκριμένο μέρος της μαρτυρίας του ΜΥ1, θεωρώ ότι δεν πρέπει να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Η μαρτυρία επομένως του ΜΥ1 κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη, με εξαίρεση το προαναφερόμενο μέρος της. Έχει κριθεί νομολογιακά ότι όταν ένας μάρτυρας κριθεί αξιόπιστος, το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο (Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266, 268 και Ιωσηφίδη ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 243/12 ημερομηνίας 02.05.14). Ευρήματα Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Περί τις αρχές Μαρτίου 2011 ο Ενάγων ζήτησε από την Εναγόμενη, μέσω του διευθυντή της Χάρη Μιχαηλίδη, όπως προσφέρει βοήθεια στην εκσκαφή που διενεργούσε ο Ενάγων σε βιοτεχνικό τεμάχιο στην περιοχή Ανατολικού της Επαρχίας Πάφου. Η βοήθεια που θα παρείχε η Εναγόμενη συνίστατο στην επεξεργασία του υλικού που προέκυπτε από την εκσκαφή, έτσι ώστε το υλικό αυτό να διατεθεί στην αγορά ως κράσιερα. Με τον τρόπο αυτό το υλικό που προέκυπτε από την εκσκαφή θα απομακρυνόταν από το επίδικο τεμάχιο, εντός του οποίου δεν υπήρχε αρκετός χώρος για αποθήκευση του. Για την πιο πάνω εργασία η Εναγόμενη δεν θα πληρωνόταν ούτε από τον Ενάγοντα, ούτε και από την ενοικιάστρια του επίδικου τεμαχίου, TREZEK OIL LTD. Ως εκ τούτου η Εναγόμενη συμφώνησε με τον Ενάγοντα ότι θα πωλούσε τα κράσιερα που θα προέκυπταν από την επεξεργασία του υλικού και θα εισέπραττε το αντίτιμο προς κάλυψη των εξόδων της, αλλά και τη δημιουργία κέρδους. Στη βάση της πιο πάνω συμφωνίας η Εναγόμενη προσέφερε τις υπηρεσίες της για την περίοδο Μαρτίου - Μαΐου 2011 και πώλησε σε πελάτες της τα κράσιερα που προέκυψαν από την επεξεργασία του υλικού της εκσκαφής. Τέλος, αποτελεί εύρημα μου ότι ο Ενάγων σε ορισμένες περιπτώσεις μετέφερε κράσιερα με φορτηγά οχήματα του σε πελάτες της Εναγόμενης και για τις εν λόγω υπηρεσίες του πληρώθηκε από την Εναγόμενη. Νομική πτυχή Το άρθρο 10
(1)του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, (στο εξής «ο Νόμος») καθορίζει ποιες συμφωνίες είναι νομικά εκτελεστές με βάση τον Νόμο: «10
(1)Συμβάσεις είναι όλες οι συμφωνίες οι οποίες καταρτίζονται με την ελεύθερη συναίνεση μερών ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για νόμιμη αντιπαροχή και νόμιμο σκοπό, οι οποίες δεν χαρακτηρίζονται ρητά από το Νόμο αυτό ως άκυρες∙ τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, οι συμβάσεις δύνανται να καταρτίζονται γραπτά, ή προφορικά, ή μερικώς γραπτά και μερικώς προφορικά, ή δύνανται να συνάγονται από τη συμπεριφορά των μερών.» Τα δικαιώματα συμβαλλομένου που έχει υποστεί ζημιά από την παράβαση σύμβασης προσδιορίζονται στο άρθρο 73 του Νόμου το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «73.-
(1)Σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο, για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Καμιά αποζημίωση δεν καταβάλλεται για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά που προξενήθηκε συνεπεία παράβασης της σύμβασης.
(2)Το πρόσωπο το οποίο ζημιώνεται από τη μη εκπλήρωση υποχρέωσης που προσομοιάζει με τις συμβατικές, δικαιούται να λάβει από τον υπαίτιο την ίδια αποζημίωση, ωσάν να επρόκειτο για παράβαση σύμβασης.
(3)Κατά τον υπολογισμό της απώλειας ή της ζημιάς που προέκυψε από την παράβαση της σύμβασης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα μέσα τα οποία υπήρχαν για θεραπεία της δυσχέρειας η οποία προκλήθηκε συνεπεία της μη εκτέλεσης της σύμβασης.» Το δόγμα ή η αρχή του αδικαιολόγητου πλουτισμού βρίσκει την εφαρμογή του στο άρθρο 70 του Νόμου, σύμφωνα με το οποίο: «70. Αν κάποιος πράξει κάτι νόμιμα για λογαριασμό άλλου ή παραδώσει σε αυτόν ο,τιδήποτε, χωρίς πρόθεση να το πράξει χαριστικά, ο τελευταίος εφόσον ήθελε προσποριστεί όφελος, υποχρεούται να αποζημιώσει τον πρώτο σε σχέση με την πράξη που διενεργήθηκε ή να επιστρέψει το πράγμα που παραδόθηκε.» Συμπεράσματα Όπως έχει ήδη αναφερθεί η αξίωση του Ενάγοντα εδράζεται στην ύπαρξη συμφωνίας για πώληση στην Εναγόμενη αδρανών υλικών, ήτοι κράσιερα, και στην παροχή προς αυτήν υπηρεσιών. Η μαρτυρία του Ενάγοντα για τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί πιο πάνω, δεν έχει γίνει αποδεκτή. Κατά συνέπεια, ο Ενάγων, ο οποίος έφερε και το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του στο πλαίσιο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, δεν απέσεισε το σχετικό βάρος με αποτέλεσμα η απαίτηση του να παραμείνει ατεκμηρίωτη. Αν και η πιο πάνω κατάληξη μου προδιαγράφει την τύχη της αγωγής, θεωρώ ορθό να σημειώσω και τα πιο κάτω: · Το επίδικο τιμολόγιο (Τεκμήριο 5) δεν διαθέτει αυτοδύναμη αποδεικτική σημασία, αλλά συνεκτιμάται μαζί με την υπόλοιπη μαρτυρία (βλ. Demil Imports Exports Ltd v. Ζήνων Η. Κωνσταντινίδης Λτδ
(2011)1Α Α.Α.Δ. 462, 473). Στην προκείμενη περίπτωση δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στο Τεκμήριο 5, από την στιγμή που η μαρτυρία του Ενάγοντα κρίθηκε ως αναξιόπιστη. · Δεν παραγνωρίζω ότι στην Έκθεση Απαίτησης προβάλλεται και ο διαζευκτικός ισχυρισμός ότι το ποσό των €5.175 διεκδικείται στη βάση των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή κατά παράβαση του άρθρου 70 του Κεφ.149. Η κατάληξη του Δικαστηρίου δεν θα μπορούσε ωστόσο να διαφοροποιηθεί, εφόσον οι προαναφερόμενες βάσεις εδράζονται επί της μαρτυρίας που έχει κριθεί ως αναξιόπιστη. Επισημαίνω ότι στην Έκθεση Απαίτησης δεν προβάλλονται άλλοι ισχυρισμοί προς υποστήριξη της αξίωσης του Ενάγοντα στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Επομένως, εφόσον η μαρτυρία του Ενάγοντα κρίθηκε ως μη αξιόπιστη δεν θα μπορούσε να επιτύχει και η προαναφερόμενη βάση αγωγής. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα πιο πάνω να εξηγήσω, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον του Ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ..................................... Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Συμφωνία - Τιμολόγιο cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο