Αστυνομία ν. Κλεάνθης Νατιώτης κ.α., Αρ. Αίτησης: 18/16, 9/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A100 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ Αρ. Αίτησης: 18/16 Αστυνομία Αιτήτρια - ν -
- Κλεάνθης Νατιώτης
- XPEROBET LTD Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 9.5.16 Εμφανίσεις: Για την Αστυνομία: κα Σ. Παπαλαζάρου Για τους Καθ' ων η αίτηση: κα Π. Σιαηλή Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση η οποία υποβλήθηκε την 1.2.16 η Αστυνομία εξαιτείται διατάγματος κατακράτησης συγκεκριμένων αντικειμένων που κατάσχεσε στις 30.1.16 από το υποστατικό με την ονομασία «BINGO PAFIAKOS» δυνάμει δικαστικού εντάλματος έρευνας το οποίο εκδόθηκε στην βάση πληροφοριών ότι στο εν λόγω υποστατικό διεξάγονταν τις νύκτες τυχερό παιγνίδι τόμπολας επί καθημερινώς βάσεως. Το εν λόγω υποστατικό, το οποίο από τώρα και στο εξής θα αναφέρεται ως «το υποστατικό», βρίσκεται επί της οδού Νικολάου Έλληνα, 40 στην Πάφο και την διαχείριση του έχει η Καθ' ης η αίτηση
- Με την υπό κρίση αίτηση ζητείται η κατακράτηση των πιο πάνω αντικειμένων μέχρι την συμπλήρωση των αστυνομικών εξετάσεων και μέχρι την ολοκλήρωση της οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας η οποία θα εγερθεί σε σχέση με αυτά. Η αίτηση στρέφεται εναντίον της Καθ' ης η αίτηση 2, από τώρα και στο εξής «η Καθ' ης η αίτηση», και εναντίον του Καθ' ου η αίτηση 1, από τώρα και στο εξής «ο Καθ' ου η αίτηση». Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 27 και 32 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, όπως τροποποιήθηκε, από τώρα και στο εξής «το Κεφ. 155», στο άρθρο 187 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, από τώρα και στο εξής «το Κεφ. 154», στον Περί Λαχείων Νόμο, Κεφ. 74, όπως τροποποιήθηκε, από τώρα και στο εξής «το Κεφ. 74», και στον Περί Κέντρων Αναψυχής Νόμο, Ν. 29/1985, όπως τροποποιήθηκε, από τώρα και στο εξής «ο Νόμος 1985». Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση του Αστυφύλακα 3218, Αντρέα Ιωάννου, του Γραφείου Μικροπαραβάσεων Πάφου, από τώρα και στο εξής «ο Ιωάννου». Σύμφωνα με την ένορκό του δήλωση ο Ιωάννου διερευνά αδικήματα κατά παράβαση του Κεφ. 74, άρθρα 7 και 11, ήτοι λειτουργίας παράνομου λαχείου, του Νόμου 29/1985, όπως τροποποιήθηκε, άρθρα 2, 5, 6 και 18, ήτοι λειτουργίας κέντρου αναψυχής χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή, και του Κεφ. 154, άρθρο 187, ήτοι μετάδοση ήχου μέσω μεγάφωνων χωρίς άδεια από τον Έπαρχο Πάφου. Στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Στις 30.1.16 και μεταξύ των ωρών 21:15 - 23:45 στα πλαίσια συντονισμένης επιχείρησης μέλη από διάφορα τμήματα της ΑΔΕ Πάφου με επικεφαλής τον υπεύθυνο ΟΠΕ δυνάμει δικαστικού εντάλματος έρευνας εισήλθαν και ερεύνησαν το υποστατικό στο οποίο σύμφωνα με πληροφορία διεξάγονταν τις νύκτες τυχερό παιγνίδι τόμπολας επί καθημερινώς βάσεως. Προτού διενεργηθεί η επιχείρηση είχε επισκεφθεί το υποστατικό ως πελάτης υπό κάλυψη αστυνομικός ο οποίος και διαπίστωσε την διεξαγωγή του πιο πάνω παιγνιδιού, το οποίο σύμφωνα με το Κεφ. 74 εμπίπτει στην κατηγορία των ιδιωτικών λαχείων. Κατά την είσοδο της Αστυνομίας στο υποστατικό υπήρχαν 100 περίπου πελάτες, πλην όμως, ανάμεσα σε αυτούς υπήρχαν άτομα που δεν ήταν μέλη του σωματείου «Παφιακός» κατά παράβαση της σχετικής Νομοθεσίας. Επίσης, από εξετάσεις που είχαν προηγηθεί διαπιστώθηκε ότι το υποστατικό δεν είχε άδεια λειτουργίας ούτε και άδεια χρήσης μεγάφωνων. Ακολούθως τα μέλη της Αστυνομίας αποσύνδεσαν και παρέλαβαν τα αντικείμενα που αναφέρονται στον Αναλυτικό Πίνακα ο οποίος επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση υπό μορφή Παραρτήματος - Παράρτημα Α΄. Η παραλαβή των τεκμηρίων έλαβε χώρα στην παρουσία του Καθ' ου η αίτηση. Ακολούθως αυτά μεταφέρθηκαν στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου και τέθηκαν υπό ασφαλή φύλαξη. Το ανακριτικό έργο της Αστυνομίας δεν έχει ολοκληρωθεί. Αναμένεται η λήψη αριθμού καταθέσεων από το υπαλληλικό προσωπικό του υποστατικού καθώς και από άτομα που βρίσκονταν στο υποστατικό ως πελάτες. Μετά την λήψη των καταθέσεων θα κληθεί ο Καθ' ου η αίτηση στον Σταθμό για να κατηγορηθεί για τα υπό αυτού διαπραχθέντα αδικήματα και η υπόθεση θα καταχωρηθεί το συντομότερο στο Δικαστήριο. Τα τεκμήρια δεν δύνανται να επιστραφούν στον Καθ' ου η αίτηση καθότι αυτά συνιστούν απόδειξη σύμφωνα με το άρθρο 187
(5)του Κεφ. 154 και κατά την εκδίκαση της υπόθεσης θα παρουσιασθούν στο Δικαστήριο προς απόδειξη της υπόθεσης από την Αστυνομία. Επιπλέον αν επιστραφούν στον Καθ' ου η αίτηση αυτά δύνανται να χρησιμοποιηθούν εκ νέου σε παράνομη δραστηριότητα. Με Ειδοποίηση Ένστασης που καταχωρήθηκε εκ μέρους και των δύο Καθ' ων η αίτηση στις 12.2.16 οι Καθ' ων η αίτηση ενίστανται στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Η Ειδοποίηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση της Ιλιάδας Νατιώτη, διευθύντρια της Καθ' ης η αίτηση και εξουσιοδοτημένη από τους Καθ' ων η αίτηση να προβεί στην ένορκο δήλωση. Σύμφωνα με την ένορκο δήλωση της Ιλιάδας Νατιώτη ο Καθ' ου η αίτηση είναι υπάλληλος της Καθ' ης η αίτηση και κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν υπεύθυνος στο υποστατικό. Κατά την διεξαγωγή της έρευνας τα κατασχεθέντα αντικείμενα βρίσκονταν εντός του υποστατικού και αποτελούν ιδιοκτησία της Καθ' ης η αίτηση. Σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί για τους κάτωθι λόγους: η αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη και/ή ελλιπή νομική βάση καθότι από την νομική βάση της αίτησης ελλείπει το άρθρο 33 του Κεφ.
- Η παράλειψη είναι καταλυτική καθότι με το εν λόγω άρθρο μπορεί να εξασφαλισθεί διάταγμα για κατασχεθέντα αντικείμενα που δεν αναφέρονται στο ένταλμα έρευνας. Τα αντικείμενα που δεν αναγράφονται στο ένταλμα έρευνας και εντούτοις κατασχέθηκαν από την Αστυνομία είναι αυτά με αριθμούς 7-14 στο Παράρτημα Α. Υπό το φως των ανωτέρω το Δικαστήριο στερείται εξουσίας να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα η Αστυνομία κατάσχεσε αντικείμενα που δεν αναφέρονται στο ένταλμα έρευνας τα κατασχεθέντα αντικείμενα δεν παρουσιάσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου όπως ρητά προνοείται στο Κεφ. 155 το δικαστικό ένταλμα έρευνας δεν παρουσιάσθηκε με την αίτηση και δεν παρουσιάσθηκε κατά τον χρόνο που διενεργήθηκε η έρευνα ουδέν αδίκημα διαπράχθηκε που να δικαιολογεί την κατακράτηση των αντικειμένων. Και αυτό γιατί στο υποστατικό διεξάγεται νόμιμα τόμπολα του Σωματείου Παφιακού Συλλόγου Αθλοπαιδιών και ο εν λόγω σύλλογος έχει νόμιμα εγγραφεί ως Λέσχη σύμφωνα με τον Περί Εγγραφής Λεσχών Νόμο ουδέν αδίκημα έχει διαπραχθεί κατά παράβαση του άρθρου 187 του Κεφ. 154 καθότι καμία οχληρία δεν προκλήθηκε από τα σχετιζόμενα με αυτό το αδίκημα κατασχεθέντα αντικείμενα και ούτε ισχυρισμός προς την πιο πάνω κατεύθυνση υπάρχει από την Αστυνομία η Αστυνομία ενήργησε παράνομα, κακόβουλα, εκδικητικά και/ή καθ' υπέρβαση εξουσίας καθότι εν γνώσει της Αστυνομίας ουδέν αδίκημα διαπράχθηκε που να δικαιολογεί εξ' αρχής την κατακράτηση. Εξ' ου και μέχρι σήμερα καμία υπόθεση δεν καταχωρήθηκε εναντίον των Καθ' ων η αίτηση η περαιτέρω κράτηση των αντικειμένων δεν είναι αναγκαία για σκοπούς περαιτέρω πιθανής διερεύνησης της υπόθεσης και/ή για σκοπούς πιθανής μελλοντικής δίωξης αφού η φύση και τα γεγονότα του συμβάντος δεν αμφισβητούνται και η Αστυνομία για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου μπορεί να φωτογραφήσει τα κατασχεθέντα αντικείμενα η Αστυνομία δεν κατέδειξε ότι συντρέχει το στοιχείο του κατεπείγοντος. Επίσης, η Αστυνομία δεν προέβη σε πλήρη αποκάλυψη των ουσιωδών γεγονότων της υπόθεσης αφού ενώ το ένταλμα έρευνας εκδόθηκε στις 15.1.16 η έρευνα διεξάχθηκε στις 30.1.
- Επίσης, στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση η Αστυνομία ισχυρίζεται ότι ανησυχεί για επανάληψη παράνομης δραστηριότητας στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν αποκαλύπτονται αναγκαία στοιχεία ή λεπτομέρειες αναφορικά με το ανακριτικό έργο ή την αναγκαιότητα περαιτέρω κράτησης συνέχιση της κράτησης των κατασχεθέντων αντικειμένων συνιστά κατάφωρη παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος της Καθ' ης η αίτηση αναφορικά με την ιδιοκτησία. Η ακρόαση διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις θέσεις του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Η διαδικασία για την έκδοση διαταγμάτων κατακράτησης καλύπτεται από τα άρθρα 27, 32, 32Α, 33 και 34 του Κεφ.
- Το άρθρο 27 του Κεφ. 155 προνοεί τα ακόλουθα: «Όταν δικαστής ικανοποιείται με εγγράφου δηλώσεως ότι υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι σε οποιοδήποτε τόπο υπάρχει - (α) οτιδήποτε στο οποίο ή σε σχέση με το οποίο διαπράχτηκε ποινικό αδίκημα ή υπάρχει υποψία ότι διαπράχτηκε· ή (β) οτιδήποτε για το οποίο υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι θα παρέχει απόδειξη ως προς τη διάπραξη ποινικού αδικήματος· ή (γ) οτιδήποτε για το οποίο υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι προορίζεται να χρησιμοποιηθεί για το σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος, ο δικαστής δύναται σε οποιοδήποτε χρόνο να εκδώσει ένταλμα (το οποίο αναφέρεται στο νόμο αυτό ως «ένταλμα έρευνας»), που εξουσιοδοτεί το πρόσωπο που κατονομάζεται σε αυτό - (ι) να ερευνήσει τον τόπο αυτό προς ανεύρεση οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος και να κατάσχει και μεταφέρει αυτό ενώπιον του Δικαστηρίου από το οποίο εκδόθηκε το ένταλμα έρευνας ή ενώπιον άλλου Δικαστηρίου για να τύχει αυτό μεταχείρισης σύμφωνα με το νόμο· και (ιι) να συλλάβει και να προσαγάγει ενώπιον Δικαστή τον κάτοχο της οικίας ή του τόπου όπου βρέθηκε το πράγμα ή οποιοδήποτε πρόσωπο εντός ή πέριξ της οικίας αυτής ή του τόπου το οποίο κατέχει τέτοιο πράγμα, αν o Δικαστής κρίνει σκόπιμο να διατάξει με αυτό τον τρόπο στο ένταλμα». Το άρθρο 32 του Κεφ. 155 προνοεί τα ακόλουθα: «
(1)Όταν, κατά την εκτέλεση εντάλματος έρευνας, κατασχεθεί οτιδήποτε και προσκομιστεί ενώπιον Δικαστή, όπως προβλέπεται στο άρθρο 27, το πράγμα αυτό, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2)του άρθρου αυτού, δύναται να κατακρατηθεί από τέτοιο πρόσωπο ως ο Δικαστής ήθελε ορίσει, λαμβανόμενης πάντοτε εύλογης φροντίδας για τη διατήρησή του μέχρι την αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας η οποία είναι δυνατό να διεξαχθεί σε σχέση με αυτό.
(2)Όταν οτιδήποτε που κατασχέθηκε δυνάμει εντάλματος έρευνας και προσκομίστηκε ενώπιον Δικαστή υπόκειται σε φθορά ή είναι επιβλαβές, το πράγμα αυτό δύναται αμέσως να διατεθεί με τέτοιο τρόπο όπως ο Δικαστής ήθελε ορίσει
(3)Αν ο Δικαστής είναι της γνώμης ότι οτιδήποτε που κατασχέθηκε δυνάμει εντάλματος έρευνας δεν απαιτείται πλέον για οποιαδήποτε ποινική διαδικασία, τότε εκτός αν εξουσιοδοτείται ή υποχρεώνεται από αυτόν ή οποιοδήποτε άλλο Νόμο να διαθέσει αυτό διαφορετικά, διατάσσει- (α) όπως το πράγμα ή οποιοδήποτε μέρος του επιστραφεί στο πρόσωπο το οποίο φαίνεται στο Δικαστή ότι έχει δικαίωμα σε αυτό και, αν το εν λόγω πρόσωπο είναι ο κατηγορούμενος, όπως επιστραφεί στον ίδιο ή σε τέτοιο άλλο πρόσωπο ως ο κατηγορούμενος ήθελε ορίσει· ή (β) όπως το πράγμα αυτό, αν ανήκει στον κατηγορούμενο, ή μέρος αυτού, χρησιμοποιηθεί για την πληρωμή οποιωνδήποτε εξόδων ή αποζημιώσεων τα οποία ο κατηγορούμενος διατάχτηκε να πληρώσει». Το άρθρο 32A του Κεφ. 155 προνοεί τα ακόλουθα: «
(1)Κάθε απόφαση δικαστηρίου, η οποία εκδίδεται δυνάμει του εδαφίου
(1)του άρθρου 32, υπόκειται σε έφεση.
(2)Έφεση δυνάμει του άρθρου αυτού ασκείται με την καταχώριση ειδοποίησης έφεσης στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου εναντίον της απόφασης του οποίου ασκείται η έφεση εντός δέκα ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση». Το άρθρο 33 του Κεφ. 155 προνοεί τα ακόλουθα: «Αν κατά την έρευνα κάποιου τόπου δυνάμει εντάλματος, ο εξουσιοδοτημένος να διεξάγει την έρευνα βρει περιουσία που δεν αναφέρεται στο ένταλμα αλλά σε σχέση με την οποία υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι διαπράχτηκε ή σκοπεύεται να διαπραχτεί ποινικό αδίκημα, αυτός δύναται να κατάσχει την περιουσία αυτή και να τη μεταφέρει ενώπιον του Δικαστή που έκδωσε το ένταλμα, ο οποίος δύναται να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με την κατακράτηση ή διάθεση της περιουσίας ως ήθελε φανεί σε αυτόν σκόπιμο». Το άρθρο 34 του Κεφ. 155 προνοεί τα ακόλουθα: «Αν δυνάμει εντάλματος έρευνας, προσκομίζεται ενώπιον Δικαστή έγγραφο ή πράγμα του οποίου η χρήση ή η κατοχή είναι παράνομη, ο Δικαστής δύναται, ελλείψει κάποιας νόμιμης δικαιολογίας που θα αποδειχτεί από το πρόσωπο που το κατέχει, να προκαλέσει την κατάσχεση, παραμόρφωση, ή καταστροφή του εγγράφου αυτού ή του πράγματος ανεξάρτητα του ότι κανένα πρόσωπο δεν διώκεται σε σχέση με αυτό». Αναφορικά με την ισχυριζόμενη αναγκαιότητα παρουσίασης των κατασχεθέντων αντικειμένων ενώπιον του Δικαστηρίου ενδεικτικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Ανδρέας Ησαϊας κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 179/2011, ημερομηνίας 22.10.13: «Αναφορικά με τη νομιμότητα της διαδικασίας, οι Εφεσείοντες προβάλλουν επίσης ότι τα τεκμήρια δεν προσκομίστηκαν στο δικαστήριο, όπως προβλέπεται στα άρθρα 27(γ)(ι) και 32
(1)του Κεφ. 155. Δεν συμφωνούμε. Κατά την άποψή μας, η χρήση στο Νόμο του ρήματος «μεταφέρει» (άρθρο 27(γ)(i)) και «προσκομιστεί» (άρθρο 32
(1)) το αντικείμενο «ενώπιον του δικαστηρίου», δεν σημαίνει κατ' ανάγκη τη φυσική μεταφορά του αντικειμένου στο δικαστήριο. Εξαρτάται από το είδος και τη φύση του αντικειμένου, καθώς επίσης και τις προσφερόμενες δυνατότητες μεταφοράς του στο δικαστήριο. Ορισμένες φορές το αντικείμενο μπορεί να είναι επικίνδυνο και να μην είναι δυνατή η μεταφορά του στο δικαστήριο. Σε τέτοιες περιπτώσεις, όπως η παρούσα, αρκεί η λεπτομερής περιγραφή των αντικειμένων στην ένορκη δήλωση, όπως έγινε στην παρούσα περίπτωση. Σε ορισμένες περιπτώσεις η περιγραφή μπορεί να συνοδεύεται και από φωτογραφίες. Αν το Δικαστήριο κρίνει ότι θα πρέπει απαραιτήτως να επιθεωρήσει το ίδιο τα αντικείμενα, έχει διακριτική ευχέρεια να δώσει τις αναγκαίες οδηγίες. Όμως στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε με την περιγραφή που δόθηκε, χωρίς να θεωρήσει ότι ήταν απαραίτητη η φυσική παρουσίαση των αντικειμένων στο Δικαστήριο και προχώρησε δυνάμει του άρθρου 32
(1)στην έκδοση του διατάγματος κατακράτησης μέχρι «την αποπεράτωση της ποινικής διαδικασίας». Δεν βλέπουμε οτιδήποτε το μεμπτό στη διαδικασία που ακολουθήθηκε». Στο Παράρτημα Α δίδεται πλήρης και λεπτομερής περιγραφή των κατασχεθέντων αντικειμένων σε βαθμό που να μην κρίνεται απαραίτητη η φυσική παρουσίαση τους στο Δικαστήριο. Υπό το φως τούτου κρίνω πως ουδέν μεμπτό υπάρχει στο ότι τα κατασχεθέντα αντικείμενα δεν παρουσιάσθηκαν στο Δικαστήριο. Αναφορικά με την θέση ότι ουδέν αδίκημα διαπράχθηκε αναφέρονται τα ακόλουθα. Είναι η θέση του Ιωάννου ότι διαπράχθηκαν τα ακόλουθα αδικήματα: ότι στο υποστατικό μεταδίδονταν ήχος μέσω μεγάφωνων χωρίς άδεια από τον Έπαρχο Πάφου ότι στο υποστατικό επιτρεπόταν σε μη μέλη του σωματείου να παίζουν τόμπολα ότι το υποστατικό λειτουργούσε χωρίς άδεια λειτουργίας Το άρθρο 187 του Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα: «
(1)Κανένας δεν χρησιμοποιεί ή θέτει σε λειτουργία ή προκαλεί ή επιτρέπει τη χρήση από άλλο ή τη λειτουργία τηλεβόα, μεγαφώνου, ενισχυτή ήχου ή άλλου οργάνου που αυτόματα, μηχανικά ή ηλεκτρικά ενισχύει ή μεταδίδει ενισχυμένο ήχο— (α) σε δημόσιο χώρο· ή (β) σε οποιοδήποτε άλλο χώρο με τέτοιο τρόπο ή κάτω από περιστάσεις ώστε ο ενισχυμένος ήχος με αυτό τον τρόπο, να προκαλεί οχληρία σε οποιοδήποτε δημόσιο ή άλλο χώρο, παρά μόνο δυνάμει άδειας που εκδίδεται από τον Έπαρχο ή από πρόσωπο που εξουσιοδοτεί ο Έπαρχος για αυτό, και σύμφωνα με τους τυχόν συνημμένους όρους σε τέτοια άδεια: ..........................................
(2)Όποιος διενεργεί κατά παράβαση του εδαφίου
(1)ή όρου που αναφέρεται σε άδεια που εκδόθηκε δυνάμει αυτού, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση έξι μηνών ή και στις δύο ποινές, το δε Δικαστήριο που εκδικάζει τέτοιο ποινικό αδίκημα δύναται να διατάξει κατάσχεση εκείνου του οργάνου που αφορούσε το ποινικό αδίκημα που διαπράχτηκε ή στέρηση της άδειας που προβλέπεται στο εδάφιο
(1)για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τον ένα μήνα: ...............................». Καθίσταται ορατό από το εδάφιο 1 ότι αδίκημα διαπράττεται, μεταξύ άλλων, όταν πρόσωπο θέτει σε λειτουργία μεγάφωνο σε δημόσιο χώρο χωρίς άδεια που εκδίδεται από τον Έπαρχο ή όταν χωρίς άδεια που εκδίδεται από τον Έπαρχο θέτει σε λειτουργία μεγάφωνο σε μη δημόσιο χώρο με τέτοιο τρόπο ή κάτω από τέτοιες περιστάσεις ώστε ο ήχος με αυτό τον τρόπο να προκαλεί οχληρία σε οποιοδήποτε δημόσιο ή άλλο χώρο. Είναι απαραίτητο, λοιπόν, για την στοιχειοθέτηση αδικήματος κάτω από το εδάφιο 1 του άρθρου 187 όπως σε περίπτωση που ο ήχος μεταδίδεται από μη δημόσιο χώρο να προκαλείται οχληρία σε οποιοδήποτε δημόσιο ή άλλο χώρο. Είναι η θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι στην υπό εξέταση περίπτωση δεν έχει διαπραχθεί αδίκημα κατά παράβαση του άρθρου 187 καθότι δεν υπάρχει καν ισχυρισμός στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση περί πρόκλησης οχληρίας από την μετάδοση ήχου εντός του υποστατικού σε δημόσιο ή άλλο χώρο. Θέση στην οποία υποβόσκει η θέση ότι το υποστατικό δεν είναι δημόσιος χώρος. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Κεφ. 154 δημόσιος χώρος ή δημόσιο υποστατικό περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης, όπου κάθε φορά το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου, είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτίριο ή χώρο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση. Υπό το φως του πιο πάνω άρθρου προκύπτει ότι το υποστατικό είναι δημόσιος χώρος αφού είναι κτήριο στο οποίο το κοινό έχει, προδήλως, άδεια εισόδου. Επομένως, η μετάδοση ήχου μέσω μεγάφωνων και μόνο εντός του υποστατικού χωρίς άδεια από τον Έπαρχο Πάφου συνιστά αδίκημα. Συναφώς στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την Ένσταση οι Καθ' ων η αίτηση δεν αρνούνται ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο μετέδιδαν ήχο εντός του υποστατικού. Ούτε και ισχυρίζονται ότι είχαν άδεια γι' αυτό από τον Έπαρχο Πάφου. Συνακόλουθα η θέση ότι ουδέν αδίκημα διαπράχθηκε κατά παράβαση του άρθρου 187 του Κεφ. 154 δεν ευσταθεί. Στρεφόμενος στο δεύτερο αδίκημα αναφέρω τα ακόλουθα. Ο σχετικός Νόμος είναι το Κεφ. 74. Το άρθρο 2 του Κεφ. 74 προνοεί, μεταξύ άλλων, ότι λαχείο σημαίνει κάθε σχέδιο για διανομή βραβείων με κλήρωση ή με τρόπο που εξαρτάται από την τύχη. Παραθέτω αυτούσια τα άρθρα 7, 10 και 11 του Μέρους ΙΙΙ του Κεφ. 74. Το άρθρο 7 προνοεί τα ακόλουθα:
(1)Στο άρθρο αυτό— "ιδιωτικό λαχείο" σημαίνει λαχείο στη Δημοκρατία το οποίο συνίσταται και για το οποίο η πώληση λαχνών ή δελτίων συμμετοχής στην κλήρωση περιορίζεται από τους διοργανωτές σε, είτε— (α) μέλη κάποιου οργανισμού που ιδρύθηκε και που λειτουργεί για σκοπούς που δεν σχετίζονται με τυχερά παιγνίδια, στοιχήματα ή λαχεία· ή (β) πρόσωπα τα οποία εργάζονται όλα στα ίδια υποστατικά· ή (γ) πρόσωπα τα οποία διαμένουν όλα στα ίδια υποστατικά, και το οποίο συνίσταται από πρόσωπα καθένα από τα οποία είναι πρόσωπο προς το οποίο, δυνάμει των πιο πάνω διατάξεων, λαχνοί ή δελτία συμμετοχής στην κλήρωση δύνανται να πωλούνται από τους διοργανωτές και, σε περίπτωση λαχείου που συνίσταται για τα μέλη κάποιου οργανισμού, είναι πρόσωπο που εξουσιοδοτείται εγγράφως από το σώμα του οργανισμού που διοικεί για σύσταση του λαχείου· "διοργανωτής" σημαίνει το άτομο το οποίο, ή, σε περίπτωση λαχείου που συνίσταται από οργανισμό, το γραμματέα (ή παρόμοιο λειτουργό) του οργανισμού, ο οποίος προβαίνει σε σύσταση του λαχείου και σε περίπτωση λαχείου το οποίο συνίσταται, λαμβάνει χώρα, κληρώνεται ή διευθύνεται εκτός της Δημοκρατίας, το πρόσωπο το οποίο είναι κυρίως υπεύθυνο για την διεκπεραίωση των υποθέσεων του λαχείου αυτού στη Δημοκρατία· "οργανισμός" περιλαμβάνει λέσχη, ίδρυμα, οργάνωση ή άλλη ένωση προσώπων που φέρει οποιαδήποτε ονομασία, κάθε δε τοπικός ή εξαρτημένος κλάδος ή παράρτημα οργανισμού θεωρείται ως ξεχωριστός και διαφορετικός οργανισμός». Το άρθρο 10 του Κεφ. 74 προνοεί τα ακόλουθα: «Τηρουμένων των διατάξεων του Μέρους αυτού, κάθε λαχείο είναι παράνομο». Το άρθρο 11 του Κεφ. 74 προνοεί τα ακόλουθα:
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου αυτού, κάθε πρόσωπο το οποίο αναφορικά με οποιοδήποτε λαχείο που συνίσταται ή που σκοπεύεται να συσταθεί είτε στη Δημοκρατία είτε αλλού— (α) Εκτυπώνει οποιουσδήποτε λαχνούς για χρήση στο λαχείο· ή (β) πωλεί ή διανέμει ή προσφέρει ή διαφημίζει για πώληση ή διανομή ή έχει στην κατοχή του για το σκοπό πώλησης ή διανομής, οποιουσδήποτε λαχνούς ή δελτία συμμετοχής στην κλήρωση· ή (γ) εκτυπώνει, δημοσιεύει ή διανέμει ή έχει στην κατοχή του για το σκοπό δημοσίευσης ή διανομής— (
- i)Οποιαδήποτε διαφήμιση του λαχείου· ή (
- ii)οποιοδήποτε κατάλογο (πλήρη ή όχι) προσώπων που κερδίζουν ή λαχνών που κερδίζουν το λαχείο· ή (iii) οποιοδήποτε υλικό με το οποίο περιγράφεται η κλήρωση ή η σκοπούμενη κλήρωση του λαχείου, ή διαφορετικά σχετικό με το λαχείο, που προορίζεται να ενεργήσει ως παρότρυνση προσώπων να συμμετάσχουν στο αναφερόμενο λαχείο ή σε άλλα λαχεία· ή (δ) κομίζει ή καλεί οποιοδήποτε πρόσωπο να αποστείλει στη Δημοκρατία για το σκοπό πώλησης ή διανομής οποιοδήποτε λαχνό λαχείου ή διαφήμιση αυτού· ή (ε) αποστέλλει ή αποπειράται να αποστείλει εκτός της Δημοκρατίας οποιοδήποτε ποσό χρημάτων ή οποιοδήποτε αντικείμενο αξίας που λήφθηκε από την πώληση ή διανομή οποιουδήποτε λαχνού, ή οποιοδήποτε έγγραφο που αναφέρεται στην πώληση ή διανομή, ή στην ταυτότητα του κατόχου, οποιουδήποτε λαχνού ή δελτίου συμμετοχής στην κλήρωση του λαχείου· ή (στ) χρησιμοποιεί οποιαδήποτε υποστατικά ή μεριμνά ή εν γνώσει του επιτρέπει ώστε να χρησιμοποιούνται οποιαδήποτε υποστατικά για σκοπούς συναφείς με τη σύσταση ή διενέργεια του λαχείου· ή (ζ) προκαλεί, εξωθεί ή αποπειράται να εξωθήσει την τέλεση από οποιοδήποτε πρόσωπο οποιασδήποτε από τις πράξεις που αναφέρονται πιο πάνω, είναι ένοχο αδικήματος και υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τετρακόσιες πενήντα λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές». Το άρθρο 12 του Κεφ. 74 προνοεί τα ακόλουθα: «Όταν το πρόσωπο που καταδικάστηκε για αδίκημα δυνάμει του Νόμου αυτού είναι νομικό πρόσωπο, κάθε πρόσωπο το οποίο κατά την ημερομηνία της διάπραξης του αδικήματος ήταν διευθυντής ή αξιωματούχος του νομικού προσώπου, θεωρείται επίσης ως ένοχος του αναφερόμενου αδικήματος εκτός αν αποδείξει ότι αυτό διαπράχθηκε εν αγνοία του». Θέση της Αστυνομίας όπως ευκρινώς προκύπτει από την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση είναι ότι κατά την επίδικη ημερομηνία και εντός του υποστατικού υπήρχαν πρόσωπα μη μέλη του σωματείου «Παφιακός» στα οποία είχαν διατεθεί λαχνοί και συμμετείχαν στην τόμπολα που διεξάγονταν. Ισχυρισμός ο οποίος δεν αμφισβητήθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση και που σηματοδοτεί την διάπραξη αδικήματος κατά παράβαση των άρθρων 7, 10 και 11 του Κεφ. 74. Ό,τι μόνο ισχυρίζονται οι Καθ' ων η αίτηση είναι ότι ο Παφιακός Σύλλογος Αθλοπαιδιών έχει νόμιμα εγγραφεί ως Λέσχη σύμφωνα με τον Περί Εγγραφής Λεσχών Νόμο και ότι στο υποστατικό διεξάγεται νόμιμα τόμπολα από το εν λόγω σωματείο. Σχετικά είναι τα έγγραφα που επισυνάπτονται ως Τεκμήρια Β και Γ στην ένορκο δήλωση της Ιλιάδας Νατιώτη. Τα όσα, όμως, πιο πάνω η Ιλιάδα Νατιώτη διατείνεται καθώς και τα Τεκμήρια Β και Γ δεν αναιρούν τους ισχυρισμούς περί διάπραξης αδικήματος. Αν και οι Καθ' ων η αίτηση δεν αρνούνται ότι έχουν άδεια λειτουργίας, αδίκημα κατά παράβαση του Νόμου 29/1985 κρίνω πως δεν διεφάνη μέσα από την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση να έχει διαπραχθεί. Σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου 29/1985: άδεια λειτουργίας» σημαίνει άδειαν λειτουργίας κέντρου εκδιδομένην δυνάμει του άρθρου 6˙ «κέντρον» σημαίνει κατάστημα— (α) λειτουργούν εντός των περιοχών των πόλεων, κωμοπόλεων, συμβουλίων βελτιώσεως και παραλιακών περιοχών˙ ή (β) λειτουργούν εκτός των ως άνω περιοχών και το οποίον το Διοικητικόν Συμβούλιον θέλει ορίσει ονομαστικώς λόγω της μορφής των υπ' αυτού προσφερομένων υπηρεσιών ή λόγω τοποθεσίας, συγκεντρώσεως ή κινήσεως πελατών, ταξιδιωτών, περιηγητών ή παραθεριστών εν τω οποίω παρέχονται επί πληρωμή εστίασις, ή πάσης φύσεως φαγητά, ποτά ή γλυκίσματα, ανεξαρτήτως του εάν εις το κατάστημα προσφέρεται μουσική ή καλλιτεχνικόν πρόγραμμα: Νοείται ότι δεν περιλαμβάνονται στον όρο αυτό: (
- i)Τα καφενεία, (
- ii)τα καταστήματα των οποίων οι προσφερόμενες υπηρεσίες περιορίζονται αποκλειστικά στην κατανάλωση εκτός του καταστήματος (TAKE AWAY), (iii) τα κυλικεία ή οι καντίνες σωματείων και συλλόγων που λειτουργούν βάσει σχετικών νομοθεσίων, (
- iv)τα κυλικεία ή οι καντίνες εργοστασίων και σχολείων˙ και (
- v)τα καταστήματα των οποίων ο χώρος εξυπηρέτησης είναι μικρότερος των οκτώ τετραγωνικών μέτρων και τα οποία δεν προσφέρουν οινοπνευματώδη ποτά. Το άρθρο 5
(1)του Νόμου 29/1985 προνοεί τα ακόλουθα: «Δι' έκαστον κέντρον, εξαιρουμένων των λειτουργούντων εντός αδειούχων ξενοδοχειακών επιχειρήσεων, διενεργείται υπό του Διοικητικού Συμβουλίου, κατά τον καθοριζόμενον τρόπον και διαδικασίαν, κατάταξις αναλόγως της φύσεως των υπ' αυτού παρεχομένων υπηρεσιών και εφ' όσον πληρούνται οι οικείοι Κανονισμοί, εις μίαν ή περισσοτέρας των ακολούθων κατηγορίων— (α) εστιατόριον ή ταβέρνα, (β) καφετηρία ή πιτσαρία, (γ) μπυραρία ή μπαρ, (δ) μουσικοχορευτικόν, (ε) δισκοθήκη, (στ) σνακ μπαρ, (ζ) καμπαρέ». Το άρθρο 6
(1)του Νόμου 29/1985 προνοεί τα ακόλουθα: «Ουδείς λειτουργεί κέντρον άνευ αδείας λειτουργίας εκδιδομένης συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος Νόμου και των Κανονισμών». Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι κατάστημα για να εμπίπτει εντός της έννοιας του όρου «κέντρο» πρέπει, μεταξύ άλλων, σε αυτό να παρέχονται επί πληρωμή εστίαση ή πάσης φύσεως φαγητά, ποτά ή γλυκίσματα. Μάλιστα ρητά αναφέρεται στον Νόμο ότι τα κυλικεία ή οι καντίνες σωματείων και συλλόγων που λειτουργούν βάσει σχετικών Νομοθεσιών δεν περιλαμβάνονται στην έννοια του όρου «κέντρο». Τα καταστήματα δε που συνιστούν κέντρα εντός της έννοιας του όρου περιλαμβάνουν εστιατόρια ή ταβέρνες, καφετερίες ή πιτσαρίες, μπυραρίες ή μπαρ, μουσικοχορευτικά κέντρα, δισκοθήκες, σνακ μπαρ ή καμπαρέ. Στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν περιλαμβάνεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός προς την κατεύθυνση ότι το υποστατικό συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά εκείνα που σύμφωνα με τις πιο πάνω Νομοθετικές πρόνοιες καθιστούν ένα κατάστημα κέντρο εντός της έννοιας του Νόμου 29/
- Ό,τι μόνο αναφέρεται είναι ότι το υποστατικό λειτουργεί χωρίς άδεια χωρίς να παρατίθενται στοιχεία και δεδομένα που να καθιστούν απαραίτητη την έκδοση άδειας για την λειτουργία του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου 29/
- Συνακόλουθα και εκτός σε σχέση με το τρίτο αδίκημα οι ισχυρισμοί των Καθ' ων η αίτηση περί μη διάπραξης αδικημάτων και ότι ως εκ της μη οποιασδήποτε τέτοιας διάπραξης η κατάσχεση από την Αστυνομία ήταν παράνομη, κακόβουλη, εκδικητική και έγινε καθ' υπέρβαση εξουσίας της Αστυνομίας δεν ευσταθεί. Συναφώς αναφέρεται ότι καμία κατάσχεση αντικειμένου δεν έλαβε χώρα προς διερεύνηση ή για σκοπούς απόδειξης αναφορικά με το τρίτο αδίκημα. Ό,τι κατασχέθηκε από την Αστυνομία σχετίζεται με τα δύο πρώτα αδικήματα. Αναφορικά με την θέση ότι το εκδοθέν δικαστικό ένταλμα έρευνας δεν παρουσιάσθηκε με την αίτηση σημειώνεται ότι η παρουσίασή του δεν είναι προϋπόθεση για την εγκυρότητα της αίτησης. Το ότι αυτό δεν παρουσιάσθηκε κατά τον χρόνο που διενεργήθηκε η έρευνα, δεν θεωρώ πως καθιστά παράνομη την κατάσχεση ή επηρεάζει το αίτημα αφ' ης στιγμής ό,τι έχει σημασία είναι ότι αυτό είχε όντως εκδοθεί και επί τούτου δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφισβήτηση από την πλευρά των Καθ' ων η αίτηση. Η διαδικασία για κατακράτηση τεκμηρίων ενώπιον του Δικαστηρίου είναι πολιτική και όχι ποινική εφόσον δεν αποσκοπεί στην τιμωρία προσώπου για οποιοδήποτε αδίκημα. Το άρθρο 2 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν. 14/60, όπως τροποποιήθηκε, καθορίζει ότι ποινική διαδικασία σημαίνει «οιανδήποτε διαδικασίαν εισαγομένην ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου καθ' οιουδήποτε προσώπου προς επίτευξιν τιμωρίας αυτού δι' οιονδήποτε αδίκημα». Ενώ πολιτική διαδικασία «περιλαμβάνει οιανδήποτε διαδικασίαν άλλην ή ποινικήν διαδικασίαν». Η περίπτωση μπορεί να παραλληλιστεί με την διαδικασία έκδοσης φυγόδικου. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Ανδρέας Ησαϊας κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 179/2011, ημερομηνίας 22.10.13, που πιο πάνω μνημονεύεται, Re Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(2010)1Α ΑΑΔ 181, Παντελίδης ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 84 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Kartashov Vlatislav Toy Nikolay
(2009)1B ΑΑΔ 1299. Συνεπώς οι αρχές που αφορούν στο στοιχείο του κατεπείγοντος και της πλήρους αποκάλυψης τυγχάνουν εφαρμογής και σε αιτήσεις όπως η υπό κρίση (Βλ. Πολιτική Αίτηση 90/09
(2010)1(Α) ΑΑΔ 181). Σε μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής έχει καθήκον να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. Τέτοια γεγονότα είναι αυτά που αν τα είχε υπόψη του το Δικαστήριο δυνατό να επηρέαζαν την απόφαση του αν θα εκδώσει ή όχι το αιτούμενο διάταγμα (Βλ. Demstar v. Zim Israel Navigation
(1996)1 AΑΔ 597, In re Manolis Christodoulides
(1985)1 CLR 692 και Interpartemental Concern "Uralmetrom" v. Besuno Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 557). Το στοιχείο, όμως, του κατεπείγοντος και της πλήρους αποκάλυψης εξετάζεται στην περίπτωση που η αίτηση υποβάλλεται μονομερώς και το διάταγμα που εκδίδεται εκδίδεται στην απουσία της άλλης πλευράς και χωρίς η άλλη πλευρά να ακουσθεί. Στην υπό εξέταση περίπτωση την ημέρα που η αίτηση ήταν ορισμένη και παρά το ότι αυτή υποβλήθηκε μονομερώς εμφανίσθηκε η πλευρά των Καθ' ων η αίτηση μέσω δικηγόρου και ζήτησε χρόνο για να υποβάλει την ένστασή της. Το Δικαστήριο όρισε την αίτηση για οδηγίες δίδοντας ταυτόχρονα οδηγίες στην πλευρά των Καθ' ων η αίτηση για καταχώρηση ένστασης και κανένα διάταγμα δεν εκδόθηκε. Συνάγεται ότι η αίτηση η οποία υποβλήθηκε μονομερώς κατέστη διά κλήσεως όταν το Δικαστήριο της επιλήφθηκε στην παρουσία εκπροσώπου των Καθ' ων η αίτηση και το Δικαστήριο επέτρεψε στους Καθ' ων η αίτηση να εμφανισθούν και να καταχωρήσουν ένσταση. Υπό το φως των πιο πάνω οι πιο πάνω αρχές δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην υπό εξέταση περίπτωση. Συνεπώς τίποτα το μεμπτό δεν υπάρχει στην βάση των πιο πάνω στο ότι ενώ το ένταλμα έρευνας εκδόθηκε στις 15.1.16 η έρευνα διεξάχθηκε στις 30.1.16 ή στο ότι η Αστυνομία δεν αποκάλυψε τα πιο πάνω. Στην υπόθεση Concrete Mix Limited ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 360 το Ανώτατο Δικαστήριο ασχολήθηκε με την διαδικασία κατάσχεσης και κράτησης τεκμηρίων δυνάμει των διατάξεων του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, όπως τροποποιήθηκε. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την σελίδα 366 της απόφασης: «Οι διατάξεις που αφορούν την κατάσχεση και κράτηση αντικειμένων (για ανακριτικούς και αποδεικτικούς σκοπούς) είναι ταξινομημένες με χρονολογική σειρά η οποία αντανακλά τα τρία ξεχωριστά στάδια που οριοθετούνται και ρυθμίζονται από το νόμο. Το άρθρο 27 διέπει την εξουσία για την κατάσχεση αντικειμένων. Αυτά μπορεί να κατασχεθούν κατά την εκτέλεση εντάλματος ερεύνης εφόσον η εξέτασή τους κρίνεται αναγκαία για τους σκοπούς της αστυνομικής έρευνας. Η κατάσχεση αντικειμένου, βάσει του άρθρου 27, παρέχει μόνο περιορισμένο δικαίωμα κράτησης, μέχρι την παρουσίαση του, το συντομότερο δυνατό, ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 32
(1)του νόμου. Κριτής της αναγκαιότητας της περαιτέρω κράτησης του αντικειμένου για τους σκοπούς των ανακρίσεων και μελλοντικής ποινικής διαδικασίας είναι το Δικαστήριο. Οι πρόνοιες του άρθρου 32
(1)παρέχουν διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να διατάξει την κράτηση και φύλαξη κατασχεθέντος αντικειμένου από τις αστυνομικές Αρχές μέχρι και την αποπεράτωση ποινικής διαδικασίας η οποία ήθελε προκύψει από τις αστυνομικές έρευνες ......... . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Οι διατάξεις του άρθρου 32
(1)παρέχουν εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την κράτηση και φύλαξη αντικειμένων από τις αστυνομικές Αρχές, που κατασχέθηκαν βάσει του άρθρου 27 για καθορισμένο χρονικό διάστημα ή μέχρι την αποπεράτωση ποινικής διαδικασίας η οποία ήθελε προκύψει από τις ανακρίσεις. Η εξουσία η οποία παρέχεται από το άρθρο 32
(3)για αποδέσμευση των αντικειμένων από την αστυνομική φύλαξη, συναρτάται άμεσα με την προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο με τη διατύπωση κατηγορίας εναντίον του. Η πρόσαψη κατηγορίας οριοθετεί το τρίτο στάδιο της διαδικασίας για την κράτηση κατασχεθέντων αντικειμένων. Το εδάφιο 3 του άρθρου 32 του νόμου, παρέχει εξουσία για επιστροφή του αντικειμένου στον κάτοχο ή ιδιοκτήτη του, νοουμένου ότι η κράτηση και φύλαξή του δεν απαιτείται για τους σκοπούς της εγερθείσας ποινικής δίωξης». Είναι προφανές από τα πιο πάνω ότι η περαιτέρω κράτηση αντικειμένου που κατασχέθηκε κατά την εκτέλεση εντάλματος έρευνας δυνάμει του άρθρου 27 επαφίεται σύμφωνα με το άρθρο 32
(1)στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου αποτελεί η χρησιμότητα του αντικειμένου που κατάσχεται κατά το ανακριτικό στάδιο σε σχέση με την εξέταση του υπό διερεύνηση αδικήματος αλλά και η πιθανότητα όπως αυτό χρησιμοποιηθεί ως τεκμήριο στο Δικαστήριο για σκοπούς απόδειξης του αδικήματος με το οποίο σχετίζεται. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να είναι σχετικό με την υπό διερεύνηση υπόθεση και να αποδεικνύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής του πιθανόν να επηρεαστούν οι ανακρίσεις ή ακόμα και να εμποδιστεί η προσκόμιση του στο Δικαστήριο ως αποδεικτικού υλικού. Είναι, επίσης, προφανές από τα πιο πάνω ότι κατά την άσκηση της πιο πάνω εξουσίας του το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφεύγει να αποφαίνεται επί της ουσίας της υπόθεσης και ειδικότερα με την εμπλοκή ή όχι οιουδήποτε προσώπου στην διάπραξη των υπό διερεύνηση αδικημάτων. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα τα τεκμήρια δεν δύνανται να επιστραφούν στους Καθ' ων η αίτηση καθότι αυτά συνιστούν απόδειξη σύμφωνα με το άρθρο 187
(5)του Κεφ. 154 και κατά την εκδίκαση της υπόθεσης θα παρουσιασθούν στο Δικαστήριο προς απόδειξη της υπόθεσης από την Αστυνομία. Κρίνω δικαιολογημένη την θέση της Αστυνομίας περί κατακράτησης των κατασχεθέντων αντικειμένων μέχρι την αποπεράτωση της ποινικής υπόθεσης. Η παρουσίαση των αντικειμένων που σχετίζονται με την μετάδοση ήχου στο Δικαστήριο για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης που θα καταχωρηθεί από την Αστυνομία κρίνεται αναγκαία. Κατ' επέκταση αναγκαία κρίνεται και η κατακράτησή τους μέχρι την αποπεράτωση της πιο πάνω ποινικής υπόθεσης. Ό,τι δε μόνο οι Καθ' ων η αίτηση με την ένστασή τους υποστηρίζουν είναι ότι «η φύση και τα γεγονότα του συμβάντος δεν αμφισβητούνται». Υποστηρίζουν, επίσης, ότι η Αστυνομία για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου μπορεί να λάβει και παρουσιάσει φωτογραφίες των κατασχεθέντων αντικειμένων. Πράγματι οι Καθ' ων η αίτηση δεν αμφισβητούν ότι ήταν κάτοχοι αδείας για χρήση μεγάφωνων και ότι διένειμαν λαχεία σε πρόσωπα μη μέλη του σωματείου. Αυτό, όμως, δεν τους νομιμοποιεί να ισχυρίζονται ότι η κατακράτηση των κατασχεθέντων αντικειμένων δεν είναι απαραίτητη για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης που θα καταχωρηθεί από την Αστυνομία. Αφού δεν μπορεί να είναι γνωστή από τώρα η στάση τους στην δίκη και αν τα όσα με την ένσταση αυτοί παραδέχονται θα είναι παραδεκτά εν τέλει στο στάδιο εκείνο. Επίσης, η παρουσίαση φωτογραφιών δεν αποτελεί την καλύτερη δυνατή μαρτυρία. Σε περίπτωση δε αμφισβήτησης από μέρους των Καθ' ων η αίτηση ότι οι φωτογραφίες απεικονίζουν τα κατασχεθέντα αντικείμενα η Αστυνομία θα έχει να αντιμετωπίσει ένα μάλλον ανυπέρβλητο εμπόδιο στην απόδειξη της υπόθεσης. Αναφορικά με το αδίκημα κατά παράβαση του Κεφ. 74 σημειώνεται ότι η κατακράτηση των σχετικών κατασχεθέντων αντικειμένων είναι απαραίτητη όχι μόνο για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης που θα καταχωρηθεί από την Αστυνομία αλλά και για σκοπούς περαιτέρω διερεύνησης της υπόθεσης. Συναφώς στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση αναφέρεται ότι αναμένεται η λήψη αριθμού καταθέσεων από το υπαλληλικό προσωπικό του υποστατικού καθώς και από άτομα που βρίσκονταν στο υποστατικό ως πελάτες. Κατευθύνσεις για τις οποίες δεν υπάρχει οποιοσδήποτε ισχυρισμός από την πλευρά των Καθ' ων η αίτηση ότι δεν είναι αναγκαίες ή δικαιολογημένες και που κρίνω ότι είναι δικαιολογημένες. Δεν θεωρώ ότι η Αστυνομία όφειλε να αναφέρει οτιδήποτε περισσότερο αναφορικά με αυτή την πτυχή της υπόθεσης. Κρίνω δε ότι η θέση ότι στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν αποκαλύπτονται αναγκαία στοιχεία ή λεπτομέρειες αναφορικά με το ανακριτικό έργο ή την αναγκαιότητα περαιτέρω κράτησης δεν είναι βάσιμη. Οι Καθ' ων η αίτηση παραπονούνται ότι κατά την διεξαγωγή της έρευνας στο υποστατικό η Αστυνομία κατάσχεσε και αντικείμενα που δεν αναφέρονται στο δικαστικό ένταλμα έρευνας. Σύμφωνα με την Ιλιάδα Νατιώτη τα αντικείμενα αυτά είναι τα αντικείμενα με αριθμούς 7-14 στο Παράρτημα Α. Προδήλως, είναι τα αντικείμενα που σχετίζονται με το αδίκημα κατά παράβαση του Κεφ.
- Σε αυτά, όμως, δεν μπορώ να δεχθώ ότι περιλαμβάνονται τα αντικείμενα με αριθμούς 12 και 13, ήτοι τα τραπέζια και οι καρέκλες. Τέλος, αποτελεί θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι η νομική βάση της αίτησης πάσχει καθότι ελλείπει από αυτήν το άρθρο 33 του Κεφ.
- Τους δύο αυτούς λόγους ένστασης θα τους εξετάσω ταυτόχρονα. Το άρθρο 33 του Κεφ. 155, οι πρόνοιες του οποίου παρατέθηκαν πιο πάνω, δίνει την εξουσία στην Αστυνομία κατά την διεξαγωγή έρευνας να κατάσχει αντικείμενα που ναι μεν δεν αναφέρονται στο ένταλμα έρευνας αλλά σε σχέση με τα οποία υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι διαπράχτηκε ή σκοπεύεται να διαπραχτεί ποινικό αδίκημα. Σε μια τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με την κατακράτηση ή διάθεσή τους ως ήθελε φανεί σε αυτό σκόπιμο. Τα όσα διατυπώθηκαν στην υπόθεση Kouppa and Another v. Vassiliades ως προς το δικονομικό πλαίσιο το οποίο διέπει την έγκυρη έγερση ενδιάμεσων αιτήσεων δεν έχουν εφαρμογή σε αιτήσεις όπως η υπό κρίση η οποία είναι εναρκτήρια διαδικασία. Στην πιο πάνω υπόθεση αποφασίσθηκε ότι σε ενδιάμεση αίτηση ο καθορισμός του νομικού βάθρου με αναφορά στο άρθρο ή άρθρα της Νομοθεσίας και των Θεσμών που το στοιχειοθετούν αποτελεί σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.48 θ.1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου. Σφάλμα σε εναρκτήρια κλήση επιφέρει την ακυρότητά της μόνο όταν θίγει το θεμέλιο της διαδικασίας σε βαθμό που να μην επιτρέπει την γένεση θέματος προς εκδίκαση. Στην υπό εξέταση περίπτωση οι Καθ' ων η αίτηση επισύναψαν ως τεκμήριο στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση - Τεκμήριο Α - την ένορκο δήλωση του αστυνομικού οργάνου που παρουσιάσθηκε ενώπιον του Δικαστή και ζήτησε την έκδοση εντάλματος έρευνας. Είναι γεγονός ότι ενώ στην πρώτη παράγραφο της εν λόγω ένορκης δήλωσης γίνεται αναφορά σε υποψίες της Αστυνομίας περί διάπραξης αδικήματος κατά παράβαση του Κεφ. 74 στην τελευταία παράγραφο ό,τι ζητείται είναι η έκδοση εντάλματος έρευνας του υποστατικού για «ανεύρεση, περισυλλογή και φύλαξη τεκμηρίων, όπως οινοπνευματώδη ποτά, είδη καπνού, συσκευές και όργανα που ενισχύουν τον ήχο και άλλα». Δεν ζητείται, τουλάχιστον ρητά, η περισυλλογή αντικειμένων που σχετίζονται με το προαναφερόμενο αδίκημα. Το αν, όμως, το ένταλμα έρευνας που εν τέλει εκδόθηκε επέτρεπε την περισυλλογή αντικειμένων που σχετίζονται και με αδίκημα κατά παράβαση του Κεφ. 74, αυτό, είναι κάτι που μόνο από το ένταλμα έρευνας μπορεί να διαπιστωθεί. Δεν αποκλείεται όπως το ένταλμα έρευνας που εν τέλει εκδόθηκε προνοούσε για κάτι τέτοιο παρά τα όσα αναγράφηκαν στην τρίτη παράγραφο της ένορκης δήλωσης αφ' ης στιγμής στην πρώτη παράγραφο της ένορκης δήλωσης γίνεται λόγος για διάπραξη αδικήματος κατά παράβαση του Κεφ.
- Όμως, το ένταλμα έρευνας δεν επισυνάφθηκε στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε επισυνάφθηκε μόνο η ένορκη δήλωση του αστυνομικού οργάνου. Με αποτέλεσμα η προσπάθεια των Καθ' ων η αίτηση να διαψεύσουν τα όσα εκ πρώτης όψεως αναδύονται μέσα από την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση να έχει παραμείνει ημιτελής. Δεν μου διαφεύγει ότι η Αστυνομία δεν αμφισβήτησε τους ισχυρισμούς των Καθ' ων η αίτηση αναφορικά με την υπό συζήτηση μη αναφορά των αντικειμένων στο ένταλμα έρευνας. Αυτό, όμως, δεν βοηθά την υπόθεση των Καθ' ων η αίτηση. Καθότι όπως προκύπτει από την ένσταση η αναφορά των Καθ' ων η αίτηση σε ένταλμα έρευνας είναι λανθασμένη. Όπως λανθασμένη είναι η εξομοίωση της ένορκης δήλωσης σε ένταλμα. Στην πραγματικότητα ό,τι οι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται είναι ότι τα αντικείμενα δεν αναφέρονται στην ένορκο δήλωση του αστυνομικού οργάνου και όχι στο ένταλμα έρευνας. Πώς θα μπορούσαν, άλλωστε, να ισχυρίζονται κάτι τέτοιο αφ' ης στιγμής το ένταλμα έρευνας δεν επισυνάπτεται ως τεκμήριο στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Υπό το φως των πιο πάνω δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η Αστυνομία δέχεται ότι στο ένταλμα δεν αναφέρονται τα αντικείμενα που κατασχέθηκαν σε σχέση με αδίκημα κατά παράβαση του Κεφ.
- Ό,τι μόνο δέχθηκε είναι το περιεχόμενο του όρκου. Υπό το φως των πιο πάνω καθίσταται αχρείαστη η ενασχόληση με τις επιπτώσεις από το ότι στην νομική βάση της αίτησης δεν περιλαμβάνεται το άρθρο 33 του Κεφ.
- Για τους λόγους που πιο πάνω επεξηγούνται η μη συμπερίληψή του στην νομική βάση της αίτησης δεν καταδείχθηκε ως αναγκαία. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω ότι κανένας λόγος ένστασης δεν ευσταθεί. Τούτο εξανεμίζει το βάσιμο της θέσης που, επίσης, προβάλλεται ως λόγος ένστασης ότι συνέχιση της κράτησης των αντικειμένων συνιστά παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος της Καθ' ης η αίτηση αναφορικά με την ιδιοκτησία. Στην υπόθεση Ανδρέας Ησαϊας κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 179/2011, ημερομηνίας 22.10.13, που πιο πάνω μνημονεύεται, λέχθηκε ότι η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδώσει διάταγμα κατακράτησης μέχρι την αποπεράτωση της ποινικής διαδικασίας πηγάζει από το 32
(1)του Κεφ. 155. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση: «Η αστυνομία μετά την κατάσχεση των τεκμηρίων, προχώρησε, ως όφειλε, στο δεύτερο στάδιο και μέσα σε τέσσερις ημέρες αιτήθηκε δυνάμει του άρθρου 27(γ)
(1)και του άρθρου 32
(1)το Κεφ. 155 όπως το δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και διατάξει την κατακράτηση των τεκμηρίων «μέχρι την αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας η οποία είναι δυνατό να διεξαχθεί σε σχέση με αυτή». Δεν βλέπουμε οτιδήποτε το μεμπτό στον όρο που έθεσε το Δικαστήριο. Ο δικηγόρος του Εφεσείοντος εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο όφειλε να είχε θέσει χρονικό περιορισμό για την κατακράτηση των τεκμηρίων. Δεν συμφωνούμε. Ο όρος που έθεσε το Δικαστήριο ήταν όχι μόνο εύλογος, αλλά και επιβαλλόμενος, αφού ήταν μέσα στα πλαίσια των εξουσιών που του παρέχει το άρθρο 32
(1)και δεν εντοπίζουμε οτιδήποτε ότι κατά το χρόνο που το δικαστήριο έθετε τον εν λόγω όρο, δεν άσκησε ορθά την εξουσία του. Θα ήταν πολύ δύσκολο για το Δικαστήριο σ' εκείνο το στάδιο να προβλέψει την εξέλιξη των αστυνομικών ερευνών και την αποπεράτωση της ποινικής διαδικασίας. Εν πάση περιπτώσει, οι Εφεσείοντες ή οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, είχαν το δικαίωμα ανά πάσα στιγμή να αποταθούν στο δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 32
(3)του Κεφ. 155 και να αιτηθούν επιστροφή των κατακρατηθέντων τεκμηρίων». Κρίνω, όμως, μεμπτή την κατάσχεση και την περαιτέρω κράτηση των αντικειμένων με αριθμούς 12 και 13, ήτοι των τραπεζιών και των καρεκλών. Τα αντικείμενα αυτά δεν κρίνονται αναγκαία ούτε για την περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης, ούτε για σκοπούς απόδειξης στο Δικαστήριο. Συνακόλουθα θα διατάξω την επιστροφή τους στον νόμιμο δικαιούχο στην βάση των εξουσιών που μου παρέχονται από το άρθρο 32
(1)του Κεφ. 155. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα κατακράτησης των αντικειμένων-τεκμηρίων με αριθμούς 1-11 και 14 στο Παράρτημα Α΄ που επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση μέχρι την εκδίκαση και πλήρη αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας η οποία είναι δυνατόν να διεξαχθεί σε σχέση με αυτά. Τα αντικείμενα-τεκμήρια με αριθμούς 12 και 13 στο Παράρτημα Α΄ που επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, ήτοι ξύλινα τραπέζια και μεταλλικές καρέκλες, να επιστραφούν στον νόμιμο δικαιούχο εντός 5 ημερών από σήμερα. Καμία διαταγή για έξοδα. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Κατακράτηση τεκμηρίων Subject: Criminal / General / Final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο