← Κύπρος

ΚΩΣΤΑ ΚΑΣΚΑΝΗ ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΟΛΕΜΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 4025/2010, 31/5/2016

ΚΩΣΤΑ ΚΑΣΚΑΝΗ ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΟΛΕΜΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 4025/2010, 31/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A120 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4025/2010 Μεταξύ: ΚΩΣΤΑ ΚΑΣΚΑΝΗ, από τη Λευκωσία Ενάγοντος και ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΟΛΕΜΙΟΥ, από το Πολέμι Εναγομένων Ημερομηνία: 31.05.16 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κος Μ. Κιτρομιλίδης (η κα Μ Εύζωνα για ν΄ακούσει απόφαση) Για Εναγομένους: κος Μ. Λουκά (ο κ. Φ. Κυπριανίδης για ν΄ακούσει απόφαση) ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγοντας αξιώνει από τους Εναγομένους την καταβολή ποσού Λ.Κ.£9.000,00 (ισοδύναμο σε €15.377,41) πλέον τόκο προς 8% ετησίως επί του ποσού αυτού από 10.11.99 μέχρι πληρωμής του που σύμφωνα με τον ίδιο αφορά εξαργύρωση ποσού γραμματίου του. Οι δικογραφημένες θέσεις και ισχυρισμοί των διαδίκων: Μέσα από την Έκθεση Απαίτησης του ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι στις 10.11.99 κατάθεσε στους Εναγομένους υπό τη μορφή γραμματίου ποσό Λ.Κ.£9.000,00 (ισοδύναμο σε €15.377,41), στο οποίο θα πιστωνόταν τόκος προς 8% ετησίως από την ημερομηνία κατάθεσης του και θα ήταν όλα πληρωτέα στις 10.11.

  1. Είναι η θέση του Ενάγοντα ότι στη λήξη του εν λόγω γραμματίου ζήτησε την πληρωμή του προαναφερομένου ποσού πλέον τόκους αλλά μετά από παρότρυνση του τότε γραμματέα των Εναγομένων δεν επέμεινε αφήνοντας τα χρήματα κατατεθειμένα στους Εναγομένους. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα μετά πάροδο 3-4 ετών ο ίδιος ζήτησε εκ νέου την καταβολή του ποσού του γραμματίου πλέον τόκους πλην όμως αυτό δεν κατέστη δυνατό επειδή όπως του λέχθηκε οι Εναγόμενοι αντιμετώπιζαν πρόβλημα ρευστότητας και θα έπρεπε να αναμένει. Είναι ακόμη η θέση του Ενάγοντα ότι παρόλο ότι ο δικηγόρος του απέστειλε επιστολή ημερομηνίας 09.10.09 στους Εναγομένους ζητώντας την πληρωμή του ποσού του γραμματίου και τόκων, οι τελευταίοι την αγνόησαν. Στην υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι αφού παραδέχονται την κατάθεση του πιο πάνω ποσού στις 10.11.99 το οποίο θα έφερνε επιτόκιο 8% ετησίως και θα ήταν πληρωτέο στις 1.11.2000 με την διευκρίνιση ότι η απόδειξη παραλαβής και το πιστοποιητικό εμπρόθεσμης κατάθεσης εκδόθηκαν στο όνομα του Ενάγοντα και/ή στο όνομα Αντωνίας Κασκάνη, ισχυρίζονται ότι μετά που ο Ενάγοντας μετέβη στα γραφεία τους στις 05.03.02 και ζήτησε την πληρωμή του ποσού πλέον τόκους, του καταβλήθηκε το ποσό των Λ.Κ.£10.301,62 (ισοδύναμο σε €17.601,36) μέσω της τραπεζικής επιταγής υπ' αριθμό 02544259 ημερομηνίας 05.03.02 για το ποσό των Λ.Κ.£5.000,00 (ισοδύναμο σε €8.543,01) καθώς δια του ποσού των Λ.Κ.£5.301,62 (ισοδύναμο σε €9.058,36) σε μετρητά, εκδίδοντας προς τούτο την απόδειξη πληρωμής και εξόφλησης υπ' αριθμό 000402 ημερομηνίας 05.03.
  2. Είναι η θέση των Εναγομένων ότι το πιο πάνω ποσό που πληρώθηκε αποτελούσε το ακριβές υπόλοιπο του ποσού του γραμματίου συμπεριλαμβανομένων των αναλογούντων τόκων. Σύμφωνα με τους Εναγομένους ο Ενάγοντας παρέλαβε το εν λόγω ποσό υπογράφοντας σχετική απόδειξη πληρωμής εμπρόθεσμης κατάθεσης. Οι Εναγόμενοι επίσης ισχυρίζονται ότι ο Ενάγοντας κωλύεται και/ή εμποδίζεται και/ή ότι έχει παραιτηθεί από τη συμπεριφορά του, πράξεις, παραλείψεις, δηλώσεις και υποσχέσεις του να επικαλείται τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην έκθεση απαίτησης και να διεκδικεί την αξιούμενη θεραπεία. Αποδίδει δε σκοπιμότητα και υστεροβουλία στην ενέργεια αυτή του Ενάγοντα προκειμένου να δικαιολογήσει προσπάθειες του για υπεράσπιση στην αγωγή υπ' αριθμό 3817/07 που εγέρθηκε εναντίον του από τους Εναγομένους. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της απαίτησης του ο Ενάγοντας ήταν ο μόνος μάρτυρας που παρουσιάστηκε. Οι Εναγόμενοι προς υπεράσπιση τους παρουσίασαν επίσης ένα μάρτυρα, ήτοι την Χριστιάνα Ηλιάδου που ήταν η Γραμματέας/Διευθύντρια τους για την περίοδο από τον Ιανουάριο 2004 μέχρι τις 26.10.13 (ΜΥ). Παράλληλα κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν 6 τεκμήρια. Από αυτά τα πιο κάτω τεκμήρια, κατόπιν έγκρισης του Δικαστηρίου, κατατέθηκαν από κοινού, το περιεχόμενο των οποίων τα μέρη αποδέχονται ως ορθό και αληθές: Τεκμήριο 1 - Απόδειξη υπ' αριθμό 008429 παραλαβής ποσού ύψους Λ.Κ.£9.000 (ισότιμο σε €15.377,41) ημερομηνίας 10.11.99, Τεκμήριο 2 - Πιστοποιητικό Εμπρόθεσμου Καταθέσεως υπ' αριθμό 965191 ημερομηνίας 10.11.99 ποσού ύψους Λ.Κ.£9.000 (ισότιμο σε €15.377,41), Τεκμήριο 3 - Επιταγή της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λτδ υπ' αριθμό 02544259 προς όφελος του Ενάγοντα για το ποσό των Λ.Κ.£5.000 (ισότιμο σε €8.543,01) με ημερομηνία πληρωμής 05.03.
  3. Επιπροσθέτως, τα μέρη κατέθεσαν από κοινού τα εξής παραδεχτά γεγονότα:

(1)Οι Εναγόμενοι συγχωνεύτηκαν στις 26.10.13 με το Ελληνικό Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ, το οποίο με απόφαση της Ειδικής Γενικής Συνέλευσης των μετόχων του έχει αλλάξει ονομασία και από τις 26.10.13 ονομάζεται Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ, που είναι οι Εναγόμενοι στην παρούσα αγωγή.
(2)Στις 10.11.99 ο Κώστας και η Αντωνία Κασκάνη κατέθεσαν το ποσό των Λ.Κ.£9.000 (ισότιμο σε €15.377,41) στην πρώην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πολεμίου και νυν Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ.
(3)Την ίδια ημέρα (δηλαδή στις 10.11.99) εκδόθηκε το πιστοποιητικό εμπρόθεσμης κατάθεσης στο όνομα Κώστας Κασκάνης ή/και Αντωνία Κασκάνη.
(4)Η επιταγή υπ' αριθμό 02544259 για το ποσό των Λ.Κ.£5.000 (ισότιμο σε €8.543,01) εκδομένη από την πρώην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πολεμίου ημερομηνίας 05.03.02 δόθηκε στον Ενάγοντα, ο οποίος και την εξαργύρωσε.
(5)Η παρούσα αγωγή εγείρεται από τον Ενάγοντα με εξουσιοδότηση και της συζύγου του Αντωνίας Κασκάνη, συνδικαιούχου του επιδίκου εγγράφου. Τα πιο πάνω παραδεχτά γεγονότα εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και μαζί με αυτά που προκύπτουν από τα προαναφερόμενα Τεκμήρια 1, 2 και 3, των οποίων το περιεχόμενο τους είναι παραδεκτό από αμφότερα μέρη ως ορθό και αληθές, αποτελούν αυτόματα όλα μέρος των ευρημάτων του. Η κυρίως εξέταση του Ενάγοντα αποτελείται από γραπτή δήλωση που προσκόμισε καθώς και από ένορκη προφορική μαρτυρία. Μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας του ο Ενάγοντας αφού επικαλείται τα γεγονότα που σημειώνονται στην έκθεση απαίτησης και έχουν καταγραφεί πιο πάνω αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι ουδέποτε έλαβε οποιοδήποτε ποσό είτε έναντι είτε προς εξόφληση του κατ' ισχυρισμό ποσού με τους τόκους του, ότι ουδέποτε υπέγραψε οποιαδήποτε απόδειξη πληρωμής για το επίδικο ποσό και ότι ουδέποτε σύνταξε ή υπέγραψε χειρόγραφη δήλωση ότι απώλεσε το επίμαχο έγγραφο, θεωρώντας έτσι τους αντίστοιχους ισχυρισμούς των Εναγομένων ως εκ των υστέρων κατασκεύασμα τους. Αναφερόμενος στο θέμα απαίτησης πληρωμής χρημάτων ο Ενάγοντας κατέθεσε ως Τεκμήριο 4 επιστολή ημερομηνίας 09.10.09 του δικηγόρου του με την οποία ζητεί από τους Εναγομένους την πληρωμή του επιδίκου ποσού πλέον τόκους εντός 10 ημερών. Όπως ο Ενάγοντας είπε, οι Εναγόμενοι αγνόησαν το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής. Σύμφωνα ακόμη με τον Ενάγοντα ο ίδιος είχε και άλλες δοσοληψίες με τους Εναγομένους, πλην όμως αυτή περίπτωση, όπως είπε, δεν συνδέεται με τις άλλες υποθέσεις του. Αντεξεταζόμενος ο Ενάγοντας δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, ότι ζήτησε για πρώτη φορά το επίδικο ποσό περί τις 10.11.2000 αλλά ο τότε γραμματέας των Εναγομένων τον παρότρυνε αν δεν το είχε ανάγκη να άφηνε τα χρήματα κατατεθειμένα εκεί. Ακολούθως το 2003 ζήτησε εκ νέου τα χρήματα όταν άκουσε ότι κάτι επιλήψιμο συνέβαινε στους Εναγομένους αλλά δεν επέμεινε όταν ο τότε γραμματέας των Εναγομένων τον διαβεβαίωσε ότι δεν υπήρχε πρόβλημα. Μετά από 2-3 μήνες που άκουσε ότι έγινε κατάχρηση στους Εναγομένους, ο Ενάγοντας μετέβηκε στα γραφεία τους μαζί με τη σύζυγο του και τους λέχθηκε από δύο εργαζόμενες στην υπηρεσία των Εναγομένων, κάποια Άντρη και κάποια Έλενα, να μην ανησυχούν και ότι τα χρήματα τους ήταν ασφαλισμένα αλλά δεν θα μπορούσαν εκείνη τη στιγμή να του δώσουν τα χρήματα του επειδή οι Εναγόμενοι αντιμετώπιζαν πρόβλημα ρευστότητας. Μετά από παρέλευση ενός μηνός ο Ενάγοντας μετέβηκε ξανά στα γραφεία των Εναγομένων επειδή είχε ακούσει ότι η πιο πάνω Έλενα εμπλεκόταν στις αστυνομικές έρευνες. Εκεί συνάντησε κάποιο υπεύθυνο από τη Λευκωσία, ο οποίος τον διαβεβαίωσε εκ νέου ότι τα χρήματα του ήταν ασφαλισμένα. Έχοντας στην κατοχή του τα έγγραφα κατάθεσης του ποσού και με την εντύπωση ότι τα χρήματα των καταθετών σε πιστωτικούς οργανισμούς ήταν πάντοτε ασφαλισμένα πείστηκε από τις εξηγήσεις των λειτουργών των Εναγομένων παρόλο ότι οι Εναγόμενοι είχαν πρόβλημα ρευστότητας. Συνεχίζοντας ο Ενάγοντας είπε πως το 2009 που αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες και συγκεκριμένα είχε προβλήματα με το Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων είχε ανάγκη τα χρήματα που ήταν κατατιθεμένα στους Εναγομένους και γι' αυτό τα ζήτησε εκ νέου πηγαίνοντας στα γραφεία τους. Ωστόσο η απάντηση που εισέπραξε από λειτουργό ήταν πως δεν υπήρχε τέτοιος λογαριασμός εις το όνομα του ιδίου και της συζύγου του χωρίς να του δοθεί οποιαδήποτε δικαιολογία. Ήταν τότε που αποτάθηκε σε δικηγόρο, ο οποίος απέστειλε το Τεκμήριο 4 στους Εναγομένους. Δίδοντας τη δική του εξήγηση για το Τεκμήριο 3 ο Ενάγοντας είπε ότι του την είχε δώσει ο πρώην γραμματέας των Εναγομένων και αφορούσε οφειλή που ο τελευταίος, και μέλη της επιτροπείας δημιούργησαν ψυχαγωγώντας πελάτες των Εναγομένων σε κέντρο αναψυχής του για περίοδο τριών εβδομάδων με ένα μήνα. Όπως ο Ενάγοντας σημείωσε υπήρξαν και άλλες τέτοιες περιπτώσεις για τις οποίες εισέπραξε επιταγές είτε από τον γραμματέα είτε από τον Πρόεδρο της Επιτροπείας των Εναγομένων. Απαντώντας σχετική ερώτηση για τις διαφορές που έχει με τους Εναγομένους ο Ενάγοντας παραδέχτηκε ότι στην αγωγή που καταχωρήθηκε εναντίον του για επίδικο ποσό ύψους Λ.Κ.£10.000 (ισότιμο σε €17.086,01) δεν προέβαλε ανταπαίτηση την κατ' ισχυρισμό οφειλή γραμματίου της υπόθεσης αυτής. Παράλληλα επέμεινε στη θέση του ότι δεν εισέπραξε τόσο το ποσό που είχε καταθέσει στους Εναγομένους όσο και τους τόκους αυτού είτε με επιταγή είτε με μετρητά. Στην δική της μαρτυρία η ΜΥ ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι όταν προσλήφθηκε στην υπηρεσία των Εναγομένων ως γραμματέας ο επίμαχος λογαριασμός κατάθεσης φαινόταν εξοφλημένος και θεωρείτο ως τέτοιος επειδή από τότε που ανέλαβε καθήκοντα ουδέποτε οι Εναγόμενοι είχαν οχληθεί είτε από τον Ενάγοντα είτε από τη σύζυγο του για πληρωμή του επιδίκου ποσού, με εξαίρεση την επιστολή του δικηγόρου του Ενάγοντα (Τεκμήριο 4), την οποία δεν απάντησαν επειδή θεώρησαν ότι ο Ενάγοντας ενεργούσε εκδικητικά εναντίον τους λόγω της αγωγής υπ' αριθμό 3817/2007 που εκκρεμούσε και είχε εγερθεί από αυτούς και στρεφόταν κατά του προσώπου του Ενάγοντα. Παράλληλα η εν λόγω μάρτυρας παραδέχτηκε ότι δεν εντόπισε οποιαδήποτε γραπτή απόδειξη πληρωμής του επιδίκου ποσού αλλά θεωρεί ότι το Τεκμήριο 3 που αφορά ποσό ύψους Λ.Κ.£5.000 (ισότιμο σε €8.543,01), η ημερομηνία του οποίου συμπίπτει με την καταχώρηση στα βιβλία και στο ηλεκτρονικό αρχείο των Εναγομένων, μαζί με την σημείωση για πληρωμή ποσού Λ.Κ.£5.301,62 (ισοδύναμο σε €9.058,36) σε μετρητά, στοιχείο που επίσης σύμφωνα με την μάρτυρα είναι καταχωρημένο σε ηλεκτρονική κατάσταση εγγραφών της τότε ταμίας των Εναγομένων, αποδεικνύουν την πληρωμή όλου του επιδίκου ποσού περιλαμβανομένων και των τόκων. Η εν λόγω ηλεκτρονική κατάσταση των εγγραφών της πρώην ταμίας των Εναγομένων Έλενας Μιχαήλ ημερομηνίας 05.03.02, η οποία εκτυπώθηκε από την εν λόγω πρώην ταμία και περιλαμβάνει αναλυτικά τις πληρωμές και εισπράξεις που έγιναν στο ταμείο της και αποτελεί μέρος του αρχείου των Εναγομένων στο οποίο έχει πρόσβαση η ΜΥ, κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  1. Περαιτέρω η εν λόγω μάρτυρας κατάθεσε ως Τεκμήριο 6 κατάσταση του λογαριασμού υπ' αριθμό 3200548 που αφορά το επίδικο ποσό και σύμφωνα με την ίδια το συνολικό ποσό των Λ.Κ.£10.301,62 που φαίνεται συμπίπτει με τις πληρωμές των Λ.Κ.£5.000 σε επιταγή και Λ.Κ.£5.301,62 σε μετρητά που έγιναν στις 05.03.02 από το ταμείο της Μιχαήλ. Περαιτέρω η ΜΥ ανάφερε ότι μετά από έλεγχο σε όλα τα βιβλία και αρχεία των Εναγομένων διαπίστωσε ότι οι Εναγόμενοι καμία οφειλή είχαν προς τον Ενάγοντα έτσι ώστε να δικαιολογείτο η έκδοση σ' αυτόν τραπεζικής επιταγής, με εξαίρεση το επίδικο ποσό. Η προγενέστερη είσπραξη μιας άλλης τραπεζικής επιταγής από τον Ενάγοντα χωρίς αντάλλαγμα οδήγησε στην έγερση εναντίον του της αγωγής υπ' αριθμό 3817/2007 και της έκδοσης απόφασης εναντίον του. Σύμφωνα ακόμη με την μάρτυρα αυτή, ο Ενάγοντας με τη στάση του δημιούργησε την εντύπωση στους Εναγομένους ότι το επίδικο ποσό του είχε πληρωθεί με επιταγή και μετρητά, ως σημειώνεται στα Τεκμήρια 5 και
  2. Επίσης η εν λόγω μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι η καθυστέρηση στην αξίωση του επιδίκου ποσού προκάλεσε ζημιά στους Εναγομένους επειδή, όπως είπε, αν ήταν γνωστή προηγουμένως θα συμπεριλαμβανόταν στην αγωγή υπ' αριθμό 3817/
  3. Αντεξεταζόμενη η ΜΥ παραδέχτηκε ότι το Τεκμήριο 5 δεν περιέχει οποιοδήποτε στοιχείο που να τον συνδέει με τον Ενάγοντα. Ακόμη η εν λόγω μάρτυρας συμφώνησε με τη θέση του συνηγόρου του Ενάγοντα ότι στο Τεκμήριο 6 δεν γίνεται αναφορά σε επιταγή ύψους Λ.Κ.£5.
  4. Σε σχέση δε με το ποσό σε μετρητά η ΜΥ παραδέχτηκε ότι ουδέν στοιχείο υπάρχει που να δείχνει ότι το εν λόγω ποσό λήφθηκε από τον Ενάγοντα. Ωστόσο η μάρτυρας αυτή επέμεινε ότι η κίνηση του καταθετικού λογαριασμού του επιδίκου ποσού μαζί με την ένδειξη στο αρχείο των Εναγομένων ότι ο λογαριασμός αυτός κατάθεσης είχε εξοφληθεί σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η ημερομηνία σημείωσης συνέπιπτε με την ημερομηνία πληρωμής της επιταγής που εξαργυρώθηκε από τον Ενάγοντα (Τεκμήριο 3) αποτελούσαν επαρκή απόδειξη ότι το επίδικο ποσό είχε όντως πληρωθεί. Τελικές Αγορεύσεις: Αμφότερες οι πλευρές στις αγορεύσεις τους προσπάθησαν με νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Συγκεκριμένα ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα αφού αναφέρθηκε στην μαρτυρία της ΜΥ υπέδειξε ορισμένα σημεία αυτής που κατά τη γνώμη του αποτελούσαν αντιφάσεις της εν λόγω μάρτυρας και στη βάση αυτού κάλεσε το Δικαστήριο να μην στηριχτεί σ' αυτή αλλά μόνο στην μαρτυρία του Ενάγοντα που κατά τη γνώμη του ήταν ειλικρινής και αληθής εκδίδοντας προς τούτο απόφαση ως η αξίωση του πελάτη του. Αντίθετη ήταν η νομική επιχειρηματολογία του ευπαιδεύτου συνηγόρου των Εναγομένων, οποίος με τη σειρά αναφέρθηκε σε διάφορες αντιφάσεις που κατά τη γνώμη του υπέπεσε ο Ενάγοντας καθώς και σε κενά και αδυναμίες που θεωρεί ότι περιέχει η μαρτυρία του Ενάγοντα, λόγους που κατά τον ίδιο την καθιστούν τρωτή σε απόρριψη. Χαρακτηρίζοντας την μαρτυρία της ΜΥ ως τη μόνη αξιόπιστη που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου, ο κύριος Λουκά ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι ο Ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση του και γι' αυτό η αγωγή πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εναντίον του. Επίδικα Θέματα: Προσεκτική μελέτη των έγγραφων προτάσεων σε συνάρτηση με την προσαχθείσα μαρτυρία καθώς και των τελικών αγορεύσεων καθιστούν σαφές ότι το βασικό επίδικο ζήτημα που το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει είναι κατά πόσο το ποσό των Λ.Κ.£9.000,00 (ισοδύναμο σε €15.377,41) που αμφότεροι οι διάδικοι παραδέχονται ότι στις 10.11.99 κατατέθηκε από τον Ενάγοντα και τη σύζυγο του σε λογαριασμό στους Εναγομένους εξοφλήθηκε ή όχι, ως οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι το πιο πάνω ποσό δεν έχει εξοφληθεί θα εξεταστεί αν αυτό θα φέρει τόκο, πιο το ύψος αυτού και επί ποιου ποσού και από πότε έναρξη τέτοιας τυχόν πίστωσης. Ακόμη αναμένεται να προβληματίσει το Δικαστήριο η νομική θέση των Εναγομένων ότι το ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό δεν εμπίπτει στον ορισμό του 'γραμματίου'. Βέβαια αν το Δικαστήριο καταλήξει ότι η θέση αυτή ευσταθεί αυτό δεν θα οδηγήσει σε απόρριψη της αγωγής δεδομένου του περιεχομένου της έκθεσης απαίτησης που από τον τρόπο που είναι διατυπωμένο προκύπτει ως βάση αγωγής ισχυρισμός για οφειλόμενο ποσό ύψους Λ.Κ.£9.000,00 (ισοδύναμο σε €15.377,41). Επίσης χρήζει εξέτασης ζήτημα κατά πόσο η καθυστέρηση στην απαίτηση του ισχυριζόμενου οφειλομένου ποσού με ένδικα μέσα και γενικότερα η οποιαδήποτε στάση που ο Ενάγοντας τυχόν επέδειξε στη βάση των περιστατικών που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση δημιουργεί κώλυμα και/ή εμπόδιο στην διεκδίκηση του αξιουμένου ποσού. Αξιολόγηση μαρτυρίας και ευρήματα Δικαστηρίου: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Επομένως το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που το Εφετείο επισήμανε στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13. Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 εξηγεί με σαφήνεια τα πιο πάνω: "... ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). " Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του. Ο Ενάγοντας δημιούργησε καλή εικόνα στο Δικαστήριο. Έδωσε σαφείς και πειστικές εξηγήσεις αναφορικά με τα γεγονότα που περιβάλλουν τα επίδικα ζητήματα της υπόθεσης. Στις διάφορες ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν τοποθετήθηκε ευθέως και αυθόρμητα χωρίς υπεκφυγή και δίχως τάση υπερβολής. Ο αυθορμητισμός που παρατηρήθηκε στον τρόπο που ο Ενάγοντας απαντούσε δείχνει ότι πρόκειται για ειλικρινή άτομο που με σεβασμό στην αλήθεια ήλθε και ανάφερε αυτά τα γεγονότα που υπέπεσαν στη σφαίρα της προσωπικής του αντίληψης ότι διαδραματίστηκαν. Η εκδοχή που παρουσίασε είναι λογικοφανής και επί της ουσίας της διατηρήθηκε σταθερή και συνεπής καθ' όλη τη διάρκεια εκδίκασης της υπόθεσης. Η δε μαρτυρία του Ενάγοντα είναι απαλλαγμένη από ουσιώδεις αντιφάσεις με αποτέλεσμα το επίπεδο αξιοπιστίας του να παραμείνει αλώβητο και ταυτόχρονα υψηλό μέχρι το τέλος. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ορισμένες μικρές διαφορές που παρατηρούνται στην μαρτυρία του Ενάγοντα, πλην όμως αυτές αντικριζόμενες υπό το πρίσμα όλης της μαρτυρίας του αφορούσαν επουσιώδη ζητήματα. Πρόκειται για διαφοροποιήσεις του Ενάγοντα σε τοποθετήσεις του επί παρεμφερών λεπτομερειών και δευτερευόντων ζητημάτων, οι οποίες δεν κηλίδωσαν την ειλικρίνεια και φιλαλήθεια του με αποτέλεσμα να μην πλήξουν την αξιοπιστία του ως μάρτυρα. Αντίθετα θα έλεγα ότι αυτές οι επουσιώδεις διαφορές ενδυναμώνουν το επίπεδο αξιοπιστίας του εν λόγω μάρτυρα δείχνοντας έτσι ότι δεν είχε προσχεδιάσει τις απαντήσεις που έδωσε κατά τη διάρκεια της ένορκης μαρτυρίας του. Συγκεκριμένα είναι εις γνώση του Δικαστηρίου ότι ενώ στην κυρίως εξέταση του μέσα από την μαρτυρία του ο Ενάγοντας άφησε να εννοηθεί ότι το έτος 2003 μετέβηκε μία φορά στα γραφεία της τότε Σ.Π.Ε. Πολεμίου ζητώντας ανάληψη των χρημάτων του και ότι εκεί του είπαν ότι επειδή υπήρχε πρόβλημα ρευστότητας θα έπρεπε να περιμένει, στην αντεξέταση του αναφέρθηκε σε τρεις τέτοιες συναντήσεις το έτος 2003 διευκρινίζοντας ότι η πρώτη φορά ήταν με τον τότε Γραμματέα της Σ.Π.Ε. Πολεμίου όταν άκουσε φήμες για προβλήματα και ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι όλα ήταν εντάξει, η δεύτερη φορά πήγε μαζί με τη σύζυγο του μετά από 2-3 μήνες όταν ξέσπασε το σκάνδαλο και δύο υπάλληλοι της πρώην Σ.Π.Ε. Πολεμίου (που κατονομάζει ως Άντρη και Έλενα) τους καθησύχασαν λέγοντας τους ότι δεν κινδύνευαν τα χρήματα τους και η τρίτη φορά μετά από ένα μήνα όταν ο Ενάγοντας είχε ακούσει ότι στο σκάνδαλο που είχε ξεσπάσει εμπλεκόταν και η πιο πάνω υπάλληλος Έλενα και μετέβηκε στα γραφεία της τότε Σ.Π.Ε. Πολεμίου ενδιαφερόμενος για την τύχη των χρημάτων του αλλά του είπαν να μην ανησυχεί και θα τον ειδοποιούσαν όταν θα ολοκληρωνόταν ο έλεγχος που διεξαγόταν στο εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα ως αποτέλεσμα του οικονομικού σκανδάλου. Δεν θεωρώ ότι η διαφοροποίηση αυτή αγγίζει ουσιαστικές πτυχές της εκδοχής του Ενάγοντα. Είτε ήταν μία φορά που το έτος 2003 μετέβηκε στην τότε Σ.Π.Ε. Πολεμίου είτε τελικά ήταν τρεις ουδεμία σημασία έχει. Αυτό που έχει σημασία και παρέμεινε ως μέρος της εκδοχής του είναι ότι το έτος 2003 ο Ενάγοντας δεν μπορούσε στο στάδιο εκείνο να προβεί σε ανάληψη των χρημάτων του και κατ' επέκταση δεν τα εισέπραξε, τα οποία ως παραδεχτό γεγονός είχε καταθέσει στους Ενάγοντες το έτος 1999, αφού πρώτα είχε καθησυχαστεί πως τα λεφτά του ήταν ασφαλισμένα επειδή όπως του λέχθηκε διεξαγόταν έλεγχος στο εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα καθώς και λόγω προβλήματος ρευστότητας που του είπαν ότι εντοπίστηκε. Είναι ακόμη εις γνώση του Δικαστηρίου ότι στην αντεξέταση του ο Ενάγοντας ανάφερε πως την τρίτη φορά που μετέβηκε στην Σ.Π.Ε. Πολεμίου το έτος 2003 συνάντησε υπεύθυνο λειτουργό των Εναγομένων που ήλθε από τη Λευκωσία, πράγμα που δεν είχε πει στην κυρίως εξέταση του. Δεν έχει όμως σημασία για τα επίδικα ζητήματα της υπόθεσης εάν ο Ενάγοντας συνάντησε υπάλληλο των Εναγομένων που εργαζόταν στην Πάφο ή υπεύθυνο που ήλθε από τη Λευκωσία και το ανέφερε στην πορεία. Αυτό που έχει σημασία για την εκδοχή του Ενάγοντα είναι ότι ενδιαφέρθηκε για την καταθετική ασφάλεια των χρημάτων του μόλις υπέπεσε κάτι το ανησυχητικό στην αντίληψη του. Η θέση του συνηγόρου των Εναγομένων ότι στην μαρτυρία του ο Ενάγοντας δεν έδωσε σαφείς εξηγήσεις από ποιον ζήτησε το γραμμάτιο και τελικά κατέληξε σε κάποιον κύριο από τον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών δεν ευσταθεί. Έχω αναλυτικά αναφέρει προηγουμένως ποιον ο Ενάγοντας συνάντησε σε κάθε μία από τις τρεις φορές που αποτάθηκε στους Εναγομένους για τα χρήματα του το έτος 2003 και τι εξηγήσεις του δόθηκαν. Σ' αυτές προστίθεται και η πρώτη φορά που ο Ενάγοντας αποτάθηκε στους Εναγομένους το έτος 2000 όταν συνάντησε τον τότε Γραμματέα, ο οποίος τον παρότρυνε να άφηνε τα χρήματα κατατεθειμένα στους Εναγομένους αν δεν τα είχε ανάγκη, πράγμα που ο Ενάγοντας έπραξε. Η παρατήρηση του συνηγόρου του Εναγομένου ότι ενώ ο Ενάγοντας ανησύχησε για τα χρήματα του όταν ξέσπασε το σκάνδαλο δεν ανησύχησε όταν του λέχθηκε ότι η τότε Σ.Π.Ε. Πολεμίου αντιμετώπιζε πρόβλημα ρευστότητας δεν έχει έρεισμα εάν κάποιος μελετήσει το σύνολο της μαρτυρίας του Ενάγοντα στο θέμα αυτό. Ο Ενάγοντας εξήγησε ότι έφυγε από τα γραφεία των Εναγομένων όταν τον καθησύχασαν ότι τα χρήματα του ήταν ασφαλισμένα και δεν διέτρεχαν κανένα κίνδυνο να χαθούν. Δεν μετέβηκε στα γραφεία των Εναγομένων μόνο μία φορά ενδιαφερόμενος για την τύχη των χρημάτων του και πέραν της μιας φοράς έλαβε διαβεβαιώσεις για την καταθετική ασφάλεια τους. Ο δε έλεγχος που του είπαν ότι διεξαγόταν στην τότε Σ.Π.Ε. Πολεμίου δεν του επέτρεπε, έστω και αν επιθυμούσε, την ανάληψη των χρημάτων. Παράλληλα ο Ενάγοντας είπε ότι ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να διανοηθεί ότι πολίτης μπορούσε να χάσει χρήματα που ήταν κατατεθειμένα σε χρηματοπιστωτικό ίδρυμα. Αυτά τα δεδομένα λογικά λειτούργησαν στο μυαλό του Ενάγοντα στο να μην υποψιαστεί οτιδήποτε το ανησυχητικό σε σχέση με την τύχη των χρημάτων του. Εξάλλου μέχρι εκείνο το χρονικό σημείο η ιστορία ζωής και λειτουργίας των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων στην Κύπρο επιβεβαίωνε τον τρόπο σκέψης του Ενάγοντα. Το πρόβλημα ρευστότητας που του είπαν ότι αντιμετώπιζε η τότε Σ.Π.Ε. Πολεμίου υπό το πρίσμα των πιο πάνω στοιχείων και δεδομένων δεν δικαιολογούσε οποιαδήποτε σοβαρή ανησυχία περί κινδύνου να χαθούν τα χρήματα του Ενάγοντα. Επιπλέον ο ισχυρισμός του συνηγόρου των Εναγομένων ότι η παρούσα υπόθεση προωθήθηκε επειδή οι πελάτες του καταχώρισαν την αγωγή υπ' αριθμό 3817/2007 εναντίον του Ενάγοντα δεν τεκμηριώνεται, εκτός από ότι απλά συνάδει χρονικά. Ο Ενάγοντας εξήγησε ότι μετά το έτος 2003 ζήτησε εκ νέου τα χρήματα του το έτος 2009 όταν προέκυψαν οικονομικά προβλήματα λόγω διαφορών που είχε με το Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων. Όπως ακόμη εξήγησε μέχρι τη στιγμή που τα ζήτησε δεν τα είχε ανάγκη και έτσι επέλεξε να τα αφήσει κατατεθειμένα στους Εναγομένους με την εντύπωση ότι πιστώνονται με τόκο. Από τα δε γεγονότα έπεται ότι η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε μόνο μετά που ο Ενάγοντας μετέβηκε εκ νέου στα γραφεία της πρώην Σ.Π.Ε. Πολεμίου και λειτουργός εκεί τον ενημέρωσε ότι δεν υφίστατο καταθετικός λογαριασμός χρημάτων εις το όνομα του ιδίου και της συζύγου του χωρίς να λάβει οποιαδήποτε εξήγηση γι' αυτό και αφού οι Εναγόμενοι αγνόησαν συνειδητά να απαντήσουν στο Τεκμήριο 4 που οι ίδιοι δια της ΜΥ παραδέχονται ότι παρέλαβαν ακολούθως, το περιεχόμενο του οποίου ομιλεί από μόνο του, απέκλεισαν κάθε δίαυλο επικοινωνίας με τον Ενάγοντα. Θεωρώ την εξήγηση αυτή του Ενάγοντα λογική που συνάδει με τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου και εφόσον δεν έχει διαψευστεί τεκμηριωμένα από στοιχεία την αποδέχομαι. Περαιτέρω η θέση των Εναγομένων ότι ο ισχυρισμός του Ενάγοντα σχετικά με το Τεκμήριο 3 δεν περιέχεται στο δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση και προβλήθηκε για πρώτη φορά στην αντεξέταση του δεν παρέχει οποιοδήποτε έρεισμα. Είναι γεγονός ότι οι Εναγόμενοι στην παράγραφο 5.2 της Υπεράσπισης τους αναφέρουν ότι μέρος του ισχυριζόμενου οφειλομένου ποσού είχε πληρωθεί με την επιταγή της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λτδ υπ' αριθμό 02544259 να είχε εκδοθεί στο όνομα του Ενάγοντα για το ποσό των Λ.Κ.£5.000 (ισότιμο σε €8.543,01) με ημερομηνία πληρωμής 05.03.02, η οποία κατά την ακρόαση της υπόθεσης κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  1. Αυτό είναι μέρος της εκδοχής των Εναγομένων. Ο δε Ενάγοντας στην παράγραφο 5 της Απάντησης στην Υπεράσπιση αρνείται τη θέση αυτή των Εναγομένων, δηλαδή ότι έλαβε το Τεκμήριο 3 ως μέρος πληρωμής του ισχυριζόμενου οφειλομένου ποσού. Οτιδήποτε σχετικό με την άρνηση δόθηκε με μαρτυρία από τον Ενάγοντα κατά την ακρόαση της αγωγής. Παρόλα αυτά Ενάγοντας δέχεται ότι παρέλαβε από τους Εναγομένους το Τεκμήριο 3 και αυτό αποτελεί παραδεκτό γεγονός που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από την αρχή της εκδίκασης της υπόθεσης. Τη θέση όμως των Εναγομένων ότι παρέλαβε την επιταγή ως μέρος της πληρωμής του ισχυριζόμενου ποσού ο Ενάγονατας την αρνείται και την άρνηση του αυτή τη δικογραφεί, ως σημειώθηκε πιο πάνω. Η ευθύνη τεκμηρίωσης της θέσης αυτής βρίσκεται στους ώμους των Εναγομένων, οι οποίοι έχουν το βάρος να το πράξουν, ως ο διάδικος που το ισχυρίζεται, στη βάση μαρτυρίας που θα προσκομίσουν. Κατά συνέπεια το Δικαστήριο αποδέχεται ως αληθή και αξιόπιστη την μαρτυρία του Ενάγοντα και ότι αυτή εκφράζει την αληθινή όψη των γεγονότων. Ειδικότερα από την μαρτυρία του Ενάγοντα δέχομαι ότι περί τις 10.11.2000 ο Ενάγοντας μετέβηκε στα γραφεία της πρώην Σ.Π.Ε. Πολεμίου με σκοπό να προβεί σε ανάληψη των χρημάτων που βρίσκονταν εκεί κατατεθειμένα από τις 10.11.99 δυνάμει των Τεκμηρίων 1 και
  2. Ο τότε γραμματέας των Εναγομένων τον παρότρυνε αν δεν τα είχε ανάγκη να τα άφηνε κατατεθειμένα, πράγμα που έπραξε επειδή στο στάδιο εκείνο δεν τα χρειαζόταν. Ακολούθως το 2003 όταν άκουσε φήμες περί κατάχρησης στους Εναγομένους ο Ενάγοντας ανησύχησε και ζήτησε εκ νέου να εισπράξει τα χρήματα του αλλά τελικά δεν επέμεινε επειδή ο τότε γραμματέας των Εναγομένων τον διαβεβαίωσε ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα. Μετά από 2-3 μήνες περιέπεσε στην αντίληψη του Ενάγοντα το σκάνδαλο που στο μεταξύ ξέσπασε για κατάχρηση χρημάτων στους Εναγομένους οπότε ο Ενάγοντας ενδιαφερόμενος για την τύχη των χρημάτων του μετέβηκε ξανά στα γραφεία των Εναγομένων μαζί με τη σύζυγο του. Εκεί τους λέχθηκε από τις εργαζόμενες στην υπηρεσία των Εναγομένων, Άντρη και Έλενα, να μην ανησυχούν και ότι τα χρήματα τους ήταν ασφαλισμένα, πλην όμως δεν θα μπορούσαν εκείνη τη στιγμή να του δώσουν τα χρήματα του επειδή οι Εναγόμενοι αντιμετώπιζαν πρόβλημα ρευστότητας. Μετά από παρέλευση ενός μηνός ο Ενάγοντας μετέβηκε ξανά στα γραφεία των Εναγομένων όταν άκουσε ότι η πιο πάνω Έλενα εμπλεκόταν στις αστυνομικές έρευνες που διεξάγονταν στα πλαίσια διερεύνησης της κατάχρησης. Ανησυχώντας πάλι για την τύχη των χρημάτων του συνάντησε κάποιο υπεύθυνο από τη Λευκωσία του Εφόρου Συνεργατικής Ανάπτυξης, ο οποίος για ακόμη μία φορά τον καθησύχασε ότι τα κατατεθειμένα χρήματα του ήταν ασφαλισμένα και πως μόλις ολοκληρωνόταν ο έλεγχος που διεξαγόταν θα τον ειδοποιούσαν. Έχοντας στην κατοχή του τα έγγραφα κατάθεσης του ποσού και με την εντύπωση ότι τα χρήματα των καταθετών σε πιστωτικούς οργανισμούς ήταν πάντοτε ασφαλισμένα, ο Ενάγοντας πείστηκε από τις εξηγήσεις των λειτουργών των Εναγομένων και απεχώρησε. Το έτος 2009 ο Ενάγοντας αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες όταν δημιουργήθηκαν προβλήματα με το Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων και επειδή είχε ανάγκη να χρησιμοποιήσει τα χρήματα που ήταν κατατεθειμένα στους Εναγομένους μετέβηκε εκ νέου στα γραφεία της πρώην Σ.Π.Ε. Πολεμίου περί τις αρχές του έτους αυτού με σκοπό να προβεί σε ανάληψη τους. Ωστόσο η απάντηση που εισέπραξε από λειτουργό ήταν πως δεν υπήρχε ο προαναφερόμενος καταθετικός λογαριασμός χρημάτων εις το όνομα του ιδίου και της συζύγου του, χωρίς να του δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση. Τότε ανάθεσε την υπόθεση σε δικηγόρο, ο οποίος απέστειλε επιστολή ημερομηνίας 09.10.09 (Τεκμήριο 4) με την οποία καλούσε τους Εναγομένους να πληρώσει στον πελάτη του το αξιούμενο ποσό των Λ.Κ.£9.000,00 (ισοδύναμο σε €15.377,41) πλέον τόκο προς 8% ετησίως από 10.11.99 μέχρι εξόφλησης. Στην επιστολή αυτή επισυνάπτεται αντίγραφο του Τεκμηρίου 2 προκειμένου να διεκπεραιωθεί η πληρωμή του επιδίκου κατατιθεμένου ποσού. Επειδή οι Εναγόμενοι δεν συμμορφώθηκαν με το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής που παρέλαβαν, ο Ενάγοντας προχώρησε στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής εναντίον των Εναγομένων διεκδικώντας το πιο πάνω ποσό πλέον τόκους και δικηγορικά έξοδα. Η ΜΥ δεν έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Κάθε άλλο θετική, σταθερή και πειστική χαρακτηρίζεται στις τοποθετήσεις της. Η μαρτυρία της είναι διάτρητη από κενά και αδυναμίες, ως αποτέλεσμα των οποίων η εκδοχή των Εναγομένων είναι εκτεθειμένη. Η ίδια αντεξεταζόμενη υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις, οι οποίες έπληξαν ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία της ως μάρτυρα. Σε καίρια δε ερωτήματα που κλήθηκε να απαντήσει και αφορούσαν θέσεις των Εναγομένων στην εκδοχή τους ότι πλήρωσαν το επίμαχο ποσό στον Ενάγοντα στις 05.03.02 που είναι το κατ' εξοχήν επίδικο θέμα της αγωγής, η ίδια δήλωσε άγνοια. Θεωρώ ότι η εν λόγω μάρτυρας δεν ήλθε στο Δικαστήριο για να αποκαλύψει την αλήθεια αλλά για να πει τέτοια πράγματα με τέτοιον τρόπο προκειμένου να βοηθήσει την εκδοχή των Εναγομένων και ταυτόχρονα να βλάψει την υπόθεση του Ενάγοντα. Προς τεκμηρίωση των πιο πάνω αναφέρω τα εξής: Η θέση της ΜΥ ότι η πρώτη φορά που οι Εναγόμενοι έλαβαν ειδοποίηση για πληρωμή του επίμαχου ποσού ήταν με το Τεκμήριο 4 (επιστολή ημερομηνίας 09.10.09 του δικηγόρου του Ενάγοντα) έρχεται σε αντίθεση με τον ισχυρισμό της και κατ' επέκταση των Εναγομένων ότι εξόφλησαν το αξιούμενο ποσό πλέον τόκους. Αν γίνει δεκτός ο εν λόγω ισχυρισμός σημαίνει ότι προηγήθηκε διάβημα και συνάμα αίτημα από μέρους του Ενάγοντα για πληρωμή του επίμαχου ποσού, στο οποίο η εν λόγω μάρτυρας και κατ' επέκταση οι Εναγόμενοι επικαλούνται ότι ανταποκρίθηκαν. Ένα ζήτημα που αποτέλεσε αντικείμενο αντεξέτασης είναι το πότε εγκαταστάθηκε προς χρήση μηχανογραφημένο σύστημα στην πρώην Σ.Π.Ε. Πολεμίου. Αρχικά στην αντεξέταση της η ΜΥ ανάφερε ότι εισήχθηκε μηχανογραφικό σύστημα αρχειοθέτησης, διεκπεραίωσης καθημερινών συναλλαγών και γενικότερα λειτουργίας του εν λόγω πιστωτικού ιδρύματος το έτος 2009-
  3. Μάλιστα η εν λόγω μάρτυρας συμφώνησε ότι μέχρι εκείνο το χρονικό σημείο το αρχείο των Εναγομένων αποτελείτο από έγγραφα όπως τα Τεκμήρια 1 και
  4. Ενίσχυσε τη θέση της αυτή λέγοντας ότι ο αριθμός λογαριασμού 3200548 που αναφέρεται ηλεκτρονικά στο Τεκμήριο 6 δημιουργήθηκε όταν τοποθετήθηκε το μηχανογραφικό σύστημα την περίοδο 2009-
  5. Συμπλήρωσε ακόμη πως είναι γι' αυτό το λόγο που στην υπεράσπιση των Εναγομένων δεν γίνεται αναφορά για ύπαρξη τέτοιου λογαριασμού. Ωστόσο όταν στην πορεία της αντεξέτασης αντιλήφθηκε ότι οι πιο πάνω τοποθετήσεις της θα επηρέαζαν τον σκοπό προγενέστερης κατάθεσης των Τεκμηρίων 5 και 6, τα οποία αναφέρονταν στην περίοδο 2002 και συγκεκριμένα προγενέστερης από αυτής που προσδιόρισε ως χρόνο εισαγωγής του μηχανογραφικού συστήματος στην πρώην Σ.Π.Ε. Πολεμίου, δεν δίστασε να ελιχθεί και να διαφοροποιήσει τη θέση της επικαλούμενη σύγχυση στη μνήμη της λέγοντας τώρα ότι τέτοιο σύστημα τοποθετήθηκε το 1999-
  6. Αν όντως ευσταθεί αυτή η εκ των υστέρων διαφοροποιημένη θέση της ΜΥ θα έπρεπε να είχε κατατεθεί στο Δικαστήριο το έγγραφο που δείχνει κατάθεση του επίμαχου ποσού σε μηχανογραφημένο σύστημα αρχείου. Θα έπρεπε ακόμη να είχε εκτυπωθεί κατάσταση λογαριασμού υπ' αριθμό 3200548 ημερομηνίας 10.11.2000 αλλά και 05.03.02 που έκαστη να σημειώνει το επίμαχο ποσό κατατεθειμένο πλέον τους υπολογισμένους τόκους μέχρι εκείνη τη στιγμή. Η απουσία τέτοιων εγγράφων θέτει υπό αμφισβήτηση την αλήθεια του εν λόγω ισχυρισμού των Εναγομένων, ο οποίος και δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Επίσης η ΜΥ ενώ στην παράγραφο 4 της γραπτής δήλωσης της αναφέρει ότι το Τεκμήριο 4 δεν απαντήθηκε για το λόγο που επικαλείται, στην αντεξέταση της δηλώνει άγνοια για το θέμα αυτό. Παράλληλα μέσα από την μαρτυρία της η ΜΥ δεν ήταν σε θέση: (α) Να δείξει ότι το ποσό των Λ.Κ.£5.301,62 που οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι πληρώθηκε σε μετρητά συνδέεται με το Τεκμήριο 6, το οποίο διατείνεται ότι είναι κατάσταση λογαριασμού υπ' αριθμό 3200548 ημερομηνίας 21.02.
  7. (β) Να παρουσιάσει οποιοδήποτε στοιχείο που να συνδέει τον Ενάγοντα με το Τεκμήριο 5, το οποίο διατείνεται ότι είναι κατάσταση όλων των εγγραφών του ταμείου που, ανάμεσα σ' άλλα επικαλείται πληρωμή σ' αυτόν ποσού Λ.Κ.£5.000 με επιταγή. (γ) Να προσκομίσει οποιοδήποτε στοιχείο που να συνδέει το Τεκμήριο 3 με το επίδικο ποσό χρημάτων. (δ) Να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε στοιχείο που να αποδεικνύει ότι το ποσό των Λ.Κ.£5.301,62 που οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι πληρώθηκε σε μετρητά όντως καταβλήθηκε στον Ενάγοντα. Κανένα τέτοιο στοιχείο και ουδεμία απόδειξη πληρωμής του εν λόγω ποσού σε μετρητά προσκομίστηκε στο Δικαστήριο. (ε) Να δείξει κατά πόσο το ποσό των Λ.Κ.£1.341,87 που αποδιδόταν στο Τεκμήριο 6 σε πληρωτέο τόκο ο οποίος πιστώθηκε ήταν ορθός. Πρόχειροι μαθηματικοί υπολογισμοί δεν επιβεβαιώνουν κάτι τέτοιο. Αν για σκοπούς συζήτησης θεωρηθεί ότι ο τόκος 8% ετησίως έπρεπε να είχε πιστωθεί μέχρι τις 10.11.2000, ως είναι η θέση του συνηγόρου των Εναγομένων, τότε το ποσό που αναλογεί ανέρχεται στις Λ.Κ.£720,00 (ισότιμο σε €1.230,19). Αν τώρα θεωρηθεί ότι ο τόκος θα έπρεπε να είχε πιστωθεί μέχρι την ημερομηνία κατ' ισχυρισμό πληρωμής του επίμαχου ποσού, ήτοι 05.03.02, τότε το ποσό που αναλογεί χωρίς ζήτημα κεφαλαιοποίησης/ανατοκισμού ανέρχεται στις Λ.Κ.£1.666,85 [Λ.Κ.£720,00 από 10.11.99 μέχρι 09.11.2000, Λ.Κ.£720,00 από 10.11.2000 μέχρι 09.11.01 και Λ.Κ.£226,85 από 10.11.01 μέχρι 05.03.02] (ισότιμο συνολικά σε €2.847,98). Σε κάθε περίπτωση τα πιο πάνω ποσά διαφέρουν από το ποσό που οι Εναγόμενοι θεωρούν ως τόκο. Περαιτέρω δεν διαφεύγουν της προσοχής του Δικαστηρίου τα πιο κάτω που αντλήθηκαν από την μαρτυρία της ΜΥ και σχετίζονται με την εκδοχή των Εναγομένων:
(1)Ενώ στην παράγραφο 5.3 της υπεράσπισης των Εναγομένων υπάρχει ισχυρισμός ότι εκδόθηκε απόδειξη πληρωμής με ημερομηνία 05.03.02, η ΜΥ στην παράγραφο 6 της γραπτής δήλωσης της διαφοροποιείται μη αποκλείοντας το ενδεχόμενο τελικά να μην εκδόθηκε ποτέ τέτοιο έγγραφο.
(2)Ενώ στην παράγραφο 5.4 της υπεράσπισης των Εναγομένων δηλώνεται υπογραφή παραλαβής του επιδίκου ποσού από τον Ενάγοντα, στην ένορκη μαρτυρία της η ΜΥ δεν γνωρίζει κατά πόσο η θέση αυτή ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
(3)Ενώ στην παράγραφο 5.5 της υπεράσπισης των Εναγομένων δηλώνεται ότι ο Ενάγοντας παρέδωσε στους Εναγομένους χειρόγραφη δήλωση υπογεγραμμένη από τον ίδιο και βεβαιωμένη από την επί καθήκον ταμία των Εναγομένων στις 05.03.02 ότι είχε απολέσει το Τεκμήριο 2 και πως σε περίπτωση ανεύρεσης του δεν θα είχε καμία απαίτηση, η ΜΥ στην ένορκη μαρτυρία της δεν ήταν σε θέση να επαληθεύσει τη θέση αυτή των Εναγομένων τόσο σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό ενυπόγραφη χειρόγραφη δήλωση του Ενάγοντα όσο και για την επικαλούμενη βεβαίωση της τότε επί καθήκον ταμία των Εναγομένων στις 05.03.
  1. Όπως διαπιστώνεται μέσα από την μαρτυρία της, η ΜΥ ισχυρίζεται ότι το επίδικο ποσό πλέον τόκους που θεωρεί ότι ανέρχεται στις Λ.Κ.€10.361,00 εξοφλήθηκε στις 05.03.02 μέρος αυτού με το Τεκμήριο 3 (επιταγή ποσού Λ.Κ.£5.000,00) και το υπόλοιπο σε μετρητά (Λ.Κ.£5.361,00). Ανεξάρτητα του ότι ο τόκος που το Τεκμήριο 6 σημειώνει δεν μπορεί να προκύψει από το ύψος 8% που είναι παραδεκτό (Τεκμήριο 2) σε συνδυασμό με το χρόνο που η εν λόγω μάρτυρας θεωρεί ως ημερομηνία πληρωμής και χωρίς να λαμβάνω υπόψη ότι η ΜΥ δεν ήταν σε θέση να τεκμηριώσει το ύψος του ποσού που η ίδια αποδίδει ότι έφερε το επίδικο ποσό (Τεκμήριο 1), είναι άξιο απορίας για ποιο λόγο οι Εναγόμενοι να πληρώσουν το επίμαχο ποσό με συνδυασμό επιταγής και μετρητών. Ουδεμία λογική εξήγηση παρέχεται γι' αυτό από την ΜΥ. Επιπλέον η ΜΥ δεν εξηγεί σε ποιον και πως δόθηκαν τα χρήματα αυτά καθώς και από ποιον λειτουργό των Εναγομένων, δεδομένης της θέσης της ότι ουδέποτε ο Ενάγοντας αποτάθηκε για πληρωμή του εν λόγω ποσού. Επιπροσθέτως η ΜΥ ισχυρίζεται ότι η θέση του Ενάγοντα ότι το Τεκμήριο 3 αποτελεί πληρωμή υπηρεσιών ψυχαγωγίας πελατών της πρώην Σ.Π.Ε. Πολεμίου που διοργάνωνε ο τότε γραμματέας της μαζί με τον πρόεδρο της επιτροπείας, είναι αναληθής. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα εισέπραξε και άλλες τέτοιες επιταγές που δεν συνδέονται με το επίδικο ποσό που ήταν κατατεθειμένο στους Εναγομένους. Η αναφορά της ΜΥ ότι η αγωγή υπ' αριθμό 3817/2007 αποτελούσε μια άλλη τέτοια επιταγή ενδυναμώνει την πιο πάνω τοποθέτηση του Ενάγοντα ως γεγονός που δεν αποκλείεται ως πιθανότητα να συνέβηκε, παρόλο ότι δεν παραγνωρίζω ότι ο Ενάγοντας αρνείται τη συσχέτιση αυτή με τη συγκεκριμένη αυτή επιταγή του Τεκμηρίου
  2. Εν πάση περιπτώσει, αυτό που παραμένει ως ουσιαστικό και σχετικό είναι η αδυναμία της ΜΥ να τεκμηριώσει στη βάση αποδεικτικών στοιχείων ότι το Τεκμήριο 3 συνδέεται με το επίδικο ποσό ή έστω στη βάση αποδεικτικού υλικού σχετίζεται με το Τεκμήριο
  3. Δεν αμφισβητώ ότι το ποσό της επιταγής του Τεκμηρίου 3 κατέληξε στον Ενάγοντα, πλην όμως ελλείψει αποδεικτικών στοιχείων δεν έχει τεκμηριωθεί ότι το εν λόγω έγγραφο σχετίζεται με το επίδικο ποσό. Βασικό επίσης αποτελεί η αποτυχία της ΜΥ να αποδείξει ότι το ποσό των Λ.Κ.£5.301,62 που οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι πληρώθηκε σε μετρητά και σημειώνεται στο Τεκμήριο 5 κατέληξε στον Ενάγοντα και/ή τη σύζυγο του ή έστω στη βάση αποδεικτικών στοιχείων συνδέεται με το Τεκμήριο
  4. Αν όντως υπήρχε τέτοια σύνδεση των Τεκμηρίων 3 και 5 με το Τεκμήριο 6 όπως η ΜΥ επικαλείται, τότε στο Τεκμήριο 6 θα φαίνονταν δύο καταχωρήσεις, ήτοι η επιταγή του Τεκμηρίου 3 για το ποσό των Λ.Κ.£5.000 και το ποσό των Λ.Κ.£5.301,62 σε μετρητά και όχι μία εγγραφή για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.£10.301,
  5. Τα δε Τεκμήρια 5 και 6 χωρίς οποιαδήποτε μεταξύ τους σύνδεση δεν έχουν οποιαδήποτε αποδεικτική αξία σε σχέση με την πληρωμή ή όχι του επιδίκου ποσού. Οι δε ισχυρισμοί της ΜΥ ότι η απαίτηση του επιδίκου ποσού αποτελεί καθαρά εκδικητική πράξη του Ενάγοντα επειδή ουδέποτε πριν από το Τεκμήριο 4 οι Εναγόμενοι οχλήθηκαν για την πληρωμή του ενώ στα βιβλία και στο μηχανογραφικό σύστημα τους το εν λόγω ποσό φαινόταν εξοφλημένο από τις 05.03.02, δεν τεκμηριώθηκαν από οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία και συνεπώς ως μετέωροι που παρέμειναν απορρίπτονται. Αντίθετα μαρτυρία που έγινε δεκτή υποδεικνύει ότι ο Ενάγοντας μετέβηκε 5 συνολικά φορές στους Εναγομένους επιδιώκοντας την ανάληψη του επιδίκου ποσού μεταξύ 2000-
  6. Όσον αφορά τα Τεκμήρια 5 και 6 τα οποία η εν λόγω μάρτυρας επικαλείται για να ισχυριστεί εξόφληση του επιδίκου ποσού με βάση τα βιβλία και το μηχανογραφικό σύστημα των Εναγομένων, όπως ήδη λέχθηκε, δεν αποδεικνύουν οτιδήποτε περί πληρωμής του εν λόγω ποσού. Έχοντας υπόψη το σύνολο των πιο πάνω, καταλήγω ότι δημιουργούνται αρκετές αμφιβολίες αναφορικά με την αξιοπιστία της μάρτυρας αυτής, ειδικότερα καθ' όσον αφορά την πληρωμή του ισχυριζόμενου ποσού στον Ενάγοντα, κάτω από τις συνθήκες και περιστατικά που η ίδια επικαλέστηκε στο Δικαστήριο ότι είχαν διαδραματιστεί υπό το φως των προαναφερομένων κενών, αδυναμιών και ουσιωδών αντιφάσεων που χαρακτηρίζουν την μαρτυρία της ΜΥ. Για τους λόγους αυτούς μοιραία αδυνατώ να αποδεχθώ και να στηριχθώ στη μαρτυρία της Ενάγουσας. Αυτό συμπαρασύρει και τα Τεκμήρια 5 και 6 που αποτελούν μέρος της μαρτυρίας της, στα οποία, κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης τους, αποδίδω μηδενική βαρύτητα. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Η παρούσα υπόθεση είναι πολιτική και το βάρος απόδειξης βρίσκεται γενικά στους ώμους του Ενάγοντα να αποδείξει τους ισχυρισμούς του στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Σύμφωνα με την κυπριακή νομολογία, η απόσειση του βάρους απόδειξης θα αποτιμηθεί υπό το φως της μαρτυρίας που θα κριθεί αξιόπιστη, πάντοτε στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Αναξιόπιστη μαρτυρία δεν αποτελεί αποδεικτικό υλικό αλλά μόνο αξιόπιστη μαρτυρία βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων (Miorage v. Radivojenik
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 1162 και Αθανασίου κ.α. v. Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614). Έχοντας υπόψη την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας στην οποία προέβηκα, τα ευρήματα στα οποία κατέληξα σε συνδυασμό με το προαναφερόμενο νομικό πλαίσιο, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το επίδικο ποσό, το οποίο ως είναι παραδεκτό γεγονός κατατέθηκε στην πρώην Σ.Π.Ε. Πολεμίου στις 10.11.99 δεν έχει πληρωθεί στον Ενάγοντα είτε όλο είτε οποιονδήποτε μέρος αυτού ως έναντι, παρόλο ότι ο τελευταίος ζήτησε την καταβολή του από τους Εναγομένους με επίσκεψη του στα γραφεία του εν λόγω πιστωτικού ιδρύματος περί τις αρχές του έτους 2009 και αμέσως στη συνέχεια με επιστολή του δικηγόρου του ημερομηνίας 09.10.09 (Τεκμήριο 4) στην οποία επισυνάπτεται αντίγραφο του Τεκμηρίου 2 ως παρουσίαση του εν λόγω εγγράφου για σκοπούς πληρωμής του επιδίκου κατατιθεμένου ποσού. Θα εξετάσω τώρα τη νομική θέση του συνηγόρου των Εναγομένων ότι το Τεκμήριο 2 δεν αποτελεί γραμμάτιο συνήθους τύπου υπό την έννοια που του αποδίδεται από το άρθρο 77 (προφανώς ο εν λόγω συνήγορος εννοεί το άρθρο 78) του Περί Συμβάσεως Νόμου μετά των συναφών τροποποιήσεων (Κεφ.149) επειδή δεν επιμαρτυρείται από δύο τουλάχιστο μάρτυρες. Το άρθρο 78 του Κεφ.149 προνοεί ρητά τα εξής: "Γραμμάτιο συνήθους τύπου" είναι γραπτή υπόσχεση, που παρέχεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογράφεται από το πρόσωπο που την παρέχει στην παρουσία δυο τουλάχιστο μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για πληρωμή, σε πρώτη ζήτηση ή σε ορισμένο χρόνο ή σε προσδιορίσιμο μέλλοντα χρόνο προς πρόσωπο το οποίο ορίζεται στο γραμμάτιο, ποσού χρημάτων, πλέον τόκο που ορίζεται σε αυτό κατά ανώτατο όριο προς εννέα τοις εκατό κατ' έτος και, σε περίπτωση λήψης δικαστικών μέτρων επ' αυτού, τα συναφή έξοδα, και αναφέρει την αντιπαροχή για την οποία παρέχεται η υπόσχεση." Λόγω της ιδιάζουσας νομικής οντότητας που το χαρακτηρίζει στο κυπριακό νομικό στερέωμα η έννοια του γραμματίου συνήθους τύπου χρήζει αυστηρής ερμηνείας (Λεωνίδου και άλλος v. Σπυριδάκη
(2012)1Β Α.Α.Δ. 1694). Οι δε προϋποθέσεις που κατατάσσουν ένα έγγραφο στην κατηγορία του γραμματίου συνήθους τύπου πρέπει να συντρέχουν. Μελέτη των διατάξεων του πιο πάνω άρθρου καθιστά σαφές ότι μία από τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να θεωρείται ένα έγγραφο γραμμάτιο συνήθους τύπου είναι αυτό να έχει υπογραφεί στην παρουσία δύο τουλάχιστον ικανών προς σύμβαση μαρτύρων. Στρεφόμενος στην παρούσα αγωγή παρατηρώ ότι το Τεκμήριο 2 μπορεί να φέρει την υπογραφή του τότε γραμματέα της Σ.Π.Ε. Πολεμίου ως εκδότριας και να δηλώνει την υποχρέωση ανεπιφύλακτης αποπληρωμής του ποσού των Λ.Κ.£9.000 στις 10.11.2000 με τόκο προς 8% ετησίως στους Κώστα Κασκάνη (Ενάγοντα) και/ή τη σύζυγο του Αντωνία Κασκάνη οι οποίοι στις 10.11.99 κατέθεσαν το ποσό αυτό στο εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα, αλλά η υπογραφή αυτή του εκπροσώπου της εκδότριας επί του εγγράφου αυτού δεν επιμαρτυρείται από οποιονδήποτε μάρτυρα. Συνεπώς καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το Τεκμήριο 2 δεν εμπίπτει στη νομική έννοια του γραμματίου συνήθους τύπου. Ωστόσο η αγωγή του Ενάγοντα δεν εδράζεται σε γραμμάτιο συνήθους τύπου αλλά έχει ως βάση αγωγής το γραμμάτιο που από το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, από τον τρόπο που αυτή είναι διατυπωμένη και η αναφορά της σε γραμμάτιο χωρίς να το προσδιορίζει συνήθους τύπου προκύπτει ότι πρόκειται για γραμμάτιο κοινού τύπου (γενικό). Έχοντας εξετάσει το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 παρατηρώ ότι το εν λόγω έγγραφο συγκεντρώνει τα απαραίτητα εκείνα χαρακτηριστικά που το καθιστούν γραμμάτιο κοινού τύπου (γενικό) δυνάμει του άρθρου 83 του Περί Συναλλαγματικών Νόμου μετά των συναφών τροποποιήσεων (Κεφ.262). Τα γνωρίσματα αυτά έχουν ήδη σημειωθεί πιο πάνω και συνεπώς περιττεύει η εκ νέου αναφορά τους. Το δε Τεκμήριο 2 παρόλο ότι παρουσιάστηκε για πληρωμή στους Εναγομένους αυτοί παρέλειψαν να το εξοφλήσουν ή έστω να πληρώσουν μέρος αυτού ως έναντι. Από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον μου διαπιστώνω ότι το Τεκμήριο 2 αφορά κατάθεση χρημάτων του Ενάγοντα και της συζύγου του στους Εναγομένους το οποίο βάσει της μεταξύ τους συνεννόησης θα έφερνε συμφωνημένο τόκο προς 8% ετησίως μέχρι την ανάληψη του κατόπιν ζήτησης του για πληρωμή. Στην ορθότητα του συμπεράσματος αυτού συνηγορεί η σημείωση στο Τεκμήριο 2 ότι με τη λήξη της κατάθεσης παύει να υπάρχει πίστωση τόκου. Εδώ το ποσό παρέμεινε να είναι κατατεθειμένο στους Εναγόμενους και ως εκ τούτου πιστώνεται με τόκο προς 8% ετησίως μέχρι τα χρήματα αποσυρθούν από τον λογαριασμό κατάθεσης. Οι Εναγόμενοι ακόμη μέσα από την παράγραφο 8 της υπεράσπισης τους ισχυρίζονται ότι ο Ενάγοντας κωλύεται και/ή εμποδίζεται από τη συμπεριφορά του, τις πράξεις του, παραλείψεις του, τις δηλώσεις και τις υποσχέσεις του καθώς και ότι έχει παραιτηθεί από να αξιώνει την αιτούμενη θεραπεία. Κατ' αρχήν θα πρέπει να λεχθεί ότι μέσα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου δεν διαπιστώνεται ο Ενάγοντας να προέβηκε σε οποιαδήποτε δήλωση και/ή υπόσχεση προς τους Εναγομένους σε σχέση με το επίδικο ποσό. Καμία σαφής και θετική παράσταση έγινε από τον Ενάγοντα και/ή τη σύζυγο του, ως αποτέλεσμα των οποίων οι Εναγόμενοι βασιζόμενοι σ' αυτές θεώρησαν ότι δεν θα έπρεπε να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους που πηγάζουν από τα Τεκμήρια 1 και 2 και γενικότερα από το πλαίσιο της μεταξύ τους συνεννόησης. Η διαχρονική συμπεριφορά του Ενάγοντα δεν δικαιολογεί τον ισχυρισμό αυτό των Εναγομένων. Τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι ο Ενάγοντας μετέβηκε 5 συνολικά φορές στους Εναγομένους επιδιώκοντας την πληρωμή του επιδίκου ποσού μεταξύ της χρονικής περιόδου 2000-2009 πλέον η ενέργεια του να αποταθεί σε δικηγόρο, ο οποίος απέστειλε σχετική επιστολή (Τεκμήριο 4) απορρίπτουν μία τέτοια θέση. Η όλη συμπεριφορά του Ενάγοντα που φαίνεται μέσα από το σύνολο των επισκέψεων του στα γραφεία της πρώην Σ.Π.Ε. Πολεμίου, τις συζητήσεις που είχε με διάφορους λειτουργούς των Εναγομένων, η ενέργεια του να αποταθεί σε δικηγόρο, η γραπτή όχληση που αποστάληκε στους Εναγομένους και η αμέσως στη συνέχεια καταχώρηση της παρούσας αγωγής όταν οι Εναγόμενοι αποδεδειγμένα αγνόησαν το περιεχόμενο της επιστολής του δικηγόρου του Ενάγοντα κάθε άλλο δημιούργησαν την εντύπωση στους Εναγομένους ότι δεν επιθυμούσε την αποπληρωμή του ποσού πλέον τους συμφωνημένους τόκους που οφειλόταν από αυτούς δυνάμει του συμφωνημένου Τεκμηρίου 2 και κάθε άλλο δείχνει να είχε παραιτηθεί ή αποποιηθεί του δικαιώματος του να εισπράξει το οφειλόμενο ποσό. Παράλληλα, εμμέσως πλην σαφώς, οι Εναγόμενοι αφήνουν να εννοηθεί ότι ο Εναγόμενος ολιγώρησε στη διεκδίκηση του αξιούμενου ποσού προκαλώντας τους ζημιά. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η θέση αυτή δεν δικογραφείται στην έκθεση υπεράσπισης αλλά προβάλλεται για πρώτη φορά στη γραπτή δήλωση της ΜΥ. Το γεγονός ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν καλύπτεται στην έκθεση υπεράσπισης δεν δημιουργεί προοπτική επιτυχίας του, ούτε καν εξετάζεται αλλά αγνοείται (Μαυρουδή v. Global Consolidated Resources Limited, Πολιτική Έφεση Αρ. 188/2010 ημερομηνίας 04.06.15). Ακόμη όμως και να δικογραφείτο τέτοιος ισχυρισμός θα οδηγείτο σε απόρριψη εφόσον η μαρτυρία της ΜΥ δεν έγινε δεκτή. Πέραν αυτού θα πρέπει να λεχθεί ότι η αρχή της ολιγωρίας (laches) μπορεί να εγερθεί ως υπεράσπιση σε αγωγή στις περιπτώσεις όπου ο ενάγοντας ζητά θεραπεία με βάση το δίκαιο της επιείκειας (Γιάννης Σαββιτζιήκκης-Καρπασίτης και άλλη v. Γεώργιου Α. Σιόκουρου
(2002)1 Α.Α.Δ. 472). Στην παρούσα περίπτωση η αξίωση του Ενάγοντα δεν στηρίζεται πάνω σε αρχές επιείκειας αλλά έχει ως βάση αγωγής αξιούμενη οικονομική οφειλή δυνάμει γραμματίου κοινού τύπου (γενικό). Κατά συνέπεια, η ολιγωρία ως θέση υπεράσπισης, πάντοτε στην περίπτωση που θα δικογραφείτο, δεν θα έβρισκε οποιοδήποτε έρεισμα στην υπόθεση αυτή. Η δε μη προσκόμιση λεπτομερειών σε σχέση με το αντικείμενο, τη βάση αγωγής και τις αξιούμενες θεραπείες στην αγωγή υπ' αριθμό 3817/2007 και γενικότερα μαρτυρίας για την υπόθεση εκείνη από μέρους των Εναγομένων δεν τεκμηριώνει τον ισχυρισμό τους για πρόκληση ζημιάς σ' αυτούς ένεκα της καταχώρησης και προώθησης της παρούσας αγωγής και ως μετέωρος που παρέμεινε απορρίπτεται. Ακόμη ισχυρισμοί των Εναγομένων ότι η παρούσα αγωγή είναι καταχρηστική, κακόπιστη, υστερόβουλη και ότι έγινε για να τους προκαλέσει ενόχληση και συνάμα για να παραπλανήσει το Δικαστήριο, όπως αυτοί καταγράφονται στην παράγραφο 6 της έκθεσης υπεράσπισης τους, δεν έχουν προωθηθεί κατά την εκδίκαση της υπόθεσης και εν πάση περιπτώσει δεν έχουν θεμελιωθεί μέσα από την ακρόαση στη βάση αποδεκτής μαρτυρίας. Συνεπώς απορρίπτονται ως αβάσιμοι. Κατάληξη Δικαστηρίου: Υπό το φως όλων των πιο πάνω και για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω έχοντας κατά νου τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου, καταλήγω ότι ο Ενάγοντας απέδειξε την υπόθεση του στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Ως εκ τούτου, εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων για το ποσό των Λ.Κ.£9.000,00 (ισοδύναμο σε €15.377,41) πλέον τόκο προς 8% ετησίως επί του ποσού αυτού από 10.11.99 μέχρι εξόφλησης. Τα έξοδα της παρούσας αγωγής, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Debt/Final Judgment Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Πληρωμή οφειλομένου ποσού δυνάμει Γραμματίου κοινού τύπου (γενικού)/Τελική Απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.