← Κύπρος

Μάριος Ανδρέου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας δια του Γενικού Εισαγγελέα, Αρ. Αγωγής: 1940/13, 31/5/2016

Μάριος Ανδρέου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας δια του Γενικού Εισαγγελέα, Αρ. Αγωγής: 1940/13, 31/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A121 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1940/13 Μεταξύ: Μάριος Ανδρέου Ενάγοντος και Κυπριακής Δημοκρατίας δια του Γενικού Εισαγγελέα Εναγομένης - - - - - - - - - - - - - 31.05.2016 Για τον Ενάγοντα: κα Ν. Χριστοδουλίδη (κ. Δανιήλ για ν' ακούσει απόφαση) Για την Εναγόμενη: κ. Α. Χατζηκύρου (κ. Ερωτοκρίτου για ν' ακούσει απόφαση) Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγων αξιώνει εναντίον της Δημοκρατίας γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις για την επίθεση, πρόκληση σωματικών βλαβών, εξευτελισμό, ταπείνωση, πρόκληση ψυχικής οδύνης και για την παράνομη σύλληψη και κράτηση του. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης τα επίδικα γεγονότα έλαβαν χώρα στις 08.07.05 στην Πάφο, όπου αστυφύλακες που βρίσκονταν σε υπηρεσία απρόκλητα και αδικαιολόγητα ανέκοψαν τον Ενάγοντα, τον οποίον συνέλαβαν και έθεσαν υπό κράτηση παράνομα στην παρουσία της συντρόφου του. Συνεπεία των πιο πάνω παράνομων πράξεων ο Ενάγων υπέστη σωματικές βλάβες, λεπτομέρειες των οποίων δίδονται στην παράγραφο 7 της Έκθεσης Απαίτησης. Περαιτέρω, ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι ο Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου κακόβουλα και κακόπιστα καταχώρησε εναντίον του την Ποινική υπόθεση με αρ. 11735/07 Ε.Δ. Πάφου. Το Δικαστήριο αθώωσε και απάλλαξε τον Ενάγοντα στις 10.01.11 αποφαινόμενο ότι η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ήταν ψευδής και αναξιόπιστη. Τέλος, ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι στερήθηκε των θεμελιωδών δικαιωμάτων της ελευθερίας, της αξιοπρέπειας, της σωματικής ακεραιότητας και υγείας και παράλληλα διώχθηκε κακόβουλα και διασύρθηκε επί τριάμισι έτη στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Η Εναγόμενη στην ιδιαίτερα λιτή Υπεράσπιση της περιορίζεται απλώς να αρνηθεί τους ισχυρισμούς που προβάλλει ο Ενάγων και αξιώνει την απόρριψη της αγωγής ως αβάσιμης. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, προς πίστη τους, κατέληξαν σε σειρά παραδεκτών γεγονότων εξοικονομώντας πολύτιμο δικαστικό χρόνο και χρήμα, αφού ενόψει των παραδεκτών γεγονότων δεν χρειάστηκε να προσκομιστεί προφορική μαρτυρία. Συγκεκριμένα στις 09.02.16 δηλώθηκαν τα κάτωθι παραδεκτά γεγονότα: «

  1. Ο Ενάγοντας συνελήφθη την 08.07.2005 χωρίς να υπάρχει νόμιμη αιτία προς τούτο, στην παρουσία της αρραβωνιαστικιάς του.
  2. Κατά τη σύλληψη του Ενάγοντα οι αστυνομικοί χρησιμοποίησαν υπέρμετρη βία, με αποτέλεσμα να προκληθούν στον Ενάγοντα τα κάτωθι: · Εγκεφαλική διάσειση. · Κεφαλαλγία · Εκδορές · Κακώσεις · Ζάλη
  3. Ο Ενάγοντας παρέμεινε για νοσηλεία στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου για 24 ώρες.
  4. Ο Ενάγοντας στερήθηκε την ελευθερία του παράνομα για 8 ώρες.» Επιπλέον κατατέθηκε από κοινού ως Τεκμήριο 1 βιβλιάριο με 15 φωτογραφίες στις οποίες απεικονίζονται τα τραύματα που υπέστη ο Ενάγων. Τα προαναφερόμενα παραδεκτά γεγονότα καθίστανται και ευρήματα του Δικαστηρίου. Το μοναδικό επομένως ζήτημα που παραμένει προς επίλυση είναι το ύψος των αποζημιώσεων που δικαιούται ο Ενάγων. Νομική πτυχή Όπως προκύπτει από τα παραδεκτά γεγονότα η αξίωση του Ενάγοντα για διεκδίκηση αποζημιώσεων βασίζεται στην παράνομη σύλληψη και κράτηση του, καθώς και στις σωματικές βλάβες που υπέστη από την υπέρμετρη βία που άσκησαν οι αστυφύλακες κατά την σύλληψη του. Σημειώνω ότι στην Έκθεση Απαίτησης προβάλλεται ισχυρισμός περί κακόβουλης δίωξης, ωστόσο ούτε στα παραδεκτά γεγονότα γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στον εν λόγω ισχυρισμό αλλά ούτε και στην αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Ενάγοντα. Συνάγεται επομένως ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός έχει εγκαταλειφθεί. Το δικαίωμα της ελευθερίας και της ασφάλειας αποτελεί θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 11 του Συντάγματος ως ακολούθως: «11.
  5. Έκαστος έχει το δικαίωμα ελευθερίας και προσωπικής ασφαλείας.
  6. Ουδείς στερείται της ελευθερίας αυτού, ειμή ότε και όπως ο νόμος ορίζει εις τας περιπτώσεις: (α) κρατήσεως ατόμου μετά την καταδίκην αυτού υπό αρμοδίου δικαστηρίου, (β) συλλήψεως ή κρατήσεως ατόμου λόγω μη συμμορφώσεως προς νόμιμον διαταγήν δικαστηρίου, (γ) συλλήψεως ή κρατήσεως ατόμου ενεργουμένης προς τον σκοπόν προσαγωγής αυτού ενώπιον της αρμοδίας κατά νόμον αρχής επί τη ευλόγω υπονοία ότι διέπραξεν αδίκημα ή οσάκις η σύλληψις ή κράτησις θεωρηθή ευλόγως αναγκαία προς παρεμπόδισιν διαπράξεως αδικήματος ή αποδράσεως μετά την διάπραξιν αυτού, (δ) περιορισμού ανηλίκου δυνάμει νομίμου διαταγής προς τον σκοπόν αναμορφωτικής επιβλέψεως ή νομίμου κρατήσεως προς τον σκοπόν προσαγωγής αυτού ενώπιον της αρμοδίας κατά νόμον αρχής, (ε) περιορισμού ατόμων προς παρεμπόδισιν επεκτάσεως μεταδοτικών νόσων, ατόμων ασθενών διανοητικώς, αλκοολικών, τοξικομανών ή αλητών, και (στ) σύλληψης ή κράτησης ατόμου προς παρεμπόδιση της χωρίς άδεια εισόδου στο έδαφος της Δημοκρατίας ή σύλληψης ή κράτησης αλλοδαπού εναντίον του οποίου έγιναν ενέργειες προς το σκοπό απέλασης ή έκδοσης ή σύλληψης ή κράτησης πολίτη της Δημοκρατίας προς το σκοπό της έκδοσης ή παράδοσής του με βάση ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης ή σύμφωνα με διεθνή σύμβαση που δεσμεύει τη Δημοκρατία, υπό τον όρο ότι τέτοια σύμβαση εφαρμόζεται αντίστοιχα και από τον αντισυμβαλλόμενο. Η σύλληψη ή η κράτηση όμως οποιουδήποτε προσώπου προς το σκοπό έκδοσης ή παράδοσής του δεν είναι δυνατή εάν το αρμόδιο κατά νόμο όργανο ή αρχή έχει ουσιώδη λόγο να πιστεύει ότι το αίτημα της έκδοσης ή παράδοσης έγινε με σκοπό την ποινική δίωξη ή την τιμωρία προσώπου συνεπεία της φυλής, της θρησκείας, της εθνικότητας, της εθνοτικής καταγωγής, των πολιτικών πεποιθήσεων ή των νόμιμων κατά το διεθνές δίκαιο διεκδικήσεων συλλογικών ή ατομικών δικαιωμάτων.» Σχετικό επίσης είναι και το άρθρο 29 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, το οποίο παραθέτω αυτούσιο: «29.Παράvoμη κατακράτηση πρoσώπoυ συvίσταται στηv παράvoμη oλoσχερή στέρηση της ελευθερίας πρoσώπoυ για oπoιαδήπoτε χρovική περίoδo με φυσικά μέσα ή με επίδειξη εξoυσίας: Νoείται ότι oπoιoσδήπoτε γovέας, κηδεμόvας ή δάσκαλoς δύvαται πρoσωριvά vα στερήσει τo τέκvo, τov κηδεμovευόμεvo ή τo μαθητή, αvτίστoιχα, από τηv ελευθερία τoυ για τόσo χρόvo ως ήθελε είvαι εύλoγα αvαγκαίoς για σωφρovισμό τoυ.» Περαιτέρω, στα άρθρα 7.1 και 8 του Συντάγματος προνοούνται τα ακόλουθα: «7.1 Έκαστος έχει το δικαίωμα ζωής και σωματικής ακεραιότητος. ..................................................................................................................
  7. Ουδείς υποβάλλεται εις βασανιστήρια ή εις απάνθρώπον ή ταπεινωτικήν τιμωρίαν ή μεταχείρισιν.» Η ευθύνη της Δημοκρατίας για ζημιογόνες και άδικες πράξεις ή παραλείψεις των υπαλλήλων ή Αρχών της Δημοκρατίας, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ή κατ' επίκληση της άσκησης των καθηκόντων τους, καθιερώνεται στο άρθρο 172 του Συντάγματος, το οποίο επίσης παραθέτω: "Η Δημοκρατία ευθύνεται δια πάσαν ζημιογόνον άδικον πράξιν ή παράλειψιν των υπαλλήλων ή αρχών της Δημοκρατίας εν τη ασκήσει των καθηκόντων αυτών ή κατ' επίκλησιν ασκήσεως των καθηκόντων αυτών. Νόμος θέλει καθορίσει τα περί της ευθύνης της Δημοκρατίας.» Επιπρόσθετα ο Ενάγων επικαλείται την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και συγκεκριμένα τα άρθρα 2, 3 και
  8. Σημειώνω ότι τα εν λόγω άρθρα περιέχουν ταυτόσημες ρυθμίσεις με τα άρθρα 7, 8 και 11 του Συντάγματος αντίστοιχα. Συμπεράσματα Σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα ο Ενάγων στερήθηκε παράνομα της ελευθερίας του, αφού η σύλληψη και κατ' επέκταση η κράτηση του ήταν χωρίς νόμιμη αιτία. Επιπρόσθετα κατά τη σύλληψη του Ενάγοντα χρησιμοποιήθηκε υπέρμετρη βία ως αποτέλεσμα της οποίας ο τελευταίος υπέστη σωματικές βλάβες. Συνεπώς η θεραπεία που δικαιούται ο Ενάγων περιλαμβάνει αποζημιώσεις τόσο για την παράνομη στέρηση της ελευθερίας του όσο και για τις σωματικές βλάβες που έχει υποστεί. Στην υπόθεση Γιάλλουρος ν. Νικολάου

(2001)1Α Α.Α.Δ. 558, η Πλήρης Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναγνώρισε ότι η παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων δημιουργεί αγώγιμο δικαίωμα και το θύμα της παραβίασης δικαιούται να διεκδικεί την παροχή θεραπείας υπό μορφή αποζημιώσεων για τη ζημία που υπέστη, τόσο την υλική όσο και την μη υλική ή ηθική ζημία. Στην προαναφερόμενη υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο αφού προέβη σε μία εκτενή ανάλυση τόσο της ημεδαπής όσο και της διεθνούς νομολογίας με αναφορές και στο μέτρο των αποζημιώσεων, επικύρωσε την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου το οποίο επιδίκασε ως δίκαιη αποζημίωση το ποσό των Λ.Κ.5.000. Η αξίωση στη Γιάλλουρος αφορούσε την παραβίαση των δικαιωμάτων της ιδιωτικής ζωής και του απορρήτου των επικοινωνιών. Συγκεκριμένα ο εφεσείων καθ' όλη τη διάρκεια ενός έτους παρακολουθούσε και μαγνητοφωνούσε τις τηλεφωνικές συνδιαλέξεις του εφεσίβλητου. Όσον αφορά το μέτρο των αποζημιώσεων λέχθηκαν τα ακόλουθα στις σελ. 572 - 573: «Η προεξάρχουσα αρχή για τον προσδιορισμό της επάρκειας της θεραπείας είναι εκείνη της δικαίας αποζημίωσης (equitable compensation) - Guzzardi case Case Law of the European Court of Human Rights [1960-1987] Vol. I, para. 272 - V. Berger. Προκύπτει από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου ότι η αποκατάσταση του θύματος εμπεριέχεται στην έννοια της δικαίας αποζημίωσης και, σε μεγάλο βαθμό, είναι ταυτόσημη με αυτή. Πώς είναι δυνατό η αποζημίωση να είναι δικαία εάν δεν αποκαθιστά ή αν δεν έχει δείκτη αποκατάστασης την επανόρθωση του θύματος, σ' όποιο βαθμό τούτο είναι ανθρωπίνως δυνατό, στην πρότερη κατάστασή του. Σε ό,τι αφορά την υλική ζημία (παρελθούσα και μελλοντική), η ταύτιση, όπως συνάγεται από τη νομολογία του ιδίου δικαστηρίου, μεταξύ αποζημιώσεων και αποκατάστασης είναι απόλυτη· νοουμένου, όπως και στο δικό μας δίκαιο, ότι αποδεικνύεται άμεσος αιτιώδης σχέση μεταξύ βλάβης και ζημίας. (Βλ. Case of Campbell and Fell 1960-1987 σ.250.) Η δικαία αποζημίωση είναι το μέτρο των αποζημιώσεων και για τη μή υλική ζημία, γνωστή στο Ηπειρωτικό Δίκαιο και πολλάκις χαρακτηριζόμενη με αυτό τον όρο από το Δικαστήριο του Στρασβούργου ως ηθική ζημία (moral damage). Βλ. μεταξύ άλλων Case of Helmers v. Sweden σ.70 Case Law of the European Court of Human Rights III, 1991-1993, Berger. Case of Herczegfalvy v. Austria σ.191 Case Law of the European Court of Human Rights III, 1991-1993, Berger. Η βλάβη την οποία περιλαμβάνει η μή υλική ζημία (non-pecuniary) και για την οποία χωρεί αποζημίωση, περιλαμβάνει και την προσωπική δυσχέρεια. - Pine Valley Developments Ltd v.Ireland A 246-B paras 16-17
(1993)· έννοια συγγενική προς εκείνη της δυσχέρειας - "hardship" στο Αγγλικό δίκαιο. Απώλεια ευκαιριών για ανέλιξη στη ζωή είναι άλλο κεφάλαιο ζημίας που χρήζει αποζημίωσης, Weeks v. UK A 145-A para 13
(1988)(Article 50). Ανησυχία - distress - θλίψη, αγωνία, απώλεια ευκαιριών εργοδότησης, καθώς και αισθήματα αδικίας, ο δυσμενής επηρεασμός του τρόπου ζωής, ο πόνος και η οδύνη (pain and suffering), κρίθηκε ότι αποτελούν παραδεκτά κεφάλαια αποζημιώσεων. (Βλ. μεταξύ άλλων Abdulaziz, Cabales and Balkandali v. UK A 94 para 96
(1985).» Αναφέρεται επίσης στη σελ. 576 ότι τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της αποζημίωσης λόγω παράβασης θεμελιωδών δικαιωμάτων είναι επάλληλα με εκείνα που λαμβάνονται υπόψη στα πλαίσια παραβίασης αστικών δικαιωμάτων: «Όπως έχουμε διαπιστώσει τα στοιχεία που συνθέτουν την ηθική ζημία είναι κατά το πλείστο επάλληλα προς εκείνα που προσμετρούν στον καθορισμό των αποζημιώσεων, ως εύλογα προβλεπτής συνέπειας της παραβίασης αστικών δικαιωμάτων στο αγγλικό δίκαιο. Η δυσχέρεια, η απόγνωση, ο πόνος, η ψυχική οδύνη, που συναρτώνται με τη λειτουργία του ανθρώπου, αποτελούν κοινά στοιχεία αποζημίωσης.» Όπως έχει δηλωθεί στα παραδεκτά γεγονότα ο Ενάγων συνελήφθη παράνομα στην παρουσία της αρραβωνιαστικιάς του και η κράτηση του διήρκησε για 8 ώρες, διάστημα κατά το οποίο ο τελευταίος βρισκόταν νοσηλευόμενος στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Επιπλέον, ο Ενάγων, λόγω της υπέρμετρης βίας που ασκήθηκε από τους αστυφύλακες που τον συνέλαβαν, υπέστη σωματικές βλάβες οι οποίες συνίσταντο σε εγκεφαλική διάσειση, κεφαλαλγία, εκδορές, κακώσεις και ζάλη. Όπως δε προκύπτει από τη δέσμη φωτογραφιών που κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 1, οι κακώσεις και οι εκδορές που προκλήθηκαν στον Ενάγοντα ήταν κυρίως στην κεφαλή, στο δεξί του πόδι, ως επίσης και στα χέρια του. Οι γενικές αποζημιώσεις συναρτώνται άμεσα με τον φυσικό πόνο, την ταλαιπωρία, την απώλεια των ανέσεων και απολαύσεων της ζωής. Οι αρχές που διέπουν τον προσδιορισμό του ύψους των αποζημιώσεων έχουν πλέον αποκρυσταλλωθεί μέσα από σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου από τις οποίες προκύπτει ότι οι αποζημιώσεις πρέπει να είναι δίκαιες και λογικές. Παράγοντες οι οποίοι θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον προσδιορισμό των γενικών αποζημιώσεων είναι, μεταξύ άλλων, η σοβαρότητα των τραυμάτων που υπέστη το πρόσωπο το οποίο διεκδικεί τις αποζημιώσεις, ο πόνος, η οδύνη, η ταλαιπωρία και η διάρκεια της δυσχέρειας (Μαυροπετρή ν. Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66). Στην υπόθεση Lankuttis v Νικόλα,
(2002)1B Α.Α.Δ. 1128, αναφέρονται και τα ακόλουθα για την σταθερή άνοδο του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων, τάση που ως υποδείχθηκε και στην Μαυροπετρή (ανωτέρω), αντανακλά μεγαλύτερη ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο, την αγωνία της αναπηρίας και την ψυχική οδύνη από την περιθωριοποίηση από τις συνήθεις δραστηριότητες ενός ανθρώπου: «Η πρόσφατη σταθερή νομολογία μας θέλει τις αποζημιώσεις για σωματική αναπηρία, φυσικό και ψυχικό πόνο να αυξάνονται εξελικτικά. Η τάση αυτή της νομολογίας δεν οφείλεται σε συναισθηματική απόκλιση προς τα θύματα. Βασίζεται στις πραγματικότητες της ζωής. Τα Δικαστήρια έχουν επίγνωση της υψηλής αξίας που συνεχώς αποδίδεται από πολιτισμένες κοινωνίες στη σωματική ακεραιότητα και ψυχική υγεία του ατόμου μέλους της. Η πνευματική και σωματική υγεία συναποτελούν το προαπαιτούμενο στοιχείο για την καλή ποιότητα ζωής του ανθρώπου. Οι αποζημιώσεις, που εκφράζονται σε χρήμα αποσκοπούν όσο είναι δυνατό με το υλικό τους στοιχείο να προσφέρουν κάποια ποιότητα ζωής στο θύμα, επαναφέροντας την, όσο είναι δυνατό, στην προ του δυστυχήματος κατάσταση. Γι' αυτό και οι αποζημιώσεις πρέπει να αντικατοπτρίζουν την αγοραστική αξία του χρήματος ώστε να προσεγγίζεται η εύλογη αποκατάσταση ζημιάς.» Αποτελεί εμπεδωμένη αρχή ότι προηγούμενες αποφάσεις που αφορούν το ποσό των αποζημιώσεων μόνο ενδεικτική σημασία μπορεί να έχουν, αφού κάθε ειδική περίπτωση διαφέρει ανάλογα με το είδος και την έκταση του τραυματισμού καθώς και τις ιδιαίτερες συνθήκες της κάθε υπόθεσης. Δεν αποτελούν δηλαδή προηγούμενες επί του θέματος αποφάσεις δεσμευτικό προηγούμενο, αλλά παρέχουν απλά καθοδήγηση. Από την έρευνα που έχω πραγματοποιήσει δεν έχω εντοπίσει σχετική νομολογία στην οποία να περιλαμβάνονται σωρευτικά και αποκλειστικά τα τραύματα τα οποία υπέστη ο Ενάγων. Για σκοπούς, ωστόσο, καθοδήγησης έχω λάβει υπόψη μου την υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αβραάμ κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441, ημερομηνίας 28.09.1999, η οποία αφορούσε άνδρα 20 ετών ο οποίος υπέστη εγκεφαλική διάσειση, κρανιοεγκεφαλική κάκωση, οίδημα ινιακής χώρας, ζάλη και κεφαλαλγία, διάστρεμμα και άλγος στον αυχένα καθώς επίσης κάκωση και άλγος στην ποδοκνημική περιοχή. Επίσης ανέπτυξε μετατραυματικό σύνδρομο. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία επιδικάστηκαν ως γενικές αποζημιώσεις Λ.Κ.2.500 αναφέροντας μάλιστα ότι το εν λόγω ποσό περιέχει στοιχείο γενναιοδωρίας. Στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αναστασιάδη
(2003)1 Α.Α.Δ. 1709, ημερομηνίας 28.11.2003, η εφεσείουσα υπέστη σοβαρή κάκωση και θλαστικό τραύμα στο κεφάλι, εγκεφαλική διάσειση, σοβαρά διαστρέμματα και θλάσεις αυχένος, θώρακα, ράχης και οσφύος. Αναφέρεται επίσης ότι μετά την πάροδο ενός έτους εξακολουθούσε να υποφέρει από αυχεναλγίες και μυαλγία της ράχεως. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε το ποσό των Λ.Κ.3.500 ως δίκαιο και εύλογο. Στην υπόθεση Κεζαρίδης ν. Κωνσταντίνου
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1373 ημερομηνίας 21.12.2007 το Ανώτατο Δικαστήριο θεώρησε ότι το ποσό των Λ.Κ.6.000 το οποίο επιδικάστηκε υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων είναι πολύ κοντά στο ανώτατο όριο της αποζημίωσης που θα μπορούσε να επιδικαστεί υπέρ του εφεσίβλητου. Δεν επενέβη ωστόσο για τη μείωση του ποσού, καθώς έκρινε ότι δεν υπερβαίνει τα όρια της δίκαιης αποζημίωσης. Σημειώνεται ότι οι σωματικές βλάβης που είχε υποστεί ο εφεσίβλητος αφορούσαν σοβαρό διάστρεμμα της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, κακώσεις στην κεφαλή και εγκεφαλική διάσειση. Τέλος, στην υπόθεση L.P. Transbeton Ltd ν. Σταύρου κ.α.
(2009)1Α Α.Α.Δ. 304, ημερομηνίας 24.03.2009, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι ορθά επιδικάστηκε πρωτοδίκως το ποσό των Λ.Κ.2.500 υπέρ του εφεσίβλητου ο οποίος ήταν ηλικίας 37 ετών και είχε υποστεί αιμάτωμα περιοφθαλμικά του αριστερού ματιού και βλεφάρου, εγκεφαλική διάσειση και διάστρεμμα της αυχενικής μοίρας. Όσον αφορά το ζήτημα των τιμωρητικών αποζημιώσεων, οι εισηγήσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων είναι εκ διαμέτρου αντίθετες. Ο μεν κ. Φωτίου εισηγείται ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για να προσδοθεί τιμωρητικός χαρακτήρας στις αποζημιώσεις, ο δε κ. Χατζηκύρου εισηγείται με παραπομπή στην υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ν. Βάσου Βασιλείου ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα Χριστοφή Β. Ππασιά ECLI:CY:AD:2015:A376, Πολ. Έφεση αρ. 381/10 ημερομηνίας 26.05.2015 ότι δεν ενδείκνυται η επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων. Τα γεγονότα όμως της υπόθεσης που έχει επικαλεστεί ο κ. Χατζηκύρου, είναι εντελώς διαφορετικά από αυτά της επίδικης και θεωρώ ότι δεν μπορούν να υποστηρίξουν την εισήγηση της Εναγόμενης. Οι περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, όπως καταγράφονται στα παραδεκτά γεγονότα, είναι τέτοιες που δικαιολογούν, κατά την κρίση μου, την επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων. Ό,τι προκύπτει από τη νομολογία, τόσο την παλαιότερη (Papakokkinou a.o v. Kanther
(1982)1 C.L.R. 65) όσο και την πιο πρόσφατη (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδριανής Πάλμα κ.α Πολ. Έφεση αρ. 44/13 ημερ. 19.11.15), είναι ότι τιμωρητικές αποζημιώσεις επιδικάζονται στις περιπτώσεις όπου ο Εναγόμενος επιδεικνύει ακραία αλαζονική ή καταπιεστική συμπεριφορά, η οποία τείνει να ταπεινώσει το θύμα του αδικήματος και για την οποία επιβάλλεται η τιμωρία του ως ένδειξη απέχθειας με την οποία ο νόμος αντιμετωπίζει τέτοια συμπεριφορά. Στην προκείμενη περίπτωση, η συμπεριφορά των αστυφυλάκων ήταν αξιόμεμπτη και έτεινε να ταπεινώσει τον Ενάγοντα, αφού δεν περιορίστηκαν απλώς στην παράνομη σύλληψη του αλλά επιπρόσθετα άσκησαν τέτοια υπέρμετρη βία που είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση σωματικών βλαβών για τις οποίες ο Ενάγων χρειάστηκε να νοσηλευθεί. Όλα αυτά δε έγιναν στην παρουσία της αρραβωνιαστικιάς του, γεγονός που συνέτεινε στον περαιτέρω εξευτελισμό του Ενάγοντα. Τέτοια συμπεριφορά δεν μπορεί ασφαλώς να γίνει ανεκτή, πολύ περισσότερο όταν προέρχεται από πρόσωπα που είναι επιφορτισμένα με το καθήκον της τήρησης του νόμου και της τάξης (βλ. άρθρο 6 του Ν.73(Ι)/2004) και κατ' επέκταση της διασφάλισης και της προστασίας των δικαιωμάτων των πολιτών. Εν προκειμένω όχι μόνο δεν τηρήθηκε ο νόμος και η τάξη, αλλά αντιθέτως καταλύθηκε από τα ίδια τα όργανα της τάξης. Στο σύγγραμμα McGregor on Damages, 15η έκδοση, παράγραφος 428 αναφέρονται τα εξής σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο το Δικαστήριο προχωρεί με την επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων: «Thus Lord Devlin in Rookes v. Barnard indicated that, in a case where exemplary damages were appropriate, "a jury should be directed that if, but only if, the sum which they have in mind to award as compensation (which may, of course, be a sum aggravated by the way in which the defendant has behaved to the plaintiff) is inadequate to punish him for his outrageous conduct, to mark their disapproval of such conduct and to deter him from repeating it, then it can award some larger sum"; and there is no reason why the same principle should not apply to awards made by judges sitting alone.» Περαιτέρω, στην υπόθεση Papakokkinou (ανωτέρω) λέχθηκαν τα ακόλουθα για την επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων: «When exemplary damages are awarded, one award is justified and as Lord Reid indicated in Cassell, it is wrong to separate exemplary from compensatory damages. (Page 539, letters G-H). In the end, one award must be made, based on a global view of the facts of the case.» Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω θεωρώ ότι το ποσό που το Δικαστήριο θα επιδίκαζε ως γενικές αποζημιώσεις για τον πόνο, την ταλαιπωρία, τη βλάβη που υπέστη στα αισθήματα και την αξιοπρέπεια του ο Ενάγων, καθώς και για την παράνομη σύλληψη και κράτηση του, και το οποίο καθορίζεται στο ποσό των €8.000, δεν είναι επαρκές στην παρούσα περίπτωση. Συγκεκριμένα το προαναφερόμενο ποσό δεν είναι αρκετό για να αποτυπώσει την απαρέσκεια και τον αποτροπιασμό του Δικαστηρίου για τη συμπεριφορά που επιδείχθηκε. Συνεκτιμώντας το σύνολο των περιστάσεων της παρούσας υπόθεσης, κρίνω ότι το ποσό των €10.000 αποτελεί την αρμόζουσα αποζημίωση. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα στη γραπτή του αγόρευση εισηγείται ότι οι αποζημιώσεις θα πρέπει να κυμανθούν μεταξύ του ποσού των €35.000 - €45.000. Επικαλείται μάλιστα ο κ. Φωτίου την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας στην υπόθεση με αριθμό 331/16 ημερομηνίας 01.02.16. Η εν λόγω υπόθεση αφορούσε την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη ο αναιρεσίβλητος από τραυματισμό που του προκάλεσαν όργανα της Ελληνικής Αστυνομίας στη διάρκεια επεισοδίων που έλαβαν χώρα στη Θεσσαλονίκη στις 17.11.2006. Το Ελληνικό Δημόσιο κλήθηκε να καταβάλει ως αποζημίωση το ποσό των €300.000. Κατ' αρχάς θα πρέπει να σημειωθεί ότι η εν λόγω απόφαση δεν αποτελεί δεσμευτικό προηγούμενο για το παρόν Δικαστήριο. Σε κάθε όμως περίπτωση, όπως προκύπτει από τα γεγονότα που καταγράφονται στην απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι τραυματισμοί που υπέστη ο αναιρεσίβλητος και γενικότερα η συμπεριφορά των αστυνομικών οργάνων, ήταν αρκετά σοβαρότερης μορφής σε σχέση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ενδεικτικά αναφέρω ότι από τη βία που ασκήθηκε εκ μέρους των αστυνομικών οργάνων κατά τη σύλληψη του αναιρεσίβλητου προκλήθηκαν τόσο σοβαρές σωματικές βλάβες οι οποίες έθεσαν σε κίνδυνο τη ζωή του. Ο αναιρεσίβλητος χρειάστηκε να νοσηλευτεί για 12 μέρες προκειμένου να αποκλειστεί το ενδεχόμενο εγκεφαλικής βλάβης, ενώ εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να υφίσταται τις συνέπειες της βίας που ασκήθηκε εναντίον του καθώς παρουσίασε μετατραυματική αγχώδη διαταραχή και κατάθλιψη και παρά τη συνεχιζόμενη φαρμακευτική αγωγή και ψυχολογική υποστήριξη εξακολουθεί να υποφέρει μέχρι σήμερα, γεγονός που έχει επηρεάσει τη λειτουργικότητα του στην καθημερινή του ζωή. Όσον αφορά το ζήτημα του τόκου, ο Ενάγων στην Έκθεση Απαίτησης αξιώνει νόμιμο τόκο από την ημερομηνία επέλευσης του επίδικου συμβάντος, ήτοι από τις 08.07.2005, ωστόσο στην αγόρευσή του ευπαίδευτου συνηγόρου του διεκδικείται τόκος από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. Στην υπόθεση Φοινικαρίδης κ.α ν. Γεωργίου κ.α
(1991)1 Α.Α.Δ. 475 ο τότε Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κ. Κωνσταντινίδης, ανέφερε, ότι όσον αφορά το θέμα της επιδίκασης τόκου υιοθετήθηκε η μέθοδος της επιδίκασης τόκου πάνω στο συνολικό ποσό των γενικών αποζημιώσεων από την ημέρα κατά την οποία ο εναγόμενος θα έπρεπε να είχε πληρώσει την αποζημίωση, αλλά δεν το έπραξε, δεδομένου, ότι είναι μόνο από την ημέρα εκείνη που μπορεί να λεχθεί, ότι ο ενάγων στερήθηκε τα χρήματα αυτά. Ο χρόνος αυτός θα μπορούσε να είναι η ημέρα κατά την οποία επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα. Γίνεται ακόμα αναφορά στην ημέρα κατά την οποία καταχωρήθηκε η αγωγή, εφόσον και εκείνη την ημερομηνία θα μπορούσε να λεχθεί, ότι ο ενάγων στερήθηκε το ποσό της αποζημίωσης. Η ύπαρξη ιδιαίτερων περιστάσεων, που δεν θα κατέτασσαν μιαν υπόθεση στην κατηγορία των συνηθισμένων υποθέσεων, μπορούν να ληφθούν υπόψη και ενδεχομένως να οδηγήσουν σε κάποια διαφορετική προσέγγιση. Επισημαίνεται, ότι σε όλες τις περιπτώσεις είναι δυνατό να διαδραματίσει ρόλο ο τρόπος με τον οποίο προωθήθηκε μια αγωγή προς εκδίκαση και ότι στις περιπτώσεις που παρατηρείται αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθησή της θα ήταν λανθασμένο να επιδικάζεται τόκος χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η καθυστέρηση αυτή. Ο λόγος είναι ότι για όσο χρόνο διαρκεί η αδικαιολόγητη καθυστέρηση ο διάδικος στερείται τα χρήματα στα οποία δικαιούται από δικό του σφάλμα (βλ. Birkett v. Hayes and Another
(1982)2 All E.R. 710 (C.A.)). Το επίδικο συμβάν έλαβε χώρα στις 08.07.2005, η αγωγή καταχωρήθηκε 8 έτη αργότερα και συγκεκριμένα στις 29.07.2013, χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση για την παρατηρούμενη καθυστέρηση. Από τον φάκελο της υπόθεσης προκύπτει επίσης ότι το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στις 08.08.13, η Εναγόμενη καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στις 03.09.13 και η Έκθεση Απαίτησης καταχωρήθηκε στις 23.05.14. Από τα πιο πάνω αναφερόμενα προκύπτει ότι ο Ενάγων ευθύνεται για την καθυστέρηση στην προώθηση της αγωγής μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης της Έκθεσης Απαίτησης. Συνεπώς θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως ο τόκος επιδικαστεί από τις 23.05.14, ημερομηνία καταχώρησης της Έκθεσης Απαίτησης. Υπό το φως των πιο πάνω, εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των €10.000 πλέον νόμιμο τόκο από 23.05.2014 μέχρι εξόφλησης πλέον δικηγορικά έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............................................. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Παράνομη σύλληψη - κράτηση - αποζημιώσεις cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.