← Κύπρος

DAVID THOMAS BANNON ν. M.K.A. EAST-MED PROPERTIES LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2407/2014, 19/5/2016

DAVID THOMAS BANNON ν. M.K.A. EAST-MED PROPERTIES LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2407/2014, 19/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A111 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2407/2014 Μεταξύ: DAVID THOMAS BANNON, από το Ηνωμένο Βασίλειο Ενάγοντα και 1. M.K.A. EAST-MED PROPERTIES LIMITED, από την Πάφο 2. ΑΔΟΥΛΛΑ ΣΑΒΒΙΔΟΥ, από την Πάφο Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 23.04.15 για διαγραφή αγωγής στην έκταση που στρέφεται εναντίον της Εναγομένης 2-Αιτήτριας Ημερομηνία: 19.05.16 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενη 2-Αιτήτρια: κος Κ. Καλαβάς (η κα Ν. Βασιλείου για ν΄ακούσει απόφαση) Για Ενάγοντα-Καθ' ου η αίτηση: κα Κ. Ανδρέου ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή αφορά αγορά έπαυλης που θα ανεγειρόταν σε κτιριακό συγκρότημα εντός ακινήτου που βρίσκεται στην Πέγεια της επαρχίας Πάφου. Όπως διατείνεται αγοραστής θα ήταν ο Ενάγοντας ενώ η έπαυλη θα κατασκευαζόταν από την Εναγόμενη 1, η οποία φέρεται να είναι εταιρεία που ασχολείται, μεταξύ άλλων, με εργοληπτικές εργασίες και αναπτύξεις ακινήτων. Η δε Εναγόμενη 2 φέρεται να είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου εντός του οποίου επρόκειτο να ανεγερθεί το κτιριακό συγκρότημα, μέρος του οποίου αποτελεί και η επίδικη έπαυλη. Επίσης διατείνεται ότι ο Ενάγοντας ως αγοραστής συμφώνησε με τους Εναγομένους 1 και 2 ως πωλητές να αγοράσει από αυτούς την εν λόγω έπαυλη αλλά στην πορεία επικαλείται ουσιώδη παράβαση συμφωνίας και τερματισμό της, ως αποτέλεσμα των οποίων αξιώνει διάφορες θεραπείες, ανάμεσα σ' άλλα, επιστροφή ποσού €316.518,70 και αποζημιώσεις. Παράλληλα ο Ενάγοντας αξιώνει την έκδοση διατάγματος με το οποίο να ακυρώνεται και/ή τερματίζεται η προαναφερόμενη συμφωνία πώλησης της έπαυλης επειδή όπως ισχυρίζεται κατέστη ανεκπλήρωτη εξ' υπαιτιότητας των Εναγομένων. Με την παρούσα δια κλήσεως αίτηση η Εναγόμενη 2 (στο εξής η 'Αιτήτρια') αιτείται την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διαγράφεται η αγωγή στην έκταση που στρέφεται κατά αυτής επειδή δεν αποκαλύπτεται εναντίον της εύλογη αιτία αγωγής. Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στη Διαταγή 19 Κανονισμό 26, στη Διαταγή 27 Κανονισμούς 2 και 3 και στη Διαταγή 48 Κανονισμούς 1, 4, 8 και 9(
  2. j)και (
  3. o)των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η παρούσα αίτηση δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση αλλά όπως σημειώνεται στο σώμα της τα γεγονότα που σύμφωνα με την Αιτήτρια δικαιολογούν την επιτυχία της φαίνονται από το δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης. Στις 26.10.15 καταχωρήθηκε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης από μέρους του Ενάγοντα (στο εξής ο 'Καθ' ου η αίτησης'), της οποίας οι λόγοι ένστασης όταν ομαδοποιηθούν συνοψίζονται στους πιο κάτω: 1) Η αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή λανθασμένη. 2) Η διαγραφή διαδίκου με τη χρήση της Διαταγής 19 Κανονισμού 26 δεν δικαιολογείται. 3) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης του αιτουμένου διατάγματος. 4) Η αίτηση προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και των δικαιωμάτων του Αιτητή συνιστώντας κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the court). 5) Η αίτηση δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης βασίζεται στη Διαταγή 19 Κανονισμούς 4 και 26, στη Διαταγή 27 Κανονισμούς 2 και 3, στη Διαταγή 39, στη Διαταγή 48 Κανονισμούς 1, 4

(1),
(2)και
(3), 8 και 9 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 30
(1)και
(2)του Συντάγματος, στη νομολογία, στη συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 28.09.15 της κυρίας Νίκης Νικολάου, δικηγορικής υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο που χειρίζεται την υπόθεση του Καθ' ου η αίτηση, στην οποία περιέχονται γεγονότα που κατά τη γνώμη της στοιχειοθετούν τους λόγους ένστασης και κατ' επέκταση δικαιολογούν απόρριψη της υπό κρίση αίτησης. Τα εν λόγω γεγονότα περιληπτικά είναι τα εξής: · Η Αιτήτρια είναι αναγκαία διάδικος στη διαδικασία επειδή ήταν και συνεχίζει να είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου στο οποίο θα ανεγειρόταν η επίδικη έπαυλη. · Σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής ενδεχομένως η Αιτήτρια να διαταχθεί να μεταβιβάσει το εν λόγω ακίνητο ή να προβεί σε διαβήματα. · Μέσα από το περιεχόμενο της αίτησης δεν αποκαλύπτονται λόγοι ή γεγονότα που δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Κατά την ακρόαση της υπό κρίσης αίτησης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με παραπομπή σε νομολογία υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις και ισχυρισμούς των πελατών τους περιοριζόμενοι σε αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων είναι καταγραμμένο στα πρακτικά και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οτιδήποτε. Εξ' όσον γίνεται αντιληπτό η υπό κρίση αίτηση πραγματεύεται διαγραφή μέρους αγωγής και ειδικότερα το κομμάτι αυτής που αφορά την Αιτήτρια, η οποία είναι μία εκ των δύο εναγομένων στην υπόθεση αυτή. Κατά προέκταση η αίτηση αφορά διαγραφή μέρους του δικογράφου της έκθεσης απαίτησης του Καθ' ου η αίτηση και χωρίς να γίνεται αναφορά στις συγκεκριμένες παραγράφους που επιθυμείται διαγραφή παραπέμπει σε διαγραφή του κομματιού εκείνου της απαίτησης που απευθύνεται στην Αιτήτρια. Το πιο πάνω ζήτημα διέπεται δικονομικά από τη Διαταγή 27 Κανονισμό 3 και τη Διαταγή 19 Κανονισμό 26 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ο Κανονισμός 3 της Διαταγής 27 σημειώνει κατά λέξει τα ακόλουθα: "The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just." Σε ελεύθερη μετάφραση: "Το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως οιονδήποτε δικόγραφο διαγραφεί για το λόγο ότι δεν περιέχει λογικό αγώγιμο δικαίωμα ή απάντηση και σε τέτοια περίπτωση ή σε περίπτωση που η αγωγή ή υπεράσπιση φανεί από τα δικόγραφα ότι είναι μηδαμινή ή ενοχλητική το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως η αγωγή ανασταλεί ή απορριφθεί, ή να εκδώσει απόφαση που θα είναι δικαία." Μελέτη των προνοιών της Διαταγής 27 Κανονισμού 3 καθιστά σαφές ότι παρέχεται στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να απορρίψει μια αγωγή όταν η αγωγή δεν αποκαλύπτει καλή βάση αγωγής ή λογικό αγώγιμο δικαίωμα ή είναι επιπόλαιη ή ενοχλητική (frivolous or vexatious). Κατ' αναλογία οι διατάξεις του πιο πάνω κανονισμού εφαρμόζονται και στην περίπτωση όπου ζητείται διαγραφή μέρους της αγωγής που αφορά κάποιο από τους εναγομένους της υπόθεσης. Η νομολογία υποδεικνύει ότι η εφαρμογή της δραστικής εξουσίας απόρριψης της αγωγής ή μέρους της απαίτησης πρέπει να ασκείται με εξαιρετική φειδώ και μόνο σε ξεκάθαρες περιπτώσεις (Χ' Οικονόμου v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ. 949, Σάββα v. Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ
(2009)1Β Α.Α.Δ. 1609 και Σιακόλας v. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.)
(1998)1Γ Α.Α.Δ. 1338). Έχει λεχθεί ότι μία έκθεση απαίτησης δεν πρέπει κατά κανόνα να διαγράφεται και ο ενάγοντας να εκτοπίζεται από τη θέση της δικαστικής απόφασης εκτός εάν η υπόθεση δεν έχει βάση συζήτησης. Στην υπόθεση Λοΐζος Λουκά & Υιοί Λτδ v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1Β Α.Α.Δ. 1316 τονίστηκε ότι το Δικαστήριο δεν στέργει σε ικανοποίηση αιτήματος για απόρριψη αγωγής ή μέρους αυτής παρά μόνο στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι: (α) πράγματι το δικόγραφο του ενάγοντα δεν περιέχει, χωρίς καμία αμφιβολία, αιτία αγωγής, (β) η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί με τροποποίηση που μπορεί νόμιμα το Δικαστήριο να επιτρέψει. Η παρουσίαση στο Δικαστήριο των εκδοχών των διαδίκων πραγματοποιείται στη βάση έγγραφων προτάσεων που ετοιμάζονται και καταχωρούνται. Είναι τα δικόγραφα που καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης. Γενική αρχή, η οποία πρέπει να διατηρείται ιερή, είναι ότι το Δικαστήριο δεν επιβάλλει στα μέρη πως να διαμορφώσουν την υπόθεση τους (Knowles v Roberts
(1888)38 Ch.D. 268). Η αρχή αυτή ευθυγραμμίζεται πλήρως με τους κανόνες δικογράφησης έγγραφων προτάσεων ενώ ταυτόχρονα υπόκειται σε περιορισμούς όπως αυτοί έχουν διατυπωθεί μέσα από τους διαδικαστικούς κανόνες πολιτικής δικονομίας αλλά και από την πάγια κυπριακή νομολογία που είναι συναφής με το θέμα αυτό. Οι πρόνοιες του Κανονισμού 26 της Διαταγής 19 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που ασχολούνται με το θέμα αυτό σημειώνουν αυτούσια τα εξής: "The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action." Σε ελεύθερη μετάφραση: "Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί καθ' οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει τη διαγραφή ή τροποποίηση οιουδήποτε ζητήματος σε οιανδήποτε οπισθογράφηση ή δικόγραφο η οποία μπορεί να θεωρηθεί μη αναγκαία ή σκανδαλώδης ή που θα τείνει να προκαταβάλει, περιπλέξει ή καθυστερήσει την όλη εκδίκαση της αγωγής." Κύριος σκοπός του Κανονισμού 26 της Διαταγής 19 είναι η συμμόρφωση των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων. Με βάση το λεκτικό του εν λόγω διαδικαστικού κανονισμού το Δικαστήριο μπορεί καθ' οιονδήποτε στάδιο, αν και για σκοπούς καλύτερης εξυπηρέτησης και εφαρμογής της, θα πρέπει τέτοια αίτηση να υποβάλλεται το ταχύτερο δυνατό και κατά κανόνα αμέσως μετά την παράδοση του δικογράφου που προκαλεί το παράπονο, εν πάση δε περιπτώσει πριν από την ολοκλήρωση των δικογράφων, να διαγράψει ισχυρισμό από δικόγραφο όταν αυτός είναι περιττός ή σκανδαλώδης ή τείνει να βλάψει, περιπλέξει ή καθυστερήσει τη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης (Νίκος Σιακόλας v Federal Bank of Lebanon (S.A.L.)
(1998)1 Α.Α.Δ. 1338 και Cyber Group Ltd v Κυριάκος Χαραλαμπίδη και άλλοι
(2004)1 Α.Α.Δ. 1852). Το ίδιο ισχύει για ένα ισχυρισμό που προκαλεί αμηχανία στην άλλη πλευρά. H νομολογία έχει υποδείξει ότι τα Δικαστήρια ερμηνεύουν φιλελεύθερα τις έννοιες των λέξεων στις οποίες εντάσσονται ισχυρισμοί που τείνουν να προκαλέσουν βλάβη ή αμηχανία ή καθυστέρηση στη δίκαιη διεξαγωγή της δίκης (Athina Leathergoods Ltd v. Ιωακείμ Χαραλάμπους κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 787). Η διαγραφή μέρος ενός δικογράφου αποτελεί εξαιρετικό μέτρο που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται δικαστικά μετά περισσής φειδούς και σε εξαιρετικές περιπτώσεις που είναι απλές, προφανείς, ξεκάθαρες και οφθαλμοφανείς. Η διαγραφή μέρους δικογράφου δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο. Εφόσον το δικόγραφο αποκαλύπτει κάποια αιτία αγωγής ή εγείρει κάποιο ζήτημα, το οποίο είναι κατάλληλο για να αποφασιστεί από το Δικαστήριο, το απλό γεγονός ότι η υπόθεση είναι αδύνατη και δεν ενδέχεται να πετύχει δεν αποτελεί λόγο για τη διαγραφή του. Παράλληλα όμως δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι η εξουσία της διαγραφής μέρους δικογράφου αποτελεί ένα χρήσιμο όπλο προς αποφυγή κατάχρησης της διαδικασίας με την ασέβεια προς τους κανόνες σύνταξης έγγραφων προτάσεων (Drummond-Jackson v. British Medical Association [1970] 1 All E.R. 1094). Από τη μία θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το συνταγματικό δικαίωμα κάθε διαδίκου για ελεύθερη παρουσίαση της υπόθεσης του και πρόσβαση στο δικαϊκό σύστημα και από την άλλη να επιδεικνύεται σεβασμός και τήρησης των κανόνων διαδικασίας και δικογράφησης έγγραφων προτάσεων. Είναι δε σημαντικό να τονιστεί ότι η άσκηση της εξουσίας κρίνεται με βάση τα ίδια τα δικόγραφα, το περιεχόμενο τους και τίποτε έξω από αυτά. Επομένως, δεν τίθεται θέμα μαρτυρίας και αξιολόγησης των εκατέρωθεν ισχυρισμών μέσα από τις έγγραφες προτάσεις (In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246). Το βάρος απόδειξης σε τέτοιου είδους αιτήσεις το φέρει ο αιτητής. Στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1962 (The Annual Practice 1962) αναφέρεται ότι από τη δικογραφία δύναται να διαγραφούν σκανδαλώδεις ισχυρισμοί. Ένας ισχυρισμός θεωρείται σκανδαλώδης και συνεπώς διαγραπτέος όταν αυτός, χωρίς να είναι σχετικός με τη βάση αγωγής ή τα επίδικα θέματα, είναι προσβλητικός ή ανήθικος ή υποβιβαστικός ή περιέχει οποιαδήποτε ενοχή εις βάρος του αντιδίκου ή αποδίδει στον αντίδικο κακή συμπεριφορά ή κακή πίστη και τείνει έτσι να βλάψει την άλλη πλευρά. Αντίθετα, τέτοιου είδους ισχυρισμοί που είναι σχετικοί με τη βάση αγωγής ή τα επίδικα θέματα και μπορούν να δοθούν σε αποδεκτή μαρτυρία για την αλήθεια των περιεχομένων τους στη δικογραφία δεν θεωρούνται σκανδαλώδεις. Περαιτέρω, σημειώνεται πως το γεγονός απλώς ότι το δικόγραφο περιέχει κάποιο περιττό ή αχρείαστο ισχυρισμό που όμως δεν προκαλεί ζημιά ή βλάβη στον αντίδικο δεν αποτελεί επαρκή λόγο για διαγραφή του. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση όπου ουσιώδη γεγονότα δικογραφούνται σε περιττή ή αχρείαστη έκταση ή ακόμη δικογραφούνται τέτοια γεγονότα σε περιττή ή αχρείαστη λεπτομέρεια (βλέπε αγγλικό νομικό σύγγραμμα Bullen & League, 12η έκδοση). Επίσης και στην περίπτωση που ένας ισχυρισμός αποδεικτεί ότι τελικά είναι αναληθής (Williams and Glyn's Bank v. The ship 'Maria' [1984] 1 C.L.R. 82 και Rossage v. Rossage [1960] 1 All E.R. 600). Το ίδιο δεν δικαιολογείται να διαγραφεί ένας ισχυρισμός απλώς επειδή δεν θα πετύχει επειδή σχετίζεται με αδύνατη υπόθεση. Από την άλλη, εάν ένα θέμα διατυπώνεται εμφανώς αχρείαστα και είναι πλήρως μη ουσιώδες με τέτοιο τρόπο που ο αντίδικος θα πρέπει να απαντήσει σ' αυτό και επομένως προκύπτουν θέματα άσχετα με τα επίδικα, με περαιτέρω αποτέλεσμα τη δημιουργία εξόδων ή ταλαιπωρία ή καθυστέρηση στη δίκη τότε το άσχετο θέμα θα πρέπει να διαγραφεί. Καθοδηγούμενος από το πιο πάνω νομικό πλαίσιο στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την παρούσα αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης. Θα ξεκινήσω την ενασχόληση μου από τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση η ενόρκως δηλούσα δεν αποκαλύπτει την πηγή γνώσης της στα διάφορα γεγονότα που περιέχονται κατά παράβαση της Διαταγής 39 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όπως αυτός ο ισχυρισμός καταγράφεται στη γραπτή αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της Αιτήτριας. Δεν συμμερίζομαι τη θέση αυτή της Αιτήτριας. Στην πρώτη παράγραφο της ένορκης δήλωσης σημειώνεται ότι η ενόρκως δηλούσα γνωρίζει, προφανώς εννοεί προσωπικά, τα γεγονότα που περιέχονται σ' αυτή και για τα οποία έχει ορκιστεί. Παράλληλα στις παραγράφους 5 και 6 της ένορκης δήλωσης σημειώνεται ότι αυτά που αναφέρει προκύπτουν κατόπιν πληροφόρησης που έτυχε από τους δικηγόρους του Καθ' ου η αίτηση, αποκαλύπτοντας έτσι την πηγή γνώσης της για τις συγκεκριμένες αναφορές της. Μπροστά σε αυτά τα δεδομένα η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση του Καθ' ου η αίτηση συνάδει με τις πρόνοιες της Διαταγής 39 περιλαμβανομένου των διατάξεων του Κανονισμού 2, χωρίς έτσι να τίθεται σε αμφιβολία η εγκυρότητα της. Κατά συνέπεια ο εν λόγω ισχυρισμός δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Θα προχωρήσω με την εξέταση του τέταρτου λόγου ένστασης με τον οποίο ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι η υπό κρίση αίτηση προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και των δικαιωμάτων του Αιτητή συνιστώντας κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the court). Μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση του Καθ' ου η αίτηση δεν εκτίθεται κανένα γεγονός που να τεκμηριώνει τη θέση του αυτή. Ούτε όμως στη νομική επιχειρηματολογία της ευπαιδεύτου συνηγόρου του Καθ' ου η αίτηση αναφέρθηκε οτιδήποτε που να δικαιολογεί τον εν λόγω ισχυρισμό. Συνεπώς ο λόγος αυτός ένστασης απορρίπτεται ως αβάσιμος. Έπεται η εξέταση του πρώτου λόγου ένστασης με τον οποίο ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι η υπό κρίση αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή λανθασμένη. Εξ' όσον μπορεί να γίνει κατανοητό από το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης της ευπαιδεύτου συνηγόρου του Καθ' ου η αίτηση, το παράπονο του Καθ' ου η αίτηση εστιάζεται στη θέση ότι η παρούσα αίτηση θα έπρεπε να βασίζεται και στη Διαταγή 9 Κανονισμό 10 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών. Δεν συμμερίζομαι την τοποθέτηση αυτή. Η εν λόγω θέση θα ήταν ορθή αν η Αιτήτρια στην υπό κρίση αίτηση ζητούσε τη διαγραφή του ονόματος της ως διαδίκου από την αγωγή, αντικείμενο με το οποίο ασχολούνται οι πρόνοιες της Διαταγής 9 Κανονισμού 10. Η διαγραφή ονόματος διαδίκου επιτυγχάνεται μετά από υποβολή αίτησης για διαγραφή και εφόσον εγκριθεί αναπόφευκτα επιφέρει τη δραστική συνέπεια της απόρριψης της αγωγής εναντίον του διαδίκου που το όνομα του οποίου έχει διαγραφεί. Το δικονομικό βάθρο που προσφέρεται είναι με τη Διαταγή 9 Κανονισμό 10 σε συνδυασμό με τη Διαταγή 27 Κανονισμό 3. Αυτά έχουν υποδειχτεί μέσα από την υπόθεση Mepa Underwriting Management Limited και άλλων v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1Β Α.Α.Δ. 772, στην οποία και παραπέμπω. Ωστόσο στην προκειμένη περίπτωση η Αιτήτρια δεν ζητεί διαγραφή του ονόματος της ως διαδίκου της αγωγής. Αυτό που αξιώνει μέσα από την αίτηση είναι διαγραφή μέρους της απαίτησης και συγκεκριμένα του μέρους εκείνου που την αφορά επειδή, ως ισχυρίζεται, το περιεχόμενο της δεν αποκαλύπτει λογικό αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της. Οι διαδικαστικοί θεσμοί που διέπουν δικονομικά την υπό κρίση αίτηση είναι η Διαταγή 27 Κανονισμός 3 και η Διαταγή 19 Κανονισμός 26, οι οποίοι περιλαμβάνονται στη νομική βάση της αίτησης. Αυτό που η ευπαίδευτη συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση ευσεβάστως εισηγείται δεν προσφέρεται για λήψη απόφασης καθ' όσον αφορά διαγραφή μέρους της απαίτησης που διεκδικείται από τον πελάτη της, δηλαδή του μέρους της αγωγής που αφορά την Αιτήτρια, αλλά πρόκειται για διαδικασία που σχετίζεται με το αν θα πρέπει να διαγραφεί το όνομα της Αιτήτριας ως διαδίκου από την παρούσα αγωγή. Με βάση αυτό το σκεπτικό ο λόγος αυτός ένστασης δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Προχωρώ με την εξέταση του δεύτερου λόγου ένστασης με τον οποίο ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι η διαγραφή διαδίκου δεν δικαιολογείται με τη χρήση της Διαταγής 19 Κανονισμού
  1. Πράγματι, όπως λέχθηκε πιο πάνω, η Διαταγή 19 Κανονισμός 26 πραγματεύεται τη διαγραφή δικογράφου ή ισχυρισμών που περιέχονται σ' αυτό (μέρος δικογράφου) και δεν σχετίζεται με τη διαγραφή ονόματος διαδίκου. Ωστόσο, όπως ήδη έχει λεχθεί, στην προκειμένη περίπτωση η Αιτήτρτια δεν αιτείται διαγραφή του ονόματος της από διάδικο της αγωγής δυνάμει της Διαταγής 9 Κανονισμό 10 αλλά ζητεί διαγραφή της αγωγής σύμφωνα με τη Διαταγή 27 Κανονισμό 3 και της Διαταγής 19 Κανονισμό
  2. Συνεπώς ο λόγος αυτός ένστασης απορρίπτεται ως ανυπόστατος. Θα εξετάσω στη συνέχεια τον τρίτο λόγο μαζί με τον πέμπτο λόγο ένστασης λόγω του κοινού νομικού σημείου που πραγματεύονται και άπτεται των παραγόντων που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου όταν καλείται να αποφασίσει για διαγραφή μέρους του δικογράφου. Μια πρόχειρη μελέτη της έκθεσης απαίτησης καθιστά αντιληπτό ότι πυρήνας της παρούσας αγωγής αποτελεί ο ισχυρισμός του Καθ' ου η αίτηση για ύπαρξη σύμβασης. Είναι η θέση του Καθ' ου η αίτηση ότι συνομολογήθηκε και υπογράφηκε σύμβαση πώλησης έπαυλης μεταξύ του ιδίου από την μία, υπό την ιδιότητα του αγοραστή, καθώς και της Αιτήτριας μαζί με την Εναγόμενη 1, ως πωλητές, από την άλλη (παράγραφος 4 της έκθεσης απαίτησης). Σύμφωνα με τον Καθ' ου η αίτηση το τίμημα πώλησης συμφωνήθηκε με την Αιτήτρια και την Εναγόμενη 1 στο ποσό των €486.951,
  3. Σύμφωνα ακόμη με τον Καθ' ου η αίτηση, τα κατ' ισχυρισμό συμβαλλόμενα μέρη ανέλαβαν, δυνάμει αυτής της επικαλούμενης σύμβασης, συγκεκριμένες υποχρεώσεις που δεσμεύτηκαν να υλοποιήσουν εντός καθορισμένου χρονικού διαστήματος, οι οποίες τελικά θα οδηγούσαν στην πώληση της εν λόγω έπαυλης και μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας της στο όνομα του Καθ' ου η αίτηση. Από το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης είναι προφανές ότι ο ρόλος, τα καθήκοντα και οι υποχρεώσεις της Αιτήτριας, ως ένα από τα κατ' ισχυρισμό συμβαλλόμενα μέρη, συνδέονται με θέματα που σχετίζονται με την ιδιότητα της ως ενός εκ των πωλητών και παράλληλα αυτής της εγγεγραμμένης ιδιοκτήτριας του ακινήτου, εντός του οποίου θα ανεγειρόταν κτιριακό συγκρότημα, μέρος του οποίου θα ήταν η υπ' αναφορά πωλούμενη έπαυλη. Ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι πλήρωσε το ποσό των €316.518,71 ως έναντι του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης. Όπως όμως είναι διατυπωμένη η αγωγή δεν είναι ξεκάθαρο πόσο ποσό αναλογεί στην Αιτήτρια ως ένας εκ των δύο πωλητών που είναι. Ο Καθ' ου η αίτηση επικαλείται ως βάση αγωγής παράβαση σύμβασης. Παράλληλα ισχυρίζεται ότι ως αποτέλεσμα πράξεων και/ή παραλείψεων των εναγομένων κατέβαλε το πιο πάνω ποσό χωρίς να λάβει κατοχή του επίμαχου ακινήτου. Πάλι ως είναι διατυπωμένο το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης δεν είναι σαφές, έχοντας πάντοτε υπόψη το παράπονο του Καθ' ου η αίτηση ότι δεν έλαβε κατοχή του ακινήτου παρόλο ότι όπως λέει πλήρωσε μεγάλο ποσό, κατά πόσο η αναφορά σε πράξεις και/ή παραλείψεις των εναγομένων περιλαμβάνει και την Αιτήτρια ως την εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου και κατ' επέκταση το άτομο που νομικά μπορούσε να μεταβιβάσει το εν λόγω ακίνητο στο όνομα του και βεβαίως την κατοχή αυτού ή απευθύνεται μόνο στην εναγόμενη 1 κατασκευάστρια εταιρεία χρησιμοποιώντας πληθυντικό αριθμό (παράγραφος 10 της έκθεσης απαίτησης). Από την πιο πάνω ισχυριζόμενη βάση αγωγής πηγάζουν όλες οι θεραπείες που αξιώνονται. Μία από τις θεραπείες που ο Καθ' ου η αίτηση διεκδικεί είναι η έκδοση διατάγματος το οποίο να ακυρώνει και/ή να τερματίζει την εν λόγω συμφωνία επειδή όπως ισχυρίζεται κατέστη ανεκπλήρωτη εξ' υπαιτιότητας των εναγομένων (παράγραφος 18Β της έκθεσης απαίτησης). Όπως και προηγουμένως έτσι και εδώ δεν είναι σαφές κατά πόσο η αναφορά σε εναγομένους καλύπτει και την Αιτήτρια ως ένα από τα κατ' ισχυρισμό συμβαλλόμενα μέρη και συνεπώς αποτελεί τυπογραφικό λάθος η καταγραφή ότι ο Καθ' ου η αίτηση αξιώνει την αιτούμενη θεραπεία μόνο από την εναγόμενη 1, δεδομένου του συνόλου των γεγονότων που δικογραφούνται στην έκθεση απαίτησης, ή όντως απευθύνεται μόνο στην εναγόμενη 1 χρησιμοποιώντας πληθυντικό αριθμό. Κατά λογική προέκταση του συλλογισμού αυτού, έχοντας υπόψη τη συμβατική σχέση που ο Καθ' ου η αίτηση καταλογίζει στην Αιτήτρια αλλά και την ιδιότητα που της αποδίδει σε σχέση με την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, δεν είναι ξεκάθαρο κατά πόσο ο Καθ' ου η αίτηση αξιώνει τις αιτούμενες θεραπείες, όπως αυτή της επιστροφής του κατ' ισχυρισμό καταβληθέντος ποσού, μόνο από την Εναγόμενη 1 ή τελικά και από την Αιτήτρια και έτσι η αναφορά σε αξιώσεις εναντίον της Εναγομένης 1 να είναι απλά ένα τυπογραφικό λάθος. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η συμβατική σχέση που καταλογίζεται στην Αιτήτρια ως μία εκ των δύο πωλητών και η ιδιότητα της εγγεγραμμένης ιδιοκτήτριας του επιδίκου ακινήτου που της αποδίδεται σε συνδυασμό με τον ισχυρισμό ότι καταβλήθηκε ποσό ύψους €316.518,71 χωρίς να λάβει κατοχή του εν λόγω ακινήτου ως αποτέλεσμα του οποίου ο Καθ' ου η αίτηση επικαλείται ότι απέστειλε επιστολή τερματισμού στην Εναγόμενη 1, είναι θέσεις που εμπλέκουν την Αιτήτρια στην υπόθεση αυτή δημιουργώντας ισχυριζόμενο αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της. Είναι γεγονός ότι η έκθεση απαίτησης με τον τρόπο που είναι διατυπωμένη δεν βοηθά στο να παρουσιάζεται μία καθαρή εικόνα σχετικά με την στάση της Αιτήτριας. Το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης παρουσιάζει μέσα από ομιχλώδες σκηνικό την Αιτήτρια ως συνυπεύθυνη της πορείας των πραγμάτων, εναντίον της οποίας προβάλλεται ισχυριζόμενο αγώγιμο δικαίωμα. Η παρούσα κατάσταση είναι από τις περιπτώσεις όπου δύναται να διορθωθεί και κατ' επέκταση να ξεκαθαρίσει σε σχέση με το βαθμό και έκταση πιθανής ευθύνης της Αιτήτριας με την κατάλληλη τροποποίηση του δικογράφου, χωρίς να σημαίνει ή να προδικάζεται ότι κάθε είδους τροποποίηση θα γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Την ίδια στιγμή δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η Αιτήτρια μέσα από την υπεράσπιση της αρνείται ότι υπέγραψε την κατ' ισχυρισμό σύμβαση πώλησης του επιδίκου ακινήτου ως μία εκ των δύο πωλητών (παράγραφος 5 της υπεράσπισης). Επομένως η ίδια καθιστά το ζήτημα αυτό επίδικο. Παράλληλα η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε οποιοδήποτε ποσό σε σχέση με την πώληση του ακινήτου επικαλούμενη ότι η συναλλαγή περιοριζόταν μεταξύ της Εναγομένης 1 και του Καθ' ου η αίτηση, σε αντίθεση με το τι προβάλλει ο τελευταίος. Συνεπώς και αυτό το ζήτημα η Αιτήτρια το καθιστά επίδικο (παράγραφος 6 της υπεράσπισης). Περαιτέρω η Αιτήτρια αρνείται τη θέση του Καθ' ου η αίτηση για ορθό και νόμιμο τερματισμό της κατ' ισχυρισμό σύμβασης, θέμα που επίσης καθίσταται επίδικο. Η τυχόν κρίση του Δικαστηρίου περί ορθού και νόμιμου τερματισμού της σύμβασης δεν θα συνάδει με ενδεχόμενη ενέργεια διαγραφής της αγωγής καθ' όσον αφορά την Αιτήτρια με δεδομένο ότι αποτελεί ισχυρισμό του Καθ' ου η αίτηση ότι συμβαλλόμενα μέρη σ' αυτή είναι ο ίδιος, η Εναγόμενη 1 αλλά και η Αιτήτρια. Όλα τα πιο πάνω επίδικα ζητήματα που χρήζουν να εκδικαστούν στην ακρόαση της αγωγής αυτής καθιστούν το δικόγραφο, μέρος του οποίου και καθ' όσον αφορά την Αιτήτρια ζητείται να διαγραφεί, ως μία από τις περιπτώσεις εκείνες που δεν κατατάσσεται στις απλές και οφθαλμοφανείς και σ' αυτές όπου η έκθεση απαίτησης αδιαμφισβήτητα χαρακτηρίζεται να στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή να είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο. Δεν θα έλεγα ακόμη ότι το μέρος της έκθεσης απαίτησης που απευθύνεται στην Αιτήτρια περιέχει ισχυρισμό που είναι περιττός ή σκανδαλώδης ή τείνει να βλάψει ή να προκαλέσει ζημιά στην Αιτήτρια ή να προκαλέσει αμηχανία ή να περιπλέξει ή καθυστερήσει τη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης. Θα πρόσθετα επίσης ότι το υπόβαθρο συζήτησης πιθανής εμπλοκής της Αιτήτριας είναι υπαρκτό μέσα από το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης. Μπροστά σε αυτά τα δεδομένα κρίνω ότι δεν πληρούνται οι νομικές αρχές και προϋποθέσεις που έχουν διαμορφωθεί μέσα από τη νομολογία με βάση τη Διαταγή 27 Κανονισμό 3 και τη Διαταγή 19 Κανονισμό 26 αναφορικά με τη διαγραφή μέρος της απαίτησης και κατ' επέκταση της αγωγής. Συνεπώς τόσο ο τρίτος όσο και πέμπτος λόγος ένστασης επιτυγχάνουν. Υπό το φως των πιο πάνω και για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω κρίνω ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης κλίνει στην άσκηση της διακριτικής μου εξουσίας εναντίον της έκδοσης του αιτουμένου διατάγματος. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα-Καθ' ου η αίτηση και εναντίον της Εναγομένης 2-Αιτήτριας και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. Η αγωγή ορίζεται για οδηγίες στις 22.06.16 και ώρα 09:
  4. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other/Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Ενδιάμεση Απόφαση/Διαγραφή μέρους αγωγής-δικογράφου/ Διαταγή 27 Κανονισμός 3 και Διαταγή 19 Κανονισμός 26 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.