HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD ν. RAGNHILD HOLDINGS LTD, Αρ. Αγωγής: 1812/2013, 3/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A97 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1812/2013 Μεταξύ: HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD, εκ Λευκωσίας Ενάγουσας και
- RAGNHILD HOLDINGS LTD, εκ Πάφου
- ASTIL SIMON, εξ' Ηνωμένου Βασιλείου
- MILSOM JAMES JOHN, εξ' Ηνωμένου Βασιλείου Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 29.04.15 για παραμερισμό δικαστικής απόφασης Ημερομηνία: 03.05.16 Εμφανίσεις: Για Εναγομένους 2 & 3-Αιτητές 1 & 2: κα Μ. Πιερή για κ.κ. Τριανταφυλλίδη & Χριστοφόρου (η κα Χρ. Παναγιώτου για ν΄ακούσει απόφαση) Για Ενάγοντες-Καθ' ων η αίτηση: κα Α. Κακογιάννη (η κα Ε. Θεοδώρου για ν΄ακούσει απόφαση ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 03.04.14 και 16.09.14 εκδόθηκαν αποφάσεις υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα: (α) για το ποσό των CHF341.331,70 πλέον τόκο προς 13% ετησίως επί του ποσού των 323.683,64 από 01.06.13 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30/06 και 31/12 εκάστου έτους, (β) έξοδα όπως υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Με την παρούσα δια κλήσεως αίτηση οι Εναγόμενοι 2 και 3 (στο εξής οι 'Αιτητές') αιτούνται την έκδοση διατάγματος με το οποίο να ακυρώνονται και/ή παραμερίζονται οι πιο πάνω εκδοθείσες δικαστικές αποφάσεις. Στην ίδια αίτηση οι Αιτητές ζητούν ακόμη την έκδοση διατάγματος που να αναστέλλει την ισχύ των εν λόγω δικαστικών αποφάσεων μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της αίτησης αυτής. Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στη Διαταγή 17 Κανονισμούς 2, 3, 4, 5, 6 και 10, στη Διαταγή 26 Κανονισμό 14, στη Διαταγή 40 Κανονισμούς 2, 3, 7 και 11, στη Διαταγή 48 Κανονισμούς 1, 2 και 9(Η) και στη Διαταγή 64 Κανονισμούς 1 και 2 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, στις γενικές αρχές του νόμου και της νομολογίας και στο άρθρο 30 του Συντάγματος. Τα δε γεγονότα, πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τους Αιτητές δικαιολογούν την επιτυχία της, περιέχονται στην ένορκο δήλωση ημερομηνίας 23.04.15 της κυρίας Ιωάννας Παπαμιλτιάδους, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που είναι ένας εκ των δικηγόρων που χειρίζεται την υπόθεση αυτή των Αιτητών, στην οποία περιληπτικά αναφέρονται τα εξής: - Οι Αιτητές είναι βρετανοί υπήκοοι και διαμένουν μόνιμα στην Αγγλία. - Οι Αιτητές εγκατέλειψαν τη διεύθυνση στην οποία κοινοποιήθηκαν τα δικόγραφα με βάση το διάταγμα επίδοσης. Συγκεκριμένα ο Αιτητής 1 έφυγε από τον Νοέμβριο 2007 και έκτοτε διαμένει στη διεύθυνση 9 Highfield Parkway, Bramhall SH7 1HY United Kingdom ενώ ο Αιτητής 2 έφυγε από το έτος 2009 και από τότε διαμένει στη διεύθυνση 29 Twiss Green Lane Culcheth, Warrington WA3 4BZ, United Kingdom. Γραπτές επικοινωνίες των Αιτητών προς τρίτο άτομο που τις προωθεί στο δικηγόρο των Αιτητών επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 2 και
- - Οι Αιτητές ουδέποτε παρέλαβαν τα δικόγραφα της υπόθεσης αυτής. - Οι Αιτητές έχουν καλή υπεράσπιση επικαλούμενοι ότι: Ù η επίδικη συμφωνία δανείου αφορούσε ελβετικό φράγκο και όχι ευρώ που ήταν το επίσημο νόμισμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Ù δεν τηρήθηκαν οι δέουσες νόμιμες διαδικασίες και δεν δόθηκαν οι απαραίτητες προειδοποιήσεις, Ù οι Αιτητές ουδέποτε υπέγραψαν προσωπικά οποιονδήποτε έγγραφο εγγύησης και οποιαδήποτε υπογραφή τους φαίνεται σ' αυτό έγινε από τρίτο πρόσωπο χωρίς την συγκατάθεση τους, Ù η συμφωνία εγγύησης είναι άκυρη και μη δεσμευτική καθ' ότι ουδέποτε τους δόθηκε η ευκαιρία να τύχουν ανεξάρτητης νομικής συμβουλής και ουδέποτε ενημερώθηκαν σχετικά με τον τρόπο χειρισμού του πρωτοφειλέτη από τους Ενάγοντες (στο εξής οι 'Καθ' ων η αίτηση'). - Οι δικηγόροι των Αιτητών, κατόπιν εντολής των πελατών τους, με επιστολή τους ημερομηνίας 13.03.15 και εν αγνοία τους ότι εκδόθηκαν αποφάσεις τερμάτισαν την επίμαχη συμφωνία εγγύησης. Αντίγραφο της εν λόγω επιστολής επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- - Οι Αιτητές έλαβαν γνώση για την εκδοθείσες αποφάσεις μετά από πληροφόρηση που έτυχαν από τους συνηγόρους των Καθ' ων η αίτηση με επιστολή τους ημερομηνίας 24.03.15, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Στις 29.06.15 καταχωρήθηκε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης από μέρους των Καθ' ων η αίτησης επί των ακόλουθων λόγων ένστασης: 1) Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα και/ή με υπέρμετρη καθυστέρηση. 2) Δεν παρέχονται καθόλου και/ή επαρκή και/ή βάσιμα δικαιολογητικά για την παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης. 3) Οι Αιτητές ακολούθησαν την ορθή και/ή ενδεδειγμένη διαδικασία επίδοσης με βάση τον νόμο και/ή τους θεσμούς και/ή τους αγγλικούς θεσμούς και/ή το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 16.09.
- 4) Οι Αιτητές κωλύονται από του να προβάλλουν τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην υπό κρίση αίτηση και στην ένορκο δήλωση που τη στηρίζει αυτή που αφορούν την διαδικασία επίδοσης που εφαρμόστηκε επειδή οι Αιτητές έλαβαν πραγματική γνώση και ενημερώθηκαν τόσο για την ύπαρξη της παρούσας αγωγής εναντίον τους όσο και για το περιεχόμενο αυτής και το χρονοδιάγραμμα εντός του οποίου έπρεπε να λάβουν μέτρα για αντιμετώπιση της. 5) Οι Αιτητές δεν παρουσιάζουν σοβαρούς και/ή επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν το αιτητικό. 6) Η παρούσα αίτηση αποτελεί ξεκάθαρη προσπάθεια εκ μέρους των Αιτητών να αποφύγουν και/ή να δικαιολογήσουν την παράλειψη τους να συμμορφωθούν με τις συμβατικές υποχρεώσεις τους προς τους Καθ' ων η αίτηση. 7) Η αιτούμενη ακύρωση και/ή παραμερισμός της απόφασης θα είχε ως μοναδικό σκοπό να πλήξει την απονομή της δικαιοσύνης και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί υπό τις περιστάσεις. 8) Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου, των δικαιωμάτων του αντιδίκου και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court). 9) Η υπό κρίση αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη των διαδικαστικών κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου, ενώ η ένορκη δήλωση που την συνοδεύει γίνεται από δικηγόρο και εν πάση περιπτώσει είναι παντελώς ανυπόστατη και συμπεριλαμβάνονται σε αυτή αναληθείς και παραπλανητικοί ισχυρισμοί. 10) Δεν έχουν επιδειχθεί επαρκείς λόγοι για τον παραμερισμό των αποφάσεων του Δικαστηρίου εναντίον των Αιτητών και/ή για την αναστολή της διαδικασίας, συνεπώς και η παρούσα αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. 11) Η παρούσα αίτηση είναι ελλιπής και/ή δεν στηρίζεται στην ορθή νομική βάση και/ή δεν πληρούνται οι νομικές προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. 12) Οι Αιτητές δεν έχουν καμία και/ή καμία βάσιμη υπεράσπιση στην αγωγή. 13) Η επίδοση στους Αιτητές έγινε καθόλα νόμιμα και ορθά ως το δικαστικό διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης βασίζεται στη Διαταγή 17 Κανονισμούς 2, 3, 4, 5, 6 και 10, στη Διαταγή 26 Κανονισμό 14, στη Διαταγή 33 Κανονισμό 3, στη Διαταγή 40 Κανονισμούς 2, 3, 7 και 11, στη Διαταγή 48 Κανονισμούς 1, 2 και 9(Η) και στη Διαταγή 64 Κανονισμούς 1 και 2 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 26 και 30 του Συντάγματος, στα άρθρα 3 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ.6), στο άρθρο 21 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60), στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, σε σχετική Νομολογία καθώς και στο περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης των Καθ' ων η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 29.06.15 του Μενέλαου Μενελάου, δεόντως εξουσιοδοτημένου υπαλλήλου των Καθ' ων η αίτηση, στην οποία περιέχονται γεγονότα που κατά τη γνώμη του στοιχειοθετούν τους λόγους ένστασης και κατ' επέκταση δικαιολογούν απόρριψη της υπό κρίση αίτησης. Τα εν λόγω γεγονότα συνοψίζονται στα πιο κάτω: · Όλα τα απαραίτητα έγγραφα επιδόθηκαν στον Αιτητή 1 μέσω της ιδιωτικής ταχυδρομικής εταιρείας DHL EXPRESS CYPRUS την 15.01.14 στη διεύθυνση 102 Queensway, Head Green, Gheadle, Cheshire SK8 3HD, United Kingdom, ο οποίος τα παρέλαβε προσωπικά υπογράφοντας σχετικό έντυπο. Σχετική απόδειξη επίδοσης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- · Όλα τα απαραίτητα έγγραφα επιδόθηκαν στον Αιτητή 2 μέσω της ιδιωτικής ταχυδρομικής εταιρείας DHL EXPRESS CYPRUS την 21.05.14 στη διεύθυνση 10 Eddisford Drive, Culcheth Warrington, Cheshire WA3 4EZ, United Kingdom, ο οποίος τα παρέλαβε προσωπικά υπογράφοντας σχετικό έντυπο. Σχετική απόδειξη επίδοσης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- · Με βάση τα Τεκμήρια 2 και 3 οι Αιτητές έλαβαν δεόντως γνώση για την ύπαρξη της παρούσας αγωγής εναντίον τους καθώς και για τα δικαιώματα τους σχετικά με το χρονικό πλαίσιο εντός του οποίου μπορούσαν να καταχωρήσουν εμφάνιση, πλην όμως παρέλειψαν να το πράξουν και εκδόθηκε απόφαση εναντίον τους. · Οι Αιτητές εμποδίζονται να προβάλλουν ισχυρισμούς περί μη παραλαβής των δικογράφων καθότι παρέλαβαν τα έγγραφα επίδοσης προσωπικά και προς τούτο έχουν θέσει την υπογραφή τους. · Οι Αιτητές επέδειξαν παντελή αδιαφορία καθότι από την 15.01.14 (για τον Καθ' ου η αίτηση 1) και 21.05.14 (για τον Καθ' ου η αίτηση 2) μέχρι την 29.04.15, ημερομηνία κατά την οποία καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση, δεν έλαβαν κανένα μέτρο για την προώθηση της υπεράσπισης τους. · Οι Αιτητές δεν παρέθεσαν κανένα λόγο που να δικαιολογεί την καθυστέρηση τους στη λήψη μέτρων. · Οι Αιτητές δεν αποκαλύπτουν καλόπιστη και/ή συζητήσιμη υπεράσπιση ως απαιτείται από τη νομολογία. Επ' αυτού οι Αιτητές με γενικό πληρεξούσιο έγγραφο εξουσιοδότησαν την κυρία Έμιλυ Λεμονιάτη να προβαίνει εκ μέρους και για λογαριασμό τους σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την εξασφάλιση δανείου και παραχώρηση υποθήκης υπογράφοντας γι' αυτά όλα τα απαραίτητα έγγραφα. Αντίγραφο του πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 15.06.07 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- · Η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας επειδή αποτελεί προσπάθεια των Αιτητών να αποφύγουν τις υποχρεώσεις τους προς τους Καθ' ων η αίτηση καθώς και να αναλώσουν χρόνο του Δικαστηρίου προκαλώντας αχρείαστα έξοδα και υπέρμετρη καθυστέρηση στην διεκπεραίωση της υπόθεσης. · Οι ισχυρισμοί της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την παρούσα αίτηση απορρίπτονται κατηγορηματικά στην ολότητα τους ως αόριστοι, ανυπόστατοι και άνευ αντικειμένου. · Σε περίπτωση που εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα οι Καθ' ων η αίτηση θα υποστούν υπέρμετρη αδικία στα δικαιώματα και τα συμφέροντα τους και παράλληλα θα υποστούν υπέρμετρη ζημιά αφού θα του αποστερηθεί η είσπραξη του λαβείν τους από μια νομότυπη, τελεσίδικη και άμεσα εκτελεστή δικαστική απόφαση. Κατά την ακρόαση της υπό κρίσης αίτησης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με παραπομπή σε νομολογία υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις και ισχυρισμούς τους περιοριζόμενοι σε αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων είναι καταγραμμένο στα πρακτικά και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οτιδήποτε. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι οι Αιτητές εγκατέλειψαν το αίτημα τους για έκδοση διατάγματος που να αναστέλλει την ισχύ των δικαστικών αποφάσεων που εκδόθηκαν εναντίον τους μέχρι την εκδίκαση του αιτήματος για έκδοση διατάγματος παραμερισμού τους και ως εκ τούτου αυτό απορρίπτεται λόγω μη προώθησης του. Η εξουσία του Δικαστηρίου για παραμερισμό απόφασης, η οποία εκδόθηκε χωρίς την εξέταση της υπόθεσης επί της ουσίας, παρέχεται από τη Διάταξη 17 Κανονισμό 10 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και έχει διακριτικό χαρακτήρα, η οποία θα πρέπει να ασκείται δικαστικά και στη βάση των αρχών που η νομολογία έχει καθορίσει (βλέπε Λουκαΐδου v. Γερολέμου
(2000)1Α Α.Α.Δ. 333 και Εταιρεία Βοθροκαθαριστών Λεμεσού 'Βοθροτέξ' Λτδ v. Φαντάκη
(2001)1Α Α.Α.Δ. 339). Συγκεκριμένα, ο Κανονισμός 10 της Διάταξης 17, ο οποίος είναι πανομοιότυπος με το αγγλικό O.13 r.10, σημειώνει τα εξής: "Where judgment is entered pursuant to any of the preceeding rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just." Σε ελεύθερη μετάφραση: "Όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους κανονισμούς αυτής της Διάταξης, θα είναι νόμιμο δια το Δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή να διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι." Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει δύο περιπτώσεις όπου είναι δυνατή η ακύρωση δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε λόγω παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης (Τσεσμέλογλου v. Σοφοκλέους, Πολιτική Έφεση Αρ. 205/2010, ημερομηνίας 15.01.13):
(1)Όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, όπως π.χ. επίδοση κλητηρίου εντάλματος ή ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος όχι με το δέοντα και νόμιμο τρόπο, οπότε και η απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiae.
(2)Όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε κατόπιν επίδοσης κλητηρίου εντάλματος ή ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος με τον δέοντα και νομότυπο τρόπο, ο αιτητής παρουσιάζει δια ενόρκου δηλώσεως ύπαρξη συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως βάσιμη υπεράσπιση ενώ ταυτόχρονα επεξηγεί το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης χωρίς τη συμμετοχή του. Η καλή επίδοση συνδέεται αναπόφευκτα με τη δυνατότητα του ενδιαφερομένου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο δικαστήριο. Τότε μόνο του παρέχεται η δυνατότητα να υπερασπισθεί. Πρόκειται για δικαίωμα που έχει αναχθεί σε θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα. Η μη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ή η κακή επίδοση του είναι μία από τις περιπτώσεις όπου δεν θα πρέπει να εκδοθεί απόφαση στην αγωγή. Η κακή ή αντικανονική επίδοση της αγωγής έχει ως αποτέλεσμα να μην ενημερωθεί ο εναγόμενος για τη διαδικασία εναντίον του και ως εκ τούτου το Δικαστήριο, αφού διαπιστώσει ότι η επίδοση υπήρξε κακή ή αντικανονική ή γενικότερα διαπιστώνονται λόγοι για ακύρωση στη βάση ex debito justitiae, είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση με έξοδα υπέρ του αιτητή (εναγομένου) χωρίς να τίθεται θέμα άσκησης της διακριτικής εξουσίας του (Νικόλας Γιωργαλλίδης v Χρυσόστομου Χρίστου (Ττομή)
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 247, Ιεράς Μητρόπολης Λεμεσού v Chr. P. Michaelides (Estates) Limited
(2002)1 Α.Α.Δ. 43 και J.Z. Classic Music Pro Ltd v Alkadia Music Land Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 1151). Επομένως, η κακή επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εκθεμελιώνει την κανονικότητα της διαδικασίας που ακολουθήθηκε και γι' αυτό είναι σημαντικό το Δικαστήριο να ερευνήσει εάν όντως υπήρξε καλή επίδοση και κατ' επέκταση εάν ο αιτητής έλαβε γνώση για τη δικαστική διαδικασία εναντίον του, προτού προχωρήσει και εξετάσει τους υπόλοιπους λόγους για τους οποίους ο Αιτητής ζητεί τον παραμερισμό της απόφασης. Στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 26, παράγραφος 559 σημειώνονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: "When a judgment in default of appearance or defence has been entered before the proper time, or there has been no service or no sufficient service, or it has been entered for a greater amount than in due, or there has been a breach of good faith, it will be set aside ex debito justitiae, apart from any consideration as to whether there is a good defence on the merits and the plaintiff is usually ordered to pay the costs occasioned by the judgment or order." Στον δε Τόμο 37 του ιδίου νομικού συγγράμματος και συγκεκριμένα στην παράγραφο 403 και σελίδα 297 αυτού επισημαίνονται, μεταξύ άλλων, τ' ακόλουθα: "In the case of an irregular judgment, the defendant is entitled to have it set aside ex debito justitiae and the court should not impose any terms whatever upon the defendant." Επιπλέον, στο νομικό σύγγραμμα Odger's on Pleading and Practice, 2η έκδοση στη σελίδα 58 αυτού τονίζονται, ανάμεσα σ' άλλα, τα πιο κάτω: ". where a judgment is irregularly obtained the defendant is entitled as of right to have it set aside on application by summons or by motion (under Order 2, rr.1,2). The irregularities relied on must be specified in the summons and the application must be made within a reasonable time and before any fresh step is taken after knowledge of the irregularity." Επίσης σύμφωνα με το νομικό ερμηνευτικό λεξικό Oxford Dictionary of Law, νέα έκδοση και ειδικότερα στη σελίδα 177 ο όρος ex debito justitiae σημαίνει "As a matter of right. The phrase is applied to remedies that the court is bound to give when they are claimed, as distinct from those that it has discretion to grant." Σε σχέση με την δεύτερη περίπτωση η κυπριακή νομολογία έχει υποδείξει ότι ο αιτητής για να επιτύχει παραμερισμό δικαστικής απόφασης θα πρέπει να δείξει και να πείσει ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή καλόπιστη συζητήσιμη υπόθεση και να εξηγήσει κατά τρόπο πειστικό ότι δικαιολογείται η μη εμφάνιση του στη διαδικασία, όπως και η όποια καθυστέρηση του να αποταθεί στο δικαστήριο για παραμερισμό της απόφασης. Τα κριτήρια αυτά πρέπει να συντρέχουν. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια το Δικαστήριο θα πρέπει να ισοζυγίσει δύο παράγοντες θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης, ήτοι από τη μια την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών διαδικασιών (Πατούρης v. Hellenic Bank Ltd
(2001)1Γ Α.Α.Δ. 2118). Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Εάν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απολεσθούν, με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης (βλέπε Iason Travel & Tours Ltd v. L. Pashias Travel Ltd κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 145/2010, ημερομηνίας 19.02.13). Οι πιο πάνω αρχές αναδύθηκαν μέσα από τη γνωστή αγγλική απόφαση Evans v Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, η οποία και υιοθετήθηκε σε διάφορες αποφάσεις των κυπριακών δικαστηρίων όπως στην Ioannis Kotsapas & Sons Ltd v Titan Constructions and Engineering Company
(1961)1 C.L.R. 317, στη Christophorou v Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159, στη Phylactou v Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Δ. Σκάρος v Π. Χριστοδούλου
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 291, Γιάννης άλλως Γιαννάκης Κουδουνάς v ΣΚΥΜΕ Λτδ κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 967, Γεώργιος Φρίξου Γιωργαλλίδης v Ταπελλογραφείο Κώστας Παύλου & Σία Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 1101, στην Bush κ.α. v Γιαννή
(2001)1 Α.Α.Δ. 1342 και στην Βύρων Τεγκεράκης, διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Κορίνας Τεγκεράκη (Χατζηπαναγή Γιάννη) v Δήμος Λευκωσίας
(2005)1 Α.Α.Δ. 289. Στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική 1958 (The Annual Practice 1958) και ειδικότερα στη σελίδα 227 τονίζεται πως η αίτηση πρέπει να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση η οποία πρέπει να περιέχει τέτοια μαρτυρία και πληροφορίες ώστε να πείσει επί της ουσίας για το αίτημα που υποβάλλεται δια της αίτησης, πάντοτε στη βάση των αρχών που θεμελιώνουν το εν λόγω αίτημα, όπως αυτές έχουν διαχρονικά προσδιοριστεί μέσα από τη νομολογία. Στο δε σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 37 στην παράγραφο 403 της σελίδας 296 αναγράφονται, ανάμεσα σ' άλλα, τα εξής υπό τον τίτλο 'Setting aside default judgment': ". the application must be supported by an affidavit of merits, stating the facts showing that the defendant has a defence on the merits, otherwise there may not be any point in setting it aside." Η αποκάλυψη συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης συνιστά κυριαρχικό παράγοντα κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και πρέπει να προκύπτει χωρίς το Δικαστήριο να προχωρεί σε αξιολόγηση οποιασδήποτε μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς απόδειξης ή κατάρριψης του ισχυρισμού αυτού και χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης (βλέπε Φραντζής v Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(1996)1 Α.Α.Δ. 1094). Στην υπόθεση Phylactou v Michael
(1982)1 C.L.R. 204 επισημάνθηκε ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιον του στο στάδιο της αίτησης, διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση που είναι και το βασικό κριτήριο που θα δικαιολογούσε το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Ο αιτητής έχει το βάρος να αποκαλύψει τα στοιχεία που θα συνιστούσαν την υπεράσπιση του. Το δε αποδεικτικό αυτό βάρος εξαντλείται με την παράθεση στην ένορκη δήλωση επαρκών στοιχείων για την εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή καλόπιστης συζητήσιμης υπόθεσης έστω και εάν αυτό αμφισβητείται με την ένσταση, η οποία βεβαίως στην παρούσα περίπτωση δεν λαμβάνεται υπόψη (βλέπε Χριστάκης Πίττας v Unigoods Trading Company Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1761). Παρόλο ότι το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του όταν αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, εντούτοις, όπως υποδείχτηκε στην υπόθεση Phylactou v Michael
(1982)1 C.L.R. 204, το Δικαστήριο μπορεί ν' αρνηθεί να παραμερίσει μια εκδοθείσα δικαστική απόφαση και ουσιαστικά το επανάνοιγμα μιας υπόθεσης εάν η διαγωγή του αιτούντος είναι τέτοια ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπως περαιτέρω τονίστηκε στην υπόθεση NSM Democars Ltd κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 121/2010 ημερ. 14.10.15, όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση. Σχετικές είναι και οι υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Ιακώβου κ.α.
(2001)1Α Α.Α.Δ. 457 και Kourbatova v. G. Roussos Leisure Industries Ltd
(2001)1Α Α.Α.Δ. 345. Στη δε υπόθεση Millouka Motor Trading Ltd v Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941 τονίστηκε ότι η χωρίς λόγο παράλειψη εμφάνισης και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση να αποταθεί ένας για παραμερισμό δικαστικής απόφασης μπορούν βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για απόρριψη της αίτησης παραμερισμού διαφορετικά η όλη πορεία της δικαστικής διαδικασίας θα άφηνε αιωρούμενα τα εκατέρωθεν δικαιώματα και θα ήταν δέσμια της κρίσης του εναγομένου σε σχέση με το χρόνο που ο ίδιος θα επέλεγε για να καταχωρήσει την αίτηση. Ίδια προσέγγιση υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Salamis Shipping Services Ltd v Bata (Cyprus) Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1767 χαρακτηριστικά τονίζονται τα εξής: "Ο Εναγόμενος, για να επιτύχει παραμερισμό της απόφασης, θα πρέπει να δείξει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και να εξηγήσει τη μη εμφάνιση του στη διαδικασία, όπως και την όποια καθυστέρηση του να αποταθεί στο δικαστήριο για παραμερισμό της απόφασης." Ανάλογη δε αντιμετώπιση υπήρξε και στην υπόθεση Ψαράς v. Γιάγκου, Πολιτική Έφεση Αρ. 35/2010, ημερ. 21.05.15, στην οποία και παραπέμπω. Καθοδηγούμενος από το πιο πάνω νομικό πλαίσιο στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την παρούσα αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης. Θα ασχοληθώ πρώτα με τη θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι η υπό κρίση αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη των διαδικαστικών κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου καθώς και ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση γίνεται από δικηγόρο, που είναι μέρος του ένατου λόγου ένστασης. Σε σχέση με την τοποθέτηση αυτή θα πρέπει να λεχθεί ότι ουδεμία αναφορά υπάρχει μέσα από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση. Ούτε όμως οποιαδήποτε εξήγηση ή έστω σχολιασμός γίνεται στη νομική επιχειρηματολογία της συνηγόρου των Καθ' ων η αίτηση προς διευκρίνιση του θέματος. Επομένως θεωρώ ότι η θέση αυτή έχει εγκαταλειφθεί. Επίσης αποτελεί θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι η υπό κρίση αίτηση είναι ελλιπής και/ή δεν στηρίζεται στην ορθή νομική βάση. Ο εν λόγω ισχυρισμός αποτελεί μέρος του ενδέκατου λόγου ένστασης. Ούτε η θέση αυτή των Καθ' ων η αίτηση έχει προωθηθεί καθ' οιονδήποτε καθότι καμία αναφορά γίνεται τόσο στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση όσο και στην αγόρευση της συνηγόρου των Καθ' ων η αίτηση που να διευκρινίζει τι είναι αυτό που κατά τη γνώμη των Καθ' ων η αίτηση η αίτηση καθιστά την υπό κρίση αίτηση να εδράζεται σε λανθασμένη ή ελλιπή νομική βάση και παράλληλα τεκμηριώνοντας την εν λόγω τοποθέτηση τους. Με αυτά τα δεδομένα ο λόγος αυτός ένστασης απορρίπτεται ως εγκαταλειφθείς. Με τον τέταρτο λόγο ένστασης οι Καθ' ων η αίτηση παραπονιούνται ότι οι Αιτητές κωλύονται από του να προβάλλουν τους ισχυρισμούς τους επειδή επιδόθηκαν τα ορθά έγγραφα στους Αιτητές, οι οποίοι έλαβαν πραγματική γνώση και ενημερώθηκαν τόσο για την ύπαρξη της παρούσας αγωγής εναντίον τους όσο και για το περιεχόμενο αυτής και το χρονοδιάγραμμα εντός του οποίου έπρεπε να λάβουν μέτρα για αντιμετώπιση της. Θεωρώ ότι δεν υφίσταται θέμα κωλύματος αλλά κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις που η νομολογία θέτει σχετικά με το θέμα που η παρούσα αίτηση πραγματεύεται. Οι Αιτητές δεν εμποδίζονται να καταχωρήσουν την παρούσα αίτηση και το εάν οι λόγοι που προβάλουν δικαιολογούν την επιτυχία της είναι αποτέλεσμα εξέτασης της στη βάση των περιστατικών και δεδομένων που παρουσιάζονται. Συνεπώς, ο λόγος αυτός ένστασης δε ευσταθεί. Μέσα από τον έκτο λόγο ένστασης οι Καθ' ων η αίτηση επικαλούνται ότι η παρούσα αίτηση αποτελεί ξεκάθαρη προσπάθεια εκ μέρους των Αιτητών να αποφύγουν και/ή να δικαιολογήσουν την παράλειψη τους να συμμορφωθούν με τις συμβατικές υποχρεώσεις τους προς τους Καθ' ων η αίτηση. Δεν θεωρώ ότι υφίσταται τέτοιο θέμα. Αποτελεί δικαίωμα των Αιτητών η καταχώρηση και προώθηση τέτοιας αίτησης δυνάμει των προνοιών της Διάταξης 17 Κανονισμό 10 των Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών. Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός ένστασης απορρίπτεται ως ανυπόστατος. Επιπλέον θέση των Καθ' ων η αίτηση δια του όγδοου λόγου ένστασης είναι ότι η καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και των δικαιωμάτων του αντιδίκου καθώς και ότι συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας (abuse of the process of the court). Το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται τη θέση αυτή. Όπως έχει ήδη λεχθεί, οι Αιτητές έχουν δικαίωμα καταχώρησης της παρούσας αίτησης δυνάμει της Διάταξης 17 Κανονισμό
- Η δικαιωματική καταχώρηση της αίτησης επί των λόγων ότι οι Αιτητές δεν έλαβαν γνώση της αγωγής και ότι επειδή θεωρούν ότι έχουν συζητήσιμη ή εκ πρώτης όψεως βάσιμη υπεράσπιση και ότι κατά τη γνώμη τους ενέργησαν χωρίς καθυστέρηση, δεν αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και ούτε αποτελεί κάποια μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου ή των δικαιωμάτων των Καθ' ων η αίτηση. Ως εκ τούτου, ο λόγος αυτός ένστασης δεν ευσταθεί και χωρίς δεύτερη σκέψη απορρίπτεται. Θα εξετάσω ευθύς τους υπόλοιπους λόγους ένστασης μαζί (ήτοι τους λόγους ένστασης 1, 2, 3, 5, 7, μέρος του 9, 10, μέρος του 11, 12 και 13) επειδή όλοι παραπέμπουν στους παράγοντες που επενεργούν στην κρίση του Δικαστηρίου προκειμένου να αποφασίσει για την ουσία της υπό κρίση αίτησης. Εξ' όσον γίνεται αντιληπτό είναι θέσεις των Αιτητών ότι δεν τους επιδόθηκαν τα έγγραφα της αγωγής και εν πάση περιπτώσει έχουν πολύ καλή υπεράσπιση και ότι ενέργησαν χωρίς καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης με αποτέλεσμα να επικαλούνται ότι δικαιούνται στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Οι πιο πάνω τοποθετήσεις των Αιτητών επιβάλλουν την εξέταση και των δύο περιπτώσεων όπου είναι δυνατή η ακύρωση δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε λόγω παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης. Θα ασχοληθώ πρώτα με το ενδεχόμενο παραμερισμού δικαστικής απόφασης στη βάση ex debito justitiae. Είναι η θέση των Αιτητών ότι τα έγγραφα της αγωγής είχαν σταλεί σε διευθύνσεις που διέμεναν στο παρελθόν αλλά εγκατέλειψαν, ο μεν Αιτητής 1 από τον Νοέμβριο 2007 και ο δε Αιτητής 2 από το έτος 2009, κατοικώντας από τότε μέχρι σήμερα σε διαφορετικές διευθύνσεις τις οποίες καταγράφουν στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, με αποτέλεσμα να μην ενημερωθούν για τη διαδικασία που εγέρθηκε εναντίον τους. Προς επίρρωση της θέσης τους αυτής οι Αιτητές παρουσιάζουν από ένα γραπτό ηλεκτρονικό μήνυμα τους αμφότερα ημερομηνίας 01.04.15 προς κάποιον Neil Heaney καθώς και επιστολή του δικηγόρου τους ημερομηνίας 13.04.
- Κατ' αρχήν θα πρέπει να λεχθεί ότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση, στις 18.11.13 εκδόθηκε δικαστικό διάταγμα που διέταζε την επίδοση των εγγράφων αγωγής στους Αιτητές εκτός δικαιοδοσίας στις διευθύνσεις που καταγράφονται στο εν λόγω διάταγμα με τη χρήση της ιδιωτικής ταχυδρομικής εταιρείας DHL EXPRESS CYPRUS LTD, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε από τους Αιτητές. Εξάλλου αντίγραφο του δικαστικού διατάγματος επισυνάπτεται ως τεκμήριο στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Ακόμη θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν αμφισβητείται από τους Αιτητές ότι τα έγγραφα της αγωγής αποστάληκαν στις διευθύνσεις που καταγράφονται στο εν λόγω δικαστικό διάταγμα στις 15.01.14 και στις 21.05.14 αντίστοιχα, ως οι οδηγίες του διατάγματος. Οι Αιτητές επικαλούνται ότι κατά το χρόνο αποστολής των εγγράφων αγωγής αυτοί διέμεναν σε διαφορετικές διευθύνσεις με αποτέλεσμα να μην λάβουν γνώση του περιεχομένου τους. Ωστόσο πρόκειται για ένα γενικό και αόριστο ισχυρισμό. Για να μπορούσε ο ισχυρισμός αυτός να είχε δόση αξιοπιστίας και κατ' επέκταση να φαίνεται πειστικός απέναντι στο Δικαστήριο θα έπρεπε αμφότεροι Αιτητές να προσκομίσουν στοιχεία που να φανερώνουν διαμονή τους σε υποστατικό στη διεύθυνση που έκαστος επικαλείται ότι κατοικούσε την περίοδο αποστολής των εγγράφων αγωγής όπως για παράδειγμα λογαριασμοί ή αποδείξεις πληρωμών υποστατικού στις επικαλούμενες διευθύνσεις αναφορικά με κοινής ωφελείας υπηρεσίες (utilities services) τηλεφωνίας, ηλεκτρικού ρεύματος, νερού ή γκαζιού. Τέτοια έγγραφα όμως οι Αιτητές δεν έχουν παρουσιάσει. Η από μέρους τους επίκληση για αποστολή δύο πανομοιότυπων γραπτών ηλεκτρονικών μηνυμάτων ημερομηνίας 01.04.15 προς το ίδιο πρόσωπο, που δεν είναι γνωστό εάν είναι υπαρκτό, τα οποία απλά καταγράφουν τη διεύθυνση που έκαστος Αιτητής επικαλείται ότι τότε διέμενε δεν σημαίνει οτιδήποτε και συνεπώς δεν έχουν οποιαδήποτε βαρύτητα. Ούτε η αποστολή επιστολής ημερομηνίας 13.03.15 του δικηγορικού γραφείου των Αιτητών στους Καθ' ων η αίτηση αποδεικνύει κάτι σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Αντίθετα, αυτό που οι Καθ' ων η αίτηση έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως τεκμήρια στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την ένσταση τους, είναι έγγραφα της πιο πάνω ιδιωτικής ταχυδρομικής εταιρείας που πιστοποιούν προσωπική επίδοση των εγγράφων αγωγής περιλαμβανομένου και του δικαστικού διατάγματος στους Αιτητές στις διευθύνσεις που σημειώνονται στο εν λόγω διάταγμα και οι Αιτητές αναγνωρίζουν ότι διέμεναν ο καθένας σ' αυτή που του καταλογίζεται, με τη διαφοροποίηση όμως ότι αυτό ήταν σε προγενέστερο χρονικό διάστημα ως είναι η θέση τους. Τα ίδια στοιχεία ακόμη πιστοποιούν ότι τα έγγραφα της αγωγής επιδόθηκαν στους Αιτητές στις 15.01.14 και ώρα 11:15 π.μ. και 21.05.14 και ώρα 13:57 μ.μ., οι οποίοι τα παρέλαβαν προσωπικά βεβαιώνοντας την παραλαβή με την υπογραφή τους σε σχετικό έντυπο. Όλα αυτά τα αποδεικτικά στοιχεία επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση και αποτελούν τη θέση των Καθ' ων η αίτηση δεν έχουν αντικρουστεί από τους Αιτητές. Η δε θέση των Αιτητών δεν μπορεί να γίνει δεκτή για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί πιο πάνω. Στη βάση των πιο πάνω καταλήγω ότι τα έγγραφα της αγωγής επιδόθηκαν προσωπικά και δεόντως στους Αιτητές, ως το δικαστικό διάταγμα, οι οποίοι έλαβαν γνώση του περιεχομένου τους. Κατ' επέκταση οι Αιτητές ενημερώθηκαν για την ύπαρξη αγωγής εναντίον τους. Εφόσον το δικαστικό διάταγμα, ένα από τα έγγραφα που επιδόθηκε προσωπικά στους Αιτητές, περιέχει σαφείς και ρητές οδηγίες για καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης από τους Αιτητές εντός 30 ημερών από την επίδοση των εγγράφων αγωγής, οι Αιτητές έλαβαν ακόμη γνώση για το χρόνο που είχαν στη διάθεση τους για να λάβουν μέρος στη διαδικασία προβαίνοντας στα δέοντα δικονομικά διαβήματα. Στη συνέχεια θα εξετάσω θέμα ύπαρξης εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης. Η διαπίστωση για ύπαρξη εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης προϋποθέτει σε κάποιο βαθμό αποκάλυψη θετικών γεγονότων που να καθιστούν λογικοφανή και κατ' επέκταση πειστικό το πλαίσιο υπεράσπισης του προσώπου που ζητεί τον παραμερισμό δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του. Το Δικαστήριο αναζητεί κάποιου βαθμού μαρτυρικό υπόβαθρο όχι για να το αξιολογήσει και ούτε για να υπεισέλθει στην ουσία της υπεράσπισης αλλά απλά και μόνο για να διαπιστώσει αν υπάρχει καλόπιστη συζητήσιμη υπόθεση. Προς το σκοπό αυτό έχω μελετήσει την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. Από το περιεχόμενο της προκύπτει ότι υπεράσπιση των Αιτητών εστιάζεται στα εξής σημεία: Ø Η επίδικη συμφωνία δανείου, της οποίας οι Αιτητές παρουσιάζονται ως εγγυητές, αφορούσε ελβετικό φράγκο και όχι ευρώ που είναι το επίσημο νόμισμα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ø Δεν τηρήθηκαν οι δέουσες νόμιμες διαδικασίες και δεν δόθηκαν οι δέουσες και απαραίτητες προειδοποιήσεις στους Αιτητές. Ø Ως αποτέλεσμα των δύο πιο πάνω πτυχών, η συμφωνία δανείου είναι άκυρη και δεν παράγει νόμιμα αποτελέσματα. Ø Οι Αιτητές ουδέποτε υπέγραψαν προσωπικά οποιονδήποτε έγγραφο εγγύησης και οποιοδήποτε έγγραφο υπογράφτηκε έγινε από άλλο άτομο χωρίς τη συγκατάθεση τους. Ø Η συμφωνία εγγύησης είναι άκυρη και μη δεσμευτική επειδή ουδέποτε επεξηγήθηκε στους Αιτητές το περιεχόμενο της συμφωνίας εγγύησης, ουδέποτε τους δόθηκε η ευκαιρία να τύχουν ανεξάρτητης νομικής συμβουλής και ουδέποτε ενημερώθηκαν σχετικά με τον τρόπο χειρισμού του πρωτοφειλέτη από τους Καθ' ων η αίτηση. Θα πρέπει να λεχθεί ότι οι πιο πάνω τοποθετήσεις παραπέμπουν σε γενικές θέσεις υπεράσπισης. Συγκεκριμένα είναι η θέση των Αιτητών ότι η συμφωνία δανείου αφορούσε ξένο νόμισμα χωρίς όμως να εξηγείται τι μεμπτό ή επιλήψιμο υπάρχει εις βάρος των Καθ' ων η αίτηση επειδή η συμφωνία δανείου σχετίζεται με ελβετικό φράγκο και όχι ευρώ. Είναι επίσης θέσεις των Αιτητών ότι δεν τηρήθηκαν οι δέουσες διαδικασίες και δεν δόθηκαν οι απαραίτητες προειδοποιήσεις στους Αιτητές με αποτέλεσμα η συμφωνία δανείου να είναι άκυρη. Ουδεμία όμως λεπτομέρεια δίδεται και καμία πληροφορία παρέχεται για οποιαδήποτε από αυτά. Οι πιο πάνω θέσεις των Αιτητών τέθηκαν με νεφελώδες και καθόλου πειστικό τρόπο και χωρίς την αναγκαία στήριξη, συνθέτοντας έτσι ένα ομιχλώδες περιεχόμενο υπεράσπισης. Δεν υπάρχει τίποτε το απτό και συγκεκριμένο. Ακόμη δεν παρατίθενται θετικά γεγονότα με τρόπο πειστικό. Η προβαλλόμενη υπεράσπιση δεν εδράζεται σε σταθερό πραγματικό υπόβαθρο από το οποίο θα προέκυπτε ένα πειστικό πλαίσιο, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι απαιτείται απόδειξη του. Οι εν λόγω ισχυρισμοί παρέμειναν νομικές θέσεις χωρίς πνοή και δίχως βαρύτητα. Όσον αφορά τη θέση των Αιτητών ότι δεν υπέγραψαν οποιονδήποτε έγγραφο εγγύησης και αν υπάρχει τέτοιο έγγραφο υπογράφτηκε από άλλο άτομο χωρίς τη συγκατάθεση τους, παρατηρώ ότι υπάρχει υπογεγραμμένο από τους Αιτητές γενικό πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 15.06.07 στην παρουσία πιστοποιούντος υπαλλήλου με το οποίο διόρισαν την δικηγόρο Έμιλυ Λεμονιάτη να ενεργεί εκ μέρους και για λογαριασμό τους περιλαμβανομένου των τραπεζικών θεμάτων, πράγμα που φαίνεται ότι έπραξε κατά τον ουσιώδη χρόνο της αγωγής και ειδικότερα στις 16.07.07 που φαίνεται να είναι η ημερομηνία υπογραφής της επικαλούμενης συμφωνίας εγγύησης, η οποία φαίνεται να βασίζεται στην επικαλούμενη συμφωνία δανείου ιδίας ημερομηνίας που συνομολογήθηκε μεταξύ των Καθ' ων η αίτηση και της Εναγομένης
- Τα εν λόγω έγγραφα βρίσκονται στον δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης αυτής, τον οποίο και ανάτρεξα για σκοπούς καλύτερης ενημέρωσης στα πλαίσια εξέτασης της παρούσας αίτησης. Το εν λόγω πληρεξούσιο έγγραφο επισυνάπτεται ως τεκμήριο στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, η νομιμότητα και εγκυρότητα του οποίου δεν αμφισβητήθηκε από τους Αιτητές. Ούτε οι Αιτητές ανάφεραν ότι έχουν παράπονο από την πιο πάνω δικηγόρο που ενεργούσε ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπο τους δυνάμει σχετικού πληρεξουσίου εγγράφου. Αυτά τα δεδομένα απογυμνώνουν την υπεράσπιση από το στοιχείο βάσιμου ερείσματος που αν υπήρχαν θα την καθιστούσαν λογικοφανή και κατ' επέκταση συζητήσιμη σε ότι αφορά το θέμα αυτό. Σε σχέση με τη θέση των Αιτητών ότι η συμφωνία εγγύησης είναι άκυρη και μη δεσμευτική επειδή ουδέποτε επεξηγήθηκε στους Αιτητές το περιεχόμενο της συμφωνίας εγγύησης, ουδέποτε τους δόθηκε η ευκαιρία να τύχουν ανεξάρτητης νομικής συμβουλής και ουδέποτε ενημερώθηκαν σχετικά με τον τρόπο χειρισμού του πρωτοφειλέτη από τους Καθ' ων η αίτηση, ούτε αυτή φαίνεται να έχει βάσιμο έρεισμα υπό το φως της αδιαμφισβήτητης εμπλοκής και του ρόλου που διαδραμάτιζε η πιο πάνω δικηγόρος εκ μέρους και για λογαριασμό των Αιτητών καθώς και το ότι αποστάληκε στους Αιτητές στις επίμαχες διευθύνσεις επιστολή ημερομηνίας 20.01.12 με την οποίαν οι Καθ' ων η αίτηση φαίνεται να τους ενημέρωναν, υπό την ιδιότητα των εγγυητών, για την πορεία της συμφωνίας δανείου της Εναγομένης 1 που φαίνεται να ήταν η πρωτοφειλέτιδα. Οι επιστολές αυτές επίσης περιέχονται στο δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης που ανάτρεξα. Συνοψίζοντας, τα πιο πάνω δεδομένα δεν αναδεικνύουν στοιχείο καλόπιστης συζητήσιμης υπεράσπισης και ούτε αποκαλύπτουν εκ πρώτης όψεως βάσιμη υπεράσπιση αλλά περιορίζονται στην παρουσίαση ενός γενικού και σκιώδους πλαισίου υπεράσπισης, με αποτέλεσμα το εν λόγω κριτήριο να μην ικανοποιείται. Παρά την προδιαγραφόμενη κατάληξη της παρούσας αίτησης, θα εξετάσω, εκ του περισσού θα έλεγα, κατά πόσο οι Αιτητές δικαιολογούν την μη εμφάνιση τους στη διαδικασία καθώς και την όποια τυχόν καθυστέρηση τους να αποταθούν στο δικαστήριο για παραμερισμό της απόφασης. Αυτό γίνεται σε περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί εσφαλμένη η πιο πάνω προσέγγιση του Δικαστηρίου σε ανώτερο επίπεδο δικαστικής κρίσης. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό σημειώνεται ότι στις 15.01.14 και 20.05.14 αντίστοιχα επιδόθηκαν δεόντως στους Αιτητές τα απαραίτητα έγγραφα της αγωγής ως οι πρόνοιες του δικαστικού διατάγματος και οι διατάξεις των δικονομικών θεσμών, οι οποίοι και έλαβαν γνώση του περιεχομένου τους. Επιπλέον οι Αιτητές γνώριζαν το χρονοδιάγραμμα εντός του οποίου μπορούσαν να καταχωρήσουν εμφάνιση και να λάβουν έτσι μέρος στη διαδικασία αποτρέποντας να εκδοθεί ερήμην τους δικαστική απόφαση. Παρά ταύτα δεν προβαίνουν σε οποιαδήποτε τέτοια ενέργεια και δεν εξηγούν το λόγο γι' αυτή τους την απόφαση. Συνεπώς οι Αιτητές παραμένουν εκτεθειμένοι στην παροχή πειστικής εξήγησης για την επιλογή τους να μην λάβουν μέρος στη διαδικασία της παρούσας αγωγής. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η διαγωγή των Αιτητών είναι ασυγχώρητα αδικαιολόγητη και τέτοια που αν επικροτηθεί θα πλήξει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Η αδιαφορία και επιπολαιότητα που οι Αιτητές επέδειξαν αγγίζουν τα όρια της περιφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας αλλά και έλλειψης σεβασμού στα δικαιώματα των Καθ' ων η αίτηση. Τυχόν έγκριση του αιτουμένου διατάγματος, κάτω από τις προαναφερόμενες συνθήκες και περιστάσεις, θα διαβιβάσει το εσφαλμένο μήνυμα ότι η πορεία της δικαστικής διαδικασίας είναι δέσμια της κρίσης των Αιτητών ως προς το χρόνο που επιλέγουν για να προωθήσουν την παρούσα αίτηση και ότι όποτε το θελήσουν μπορούν να εγκλωβίσουν δικαιώματα των υπολοίπων διαδίκων. Στη βάση των προαναφερομένων δεν ικανοποιείται ούτε αυτή η προϋπόθεση. Κατά συνέπεια, οι λόγοι ένστασης 1, 2, 3, 5, 7, μέρος του 9, 10, μέρος του 11, 12 και 13, επιτυγχάνουν. Ισοζυγίζοντας με μεγάλη προσοχή και προβληματισμό τους δύο θεμελιώδεις παράγοντες για την απονομή της δικαιοσύνης στη βάση των περιστατικών της παρούσας υπόθεσης, το Δικαστήριο γνωρίζει ότι το δικαίωμα των Αιτητών να ακουστούν είναι κατοχυρωμένο από το άρθρο 30.3(β) και (γ) του Συντάγματος. Την ίδια στιγμή ωστόσο δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι και το δικαίωμα των Καθ' ων η αίτηση να έχουν εκδίκαση της υπόθεσης τους εντός εύλογου χρονικού διαστήματος διασφαλίζεται από το Σύνταγμα και ειδικότερα από τα άρθρο 30.
- Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Ψαράς v. Γιάγκου, Πολιτική Έφεση Αρ. 35/2010, ημερ. 21.05.15, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Το δικαίωμα του εφεσείοντα να ακουσθεί - το οποίο επικαλείται - διασφαλίζεται από το Άρθρο 30.3(β) και (γ) του Συντάγματος. Ωστόσο αυτό το δικαίωμα πρέπει να συμβαδίζει με το δικαίωμα της ακρόασης μέσα σε εύλογο χρόνο. Έχει δε νομολογηθεί η απονομή της δικαιοσύνης μέσα σε εύλογο χρόνο, η οποία διασφαλίζεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος, συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου και συγχρόνως εχέγγυο για τη διασφάλιση της λειτουργικότητας της δικαστικής εξουσίας (Αρέστη ν. Ηλία
(1991)1 ΑΑΔ 984, 988). Στον τομέα αυτό η νομολογία μας είναι ταυτόσημη με εκείνη του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων η οποία έχει διαμορφωθεί κατά την ερμηνεία του Άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων το οποίο αντιστοιχεί με το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Σύμφωνα λοιπόν με την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ο σκοπός της σχετικής διασφάλισης είναι να προστατεύσει τους διαδίκους από υπερβολικές διαδικαστικές καθυστερήσεις (Strogmuller v. Austria, Series A, Publications of the European Court of Human Rights, 1969, σελ. 40). Η διασφάλιση υπογραμμίζει την σπουδαιότητα απονομής της δικαιοσύνης χωρίς καθυστερήσεις οι οποίες θέτουν σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία της (H. v. France, Series A, 162-A, Publications of the European Court of Human Rights, παραγ. 58
(1989)). Παρόλο ότι μπορεί να λεχθεί ότι υπεύθυνοι για την πρόοδο της πολιτικής διαδικασίας είναι οι διάδικοι αυτό δεν απαλλάσσει τα δικαστήρια από την ευθύνη να διασφαλίσουν συμμόρφωση με το Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Union Alimentaria Sanders SA v. Spain, Series A, 157, Publications of the European Court of Human Rights, παραγ. 35
(1989))." Υπό το φως των πιο πάνω και για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω κρίνω ότι θα πρέπει να ασκήσω τη διακριτική μου εξουσία υπέρ της απόρριψης της παρούσας αίτησης. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων-Καθ' ων η αίτηση και εναντίον των Εναγομένων 2 και 3-Αιτητών 1 και 2. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other/Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Ενδιάμεση Απόφαση/Αίτηση Παραμερισμού Δικαστικής Απόφασης/ Διάταξη 17 Κανονισμός 10 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο