← Κύπρος

ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΝΔΡΕΑΣ ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1201/2015, 10/5/2016

ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΝΔΡΕΑΣ ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1201/2015, 10/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A103 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1201/2015 Μεταξύ: ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΝΔΡΕΑΣ, εκ Καλαμάτας 10, 8047 Άγιος Θεόδωρος, Πάφος Ενάγοντα και

  1. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, δια του Ειδικού Διαχειριστή και/ή Ειδικής Διαχειρίστριας και/ή οποιουδήποτε άλλου εξουσιοδοτημένου προσώπου δυνάμει του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/2013 και/ή δυνάμει οποιουδήποτε άλλου Νόμου και/ή Κανονισμού, εκ λεωφόρος Τζων Κέννεντυ 80, 1076 Λευκωσία
  2. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, εκ λεωφόρος Τζων Κέννεντυ 80, 1076 Λευκωσία
  3. ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ, εκ λεωφόρος Τζων Κέννεντυ 80, 1076 Λευκωσία
  4. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΔΙΑ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ, εκ Λευκωσίας Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 30.10.15 για παραμερισμό μέρους του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος που πάσχει από παρατυπία Ημερομηνία: 10.05.16 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενη 3-Αιτήτρια: κα Ε. Κωνσταντινίδου για κ.κ. Α. Ευαγγέλου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. (κ. Κυπριανίδης για ν΄ακούσει Απόφαση) Για Ενάγοντα-Καθ' ου η αίτηση: κος Δ. Δανιήλ για κα Χ. Χριστοφή ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή είναι υπόθεση αξιογράφων και ο Ενάγοντας αξιώνει εναντίον όλων των εναγομένων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα διάφορα διατάγματα ακύρωσης σύμβασης αγοράς τους συνολικής αξίας €62.000, διάταγμα επιστροφής ποσού ύψους €62.000 πλέον τόκο από την ημερομηνία καταβολής του, αποζημιώσεις λόγω ζημιών που ισχυρίζεται ότι υπέστη ως ιδιοκτήτης και/ή κάτοχος και/ή δικαιούχος των εν λόγω αξιογράφων, τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις, νόμιμο τόκο επί επιδικαζομένων ποσών καθώς και τα έξοδα της αγωγής. Ανάμεσα στις διάφορες βάσεις αγωγής στις οποίες εδράζονται οι αξιώσεις και θεραπείες του Ενάγοντα που ο ίδιος επικαλείται μέσα από το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα είναι δόλος και απάτη. Οι εν λόγω αξιώσεις προβάλλονται στην παράγραφο 12 της έκθεσης απαίτησης ενώ θεραπείες βασιζόμενες στους εν λόγω ισχυρισμούς διεκδικούνται υπό τα σημεία (Α), (Δ) και (ΣΤ) του παρακλητικού αυτής. Με την παρούσα δια κλήσεως αίτηση η Εναγόμενη 3 (στο εξής η 'Αιτήτρια') αιτείται την έκδοση διατάγματος με το οποίο να παραμερίζεται και/ή να διαγράφεται το μέρος του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος που κατ' ισχυρισμό πάσχει από ουσιώδη παρατυπία επειδή σ' αυτό εγείρονται ισχυρισμοί για δόλο και/ή απάτη κατά παράβαση των προνοιών της Διαταγής 2 Κανονισμού
  5. Διαζευκτικά η Αιτήτρια ζητεί, για τον ίδιο με πιο πάνω λόγο, την έκδοση διατάγματος που να παραμερίζει και/ή διαγράφει τον πιο πάνω τύπο κλητηρίου εντάλματος και παράλληλα να διατάζει την καταχώρηση γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. Επιπλέον η Αιτήτρια ζητεί την έκδοση διατάγματος που να θεραπεύει την παρατυπία που ισχυρίζεται ότι υπάρχει στο καταχωρημένο ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα καθώς επίσης αιτείται την έκδοση διατάγματος με το οποίο να της χορηγείται παράταση χρόνου στην καταχώρηση υπεράσπισης μέχρι την εκδίκαση της αίτησης αυτής. Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στη Διαταγή 1, στη Διαταγή 2 Κανονισμούς 1 και 6, στη Διαταγή 48 Κανονισμούς 1, 2, 3, 7, 8 και 9(u), στη Διαταγή 59 και στη Διαταγή 64 Κανονισμούς 1 και 2 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σε οποιαδήποτε άλλη σχετική νομολογία, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η παρούσα αίτηση δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση αλλά τα γεγονότα που σύμφωνα με την Αιτήτρια δικαιολογούν την επιτυχία της σημειώνονται στο σώμα της αίτησης. Συγκεκριμένα γίνεται αναφορά στο ότι στις 13.07.15 καταχωρίστηκε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, το οποίο επιδόθηκε στην Εναγόμενη 3 στις 22.07.15 με την τελευταία να καταχωρεί σημείωμα εμφάνισης στις 30.07.
  6. Επίσης αναφέρεται ότι στις 30.09.15 ο Ενάγοντας καταχώρισε αίτηση για απόφαση εναντίον της Αιτήτριας λόγω μη καταχώρησης έκθεσης υπεράσπισης. Παράλληλα παρέχεται ο λόγος που η παρούσα αίτηση έχει καταχωρηθεί, η οποία, σύμφωνα με την Αιτήτρια, προωθήθηκε μόλις η κατ' ισχυρισμό παρατυπία περιήλθε στη γνώση της και προτού αυτή προβεί σε οποιοδήποτε νέο διάβημα. Στις 09.02.16 καταχωρήθηκε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης από μέρους του Ενάγοντα (στο εξής ο 'Καθ' ου η αίτησης'), της οποίας οι λόγοι ένστασης όταν ομαδοποιηθούν συνοψίζονται στους πιο κάτω: 1) Η αίτηση είναι κακόβουλη και αστήριχτη και έχει ως μοναδικό στόχο την κατάχρηση της διαδικασίας αφού αποτελεί άσκοπο δικονομικό μέτρο. 2) Η αίτηση έχει καταχωρηθεί με υπέρμετρη καθυστέρηση χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε εξήγηση. 3) Η αίτηση είναι παράτυπη επειδή δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση και δεν υποστηρίζεται από μαρτυρία. 4) Ο Καθ' ου η αίτηση ορθά και/ή νομικά επιτρεπτά βάσει των θεσμών πολιτικής δικονομίας καταχώρησε κλητήριο ένταλμα ειδικώς οπισθογραφημένο. 5) Η αίτηση έχει σκοπό να πλήξει τα συμφέροντα και δικαιώματα του Καθ' ου η αίτηση. 6) Τυχόν παρατυπία είναι θεραπεύσιμη και δεν οδηγεί σε ακυρότητα της αγωγής. 7) Διαγραφή του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος παραβιάζει τα δικαιώματα του Καθ' ου η αίτηση αφού θα εμποδιστεί να προωθήσει τους ισχυρισμούς του, ο οποίος θα υποστεί υπέρμετρη και αχρείαστη οικονομική ζημιά. 8) Η καταχώρηση ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος δεν επιφέρει οποιαδήποτε ζημιά και δεν επηρεάζει τα δικαιώματα της Αιτήτριας. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης βασίζεται στη Διαταγή 38 Κανονισμούς 1-6, στη Διαταγή 39 Κανονισμό 1, στη Διαταγή 48 Κανονισμούς 1-4, στη Διαταγή 51 και στον Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 3) Διαδικαστικό Κανονισμό του 1999 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 09.02.16 του Καθ' ου η αίτηση, στην οποία περιέχονται γεγονότα που κατά τη γνώμη του στοιχειοθετούν τους λόγους ένστασης και κατ' επέκταση δικαιολογούν απόρριψη της υπό κρίση αίτησης. Τα εν λόγω γεγονότα περιληπτικά είναι τα εξής: · Η αγωγή έχει νομότυπα εγερθεί σε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και η παρούσα αίτηση αποτελεί άσκοπο δικονομικό μέτρο ενόψει του ότι η υπόθεση εδράζεται σε πολλαπλές βάσεις αγωγής και όχι αποκλειστικά σε δόλο. · Η υπό κρίση αίτηση έχει προωθηθεί με υπέρμετρη καθυστέρηση χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση και στοχεύει στην καθυστέρηση της διαδικασίας και κατ' επέκταση στην έκδοση απόφασης ως η έκθεση απαίτησης λόγω μη καταχώρησης έκθεσης υπεράσπισης ενόψει σχετικής αίτησης ημερομηνίας 30.09.15 που εκκρεμεί. · Όπως ο Καθ' ου η αίτηση πληροφορείται από τη δικηγόρο του, υπάρχει διακριτική ευχέρεια επιλογής του τύπου κλητηρίου εντάλματος και δεδομένου της εκκαθαρισμένης απαίτησης η καταχώριση ειδικού οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος είναι καθ' όλα νόμιμη και βάσιμη και δεν επηρεάζει τα δικαιώματα των εναγομένων. · Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη επειδή δεν υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ή μαρτυρία όπου να δίδονται σαφείς και επαρκείς λόγοι για την καταχώρηση της εν λόγω αίτησης. · Η παρούσα αίτηση σκοπεύει να πλήξει τα συμφέροντα και δικαιώματα του Καθ' ου η αίτηση καθότι η καταχώρηση της καθυστερεί την έκδοση απόφασης. · Η οποιαδήποτε τυχόν παρατυπία ή ισχυριζόμενη παρατυπία δύναται να θεραπευτεί με την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου με σκοπό την απονομή της δικαιοσύνης και επειδή κάτι τέτοιο είναι ορθό, δίκαιο και πρέπον υπό τις περιστάσεις. · Ενδεχόμενη διαγραφή του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος θα προκαλέσει αχρείαστα έξοδα και κατ' επέκταση υπέρμετρη οικονομική ζημιά στον Καθ' ου η αίτηση, τον οποίο παράλληλα θα εμποδίσει να προωθήσει τους ισχυρισμούς του εναντίον των εναγομένων της υπόθεσης. Κατά την ακρόαση της υπό κρίσης αίτησης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με παραπομπή σε νομολογία υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις και ισχυρισμούς των πελατών τους περιοριζόμενοι σε αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων είναι καταγραμμένο στα πρακτικά και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οτιδήποτε. Η έναρξη δικαστικής διαδικασίας σε αγωγή σηματοδοτείται με την καταχώριση κλητηρίου εντάλματος εκτός εάν προνοείται εναλλακτικό μέτρο σε οποιαδήποτε νομοθεσία. Σχετικές είναι οι Διαταγή 1 Κανονισμός 2 και η Διαταγή 2 Κανονισμός 1 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στις οποίες και παραπέμπω. Υπάρχουν δύο ειδών δικογραφικά έντυπα κλητηρίου εντάλματος και συγκεκριμένα ο Τύπος 1 που είναι γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και ο Τύπος 2 που είναι ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Μέσα από τη χρήση ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος ακολουθείται μία γρηγορότερη διαδικασία σε σύγκριση με αυτή που εμπεριέχει τη χρήση γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος αφού το ίδιο έγγραφο στο οποίο είναι ενσωματωμένη η έκθεση απαίτησης επιδίδεται στον εναγόμενο σε αντίθεση με τον Τύπο 1 του κλητηρίου εντάλματος όπου πρώτα αυτό επιδίδεται στον εναγόμενο και στη συνέχεια του επιδίδεται η έκθεση απαίτησης ως ξεχωριστό έγγραφο. Όταν ο ενάγοντας δεν διαθέτει όλες τις πληροφορίες για τη σύνταξη της έκθεσης απαίτησης προσφέρεται η επιλογή χρήσης του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. Εκτός όμως από αυτήν την περίπτωση, η γενική οπισθογράφηση δεν εξυπηρετεί οποιαδήποτε χρησιμότητα αλλά θα έλεγα ότι αποτελεί πηγή καθυστέρησης και δημιουργίας αχρείαστων εξόδων. Η διάκριση μεταξύ γενικώς και ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος προκύπτει από τις πρόνοιες της Διαταγής 2 Κανονισμό 6, το περιεχόμενο των οποίων έχει ως εξής: "
  7. In actions—

(1)Where the plaintiff seeks to recover a debt or liquidated demand in money payable by the defendant, with or without interest, arising— (
  1. a)upon a bond or upon a contract, express or implied (as, for instance, on a bill of exchange, promissory note or cheque, or other contract debt); or (
  2. b)on a guarantee, where the claim against the principal is in respect of a debt or liquidated demand; or
(2)
(1)Where a landlord seeks to recover possession of immovable property, with or without a claim for rent, against the tenant whose term has expired or has been duly determined by notice to quit, or has become liable to forfeiture for non-payment of rent, or against persons claiming under such tenant; or
(3)Where the plaintiff seeks to recover possession of a specific chattel with or without a claim for the hire thereof or for damages for its detention; and
(4)In all other actions in the District Court (except actions for libel, slander, malicious prosecution, false imprisonment, seduction or breach of promise of marriage, and actions in which fraud is alleged by the plaintiff); the writ of summons may, at the option of the plaintiff, be specially indorsed with a statement of his claim, or of the remedy or relief to which he claims to be entitled. (Form 2.)." [η έμφαση και οι υπογραμμίσεις είναι του Δικαστηρίου]. Από τις διατάξεις του πιο πάνω κανονισμού καθίσταται σαφές ότι ο ενάγοντας μπορεί να εγείρει αγωγή επιλέγοντας να καταχωρήσει ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (Τύπο 2), στο οποίο ενσωματώνεται η έκθεση απαίτησης. Η χρήση της λέξης 'may' στις πρόνοιες του προαναφερόμενου κανονισμού υποδεικνύει δικαίωμα επιλογής τύπου κλητηρίου εντάλματος από τον ενάγοντα. Αν επρόκειτο για επιτακτική πρόνοια η λέξη που θα χρησιμοποιείτο θα ήταν 'shall' ή 'must'. Τέτοιες όμως λέξεις δεν υπάρχουν στο λεκτικό του εν λόγω κανονισμού. Ωστόσο το δικαίωμα επιλογής δεν παρέχεται στον ενάγοντα όπου η φύση της αγωγής συμπεριλαμβάνεται στις εξαιρέσεις του εδαφίου 4 του Κανονισμού 6 της Διαταγής 2. Μία από τις εξαιρέσεις είναι η αγωγή να περιέχει ισχυρισμό για δόλο. Συνεπώς για την περίπτωση που υπάρχει θέση για δόλο ο ενάγοντας δεν μπορεί να επιλέξει ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα παρά μόνο να προωθήσει γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Με τα πιο πάνω θέματα πραγματεύτηκε η υπόθεση Φαλέκκου v. Χριστοφίδη, Πολιτική Έφεση Αρ. 63/2010 ημερομηνίας 17.12.13, στην οποία, ανάμεσα σ' άλλα, λέχθηκαν τα εξής: "Η Δ.2 θ.6 βασικά προβλέπει ότι ο ενάγων σ' όλες τις αγωγές μπορεί να εναγάγει τον εναγόμενο με κλητήριο στο οποίο «δύναται» ("may") να οπισθογραφήσει και την έκθεση απαίτησης. Η χρήση της αγγλικής λέξης "may" υποδηλώνει δικαίωμα και επιλογή και όχι επιτακτική πρόνοια, οπότε θα χρησιμοποιείτο το ρήμα "shall". Όμως το δικαίωμα επιλογής δεν παρέχεται στον ενάγοντα όπου η φύση της αγωγής συμπεριλαμβάνεται στις εξαιρέσεις της Δ.2 θ.6
(4). Η διαφορά μεταξύ γενικής και ειδικής οπισθογράφησης, φαίνεται σήμερα να έχει περισσότερο ιστορική σημασία παρά πρακτική και ενδεχομένως οι περιπτώσεις για τις οποίες προβλέπετο γενική οπισθογράφηση να ήταν εκείνες στις οποίες κρίθηκε ότι δεν θα έπρεπε να υπάρχουν τα στενά περιθώρια καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης, καταχώρισης έκθεσης υπεράσπισης και οι κίνδυνοι διεκδίκησης απόφασης λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης, που υπάρχουν στην περίπτωση που στο κλητήριο περιλαμβάνεται σε ειδική οπισθογράφηση και η έκθεση απαίτησης. Πέραν των πιο πάνω, φαίνεται ότι η μόνη άλλη πρακτική σημασία να ήταν ότι ο ενάγων, όπου είχε τη δυνατότητα να προχωρήσει με ειδική οπισθογράφηση αλλά προχωρούσε με γενική οπισθογράφηση, δεν εδικαιούτο έξοδα για τη μετέπειτα σύνταξη έκθεσης απαίτησης (βλ. The Annual Practice, 1955, σελ. 17). Όμως σήμερα, εκτός των περιπτώσεων που ο ενάγων δεν έχει όλες τις πληροφορίες για τη σύνταξη της έκθεσης απαίτησης του, η γενική οπισθογράφηση δεν είχε οποιαδήποτε άλλη χρησιμότητα, αλλά αντίθετα αποτελεί πηγή καθυστέρησης και δημιουργεί περιττά έξοδα. Στο παρελθόν υπήρξαν εισηγήσεις για κατάργηση της διάκρισης, πλην ορισμένων περιπτώσεων, π.χ. όπου η αγωγή κινδύνευε να αποκλειστεί λόγω παραγραφής ή όπου παρίστατο ανάγκη να διεκδικηθεί παρεμπίπτον διάταγμα, αλλά ο ενάγων δεν είχε όλα τα στοιχεία ή το χρόνο για να συντάξει την έκθεση απαίτησης του. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο ενάγων θα διατηρούσε το δικαίωμα να προχωρήσει με γενική οπισθογράφηση. Παρά τις πιο πάνω παρατηρήσεις, η πρόνοια της Δ.2 θ.6 για γενική οπισθογράφηση συνεχίζει να υφίσταται για τις σοβαρές εκείνες περιπτώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο
(4)του θεσμού 6, με αποτέλεσμα σε αγωγή στην οποία υπάρχει ισχυρισμός για δόλο, ο ενάγων να μην έχει δυνατότητα επιλογής ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου σύμφωνα με τον Τύπο 2." Καθοδηγούμενος από το πιο πάνω νομικό πλαίσιο στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την παρούσα αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης. Θα ασχοληθώ πρώτα με τον τρίτο λόγο ένστασης. Ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι η υπό κρίση είναι παράτυπη επειδή δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ή μαρτυρία που να την υποστηρίζει. Δεν συμφωνώ με τη θέση αυτή του Καθ' ου η αίτηση. Δεν είναι σε όλες τις περιπτώσεις όπου υποχρεωτικά μία αίτηση πρέπει να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση προκειμένου από το περιεχόμενο της να αποδειχτεί εάν η εν λόγω αίτηση ευσταθεί ή όχι. Ο Κανονισμός 1 της Διαταγής 48 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας υποδεικνύει την ανάγκη υποστήριξης μιας αίτησης που καταχωρείται με ένορκη δήλωση όταν αυτή δεν εδράζεται σε γεγονότα που δεν υπάρχουν στα βιβλία ή πρακτικά του Δικαστηρίου. Εκεί όμως που τα γεγονότα στα οποία η αίτηση στηρίζεται φαίνονται από το δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης δεν χρειάζεται συνοδεία ένορκης δήλωσης στην οποία να αναφέρονται γεγονότα που εξόφθαλμα διαπιστώνοντα από έγγραφα που περιέχονται στο φάκελο της αγωγής. Ένας κατάλογος από διάφορα είδη αιτήσεων οι οποίες δεν χρειάζονται υποστήριξη από ένορκη δήλωση παρέχεται στον Κανονισμό 9 της Διαταγής 48. Στην προκειμένη περίπτωση η αίτηση παραπέμπει σε γεγονότα που εντοπίζονται από το δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης. Έχω ανατρέξει στο φάκελο της αγωγής και έχω διαπιστώσει ότι αυτά που σημειώνονται στο σώμα της υπό κρίση αίτησης υπό τα σημεία
(1),
(2),
(3)και
(5)είναι αδιαμφισβήτητα γεγονότα που εύκολα και εξόφθαλμα εντόπισα σ' αυτόν. Παράλληλα, μέρος της νομικής βάσης της υπό κρίση αίτησης είναι η Διαταγή 64 Κανονισμός 2, ο οποίος σημειώνει πως σε αίτηση παραμερισμού, όπως η παρούσα, θα πρέπει να αναφέρονται οι λόγοι. Σε αντίθεση με τον ισχυρισμό του Καθ' ου η αίτηση, στο σώμα της υπό κρίση αίτησης και ειδικότερα υπό το σημείο
(4)αυτής εκτίθεται και εξηγείται ο προτεινόμενος λόγος που ζητούνται τα αιτούμενα διατάγματα παραμερισμού. Περαιτέρω διαπιστώνω ότι η υπό κρίση αίτηση συγκαταλέγεται σ' αυτές που δεν χρειάζεται να υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση. Συγκεκριμένα το σημείο (
  1. u)του Κανονισμού 9 της Διαταγής 48 αναφέρει ότι σε αίτηση "for setting aside proceedings for irregularity, if the irregularity is apparent on the face of the proceedings" δεν είναι αναγκαία η συνοδεία ένορκης δήλωσης. Είναι με αυτό το πνεύμα που η Αιτήτρια καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση χωρίς αυτή να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Η παρατυπία που η Αιτήτρια ισχυρίζεται μπορεί να διαφανεί από το δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης. Δεν παραγνωρίζω ότι το πιο πάνω σημείο απευθύνεται στον Κανονισμό 3 της Διαταγής 64 όταν αυτός βρισκόταν σε ισχύ. Έχοντας όμως υπόψη την τροποποίηση της Διαταγής 64 με κατάργηση του εν λόγω κανονισμού δια του Διαδικαστικού Κανονισμού του 1995 και ταυτόχρονα την τροποποίηση του Κανονισμού 2 της Διαταγής 64 στην οποία συμπεριλήφθηκε το περιεχόμενο και η σημασία του καταργηθέντος κανονισμού, θεωρώ ότι πλέον το σημείο (
  2. u)του Κανονισμού 9 της Διαταγής 48 αφορά αίτηση που καταχωρείται δυνάμει του Κανονισμού 2 της Διαταγής 64, κάτω από τον οποίο εμπίπτει και η παρούσα περίπτωση. Επιπλέον θα έλεγα ότι η υπό κρίση αίτηση πραγματεύεται ένα αμιγώς νομικό θέμα, επί του οποίου όλα τα γεγονότα που η Αιτήτρια επικαλείται, ως έχει ήδη ειπωθεί, περιέχονται στο δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης. Η δε θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου του Καθ' ου η αίτηση ότι η Αιτήτρια έπρεπε να συμπεριλάβει ένορκη δήλωση στην οποία να περιέχονται ισχυρισμοί που να δικαιολογούν την καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης δεν βρίσκει έρεισμα επειδή δεν αποτελεί θέση της Αιτήτριας ότι υπήρξε καθυστέρηση στην προώθηση της υπό κρίση αίτησης. Είναι ο Καθ' ου η αίτηση που ισχυρίζεται κάτι τέτοιο και ως εκ τούτου είναι αυτός που έχει το βάρος να αποδείξει τον ισχυρισμό του αυτό στη βάση γεγονότων. Με βάση αυτό το σκεπτικό ο λόγος αυτός ένστασης δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Θα ασχοληθώ ευθύς με τον δεύτερο λόγο ένστασης όπου ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι η υπό κρίση αίτηση έχει καταχωρηθεί με υπέρμετρη καθυστέρηση χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε εξήγηση. Ο Κανονισμός 2 της Διαταγής 64 υποδεικνύει ότι αίτηση για παραμερισμό διαδικασίας, περίπτωση όπως είναι η παρούσα, δεν θα επιτρέπεται, εκτός εάν υποβάλλεται μέσα σε εύλογο χρόνο και προτού ο διάδικος που υπέβαλε την αίτηση προβεί σε οποιοδήποτε νέο βήμα, αφότου η παρατυπία περιήλθε σε γνώση του. Ανατρέχοντας στο δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης παρατηρώ ότι η αγωγή εγέρθηκε υπό τη μορφή ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος (Τύπος 2), το οποίο καταχωρήθηκε στις 13.07.15. Η Αιτήτρια καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στις 30.07.15. Η δε υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 30.10.15. Με γνώμονα ότι όταν η Αιτήτρια καταχώρησε το σημείωμα εμφάνισης ήδη βρίσκονταν σε λειτουργία οι θερινές διακοπές, η χρονική περίοδος ενός μηνός και τριών εβδομάδων που διέρρευσε από τη λήξη τους μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αίτησης δεν κρίνεται υπό τις περιστάσεις υπέρμετρη. Την ίδια στιγμή διαπιστώνω ότι όταν καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση η Αιτήτρια δεν είχε λάβει οποιοδήποτε νέο δικονομικό βήμα, κατάσταση η οποία ακόμη διατηρείται. Προς επίρρωση της τοποθέτησης αυτής αρκεί να αναφέρω ότι εκκρεμεί η αίτηση ημερομηνίας 30.09.15 του Καθ' ου η αίτηση για έκδοση απόφασης εναντίον της Αιτήτριας λόγω μη καταχώρησης έκθεσης υπεράσπισης, η οποία μέχρι σήμερα δεν έχει καταχωρηθεί. Με γνώμονα τα πιο πάνω στοιχεία και εφόσον έχει διαπιστωθεί ότι πληρούνται τα προαναφερόμενα κριτήρια του Κανονισμού 2 της Διαταγής 64, κρίνω ότι ο λόγος αυτός ένστασης απορρίπτεται ως αβάσιμος. Θα εξετάσω τώρα τον τέταρτο λόγο μαζί με τον έκτο λόγο ένστασης λόγω του κοινού νομικού σημείου που πραγματεύονται. Ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι ορθά καταχώρησε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα επειδή θεωρεί ότι εφόσον η αγωγή δεν στηρίζεται αποκλειστικά σε δόλο αλλά σε πολλαπλές βάσεις αγωγής με βάση τη Διαταγή 2 Κανονισμό 6
(4)έχει το δικαίωμα να επιλέξει τον τύπο που θα χρησιμοποιήσει. Διαζευκτικά προβάλλει τη θέση ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο καταλήξει ότι υπάρχει παρατυπία αυτή είναι θεραπεύσιμη και δεν οδηγεί σε ακυρότητα. Όπως έχει ήδη εξηγηθεί προηγουμένως το δικαίωμα του ενάγοντα να επιλέξει να καταχωρήσει ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ενσωματώνοντας στο ίδιο έγγραφο την έκθεση απαίτησης του δεν καλύπτει τις περιπτώσεις που ο Κανονισμός 6
(4)της Διαταγής 2 παρουσιάζει ως εξαιρέσεις. Μία από τις εξαιρέσεις είναι η αγωγή να εδράζεται σε δόλο. Ερμηνεία των προνοιών αυτού του κανονισμού δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι για να θεωρείται εξαίρεση και άρα να μην τυγχάνει άσκηση του δικαιώματος επιλογής του τύπου του κλητηρίου εντάλματος που θα χρησιμοποιηθεί τέτοια εξαίρεση πρέπει να αποτελεί τη μοναδική και αποκλειστική βάση αγωγής. Η ανάγκη καταχώρησης γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος προκύπτει όταν στην αγωγή υπάρχει ισχυρισμός για δόλο ή οποιοσδήποτε άλλος ισχυρισμός που το περιεχόμενο του εμπίπτει σε οποιαδήποτε από τις εξαιρέσεις του Κανονισμού 6
(4)της Διαταγής 2. Το δικαίωμα επιλογής δεν μπορεί να ασκηθεί όταν η αγωγή σχετίζεται με δόλο ή με οποιαδήποτε από τις εξαιρέσεις που αναφέρονται στον εν λόγω κανονισμό. Αν αυτός ήταν ο σκοπός του νομοθέτη θα το διατύπωνε με τρόπο σαφή στη νομοθεσία. Κάτι τέτοιο όμως δεν παρατηρείται. Έχοντας υπόψη ότι κάθε αγωγή εδράζεται σε διάφορες διαζευκτικές θέσεις και ισχυρισμούς του ενάγοντα, κάθε μία εκ των οποίων δύναται να αποτελεί ξεχωριστή βάση αγωγής, θα ήταν αφέλεια από μέρους κάποιου να πιστεύει ότι το δικαίωμα επιλογής δεν ασκείται μόνο όταν η υπόθεση στηρίζεται πάνω σε μία και μοναδική βάση αγωγής, δηλαδή πάνω σ' ένα και μοναδικό ισχυρισμό. Αυτό θα οδηγούσε σε αυθαίρετη εξουδετέρωση του σκοπού και της σημασίας των προνοιών του Κανονισμού 6
(4)της Διαταγής 2 και ουσιαστικά λανθασμένα θα τις καθιστούσε ανενεργές. Παράλληλα αν αυτό που ο Καθ' ου η αίτηση επικαλείται ευσταθούσε θα υποστηριζόταν στην υπόθεση Φαλέκκου v. Χριστοφίδη, Πολιτική Έφεση Αρ. 63/2010 ημερομηνίας 17.12.13 όπου στο κλητήριο ένταλμα διατυπώνονταν ισχυρισμοί για δόλο, απάτη, ψευδείς παραστάσεις καθώς και παραποίηση καταστάσεων λογαριασμών και/ή αποτελεσμάτων του χαρτοφυλακίου. Στην υπόθεση εκείνη, όπως και στην παρούσα, παρόλο ότι η αγωγή εδραζόταν σε διάφορες βάσεις αγωγής εντούτοις από τη στιγμή που υπήρχε ισχυρισμός για δόλο κρίθηκε ότι η καταχώρηση ειδικώς και όχι γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος αποτελούσε παρατυπία. Στην παρούσα περίπτωση παρατηρώ ότι στο ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα του Καθ' ου η αίτηση διατυπώνεται ισχυρισμός για δόλο. Αυτό εξάλλου είναι παραδεκτό και από τον Καθ' ου η αίτηση. Όπως εξόφθαλμα γίνεται αντιληπτό η θέση για δόλο περιέχεται στην παράγραφο 12 του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, μέσα από το περιεχόμενο της οποίας εκθέτονται λεπτομέρειες. Στα δε σημεία (Α), (Δ) και (ΣΤ) του παρακλητικού του κλητηρίου εντάλματος ο Καθ' ου η αίτηση παραθέτει τις θεραπείες που διεκδικεί βασιζόμενες στη βάση αγωγής του δόλου. Έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του Κανονισμού 6
(4)της Διαταγής 2 καθώς και το σκεπτικό της υπόθεσης Φαλέκκου v. Χριστοφίδη, Πολιτική Έφεση Αρ. 63/2010 ημερομηνίας 17.12.13 κρίνω ότι αφού ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται δόλο η αγωγή του θα έπρεπε να είχε καταχωρηθεί υπό τη μορφή γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος (Τύπος 1). Η χρήση του Τύπου 1 ήταν υπό τις περιστάσεις επιβεβλημένη χωρίς έτσι ο Καθ' ου η αίτηση να έχει δικαίωμα επιλογής τύπου κλητηρίου εντάλματος. Η προώθηση της υπόθεσης του Καθ' ου η αίτηση σε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα αντίκειται στις πρόνοιες του Κανονισμού 6
(4)της Διαταγής 2 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και ως εκ τούτου αποτελεί παρατυπία. Συνεπώς ο τέταρτος λόγος ένστασης απορρίπτεται ως αβάσιμος. Το ερώτημα τώρα που εγείρεται είναι κατά πόσο η διαπιστωθείσα μη συμμόρφωση με τους κανονισμούς είναι θεραπεύσιμη ή όχι. Οι θέσεις αμφοτέρων μερών στο θέμα αυτό συμφωνούν στο ότι πρόκειται για παρατυπία που δύναται να θεραπευτεί, διαφωνώντας ωστόσο ως προς τον τρόπο θεραπείας. Η δυνατότητα διόρθωσης μιας παρατυπίας διέπεται δικονομικά από τη νέα Διαταγή 64, οι πρόνοιες της οποίας σημειώνουν τα εξής: "1.—
(1)Η μη συμμόρφωση, λόγω οποιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως, με τα προβλεπόμενα από τους παρόντες Κανονισμούς, αναφορικά με χρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο, περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη ή τη φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε οποιοδήποτε στάδιο οποιασδήποτε διαδικασίας ή σε σχέση με αυτή, θα θεωρείται παρατυπία και δε θα καθιστά άκυρη τη διαδικασία, οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή.
(2)Τηρουμένης της παραγράφου
(3), το Δικαστήριο δύναται, εφόσο διαπιστώσει τέτοια μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς, όπως προβλέπεται στην παράγραφο
(1), και υπό τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, όπως κρίνει δίκαιο, να παραμερίσει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει τη διαδικασία στην οποία επεσυνέβη ή μη συμμόρφωση, οποιοδήποτε βήμα έγινε στη διαδικασία εκείνη, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή, ή ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχουν οι παρόντες Κανονισμοί, να επιτρέψει τέτοιες τροποποιήσεις, εάν χρειάζονται, και να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, εάν χρειάζεται, αναφορικά με τη διαδικασία γενικά, όπως κρίνει πρέπον.
(3)Το Δικαστήριο δε θα παραμερίζει εξ ολοκλήρου οποιαδήποτε διαδικασία, ή το κλητήριο ένταλμα, ή άλλο εναρκτήριο μέσο με το οποίο έχει αρχίσει η διαδικασία, για το λόγο ότι έχει χρησιμοποιηθεί διαφορετικό εναρκτήριο μέσο για την έναρξη της διαδικασίας από εκείνο που απαιτεί οποιοσδήποτε από τους παρόντες Κανονισμούς.
(4). " [η έμφαση και οι υπογραμμίσεις είναι του Δικαστηρίου]. H τροποποιημένη Διαταγή 64 κατάργησε τη διάκριση μεταξύ άκυρης και αντικανονικής διαδικασίας. Στην περίπτωση που υπάρχει μη συμμόρφωση με τους κανονισμούς το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια είτε να παραμερίσει τη διαδικασία είτε να θεωρήσει τη μη συμμόρφωση θεραπεύσιμη και να εκδώσει διάταγμα για διόρθωση ή άρση της παρατυπίας. Επειδή η παρούσα υπόθεση καλύπτεται πλήρως από την Φαλέκκου v. Χριστοφίδη, Πολιτική Έφεση Αρ. 63/2010 ημερομηνίας 17.12.13, η οποία πραγματεύτηκε ακριβώς τα ίδια νομικά θέματα θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω απόσπασμα από αυτή που εξηγεί το σκεπτικό που αναπτύχθηκε: "Η νομολογία καθιέρωσε κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου με προεξάρχων ότι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας υπέρ της άρσης της παρατυπίας, δεν θα οδηγούσε σε πασιφανή αδικία στην άλλη πλευρά. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Karl Heinz Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου
(1999)1A ΑΑΔ 366, Landbroke Group Plc κ.α. ν. Παπακόκκινου
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1535 και η αγγλική υπόθεση Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union [1985] 1 WLR 513. Στην προκειμένη περίπτωση η μη συμμόρφωση με τη Δ.2 θ.6
(4)ήταν μια από τις περιπτώσεις που προσπάθησε ρητά να καλύψει η Δ.64 θ.1
(3), ώστε η λανθασμένη χρήση εναρκτήριου μέσου να μην οδηγεί σε ακύρωση. Επομένως, είναι ορθή η κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι η συγκεκριμένη περίπτωση καλύπτεται πλήρως από τη Δ.64 θ.1
(1)και
(3)και ότι η διαδικασία δεν έπρεπε να παραμεριστεί, αλλά το δικαστήριο θα έπρεπε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια ώστε να την θεραπεύσει. Όπως υποδείξαμε και πιο πάνω, η σημασία τυχόν μη συμμόρφωσης με τη Δ.2 θ.6
(4)δεν είναι πλέον τόσο σοβαρή και ουσιώδης ώστε να μην θεωρηθεί θεραπεύσιμη δυνάμει της Δ.64, ιδιαίτερα όταν δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα του Εφεσείοντος, όπως στην παρούσα περίπτωση. Ερχόμαστε τώρα στο δεύτερο λόγο έφεσης που αφορά στον τρόπο που το πρωτόδικο δικαστήριο επέλεξε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια για να θεραπεύσει την παρατυπία. Ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Εφεσείοντα θεωρεί εσφαλμένη την έκδοση διατάγματος απαλλαγής της διαπιστωθείσας παρατυπίας. Ήταν η θέση του ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν είχε εξουσία να θεραπεύσει αυτεπαγγέλτως την παρατυπία, αλλά θα έπρεπε να αφήσει τον Εφεσίβλητο να αποταθεί ο ίδιος στο δικαστήριο για άρση της παρανομίας. Προς υποστήριξη της θέσης του, επικαλείται τις υποθέσεις Πέτριχου ν. Χ΄΄Ιωσήφ
(1998)1 ΑΑΔ 81, Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου, ανωτέρω, M.I. Holdings Public Ltd v. Παναγή
(2006)1Α ΑΑΔ 298, Αρέστη ν. Ερμογένους
(2010)1(Γ) ΑΑΔ
  1. Δεν συμφωνούμε με τις θέσεις του Εφεσείοντος. Οι υποθέσεις στις οποίες έκαμε αναφορά δεν υποστηρίζουν ένα τέτοιο άκαμπτο κανόνα. Αντίθετα στην υπόθεση Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου, ανωτέρω, στην οποία έκαμε αναφορά ο δικηγόρος του Εφεσείοντος, το Εφετείο υιοθετώντας τα όσα αναφέρθηκαν στην αγγλική υπόθεση Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union, ανωτέρω, ανέφερε τα εξής:- «Το θέμα έχει τύχει αντιμετώπισης από το Αγγλικό Εφετείο στην Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union [1985] 1 W.L.R. 513, 520, 521,
  2. Στην υπόθεση εκείνη έχει ερμηνευθεί η νέα αγγλική Δ.2 - αντιστοιχεί με τη δική μας νέα Δ.64 - και από τη μελέτη της απόφασης προκύπτουν τα εξής:
  3. Όπου διαπιστώνεται παρατυπία λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τους Θεσμούς το παράτυπο μέτρο ή έγγραφο παραμένει παράτυπο inter partes μέχρις ότου το ζήτημα εξεταστεί από το δικαστήριο δυνάμει της νέας Δ.64 θ.
  4. Επιβάλλεται η εξέταση του ζητήματος της παρατυπίας από το δικαστήριο έστω και αν τέτοιο ζήτημα δεν είχε εγερθεί από τους διάδικους.
  5. Η παραίτηση της άλλης πλευράς, με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία.
  6. Ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει της Δ.64 θ.2 είναι ο δυσμενής επηρεασμός (prejudice) της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Ωστόσο η νέα Δ.64 θ.2 είναι διατυπωμένη με τρόπο που να παρέχει στο δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη.
  7. Στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει πλήρως ή μερικώς τη διαδικασία στην οποία έχει σημειωθεί η παρατυπία ή - διαζευκτικά - "να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον". Το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Δικαστή Slade - στις σελ. 522-523 - είναι διαφωτιστικό: "Where, in the course of proceedings, the court finds that a failure of the nature referred to in Ord. 2, r. 1
(1)has occurred, which has not been waived by the other party either expressly or by implication, it is given by Ord. 2, r. 1
(2)a choice of courses to pursue at its own discretion, whether or not an application under Ord. 2, r. 2 is before it. In such a situation, in the exercise of its discretion under rule 1
(2), it may either adopt the more draconian course of setting aside wholly or in part the proceedings in which the failure occurred; ... alternatively, it may 'make such order ... dealing with the proceedings generally as it thinks fit'. The last mentioned words are, in my opinion, manifestly wide enough to empower it to make a dispensing order waiving the relevant irregularity: see, for example, Leal v. Dunlop Bio-Processes International Ltd [1984] 1 W.L.R. 874, 880F, per Stephenson L.J.". Σε ελληνική μετάφραση: "Όπου στη διάρκεια της διαδικασίας, το δικαστήριο διαπιστώνει ότι έχει επισυμβεί παράλειψη της φύσης που αναφέρεται στην Δ.2 θ.1
(1)από την οποία το άλλο μέρος δεν έχει παραιτηθεί με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, η Δ.2 θ. 1
(2)παρέχει στο Δικαστήριο επιλογή της πορείας που θα ακολουθήσει με δική του διακριτική ευχέρεια, είτε υπάρχει ενώπιον του ή όχι αίτηση δυνάμει της Δ.2 θ.2. Σε τέτοια περίπτωση στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει του θ. 1
(2), μπορεί είτε να υιοθετήσει την πλέον δρακόντια πορεία πλήρους παραμερισμού ή μερικώς της διαδικασίας στην οποία έχει επισυμβεί η παράλειψη .... Διαζευκτικά μπορεί «να εκδώσει τέτοιο διάταγμα .. αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον». Οι τελευταίες λέξεις είναι, κατά την άποψη μου, έκδηλα τόσο ευρείες που του δίνουν εξουσία να εκδώσει διάταγμα παραίτησης από το δικαίωμα που παρέχεται λόγω της παρατυπίας: βλ. π.χ., Leal ν. Dunlop Bio-Processes International Ltd [1984] 1 W.L.R. 874, 880F, απόφαση του Δικαστή Stephenson." (Βλ. και Panayiotis Georghiou (πιο πάνω) και Αθανασιάδης ν. Αλεξάνδρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 945). Υιοθετούμε την πιο πάνω θέση της Αγγλικής Νομολογίας γιατί αντανακλά την ορθή ερμηνεία της νέας Αγγλικής Δ.2 η οποία αντιστοιχεί με τη δική μας νέα Δ.64.» Στην πιο πάνω υπόθεση το Εφετείο έκρινε ότι «το πρωτόδικο δικαστήριο έπρεπε να θεραπεύσει την παρατυπία με το να εκδώσει διάταγμα απαλλαγής από την παρατυπία» (βλ. σελ. 381 της απόφασης). Τα όσα αναφέρθηκαν μετέπειτα στις υποθέσεις M.I. Holdings Public Ltd v. Παναγή, ανωτέρω και Αρέστη ν. Ερμογένους, ανωτέρω, ότι η Δ.64 δεν «παρέχει στο Δικαστήριο εξουσία να προβαίνει αυτεπαγγέλτως σε διορθωτικές κινήσεις», ουδόλως επηρεάζουν το δικαστικό λόγο της Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου. Τα όσα αναφέρθηκαν στις πιο πάνω δύο υποθέσεις που επικαλέστηκε ο συνήγορος του Εφεσείοντος, έγιναν με αναφορά στην υπόθεση Πέτριχου ν. Χ΄΄Ιωσήφ, ανωτέρω. Όμως εκείνο που τονίστηκε στην Πέτριχου, ήταν ότι η νέα Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια στη μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς, τους οποίους δεν έχει σκοπό να καταργήσει. Τονίστηκε ότι η Δ.64 δημιουργεί ένα ένδικο μέσο το οποίο ο διάδικος μπορεί να χρησιμοποιήσει για να θεραπεύσει παρατυπίες. Όμως το Δικαστήριο με κανένα τρόπο δεν περιόρισε τη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου δικαστηρίου, όταν με κάποιο τρόπο εγείρεται ενώπιον του θέμα μη συμμόρφωσης με τους Κανονισμούς, να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχεται από τη Δ.64 θ.1
(3)και είτε να παραμερίσει το μη θεραπεύσιμο εναρκτήριο μέσο, είτε να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, όπως κρίνει δίκαιο και πρέπον αναφορικά με τη διαδικασία. Δεν χρειάζεται και ούτε και θα ήταν ορθό να αποφασίσουμε τελεσίδικα την εμβέλεια της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου δικαστηρίου, καθότι δεν είναι αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας έφεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, από τη στιγμή που το πρωτόδικο δικαστήριο προέβη σε διαπίστωση ότι πρόκειται για θεραπεύσιμη παρατυπία, δεν βλέπουμε λόγο γιατί να μην μπορούσε στην ίδια διαδικασία να θεραπεύσει την παρατυπία δυνάμει της Δ.64, εφόσον το έκρινε αναγκαίο. Θα ήταν τυπολατρική προσέγγιση αν κρίναμε ότι για να θεραπευθεί η ήδη διαπιστωθείσα παρατυπία θα έπρεπε το πρωτόδικο δικαστήριο να αναβάλει την υπόθεση, ώστε να δοθεί χρόνος στον Εφεσίβλητο να καταχωρίσει αίτηση δυνάμει της Δ.64 για να θεραπεύσει την παρατυπία. Διερωτόμαστε σε τι θα εξυπηρετούσε η αίτηση, εφόσον η άλλη πλευρά δεν θα μπορούσε να έχει ουσιαστικούς λόγους ένστασης, αφού το ουσιαστικό θέμα είχε ήδη κριθεί από το πρωτόδικο δικαστήριο. Βέβαια οι πιο πάνω παρατηρήσεις μας δεν πρέπει να τύχουν παρανόησης ως προς το καθήκον του κάθε δικηγόρου ή διαδίκου που διαπιστώνει την παρατυπία να λαμβάνει έγκαιρα στην κατάλληλη περίπτωση τα αναγκαία μέτρα για θεραπεία της και όχι να αφήνει τα πράγματα να τύχουν διόρθωσης από το Δικαστήριο. Επομένως ούτε ο δεύτερος λόγος έφεσης ευσταθεί." [η έμφαση και οι υπογραμμίσεις είναι του Δικαστηρίου]. Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση θεωρώ ότι η μη συμμόρφωση με τον Κανονισμό 6
(4)της Διαταγής 2 αποτελεί παρατυπία που καλύπτεται ρητά από τις πρόνοιες της Διαταγής 64 Κανονισμό 1
(3). Η επιλογή ειδικώς αντί γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος για την έγερση αγωγής αποτελεί λανθασμένη χρήση εναρκτήριου μέσου που όμως δεν ακυρώνει τη διαδικασία. Είναι παρατυπία που δύναται να θεραπευτεί. Το γεγονός ότι ο Καθ' ου η αίτηση δεν αναγνώρισε τέτοια παρατυπία και δεν αποτάθηκε στο Δικαστήριο ζητώντας άρση της ως είναι καθήκον του δεν στερεί από το Δικαστήριο να εξετάσει τέτοιο ζήτημα αυτεπάγγελτα και να προχωρήσει σε διόρθωση της παρατυπίας που διαπιστώνεται. Από τη στιγμή που η παρατυπία υποδείχτηκε από την Αιτήτρια κατόπιν σχετικής αίτησης, η οποία και επιβεβαιώθηκε μέσα από εξέταση, το Δικαστήριο καλείται και δύναται να τη θεραπεύσει. Με βάση τα πιο πάνω ο έκτος λόγος ένστασης γίνεται δεκτός. Στη συνέχεια θα εξετάσω τον πρώτο λόγο μαζί με τον πέμπτο λόγο ένστασης λόγω του κοινού νομικού σημείου που πραγματεύονται. Είναι θέση του Καθ' ου η αίτηση ότι η υπό κρίση αίτηση είναι κακόβουλη και αστήριχτη και έχει ως μοναδικό στόχο την κατάχρηση της διαδικασίας αφού αποτελεί άσκοπο δικονομικό μέτρο. Παράλληλα ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι η παρούσα αίτηση σκοπεύει να πλήξει τα συμφέροντα και δικαιώματα του. Δεν συμμερίζομαι τις θέσεις αυτές του Καθ' ου η αίτηση. Η Αιτήτρια δικονομικά είχε δικαίωμα να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση τη στιγμή που ο Καθ' ου η αίτηση δεν αποτάθηκε στο Δικαστήριο για διόρθωση της παρατυπίας ως είχε καθήκον, πράγμα που η Αιτήτρια υποχρεώθηκε να πράξει. Από τη στιγμή που μέσα από την εξέταση της εν λόγω αίτησης διαπιστώθηκε ότι η καταχώρηση λανθασμένου εναρκτήριου μέσου αποτελεί παρατυπία που χρήζει διόρθωσης θεωρώ ότι δεν αποτελεί άσκοπο δικονομικό μέτρο. Αντίθετα θα έλεγα ότι με αυτή δίδεται η ευκαιρία στο Δικαστήριο να θεραπεύσει την παρατυπία τη στιγμή που ο Καθ' ου η αίτηση θα έπρεπε ο ίδιος να είχε αποταθεί στο Δικαστήριο ζητώντας άρση της ως είχε καθήκον (Φαλέκκου v. Χριστοφίδη, Πολιτική Έφεση Αρ. 63/2010 ημερομηνίας 17.12.13). Μέσα από το περιεχόμενο της υπό κρίση αίτησης, η οποία υποστηρίζεται από γεγονότα που εξόφθαλμα προκύπτουν από το δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης, δεν εντοπίζω οποιοδήποτε κακόβουλο στοιχείο. Η αίτηση αυτή στοχεύει στη διόρθωση της παρατυπίας που υποδείχτηκε και διαπιστώθηκε και η δικονομικά δικαιωματική καταχώρηση της δεν σκοπεύει σε κατάχρηση της διαδικασίας. Ούτε μπορεί να γίνει αντιληπτό πως η παρούσα αίτηση που απαιτεί τη θεραπεία μιας παρατυπίας την οποία υποδεικνύει, έχει ως σκοπό να πλήξει τα συμφέροντα και δικαιώματα του Καθ' ου η αίτηση. Ως εκ τούτου, ο πρώτος και πέμπτος λόγος ένστασης απορρίπτονται ως ανυπόστατοι. Προχωρώ στην εξέταση του έβδομου λόγου μαζί με τον όγδοο λόγο ένστασης λόγω του κοινού νομικού σημείου που πραγματεύονται. Μέσα από αυτούς ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι τυχόν διαγραφή του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος παραβιάζει τα δικαιώματα του αφού θα εμποδιστεί να προωθήσει τους ισχυρισμούς του, ο οποίος θα υποστεί υπέρμετρη και αχρείαστη οικονομική ζημιά, ενώ διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης δεν θα επιφέρει οποιαδήποτε ζημιά και δεν θα επηρεάσει τα δικαιώματα της Αιτήτριας. Με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης παρατηρώ ότι η ενσωματωμένη έκθεση απαίτησης περιέχει αναλυτικά και λεπτομερώς όλους τις νομικές θέσεις και ισχυρισμούς του Καθ' ου η αίτηση, τις οποίες πλέον γνωρίζει επαρκώς η Αιτήτρια. Την ίδια στιγμή δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι οι υπόλοιποι εναγόμενοι παραιτήθηκαν από το δικαίωμα που τους παρέχεται λόγω της παρατηρούμενης παρατυπίας καταχωρώντας όλοι υπερασπίσεις. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και υπόψη τις αναφορές στην προαναφερόμενη υπόθεση Φαλέκκου v. Χριστοφίδη, Πολιτική Έφεση Αρ. 63/2010 ημερομηνίας 17.12.13 θεωρώ ότι θα ήταν τυπολατρική προσέγγιση η διαγραφή είτε ολόκληρου του κλητηρίου εντάλματος είτε του μέρους αυτού που περιέχει τους ισχυρισμούς και θεραπείες για δόλο οδηγώντας τη διαδικασία σε αναβολή και τελικά είτε μέσα από αίτηση τροποποίησης που θα καταχωριστεί και αφού εξεταστεί και εφόσον εγκριθεί, είτε από την αρχή καταχώρηση γενικού οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος και ακολούθως καταχώρηση του δικογράφου της έκθεσης απαίτησης, το περιεχόμενο της οποίας θα ήταν το ίδιο. Σε κάθε περίπτωση το υφιστάμενο δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης θα αντικατασταθεί με δικόγραφο έκθεσης απαίτησης ιδίου περιεχομένου και μορφής. Αυτό μόνο καθυστέρηση στη δικαστική διαδικασία θα δημιουργούσε και παράλληλα θα προκαλούσε αχρείαστα έξοδα και ταλαιπωρία στον Καθ' ου η αίτηση, πολύ δε περισσότερο αν εγκριθεί το αιτούμενο διάταγμα διαγραφής του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος οπότε σε αυτήν την περίπτωση η διαδικασία θα ξεκινούσε από την αρχή. Αντίθετα η διατήρηση της διαδικασίας ως έχει δεν επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματα και συμφέροντα κανενός εναγομένου στην αγωγή, συμπεριλαμβανομένων αυτών της Αιτήτριας, εξαιτίας της παρατυπίας. Ούτε επιβαρύνει οποιοδήποτε εναγόμενο, περιλαμβανομένης της Αιτήτριας, με επιπλέον έξοδα και/ή ζημιές. Εφόσον η παρατυπία που εντοπίστηκε δεν επηρεάζει την εγκυρότητα της διαδικασίας κρίνω ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης κλίνει υπέρ της συνέχισης της διαδικασίας ως έχει. Συνεπώς υπό τις περιστάσεις δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος απαλλαγής της διαπιστωθείσας παρατυπίας και συνέχισης της διαδικασίας με τα υπάρχοντα δικόγραφα. Μπροστά σε αυτά τα δεδομένα τόσο ο έβδομος λόγος, καθ΄όσον αφορά το μέρος που αναφέρεται στην οικονομική ζημιά, όσο και όγδοος λόγος ένστασης επιτυγχάνουν. Υπό το φως των πιο πάνω και για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω κρίνω ότι θα πρέπει να ασκήσω τη διακριτική μου εξουσία υπέρ της έκδοσης του προαναφερομένου διατάγματος. Ως εκ τούτου, εκδίδεται διάταγμα άρσης της παρατυπίας και συνέχισης της διαδικασίας με τα υπάρχοντα δικόγραφα. Περαιτέρω δίδεται παράταση στην Αιτήτρια να καταχωρήσει την υπεράσπιση της εντός 21 ημερών από σήμερα. Η αίτηση για απόφαση εναντίον της Αιτήτριας ορίζεται για απόδειξη στις 08.06.16 και ώρα 08:30 εκτός εάν, όπως έχει ήδη λεχθεί, καταχωρηθεί έκθεση υπεράσπισης εντός του πιο πάνω καθορισμένου χρονικού διαστήματος. Σε σχέση με τα έξοδα της παρούσας αίτησης θεωρώ ορθό να επιδικαστούν υπέρ της Εναγομένης 3-Αιτήτριας και εναντίον του Ενάγοντα-Καθ' ου η αίτηση, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας. Η κρίση μου αυτή βασίζεται στο ότι ορθά και δικαιωματικά η Αιτήτρια προχώρησε στο αρχικό αυτό στάδιο στην έγερση του υπό κρίση νομικού θέματος με τον εντοπισμό της παρατυπίας ώστε αυτή να θεραπευθεί με σχετικό διάταγμα και η διαδικασία να προχωρήσει απρόσκοπτα χωρίς καθυστέρηση. Με γνώμονα ότι ο Καθ' ου η αίτηση θα έπρεπε αυτός να είχε αναγνωρίσει την παρατυπία και να είχε αποταθεί στο Δικαστήριο ζητώντας άρση της, κάτι όμως που δεν έπραξε, δικαιολογείται παρέκκλιση από το γενικό κανόνα εξόδων (Arto Estates Ltd
(1993)1 Α.Α.Δ. 12, Ιωάννα και άλλη v. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Ύψωνα-Λόφου
(2009)1Β Α.Α.Δ. 875 και Χρυσοστόμου v. Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού, Πολιτική Έφεση Αρ. 341/2010 ημερομηνίας 15.10.15.) (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other/Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Ενδιάμεση Απόφαση/Αίτηση Παραμερισμού Τύπου Κλητηρίου Εντάλματος/ Διαταγή 2 Κανονισμός 6
(4)cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.