← Κύπρος

BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED ν. Barry David Maloney κ.α., Αρ. Αγωγής: 1862/15, 24/5/2016

BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED ν. Barry David Maloney κ.α., Αρ. Αγωγής: 1862/15, 24/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A112 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1862/15 Μεταξύ: BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED Ενάγουσας και

  1. Barry David Maloney (αρ. Αγγλικού διαβ. 705543818)
  2. Γεώργιου Δημοσθένους (αρ. Ταυτ. 688171) Εναγομένων ------------------- Αίτηση ημερ. 20.1.2016 για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης ------------------- Ημερομηνία: 24.5.2016 Για την Ενάγουσα-Αιτήτρια: κα Μ. Κορακίδου για ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ ΚΟΡΑΚΙΔΗΣ ΔΕΠΕ (κα Μ. Παπακώστα για ν΄ ακούσει απόφαση) Για τους Εναγόμενους-Καθ΄ ων η αίτηση: κα Γ. Νικολάου για MANTIS & ATHINODOROU LLC (κ. Χ. Παπαλλάς για ν΄ ακούσει απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ H αξίωση της Ενάγουσας εναντίον των Εναγομένων εδράζεται σε σύμβαση δανείου ημερ. 23.12.2011 με το οποίο παραχώρησε στον Εναγόμενο 1 δάνειο ύψους CHF760.000,
  3. Προς εξασφάλιση της εξόφλησης του ποσού ο Εναγόμενος 1 υποθήκευσε προς όφελος της Ενάγουσας το μερίδιο του επί του ακινήτου του τεμαχίου 442 στο Δήμο Πέγειας. Περαιτέρω, με έγγραφη συμφωνία εκχώρησης, ημερ.. 14.8.2006, εκχώρησε προς όφελος της Ενάγουσας τα δικαιώματα του τα οποία απορρέουν από το πωλητήριο έγγραφο ημερ. 4.7.2006, το οποίο συνήφθη μεταξύ του Εναγόμενου 1 και του Εναγόμενου 2 δυνάμει του οποίου ο Εναγόμενος 1 αγόρασε το ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/2610, Φλ./Σχ. 26/14, τεμάχιο 124 που βρίσκεται στην περιοχή Αγίας Μαρίνας Χρυσοχούς της επαρχίας Πάφου. Ο Εναγόμενος 1 συμφώνησε με την Ενάγουσα ότι σε περίπτωση έκδοσης ξεχωριστού τίτλου του πιο πάνω ακινήτου είχε υποχρέωση εντός ενός μηνός, να ενημερώσει την Ενάγουσα για να εγγράψει Α΄ υποθήκη προς όφελος της Ενάγουσας ταυτόχρονα με την επ΄ ονόματι του εγγραφή του τίτλου. Ο Εναγόμενος 2 δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας ανέλαβε να μην μεταβιβάσει το εκχωρηθέν ακίνητο επ΄ ονόματι του Εναγομένου 1 στην περίπτωση που ο Εναγόμενος 1 θα αρνείτο να εγγράψει την Α΄ υποθήκη προς όφελος της Ενάγουσας και περαιτέρω ο Εναγόμενος 2 θα αναλάμβανε να εγγράψει το ακίνητο επ΄ ονόματι οποιουδήποτε προσώπου ή προσώπων που θα ήθελαν να αγοράσουν τα δικαιώματα του Εναγόμενου
  4. Λόγω της μη τήρησης των συμβατικών υποχρεώσεων του Εναγόμενου 1, ο λογαριασμός τερματίσθηκε και αξιώνεται εναντίον του Εναγόμενου 1 το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό καθώς επίσης και διάταγμα εκποίησης του ενυπόθηκου κτήματος. Εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 επιζητείται διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι η Ενάγουσα είναι αποκλειστικός δικαιούχος όλων των δικαιωμάτων του Εναγόμενου 1 και ότι έχει δικαίωμα να πωλήσει και/ή εκχωρήσει όλα τα δικαιώματα της που απορρέουν από το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο ημερ. 4.7.2006, μεταξύ του Εναγόμενου 1 και του Εναγόμενου 2, για την αγορά του ως άνω αναφερόμενου ακινήτου. Διάταγμα του Δικαστηρίου για ακύρωση ή/και απόσυρση του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου ημερ. 4.7.
  5. Διάταγμα του Δικαστηρίου για πώληση του ως άνω αναφερόμενου ακινήτου. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται στην Ενάγουσα μετά την έκδοση χωριστών τίτλων να ζητήσει μεταβίβαση του τίτλου του ως άνω αναφερόμενου ακινήτου στο όνομα της ή στο όνομα οποιουδήποτε προσώπου υποδείξει. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται στην Ενάγουσα, μετά την έκδοση χωριστών τίτλων, να ζητήσει την υποθήκευση, προς όφελος της, του ως άνω αναφερόμενου ακινήτου. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στις 20.10.
  6. Δεν καταχωρήθηκε Έκθεση Υπεράσπισης. Στις 20.1.2016 καταχωρήθηκε η κρινόμενη αίτηση με την οποία επιδιώκεται η προσθήκη δύο ακόμη διαδίκων ως Εναγομένων ήτοι των David Mathew Maloney και Garry James Maloney. Επιδιώκεται επίσης η τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης με την προσθήκη των ακόλουθων παραγράφων: «
  7. Κατά παράβαση της Συμφωνίας Εκχώρησης ημερομηνίας 14/8/2006 και με σκοπό καταδολίευσης της Ενάγουσας, κατά ή περί την 30/9/2008, ο Εναγόμενος αρ. 2 μεταβίβασε και ενέγραψε στο όνομα του Εναγομένου αρ. 1 και ο Εναγόμενος αρ. 1, αποδέχθηκε τη μεταβίβαση και εγγραφή (αριθμός φακέλου Π2053/2008, ημερομηνίας 30/9/2008) επ΄ ονόματι του, του τίτλου του ακινήτου που αφορούσε η πιο πάνω Συμφωνία Εκχώρησης με αριθμό εγγραφής 0/2610, Φ/ΣΧ 26/14, τεμάχιο 124, χωρίς οι Εναγόμενοι αρ. 1 και αρ. 2 να ειδοποιήσουν την Ενάγουσα για την έκδοση του πιο πάνω τίτλου ώστε κατά τη μεταβίβαση του να εγγραφεί επί του ακινήτου υποθήκη προς όφελος της Ενάγουσας σύμφωνα με την πιο πάνω Συμφωνία Εκχώρησης.
  8. Μετά την μεταβίβαση και εγγραφή επ΄ ονόματι του Εναγόμενου αρ. 1, του ακινήτου που αφορούσε η πιο πάνω Συμφωνία Εκχώρησης με αριθμό εγγραφής 0/2610, Φ/ΣΧ 26/14, τεμάχιο 124 στην περιοχή της Αγίας Μαρίνας Χρυσοχούς της επαρχίας Πάφου άλλαξαν τα στοιχεία του εν λόγω ακινήτου σε αριθμό εγγραφής 0/4102, Φ/ΣΧ 26/14, τεμάχιο 763, περιοχή Αγία Μαρίνα Χρυσοχούς της επαρχίας Πάφου.
  9. Ο Εναγόμενος αρ. 1, κατά παράβαση της Συμφωνίας Εκχώρησης ημερομηνίας 14/8/2006, με σκοπό καταδολίευσης της Ενάγουσας και αφού είχε λάβει γνώση των αξιώσεων και της αγωγής της Ενάγουσας, την 12/5/2015, μεταβίβασε και ενέγραψε (αριθμός φακέλου Δ.666/2015, ημερομηνίας 12/5/2015) τον τίτλο του ακινήτου που αφορούσε η Συμφωνία Εκχώρησης με αριθμό εγγραφής 0/4102, Φ/ΣΧ 26/14, τεμάχιο 763 στους Εναγόμενους αρ. 3 και αρ.
  10. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι, με την υπογραφή της πιο πάνω Συμφωνίας Εκχώρησης, είχε δημιουργηθεί καταπίστευμα δυνάμει του οποίου η Ενάγουσα ήταν δικαιούχος του πιο πάνω ακινήτου ή/και των δικαιωμάτων του Εναγομένου αρ. 1 δυνάμει του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 4/7/
  11. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι δικαιούται διατάγματα ακύρωσης των πιο πάνω μεταβιβάσεων και διάταγμα ειδικής εκτέλεσης της πιο πάνω Συμφωνίας Εκχώρησης.» Επιζητείται επίσης η προσθήκη θεραπείας με την οποία να ακυρώνεται η μεταβίβαση του ακινήτου και να διατάσσεται η ειδική εκτέλεση της συμφωνίας εκχώρησης ημερ. 14.8.
  12. Την ανάγκη για καταχώρηση της κρινόμενης αίτησης εξηγεί με την ένορκη δήλωση της η κα Μ. Χριστοφόρου, δικηγόρος στο γραφείο των δικηγόρων της Ενάγουσας. Η ιδιότητα της αυτή αποτέλεσε έναν από τους λόγους ένστασης. Εγείρεται ως ένας από τους λόγους ένστασης, το μη νομότυπο της αίτησης αφού αυτή υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου και όχι από τον διάδικο. Αντικρούοντας το συγκεκριμένο λόγο ο συνήγορος της Αιτήτριας παρέπεμψε στην υπόθεση Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva

(2010)1 A.A.Δ. 82, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Αναφορικά με τον λόγο ένστασης των εναγομένων/καθ΄ ων η αίτηση σε σχέση με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση της ενάγουσας/αιτήτριας και ότι αυτή λόγω του ότι γίνεται από δικηγόρο καθιστά την αίτηση κατ΄ ισχυρισμό αντικανονική, η νομολογία είναι ξεκάθαρη επί αυτού του ζητήματος.» Πέραν των ανωτέρω λεχθέντων σημειώνονται και τα ακόλουθα: Η επί του θέματος νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αποκαλύπτει ότι είναι ανεπιθύμητο για ένα δικηγόρο να προβαίνει σε ένορκη δήλωση ή να καταθέτει για τον πελάτη του. Στην υπόθεση In Re Efhtymiou
(1987)1 C.L.R. 329, αποφασίσθηκε ότι είναι ασυμβίβαστη η ιδιότητα του δικηγόρου και του μάρτυρα στην ίδια υπόθεση. Σχολιάσθηκε δε και υποδείχθηκε πως: «το γεγονός ότι, με τον τρόπο αυτό, ο διάδικος αποστερείται του δικαιώματος που του αναγνωρίζει το άρθρο 30
(3)(δ) του Συντάγματος να έχει δικηγόρο της εκλογής του, ήταν συνέπεια της δικής του απόφασης να ασκήσει το παράλληλο δικαίωμα που του αναγνωρίζει το άρθρο 30
(3)(γ) να καλεί μάρτυρες». Η αναφορά αυτή γίνεται για το δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση. Αυτή η ιδιότητα δικηγόρου και μάρτυρα είναι απαράδεκτο να συγκρούεται. Όχι για άλλο δικηγόρο που συνεργάζεται με το δικηγόρο του διαδίκου. Γι΄ αυτόν δεν φαίνεται να υπάρχει κώλυμα. Εν πάση όμως περιπτώσει, η μαρτυρία του δικηγόρου, όπου δεν έχει προσωπική γνώση και εμπλοκή για κάποιο θέμα, θα πρέπει να εξαντλείται σε τυπικής ή νομικής φύσεως θέματα και όχι γεγονότα επί της ουσίας. Οι αρχές αυτές αναπτύχθηκαν και σε μεταγενέστερες αποφάσεις όπως Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036, Rybolovlev v. Rybolovleva
(2010)1 A.A.Δ. όπου λέχθηκε: «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. ......................... .μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ο ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών.» Στην κρινόμενη περίπτωση, τα γεγονότα που καταγράφονται στην ένορκη δήλωση αφορούν ενέργειες στις οποίες οι δικηγόροι προέβησαν και όχι γεγονότα τη διενέργεια των οποίων γνώριζε η Ενάγουσα. Εν πάση περιπτώσει, ο δικηγόρος που χειρίστηκε την αίτηση ενώπιον του Δικαστηρίου είναι άλλος από εκείνον που προέβη στην ένορκη δήλωση. Αναφέρει στην εν λόγω ένορκη δήλωση πως μετά την καταχώρηση της αγωγής ενημερώθηκαν από τους δικηγόρους των Εναγομένων ότι ο Εναγόμενος 2 κατά παράβαση της συμφωνίας εκχώρησης με την Ενάγουσα, μεταβίβασε και ενέγραψε στον Εναγόμενο 1 το ακίνητο που αφορούσε η συμφωνία εκχώρησης. Μετά από διεξαγωγή έρευνας στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου διαφάνηκε ότι ο Εναγόμενος 1 κατά την 12.5.2015 μεταβίβασε και ενέγραψε το ακίνητο που αφορούσε η συμφωνία εκχώρησης με την Ενάγουσα επ΄ ονόματι των David Mathew Maloney και Garry James Maloney, οι οποίοι είναι γιοί του. Οι Εναγόμενοι ενίστανται στο δικονομικό αυτό διάβημα της Ενάγουσας και προτάσσουν διάφορους λόγους για τους οποίους πιστεύουν πως η αίτηση δεν πρέπει να τύχει αποδοχής. Θα πρέπει να σημειωθεί πως κάποιοι από τους συγκεκριμένους λόγους (όπως π.χ. λόγος αρ. 6) φαίνεται να μην αφορούν και να είναι άσχετοι με την παρούσα αγωγή αφού αναφέρονται σε αγωγή του 2009 ενώ η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε το 2015 και δεν έχει καταχωρηθεί ακόμη Έκθεση Υπεράσπισης. (Μεταφέρεται αυτολεξεί ο συγκεκριμένος λόγος: «Τυχόν έγκριση της παρούσας τροποποίησης θα οδηγήσει σε καθυστέρηση στην εκδίκαση της παρούσας αγωγής, ειδικότερα από την στιγμή που η αγωγή έχει καταχωρηθεί την 27/01/2009, έχει επιδοθεί στον Εναγόμενο την 07/04/2009 και τα δικόγραφα έχουν ήδη συμπληρωθεί προ πολλού, και δη, από την 29/01/2010 με την καταχώρηση Απάντησης στην Υπεράσπιση εκ μέρους του Ενάγοντα-Αιτητή, και υπάρχουν πολυάριθμες εμφανίσεις ενώπιον του Δικαστηρίου έκτοτε.») Επικαλούνται μεταξύ άλλων ότι: - Οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αντινομικές και προϊόν δευτέρας σκέψεως της Ενάγουσας και αποτελούν κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. - Ότι δεν αφορούν διόρθωση της Έκθεσης Απαίτησης, αλλά προσθήκης προκλητικών και/ή ερεθιστικών και/ή περιττών ισχυρισμών, οι οποίοι μοναδικό σκοπό έχουν να πλήξουν τον χαρακτήρα και το κύρος του καθ΄ ου η αίτηση. - Ότι η αίτηση είναι παράτυπη, αντικανονική και αντίθετη με τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς. - Ότι εισάγεται νέα βάση αγωγής. Η αίτηση νομικό έρεισμα έχει τη Δ.25 και τη Δ.48 και συνεπώς οι ο σχετικός λόγος ένστασης περί παράτυπης αίτησης είναι αβάσιμος. Αναφέρει η σχετική Διάταξη 25: "1. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his endorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments, shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy the parties." Έχει νομολογηθεί ότι η τροποποίηση της δικογραφίας είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και ότι εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (δέστε Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, 707). Στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Έχει περαιτέρω νομολογηθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (δέστε Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934. Η προσέγγιση αυτή συνάδει με εκείνη που διατυπώθηκε στην Associated Leisure Ltd and others v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All E.R. 754, Jamal Khan v. Δημοκρατίας του Πακιστάν
(2011)1 Α.Α.Δ. 1211. Οι αρχές οι οποίες διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνοψίζονται στη Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 33 και έχουν υιοθετηθεί σε αρκετές μεταγενέστερες: «
(1)H τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέρονται του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.» Κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμώνται όλα τα σχετικά γεγονότα τα οποία τείνουν να διαμορφώσουν και προδιαγράψουν το πλαίσιο της δίκης σε συνάρτηση με τα χρονικά όρια για την επίλυση τους. Στην κρινόμενη περίπτωση η αίτηση καταχωρήθηκε 3 μήνες μετά την καταχώρηση της αγωγής και προτού οι Εναγόμενοι καταχωρήσουν Έκθεση Υπεράσπισης. Βρίσκεται σε τέτοιο αρχικό και πρώιμο στάδιο, ώστε οι οποιεσδήποτε αιτιάσεις για καθυστέρηση ή κακοπιστία (η οποία δεν αποδείχθηκε) ή εκ δευτέρου σκέψεως ενέργειες να μην ευσταθούν. Πέραν τούτου, υπάρχει δικαιολόγηση της ανάγκης που οδήγησε στην επιχειρούμενη τροποποίηση. Η προτεινόμενη να εισαχθεί θεραπεία, βασίζεται στις ενέργειες που έγιναν με τη μεταβίβαση του ακινήτου το οποίο αποτελούσε αντικείμενο της συμφωνίας εκχώρησης (το οποίο αποτελεί μέρος της Έκθεσης Απαίτησης) και συνακόλουθα οι οποιεσδήποτε νέες αξιώσεις κρίνονται απαραίτητες και απόλυτα συναφείς με τα επίδικα δικογραφημένα θέματα. Εξάλλου, ακόμη και οι ίδιοι οι εναγόμενοι με τον λόγο ένστασης 7 αποδέχονται ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν αποκλίνουν σε μεγάλο βαθμό από τα όσα ήδη ισχυρίζεται ο Ενάγοντας. Με την ένσταση προβάλλεται ακόμη ένας λόγος ένστασης. Ότι «οι ισχυρισμοί που προσπαθούν να εισαχθούν ισχυρίζονται βασικά καταδολιευτική μεταβίβαση την στιγμή μάλιστα που δεν υπάρχει δικαστική απόφαση Δικαστηρίου εναντίον του Νο.1. Ως εκ τούτου δεν θα πρέπει να επιτραπεί ως καταχρηστική, πρόωρη και παράνομη». Αναπτύσσοντας τούτο τον λόγο ένστασης στην γραπτή του αγόρευση ο συνήγορος των Καθ΄ ων η αίτηση πρότεινε πως δεδομένου ότι υπάρχει ισχυρισμός περί δόλιας μεταβίβασης ακινήτου και ζητείται η ακύρωση του, τούτο είναι ανεπίτρεπτο και μπορεί να επιτευχθεί μόνον μετά την έκδοση απόφασης. Δηλαδή ο εξ΄ αποφάσεως πιστωτής δύναται να επιδιώξει ακύρωση μεταβίβασης την οποίαν χαρακτηρίζει ως δόλια, μετά την έκδοση απόφασης. Παρέπεμψε προς τούτο στον περί Δολίων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμο (Κεφ. 62) άρθρο 4 και στο άρθρο 21 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6). Η συνήγορος της Αιτήτριας, απαντά πως οι ισχυρισμοί των Καθ΄ ων η αίτηση που τίθενται υπό τύπον υπεράσπισης, δεν μπορούν να εξεταστούν σ΄ αυτό το στάδιο, αλλά στα πλαίσια της ακρόασης. Οι επιχειρούμενοι ισχυρισμοί και επιζητούμενα να εκδοθούν διατάγματα ακύρωσης της μεταβίβασης δεν είναι ασύνδετα με την υφιστάμενη Έκθεση Απαίτησης. Το ακίνητο, η μεταβίβαση του οποίου θεωρείται δόλια, είναι το αντικείμενο της σύμβασης εκχώρησης, το οποίο σύμφωνα με την Ενάγουσα, ο Εναγόμενος 2 δεσμεύτηκε να μην μεταβιβάσει στον εναγόμενο 1 και ο Εναγόμενος 1 συμφώνησε όπως μόλις εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος, τότε να το υποθηκεύσει προς όφελος της Ενάγουσας. Στην παρούσα περίπτωση θα πρέπει η αίτηση να ιδωθεί και υπό το πρίσμα της προσπάθειας για εισαγωγή και προσθήκη νέων διαδίκων. Το διάβημα για προσθήκη διαδίκων διέπεται από τις διατάξεις 9 και 12 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας οι οποίες πραγματεύονται την αλλαγή, προσθήκη ή αντικατάσταση διαδίκου μέρους όταν διαφανεί πως λανθασμένα ενάγεται ή όταν προκύψει αλλαγή στα πρόσωπα συνεπεία θανάτου, πτώχευσης ή διάλυσης. Διάφοροι είναι οι παράγοντες που διέπουν τη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου κατά την εξέταση τέτοιου αιτήματος. Η αναγκαιότητα να παρουσιάζονται στην αγωγή οι ορθοί και αναγκαίοι διάδικοι είναι μια από τις αρχές αυτές για την αποκατάσταση του πλαισίου της δίκης με την προσαγωγή όλων των αναγκαίων διαδίκων ενώπιον του Δικαστηρίου. Αυτή η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου εξυπακούει στάθμιση όλων των παραγόντων και περιστατικών της υπόθεσης και επίσης τον τυχόν επηρεασμό των δικαιωμάτων της αντίδικης πλευράς. Το Δικαστήριο κέκτηται ευρεία διακριτική εξουσία να κάμει οποιαδήποτε τροποποίηση σχέσην έχουσα με τους διάδικους, να τους προσθέσει, διαγράψει, αντικαταστήσει και να επιφέρει τέτοιες αλλαγές όσες είναι αναγκαίες για να καταστήσει δυνατή την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των μεταξύ των διαδίκων επιδίκων θεμάτων (MEPA Underwriting Management Ltd κ.α. v. Αγροτική Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1(Β) Α.Α.Δ 778). Στην ανωτέρω απόφαση ΜΕPA, σελ. 772 ο Δικαστής Καλλής ανέφερε και τα πιο κάτω: "Στην Byrne and Another v. Brown
(1889)22 Q.B.D. 657 ο Lord Esher, M.R., έχει πραγματευθεί ως πιο κάτω το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου: «............................» Σε ελληνική μετάφραση: «Ένας από τους κύριους σκοπούς των Judicature Acts ήταν να εξασφαλιστεί ότι οποτεδήποτε το δικαστήριο μπορεί να διακρίνει από τη διαδικασία η οποία βρίσκεται ενώπιον του ότι τα δικαιώματα ενός από τους διαδίκους θα επηρεαστούν ή δυνατόν να επηρεαστούν με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε δυνάμει των υφιστάμενων διαδικαστικών θεσμών δυνατό να εγερθούν άλλες αγωγές σε σχέση με την ίδια πράξη, το δικαστήριο θα έχει εξουσία να φέρει όλα τα μέρη ενώπιον του, και να αποφασίσει επί των δικαιωμάτων τους σε μια διαδικασία. Δεν είναι απαραίτητο όπως η μαρτυρία, που προκύπτει για τα επίδικα θέματα που εγείρονται από την προσθήκη των μερών, είναι ακριβώς η ίδια. Είναι αρκετό αν η κυρίως μαρτυρία και η κυρίως έρευνα, θα είναι οι ίδιες και το δικαστήριο έχει εξουσία να προσθέσει τα νέα μέρη, και να αποφασίσει επί των δικαιωμάτων όλων των μερών που βρίσκονται ενώπιον του σε μια διαδικασία.». Αυτό που πρωτίστως εξετάζεται σε τέτοια διαδικασία είναι κατά πόσο ο προτεινόμενος εναγόμενος είναι και αναγκαίος διάδικος. Οι προτεινόμενοι Εναγόμενοι 3 και 4 είναι τα πρόσωπα προς τα οποία έχει γίνει μεταβίβαση του ακινήτου, επί του οποίου η Ενάγουσα διατηρεί σύμφωνα με το εκχωρητήριο έγγραφο δικαίωμα εγγραφής υποθήκης. Συνακόλουθα αποτελούν, σύμφωνα με τη νομολογία, αναγκαίους διάδικους, ώστε αφενός να αχθούν όλα τα αναγκαία μέρη ενώπιον του Δικαστηρίου και αφετέρου να τους δοθεί η ευκαιρία να υπερασπίσουν εαυτόν. Συνεπώς, ενόψει του πολύ αρχικού σταδίου στο οποίο η αγωγή βρίσκεται, αλλά και όλων όσων ανωτέρω αναφέρθησαν, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα ασκηθεί υπέρ της έγκρισης του αιτήματος. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης ως η αίτηση. Τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος. Οι υφιστάμενοι Εναγόμενοι να καταχωρήσουν Έκθεση Υπεράσπισης 10 ημέρες μετά. Αναφορικά με τους νέους διαδίκους να ακολουθηθούν οι Θεσμοί. Σε σχέση με τα έξοδα, δεδομένου του πρώιμου σταδίου στο οποίο η αίτηση καταχωρήθηκε, προτού καν οι Εναγόμενοι καταχωρήσουν Έκθεση Υπεράσπισης, κρίνεται πως αυτοί δεν δικαιούνται στα έξοδα της αίτησης (X"Γέρου v. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (αρ. 7)
(2003)3 Α.Α.Δ. 31. Επιδικάζονται υπέρ τους τα έξοδα τα οποία θα προκύψουν συνεπεία της τροποποίησης (all costs thrown away), όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .................. Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΜ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: (Αίτηση για Τροποποίηση Ε/Α) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.