SARAH WIMPRESS ν. Κοινοτικό Συμβούλιο Μέσα Χωριού κ.α., Αρ. Αγωγής: 3296/2010, 3/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A98 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3296/2010 Μεταξύ: SARAH WIMPRESS, Ενάγουσα και
- Κοινοτικό Συμβούλιο Μέσα Χωριού
- PAFILIA CYPRUS PROPERTY DEVELOPERS LTD Εναγομένων Ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Ε.Δ. Πάφου ημερομηνίας 12.01.11 Μεταξύ: SARAH WIMPRESS, Ενάγουσα και
- Κοινοτικό Συμβούλιο Μέσα Χωριού
- PAFILIA PROPERTY DEVELOPERS LTD Εναγομένων Ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Ε.Δ. Πάφου ημερομηνίας 31.10.14 Μεταξύ: SARAH WIMPRESS, από το Ηνωμένο Βασίλειο Ενάγουσα και
- Κοινοτικό Συμβούλιο Μέσα Χωριού
- PAFILIA PROPERTY DEVELOPERS LTD, από την Πάφο
- Κυπριακή Δημοκρατία, δια μέσω του Γενικού Εισαγγελέα Εναγομένων Ημερομηνία: 03.05.16 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κα Μ. Πιερή (η κα Χρ. Παναγιώτου για ν΄ακούσει απόφαση) Για Εναγομένη 1: κος Γ. Σιαηλής Για Εναγομένη 2: κα Στ. Κλεάνθους Για Εναγομένη 3: κος Στ. Ερωτοκρίτου (ο κ. Α. Χατζηκύρου για ν΄ακούσει απόφαση) ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει από τους Εναγομένους γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για ζημιές, απώλειες, πόνο, ταλαιπωρία, ψυχική οδύνη και σωματικές βλάβες που ισχυρίζεται ότι υπέστηκε και θα συνεχίζει να υφίσταται στο μέλλον συνεπεία ατυχήματος που είχε περί τις 21.10.08 ενώ περπατούσε στην οδό Δημοκρατίας στο Μέσα Χωριό της επαρχίας Πάφου βρισκόμενη σε διακοπές και διαμένοντας σε κατοικία φιλικού της προσώπου που ανεγέρθηκε από την Εναγόμενη
- Η Ενάγουσα επίσης διεκδικεί τόκο 8% ετησίως επί των αποζημιώσεων που τυχόν επιδικαστούν από την ημέρα του ατυχήματος μέχρι εξόφλησης καθώς και τα δικηγορικά έξοδα που προέκυψαν από την καταχώρηση και εκδίκαση της υπόθεσης αυτής. Η Ενάγουσα επιρρίπτει ευθύνη: (α) στην Εναγόμενη 1 για αμέλεια και/ή παράβαση απορρεόντων εκ του νόμου και σε ισχύ κανονισμών καθηκόντων και υποχρεώσεων να διατηρούν ασφαλές οδικό σύστημα, να λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για την προστασία των πεζών προς αποφυγή ατυχημάτων στον πιο πάνω υπό επιδιόρθωση δρόμο καθώς και για ατελή πεζοδρόμηση που ενείχε σοβαρούς κινδύνους σε οδό που εμπίπτει στα κοινοτικά της όρια, (β) στην Εναγόμενη 2 για αμέλεια και/ή παράβαση απορρεόντων εκ του νόμου και σε ισχύ κανονισμών καθηκόντων και υποχρεώσεων επί το ότι δεν κατέβαλε την απαιτούμενη επιμέλεια σε σχέση με την κατάσταση των υποστατικών της, επί το ότι δεν έλαβε μέτρα που να καθιστούν το υποστατικό εύλογα ασφαλές και επί το ότι δεν εμπόδισε ζημιά από ασυνήθιστο κίνδυνο που γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει, (γ) στην Εναγόμενη 3 για αμέλεια και/ή παράβαση απορρεόντων εκ του νόμου και σε ισχύ κανονισμών καθηκόντων και υποχρεώσεων επί το ότι δεν κατέβαλε την απαιτούμενη επιμέλεια να διατηρεί ασφαλές το οδικό σύστημα και να παρέχει προστατευτικά μέτρα στους πεζούς καθώς και επί το ότι παρέλειψε να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για αποφυγή ατυχημάτων αλλά και να διασφαλίσει την ορθή εκτέλεση των εργασιών στο δημόσιο και/ή κοινοτικό οδικό δίκτυο από τους αντιπροσώπους της, λεπτομέρειες των οποίων παρέχονται υπό τα σημεία (α) μέχρι (ιγ) της παραγράφου 10 της έκθεσης απαίτησης και τα οποία κατ' ισχυρισμό προκάλεσαν τραυματισμούς, απώλειες και έξοδα στην Ενάγουσα, ανάλυση των οποίων υπάρχει στις παραγράφους 15, 16, 17, 18 και 21 της έκθεσης απαίτησης. Οι δικογραφημένες θέσεις και ισχυρισμοί των διαδίκων: Μέσα από την Έκθεση Απαίτησης του η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι περί τις 21.10.08 ενώ βρισκόταν στην Κύπρο για διακοπές στην προσπάθεια της να κατέβει το πεζοδρόμιο το οποίο εφάπτεται επί της προαναφερόμενης οδού στο Μέσα Χωριό της επαρχίας Πάφου ένεκα της κακής κατάστασης του πεζοδρομίου, των ατελών και/ή πλημμελών εργασιών που υπήρχαν σ' αυτό και στο οδικό οδόστρωμα και γενικότερα λόγω των έργων που εκτελούνταν στην περιοχή, γλίστρησε, έπεσε και υπέστηκε σοβαρή κρανιοεγκεφαλική κάκωση, ινιακό κεφαλαιμάτωμα, κάταγμα κρανίου και τραυματική ενδοεγκεφαλική αιμορραγία. Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι οι Εναγόμενες ευθύνονται αποκλειστικά για τις σωματικές βλάβες, ψυχική οδύνη, ταλαιπωρία, απώλειες και έξοδα που κατ' ισχυρισμό υπέστη ένεκα του ατυχήματος στη βάση, βαθμό και έκταση που αναφέρθηκαν πιο πάνω για την κάθε μία ξεχωριστά. Σύμφωνα με την Ενάγουσα οι ειδικές ζημιές που υπέστηκε ως αποτέλεσμα του τραυματισμού της ανέρχονται συνολικά στα €15.700 ενώ από φαρμακευτική αγωγή, διαρκή ιατρική παρακολούθηση και ακτινολογικούς ελέγχους που θα τύχει στο μέλλον θα προκύψουν απώλειες συνολικού ύψους €17.
- Στην υπεράσπιση της η Εναγόμενη 1 αρνείται ότι ευθύνεται για την πρόκληση του επικαλούμενου συμβάντος για το οποίο ουδεμία ενημέρωση είχε και παράλληλα δηλώνει ότι το κατ' ισχυρισμό ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική αμέλεια και αδιαφορία από την Ενάγουσα, η οποία, σύμφωνα με τη θέση της εν λόγω εναγομένης, δεν χρησιμοποίησε τον δρόμο και το πεζοδρόμιο με τη δέουσα προσοχή, επί των οποίων κατά τον ουσιώδη χρόνο ουδεμία εργασία εκτελείτο από την εναγομένη αυτή. Είναι διαζευκτικά η θέση της Εναγομένης 2 ότι εάν αποδειχτεί ότι η Ενάγουσα υπέστηκε ζημιές την ευθύνη αποζημίωσης φέρουν οι Εναγόμενες 2 και
- Η Εναγόμενη 1 επίσης απορρίπτει τις σωματικές βλάβες, ειδικές ζημιές και μελλοντικές απώλειες που η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι υπέστηκε, την οποία καλεί σε αυστηρή απόδειξη τους. Στην υπεράσπιση της η Εναγόμενη 2 αφού απορρίπτει την ευθύνη που η Ενάγουσα της αποδίδει, ισχυρίζεται ότι οι εργασίες που ανέλαβε για την ανέγερση του κτιριακού συγκροτήματος είχαν ολοκληρωθεί προγενέστερα του ουσιώδη για την αγωγή χρόνου. Είναι η θέση της εν λόγω εναγομένης ότι ουδεμία γνώση και/ή ευθύνη είχε για τις κατ' ισχυρισμό εργασίες επί του προαναφερομένου δρόμου. Είναι ακόμη η θέση της εναγομένης αυτής ότι την αποκλειστική ευθύνη και έλεγχο του συγκεκριμένου δρόμου φέρουν οι Εναγόμενοι 1 και 3, οι οποίοι είναι κατά νόμο υπεύθυνοι και αρμόδιοι για τη φύλαξη, συντήρηση, διατήρηση και έλεγχο των δημοσίων οδών περιλαμβανομένου των δημοσίων οδών εντός των ορίων του Κοινοτικού Συμβουλίου Μέσα Χωριού. Σύμφωνα με την Εναγόμενη 2 ο χώρος όπου το κατ' ισχυρισμό ατύχημα συνέβηκε, για το οποίο ουδέποτε έτυχε ενημέρωσης, βρίσκεται εκτός της ευθύνης της ενώ η πρόκληση του οφείλεται σε αποκλειστική αμέλεια και/ή στην παράβαση απορρεόντων εκ του νόμου και σε ισχύ κανονισμών καθηκόντων της Εναγομένης 2, λεπτομέρειες των οποίων παρέχονται στην παράγραφο 8 της υπεράσπισης, ή σε διαζευκτική περίπτωση σε αποκλειστική ή στο μεγαλύτερο βαθμό ευθύνη που επικαλείται ότι φέρουν οι Εναγόμενοι 1 και
- Επιπροσθέτως, η Εναγόμενη 2 αρνείται και απορρίπτει τις λεπτομέρειες των κατ' ισχυρισμό σωματικών βλαβών, ειδικών ζημιών μελλοντικών απωλειών της Ενάγουσας, τις οποίες θεωρεί ότι είναι ανύπαρκτες και/ή διογκωμένες και/ή υπερβολικές. Στην υπεράσπιση της η Εναγόμενη 3 αναφέρει ότι ουδεμία σχέση έχει με το κατ' ισχυρισμό ατύχημα και ότι ο επίδικος δρόμος δεν είναι στην αρμοδιότητα και/ή ευθύνη της. Είναι επίσης η θέση της εν λόγω εναγομένης ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο της αγωγής τόσο το οδικό δίχτυο όσο και τα πεζοδρόμια βρίσκονταν σε καλή κατάσταση και εξυπηρετούσαν ικανοποιητικά την κοινότητα του Μέσα Χωριού. Περαιτέρω η Εναγόμενη 3 ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα ευθύνεται αποκλειστικά για την πρόκληση του κατ' ισχυρισμό ατυχήματος και τις σωματικές βλάβες που επικαλείται ότι υπέστηκε καθότι ήταν αμελής, λεπτομέρειες της οποίας εκθέτει υπό τα σημεία (α) μέχρι (ε) της παραγράφου 8 της έκθεσης υπεράσπισης. Η Εναγόμενη 3 επιπλέον αρνείται ότι η Ενάγουσα υπέστηκε τις κατ' ισχυρισμό ειδικές ζημιές και μελλοντικές απώλειες και την καλεί σε αυστηρή απόδειξη τους. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της απαίτησης της η Ενάγουσα παρουσίασε 4 μάρτυρες (ΜΕ1-ΜΕ4). Οι Εναγόμενες 1 και 2 επέλεξαν να μην καλέσουν οποιονδήποτε μάρτυρα ενώ η Εναγόμενη 3 προς υπεράσπιση της παρουσίασε ένα μάρτυρα (ΜΥ). Παράλληλα κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν δύο τεκμήρια (Τεκμήρια 1 και 2) και δύο τεκμήρια προς αναγνώριση (Τεκμήρια προς αναγνώριση Γ1 και Γ2). ΜΕ1 ήταν η Ενάγουσα. Η κυρίως εξέταση της αποτελείται από γραπτή δήλωση που προσκόμισε καθώς και από ένορκη προφορική μαρτυρία. Μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας της η Ενάγουσα αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο ήταν ηλικίας 68 ετών, υγιής, αρτιμελής και ασχολείτο με δραστηριότητες και ενδιαφέροντα, για τα οποία διέθετε την απαιτούμενη φυσική κατάσταση. Όπως είπε, στις 21.10.08 βρισκόταν στην Κύπρο για διακοπές και διέμενε με φιλικό της πρόσωπο σε κατοικία που ανεγέρθηκε από την Εναγόμενη 2 στην οδό Δημοκρατίας στο Μέσα Χωριό της επαρχίας Πάφου. Ερχόμενη στο συμβάν η Ενάγουσα ανάφερε ότι εκείνη την ημέρα ενώ διασταύρωνε το δρόμο στον οποίον υπήρχαν συντρίμμια πλαστικού υλικού έχασε την ισορροπία της, βρέθηκε στο έδαφος και κτύπησε το κεφάλι της στο πεζοδρόμιο της αριστερής πλευράς του δρόμου. Μέσα από την πρώτη από τις δύο έγχρωμες φωτογραφίες που κατάθεσε ως Τεκμήρια Γι και Γ2 προς αναγνώριση, η Ενάγουσα υπέδειξε τον εαυτό της ως το άτομο που απεικονίζεται να κείτεται σωριασμένο στο έδαφος. Η Ενάγουσα απέδωσε το πέσιμο της στην κακή κατάσταση του πεζοδρομίου λόγω ατελών και πλημμελών οδικών εργασιών που εκτελούνταν σ' αυτό αλλά και στο οδικό οδόστρωμα από τα όργανα και τους αντιπροσώπους των Εναγομένων, στις οποίες η Ενάγουσα επέρριψε την ευθύνη πρόκλησης του ατυχήματος. Σύμφωνα με την Ενάγουσα από το ατύχημα υπέστηκε σωματικές βλάβες και ειδικές ζημιές συνολικού ύψους €15.700 ενώ αναμένεται στο μέλλον να υποστεί ζημιές συνολικού ύψους €17.000, λεπτομέρειες όλων των οποίων παρέχονται μέσα από τις παραγράφους 12 υπό τα σημεία (α)-(ιγ), 15 υπό τα σημεία (α)-(λ), 16 υπό τα σημεία (α)-(ζ), 17 υπό τα σημεία (α)-(ζ), 18 υπό τα σημεία (Α)-(ΣΤ) και 23 υπό τα σημεία (Α)-(Γ) της γραπτής δήλωσης της. Σύμφωνα ακόμη με την Ενάγουσα, ως αποτέλεσμα των σωματικών βλαβών που υπέστηκε, η ίδια μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο 'Ευαγγελισμός' με απώλεια συνείδησης όπου και παρέμεινε εκεί για νοσηλεία μέχρι τις 07.11.
- Μετά την έξοδο της από το εν λόγω ιατρικό κέντρο συνέχισε να λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Όπως η Ενάγουσα ανάφερε, οι διακοπές της καταστράφηκαν παντελώς ενώ για μεγάλο χρονικό διάστημα παρέμεινε εγκλωβισμένη στο σπίτι τυγχάνοντας διαρκώς φροντίδα αφού αδυνατούσε να φέρει εις πέρας ακόμη και τις στοιχειώδεις οικιακές εργασίες. Ανέπτυξε τάσεις απομόνωσης και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την κοινωνική της ζωή περιορίζοντας τις ασχολίες και τα ενδιαφέροντα της, όπως το περπάτημα που συνήθιζε να κάνει πριν από το ατύχημα της. Σήμερα λαμβάνει βοήθεια από τον περίγυρο της προκειμένου να διεκπεραιώνει απλές καθημερινές δραστηριότητες. Αισθάνεται ζαλάδες, έχει πονοκεφάλους ενώ παρουσιάζει διαταραχή βάδισης, έλλειψη ισορροπίας, αταξία και δυσκολία στο περπάτημα. Επίσης παρουσιάζει απώλεια ακοής στο αριστερό αυτί, μείωση όσφρησης και γεύσης με αποτέλεσμα έτσι να επηρεάζεται η ποιότητα ζωής της. Υποφέρει δε από κατάθλιψη, άγχος, θλίψη, φοβίες και αγωνία για το μέλλον. Αντεξεταζόμενη η Ενάγουσα δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, ότι το ατύχημα συνέβηκε μεταξύ 15:30 και 16:30 στις 21.10.08, ήτοι την προηγούμενη ημέρα της αναχώρησης της από το νησί, όταν ενώ διασταύρωνε τον προαναφερόμενο δρόμο στο Μέσα Χωριό με σκοπό να προσεγγίσει τα σκαλιά της οικίας της φίλης που τη φιλοξενούσε, το σανδάλι της παγιδεύτηκε σε χαβάρα, συντρίμμια και πλαστικά αντικείμενα που βρίσκονταν στον εν λόγω δρόμο με αποτέλεσμα να σκοντάψει, να χάσει την ισορροπία της, να πέσει στο έδαφος και να κυλήσει πίσω προς το κάτω μέρος του κατηφορικού δρόμου. Από την πτώση η Ενάγουσα κτύπησε στο πάνω μέρος της κεφαλής της στο πεζοδρόμιο, έχασε τις αισθήσεις της και μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο με ασθενοφόρο όπου παρέμεινε εκεί 14 ημέρες εκ των οποίων αναίσθητη για 3-4 ημέρες. Σύμφωνα με την Ενάγουσα δεν υπήρχε στον εν λόγω δρόμο προειδοποιητικό σήμα κινδύνου για το κοινό. Σύμφωνα ακόμη με την Ενάγουσα τα έξοδα της κλινικής στην οποία νοσηλεύτηκε καλύπτονταν από σχετική ασφάλεια και πληρώθηκαν από την αντίστοιχη ασφαλιστική εταιρεία, η οποία απέστειλε ιατρό για να την συνοδεύσει πίσω στο Ηνωμένο Βασίλειο. Σε ερώτηση που της υπεβλήθηκε η Ενάγουσα παραδέχτηκε πως θα μπορούσε να είχε κατεβεί στο σημείο που βρισκόταν η οικία της φίλης της και είχε σταθμεύσει το όχημα αλλά δεν το έπραξε και επιχείρησε να βαδίσει στον κατηφορικό δρόμο χωρίς να χρησιμοποιήσει το πεζοδρόμιο. Η Ενάγουσα ανάφερε ότι περπατούσε προσεκτικά κοιτάζοντας ευθεία και πίσω της ακολουθούσε η φίλη της. Όπως η Ενάγουσα επίσης είπε, η κατάσταση του δρόμου ήταν η ίδια καθ' όλη τη διάρκεια της παραμονής της στην Κύπρο μέχρι την ημέρα του ατυχήματος και συγκεκριμένα ο μισός δρόμος δεν είχε ολοκληρωθεί έχοντας διασκορπισμένα συντρίμμια από μικρές-μεγάλες πέτρες και μικρές σωλήνες νερού. Επιπλέον η Ενάγουσα ανάφερε ότι στο νοσοκομείο που ήταν χρησιμοποιούσε αναπηρική καρέκλα και μετά μπαστούνι ενώ στη συνέχεια μεταφέρθηκε στην οικία της φίλης της μέχρι που επέστρεψε στο Ηνωμένο Βασίλειο συνοδευόμενη από ιατρό της ασφαλιστικής της εταιρείας. Παράλληλα η Ενάγουσα απέρριψε την εκδοχή ότι το ατύχημα και οι σωματικές βλάβες που υπέστηκε οφείλονται σε δική της αμέλεια και ότι επειδή ήταν απρόσεκτη και αφηρημένη τη δεδομένη στιγμή. Ούτε συμμερίστηκε τη θέση ότι το ατύχημα προκλήθηκε επειδή έχασε τις αισθήσεις της και κτύπησε το κεφάλι της. Αναφερόμενη στη σημερινή της κατάσταση η Ενάγουσα, σήμερα ηλικίας 76 ετών, δεν έχει ακοή, δεν έχει οσμή, δεν έχει καλή γεύση και έπαυσε να ασχολείται με όλες τις δραστηριότητες που εκτελούσε πριν από το ατύχημα. Ειδικότερα, όπως η ίδια είπε, πριν από το ατύχημα ήταν πολύ ενεργό πρόσωπο, αφού κολυμπούσε, έπαιζε γκολφ 3-4 φορές την εβδομάδα, έπαιζε bowling εσωτερικού χώρου μία φορά την εβδομάδα, ενδιαφέροντα δεν μπορεί τώρα να ασκήσει ένεκα του ατυχήματος. ΜΕ2 ήταν η Florence Haire, φίλη της Ενάγουσας. Στην κυρίως εξέταση της η εν λόγω μάρτυρας ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι διαμένει σε κατοικία κτιριακού συγκροτήματος που ανεγέρθηκε από την Εναγόμενη 2 στο Μέσα Χωριό. Αναφερόμενη στο επίδικο περιστατικό είπε ότι το πρόσωπο που εμπλάκηκε ήταν η Ενάγουσα την οποία τότε φιλοξενούσε και ότι αυτό συνέβηκε στις 21.10.08 που ήταν η τελευταία ημέρα της φιλοξενίας. Εξηγώντας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες το συμβάν συνέβηκε, η μάρτυρας ανάφερε ότι είχε σταθμεύσει το όχημα σε ύψωμα του δρόμου επειδή ο χώρος στάθμευσης της ήταν κατειλημμένος με αποτέλεσμα η ίδια και η Ενάγουσα να περπατήσουν στον κατήφορο του λόφου. Μπροστά περπατούσε η ίδια και ακολουθούσε η Ενάγουσα με την οποία μιλούσε. Διασταύρωναν το δρόμο και όταν η μάρτυρας αντίκρισε μία σπασμένη πέτρα προειδοποίησε την Ενάγουσα να προσέξει. Προσεγγίζοντας το δεύτερο σκαλί της οικίας της η ΜΕ2 άκουσε τη φωνή της Ενάγουσας και όταν γύρισε την είδε να πέφτει και να κυλά κάτω στο λόφο. Η Ενάγουσα φώναζε ότι δεν μπορούσε να σταματήσει. Από το πέσιμο η Ενάγουσα κτύπησε στο πίσω μέρος της κεφαλής της με αποτέλεσμα να χάσει τις αισθήσεις της. Τα πόδια της βρίσκονταν στην κατεύθυνση της ανηφορικής κλίσης του λόφου. Η Ενάγουσα μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στην ιδιωτική κλινική 'Ευαγγελισμός'. Σύμφωνα με την ΜΕ2 η κατάσταση του δρόμου την ημέρα του περιστατικού ήταν η ίδια για πολύ καιρό. Αποτάθηκε στον Κοινοτάρχη του Μέσα Χωριού να γεμίσει τα κενά του δρόμου αλλά αυτός αρνήθηκε να το πράξει λέγοντας της ότι ήταν ευθύνη της Εναγομένης
- Σύμφωνα ακόμη με την ΜΕ2, η Εναγόμενη 2 επέρριψε την ευθύνη επιδιόρθωσης του δρόμου στον Εναγόμενο
- Ωστόσο, σύντομα μετά το ατύχημα, η Εναγόμενη 2 επιδιόρθωσε το δρόμο. Αντεξεταζόμενη η ΜΕ2 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, ότι την ημέρα του επιδίκου περιστατικού είχε προσέξει την Ενάγουσα να λαμβάνει χάπια της επιληψίας ενώ αρνήθηκε ότι η τελευταία είχε καταναλώσει αλκοόλ. Όπως η ΜΕ2 είπε, την ημέρα του επιδίκου περιστατικού είχε σταθμεύσει το όχημα της ψηλά στο λόφο του δρόμου σε χώρο όπου υπάρχει υποσταθμός της Α.Η.Κ. και χρησιμοποιείται από οχήματα για επαναστροφή σε απόσταση περίπου 100 μέτρα από το σημείο στάθμευσης της, το οποίο ήταν κατειλημμένο από άλλο όχημα που επισκέφτηκε γειτονικό σπίτι. Όταν κατέβηκαν από το όχημα της δεν χρησιμοποίησαν τα πεζοδρόμια σε αμφότερες τις πλευρές του δρόμου επειδή ήταν στενά και επικίνδυνα αλλά το δρόμο, κάτι που πάντοτε έκανε η εν λόγω μάρτυρας. Η Ενάγουσα την ακολουθούσε σε απόσταση 2 μέτρων περίπου. Σε κάποια στιγμή της είπε να προσέξει από τις πέτρες. Ωστόσο η ΜΕ2 δεν είδε και κατ' επ' επέκταση δεν γνωρίζει τι προκάλεσε την απώλεια της ισορροπίας της, δηλαδή πως και που ακριβώς έγινε το ατύχημα. Η εν λόγω μάρτυρας υποθέτει ότι η Ενάγουσα σκόνταψε επειδή εντόπισε το σανδάλι της να έχει παγιδευτεί κάτω από ένα μικρό κομμάτι σωλήνα. Είδε όμως την Ενάγουσα να ανοίγει τα χέρια της και να μην μπορεί να σταματήσει. Η Ενάγουσα πήγαινε πίσω πολύ γρήγορα, έτρεχε πισινή και έπεσε προς τα πίσω. Η κλίση του λόφου ήταν μεγάλη. Η ΜΕ2 πρόσεξε αίματα στο δρόμο και γνωρίζει ότι ήταν από το κεφάλι της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα δεν είχε καταπιεί την γλώσσα της καιν ανάπνεε κανονικά. Για τα προβλήματα του δρόμου ο γαμπρός της ΜΕ2 επικοινώνησε με κάποιο Θεοδώρου που εργάζεται στην υπηρεσία της Εναγομένης, τον οποίο και επικοινώνησε. Κάποιο διάστημα μετά το ατύχημα και συγκεκριμένα 4-5 ημέρες πριν την έξοδο της Ενάγουσας από την κλινική ήλθε στην περιοχή ένα όχημα, από το οποίο δύο άτομα άπλωσαν στο δρόμο τσιμέντο γεμίζοντας τα κενά. Η Ενάγουσα τους ρώτησε και της είπαν ότι εργάζονται στην Εναγόμενη
- ΜΕ3 ήταν ο Eric Newman, γείτονας της ΜΕ
- Στην κυρίως εξέταση του ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι στις 21.10.08 ενώ βρισκόταν στη βεράντα της οικίας του πρόσεξε την Ενάγουσα να πηγαίνει κατηφορικά του λόφου με τα χέρια της προτασσόμενα και να φωνάζει ότι δεν μπορούσε να σταματήσει. Τρέχοντας προς την πλαϊνή μεριά της οικίας του ο ΜΕ3 πρόλαβε και είδε την Ενάγουσα με την πλάτη πάνω στο δρόμο και το κεφάλι της να κτυπά στην επιφάνεια του οδοστρώματος. Αμέσως έτρεξε στο δρόμο και βρήκε την Ενάγουσα σωριασμένη στο δρόμο. Ήταν αναίσθητη αλλά ανάπνεε. Στο μεταξύ είχε έλθει και η ΜΕ
- Με το κινητό του τηλέφωνο ειδοποίησε ασθενοφόρο. Παράλληλα πήρε ένα σακάκι και αφού το δίπλωσε το τοποθέτησε κάτω από το κεφάλι της Ενάγουσας. Εκείνη τη στιγμή ο μάρτυρας παρατήρησε ότι η Ενάγουσα φορούσε μόνο ένα σανδάλι. Αναζήτησε το άλλο, το οποίο και εντόπισε να είναι παγιδευμένο κάτω από τη σωλήνα νερού στο δρόμο σε απόσταση περίπου 15 μέτρων από το τελικό σημείο πτώσης της Ενάγουσας. Τότε απεγκλώβισε το σανδάλι και με το πόδι ου έστριψε τη σωλήνα με τέτοιο τρόπο ώστε να μην σκοντάψει άλλος μετά πάνω σ' αυτήν. Η σωλήνα διασταύρωνε το δρόμο. Σύμφωνα με τον ΜΕ3 η κατάσταση του δρόμου ήταν επικίνδυνη αφού η επιφάνεια του είχε μικρές τρύπες και πέτρες. Ο ίδιος παραπονέθηκε μερικές φορές στην Εναγόμενη
- Συμπληρώνοντας ο μάρτυρας ανάφερε ότι μετά το δυστύχημα η Εναγόμενη 2 επιδιόρθωσε το δρόμο τοποθετώντας τσιμέντο. Αντεξεταζόμενος ο ΜΕ3 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, ότι το περιστατικό συνέβηκε περίπου μεταξύ 17:00 και 17:
- Όπως ο εν λόγω μάρτυρας είπε, από τη βεράντα της οικίας του δεν είχε οπτική επαφή προς την κατοικία της ΜΕ
- Ο ίδιος είδε την ΜΕ2 μαζί με την Ενάγουσα πριν από το επίδικο περιστατικό όταν η ΜΕ2 προσπαθούσε να σταθμεύσει το όχημα της. Ωστόσο μετά δεν τις είδε μαζί. Ούτε είδε πως η Ενάγουσα έχασε την ισορροπία της, ούτε όταν αυτή σκουντούφλησε, αλλά ούτε τι προκάλεσε την κίνηση της προς τα πίσω. Περαιτέρω ο ΜΕ3 ανάφερε ότι η απόσταση του σημείου που είδε την Ενάγουσα για πρώτη φορά μέχρι εκεί που κατέληξε πεσμένη είναι περίπου 8-10 μέτρα. Η Ενάγουσα είχε χάσει την ισορροπία της και βημάτιζε προς τα πίσω χωρίς να μπορεί να σταματήσει τον εαυτό της να πηγαίνει κάτω στο λόφο. Παράλληλα ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να δηλώσει αν η Ενάγουσα είχε γδαρσίματα ή κτυπήματα στα χέρια ή πόδια επειδή επικεντρώθηκε στο κεφάλι της αλλά πρόσεξε αίμα εκεί που η Ενάγουσα ήταν πεσμένη στο έδαφος. Για την κατάσταση του οδοστρώματος ο ΜΕ3 ανάφερε ότι δεν υπάρχουν ελαττώματα στο πεζοδρόμιο μέχρι που φθάνεις στην είσοδο του συγκροτήματος όπου το πεζοδρόμιο έχει κλίση με αποτέλεσμα να εγκυμονεί ο κίνδυνος να σκοντάψεις. Για το θέμα της επικίνδυνης εισόδου στο συγκρότημα ο μάρτυρας παραπονέθηκε στην Εναγόμενη
- Δεν παραπονέθηκε όμως για την κατάσταση του δρόμου επειδή δεν τον επηρέαζε. ΜΕ4 ήταν ο Δρ. Γιάννης Ιωάννου, ιδιώτης νευροχειρούργος από το έτος
- Στην κυρίως εξέταση του ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι στις 21.10.08 κλήθηκε από το ιδιωτικό νοσοκομείο 'Ευαγγελισμός' στην Πάφο με το οποίο τότε συνεργαζόταν να εξετάσει ένα επείγον περιστατικό με ασθενή την Ενάγουσα. Κατά την εισαγωγή της έγινε νευρολογική αξιολόγηση της κατάστασης της όπου διαπιστώθηκε ότι ήταν συγκεχυμένη, αποπροσανατολισμένη στο χώρο και στον χρόνο με περιτραυματική αμνησία και ότι παρουσίαζε ναυτία, τάση για εμετό, ζάλη, κεφαλαλγία, αστάθεια, αταξία των άκρων και δυσμετρία. Παράλληλα δόθηκαν οδηγίες όπως χορηγηθούν στην Ενάγουσα ενδοφλέβιοι ισοτονικοί οροί, ήπια αναλγητικά και αντιεμετικά φάρμακα. Την ίδια στιγμή λόγω του ιστορικού επιληψίας που είχε η Ενάγουσα της έγινε έλεγχος των επιπέδων των αντιεπιληπτικών φαρμάκων στο αίμα όπου αφού κατά την εισαγωγή της στην κλινική βρέθηκαν να είναι 17mg/ml δόθηκαν οδηγίες να αυξηθεί η δόση με σκοπό την επίτευξη θεραπευτικών επιπέδων 50-100mg/ml. Περαιτέρω έγινε ακτινολογικός έλεγχος κρανίου, αυχένα και οσφυϊκής μοίρας όπου έδειξε κάταγμα ινιακού οστού για το κρανίο και κανένα κάταγμα σε σχέση με τα υπόλοιπα. Σύμφωνα με τον εν λόγω ιατρό, η Ενάγουσα υπέστηκε σοβαρή κρανιοεγκεφαλική κάκωση, ινιακό κεφαλαιμάτωμα, κάταγμα κρανίου και τραυματική ενδοεγκεφαλική αιμορραγία. Επίσης έγινε αξονική τομογραφία εγκεφάλου και αυχενικής μοίρας κατά την εισαγωγή της Ενάγουσας στην κλινική, την επόμενη ημέρα (22.10.08), επανέλεγχος στις 29.10.08 και προ εξιτηρίου στις 07.11.
- Συγκεκριμένα η αξονική τομογραφία εγκεφάλου στις 21.10.08 έδειξε κάταγμα αριστερά ινιακά χωρίς μετατόπιση και θλάσεις αιμορραγικές των μετωπιαίων λοβών του αριστερού κροταφικού λοβού και του αριστερού ημισφαιρίου της παρεγκεφαλίδας με έντονο περιεστιακό οίδημα, η δε αξονική τομογραφία αυχένα την ίδια ημέρα δεν υπέδειξε οποιοδήποτε κάταγμα ή παρεκτοπίσεις. Όσον αφορά την αξονική τομογραφία 24ώρου (22.10.08) έδειξε το ίδιο με την αξονική τομογραφία εγκεφάλου στις 21.10.
- Το ίδιο έδειξε η αξονική τομογραφία επανελέγχου (29.10.08) με τη διαφορά ότι υπήρξε υποχώρηση του περιεστιακού οιδήματος ενώ δεν υπήρχαν σημεία αυξημένης ενδοκρανίου πιέσεως ή μετατόπισης της μέσης γραμμής. Σχετικά με την αξονική τομογραφία προ εξιτηρίου (07.11.08), αυτή έδειξε κάταγμα αριστερά ινιακά χωρίς μετατόπιση, πλήρης απορρόφηση των αιμορραγικών θλάσεων μετωπιαία αριστερά κροταφικά και του αριστερού ημισφαιρίου της παρεγκεφαλίδας ενώ δεν υπήρχαν σημεία αυξημένης ενδοκρανίου πιέσεως ή μετατόπισης της μέσης γραμμής. Όπως ο ιατρός αυτός ανάφερε, η Ενάγουσα εξήλθε της κλινικής στις 11.11.08 με τη νευρολογικής της εξέταση να δείχνει ότι ήταν πλήρως προσανατολισμένη στο χώρο και στο χρόνο χωρίς σύγχυση και δίχως να παρουσιάζει ναυτία, τάση προς εμετό, ζάλη ή κεφαλαλγία. Παράλληλα υπήρχε μέτρια αστάθεια και ήπια αταξία των άκρων χωρίς δυσμετρία. Το δε επίπεδο αντιεπιληπτικών φαρμάκων στο αίμα κατά την έξοδο της ήταν 97.7 mg/ml. Σύμφωνα με τον μάρτυρα αυτό, η Ενάγουσα μπορούσε να ταξιδέψει αεροπορικώς αλλά με ιατρική συνοδεία επειδή υπήρχε πιθανότητα μετατραυματικών επιληπτικών κρίσεων λόγω της παρουσίας κριτηρίων υψηλού κινδύνου για εμφάνιση μετατραυματικών κρίσεων. Τον Μάιο 2011 ο μάρτυρας επανεξέτασε την Ενάγουσα καταλήγοντας σε ευρήματα ινιακού κεφαλαιματώματος, κρανιοεγκεφαλικού κατάγματος και τραυματικής ενδοεγκεφαλικής αιμορραγίας, γραμμικού αριστερού ινιακού κατάγματος χωρίς μετατόπιση, αιμορραγίας εγκεφαλικού φλοιού, μωλώπων στους μετωπιαίους λοβούς, στον αριστερό κροταφικό λοβό και στο αριστερό ημισφαίριο της παρεγκεφαλίδας με παρουσία περιεστιακού οιδήματος. Η δε μαγνητική τομογραφία που έγινε στις 19.05.11 έδειξε βλάβη γεμάτη υγρό στην πλαγιοπίσθια πλευρά του αριστερού ημισφαιρίου της παρεγκεφαλίδας με δακτύλιο αιμοσιδερίνης στην περιφέρεια-μετατραυματικές αλλαγές, μερικές μετατραυματικές εστίες αιμοσιδερίνης στην πρόσθια όψη των δύο μετωπιαίων λοβών και ατροφία του φλοιού του εγκεφάλου. Η νευρολογική κατάσταση της Ενάγουσας έδειξε ότι παρουσίαζε ζαλάδα και πονοκέφαλο, διαταραχή βάδισης και αταξία έχοντας έλλειψη ισορροπίας και αδυναμία βάδισης χωρίς μπαστούνι. Σύμφωνα με τον εν λόγω ιατρό, η Ενάγουσα έχει δυσκολίες στο περπάτημα, προβλήματα ισορροπίας και διαταραχή στο βάδισμα. Χρειάζεται βοήθεια για τις καθημερινές δραστηριότητες της. Η απώλεια όσφρησης, γεύσης και ακοής επηρεάζουν τη ζωή της, η οποία δεν έχει ποιότητα μετά το ατύχημα. Η Ενάγουσα θεωρείται ανάπηρη και η κατάσταση της πιθανό να μην αλλάξει και να παραμείνει μόνιμη. Όλα τα ευρήματα και συμπεράσματα του μάρτυρα στα οποία κατέληξε σε σχέση με την κλινική εικόνα της Ενάγουσας καταγράφονται στα ιατρικά πιστοποιητικά που εξέδωσε στις 22.08.09 και 07.12.11, τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 1 και
- Αντεξεταζόμενος ο ΜΕ4 σε ερώτηση που του υπεβλήθηκε αν υπήρχαν εκδορές ή αιματώματα σε άλλα σημεία του σώματος της Ενάγουσας εκτός από το κεφάλι, απάντησε ότι υπήρχαν στους αγκώνες, στην ωμοπλάτη και στο πλάγιο μέρος του τραχήλου, τα οποία όμως δεν κατέγραψε στα ιατρικά πιστοποιητικά επειδή, όπως είπε, ήταν καθαρά νευρολογικά. Ερωτώμενος ειδικά να έλεγξε τους αστραγάλους της Ενάγουσας για να δει αν έφεραν κτυπήματα ή εκδορές ο εν λόγω μάρτυρας είπε ότι της έλαβε αντανακλαστικά που ήταν φυσιολογικά. Περαιτέρω ο ΜΕ4 δήλωσε πως όταν η Ενάγουσα εισήχθηκε στην ιδιωτική κλινική δεν ήταν λιπόθυμη, ούτε βρισκόταν σε κώμα αλλά απαντούσε σε εντολές και είχε δυνατότητα επικοινωνίας με το περιβάλλον. Ενεργώντας προληπτικά στη βάση ότι η κρανιοεγκεφαλική κάκωση αυξάνει κατακόρυφα τον κίνδυνο εμφάνισης επιληπτικών κρίσεων το πρώτο εξάμηνο, έδωσε οδηγίες να αυξηθεί η χορήγηση δόσης αντιεπιληπτικών φαρμάκων. Ο ΜΕ4 παρόλο που θεωρητικά δεν το απέκλεισε, εντούτοις πρακτικά θεωρεί ότι το ενδεχόμενο η Ενάγουσα να έπεσε στο έδαφος συνεπεία επιληπτικής κρίσης είναι απίθανο επειδή επί σειρά ετών δεν είχε επιληπτικές κρίσεις όπως ενημερώθηκε από την ίδια αλλά και από τον ιατρό της στην Αγγλία αμέσως μετά το περιστατικό, επειδή τα άτομα που την μετέφεραν δεν ανάφεραν ότι είχε σπασμούς, επειδή κατά την εξέταση του δεν βρήκε δείγματα γλώσσας και χειλιών και επειδή ούτε διαπίστωσε απώλεια ούρων ή κοπράνων που έρχεται συνήθως με μια επιληπτική κρίση. Επιπλέον ο εν λόγω μάρτυρας δήλωσε πως κατά τη νευρολογική εξέταση της Ενάγουσας διαπίστωσε ότι υπήρχε διαφορά ακοής στο ένα αυτί από το άλλο, η όσφρηση και γεύση της ήταν μειωμένη μετά από πείραμα με οινόπνευμα ενώ όταν την έβαλε να περπατήσει η βάδιση ήταν εμφανώς μειωμένη αφού πραγματοποιείτο με μπαστούνι έχοντας διαταραχή ισορροπίας λόγω βλάβης στην παρεγκεφαλίτιδα (παρεγκεφαλιδική αταξία). Σύμφωνα με τον μάρτυρα αυτό η παρεγκεφαλιδική αταξία είναι οξεία βλάβη που επέρχεται μετά από μια κάκωση, άρα δεν μπορεί να προϋπήρχε του ατυχήματος. Μοναδικός μάρτυρας υπεράσπισης (ΜΥ) ήταν η Κάκια Χλωρακιώτου, η οποία κλήθηκε να παρουσιαστεί από την πλευρά της Εναγομένης
- Το έτος 2007 η μάρτυρας αυτή διορίστηκε στην Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου ενώ εδώ και 1 ½ χρόνο κατέχει τη θέση Βοηθού Επαρχιακού Επόπτη στην Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου με καθήκοντα, ανάμεσα σ' άλλα, να εξετάζει καταγγελίες, προβλήματα και άλλα θέματα που αφορούν ένα αριθμό κοινοτήτων, μία εκ των οποίων είναι το Μέσα Χωριό και να εισηγείται τρόπους επίλυσης τους. Στην κυρίως εξέταση της η Χλωρακιώτου ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι ο επίδικος δρόμος (οδός Δημοκρατίας) όπου διαδραματίστηκε το υπ' αναφορά περιστατικό είναι οδός εντός της κοινότητας Μέσα Χωριού και ως εκ τούτου εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Κοινοτικού Συμβουλίου του χωριού αυτού. Σύμφωνα με την εν λόγω μάρτυρα, ουδέποτε η Επαρχιακή Διοίκηση ενημερώθηκε από την Εναγόμενη 2 αν γίνονταν έργα στην υπ' αναφορά τοποθεσία ενώ για το επίδικο περιστατικό έλαβε γνώση για πρώτη φορά στις 24.11.14 όταν η Νομική Υπηρεσία απέστειλε επιστολή στην Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου με την οποία ζητούσε την υποβολή έκθεσης γεγονότων. Επίσης η μάρτυρας είπε ότι από έρευνα που έγινε στο μητρώο της αστυνομίας δεν εντοπίστηκαν οποιαδήποτε καταχωρημένα στοιχεία που να σχετίζονταν με το επίδικο περιστατικό. Αντεξεταζόμενη η ΜΥ δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως δεν γνωρίζει ποιος κατασκεύασε τον επίμαχο δημόσιο δρόμο, ο οποίος με βάση κατάλογο που η Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου διατηρεί δεν είναι από αυτούς που υπάγονται στην αρμοδιότητα της υπηρεσίας της. Ακόμη από ότι η ίδια γνωρίζει δεν υπάγεται ούτε στο Τμήμα Δημοσίων Έργων. Παράλληλα η εν λόγω μάρτυρας ξεκαθάρισε ότι η υπηρεσία της είναι υπεύθυνη για τη συντήρηση και βελτίωση χωρητικών δρόμων, δηλαδή οδών που ενώνουν δύο κοινότητες και η συγκεκριμένη οδός είναι δρόμος της κοινότητας με αποτέλεσμα να αποτελεί αρμοδιότητα του Κοινοτικού Συμβουλίου Μέσα Χωριού. Τελικές Αγορεύσεις: Όλες οι πλευρές στις αγορεύσεις τους προσπάθησαν με νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Συγκεκριμένα η ευπαίδευτη συνήγορος της Ενάγουσας με παραπομπή σε νομολογία κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει όλους τους μάρτυρες της πελάτισσας της αξιόπιστους. Είναι η θέση της κυρίας Πιερή ότι με βάση τα γεγονότα που παρουσιάστηκαν η Ενάγουσα δεν είχε υποχρέωση να λάβει προφυλάξεις προ του κινδύνου που εμφανίστηκε μπροστά της και ως εκ τούτου δεν υφίσταται θέμα συντρέχουσας αμέλειας από μέρους της. Σύμφωνα ακόμη με την εν λόγω συνήγορο η μαρτυρία που προσκομίστηκε υποδεικνύει ότι μοναδική αιτία του επιδίκου περιστατικού ήταν η κατάσταση του επίμαχου δρόμου. Με γνώμονα αυτά η συνήγορος της Ενάγουσας κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεχτεί την εκδοχή της πελάτισσας της. Αντίθετη ήταν η νομική επιχειρηματολογία του ευπαιδεύτου συνηγόρου της Εναγομένης 1, ο οποίος αναφέρθηκε σε διάφορες αντιφάσεις που κατά τη γνώμη του υπέπεσε η Ενάγουσα καθώς και σε κενά και αδυναμίες που θεωρεί ότι περιέχει η μαρτυρία που προσάχθηκε από μέρους της Ενάγουσας, λόγους που κατά τον ίδιο την καθιστούν τρωτή σε απόρριψη. Είναι ακόμη η θέση του εν λόγω συνηγόρου ότι η Ενάγουσα ήταν αμελής επειδή ενώ υπήρχε πεζοδρόμιο για χρήση από τους πεζούς έθεσε τον εαυτό της σε κίνδυνο χρησιμοποιώντας τον κατηφορικό δρόμο. Είναι ακόμη η θέση του κυρίου Σιαηλή ότι η Ενάγουσα ήταν απρόσεχτη όταν περπατούσε αφού μιλούσε και χαμογελούσε με την ΜΕ2 ενώ φορούσε σανδάλια με τα οποία εκ των πραγμάτων δεν μπορούσε να έχει άνετο βάδισμα. Παράλληλα ο εν λόγω συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η Ενάγουσα προσκόμισε μαρτυρία επί γεγονότων και θέσεων της που δεν περιέχονται στα δικόγραφα και γι' αυτό εισηγήθηκε όπως μην ληφθεί υπόψη. Στη βάση των πιο πάνω ο κύριος Σιαηλής ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της και γι' αυτό η αγωγή πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εναντίον της. Στη δική της αγόρευση η ευπαίδευτη συνήγορος της Εναγομένης 2 επικεντρώθηκε σε αντιφάσεις που θεωρεί ότι η Ενάγουσα υπέπεσε τόσο μέσα από τη δική της μαρτυρία όσο και σε σχέση με τις μαρτυρίες των ΜΕ2 και ΜΕ
- Παράλληλα είναι η θέση της εν λόγω συνηγόρου ότι μέσα από τις μαρτυρίες των ΜΕ2 και ΜΕ3 δεν υπάρχει ασφαλές έδαφος που να οδηγεί σε εύρημα για το τι πραγματικά προκάλεσε το ατύχημα της Ενάγουσας καθότι, ως είναι η εισήγηση, ουδείς από τους εν λόγω μάρτυρες μπορεί να επιβεβαιώσει τι ευθύνεται στο να χάσει η Ενάγουσα την ισορροπία της και περαιτέρω στο λόγο που αυτή πήγαινε με φόρα και με ανοιχτά τα χέρια προς τα πίσω. Είναι η θέση της κυρίας Κλεάνθους ότι οι ΜΕ2 και ΜΕ3 επιβεβαιώνουν ότι έγινε ατύχημα αλλά όχι το τι το προκάλεσε. Καταλήγοντας η εν λόγω συνήγορος υπέβαλε ότι απουσιάζει εκείνη η μαρτυρία που θα σύνδεε την Εναγομένη 2 με το ατύχημα. Κατ' επέκταση η κυρία Κλεάνθους με παραπομπή σε νομολογία είπε ότι η Ενάγουσα δεν προσκόμισε επαρκή μαρτυρία που θα αποδείκνυε στον απαιτούμενο βαθμό ότι η Εναγόμενη 2 παρέβηκε καθήκον επιμέλειας προς την Ενάγουσα καθώς και ύπαρξη αιτιώδης συνάφειας της ισχυριζόμενης αμέλειας της Εναγομένης 2 με το ατύχημα και τις σωματικές βλάβες που η Ενάγουσα υπέστηκε. Ο δε ευπαίδευτος συνήγορος της Εναγομένης 3 ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι μέσα από την μαρτυρία που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ουδεμία τους καταλογίζεται. Με παραπομπή σε νομολογία ο κύριος Ερωτοκρίτου υπέβαλε ότι οι θέσεις και ισχυρισμοί της Ενάγουσας περί ευθύνης της Εναγομένης 3 παρέμειναν ατεκμηρίωτοι. Μη αμφισβητούμενα γεγονότα: Προτού ασχοληθώ με την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας θεωρώ χρήσιμο να αναφέρω ορισμένα γεγονότα που αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων. Ειδικότερα μέσα από την εκδίκαση της υπόθεσης δεν αμφισβητήθηκαν τα πιο κάτω: (α) Στις 21.10.08 η Ενάγουσα είχε ατύχημα. (β) Το ατύχημα διαδραματίστηκε σε δημόσιο δρόμο που εμπίπτει στα όρια της κοινότητας Μέσα Χωριού στην επαρχία Πάφου. (γ) Συνεπεία του ατυχήματος η Ενάγουσα υπέστηκε σωματικές βλάβες και διαμετακομίστηκε στο ιδιωτικό ιατρικό κέντρο 'Ευαγγελισμός' όπου κρατήθηκε για νοσηλεία. (δ) Την ημέρα του ατυχήματος η Ενάγουσα βρισκόταν στην Κύπρο για διακοπές και διέμενε μαζί με την φίλη της ΜΕ2 στην οικία της τελευταίας στο Μέσα Χωριό, η οποία κατοικία ανεγέρθηκε από την Εναγόμενη
- Τα πιο πάνω γεγονότα αποτελούν αυτόματα μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Αυτό που οι Εναγόμενοι κυρίως αμφισβητούν από την εκδοχή της Ενάγουσας και έτσι το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει είναι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες η πλευρά της Ενάγουσας επικαλείται ότι προκλήθηκε το ατύχημα καθώς και τα γεγονότα που η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι το περιβάλλουν. Αξιολόγηση μαρτυρίας και ευρήματα Δικαστηρίου: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Επομένως το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που το Εφετείο επισήμανε στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13. Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 εξηγεί με σαφήνεια τα πιο πάνω: "... ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). " Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Η δε αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εμπειρογνώμονα εδράζεται στις ίδιες αρχές με βάση τις οποίες αξιολογούνται οι μαρτυρίες των κοινών μαρτύρων (Ψάλτης v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113) και Κίτση v. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)!Β Α.Α.Δ. 1077). Το Δικαστήριο μπορεί να δεχτεί μέρος της μαρτυρίας του ενός ή άλλου εμπειρογνώμονα και να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα (Πιττάλης v. Ianira Enterprises Ltd κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 814). Βέβαια η συμπεριφορά ενός εμπειρογνώμονα μάρτυρα στο εδώλιο δεν έχει τόση σπουδαιότητα για τη διαπίστωση της αξιοπιστίας του, παρόλο που παραμένει ένα από τα στοιχεία για να κριθεί η αξία της γνώμης του (Vassiliko Cement Works Ltd v. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 746, Star Fiber Glass Ltd v. Elneda Trading Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 875 και Χαραλάμπους v. Αβραάμ κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441). Ο ρόλος του εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύει το Δικαστή με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για την αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του για να μπορέσει έτσι το Δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη γνώμη εφαρμόζοντας αυτά τα κριτήρια πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία (Νομικό Σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, Τάκης Ηλιάδης, 1994, σελίδες 138-146, Καούρης v. Δημητρίου
(2008)1Β Α.Α.Δ. 967 και Davie v. Edinburgh Magistrates
(1953)S.C. 34). Στο βαθμό και την έκταση που ο πραγματογνώμονας βασίζει τη γνώμη του σε γεγονότα που του έχουν γνωστοποιηθεί, τα γεγονότα αυτά πρέπει να αποδεικνύονται σύμφωνα με τους αποδεικτικούς κανόνες (Ττοουλιάς v. Δημοκρατία
(1989)2 Α.Α.Δ. 258, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1Β Α.Α.Δ. 746, Republic v. Chacholiades
(1980)2 C.L.R. 481 και Χαραλάμπους v. Σάββα
(1996)1Α Α.Α.Δ. 576). Η μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα γίνεται αποδεκτή για να παρέχει το Δικαστήριο με επιστημονική μαρτυρία που μπορεί να μην βρίσκεται μέσα στις γνώσεις και εμπειρίες του Δικαστή (Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1). Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του. Η Ενάγουσα (ΜΕ1) δεν έκανε καθόλου καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Κάθε άλλο σταθερή και πειστική χαρακτηρίζεται στις τοποθετήσεις της. Ένα από τα ουσιώδη επίδικα θέματα της αγωγής είναι οι συνθήκες που προκάλεσαν το ατύχημα. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό η Ενάγουσα παρουσίασε μία εκδοχή, την οποία διαφοροποιούσε συνεχώς στην πορεία. Αυτό δείχνει άτομο που δεν είναι θετικό και βέβαιο γι' αυτά που επικαλείται. Θα τολμούσα να πω ότι η μαρτυρία της Ενάγουσας είναι από αυτές που όχι μόνο δεν είναι διαφωτιστική αλλά μόνο σύγχυση προκαλεί. Παράλληλα η μαρτυρία της Ενάγουσας στο σύνολο της περιέχει καίρια κενά και αδυναμίες. Αυτά τα κενά και αδυναμίες δημιουργούν σκιές ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της. Σ' αυτό συνηγορεί και το γεγονός ότι υπάρχουν μέρη της μαρτυρίας που συγκρούονται τόσο μεταξύ τους όσο και με μαρτυρία των ΜΕ2 και ΜΕ3 που η πλευρά της Ενάγουσας τους παρουσιάζει ως αυτόπτες μάρτυρες του περιστατικού. Η δε παραπονούμενη κατά τη διάρκεια της μακράς και πιεστικής αντεξέτασης της στο Δικαστήριο υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις, οι οποίες έπληξαν ανεπανόρθωτα την εικόνα της ως μάρτυρα. Όλα τα προαναφερόμενα αφαιρούν από τη δυναμική της μαρτυρίας και παράλληλα προκαλούν σοβαρό ρήγμα στην αξιοπιστία της. Αυτό με τη σειρά του εγείρει θέμα πειστικότητας της μαρτυρίας. Δεν παραγνωρίζω ότι το ατύχημα συνέβηκε 7 χρόνια πριν από την ημερομηνία που η Ενάγουσα κατέθεσε ενόρκως στο Δικαστήριο και είναι λογικό λεπτομέρειες να μην παρέμειναν με παραστατικότητα ζωγραφισμένες στη μνήμη της μάρτυρος, ωστόσο οι αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε μέσα από την υποβολή εκδοχών που συνεχώς διαφοροποιούσε είναι τέτοιες που σε καμία περίπτωση δικαιολογούνται από τη μεγάλη πάροδο του χρονικού διαστήματος. Προς τεκμηρίωση των πιο πάνω θα ξεκινήσω από τις διαφορετικές αναφορές της Ενάγουσας στις συνθήκες που ισχυρίζεται ότι προκάλεσαν την πτώση και πρόσκρουση της στο έδαφος. Αρχικά στη γραπτή δήλωση της που αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης της η Ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι γλίστρησε, έπεσε και κτύπησε στην προσπάθεια της να κατέβει το πεζοδρόμιο το οποίο εφάπτεται της επίμαχης οδού στο Μέσα Χωριό. Τη θέση αυτή όμως στη συνέχεια εγκαταλείπει όταν στην προφορική ένορκη μαρτυρία της στην κυρίως εξέταση της αναφέρει ότι ενώ διασταύρωνε το δρόμο στον οποίον υπήρχαν συντρίμμια πλαστικού υλικού, χωρίς έτσι η ίδια να βρίσκεται σε πεζοδρόμιο, εκσφενδονίστηκε με αποτέλεσμα το κεφάλι της να κτυπήσει στο πεζοδρόμιο της πλευράς όπου βρίσκεται η οικία της ΜΕ2 και αφού κύλησε να καταλήξει στο μέσο του δρόμου. Με όλο το σεβασμό στην Ενάγουσα, η εκτίναξη του σώματος της με τον τρόπο που περίγραψε δεν εμπίπτει στη σφαίρα της λογικής. Θα ήταν λογικότερο να χάσει την ισορροπία της να πέσει χάμω ή να κυλήσει στο κατηφορικό μέρος του δρόμου αλλά το να εκτιναχθεί είναι εκτός λογικής σκέψης. Εξάλλου εάν η Ενάγουσα εκτινασσόταν με τον τρόπο που περίγραψε, το λογικό θα ήταν να υποστεί κατάγματα, κακώσεις ή θλαστικά τραύματα και σε άλλα μέρη του σώματος της, εκτός από το κεφάλι, πράγμα όμως που δεν λέχθηκε ότι συνέβηκε και δεν επιβεβαιώνεται από οποιονδήποτε άλλο μάρτυρα ή από ιατρική μαρτυρία. Στο σημείο αυτό θα πρέπει ακόμη να λεχθεί ότι οι ΜΕ2 και ΜΕ3 στη δική τους μαρτυρία δεν ασπάζονται τη θέση της Ενάγουσας ότι εκτινάχθηκε και ούτε και για κτύπημα στο πεζοδρόμιο αλλά ότι έχασε την ισορροπία της πηγαίνοντας προς τα πίσω χωρίς να μπορεί να σταματήσει. Στην αντεξέταση της η Ενάγουσα εγκατέλειψε την αρχική της θέση ότι προσπαθούσε να κατέβει από το πεζοδρόμιο και ισχυρίστηκε ότι διασταύρωνε το δρόμο με σκοπό να ανέβει στο πεζοδρόμιο για να φθάσει στο σκαλί της οικίας της ΜΕ2 όταν το πόδι της πάνω σε σαβούρα από πλαστικό υλικό και το σανδάλι της εγκλωβίστηκε στην κατασκευή του δρόμου. Επανήλθε στον ισχυρισμό της εκτίναξης λέγοντας πως αυτό συνέβηκε ενώ βρισκόταν στο δρόμο που διασταύρωνε σε όχι μακρινή απόσταση από το πεζοδρόμιο, ισχυρισμό που ακολούθως διαφοροποίησε υποδεικνύοντας ότι εκτινάχτηκε από σημείο άλλο από αυτό που είχε πει, το οποίο εφαπτόταν του πεζοδρομίου. Στην πορεία της αντεξέτασης της είχαμε και άλλες διαφορετικές εκδοχές για το ίδιο ζήτημα. Ειδικότερα η Ενάγουσα εγκατέλειψε τη θέση της εκτίναξης λέγοντας πως όταν το σανδάλι της εγκλωβίστηκε στα συντρίμμια που υπήρχαν στο δρόμο η ίδια κύλησε προς τα πίσω με κατεύθυνση το κατηφορικό μέρος του δρόμου. Ακολούθως υπήρξε νέα διαφοροποιημένη θέση της Ενάγουσας όταν συμφώνησε με τη θέση του συνηγόρου της Εναγομένης 1 ότι το σημείο της πτώσης της ήταν αυτό που σωριάστηκε στο έδαφος και που ήταν περίπου στο μέσο του πλάτους του δρόμου, αποκλείοντας έτσι την εκδοχή της απώλειας ισορροπίας σε πεζοδρόμιο, της εκτίναξης και του κυλίσματος. Περαιτέρω η θέση της Ενάγουσας ότι στα χέρια και στα πόδια της υπήρχαν εκδορές δεν επιβεβαιώθηκε είτε από τον ΜΕ4 που ήταν ο ιατρός νευροχειρούργος που επιλήφθηκε της κατάστασης της είτε από οποιονδήποτε άλλο ιατρό που την παρακολουθούσε. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η Ενάγουσα αρχικά στη γραπτή δήλωση της (παράγραφο 15(δ)) είπε ότι εξήλθε του νοσοκομείου την 11.11.08 ενώ αργότερα μέσα από το ίδιο κείμενο διαφοροποιήθηκε λέγοντας πως έλαβε εξιτήριο στις 07.11.08 (παράγραφος 15(η)). Επιπλέον δεν περνά απαρατήρητο το γεγονός ότι μέρος της μαρτυρίας της έρχεται σε αντίθεση με μαρτυρίες των υπολοίπων μαρτύρων της. Συγκεκριμένα, πέραν του ότι οι ΜΕ2 και ΜΕ3 δεν συμμερίζονται τη θέση της Ενάγουσας για εκτίναξη του σώματος της λέγοντας ότι αυτή ότι έχασε την ισορροπία της πηγαίνοντας προς τα πίσω χωρίς να μπορεί να σταματήσει, η Ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι τη στιγμή του ατυχήματος περπατούσε αυτή μπροστά και πίσω της η ΜΕ2 χωρίς να μιλούν μεταξύ τους, τοποθέτηση με την οποία διαφωνεί η ΜΕ2 που στη δική της μαρτυρία είπε ότι ήταν αυτή που βάδιζε πρώτη και την ακολουθούσε η Ενάγουσα με την οποία μιλούσε και γελούσε. Επιπλέον η αναφορά της Ενάγουσας ότι καθ' όλη τη διάρκεια διαμονής της στο Μέσα Χωριό υποχρεωνόταν να διασχίζει το δρόμο που είχε χαβάρα και συντρίμμια από υλικά προκειμένου να ανέβει το πεζοδρόμιο και να φθάσει στο σκαλί της οικίας που φιλοξενείτο έρχεται σε αντίθεση με την μαρτυρία της ΜΕ2 που είπε ότι, με εξαίρεση την στιγμή του ατυχήματος όταν κάποιος προσκεκλημένος γειτονικού σπιτιού είχε σταθμεύσει στο δικό της χώρο στάθμευσης, πάντοτε στάθμευε στο δικό της χώρο στάθμευσης που όπως υπέδειξε οδηγούσε απευθείας στα σκαλιά της οικίας της. Ακόμη η θέση της Ενάγουσας ότι κτύπησε το κεφάλι της στο πεζοδρόμιο συγκρούεται με μαρτυρία της ΜΕ2 που είπε ότι είδε αίματα μόνο στο δρόμο καθώς και με αυτή του ΜΕ3 που ανάφερε ότι πρόσεξε το κεφάλι της Ενάγουσας να κτυπά στον δρόμο και αίματα στο σημείο αυτού που σημειώθηκε η πρόσκρουση. Επίσης η αναφορά της Ενάγουσας ότι η ΜΕ2 ήλθε μαζί της στο ασθενοφόρο συγκρούεται με αυτή της ΜΕ2, η οποία είπε ότι μετέβηκε στο ιδιωτικό νοσοκομείο με όχημα που ακολουθούσε το ασθενοφόρο. Επιπροσθέτως η αναφορά της Ενάγουσας ότι βρισκόταν σε κώμα και ήταν αναίσθητη για 3-4 ημέρες δεν φαίνεται να επαληθεύεται από την μαρτυρία του ΜΕ4, ο οποίος στη γραπτή δήλωση της κυρίως εξέταση του είπε ότι κατά την εισαγωγή της στο ιδιωτικό ιατρικό κέντρο είχε ικανότητα επικοινωνίας, απαντούσε σε εντολές αλλά ήταν συγκεχυμένη και αποπροσανατολισμένη όσον αφορά το χώρο και τον χρόνο με περιτραυματική αμνησία (παράγραφος 5). Η Ενάγουσα ακόμη στην κυρίως εξέταση της ισχυρίστηκε ότι οι διακοπές της καταστράφηκαν παντελώς εξαιτίας του ατυχήματος της (παράγραφος 16(α)), πλην όμως ακολούθως στην αντεξέταση της παραδέχτηκε ότι το ατύχημα συνέβηκε την τελευταία ημέρα των διακοπών της, αναφορά που καταρρίπτει την αρχική της θέση. Είναι επιπλέον άξιο απορίας γιατί ενώ η Ενάγουσα ειδοποίησε την ασφαλιστική της εταιρεία για το ατύχημα που είχε δεν μερίμνησε να ειδοποιηθούν οι αρμόδιες αρχές. Η θέση της ότι δεν γνώριζε πως οι νόμοι στην Κυπριακή Δημοκρατία λειτουργούν και ποια ήταν τα αρμόδια τμήματα δεν φαίνεται να ευσταθεί ενόψει του περιεχομένου των παραγράφων 3, 4, 5, 8 και 9 της γραπτής δήλωσης της που αποτελεί μέρος της μαρτυρίας της. Στη βάση του συνόλου των πιο πάνω, καταλήγω ότι δημιουργούνται αρκετές αμφιβολίες αναφορικά με την αξιοπιστία της παραπονούμενης, ειδικότερα καθ' όσον αφορά τα αίτια και τις συνθήκες πρόκλησης του ατυχήματος, όπως η ίδια παρουσίασε στο Δικαστήριο ότι είχαν διαδραματιστεί και έτσι μοιραία αδυνατώ να αποδεχθώ και να στηριχθώ στη μαρτυρία της. Συνεπώς αποδίδω στην μαρτυρία της Ενάγουσας μηδενική βαρύτητα. Παράλληλα, από τη στιγμή που τα Τεκμήρια 'Γ1' και 'Γ2' προς αναγνώριση δεν μετατράπηκαν σε κανονικά τεκμήρια για να αξιολογηθούν κατά την εκδίκαση της υπόθεσης το περιεχόμενο τους και όλη η μαρτυρία που δόθηκε επ' αυτών αγνοείται παντελώς από το Δικαστήριο καθότι η όποια μαρτυρία καταγράφηκε σε σχέση με αυτά παρέμεινε ανενεργή (Μελάς v. Κυριάκου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 826). Η ΜΕ2 σε γενικές γραμμές δημιούργησε καλή εικόνα στο Δικαστήριο. Γενικά θεωρώ ότι η εν λόγω μάρτυρας εξιστόρησε στο Δικαστήριο γεγονότα που υπέπεσαν στη σφαίρα της προσωπικής της γνώσης και όντως διαδραματίστηκαν. Στις ερωτήσεις που της υπεβλήθηκαν απαντούσε με σαφήνεια, θετικότητα και ευθύτητα. Η δε μαρτυρία της καθ' όλη τη διάρκεια της παρουσίασης της παρέμεινε σε γενικό επίπεδο συνεπής και αταλάντευτη ενώ παράλληλα είναι απαλλαγμένη από ουσιώδεις αντιφάσεις. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι σε δύο περιπτώσεις η ΜΕ2 έδωσε την εντύπωση ότι μέσα από τα λεγόμενα της επιθυμούσε να βοηθήσει την εκδοχή της Ενάγουσας που ήταν φίλη της, πλην όμως αυτό, υπό το πρίσμα αξιολόγησης ολόκληρης της μαρτυρίας της ΜΕ2 και της συνολικής θετικής και συνάμα διαφωτιστικής εικόνας της εν λόγω μάρτυρα, δεν κρίνεται ικανό στο να πλήξει την αξιοπιστία της, η οποία διατηρήθηκε σε θετικό επίπεδο. Βέβαια οι πτυχές αυτές της μαρτυρίας της δεν λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο. Από την μαρτυρία της ΜΕ2 δέχομαι τα πιο κάτω, τα οποία αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου: Η ΜΕ2 φιλοξενούσε στην οικία της, που βρίσκεται στην οδό Μιχάλη Νικολάου αρ.2 στο Μέσα Χωριό της επαρχίας Πάφου, την Ενάγουσα η οποία βρισκόταν στην Κύπρο για διακοπές. Στις 21.10.08 η ΜΕ2 οδηγούσε το όχημα της στο οποίο συνεπιβάτης ήταν η Ενάγουσα επιστρέφοντας στο Μέσα Χωριό από βόλτα στο κέντρο της Πάφου όταν επειδή στο δικό της χώρο στάθμευσης υπήρχε άλλο όχημα στάθμευσε σε ύψωμα του δρόμου μακριά από την οικία της. Ακολούθως η ΜΕ2 και η Ενάγουσα περπατούσαν στον κατήφορο του δρόμου που οδηγούσε στην οικία της ΜΕ
- Η ΜΕ2 περπατούσε μπροστά και ακολουθούσε η Ενάγουσα. Ενώ η ΜΕ2 βρισκόταν στο δεύτερο σκαλί της οικίας της άκουσε τη φωνή της Ενάγουσας. Γύρισε και την είδε να πηγαίνει πισινή πολύ γρήγορα και να πέφτει προς τα πίσω στο κατηφορικό μέρος του δρόμου κτυπώντας το πίσω μέρος της κεφαλής της στο έδαφος στο κέντρο το δρόμου. Η ΜΕ2 πρόσεξε να υπάρχουν αίματα στο έδαφος και αντιλήφθηκε ότι ήταν από το κεφάλι της Ενάγουσας. Αντίθετα η ΜΕ2 δεν είδε να υπάρχουν αίματα στα χέρια, πόδια και στο κορμί της Ενάγουσας. Η ΜΕ2 δεν είδε που ακριβώς έχασε την ισορροπία της η Ενάγουσα και ούτε πρόσεξε ποια ήταν η αιτία που προκάλεσε την απώλεια ισορροπία της και στη συνέχεια την πτώση της στο έδαφος. Εκείνη την ημέρα η Ενάγουσα δεν είχε καταναλώσει αλκοόλ ενώ είχε λάβει χάπια για την επιληψία. Τη στιγμή της πτώσης της η Ενάγουσα δεν κατάπιε την γλώσσα της ενώ ανάπνεε κανονικά. Περί ώρα 17:30 ήλθε ασθενοφόρο και παρέλαβε την Ενάγουσα την οποία μετέφερε σε ιδιωτικό ιατρικό κέντρο. Περαιτέρω δέχομαι τη θέση της ΜΕ2 ότι υπήρχαν ατέλειες και ανωμαλίες στο οδόστρωμα του δρόμου στην οδό Μιχάλη Νικολάου υπό την έννοια ότι στο μέρος που προσέγγιζε το πεζοδρόμιο στην πλευρά που ήταν η οικία της απουσίαζε η ασφαλτική επίστρωση καθώς επίσης υπήρχε μικρή αλλά απροσδιόριστη υψομετρική διαφορά μεταξύ του μέρους του δρόμου που είχε ασφαλτική κάλυψη και αυτού που δεν είχε, στο οποίο μέρος όπου δεν υφίστατο ασφαλτόστρωση να υπήρχαν σπασμένες πέτρες και κομμάτια σωλήνας. Επιπλέον δέχομαι τη θέση της ΜΕ2 ότι 4-5 ημέρες πριν η Ενάγουσα εξέλθει του ιατρικού κέντρου ένα όχημα με δύο άτομα προχώρησε και κάλυψε με ασφαλτόστρωση το μέρους του δρόμου που δεν είχε. Ωστόσο δεν δέχομαι το συλλογισμό της ΜΕ2 ότι τα άτομα εκείνα εργάζονταν στην υπηρεσία της Εναγομένης 2 καθότι η ίδια δεν πρόσεξε κάτι χαρακτηριστικό που θετικά να την οδηγεί σε ένα τέτοιο συμπέρασμα αλλά απλά στηρίχτηκε στο τι της είπαν δύο άγνωστα προς αυτήν άτομα. Παράλληλα αυτό που αβίαστα προκύπτει από την μαρτυρία της ΜΕ2 είναι ότι τα πεζοδρόμια σε αμφότερες τις πλευρές στην οδό Μιχάλη Νικολάου δεν παρουσίαζαν κάποιες ατέλειες, ελλείψεις, ανωμαλίες ή ότι απαιτείτο εκτέλεση οποιονδήποτε εργασιών σ' αυτά. Η αναφορά της ΜΕ2 όταν αντεξεταζόταν ότι δεν χρησιμοποιούσε το πεζοδρόμιο επειδή ήταν στενό αναιρεί την αρχική την αρχική τοποθέτηση της στην κυρίως εξέταση της περί 'σπασμένου' πεζοδρομίου. Επιπροσθέτως από την μαρτυρία της ΜΕ2 δεν δέχομαι το μέρος αυτής που αναφέρει ότι μετά την πτώση της Ενάγουσας πρόσεξε το σανδάλι της τελευταίας να είχε εγκλωβιστεί κάτω από ένα μικρό κομμάτι σωλήνα, το οποίο και δεν λαμβάνω υπόψη. Τούτο επειδή το λογικό θα ήταν η ΜΕ2, ως φίλη της Ενάγουσας, να το μάζευε ενώ κατευθυνόταν προς το σημείο που η Ενάγουσα βρισκόταν σωριασμένη στο έδαφος και όχι να μην γνωρίζει τι απέγινε το εν λόγω σανδάλι. Μάλιστα η ίδια συμφώνησε στη θέση της συνηγόρου της Εναγομένης 2 ότι αν υπήρχε το σανδάλι που επικαλέστηκε θα έπρεπε να απεικονιζόταν σε φωτογραφία που λήφθηκε τη στιγμή του ατυχήματος, πράγμα όμως που είπε δεν φαινόταν. Επίσης αν ίσχυε η θέση αυτή η ΜΕ2 θα μπορούσε, εφόσον όπως λέει το είδε, να δώσει περιγραφή του παπουτσιού και παράλληλα να διευκρίνιζε αν το επίμαχο σανδάλι ήταν του δεξιού ή του αριστερού ποδιού της Ενάγουσας. Παρόλο όμως ότι ερωτήθηκε η απάντηση της ΜΕ2 ήταν λακωνική περιοριζόμενη στο να πει απλά ότι ήταν σανδάλι. Επιπλέον από την μαρτυρία της ΜΕ2 δεν δέχομαι ότι καθ' όλη τη διάρκεια η ίδια βρισκόταν σε απόσταση δύο μέτρα μπροστά από την Ενάγουσα, σύμφωνα με ισχυρισμό της εν λόγω μάρτυρα, καθώς και δεν δέχομαι την αναφορά της ΜΕ2 ότι σε κάποια στιγμή είπε στην Ενάγουσα να προσέχει από μια σπασμένη πέτρα που είδε, επειδή όλες αυτές οι τοποθετήσεις έρχονται σε αντίθεση με τη μαρτυρία του αυτόπτη μάρτυρα ΜΕ3, ο οποίος με σαφή και κατηγορηματικό τρόπο απάντησε αντεξεταζόμενος ότι είδε την Ενάγουσα μαζί με την ΜΕ2 πριν από το ατύχημα όταν η τελευταία οδηγούσε το όχημα της για να το σταθμεύσει αλλά μετά δεν τις είδε μαζί μέχρι μετά το ατύχημα. Επί του σημείου αυτού αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΕ3 επειδή έχοντας καμία φιλική, συγγενική ή άλλου είδους σχέση με την Ενάγουσα κανένα συμφέρον διαθέτει από το αποτέλεσμα της αγωγής αυτής, σε αντίθεση που ΜΕ2, ως καλή φίλη της Ενάγουσας που είναι, έχει κάθε λόγο να βοηθήσει την εκδοχή της φιλοξενούμενης της (δηλαδή της Ενάγουσας). Μπροστά σε αυτά τα δεδομένα αποδέχομαι την μαρτυρία της ΜΕ2 ως αληθή και αξιόπιστη στο βαθμό και την έκταση που έχει αναλυθεί πιο πάνω. Ο ΜΕ3 έκανε επίσης καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήταν ευθύς, θετικός και σαφής στις τοποθετήσεις του. Με ειλικρίνεια και αυθορμητισμό απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν χωρίς υπεκφυγή και δίχως τάση υπερβολής. Με σεβασμό στην αλήθεια και δίχως να έχει οποιοδήποτε συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης αυτής ήλθε και περίγραψε τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν και είχαν περιέλθει στην δική του αντίληψη. Εκεί που όταν ερωτάτο δεν γνώριζε κάτι ή δεν είχε δει κάτι το έλεγε ευθαρσώς, στοιχείο που αναδεικνύει το επίπεδο ειλικρίνειας που τον χαρακτηρίζει ως μάρτυρα. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από σταθερότητα και συνέπεια και είναι απαλλαγμένη από ουσιώδεις αντιφάσεις. Με αυτά θεωρώ τον μάρτυρα φιλαλήθη και την μαρτυρία του πειστική. Από την μαρτυρία του ΜΕ3 δέχομαι τα ακόλουθα, τα οποία αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου: Το ατύχημα συνέβηκε περί ώρα 17:00 στην οδό Μιχάλη Νικολάου, η οποία καταλήγει σε αδιέξοδο. Ενώ βρισκόταν στην βεράντα της οικίας του που βρίσκεται προς την κατηφορική μεριά της οδού και στην αντίθετη μεριά του αδιεξόδου, πρόσεξε ξαφνικά την Ενάγουσα να είναι στη μέση του δρόμου και να είχε χάσει την ισορροπία της βηματίζοντας προς τα πίσω με κατεύθυνση την κατηφορική μεριά του δρόμου με τα χέρια της προτασσόμενα φωνάζοντας 'δεν μπορώ να σταματήσω'. Στη συνέχεια είδε την Ενάγουσα να είναι με την πλάτη πάνω στο δρόμο και το κεφάλι να κτυπά στο έδαφος. Την στιγμή που ο ΜΕ3 είδε για πρώτη φορά την Ενάγουσα στη μέση του δρόμου η ΜΕ2 βρισκόταν στην είσοδο του συγκροτήματος που οδηγεί στην οικία της. Εκεί που ο εν λόγω μάρτυρας είδε την Ενάγουσα για πρώτη φορά στη μέση του δρόμου δεν υπήρχαν πέτρες, λακκούβες, σκουπίδια, ακαθαρσίες, ξύλα κ.λ.π. Στο σημείο που βρισκόταν στο έδαφος η Ενάγουσα πήγε, ανάμεσα σ' άλλους, ο ίδιος και η ΜΕ
- Εκεί που η Ενάγουσα βρισκόταν στο έδαφος υπήρχαν κηλίδες από αίμα. Ο ΜΕ3 δίπλωσε ένα σακάκι και το τοποθέτησε κάτω από το κεφάλι της Ενάγουσας. Ακολούθως με το κινητό του τηλέφωνο ειδοποίησε ασθενοφόρο. Ο εν λόγω μάρτυρας δεν είδε την Ενάγουσα να σκουντουφλά και ούτε γνωρίζει τι την ώθησε να βηματίσει προς τα πίσω. Επίσης η μαρτυρία του στο θέμα της κατάστασης του δρόμου στην οδό Μιχάλη Νικολάου κατά τη στιγμή του ατυχήματος συνάδει με αυτήν της ΜΕ2 και ως εκ τούτου την αποδέχομαι. Την ίδια στιγμή όμως δεν δέχομαι ότι οι ατέλειες και ανωμαλίες στο οδόστρωμα του εν λόγω δρόμου υπό την έννοια ότι στο μέρος που προσέγγιζε το πεζοδρόμιο στην πλευρά που ήταν η οικία της ΜΕ2 απουσίαζε η ασφαλτική επίστρωση καθώς επίσης υπήρχε μικρή αλλά απροσδιόριστη υψομετρική διαφορά μεταξύ του μέρους του δρόμου που είχε ασφαλτική κάλυψη και αυτού που δεν είχε, στο οποίο μέρος όπου δεν υφίστατο ασφαλτόστρωση να υπήρχαν σπασμένες πέτρες και κομμάτια σωλήνας, δημιουργήθηκε, ως είναι η θέση του ΜΕ3, από τη χρήση του δρόμου από φορτηγά επειδή δεν είναι τεχνικός με γνώσεις ή εμπειρία στον προσδιορισμό αιτιών σε θέματα ποιότητας κατασκευής έργων υποδομής. Για τον ίδιο λόγο και επειδή ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε μαρτυρία που αφορά τεχνικές προδιαγραφές και τεχνικά πρότυπα κατασκευής πεζοδρομίου δεν έχω πειστεί ότι η υποκειμενική θέση του ΜΕ3 ότι η κλίση που επικαλείται ότι παρουσιάζει το πεζοδρόμιο στην είσοδο του κτιριακού συγκροτήματος στην επίμαχη οδό από την οποία κάποιος σύμφωνα με τον εν λόγω μάρτυρα μπορεί να σκουντουφλήσει οφείλεται σε κατασκευαστική ατέλεια ή σε τεχνικό ελάττωμα προερχόμενο είτε από τον κατασκευαστή είτε από το μελετητή είτε από τον επιβλέποντα του έργου. Βέβαια αυτό που προκύπτει από την μαρτυρία του ΜΕ3 είναι ότι εκτός από το πιο πάνω σημείο τα πεζοδρόμια σε αμφότερες τις πλευρές του επίμαχου δρόμου δεν παρουσιάζουν ελάττωμα ή ατέλεια. Εν πάση όμως περιπτώσει με δεδομένο ότι το όλο επεισόδιο της απώλειας ισορροπίας και της πτώσης της Ενάγουσας έγινε στο δρόμο προκύπτει ότι η όποια τυχόν ατέλεια ή ελάττωμα ή κακοτεχνία του πεζοδρομίου στο συγκεκριμένο σημείο που ο μάρτυρας αυτός επικαλέστηκε δεν σχετίζεται είτε άμεσα είτε έμμεσα με το ατύχημα. Όσον αφορά την μαρτυρία του ΜΕ3 σχετικά με το πως κατέληξε ο δρόμος να παρουσιάζει την κατάσταση που είχε τη στιγμή του ατυχήματος κρίνεται αντιφατική και ως εκ τούτου δεν λαμβάνεται υπόψη. Από την μία ο ΜΕ3 ανάφερε ότι η Εναγόμενη 2 ήταν αυτή που άφησε το δρόμο στην κατάσταση που υπήρχε την ημέρα του ατυχήματος αλλά από την άλλη είπε ότι ο επίμαχος δρόμος ήταν κατασκευασμένος από τον Ιούλιο 2007 και ότι η κατάσταση του δημιουργήθηκε από την τροχαία κίνηση αφού όπως είπε ο δρόμος χρησιμοποιείτο τόσο από φορτηγά της Α.Η.Κ. που έρχονταν προφανώς για τον έλεγχο και συντήρηση του εκεί υποσταθμού αλλά και από φορτηγά της Εναγομένης 2 που σύμφωνα με τον εν λόγω μάρτυρα έρχονταν στην περιοχή για την συντήρηση των κολυμβητικών δεξαμενών των οικιών του κτιριακού συγκροτήματος. Έχοντας υπόψη ότι ο ΜΕ3 συμφώνησε στις θέσεις της συνηγόρου της Εναγομένης 2 ότι τον Ιούλιο 2007 ο επίμαχος δρόμος ήταν κατασκευασμένος, ότι η ανέγερση του κτιριακού συγκροτήματος ολοκληρώθηκε τον Απρίλιο 2008, όλα τα υλικά έφυγαν από το χώρο επίσης από τον Απρίλιο 2008, ότι από τον Ιούνιο 2008 δεν υπήρχε επί τόπου οποιοσδήποτε αντιπρόσωπος της Εναγομένης 2 και με δεδομένο ότι το ατύχημα συνέβηκε στις 21.10.08, η μαρτυρία του ΜΕ3 στο ζήτημα αυτό δεν διαφωτίζει ποιος ευθύνεται για την επιδιόρθωση του επίμαχου δρόμου αφού δεν διασαφηνίζει αν η κατάσταση του εν λόγω δρόμου ήταν αποτέλεσμα μη ολοκληρωμένης κατασκευής του από την Εναγόμενη 2 ή αποτέλεσμα μη επιδιόρθωσης του υπό τη μορφή συντήρησης του μετά την κατασκευή του και τυχόν πιστοποιημένη παράδοση του από την Εναγόμενη 2, που αναλόγως της περίπτωσης προκύπτει θέμα ευθύνης επίβλεψης από το αρμόδιο τμήμα. Ακόμη από την μαρτυρία του ΜΕ3 δεν δέχομαι το κομμάτι αυτής που αναφέρεται στην παρατήρηση που έκανε ότι η Ενάγουσα φορούσε ένα σανδάλι και ότι αναζητώντας το στο δρόμο το εντόπισε εγκλωβισμένο κάτω από μία σωλήνα και ότι με το πόδι του έσπρωξε τη σωλήνα προς τα κάτω για να μην σκοντάψει άλλος μετά, επειδή δεν συνάδει με τη βάσανο της λογικής, το οποίο και δεν λαμβάνω υπόψη. Ειδικότερα επ' αυτού: (α) ο ΜΕ3 δεν δίδει περιγραφή του σανδαλιού που λέει ότι εντόπισε και εάν αυτό ήταν του αριστερού ή του δεξιού ποδιού της Ενάγουσας και συνεπώς εδώ η μαρτυρία του είναι γενική και αόριστη, (β) ο ΜΕ3 δεν εξηγεί τι έκανε αυτό το σανδάλι όταν το εντόπισε όπως είπε, (γ) δεν φαντάζει λογικό ο ΜΕ3 βλέποντας όπως λέει την Ενάγουσα αναίσθητη, με αίματα από το κεφάλι της, σωριασμένη στο έδαφος μέσα στο δρόμο και εν αναμονή του ασθενοφόρου να την αφήσει για να αναζητήσει ένα σανδάλι, (δ) επίσης δεν εμπίπτει στη σφαίρα της λογικής να εντοπιστεί ένα σανδάλι εκτός της ευθείας κατηφορικής πορείας που η Ενάγουσα διένυσε μέχρι να πέσει στο έδαφος και σε απόσταση περίπου 7,5 μέτρα από το σημείο που την είδε για πρώτη φορά να βηματίζει χωρίς ισορροπία προς τα πίσω, (ε) αν ευσταθούσε αυτό που ο ΜΕ3 είπε, δεδομένης της θέσης που αυτός λέει ότι εντόπισε το σανδάλι, θα έπρεπε λογικά να είχε προσέξει ότι όταν η Ενάγουσα περπατούσε χωρίς ισορροπία προς τα πίσω βημάτιζε χωρίς το ένα σανδάλι της και θα ήταν έτσι σε θέση να πει με θετικότητα σε ποιο πόδι ήταν το εν λόγω σανδάλι, πράγμα όμως που ο εν λόγω μάρτυρας δεν αναφέρει ότι αντιλήφθηκε. Σε καμία όμως περίπτωση τα προαναφερόμενα μεμονωμένα στοιχεία, υπό τον φακό αξιολόγησης του συνόλου της μαρτυρίας του ΜΕ3 καθώς και της θετικής και ειλικρινούς παρουσίας του, επηρεάζει την αξιοπιστία του ως μάρτυρα, το επίπεδο της οποίας παρέμεινε ακλόνητα υψηλό μέχρι το τέλος. Στη βάση των πιο πάνω αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΕ3 ως αληθή και αξιόπιστη στο βαθμό και την έκταση που έχει αναλυθεί πιο πάνω. Ο ΜΕ4 άφησε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Οι γνώσεις, προσόντα, επαγγελματική του κατάρτιση και η εμπειρία που αυτός διαθέτει στον τομέα της νευρολογίας, ως ιδιώτης νευροχειρούργος που είναι, δεν αμφισβητήθηκαν από οποιονδήποτε συνήγορο των Εναγομένων. Ο εν λόγω ιατρός μέσα από την ένορκη μαρτυρία του έδωσε ξεκάθαρες και επιστημονικά τεκμηριωμένες απαντήσεις. Με τις επεξηγηματικός ιατρικές τοποθετήσεις του διαφώτισε το Δικαστήριο βοηθώντας το να αντιληφθεί σχετικά με την υπόθεση εξειδικευμένα ιατρικά θέματα. Κατά τρόπο σαφή και εμπεριστατωμένο εξήγησε το σκεπτικό που κατέληξε στα ιατρικά ευρήματα και συμπεράσματα του, τα οποία καταγράφει στα ιατρικά πιστοποιητικά του ημερομηνίας 22.08.09 και 07.12.11 (Τεκμήρια 1 και 2). Δείγμα τέτοιων επιστημονικά τεκμηριωμένων εξηγήσεων αποτελεί η τοποθέτηση του εν λόγω ιατρού στο ερώτημα γιατί έκρινε αναγκαία την αύξηση χορήγησης δόσης αντιεπιληπτικών φαρμάκων στην Ενάγουσα με ιστορικό επιληψίας κατά τη διάρκεια νοσηλείας της στο ιδιωτικό ιατρικό κέντρο 'Ευαγγελισμός' από 17mg/ml πού ήταν το επίπεδο που εντοπίστηκε στο αίμα με την εισαγωγή της σε 50-100mg/ml και τελικά σε 97.7mg/ml που ήταν το επίπεδο τέτοιων φαρμάκων που εντοπίστηκε στο αίμα της Ενάγουσας με την έξοδο της. Το ζήτημα αυτό είχε αρχικά προβληματίσει το Δικαστήριο αλλά η αναφορά του μάρτυρα που ακολούθησε ήταν όντως διαφωτιστική και επαρκώς ικανοποιητική. Ειδικότερα ο ΜΕ4 εξήγησε ότι οι κακώσεις και η σοβαρή κρανιοεγκεφαλική κάκωση που η Ενάγουσα υπέστη αυξάνει κατακόρυφα τον κίνδυνο εμφάνισης επιληπτικών κρίσεων το πρώτο εξάμηνο μετά την κάκωση και έτσι ενεργώντας προληπτικά χορηγήθηκε στην Ενάγουσα αυξημένη δόση αντιεπιληπτικών φαρμάκων προς αντιμετώπιση αυτού του κινδύνου, κάτι που θα γινόταν σε οποιονδήποτε ασθενή χωρίς ιστορικό επιληψίας. Το ότι ο ΜΕ4 δεν θυμόταν τι ώρα εξέτασε την Ενάγουσα δεν είναι κάτι που αναμένεται από ένα ιατρό να είναι σε θέση να το καταθέσει ενόρκως 7 χρόνια μετά που το ατύχημα συνέβηκε, εκτός εάν φρεσκάριζε την μνήμη του ανατρέχοντας στον ιατρικό φάκελο της Ενάγουσας που προφανώς ανήκει στο αρχείο του ιδιωτικού ιατρικού κέντρου 'Ευαγγελισμός', έγγραφα όμως που δεν είχε στην κατοχή του όταν ενόρκως κατέθετε. Παράλληλα σε νευρολογικό πιστοποιητικό όπως είναι τα Τεκμήρια 1 και 2 δεν αναμένονται να συμπεριληφθούν εκδορές σε αγκώνες, στην ωμοπλάτη και στο πλάγιο μέρος του τραχήλου που εντοπίστηκαν στην Ενάγουσα, ιδιαίτερα όταν αυτή εξετάστηκε από άλλο ιατρό χειρούργο καθώς και από τον ιατρό του Τμήματος Επειγόντων Περιστατικών και Πρώτων Βοηθειών του ιδιωτικού ιατρικού κέντρου 'Ευαγγελισμός' με το λογικό αυτά να είχαν καταγραφεί στις ιατρικές εκθέσεις εκείνων των ιατρών. Όλα αυτά δεν πλήττουν την αξιοπιστία του μάρτυρα, η οποία παρέμεινε αλώβητα υψηλή μέχρι το τέλος. Κατά την αντεξέταση του ΜΕ4 οι Εναγόμενοι προώθησαν τη θέση ότι μέρος της μαρτυρίας του και συγκεκριμένα καθ' όσον αφορά τα σημεία που αναφέρονται σε ακτινογραφίες κρανίου, αυχένα και οσφυικής μοίρας, αξονική τομογραφία εγκεφάλου και αυχενικής μοίρας και μαγνητικής τομογραφίας που καλύπτονται στη γραπτή δήλωση του καθώς και στα Τεκμήρια 1 και 2 βασίζονται σε ευρήματα του ακτινολόγου και δεν είναι δικά του. Δεν συμμερίζομαι τη θέση αυτή. Μπορεί ο χειριστής των μηχανημάτων της αξονικής και μαγνητικής τομογραφίας να είναι ο ακτινολόγος από τον οποίον να προέρχονται οι ακτινογραφίες και η εικόνα της μαγνητικής τομογραφίας και να είναι αυτός που ετοίμασε σχετικό πόρισμα αλλά ο ΜΕ4 ήταν αυτός που κλινικά εξέτασε την Ενάγουσα και την παρακολουθούσε κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της. Η ειδικότητα του ΜΕ4 του επιτρέπει να μπορεί να διαβάζει και να αντιλαμβάνεται θέματα που απεικονίζονται σε ακτινογραφίες και μαγνητική τομογραφία στον τομέα της νευροακτινολογίας και να μελετά σχετικό πόρισμα του ακτινολόγου. Συνδυάζοντας και αξιολογώντας την εικόνα που δημιουργήθηκε μέσα από τον ακτινολογικό έλεγχο και μαγνητική τομογραφία και καταγράφηκε σε σχετικό πόρισμα καθώς και τις κλινικές-νευρολογικές εξετάσεις που ο ίδιος πραγματοποίησε στην Ενάγουσα, ο ΜΕ4 διαμόρφωσε τη δική του ιατρική γνώμη και κατέληξε στα δικά του ιατρικά ευρήματα και συμπεράσματα. Εάν οι Ενάγοντες αισθάνθηκαν την ανάγκη να αντεξετάσουν το άτομο που προέβηκε στην πραγματοποίηση της αξονικής και μαγνητικής τομογραφίας είχαν δικαίωμα και μπορούσαν να το έπρατταν εφαρμόζοντας τις πρόνοιες του άρθρου 26 του Κεφ.9 (Αριστείδου v. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 32). Από τη στιγμή που ουδείς από τους Εναγομένους δεν επιφύλαξε δικαίωμα κλήτευσης τέτοιου προσώπου και ούτε υπέβαλε τέτοιο αίτημα δεν τίθεται θέμα αμφισβήτησης της ορθότητας των αποτελεσμάτων ακτινολογικού ελέγχου και μαγνητικής τομογραφίας, μετά από αξιολόγηση των οποίων καθώς και της κλινικής εξέτασης της Ενάγουσας, ο ΜΕ4 κατέληξε στα δικά του ευρήματα και συμπεράσματα. Στη βάση των πιο πάνω αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΕ4 στην ολότητα της ως επιστημονικά ορθή αληθή και αξιόπιστη, περιλαμβανομένου και των Τεκμηρίων 1 και 2 που αποτελεί μέρος αυτής. Συγκεκριμένα από την μαρτυρία του ΜΕ4 δέχομαι τα πιο κάτω που αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου: Στις 21.10.08 ο ΜΕ4 κλήθηκε από το ιδιωτικό νοσοκομείο 'Ευαγγελισμός' στην Πάφο με το οποίο τότε συνεργαζόταν να εξετάσει ένα επείγον περιστατικό με ασθενή την Ενάγουσα ηλικίας 69 ετών με ιστορικό επιληψίας και βρισκόμενη υπό φαρμακευτική αγωγή γι' αυτό. Κατά την εισαγωγή της Ενάγουσας έγινε νευρολογική αξιολόγηση της κατάστασης της όπου διαπιστώθηκε ότι ήταν συγκεχυμένη, αποπροσανατολισμένη στο χώρο και στον χρόνο με περιτραυματική αμνησία. Παράλληλα παρουσίαζε ναυτία, τάση για εμετό, ζάλη, κεφαλαλγία, αστάθεια, αταξία των άκρων και δυσμετρία. Αμέσως δόθηκαν οδηγίες όπως χορηγηθούν στην Ενάγουσα ενδοφλέβιοι ισοτονικοί οροί, ήπια αναλγητικά και αντιεμετικά φάρμακα. Την ίδια ημέρα η Ενάγουσα υπεβλήθηκε σε αξονική τομογραφία εγκεφάλου και σε συνδυασμό με την κλινική-νευρολογική εξέταση που έτυχε διαπιστώθηκε ότι η Ενάγουσα υπέστηκε τα εξής τραύματα: - σοβαρή κρανιοεγκεφαλική κάκωση, - ινιακό κεφαλαιμάτωμα, - γραμμικό κάταγμα κρανίου αριστερά χωρίς μετατόπιση και θλάσεις αιμορραγικές των μετωπιαίων λοβών του αριστερού κροταφικού λοβού και του αριστερού ημισφαιρίου της παρεγκεφαλίδας με έντονο περιεστιακό οίδημα, - τραυματική ενδοεγκεφαλική αιμορραγία. Λόγω του ιστορικού επιληψίας που είχε η Ενάγουσα, της έγινε έλεγχος των επιπέδων των αντιεπιληπτικών φαρμάκων στο αίμα όπου αφού κατά την εισαγωγή της στην κλινική βρέθηκαν να είναι 17mg/ml και στα πλαίσια πρόληψης μετατραυματικών επιληπτικών κρίσεων λόγω της σοβαρότητας των τραυμάτων που υπέστηκε δόθηκαν οδηγίες να αυξηθεί η δόση με σκοπό την επίτευξη θεραπευτικών επιπέδων 50-100mg/ml. Μέσα ακόμη από την κλινική εξέταση της Ενάγουσας ο ΜΕ4 δεν εντόπισε δείγματα γλώσσας και χειλών που συνήθως είναι χαρακτηριστικό σε επεισόδιο επιληψίας καθώς επίσης δεν βρήκε απώλεια ούρων ή κοπράνων που έρχεται συνήθως με μια επιληπτική κρίση. Η δε νευρολογική εκτίμηση της παραπονούμενης με βάση την Κλίμακα Γλασκόβης διαπιστώθηκε ότι ήταν επιδόσεως 13 στα
- Μετά από 24 ώρες (ήτοι 22.10.08) έγινε νέα αξονική τομογραφία εγκεφάλου της Ενάγουσας τα ίδια τραύματα. Στις 29.10.08 έγινε αξονική τομογραφία εγκεφάλου της Ενάγουσας για σκοπούς επανελέγχου όπου έδειξε τα ίδια τραύματα με τη διαφοροποίηση ότι υπήρξε υποχώρηση του περιεστιακού οιδήματος και δεν υπήρχαν σημεία αυξημένης ενδοκρανίου πιέσεως ή μετατόπισης της μέσης γραμμής. Νέα αξονική τομογραφία εγκεφάλου της Ενάγουσας έγινε στις 07.11.08 της μορφής προ εξιτηρίου όπου έδειξε κάταγμα αριστερά ινιακά χωρίς μετατόπιση, πλήρης απορρόφηση των αιμορραγικών θλάσεων μετωπιαία αριστερά κροταφικά και του αριστερού ημισφαιρίου της παρεγκεφαλίδας ενώ δεν υπήρχαν σημεία αυξημένης ενδοκρανίου πιέσεως ή μετατόπισης της μέσης γραμμής. Η Ενάγουσα παρέμεινε νοσηλευμένη στο εν λόγω ιδιωτικό ιατρικό κέντρο μέχρι τις 11.11.08 όπου έλαβε εξιτήριο. Την ημέρα της εξόδου της υπήρξε νέα νευρολογική εξέταση της Ενάγουσας από τον ΜΕ4, η οποία έδειξε ότι η Ενάγουσα ήταν πλήρως προσανατολισμένη στο χώρο και στο χρόνο χωρίς σύγχυση, εκτελούσε οδηγίες και δίχως να παρουσιάζει ναυτία, τάση προς εμετό, ζάλη ή κεφαλαλγία. Η νευρολογική εκτίμηση της παραπονούμενης με βάση την Κλίμακα Γλασκόβης διαπιστώθηκε ότι ήταν επιδόσεως 15 στα
- Παράλληλα υπήρχε μέτρια αστάθεια και ήπια αταξία των άκρων χωρίς δυσμετρία. Το δε επίπεδο αντιεπιληπτικών φαρμάκων στο αίμα κατά την έξοδο της ήταν 97.7 mg/ml. Η Ενάγουσα ταξίδεψε αεροπορικώς στην πατρίδα της επειδή υπήρχε πιθανότητα μετατραυματικών επιληπτικών κρίσεων λόγω της παρουσίας κριτηρίων υψηλού κινδύνου εμφάνισης τους. Στις 19.05.11 η Ενάγουσα υπεβλήθηκε σε νέα μαγνητική τομογραφία καθώς επίσης και σε νέα κλινική-νευρολογική εξέταση από τον ΜΕ
- Μέσα από τις εν λόγω εξετάσεις διαπιστώθηκαν: - βλάβη γεμάτη υγρό στην πλαγιοπίσθια πλευρά του αριστερού ημισφαιρίου της παρεγκεφαλίδας με δακτύλιο αιμοσιδερίνης στην περιφέρεια-μετατραυματικές αλλαγές, - μερικές μετατραυματικές εστίες αιμοσιδερίνης στην πρόσθια όψη των δύο μετωπιαίων λοβών και - ατροφία του φλοιού του εγκεφάλου, - η Ενάγουσα παρουσίαζε ζαλάδα, πονοκέφαλο, έλλειψη ισορροπίας, διαταραχή βάδισης και αταξία με αδυναμία βαδίσματος χωρίς τη χρήση μπαστουνιού, - διαφορά ακοής στο ένα αυτί από το άλλο, μειωμένη όσφρηση και γεύση. Η νευρολογική εκτίμηση της παραπονούμενης με βάση την Κλίμακα Γλασκόβης διαπιστώθηκε ότι ήταν επιδόσεως 15 στα 15 με την Ενάγουσα να έχει τις αισθήσεις της, να μπορεί να επικοινωνεί χωρίς σύγχυση και να είναι πλήρως προσανατολισμένη όσον αφορά τον τόπο και χρόνο. Η Ενάγουσα χρειάζεται βοήθεια για τις καθημερινές δραστηριότητες της ενώ η κατάσταση της πιθανό να μην αλλάξει και να παραμείνει μόνιμη. Σε σχέση με την ΜΥ ολόκληρη η μαρτυρία της είναι ακαδημαϊκής φύσεως. Δεν αμφισβητώ την αναφορά της ως γενική αρχή πρακτικής ότι ο δρόμος που ενώνει δύο κοινότητες εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Επαρχιακής Διοίκησης ενώ ο εσωτερικός δρόμος μιας κοινότητας, όπως είναι ο δρόμος στον οποίο συνέβηκε το ατύχημα, αποτελεί αρμοδιότητα του κοινοτικού συμβουλίου στον οποίο ανήκει, εδώ του Κοινοτικού Συμβουλίου Μέσα Χωριού. Ωστόσο η απουσία ουσιωδών δεδομένων όπως ποιος κατασκεύασε τον επίμαχο δρόμο, αν εξεδόθη οποιαδήποτε άδεια για την κατασκευή του, εάν ο δρόμος κατά τη στιγμή του ατυχήματος τελούσε υπό κατασκευή, ποιος οργανισμός είχε την ευθύνη επίβλεψης της κατασκευής του δρόμου, αν εγκρίθηκε και/ή πιστοποιήθηκε η κατασκευή του και εάν παραδόθηκε δεόντως και σύμφωνα με καθορισμένες τεχνικές προδιαγραφές και/ή άλλους όρους ο κατασκευασμένος δρόμος, αν οι ανωμαλίες του δρόμου ήταν αποτέλεσμα παράλειψης συντήρησης ή ανεπαρκούς συντήρησης ή επιδιόρθωσης του δρόμου ή επειδή η κατασκευή του δρόμου δεν είχε ολοκληρωθεί, ή επειδή ο δρόμος έχρηζε επιδιόρθωσης λόγω πλημμελούς κατασκευής, παράγοντες που, μεταξύ άλλων, θα καθόριζαν και την τυχόν πιθανή ευθύνη έκαστου διαδίκου, αφαιρεί κάθε ουσία και σημασία από την μαρτυρία της εν λόγω μάρτυρα. Η έλλειψη τέτοιων στοιχείων καθιστούν τη διεξαγωγή συζήτησης αναφορικά με την προκειμένη περίπτωση πάνω σε βάση εικασιών. Από τη στιγμή που το περιεχόμενο της μαρτυρίας της ΜΥ δεν σχετίζεται καθ' οιονδήποτε τρόπο με τα συγκεκριμένα περιστατικά της υπόθεσης αυτής και κατ' επέκταση με τα επίδικα θέματα της, η εν λόγω μαρτυρία κρίνεται άνευ χρησιμότητας. Νομική Πτυχή: Η παρούσα υπόθεση είναι πολιτική και το βάρος απόδειξης βρίσκεται γενικά στους ώμους του Ενάγοντα να αποδείξει τους ισχυρισμούς του στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Σύμφωνα με την κυπριακή νομολογία, η απόσειση του βάρους απόδειξης θα αποτιμηθεί υπό το φως της μαρτυρίας που θα κριθεί αξιόπιστη, πάντοτε στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Αναξιόπιστη μαρτυρία δεν αποτελεί αποδεικτικό υλικό αλλά μόνο αξιόπιστη μαρτυρία βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων (Miorage v. Radivojenik
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 1162 και Αθανασίου κ.α. v. Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614). Οι αρχές της αμέλειας έχουν κωδικοποιηθεί μέσα από τον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ. 148 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Συγκεκριμένα, το άρθρο 51 καθορίζει την αμέλεια ως την τέλεση πράξης την οποίαν υπό τις περιστάσεις δεν θα τελούσε λογικό σωστό πρόσωπο ή την παράλειψη τέλεσης πράξης την οποίαν τέτοιο πρόσωπο θα τελούσε. Αμέλεια ακόμη μπορεί να είναι η παράλειψη καταβολής τέτοιας δεξιότητας ή επιμέλειας για την άσκηση επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας όπως ένα λογικό συνετό πρόσωπο που έχει τα προσόντα για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού, επιτηδεύματος ή ασχολίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις. Το εν λόγω άρθρο προνοεί αποζημίωση στην πρόκληση ζημιάς ως αποτέλεσμα αμελούς πράξης ή παράλειψης μόνο στο πρόσωπο έναντι του οποίου ο υπαίτιος της αμέλειας υπείχε υποχρέωση, υπό τις περιστάσεις, να μην επιδείξει αμέλεια. Τα συστατικά στοιχεία που πρέπει να αποδειχθούν σε κάθε αγωγή αμέλειας είναι η ύπαρξη καθήκοντος επιμέλειας, η έλλειψη της προσήκουσας προσοχής (δηλαδή η τέλεση αμελούς πράξης ή παράλειψης) από μέρους ενός μέσου συνετού ανθρώπου, η πρόκληση ζημιάς ως αποτέλεσμα της τέλεσης αμελούς πράξης ή παράλειψης (αιτιώδης συνάφεια) και η δυνατότητα πρόβλεψης ότι η τέλεση της εν λόγω πράξης ή παράλειψης μπορεί να προκαλέσει το συγκεκριμένο ζημιογόνο αποτέλεσμα (Στρατμάρκο Λτδ v. Μιχαήλ
(1989)1 C.L.R. 453, Κυπριακό Νομικό Σύγγραμμα κ.κ. Αρτέμη και Ερωτοκρίτου Κεφάλαιο 148: Αστικά Αδικήματα-Δίκαιο και Αποφάσεις, Τόμος 2, σελ. 103-104). Στην προκειμένη περίπτωση για να προσδιοριστεί το αστικό αδίκημα της αμέλειας απαιτείται
(1)ύπαρξη καθήκοντος επιμέλειας από κάθε ένα Εναγόμενο,
(2)η πρόκληση ζημιάς και/ή βλάβης στην Ενάγουσα και
(3)αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμελούς πράξης ή παράλειψης οποιουδήποτε από τους Εναγομένους και της ζημιάς και/ή βλάβης που προκλήθηκε στην Ενάγουσα ως αποτέλεσμα της απώλειας ισορροπίας και της πτώσης της στο έδαφος και συγκεκριμένα στην επιφάνεια του δρόμου. Γενικά το θέμα της αμέλειας είναι ζήτημα γεγονότων και αποφασίζεται με βάση τις συνθήκες και τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης (Patsalides v. Yiapani
(1969)1 C.L.R. 84). Η έννοια της αμέλειας ως πραγματικού γεγονότος συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Το ζήτημα αυτό συνοψίζεται στην Φοινικαρίδης v Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475 ως εξής: "Αυτό κατά εναρμονισμό προς το θεμελιωμένο ότι η αμέλεια ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Συναφώς θα υπενθυμίζαμε πως γενικά, εφόσον η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια (Elpiniki Panayiotou Mavrou v Georgios Kyriakou Mavrou
(1979)1 C.L.R. 215)." Στην περίπτωση όπου διεκδικούνται αποζημιώσεις στη βάση παράβασης θεσμοθετημένου καθήκοντος, αν η νομοθεσία που ο ενάγοντας επικαλείται δεν προβλέπει ρητά δια ειδικής διάταξης αγώγιμο δικαίωμα για την ανάκτηση της ζημιάς, η οποία προκύπτει από τη μη εκπλήρωση υποχρέωσης την οποία επιβάλλει ο νόμος αφενός και η παράλειψη ποινικοποιείται αφετέρου, τεκμαίρεται εκ πρώτης όψεως ότι η εν λόγω νομοθεσία δεν παρέχει αστική θεραπεία. Ο κανόνας όμως αυτός υπόκειται σε δύο εξαιρέσεις: (α) Όπου η υποχρέωση επιβάλλεται υπέρ συγκεκριμένης τάξης ή ατόμων, παρέχεται αγώγιμο δικαίωμα σε άτομα που ανήκουν σ' αυτή την κατηγορία για την ανάκτηση της ζημιάς, η οποία προκύπτει από την παράβαση του νομικού καθήκοντος ή της υποχρέωσης, και (β) Όπου ο νόμος στοιχειοθετεί δημόσιο δικαίωμα (public right), παρέχεται αγώγιμο δικαίωμα σε μέλος του δημοσίου το οποίο υφίσταται ιδιαίτερη ζημιά λόγω της παραβίασης του δημόσιου δικαιώματος (Νομικό σύγγραμμα των κ.κ. Αρτέμη & Ερωτοκρίτου, Αστικά Αδικήματα, Τόμος 2, σελ. 375-386, Kythreotis v. Constantinou
(1984)1 C.L.R. 811, Lonrho Ltd. & Others v. Shell Petroleum Co. Ltd and Others
(1981)1 All E.R. 456). Αυτό τελικά είναι θέμα ερμηνείας της νομοθεσίας που ο ενάγοντας επικαλείται (Peristeronopigi Transport Co. Ltd v. Toumazos Th. Toumazou
(1970)1 C.L.R. 196). Το θέμα της συντρέχουσας αμέλειας διέπεται από το άρθρο 57 του Κεφ. 148 και η ύπαρξη της αποτελεί παράγοντα μείωσης των αποζημιώσεων που θα καταβάλει ο εναγόμενος (Covotsos Textiles v. Serghiou
(1981)1 C.L.R. 475). Ο καταμερισμός ευθύνης πρόκλησης ατυχήματος στα άτομα που ευθύνονται αποτελεί κατ' εξοχήν έργο του εκδικάζοντος Δικαστηρίου. Η ύπαρξη συντρέχουσας αμέλειας απορρέει από την παράλειψη του ενάγοντα να επιδείξει την απαιτούμενη επιμέλεια για να προστατεύσει τον ίδιο τον εαυτό του από βλάβη ή ζημιά. Το κριτήριο για να αποφασιστεί αν έχει επιτευχθεί συντρέχουσα αμέλεια είναι βασικά το ίδιο με την αμέλεια αφού το προβλεπτό πρόκλησης ζημιάς και η παράλειψη να ληφθούν προφυλάξεις έναντι προβλεπτών κινδύνων είναι το κλειδί για να καταλήξει το Δικαστήριο σε εύρημα ύπαρξης συντρέχουσας αμέλειας (Charalambous and Another v. Kassapis and Another
(1988)1 C.L.R. 25, Odysseos v. Mantovani & Sons
(1989)1 C.L.R. 321). Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στυλιανού κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1718 λέχθηκε ότι για να συζητηθεί η ύπαρξη συντρέχουσας αμέλειας θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο ενάγοντας προέβη σε ενέργειες που συνέβαλαν στον τραυματισμό του. Ο δε καταμερισμός της ευθύνης γίνεται κατά ευρεία σκοπιά με γνώμονα την λογική και την κοινή εμπειρία σε συνάρτηση με την υπαιτιότητα αφενός κρινόμενη υπό το πρίσμα του καθήκοντος επιμέλειας και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της αμέλειας που προξένησε το ατύχημα και του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε (Αλεξάνδρου ν. Κυριάκου & Υιών Λτδ
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 506, Αλεξάνδρου v. Λεβέντη
(1996)1 Α.Α.Δ. 420, Metalco (Heaters) Ltd v. Νεοφύτου κ.α.
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 211). Όσον αφορά τις ειδικές αποζημιώσεις που συνήθως απαιτούνται στις περιπτώσεις εργατικών ατυχημάτων, είναι πάγια νομολογημένο ότι οι ειδικές ζημιές πρέπει να εξειδικεύονται στην έκθεση απαίτησης, να καταγράφονται αναλυτικά και ξεκάθαρα στις έγγραφες προτάσεις και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα, με σαφήνεια και με συγκεκριμένα στοιχεία (Ανδρέα Πίριλλου v Ρουπινέττας Κονναρή
(2000)1 Α.Α.Δ. 1153, Βάσω Μιχαήλ v Ανδρέας Ονουφρίου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1349, R.K.B. Leathergoods Limited v Βιργίνια Ευαγγέλου Αγγελίδη
(2004)1 Α.Α.Δ. 1071, Νεοκλής Αντωνιάδης v Μιχάλης Σπύρου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1171, Κούνουνα κ.α. v Κώστας Κυριάκου & Υιός Λτδ κ.α.
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2126). Εναπόκειται στον ενάγοντα σε κάθε περίπτωση να αποδείξει με κατάλληλη και αποδεκτή μαρτυρία τα κονδύλια που συνιστούν ειδική ζημιά. Επομένως, η απόδειξη των ειδικών αποζημιώσεων κινείται πάντοτε σε αυστηρά πλαίσια και το βάρος απόδειξης τους το φέρει πάντοτε ο ενάγοντας (Παναγιώτη Παναγή v Σάββα Κακόψιτου
(2001)1 Α.Α.Δ. 839). Η σημασία επιδίκασης γενικών αποζημιώσεων στις περιπτώσεις ατυχημάτων έχει εκφραστεί σε σωρεία κυπριακών αποφάσεων. Όπως χαρακτηριστικά τονίστηκε στην υπόθεση Ανδρέας Νεοκλέους v Simon John Worley
(2001)1 Α.Α.Δ. 652 το ύψος των αποζημιώσεων είναι αλληλένδετο με τα ιδιαίτερα περιστατικά του κάθε τραυματία. Ισχύει η αρχή ότι στον τομέα των αποζημιώσεων ο ανθρώπινος πόνος και η δυσχέρεια αντιμετωπίζεται με μεγαλύτερη ευαισθησία. Η υγεία είναι ο κοινός παρονομαστής για την ευημερία του ανθρώπου. Οι αποζημιώσεις είναι το μέσο για την αποτίμηση του ανθρώπινου πόνου και την αντιμετώπιση των λειτουργικών δυσχερειών που επιφέρει ο τραυματισμός (Paraskevaides (Overseas) Ltd v Christofis
(1992)1 C.L.R. 789). Μέσα από την κυπριακή νομολογία αναδύεται μία αυξητική τάση στον καθορισμό τους αφού λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, ο πόνος και η ταλαιπωρία του θύματος (A. Panayides Contracting Ltd v Χαραλάμπους
(2004)1 Α.Α.Δ. 416, Fysco Constructing Co Ltd v. Χριστάκης Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1014). Η όποια όμως προσπάθεια γίνει για άνοδο του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων δεν πρέπει να είναι ανεξέλεγκτη (Αρετούλλα Μακρή και άλλος v Αυγερινού Ταλιώτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 1148). Έχει τονιστεί η ανάγκη για μια πιο δίκαιη και φιλελεύθερη αποτίμηση του ανθρώπινου πόνου και των πολλαπλών στερήσεων που προκαλούν οι αναπηρίες στα θύματα της αμέλειας. Προηγούμενες αποφάσεις δεν αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο υπό την έννοια της αρχής του stare decisis αλλά παρέχουν καθοδήγηση στον καθορισμό τέτοιων αποζημιώσεων. Παράλληλα, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η συνεχής μείωση της αξίας του χρήματος (Χάρης Νικολάου v Νίκου Νικολάου
(2003)1 Α.Α.Δ. 1460). Από την άλλη έχει επίσης ειπωθεί μέσα από τη νομολογία ότι η αυξητική τάση στις αποζημιώσεις δεν αποτελεί και οδικό χάρτη για αιτιολόγηση παροχής αυξανόμενων ποσών σε κάθε περίπτωση (Σπύρος Μελάς και Ελένη Λτδ v Πολίτη
(2003)1 Α.Α.Δ. 590, Γεώργιος Ταμπούρα v Κυριακής Κολάνη άλλως Κίκας Κολάνη, Πολιτική Έφεση 222/2006, ημερ. 17.04.08). Η απόδοση αποζημιώσεων πρέπει επίσης να αντανακλά και να αντικατοπτρίζει την αγοραστική αξία του χρήματος σε δεδομένη στιγμή, ώστε με εύλογο τρόπο να προσεγγίζεται τουλάχιστο χρηματικά η αποκατάσταση της ζημιάς (Lankuttis v Νικόλα
(2002)1 Α.Α.Δ. 1128). Επομένως, οι αποζημιώσεις θα πρέπει να συνιστούν εύλογη και δίκαιη αποκατάσταση του ενάγοντα και να είναι κοινωνικά αποδεκτές (Μιχαήλ v Ιωάννου & Παρασκευαΐδης Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 1494). Σκοπό έχουν την αποκατάσταση του ζημιωθέντος για τη ζημιά, απώλεια ή βλάβη που έχει υποστεί και όχι την τιμωρία του αδικοπραγούντος (Κουμπαρή κ.α. v Φούτρη
(2001)1 Α.Α.Δ. 921). Από τη σχετική νομολογία προκύπτει επίσης ότι δεν υπάρχει ξεκαθαρισμένο και επακριβές κονδύλι για κάθε τραύμα ξεχωριστά. Αναφορικά με τον τόκο, με βάση τις καθιερωμένες αρχές, εκτός αν διαπιστωθεί αδικαιολόγητη καθυστέρηση ή ολιγωρία εκ μέρους του ενάγοντα, επιδικάζεται νόμιμος τόκος από την ημέρα γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος επί του ποσού των γενικών αποζημιώσεων καθώς και επί των ειδικών αποζημιώσεων, μειωμένος όμως κατά το ήμιση για να αντισταθμιστεί το ότι δεν προκύπτει όλη η ζημιά από την αρχή (Φοινικαρίδης v Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, Θεοδούλου v A. Panayides Contracting Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 2134, Fysco Constructing Co Ltd v. Χριστάκης Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1014). Όλα αυτά μέχρι την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης. Ακολούθως, ολόκληρα τα ποσά φέρουν νόμιμο τόκο από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης μέχρι εξόφλησης. Όπως είναι γνωστό, το άρθρο 58Α του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148 μετά των συναφών τροποποιήσεων παρέχει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να επιδικάζει τόκο ίσο με το ύψος του τόκου που καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων
(2),
(3)και
(4)του άρθρου 33 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60μετά των συναφών τροποποιήσεων αναφορικά με ολόκληρο ή μέρος του ποσού των αποζημιώσεων που έχουν επιδικαστεί για σωματικές βλάβες ή θάνατο συνεπεία αστικού αδικήματος για ολόκληρη ή για μέρος της περιόδου μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποίαν γεννήθηκε το αγώγιμο δικαίωμα και της ημερομηνίας καταχώρησης της αγωγής. Όπως είναι γνωστό μέχρι την πρόσφατη τροποποίηση του Περί Δικαστηρίων Νόμου με τον Τροποποιητικό Νόμο (Αρ.2), Ν.81(Ι)/2008επιδικαζόταν νόμιμος τόκος ύψους 8%. Από την ημέρα δημοσίευσης του Ν.81(Ι)/2008, δηλαδή την 15.10.08, ο νόμιμος τόκος μειώθηκε σε 5,5%. Ανάλογη τροποποίηση επέφερε και ο Τροποποιητικός Νόμος του 2008, Ν.82(Ι)/2008στο αντίστοιχο άρθρο 58Α του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148. Συμπεράσματα: Έχοντας υπόψη του την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας στην οποία προέβηκε, τα ευρήματα στα οποία κατέληξε σε συνδυασμό με το προαναφερόμενο νομικό πλαίσιο, το Δικαστήριο προχωρεί στην εξαγωγή των συμπερασμάτων του. (α) Ενδεχόμενη αμέλεια των Εναγομένων Η προκειμένη περίπτωση δεν είναι από αυτές που τυγχάνει εφαρμογή η νομική αρχή res ipsa loquitur (τα πράγματα ομιλούν από μόνα τους). Εξ' ου και η πλευρά της Ενάγουσας ουδέποτε επικαλέστηκε εφαρμογή του εν λόγω νομικού αποφθέγματος. Συνεπώς απαιτείται η προσκόμιση τέτοιας μαρτυρίας από την Ενάγουσα που να αποδεικνύει αμέλεια των Εναγομένων προς το πρόσωπο της. Από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό, διαπιστώνω ότι δεν υπάρχει αποδεκτή μαρτυρία που να με οδηγεί σε ασφαλές συμπέρασμα της γενεσιουργού αιτίας πρόκλησης του ατυχήματος. Η αποδεκτή μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον μου περιορίζεται στο ότι η Ενάγουσα απώλεσε την ισορροπία της ενώ βρισκόταν στην οδό Μιχάλη Νικολάου στο Μέσα Χωριό της επαρχίας Πάφου, έπεσε στο έδαφος και ως αποτέλεσμα της πρόσκρουσης της στην επιφάνεια του δρόμου υπέστη τις προαναφερόμενες σωματικές βλάβες. Ωστόσο κανένα αποδεικτικό στοιχείο υπάρχει που να προσδιορίζει τα αίτια και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες το ατύχημα αυτό συνέβηκε. Δεν υπάρχει μαρτυρία που να εξηγεί σε ποιο ακριβώς σημείο του δρόμου η Ενάγουσα έχασε την ισορροπία της. Oύτε υπάρχει αποδεκτή μαρτυρία που να εξηγεί το λόγο που η Ενάγουσα απώλεσε την ισορροπία της και έπεσε πάνω στην επιφάνεια του εν λόγω δρόμου, η οποία ας σημειωθεί βρίσκεται στο μέρος του δρόμου όπου υπάρχει ασφαλτική επίστρωση. Η περιτραυματική αμνησία που η Ενάγουσα υπέστη με το ατύχημα συνέτεινε στην επικράτηση συσκότισης ως προς το σημείο και τους λόγους που οδήγησαν στην απώλεια της ισορροπίας της και της μετέπειτα πτώσης της στο έδαφος. Κατά συνέπεια δεν υπάρχει αποδεκτή μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι οποιαδήποτε συγκεκριμένη πράξη και/ή παράλειψη οποιουδήποτε από τους Εναγομένους ευθύνεται για την πρόκληση του ατυχήματος, από το οποίο η Ενάγουσα υπέστηκε τις προαναφερόμενες σωματικές βλάβες. Επομένως δεν πληρείται το συστατικό στοιχείο της αιτιώδους συνάφειας. Αυτό μοιραία προδιαγράφει το αποτέλεσμα της παρούσας αγωγής. Πέραν των πιο πάνω παρατηρείται διάσταση μεταξύ των δικογραφημένων θέσεων της Ενάγουσας και της προσκομισθείσας μαρτυρίας ως προς την τοποθεσία που συνέβηκε το ατύχημα. Συγκεκριμένα ενώ τόσο στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα όσο και στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης της δικογραφείται ισχυρισμός ότι το ατύχημα συνέβηκε στην οδό Δημοκρατίας στο Μέσα Χωριό μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία που έγινε αποδεκτή υποδείχτηκε ότι το εν λόγω ατύχημα συνέβηκε στην οδό Μιχάλη Νικολάου στο Μέσα Χωριό. Για τη διάσταση αυτή δεν ζητήθηκε τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος και της έκθεσης απαίτησης από μέρους της Ενάγουσας. Παρόλα αυτά θα διερευνήσω θέμα πιθανής αμέλειας των Εναγομένων στη βάση της εκδοχής ότι ενώ η Ενάγουσα περπατούσε στην οδό Μιχάλη Νικολάου στο Μέσα Χωριό της επαρχίας Πάφου το σανδάλι της εγκλωβίστηκε κάτω από μια σωλήνα νερού στο δρόμο όπου δεν ήταν καλυμμένη με άσφαλτο προκειμένου η επιφάνεια να είναι λεία με αποτέλεσμα αυτή να χάσει την ισορροπία της και βηματίζοντας προς τα πίσω με κατεύθυνση την κατηφορική μεριά του δρόμου με τα χέρια της προτασσόμενα και δίχως να μπορεί να σταματήσει να πέσει κάτω στο δρόμο και το κεφάλι της να κτυπήσει στο έδαφος, στην περίπτωση που ήθελε θεωρηθούν εσφαλμένα τα πιο πάνω συμπεράσματα του Δικαστηρίου σε ανώτερο επίπεδο δικαστικής κρίσης. Οι δημόσιοι οδοί και τα πεζοδρόμια ανήκουν στη Δημοκρατία με αποκλειστικό σκοπό τη χρήση τους από το δημόσιο (άρθρο 8 Κεφ.224, Πιριπίτσης κ.ά. v. Δήμου Λευκωσίας
(1997)1 Α.Α.Δ. 385). Στην υπόθεση Θεράπων Μιχαήλ v. Ιωάννου & Παρασκευαΐδη και Κυπριακής Δημοκρατίας
(1998)1 Α.Α.Δ. 1494 που αφορούσε πτώση του εφεσείοντα σε ανοικτό φρεάτιο ενώ διασταύρωνε δημόσιο δρόμο με αποτέλεσμα να τραυματιστεί σοβαρά λέχθηκε ότι η κάλυψη του φρεατίου αποτελούσε στοιχειώδες καθήκον των εφεσιβλήτων έναντι ατόμων, όπως και ο εφεσείων, που χρησιμοποιούσαν το δρόμο. Όπως σημειώθηκε ήταν στοιχειώδες καθήκον τόσο της εφεσίβλητης 1 ως κατασκευάστριας εταιρείας όσο και των αρχών της Δημοκρατίας που επέβλεπαν την εργασία. Η παρούσα περίπτωση αφορά ένα δημόσιο δρόμο που εμπίπτει στα όρια της κοινότητας Μέσα Χωριού στην επαρχία Πάφου. Η διέλευση οχημάτων και πεζών στη συγκεκριμένη οδό υποδεικνύει ότι το κοινό είχε πρόσβαση στον εν λόγω δρόμο, τον οποίον και χρησιμοποιούσε. Ένα από τα άτομα που χρησιμοποίησε τον πιο πάνω δρόμο ήταν η Ενάγουσα. Σε μέρος του δρόμου και ειδικότερα από αυτό που προσέγγιζε το πεζοδρόμιο στην πλευρά που ήταν κτιριακό συγκρότημα κατοικιών που ανεγέρθηκε από την Εναγόμενη 2 απουσίαζε η ασφαλτική επίστρωση καθώς επίσης υπήρχε μικρή αλλά απροσδιόριστη υψομετρική διαφορά μεταξύ του μέρους του δρόμου που είχε ασφαλτική κάλυψη και αυτού που δεν είχε, στο οποίο μέρος όπου δεν υφίστατο ασφαλτόστρωση υπήρχαν σπασμένες πέτρες και κομμάτια σωλήνας. Η τότε κατάσταση του δρόμου ενείχε στοιχείο επικινδυνότητας στο κοινό που το χρησιμοποιούσε και ειδικότερα στους πεζούς που επιχειρούσαν να τον διασταυρώσουν. Η λήψη μέτρων που θα διασφάλιζε ασφαλή χρήση του ήταν αναγκαία. Τέτοια μέτρα ήταν η τοποθέτηση ασφαλτικής επικάλυψης στο μέρος του δρόμου όπου δεν υπήρχε και μέχρις ότου πραγματοποιηθεί αυτό επιβαλλόταν η αποκοπή της πρόσβασης του κοινού στο κομμάτι εκείνο με περίφραξη και παράλληλα σηματοδότηση της ύπαρξης του προκειμένου να προειδοποιείται το κοινό από τον κίνδυνο μέσω προειδοποιητικών πινακίδων αλλά και δια κατάλληλων φωτεινών σημάτων για τη νυχτερινή χρήση του εν λόγω δρόμου. Επί της πιο πάνω υποθετικής βάσης υπάρχουν δύο ενδεχόμενα προς εξέταση. Το πρώτο αν θεωρηθεί ότι τη στιγμή του ατυχήματος ο δρόμος τελούσε υπό κατασκευή από την Εναγομένη 2 ή εν πάση περιπτώσει εκκρεμούσε πιστοποιημένη παραλαβή του από την αρμόδια αρχή όπου κατασκευαστής του ήταν η Εναγόμενη
- Ως η εταιρεία που ανέλαβε την κατασκευή του δρόμου η Εναγόμενη 2 είχε καθήκον να μεριμνά για την ασφαλή χρήση του εν λόγω δρόμου τόσο από τους οδηγούς οχημάτων όσο και από τους πεζούς. Αντίστοιχη υποχρέωση είχε και η Εναγόμενη 3, της οποίας το αρμόδιο τμήμα προφανώς θα είχε την επίβλεψη του έργου. Αμφότεροι Εναγόμενοι θα έπρεπε να είχαν λάβει τα προαναφερόμενα μέτρα. Η δε παράλειψη τους οδήγησε στην πρόκληση του ατυχήματος από το οποίο τραυματίστηκε η Ενάγουσα. Η μη λήψη προστατευτικών μέτρων από μέρους των Εναγομένων 2 και 3 θα τις καθιστούσε αμελείς απέναντι στην Ενάγουσα. Σε σχέση με την Εναγόμενη 1 δεν θα μπορούσα να της αποδώσω αντίστοιχη υποχρέωση καθότι δεν έχει διαφανεί να είχε οποιοδήποτε ρόλο μέσα από την κατασκευή του δρόμου. Ωστόσο θα ανάμενα από την Εναγόμενη 1, ως η αρμόδια αρχή που βίωνε καθημερινά τον κίνδυνο από την κατάσταση του δρόμου, να ενημέρωνε και συνάμα να απαιτούσε τόσο από την Εναγόμενη 2 όσο και από την Εναγόμενη 3 τη λήψη προστατευτικών μέτρων προς αποφυγή ατυχημάτων. Το δεύτερο ενδεχόμενο είναι ο δρόμος να έχει κατασκευαστεί δεόντως από την Εναγόμενη 2 σύμφωνα με τους όρους της εκδοθείσας άδειας και να έχει παραδοθεί στη βάση σχετικού πιστοποιητικού παραλαβής πριν από την ημερομηνία του ατυχήματος δυνάμει των προνοιών του Περί Οδών και Οικοδομών Νόμου μετά των συναφών τροποποιήσεων (Κεφ.96). Αν θεωρηθεί ότι η κατάσταση του δρόμου την ημέρα του ατυχήματος είναι αποτέλεσμα οδικών εργασιών από την Εναγόμενη 1 τότε σε τέτοια περίπτωση η Εναγόμενη 1 ήταν αυτή που θα είχε καθήκον να λάβει τα προαναφερόμενα προστατευτικά μέτρα ως η αρμόδια αρχή που έχει υποχρέωση να μεριμνά για την ασφαλή χρήση των δρόμων της κοινότητας της από το κοινό. Είναι η αρμόδια αρχή που με βάση το άρθρο 83 (ιε) του Περί Κοινοτήτων Νόμου του 1999 μετά των συναφών τροποποιήσεων (Ν.86(Ι)/99ευθύνεται για την κατασκευή, επίστρωση, ασφάλτωση ή βελτίωση των δρόμων που βρίσκονται στα κοινοτικά τους όρια. Η παράλειψη της θα θεωρείτο ότι είχε προκαλέσει το ατύχημα από το οποίο τραυματίστηκε η Ενάγουσα. Τέτοια παράλειψη θα την καθιστούσε αμελής απέναντι στην Ενάγουσα. Όσον αφορά την Εναγόμενη 2 δεν θα μπορούσα να της αποδώσω οποιαδήποτε αντίστοιχη υποχρέωση ενόψει της πιστοποιημένης παράδοσης του δρόμου. Ωστόσο ευθύνη ως κατόχου ακίνητης ιδιοκτησίας, στην έννοια της οποίας εμπίπτουν και οι οδοί κάτω από τον όρο 'γη' (άρθρο 2(α) του Κεφ.224 μετά των συναφών τροποποιήσεων), θα μπορούσε να επιρριφθεί και στην Εναγόμενη
- Βέβαια όλα τα πιο πάνω πάντοτε στην περίπτωση που η Ενάγουσα προχωρούσε σε τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος και της έκθεσης απαίτησης της σχετικά με τον τόπο που το ατύχημα συνέβηκε ενόψει της διάστασης που παρατηρείται ανάμεσα στις δικογραφημένες θέσεις της και στην προσαχθείσα μαρτυρία που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. (β) Τυχόν παράβαση θεσμοθετημένου καθήκοντος από Εναγομένους Παρόλο ότι στην έκθεση απαίτησης δικογραφείται ισχυρισμός της Ενάγουσας για παράβαση εκ του νόμου καθηκόντων των Εναγομένων ως βάση αγωγής, εντούτοις η Ενάγουσα παρέλειψε να την προωθήσει κατά την ακρόαση της υπόθεσης αυτής μέσω της παρουσίασης σχετικών αποδεικτικών στοιχείων με αποτέλεσμα ο εν λόγω ισχυρισμός της να παραμείνει μετέωρος. Ούτε στην τελική αγόρευση της η ευπαίδευτη συνήγορος της Ενάγουσας παρέπεμψε το Δικαστήριο σε ποιες νομοθεσίες και σε ποια άρθρα αυτών θεωρεί ότι υπάρχει παράβαση υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτές για οποιονδήποτε Εναγόμενο. Ως εκ τούτου, η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει αυτή τη βάση αγωγής, την οποία θεωρώ ότι εγκατέλειψε. (γ) Ενδεχόμενη συντρέχουσα αμέλεια από μέρους της Εναγομένης Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το εν λόγω ατύχημα προκλήθηκε λόγω της αποκλειστικής αμέλειας και/ή ευθύνης της Ενάγουσας, λεπτομέρειες των οποίων οι Εναγόμενοι 2 και 3 παραθέτουν μέσα από τις υπερασπίσεις τους. Η δε Εναγόμενη 2 επικαλείται επίσης παράβαση θεσμοθετημένου καθήκοντος από την Ενάγουσα. Σε σχέση με τον ισχυρισμό της Εναγομένης 2 για παράβαση υποχρεώσεων από την Ενάγουσα που απορρέουν μέσα από νομοθεσίες και κανονισμούς, παρατηρώ ότι αυτός δεν έχει προωθηθεί κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι εγκαταλειφθεί και συνακόλουθα απορρίπτεται. Αναφορικά με ενδεχόμενο αποκλειστικής και/ή συντρέχουσας αμέλειας της Ενάγουσας, δεν εντοπίζω οτιδήποτε που θα με οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι η Ενάγουσα προέβηκε σε οποιαδήποτε ενέργεια που θα συνέβαλλε στον τραυματισμό της. Ειδικότερα καμία από τις δικογραφημένες θέσεις των Εναγομένων στο θέμα αυτό θα δικαιολογείτο μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία. Η ύπαρξη σωλήνας στο μέρος του δρόμου που δεν είχε ασφαλτική επικάλυψη δεν αποτελεί εύλογα προβλεπτό κίνδυνο υπό την έννοια η Ενάγουσα να ήταν σε θέση να προνοήσει ότι το σανδάλι της μπορούσε να εγκλωβιστεί κάτω από αυτή και να προκαλέσει απώλεια της ισορροπία της. Κατά συνέπεια, δεν βρίσκω πως, υπό τις περιστάσεις, θα μπορούσε να αποδοθεί ευθύνη και κατ' επέκταση αποκλειστική ή συντρέχουσα αμέλεια στην Ενάγουσα. Ως εκ τούτου, η θέση αυτή των Εναγομένων θα απορριπτόταν ως ατεκμηρίωτη. Επομένως κρίνω ότι οι Εναγόμενοι θα ευθύνονταν αποκλειστικά και εξ' ολοκλήρου για την πρόκληση του ατυχήματος, συνεπεία του οποίου η Ενάγουσα υπέστηκε σωματικές βλάβες. (δ) Καταμερισμός ευθύνης στους Εναγομένους Στην υπόθεση Μαυρίδης v. Dharaghji και άλλων
(1990)1 Α.Α.Δ. 1013 το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε πως το Δικαστήριο πρέπει να αντιμετωπίζει τέτοιου είδους ζήτημα. Συγκεκριμένα, ο Δικαστής Στυλιανίδης όπως ήταν τότε, σημείωσε, ανάμεσα σ' άλλα: "Η ορθή προσέγγιση του Δικαστηρίου, όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Fitzgerald v. Lane [1988] 2 All E.R. 961, η οποία ανέτρεψε την απόφαση του Lord Pearce στην υπόθεση The Miraflores and The Abadesa [1967] 1 All E.R. 672, 677, είναι: Το Δικαστήριο αποφασίζει πρώτα αν έχει αποδειχθεί αμέλεια σε βάρος των εναγομένων. Εάν η απόφαση είναι καταφατική, τότε εξετάζει με βάση το Άρθρο 57 αν ο ενάγων έχει συντρέχουσα αμέλεια. Αποφασίζει το ποσοστό της ευθύνης μεταξύ εναγομένων, από τη μια, και εναγόντα, από την άλλη, και μειώνει το ποσό των αποζημιώσεων ανάλογα με το ποσοστό της συντρέχουσας αμέλειας του ενάγοντα. Εάν επιδόθηκαν ειδοποιήσεις, με βάση το Άρθρο 64 και τη Δ.10, θ.12
(1)των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, προχωρεί στον καταμερισμό της ευθύνης και στον καθορισμό του ποσοστού της συνεισφοράς ή αποζημίωσης μεταξύ των εναγομένων. Αυτή την προσέγγιση πρέπει να ακολουθούν τα πρωτόδικα Δικαστήρια στις υποθέσεις του είδους τούτου." Εφαρμόζοντας την πιο πάνω προσέγγιση στην παρούσα υπόθεση αφού κατέγραψα την κρίση μου στο ζήτημα αμέλειας των Εναγομένων και στο θέμα της συντρέχουσας αμέλειας της Ενάγουσας, ανάτρεξα στο δικαστηριακό φάκελο της αγωγής. Η έρευνα κατέδειξε ότι η Εναγόμενη 2 καταχώρησε την ειδοποίηση της στις 24.11.14 και η Εναγόμενη 3 στις 28.11.
- Αντίθετα δεν εντοπίστηκε καταχώρηση τέτοιας ειδοποίησης από την Εναγόμενη
- Ωστόσο παρά τις καταχωρήσεις των ειδοποιήσεων των Εναγομένων 2 και 3 εντούτοις καμία από αυτές επιδόθηκε στους διαδίκους συνεναγομένους που τους αφορούσε, ως απαιτείται από τη νομολογία. Μπροστά σε αυτά τα δεδομένα η θέση των Εναγομένων για καταμερισμό της ευθύνης και καθορισμού του ποσοστού συνεισφοράς ή αποζημίωσης μεταξύ τους δεν θα μπορούσε να ικανοποιηθεί. Στην περίπτωση όμως που θα υπήρχε καταχώρηση και επίδοση τέτοιων ειδοποιήσεων από όλους τους Εναγομένους, θα καταμέριζα ευθύνη και συνεισφορά μεταξύ των Εναγομένων 2 και 3 στο πρώτο ενδεχόμενο από 50% έκαστο και επίσης από 50% στους Εναγομένους 1 και 3 στο δεύτερο ενδεχόμενο. (ε) Κατά πόσο η Ενάγουσα δικαιούται οποιαδήποτε από τις θεραπείες που αξιώνει Με γνώμονα την παράλειψη από μέρους της Ενάγουσας να προωθήσει κατά την ακρόαση της υπόθεσης αυτής το δικογραφημένο ισχυρισμό της για παράβαση εκ του νόμου καθηκόντων των Εναγομένων ως βάση αγωγής αυτό που υπολείπεται το Δικαστήριο να εξετάσει είναι το ενδεχόμενο επιδίκασης στην Ενάγουσα ειδικές και γενικές αποζημιώσεις για αμέλεια των Εναγομένων επί πλήρους ευθύνης.
- Ειδικές αποζημιώσεις: Θα πρέπει εδώ να λεχθεί ότι η Ενάγουσα δεν παρουσίασε καμία λεπτομέρεια και δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο αναφορικά με οποιοδήποτε από τα κονδύλια που διεκδικεί υπό τα σημεία (Α)-(Ε) της παραγράφου 17 της έκθεσης απαίτησης. Συνεπώς, η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει ότι δικαιούται στην ανάκτηση αυτών των αξιούμενων ποσών υπό τη μορφή ανάλογης αποζημίωσης. Μπροστά σ' αυτά τα δεδομένα καταλήγω ότι η Ενάγουσα δεν δικαιούται στην επιδίκαση οποιουδήποτε ποσού ως ειδικές αποζημιώσεις.
- Γενικές αποζημιώσεις: Περαιτέρω, ο Ενάγοντας αξιώνει γενικές αποζημιώσεις για: (α) Σωματικές βλάβες, πόνο, ταλαιπωρία και απώλεια απολαύσεων Με την αξιολόγηση της ενώπιον του μαρτυρίας το Δικαστήριο έχει καταλήξει σε ευρήματα αναφορικά με την ιατρική κατάσταση της Ενάγουσας περιλαμβανομένων της φύσης, έκτασης και βαθμού σοβαρότητας των σωματικών βλαβών που υπέστηκε συνεπεία του ατυχήματος που είχε, στα οποία και παραπέμπω καθότι η εκ νέου διατύπωση τους δεν εξυπηρετεί οποιοδήποτε χρήσιμο ή πρακτικό σκοπό. Το Δικαστήριο σαφώς θα λάμβανε υπόψη του τη φύση, μορφή, έκταση και σοβαρότητα των τραυμάτων της Ενάγουσας που έχουν περιγραφεί αναλυτικά πιο πάνω και στα οποία παραπέμπω. Το Δικαστήριο ακόμη θα λάμβανε υπόψη του την μεταφορά της Ενάγουσας στο ιδιωτικό ιατρικό κέντρο 'Ευαγγελισμός' με ασθενοφόρο όπου αφού εισήχθηκε συγκεχυμένη, αποπροσανατολισμένη στο χώρο και στον χρόνο με περιτραυματική αμνησία παρουσιάζοντας ναυτία, τάση για εμετό, ζάλη, κεφαλαλγία, αστάθεια, αταξία των άκρων και δυσμετρία, παρέμεινε εκεί νοσηλευμένη για 21 ημέρες όπου της χορηγήθηκαν ενδοφλέβιοι ισοτονικοί οροί, ήπια αναλγητικά και αντιεμετικά φάρμακα. Επιπλέον, το Δικαστήριο θα δεχόταν ότι η Ενάγουσα υπέστηκε πόνο και ταλαιπωρία κατά τον τραυματισμό της καθώς και το ότι συνεχίζει να υφίσταται ταλαιπωρία μέχρι σήμερα. Επίσης δεν θα παραγνώριζα ότι μεταγενέστερα η νευρολογική εκτίμηση της παραπονούμενης με βάση την Κλίμακα Γλασκόβης διαπιστώθηκε ότι ήταν επιδόσεως 15 στα 15 με την Ενάγουσα να έχει τις αισθήσεις της, να μπορεί να επικοινωνεί χωρίς σύγχυση και να είναι πλήρως προσανατολισμένη όσον αφορά τον τόπο και χρόνο. Την ίδια στιγμή δεν θα διέφευγε της προσοχής μου ότι η έλλειψη ισορροπίας, διαταραχή βάδισης και αταξία με αδυναμία βαδίσματος χωρίς τη χρήση μπαστουνιού καθώς και η διαφορά ακοής στο ένα αυτί από το άλλο αλλά και η μειωμένη όσφρηση και γεύση που διαγνώστηκαν στην επανεξέταση της Ενάγουσας στις 19.05.11, ως αποτέλεσμα των οποίων να χρειάζεται βοήθεια για τις καθημερινές δραστηριότητες της, είναι μια κατάσταση που πιθανό να παραμείνει μόνιμη. Για αποτελεσματική αντιμετώπιση του θέματος των γενικών αποζημιώσεων έχω διεξέλθει με προσοχή όλες τις σχετικές αποφάσεις. Άντλησα επίσης καθοδήγηση από τα νομικά συγγράμματα 'Κεφάλαιο 148: Αστικά Αδικήματα-Δίκαιο και Αποφάσεις', έκδοση 2003 των κ.κ. Αρτέμη και Ερωτοκρίτου, 'Αποζημιώσεις για Σωματικές Βλάβες', έκδοση 1996 του κ. Φρίξου Νικολαΐδη και McGregor on Damages, 17η έκδοση. Στα πλαίσια υπολογισμού ενός εύλογου και δίκαιου ποσού γενικών αποζημιώσεων σχετικά με την πτυχή αυτή που να αντικατοπτρίζουν την όσο δυνατό πραγματική κατάσταση του Ενάγοντα, δεν έχω εντοπίσει περίπτωση όπου υπήρχαν ακριβώς οι ίδιες περιστάσεις με την παρούσα. Στην υπόθεση Ευαγγέλου v. Δημητρίου
(2008)1Α Α.Α.Δ. 248 όπου ο εφεσείοντας υπέστηκε κάταγμα του αριστερού μηρού, πολλαπλά τραύματα στην κεφαλή και κρανιοεγκεφαλική κάκωση όχι σοβαράς μορφής. Ο εφεσείοντας υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση με ανάταξη και σταθεροποίηση μέσω πολλών μεταλλικών προσθετικών και σε συρραφή των τραυμάτων της κεφαλής. Δημιουργήθηκαν ουλές στα φρύδια, στα χείλη, στο πηγούνι και τον μηρό. Βάδιση με χρήση βακτηρίων για 4 μήνες και δημιουργία προβλήματος βάδισης λόγω πόνου για άλλους 2 μήνες. Από τον τραυματισμό του ο εφεσείοντας αντιμετώπισε μόνιμα κατάλοιπα και συγκεκριμένα το είδος των τραυμάτων και η παρουσία μόνιμης μυϊκής ατροφίας και τα μεταλλικά προσθετικά δημιουργούν προβλήματα που εκδηλώνονταν με πόνο και αδυναμία σε καιρικές αλλαγές, στο ψύχος και στην έντονη δραστηριότητα που προκαλεί φόρτιση, ιδιαίτερα τα αθλήματα και τη βάδιση μεγάλων αποστάσεων. Ακόμη προέκυψε ανάγκη υποβολής σε άλλη εγχείριση για αφαίρεση των μεταλλικών προσθετικών. Με βάση αυτά επιδικάστηκαν κατ' έφεση γενικές αποζημιώσεις ύψους €40.000 επί πλήρους ευθύνης. Επίσης στην υπόθεση Μιχαήλ v. Ονουφρίου
(2002)1Β Α.Α.Δ. 1349 η εφεσείουσα υπέστηκε σοβαρή κρανιοεγκεφαλική κάκωση με απώλεια αισθήσεων και έφερε θλαστικά τραύματα σε όλο το πρόσωπο που είχαν συρραφεί, παρουσίαζε απώλεια τριών δοντιών από την άνω γνάθο και ρινορραγία. Τοποθετήθηκαν τρία οδοντιατρικά εμφυτεύματα και υπεβλήθηκε σε επιδιορθωτική επέμβαση ρινός. Προέκυψε ανάγκη διενέργειας μελλοντικής χειρουργικής επέμβασης για βελτίωση των ουλών. Η εφεσείουσα υπέφερε από κεφαλαλγίες και ζαλάδες, οι οποίες βελτιώθηκαν σταδιακά σε ένταση και διάρκεια.Επίσης της δημιουργήθηκαν ψυχολογικά προβλήματα. Με βάση αυτά επιδικάστηκαν κατ' έφεση γενικές αποζημιώσεις ύψους €28.000 επί πλήρους ευθύνης. Περαιτέρω στην υπόθεση Ψαρά v. Μακρυγιάννη
(2012)1Β Α.Α.Δ. 1820 η εφεσίβλητη ηλικίας 60 ετών κατά το ατύχημα υπέστη σοβαρής μορφής κρανιοεγκεφαλική κάκωση με υποσκληρίδιο αιμάτωμα, κατάγματα κρανίου και κάκωση του μετωπιαίου λοβού του εγκεφάλου. Επί πλήρους ευθύνης της επιδικάστηκαν γενικές αποζημιώσεις ύψους €63.
- Θεωρώ ότι η εικόνα της παρούσας υπόθεσης βρίσκεται μεταξύ της πρώτης και τρίτης περίπτωσης. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και εκτιμώντας όλα τα περιστατικά της υπόθεσης αυτής, χωρίς βέβαια να αγνοώ την αποτίμηση της αξίας του χρήματος, θα επιδίκαζα στην Ενάγουσα επί πλήρους ευθύνης, το ποσό των €50.000,00 το οποίο, υπό τις περιστάσεις, θεωρώ εύλογο και δίκαιο, με καταμερισμό ευθύνης και συνεισφοράς ή αποζημίωσης από τους Εναγομένους, ως λέχθηκε πιο πάνω, αναλόγως βέβαια του ενδεχομένου που θα ίσχυε, πάντοτε υπό την προϋπόθεση ότι θα πληρείτο η απαιτούμενη προϋπόθεση της επίδοσης των ειδοποιήσεων. (β) Μελλοντικές Ζημιές Στην παράγραφο 21 της έκθεσης απαίτησης της υπό τα σημεία (Α)-(Γ) η Ενάγουσα αξιώνει ποσό ύψους €10.000 για διαρκή παρακολούθηση από ιατρό, ποσό ύψους €2.000 για φαρμακευτική αγωγή και ποσό ύψους €5.000 για ακτινολογικό έλεγχο, ενέργειες που εξ' όσο μπορεί να γίνει αντιληπτό από το σκεπτικό του εν λόγω δικογράφου θα γίνουν στο μέλλον. Ωστόσο καμία από τις αξιώσεις αυτές τεκμηριώνεται με ιατρική μαρτυρία. Καμία τέτοια μαρτυρία έχει προσκομιστεί στο Δικαστήριο που να δείχνει αναγκαιότητα οποιουδήποτε από τα εγειρόμενα ζητήματα και ως εκ τούτου δεν υφίσταται θέμα αποζημίωσης της με οποιοδήποτε από τα εν λόγω ποσά που διεκδικεί.
- Τόκος: Αναφορικά με την επιδίκαση τόκου, παρατηρώ ότι ενώ το ατύχημα συνέβηκε στις 21.10.08, η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε από την Ενάγουσα στις 20.09.10 υπό τη μορφή γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, δηλαδή μετά πάροδο 2 ετών περίπου. Τα δε ιατρικά πιστοποιητικά του Δρ. Ιωάννου εκδόθηκαν το μεν πρώτο στις 22.08.09 αν και αφορά εξέταση στις 21.10.08 και το δεύτερο στις 07.12.11 παρόλο ότι αφορά εξέταση στις 19.05.
- Δεν παραγνωρίζω ακόμη ότι οι θέσεις και απαιτήσεις της Ενάγουσας δικογραφήθηκαν ολοκληρωμένα για πρώτη φορά με την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης αρχικά στις 25.09.12 και ακολούθως στην τελική τους μορφή δια τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης στις 14.11.
- Η Ενάγουσα δεν έδωσε οποιαδήποτε πειστική δικαιολογία σε σχέση με την καθυστερημένη προώθηση της αγωγής. Η Ενάγουσα έχει υποχρέωση για έγκαιρη προώθηση της απαίτησης της. Με τα δεδομένα της αγωγής έχει σημειωθεί αδικαιολόγητη ολιγωρία από μέρους της Ενάγουσας στην προώθηση της υπόθεσης του, η οποία τελικά καταχωρήθηκε υπέρμετρα καθυστερημένα. Στη βάση αυτού κρίνω πως το συνολικό χρονικό διάστημα τον 4 ετών περίπου που διέρρευσε μέχρι την ολοκληρωμένη παρουσίαση των δικογραφημένων της θέσεων και αξιώσεων είναι υπέρμετρο και αδικαιολόγητο για το συγκεκριμένο ατύχημα, πράγμα που επιτρέπει παρέκκλιση από τις καθιερωμένες αρχές νομολογίας επί του θέματος αυτού. Στην υπόθεση Miller Roza Maria v Ute Petek
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 2091 αποφασίστηκε πως πέραν της πρόβλεψης του άρθρου 58Α του Κεφ.148 στις περιπτώσεις που παρατηρείται αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της αγωγής θα ήταν λανθασμένο να επιδικάζεται τόκος χωρίς να ληφθεί υπόψη η καθυστέρηση αυτή. Αντλώντας καθοδήγηση από την πιο πάνω υπόθεση και με βάση τα περιστατικά της υπόθεσης σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα, θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως επιδικαζόταν τόκος επί οποιουδήποτε ποσού από την ημερομηνία καταχώρησης της έκθεσης απαίτησης, ήτοι από τις 25.09.12. Με αυτά τα δεδομένα θα επιδίκαζα υπέρ της Ενάγουσας μόνο γενικές αποζημιώσεις ύψους €50.000 πλέον νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού από 25.09.12 μέχρι εξόφλησης με καταμερισμό ευθύνης και συνεισφοράς ή αποζημίωσης από τους Εναγομένους, ως λέχθηκε πιο πάνω, αναλόγως βέβαια του ενδεχομένου που θα ίσχυε, πάντοτε υπό την προϋπόθεση ότι θα πληρείτο η απαιτούμενη προϋπόθεση της επίδοσης των ειδοποιήσεων, πλέον έξοδα όπως αυτά υπολογίζονταν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκρίνονταν από το Δικαστήριο. Κατάληξη Δικαστηρίου: Υπό το φως όλων των πιο πάνω και για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω έχοντας κατά νου τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου, η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον των Εναγομένων στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Ως εκ τούτου η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα της παρούσας αγωγής, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 1, 2 και 3 και εναντίον της Ενάγουσας. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Tort of Negligence/Road Accident/Breach of Statutory Duty/Special and General Damages /Final Judgment Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Αμέλεια/Οδικό ατύχημα/Παράβαση θέσμιου καθήκοντος/ Γενικές και Ειδικές αποζημιώσεις/Τελική Απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο