Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ ν. Κυριάκου Ιωάννου κ.α., Αρ. Αγωγής: 239/13, 17/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A136 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 239/13 Μεταξύ: Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ Ενάγουσας-Καθ΄ ης η αίτηση και
- Κυριάκου Ιωάννου (ΑΔΤ 349754)
- Ανθής Ιωάννου Κυριάκου (ΑΔΤ 708559)
- Γεώργιου Μακρή (ΑΔΤ 675355)
- Ουρανίας Θεοδοσίου (ΑΔΤ 052570) Εναγομένων-Αιτητών ------------------- Αίτηση τροποποίησης Έκθεσης Υπεράσπισης ημερ. 1.3.2016 ------------------- Ημερομηνία: 17.6.2016 Για τους Εναγόμενους-Αιτητές: κα Ειρ. Πουλλά για κα Ευ. Πουλλά (κα Έφη Πουλλά για ν΄ ακούσει απόφαση) Για την Ενάγουσα-Καθ΄ ης η αίτηση: κ. Ν. Νικήτα για Κώστας Π. Δημητριάδης ΔΕΠΕ (κανείς για ν΄ ακούσει απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον όλων των Εναγομένων την καταβολή ποσού ύψους €350.084,04, πλέον τόκους, ως υπόλοιπο δανείου ύψους €290.000, το οποίο κατ΄ ισχυρισμό παραχώρησε προς αυτούς η ΣΠΕ Στρουμπιού δυνάμει σχετικής σύμβασης ημερομηνίας 16.9.
- Αξιώνει επίσης τη δια δημόσιου πλειστηριασμού πώληση ενυπόθηκου κτήματος της Εναγόμενης 2, το οποίο εδόθη προς εξασφάλιση της ανωτέρω σύμβασης. Οι Εναγόμενοι κατεχώρησαν Έκθεση Υπεράσπισης αποτελούμενη από δύο σελίδες. Δυνάμει αυτής, αποδέχονται την παραχώρηση σε αυτούς του ποσού του δανείου ύψους €290.
- Αρνούνται όμως τους περιεχόμενους στην Έκθεση Απαίτησης ως όρους της συμφωνίας και ισχυρίζονται ότι οι ειρημένοι όροι της συμφωνίας μεταξύ Ενάγουσας και εναγομένων είναι γενικοί, αόριστοι και καταχρηστικοί. Ότι οι όροι για μεταβολή του επιτοκίου κατά το δοκούν καθώς και όρος υπερημερίας αποτελούν ποινική ρήτρα και ως τέτοιοι πρέπει να κριθούν άκυροι και παράνομοι. Αρνούνται επίσης το δικαίωμα της Ενάγουσας για τερματισμό της συμφωνίας. Άρνησης επίσης τυγχάνει ο ισχυρισμός για λήψη των αναφερόμενων στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμών. Στις 29.10.2015 καταχωρήθηκε ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου των Εναγομένων. Ακολούθησε η καταχώρηση την 1.3.2016 της κρινόμενης αίτησης. Με αυτήν επιζητείται η διαγραφή ολόκληρης της Έκθεσης Υπεράσπισης και αντικατάσταση της με νέο κείμενο. Με την προτεινόμενη υπεράσπιση, τίθενται ως και προηγουμένως, ισχυρισμοί για τον παράνομο υπολογισμό του επιτοκίου και για ύπαρξη καταχρηστικών ρητρών. Προβάλλεται άρνηση της είσπραξης του ποσού του δανείου. Περαιτέρω επιδιώκεται εισαγωγή ισχυρισμού ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 ενώ είχε συμφωνηθεί προφορικά ότι θα υπέγραφαν ως εγγυητές, τελικά βρέθηκαν πρωτοφειλέτες. Ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 εξαναγκάσθηκαν και/ή υποχρεώθηκαν να αποδεχθούν, με την υπογραφή της συμφωνίας, την εξόφληση υποχρεώσεων της εταιρείας Εργοληπτική Εταιρεία ΜΑΚΡΗΣ & ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ. Προβάλλεται ισχυρισμός περί χαλιναγώγησης της οικονομίας και περί μεθοδεύσεων της Ενάγουσας μαζί με άλλες τράπεζες οι οποίες ευθύνονται για την κατάρρευση της Κυπριακής οικονομίας και της απώλειας της εργασίας των Εναγομένων. Προβάλλεται ισχυρισμός περί αντισυνταγματικότητας του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου Νόμου (Ν.160
(1)/1999) και παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων καθώς και των ευρωπαϊκών οδηγιών. Προστίθεται ανταπαίτηση με την οποία αξιώνονται τα κάτωθι: «(Α) Απόφαση και/ή Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να αποφασίζεται ότι οι συμφωνίες δανείου και/ή υποθήκης και/ή έγγραφο υποθήκης και/ή καθόσον μέρος των επηρεάζεται είναι άκυρες και/ή ακυρώσιμες και/ή παράνομες καθότι καταρτίστηκαν κατά παράβαση της Συνθήκης για προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των Ευρωπαϊκών Οδηγιών και Κανονισμών, του Συντάγματος και των άλλων σχετικών εγχώριων νόμων και κατόπιν δόλου, απάτης και ψευδών παραστάσεων και/ή λόγω παράβασης επαγγελματικού καθήκοντος και/ή σύγκρουσης συμφερόντων και/ή της καλής πίστης και/ή των συναλλακτικών ηθών που άσκησαν οι Ενάγοντες σε βάρος των Εναγομένων. (Β) Απόφαση και/ή Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να αποφασίζεται ότι οι Ενάγοντες ενήργησαν κατά τρόπο παράνομο και κατά παράβαση της Συνθήκης για προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των Ευρωπαϊκών Οδηγιών και Κανονισμών, του Συντάγματος και των άλλων σχετικών εγχώριων Νόμων και/ή της καλής πίστης και/ή των συναλλακτικών ηθών και οι οιεσδήποτε παράνομες χρεώσεις που έγιναν εκ μέρους των Εναγόντων σε βάρος των Εναγομένων θα πρέπει να αφαιρεθούν από οιονδήποτε οφειλόμενο ποσό. (Γ) Απόφαση και/ή Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να αποφασίζεται ότι οι Ενάγοντες και/ή οι υπάλληλοι και/ή αντιπρόσωποι και/ή εκπρόσωποι των με τις ενέργειες και συμπεριφορά των μαζί με τις υπόλοιπες Τράπεζες οδήγησαν και/ή επέφεραν την κατάρρευση της οικονομίας της Κυπριακής Δημοκρατίας με αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι να απωλέσουν την εργασία και/ή το επιτήδευμα και/ή τις απολαβές και/ή τα εισοδήματα τους με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να αποπληρώσουν οιονδήποτε δάνειο και/ή χρέος και/ή υποχρέωση των. (Δ) Απόφαση και/ή Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να αποφασίζεται ότι οι Ενάγοντες και/ή οι υπάλληλοι και/ή αντιπρόσωποι και/ή εκπρόσωποι των με τις ενέργειες και συμπεριφορά των μαζί με άλλες Τράπεζες οδήγησαν και/ή χειραγώγησαν την αγορά και την διακύμανση των επιτοκίων. (Ε) Απόφαση και/ή Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η επιστροφή των παράνομων χρεώσεων, υπερχρεώσεων, των παράνομα επιβληθέντων τόκων, τόκων υπερημερίας. (Στ) Απόφαση και/ή Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να αποφασίζεται η πληρωμή αποζημιώσεων για τις παράνομες ενέργειες και συμπεριφορά, την παράβαση καθήκοντος και/ή την κατάχρηση εξουσίας και/ή λόγω αδικαιολογήτου πλουτισμού και/ή διαφορετικά των Εναγόντων και/ή των υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων και/ή εκπροσώπων των σε βάρος των Εναγομένων όπως πιο πάνω αναφέρεται. (Ζ) Απόφαση και/ή Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να αποφασίζεται ότι οι συμβάσεις υποθηκών τις οποίες υπέγραψε η Εναγόμενη Νο.2 προς όφελος των Εναγόντων είναι άκυρες και άνευ εννόμου αποτελέσματος. (Η) Διάταγμα του Δικαστηρίου για πληρωμή Τιμωρητικών και/ή άλλων αποζημιώσεων.» Την ανάγκη για τροποποίηση αιτιολογεί με την ένορκη δήλωση του ο εκ των Εναγομένων υπ΄ αριθμό 1 Κ. Ιωάννου, ο οποίος, αφού παραπέμπει στην αλλαγή δικηγόρου που πραγματοποιήθηκε αναφέρει τα εξής: «Ο γιος μου ο οποίος είναι κουμπάρος με τον προηγούμενο Δικηγόρο μας, του μετέφερε την αγωγή και ανέλαβε να του εξηγήσει τα γεγονότα όπως του τα αναφέραμε, καθότι όλοι οι Εναγόμενοι δεν είμαστε σε θέση να τον επισκεφθούμε. Η σύζυγος μου είχε σοβαρό πρόβλημα υγείας. Στο σπίτι μας είχαμε και την υπέργηρη πενθερά μου την οποία φροντίζαμε τόσον εγώ όσο και η θυγατέρα μου/Εναγόμενη Νο.2. Η θυγατέρα μου επίσης έχει και 4 ανήλικα τέκνα να φροντίσει. Η θυγατέρα μου έτρεχε να μαγειρέψει και να φροντίσει δύο σπίτια και εγώ την βοηθούσα για να αντεπεξέλθομε. Ο γαμβρός μου/Εναγόμενος Νο.3 τότε είχε σοβαρά προβλήματα με την εργασία του καθότι εργαζόταν σε Εργοληπτική εταιρεία στην οποία είναι μέτοχος και Διευθυντής. Όπως διαφάνηκε ο γιος μου είτε δεν ανέφερε σε αυτόν τι πραγματικά έγινε και/ή εάν του ανέφερε τα γεγονότα δεν θα έθεσε ορθά στην Υπεράσπιση. Επιπρόσθετα όπως διαφάνηκε και όπως μου αναφέρει ο γαμβρός μου άλλα συνεφώνησε με το προαναφερόμενο Τραπεζικό Ίδρυμα και άλλα αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης. Άλλο ήταν το τραπεζικό επιτόκιο που συμφωνήθηκε ότι θα χρέωναν και άλλο φαίνεται ότι χρέωσαν.» Ισχυρίζεται πως αυτός και η σύζυγος του, δηλαδή οι Εναγόμενοι 1 και 4, προσήλθαν στην ΣΠΕ Στρουμπιού για να υπογράψουν ως εγγυητές και όχι ως πρωτοφειλέτες. Ότι η θυγατέρα του και ο γαμπρός του (Εναγόμενοι 2 και 3) εξαναγκάστηκαν να εξοφλήσουν μεταξύ άλλων τρεχούμενο λογαριασμό της Εργοληπτικής Εταιρείας ΜΑΚΡΗΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ. Το δικονομικό αυτό διάβημα των Εναγομένων συνάντησε την ένσταση της Ενάγουσας, η οποία εγείρει εικοσιένα λόγους για τους οποίους εισηγείται ότι η αίτηση δεν θα πρέπει να γίνει αποδεκτή. Κυριότεροι αυτών είναι: Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία. Υπάρχει καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος χωρίς να δίδεται επαρκής αιτιολογία. Τα επιχειρούμενα να εισαχθούν θέματα είναι εντελώς διαφορετικά από τα τώρα επίδικα θέματα. Η σκοπούμενη τροποποίηση δεν είναι απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του Βασίλη Βασιλείου, υπαλλήλου της Ενάγουσας. Με αυτήν υιοθετούνται και επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης και επιδιώκεται σχολιασμός των γεγονότων που παρατίθενται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, με την επισήμανση πως αυτά αντιφάσκουν με τους προτιθέμενους να εισαχθούν ισχυρισμούς. Τόσο στα ιδιαίτερα γεγονότα των ενόρκων δηλώσεων όσο και στις αγορεύσεις των συνηγόρων, αναφορά γίνεται κατωτέρω. Νομική πτυχή Έχει νομολογηθεί ότι η τροποποίηση της δικογραφίας είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και ότι εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (δέστε Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, 707). Στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Έχει περαιτέρω νομολογηθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (δέστε Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934. Η προσέγγιση αυτή συνάδει με εκείνη που διατυπώθηκε στην Associated Leisure Ltd and others v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All E.R. 754, Jamal Khan v. Δημοκρατίας του Πακιστάν
(2011)1 Α.Α.Δ. 1211. Οι αρχές οι οποίες διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνοψίζονται στη Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 33 και έχουν ως εξής: «
(1)H τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέρονται του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.» Κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμώνται όλα τα σχετικά γεγονότα τα οποία τείνουν να διαμορφώσουν και προδιαγράψουν το πλαίσιο της δίκης σε συνάρτηση με τα χρονικά όρια για την επίλυση τους. Καθυστέρηση/Μη αιτιολόγηση Αποτελεί τη θέση της νομολογίας πως, όπου υπάρχει καθυστέρηση, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Στη SABA & CO. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents (ανωτέρω), κρίθηκε πως η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στη Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου (ανωτέρω), λέχθηκε πως η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Η πιο πάνω αρχή όμως περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ. v. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου τονίστηκε πως το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Όσον αφορά το χρόνο στον οποίο υποβάλλεται αίτηση για τροποποίηση, σχετική είναι και η απόφαση στην Astor Manufacturing v. A.G. Leventis (ανωτέρω). Ουσιαστικά όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, τόσο πιο αναγκαία γίνεται η παροχή αιτιολόγησης. Εκείνο δε που σαφέστατα προκύπτει από τη διάφορη νομολογία είναι πως κάθε περίπτωση κρίνεται με τα δικά της περιστατικά και ανάλογα ασκείται και η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Είναι η θέση των Εναγομένων ότι ουδόλως αιτιολογείται η σημειωθείσα καθυστέρηση, ούτε εξηγείται γιατί δεν συμπεριλήφθησαν στην καταχωρηθείσα Έκθεση Υπεράσπισης οι προτεινόμενοι να εισαχθούν ισχυρισμοί. Υποδεικνύει δε εκείνο που λέχθηκε στη νομολογία πως η αλλαγή δικηγόρου δεν δικαιολογεί αφ΄ εαυτής την τροποποίηση της δικογραφίας. Σχολιάζοντας το θέμα τούτο η συνήγορος των Εναγομένων, αφού παραπέμπει στη νομολογία όπου επιτράπηκε τροποποίηση μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και μετά την παρέλευση δώδεκα χρόνων από την καταχώριση της αγωγής (Federal Bank of Lebanon (Sal) v. Ν. Σιακόλας
(2002)1 Α.Α.Δ. 223), υπέδειξε πως καμία καθυστέρηση δεν θα επισυμβεί καθότι η υπόθεση θα λάβει τη σειρά της για ακρόαση και κανένας εκτροχιασμός της υπόθεσης δεν υφίσταται. Έχοντας υπόψη τις ανωτέρω εκφρασθείσες θέσεις πρέπει να επισημανθούν τα εξής: Η αίτηση για τροποποίηση καταχωρήθηκε τρία χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής. Τούτο έγινε στη χρονική στιγμή αλλαγής του δικηγόρου των Εναγομένων. Τα επιχειρούμενα να εισαχθούν γεγονότα αφορούν γεγονότα που περιβάλλουν την επίδικη συναλλαγή και επομένως γεγονότα που τελούσαν στη γνώση των διαδίκων που τα επικαλούνται. Η αιτιολογία που δίδεται για τη μη συμπερίληψη τους είναι διαζευκτική. Είτε ο υιός του Εναγόμενου 1 δεν τα ανέφερε σωστά στο δικηγόρο τους είτε ο τελευταίος, αν και ενημερώθηκε δεόντως, δεν τα συμπεριέλαβε στην Έκθεση Υπεράσπισης που καταχώρησε. Ποιαν εξήγηση να αποδεχθεί το Δικαστήριο αφού η ένορκη δήλωση αποτελεί μαρτυρία στην οποίαν δεν χωρούν διαζευκτικοί ισχυρισμοί παρά μόνο θετικές θέσεις; (Πατούρης v. Hellenic Bank
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2118, η οποία ακολούθησε την El Fath Co v. E.D.T. Shipping & άλλος
(1992)1 Α.Α.Δ. 1255). Πέραν τούτου, διαπιστώνεται ακόμη ένα κενό. Με τις προτεινόμενες να εισαχθούν παραγράφους, διατυπώνεται η θέση πως οι Εναγόμενοι 2 και 3 ενώ προσήλθαν να υπογράψουν ως εγγυητές, εν τέλει βρέθηκαν στη θέση πρωτοφειλετών. Η θέση αυτή δεν υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Αντίθετα. Με την ένορκη δήλωση υποστηρίζει ο Κ. Ιωάννου, Εναγόμενος 1, πως εκείνος και η σύζυγος του Εναγόμενη 4, θα υπέγραφαν ως εγγυητές των πρωτοφειλετών Εναγομένων 2 και
- Παρόμοια αντιφατικότητα εντοπίζεται και στον ισχυρισμό που επιχειρείται να εισαχθεί με την προτεινόμενη Έκθεση Απαίτησης. Ότι δηλαδή «οι Εναγόμενοι 1 και 2 εξαναγκάστηκαν και/ή υποχρεώθηκαν να αποδεχθούν με την υπογραφή της συμφωνίας, μεταξύ άλλων, την εξόφληση δανείου και/ή τρεχούμενου λογαριασμού της εταιρείας Εργοληπτική Εταιρεία ΜΑΚΡΗΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ.» Ο ισχυρισμός που προτάσσεται με την ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1 είναι πως η θυγατέρα του και ο γαμπρός του, δηλαδή οι Εναγόμενοι 2 και 3, είναι εκείνοι που εξαναγκάστηκαν στην ανωτέρω ενέργεια. Συνεπώς, εκείνο που προκύπτει είναι πως τα προτεινόμενα να εισαχθούν γεγονότα της επίδικης συμφωνίας δανείου δεν υποστηρίζονται, αλλά αντιμάχονται των γεγονότων που η ένορκη δήλωση αποκαλύπτει. Τα υπόλοιπα γεγονότα και θέσεις αποτελούν εν πολλοίς νομικά θέματα για τα οποία βέβαια, δεν απαιτείτο η αναφορά και η επεξήγηση τους στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου
- Για σκοπούς πληρότητας πρέπει να σημειωθεί πως, αν και η αλλαγή δικηγόρου δεν δικαιολογεί αφ΄ εαυτής την τροποποίηση (Γραμμές Στριντζής Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 A.A.Δ., IKOS CIF Ltd v. Martin Coward, ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολ. Έφεση 137/2013 και 138/2013, ημερ. 20.3.2014) εντούτοις, η παρέλευση τριών χρόνων, και στο χρονικό σημείο που επιδιώκεται η τροποποίηση όπου δεν έχει ακόμη ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία, δεν θα καθιστούσε, άνευ άλλου τινός, απορριπτέα την αίτηση. Στην κρινόμενη περίπτωση επιδιώκεται να εισαχθούν θέματα τα οποία δεν είναι αναγκαία για επίλυση των επιδίκων θεμάτων όπως π.χ. η κατάρρευση της οικονομίας, η τακτική των τραπεζών στην παραχώρηση δανείων και η γενικότερη οικονομική κρίση που έπληξε την Κύπρο. Χαρακτηριστικό και ενδεικτικό τούτου είναι τα όσα η συνήγορος των Εναγομένων αναφέρει στην αγόρευση της: «Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι τα δικόγραφα συντάσσονται και ανταλλάσσονται για να ξέρουν οι δύο πλευρές τι έχουν να αντιμετωπίσουν στο Δικαστήριο κατά την ακροαματική διαδικασία. Το να μην δοθεί η ευκαιρία στους Εναγομένους να θέσουν τις θέσεις των οι οποίες θα έπρεπε να ευρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου σύμφωνα με το Σύνταγμα, τον Νόμο, τους Κανονισμούς και τις Ευρωπαϊκές Οδηγίες, τα συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη την στιγμή που το ίδιο το Τραπεζικό μας σύστημα έχει καταρρεύσει και που δεν υπήρχε όριο στην ασυδοσία των Τραπεζιτών οι οποίοι ενεργούσαν παράνομα σε βάρος όλου του πληθυσμού, μεταξύ αυτών και των Εναγομένων στην παρούσα υπόθεση αυτό θα ήταν πραγματικά άδικο και ανεπιεικές.» Είναι γνωστό πως η προσθήκη νέων υπερασπίσεων, δεν έχει την ίδια δυναμική ως η νέα βάση αγωγής, εφόσον ο Ενάγων έχει πάντοτε τη δυνατότητα να αντικρούσει τους όποιους ισχυρισμούς με την Απάντηση του στην Υπεράσπιση (δέστε Annual Practice 1958, σελ. 627). Όμως, ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής, η οποία δεν έχει παραγραφεί, η οποία θεωρείται πολύ πιο σοβαρή δικονομική ενέργεια από την εισαγωγή νέας βάσης υπεράσπισης, η αίτηση τροποποίησης δεν οδηγείται χωρίς άλλο σε απόρριψη αλλά ο παράγοντας αυτός συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα στοιχεία (Χρίστου v. Αζά (ανωτέρω), Κ. Παφίτης & Υιοί Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Πολ. Έφεση 204/09, ημερ. 24.5.2012). Εκείνο που σαφέστατα προκύπτει είναι πως η κάθε περίπτωση εξετάζεται με τα δικά της περιστατικά και ιδιαιτερότητες. Είναι σαφές στην κρινόμενη περίπτωση πως όχι μόνον επιζητείται τροποποίηση γεγονότων (γνωστών εις τους Εναγόμενους) αλλά και εισαγωγή νέων νομικών θέσεων και γεγονότων άσχετων με την επίλυση της επίδικης διαφοράς. Επιζητείται η κρίση του Δικαστηρίου για τη γενικότερη οικονομική κρίση, την τακτική των τραπεζών, την κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος, όταν αυτό που έχουμε να εξετάσουμε είναι συμφωνία δανείου που συνομολογήθηκε το 2010. Προτείνεται από τη συνήγορο των Εναγομένων πως εάν το Δικαστήριο δεν επιτρέψει την τροποποίηση δεν θα δύνανται να θέσουν ενώπιον του τους ισχυρισμούς τους για παράνομες χρεώσεις, τόκους κ.λ.π.. Τέτοιοι ισχυρισμοί όμως εμπεριέχονται στην υφιστάμενη Έκθεση Απαίτησης και η Ενάγουσα, η οποία έχει το βάρος απόδειξης του οποιουδήποτε χρεωστικού υπολοίπου, οφείλει με θετική μαρτυρία να το αποδείξει. Με τον τρόπο που επιζητείται η τροποποίηση, δηλαδή διαγραφή της προηγούμενης και εισαγωγή νέας, δεν θα μπορούσε το Δικαστήριο να επιτρέψει την εισαγωγή κάποιων παραγράφων, αφού θα υποκαθιστούσε τον διάδικο, στον τρόπο σύνταξης του δικογράφου του, και θα ήταν μια χωρίς συνοχή Έκθεση Υπεράσπισης. Για όλους τους ανωτέρω λόγους κρίνεται πως δεν είναι εύλογο να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ των Αιτητών. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας-Καθ΄ ης η αίτηση και εναντίον των Εναγομένων-Αιτητών, πλην της σημερινής δικασίμου, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............... Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΜ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: (Αίτηση για Τροποποίηση Ε/Υ) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο