SCOTT JULES DEMARET κ.α. ν. ΛΙΖΑ ΛΟΥΚΑΙΔΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ, Αρ. Αγωγής: 702/14, 1/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A123 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 702/14 Μεταξύ: SCOTT JULES DEMARET, από το Ηνωμένο Βασίλειο και τώρα στην Πάφο JULIE DAWN DEMARET, από το Ηνωμένο Βασίλειο και τώρα στην Πάφο Ενάγοντων και ΛΙΖΑ ΛΟΥΚΑΙΔΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ Εναγόμενης και
- ΚΩΣΤΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, από την Πάφο
- ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε.
- ΑΘΗΝΑ ΑΝΔΡΕΑ ΣΤΑΥΡΙΝΟΥ, από το χωριό Ψάθι, Πάφος
- ΒΑΣΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗ, από το χωριό Ψάθι, Πάφος Τριτοδιαδίκων ---------------------------- Αίτηση ημερ. 28.3.2016 για παράταση χρόνου καταχώρισης ειδοποίησης έφεσης ---------------------------- Ημερομηνία: 1.6.2016 Για Εναγόμενη-Αιτήτρια: κα Χ. Μίτλεττον για Ανδρέας Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ Για Τριτοδιάδικο 2-Καθ΄ ης η αίτηση: κα Γ. Ζυμπουλάκη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την κρινόμενη αίτηση επιδιώκεται η πιο κάτω θεραπεία: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να καθορίζεται ο χρόνος και/ή να δίδεται παράταση του χρόνου καταχώρισης ειδοποίησης έφεσης, σχετικά με την απόφαση ημερομηνίας 11.3.2016, με την οποία παραμερίστηκε η διαδικασία τριτοδιαδίκου, αναφορικά με τον τριτοδιάδικο 2, εντός 10 ημερών από την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.» Η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κας Χρ. Μίτλεττον, εκ των δικηγόρων της Εναγομένης, στην οποία καταγράφονται και τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση. Στις 11.3.2016 δόθηκε απόφαση με την οποία παραμερίστηκε η διαδικασία τριτοδιαδίκου, σχετικά με την Τριτοδιάδικο αρ. 2, Μιχαλάκης Κυπριανού ΔΕΠΕ. Για προσβολή της απόφασης αυτής ετοιμάστηκε ειδοποίηση έφεσης η οποία επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Δικαιολογώντας την αξιούμενη θεραπεία καταγράφει η κα Μίτλεττον: «Η απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 11.03.2016 χαρακτηρίστηκε ως «ενδιάμεση» από το Δικαστήριο. Υπήρξε από μέρους μας κάποια αμφιβολία, ως προς το κατά πόσο η απόφαση συνιστά «ενδιάμεση» απόφαση. Παρόλο που αυτή η απόφαση εκδόθηκε στο πλαίσιο μιας αγωγής που εκκρεμεί σε σχέση με τους υπόλοιπους διαδίκους και τα επίδικα θέματα μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγόμενης και είναι ενδιάμεση σε σχέση με αυτούς γιατί δεν αποφασίζεται η αγωγή, με αυτήν την απόφαση του το Δικαστήριο φαίνεται να αποφαίνεται τελικά ως προς την αξίωση Εναγόμενης εναντίον των τριτοδιαδίκων για αποζημίωση και συνεισφορά (λόγω της προσέγγισης της εμπλοκής των τριτοδιαδίκων στα γεγονότα), ώστε, σε περίπτωση που η Εναγόμενη εγείρει εκ νέου ξεχωριστή αγωγή εναντίον των τριτοδιαδίκων με την ίδια αιτία (την αξίωση της για συνεισφορά), να μπορεί να εγερθεί ζήτημα δεδικασμένου (res judicata). Δεν αναμένεται κάποια άλλη απόφασης μεταξύ της Εναγόμενης και των τριτοδιαδίκων και, εκ του περιεχομένου της, η απόφαση, μπορεί να λαμβάνει τον χαρακτήρα τελικής απόφασης (final judgment), σε σχέση με τους τριτοδιάδικους.» Συνεχίζει αναφέροντας πως: «Σε περίπτωση που η απόφαση ημερομηνίας 11.03.2016 είναι, όντως, ενδιάμεση, σε σχέση με τους τριτοδιαδίκους, η προθεσμία για την καταχώρηση της ειδοποίησης έφεσης είναι 14 ημέρες από της έκδοσης της απόφασης και αυτή ενδεχομένως να είχε παρέλθει την 25.03.
- Σε περίπτωση που η απόφαση ημερομηνίας 11.03.2016 είναι τελική εξακολουθεί να ισχύει ακόμα η προθεσμία. Ωστόσο, προς άρση οποιασδήποτε αμφιβολίας και για δημιουργία βεβαιότητας, σε σχέση με τον χρόνο εντός του οποίου η Εναγόμενη μπορεί να ασκήσει το δικαίωμά της να εφεσιβάλει την εκδοθείσα απόφαση ημερομηνίας 11.03.2016, θα πρέπει, το σεβαστό Δικαστήριο, να καθορίσει συγκεκριμένα τον χρόνο και σε περίπτωση που αυτός παρήλθε, λόγω της προαναφερόμενης αμφιβολίας, ως προς τον χαρακτηρισμό της απόφασης, αλλά και της παρεμβολής της αργίας της Δευτέρας 14.3.1016 και της αργίας της Παρασκευής 25.03.2016, ο χρόνος της να επεκταθεί, ώστε να μπορέσει να καταχωρηθεί.» Προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι «Δεν υπήρξε οποιαδήποτε αμέλεια ή σκόπιμη κωλυσιεργία, σε σχέση με την ετοιμασία και την καταχώρηση της ειδοποίησης έφεσης. Από την 11.03.2016 περί το μεσημέρι, που λήφθηκε η απόφαση, μέχρι και την 25.03.2016, που υπολογίζονται ημερολογιακά 14 ημέρες, μεσολάβησαν 8 εργάσιμες ημέρες, εντός των οποίων υπήρχε η πρακτική δυνατότητα καταχώρησης της ειδοποίησης έφεσης, οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν δεόντως για την ετοιμασία της ειδοποίησης έφεσης και όλες τις απαραίτητες διευθετήσεις για τη λήψη των σχετικών οδηγιών της Εναγόμενης.» Εκφράζεται τέλος η πίστη και πεποίθηση ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να γίνει αποδεκτή η αίτηση, καθότι σε αντίθετη περίπτωση, επηρεάζονται σε σοβαρό βαθμό τα δικαιώματα της Εναγομένης σε σχέση με τη δυνατότητα διάγνωσης από το Δικαστήριο της αξίωσης της για συνεισφορά και αποζημίωση εναντίον των Τριτοδιαδίκων. Την αντίθετη άποψη εκφράζει η Καθ΄ ης η αίτηση, η οποία πιστεύει πως η επιτυχία της αίτησης θα παραβλάψει τα συμφέροντα της Τριτοδιαδίκου και θα υποστούν βλάβη καθότι η επίδικη απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη. Εγείρουν δε ευάριθμους λόγους ένστασης, επιζητώντας την απόρριψη της αίτησης, οι οποίοι μπορούν να ομαδοποιηθούν στους κάτωθι: - Προέβη στην ένορκη δήλωση δικηγόρος αντί η Εναγόμενη, χωρίς να δίδονται επαρκείς εξηγήσεις (λόγοι ένστασης α και β). - Δεν συντρέχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ούτε συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις για παράταση του χρόνου καταχώρισης έφεσης. - Η αίτηση καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα, χωρίς να ζητηθεί παράταση του χρόνου εντός του οποίου να καταχωρηθεί και χωρίς την απαραίτητη νομική βάση στην οποία να περιλαμβάνεται το άρθρο 57 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. - Δεν δίδονται επαρκείς εξηγήσεις για τη μη έγκαιρη καταχώριση της ειδοποίησης έφεσης. - Η αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική καθότι η ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 11.3.2016 έχει καταστεί τελεσίδικη. Την ένσταση συνοδεύει η ένορκη δήλωση του κ. Σαββίδη, ενός εκ των συνεταίρων της δικηγορικής εταιρείας Μιχαλάκης Κυπριανού & Σια ΔΕΠΕ (Τριτοδιαδίκου αρ. 2), Καθ΄ ης η αίτηση. Επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης υποδεικνύοντας ότι η Αιτήτρια δε συμμορφώθηκε με τις χρονικές προθεσμίες χωρίς να δίδει εύλογο λόγο και τονίζει πως η Καθ΄ ης η αίτηση θα επηρεαστεί δυσμενώς από τυχόν παράταση της προθεσμίας, καθότι έχει δικαίωμα στον τερματισμό της παρούσας διαδικασίας και στην τελεσιδικία της δικαστικής απόφασης. Οι συνήγοροι έχουν προσφέρει την επιχειρηματολογία τους με γραπτές αγορεύσεις, στο περιεχόμενο των οποίων γίνεται αναφορά κατωτέρω, όπου κρίνεται απαραίτητο. Κρίνω ορθό ως πρώτο θέμα να εξεταστεί εκείνο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση. Όπως ανωτέρω λέχθηκε, έχει ορκιστεί η κα Μίτλεττον, δικηγόρος. Αυτό το γεγονός αποτέλεσε δύο από τους λόγους ένστασης της Καθ΄ ης η αίτηση. Αναφέρεται τόσο στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση όσο και αγόρευση της κας Ζυμπουλάκη, πως η ενόρκως δηλούσα ορκίστηκε θετικά επί των γεγονότων αλλά δεν δίδει καμιά εξήγηση γιατί δεν ορκίστηκε η Εναγόμενη. Απαντώντας στο ζήτημα τούτο η κα Μίτλεττον υποδεικνύει πως οι λόγοι και τα θέματα που προβάλλονται στην παρούσα υπόθεση είναι διαδικαστικά τα οποία άπτονται του δικηγορικού χειρισμού. Δηλαδή θέματα τα οποία γνωρίζει ο δικηγόρος που χειρίστηκε την υπόθεση και όχι ο διάδικος, ο οποίος εάν προέβαινε ο ίδιος στην ένορκη δήλωση θα μετέφερε εξ΄ ακοής μαρτυρία. Είναι η θέση της πως «είναι ο δικηγόρος που ξέρει τα γεγονότα για τα οποία ορκίζεται και δεν ισχύει ή κάμπτεται η γενική αρχή ότι δεν πρέπει να υπογράφουν ένορκες δηλώσεις οι δικηγόροι για τους πελάτες του, που επαναλήφθηκε και στην Rybolovlev v. Rybolovleva
(2010)1 Α.Α.Δ. 82. Αρχή, που, ούτως ή άλλως, τελεί υπό την προϋπόθεση της αναγκαιότητας». Είναι καλά καθιερωμένη αρχή ότι είναι ανεπιθύμητο για ένα δικηγόρο να μετατρέπεται σε μάρτυρα και να προβαίνει σε ένορκη δήλωση (Ιn re Efthymiou
(1987)1 CLR 329). Στην υπόθεση Rybolovlev v. Rybolovleva (ανωτέρω) λέχθηκε: «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. ......................... .μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ο ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών.» Στην κρινόμενη περίπτωση καθίσταται εμφανής ο λόγος για τον οποίο προβαίνει δικηγόρος σε ένορκη δήλωση. Το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης άπτεται νομικών θεμάτων και γεγονότων τα οποία η ίδια γνωρίζει προσωπικά ως εκ του χειρισμού της υπόθεσης, χωρίς να αγγίζουν τα επίδικα θέματα. Συνεπώς ουδέν το μεπτόν εντοπίζεται στην ενέργεια αυτή. Παράλειψη αναφοράς στη νομική βάση της Αιτήτριας της Δ.57 Καν. 2. Στους συναφείς με το ανωτέρω θέμα λόγους ένστασης προβάλλεται η θέση ότι θα έπρεπε να γίνει επίκληση της εν λόγω διάταξης και να ζητηθεί επέκταση του χρόνου για καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση επαναλαμβάνεται ο σχετικός λόγος, ήτοι ότι το αιτούμενο διάταγμα δεν μπορεί να εκδοθεί καθότι η αίτηση βάσει της οποίας ζητείται έχει καταχωρηθεί εκπρόθεσμα και δεν ζητήθηκε οποιαδήποτε παράταση χρόνου από πλευράς Αιτήτριας, έτσι ώστε να νομιμοποιείται να καταχωρήσει πέραν της προβλεπόμενης εκ του Νόμου προθεσμίας την παρούσα αίτηση, ούτε άλλωστε ζητείται από την Αιτήτρια κάτι τέτοιο στην ίδια την αίτηση. Αναπτύσσοντας το λόγο τούτο στην γραπτή αγόρευση της η συνήγορος της Καθ΄ ης η αίτηση, αφού αναφέρθηκε στο λεκτικό της σχετικής διάταξης, αναγνώρισε ότι η παράταση χρόνου επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και παρέπεμψε υπόθεση Σταυρινή Κολλάτου v. Κυριάκου Παναγιώτου
(2003)1 Α.Α.Δ.
- Από το απόσπασμα το οποίο παραθέτει (και το οποίο ακολουθεί) εξάγεται ξεκάθαρα το συμπέρασμα πως προέχει πάντοτε το συμφέρον της δικαιοσύνης και η διαφύλαξη διεξαγωγής δίκαιης δίκης και γενικά η προστασία των δικαιωμάτων των διαδίκων υπό τις προϋποθέσεις που θέτει, χωρίς αυστηρή προσκόλληση στις προθεσμίες. «Στην ομόφωνη απόφαση αυτή του Ανωτάτου Δικαστηρίου μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτελεί το γνώμονα για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να εγκρίνει την παράταση των προθεσμιών που τίθενται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Περαιτέρω γίνεται μνεία για την αποτίμηση των συμφερόντων της δικαιοσύνης, όπου αναφέρεται ότι προέχει η διασφάλιση δικαίας δίκης, η οποία συναρτάται τόσο με το δικαίωμα εκατέρου των διαδίκων να ακουστεί στην υπόθεση του, όσο και με την διεκπεραίωση της δίκης σε εύλογο χρόνο. Ακόμη αναφέρεται ότι κάθε απόκλιση από τους Θεσμούς πρέπει να δικαιολογείται και γίνεται δεκτή εφόσον δεν αντιστρατεύεται τα θέσμια της δικαίας δίκης, ως η περίπτωση ηθελημένης αδιαφορίας για την τήρηση τους. Τα συμφέροντα του αντιδίκου, του διαδίκου που εξαιτείται την παράταση, λαμβάνονται υπόψη, όλως ιδιαίτερα, ο πιθανός επηρεασμός των ουσιαστικών, καθώς και των δικονομικών του δικαιωμάτων. Η τήρηση των διαδικαστικών κανόνων δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά το μέσο για την επίτευξη δικαίας δίκης. Εφόσον παρέκκλιση από τα θέσμια δεν αναιρεί το σκοπό, αυτή αντιμετωπίζεται θετικά. Αντιμετωπίζεται αρνητικά, όταν αντιστρατεύεται τη διασφάλιση δικαίας δίκης, που εξυπακούει και την προστασία των δικαιωμάτων του αντιδίκου.» Αντικρούοντας τον ισχυρισμό περί μη νόμιμης βάσης της αίτησης, η συνήγορος της Αιτήτριας υποδεικνύει πως εκ τυπογραφικού λάθους αναγράφηκε στη νομική βάση Δ.5 Κ.2 αντί Δ.57 Κ.
- Εντούτοις δεν επιζητεί οιαδήποτε διόρθωση υποστηρίζουσα πως δεν είναι απαραίτητη η χρήση της ανωτέρω διάταξης και αντιτάσσει πως η Δ.35 Κ.2, επί της οποίας η αίτηση βασίζεται, αυτή είναι η ειδική δικονομική διάταξη βάσει της οποίας το Δικαστήριο μπορεί να επεκτείνει το χρόνο καταχώρησης ειδοποίησης έφεσης. Η συνήγορος αφού προβαίνει σε μια αναλυτική ανάπτυξη και ερμηνεία τόσο της Δ.57 όσο και εκείνης της Δ.35 Κ.2 καταλήγει ότι «Η Δ.35, κ.2 είναι ειδικότερη της Δ.57, κ.2 σε μια σχέση ειδικότητας , όπου η Δ.35, κ.2 δημιουργεί αποκλειστικά (όπου αποκλειστικά σημαίνει ότι δεν δημιουργεί, άλλη διαταγή την ίδια δικαιοδοσία του πρωτόδικου Δικαστηρίου) δικαιοδοσία του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση με το χρόνο καταχώρησης ειδοποίησης έφεσης. Σε αυτή την αποκλειστικότητα προσθέτει η Δ.35, κ.19 δικονομική προτεραιότητα. Η Δ.57, κ.2 εφαρμόζεται από το πρωτόδικο Δικαστήριο, κατά τα λοιπά, σε σχέση με τις ενώπιον του διαδικασίες.» Συνακόλουθα, αφού η νομική βάση της αίτησης εμπεριέχει τη Δ.35 Θ.2, τούτη είναι επαρκής για έγκριση του αιτήματος. Η Δ.35 Κ.2 προνοεί: "2.. Subject and without prejudice to the power of the Court of Appeal under Order 57, Rule 2, no appeal from any interlocutory order, or from an order, whether final or interlocutory, in any matter not being an action, shall be brought after the expiration of fourteen days, and no other appeal shall be brought after the expiration of six weeks, unless the Court or Judge, at the time of making the order or at any time subsequently, or the Court of Appeal shall enlarge the time. The said respective periods shall be calculated from the time that the judgment or order becomes binding on the intending appellant, or in the case of the refusal of an application, from the date of such refusal. Such deposit or other security for the costs to be occasioned by any appeal shall be made or given as may be directed under special circumstances by the Court of Appeal." Μελετώντας προσεκτικά το κείμενο της διάταξης αυτής, προκύπτει πως το Δικαστήριο και ο Δικαστής ο οποίος εξέδωσε συγκεκριμένο διάταγμα ή απόφαση εναντίον του οποίου υπάρχει πρόθεση καταχώρισης ειδοποίησης έφεσης, έχει τη διακριτική ευχέρεια, ανεξάρτητα από τις πρόνοιες της Δ.57 Κ.2 (η οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση αναφέρεται στο Εφετείο) να επιμηκύνει τη χρονική προθεσμία εντός της οποίας το δικονομικό διάβημα να ασκηθεί. Αυτό συνάγεται και από το γεγονός πως η ίδια διάταξη παρέχει αυτή τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να επιμηκύνει το χρόνο, ακόμη και κατά το χρόνο έκδοσης της, τέτοιας απόφασης. Μπορεί όντως να χαρακτηρισθεί ειδικότερη διάταξη εκείνη της 57 Θ.2, δεδομένου ότι ρυθμίζει ειδικά την προθεσμία αυτή και όχι γενικότερα τις προθεσμίες που ρυθμίζονται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Συνεπώς κρίνεται πως το Δικαστήριο, ανεξάρτητα από την συμπερίληψη ή όχι της Δ.57 κέκτηται της διακριτικής εξουσίας να επιληφθεί του αιτήματος παράτασης της προθεσμίας όπου συντρέχουν οι προϋποθέσεις και το αίτημα αιτιολογείται. Κάτι που εξετάζεται αμέσως κατωτέρω. Η Αιτήτρια, πέραν του αιτήματος για παράταση του χρόνου, επιζητεί και καθορισμό της προθεσμίας προς έφεση και καθορισμό ουσιαστικά της απόφασης ως ενδιάμεσης ή τελικής. Για το σκοπό τούτο, επισημαίνεται στην ένορκη δήλωση και επαναλαμβάνεται στην αγόρευση πως το Δικαστήριο με την υπό κρίση απόφαση του, φαίνεται να αποφαίνεται τελικά για τα δικαιώματα των διαδίκων και τα επίδικα θέματα μεταξύ Εναγόμενης και Τριτοδιαδίκου αρ.
- Στην επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε με την αγόρευση, σχολιάζονται περαιτέρω οι αναφορές αυτές. Θεωρώ πως δεν θα ήταν ορθό να εκφρασθούν περαιτέρω απόψεις είτε άλλα σχόλια για τις μεταξύ των διαδίκων διαφορές είτε να ερμηνεύσει το ίδιο το Δικαστήριο την απόφαση του. Ήδη, με την έκδοση της, έχει πάρει το χαρακτηρισμό της «ενδιάμεση». Με αυτό ως δεδομένο, θα εξετασθούν οι λόγοι που προσφέρονται για υποστήριξη του αιτήματος και αν το δικαιολογούν. Έχω υπόψη τις θέσεις των συνηγόρων όπως προσφέρθηκαν με τις γραπτές τους αγορεύσεις και τη νομολογία στην οποία παρέπεμψαν. Η συνήγορος της Καθ΄ ης η αίτηση προέβη σε ειδική αναφορά στην απόφαση στην ECLI:CY:AD:2016:B31, Πολιτική Έφεση 113/2015, ημερ. 25.1.2016, Αλεξάνδρου v. Ελευθερίου. Σ΄ εκείνη την υπόθεση, σχετική αίτηση για παράταση χρόνου καταχωρήθηκε τρεις ημέρες μετά τη λήξη της προθεσμίας των έξι εβδομάδων και απορρίφθηκε από το Δικαστήριο. Το Εφετείο επικύρωσε την απόφαση υιοθετώντας αποσπάσματα από προηγούμενη νομολογία. Αναφορά σε νομολογία έκανε και η συνήγορος της Αιτήτριας (Βούρια v. Δασκάλου
(1993)1 Α.Α.Δ. 808 και Χόππη v. Παναγή
(1993)1 Α.Α.Δ. 140) για να υποδείξει ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης απαιτεί την έγκριση του αιτήματος, καθόσον δεν πρέπει να παρατηρείται αυστηρή προσήλωση στις δικονομικές προθεσμίες, ανεξαρτήτως των πραγματικών περιστάσεων. Στην απόφαση Βούρια (ανωτέρω) λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου συναρτάται με τα συμφέροντα της δικαιοσύνης, όπως επαναβεβαιώνεται στην πρόσφατη απόφαση στη Χόππης ν. Παναγή
(1993)1 Α.Α.Δ. 140. Όπως εξηγείται, τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι έννοια σύνθετη και πολυδιάστατη, συνυφασμένη με το σύνολο των αρχών του δικαίου και τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Εκείνος ο οποίος επιδιώκει το δίκαιο δεν μπορεί να επιδείξει αδιαφορία για τα δικαιώματά του ή εκείνα του αντιδίκου του ή καταφρόνηση για τα θεσμικά πλαίσια άσκησης των δικαιωμάτων του. Εκεί όμως που επιδεικνύει σπουδή για την άσκηση των δικαιωμάτων του και εκτρέπεται λόγω σφάλματος ή αδιαφορίας του δικηγόρου, μπορεί να τύχει συγχώρησης νοουμένου ότι δε διαπιστώνεται άλλος ανατρεπτικός παράγοντας για την απονομή της δικαιοσύνης. Η αποκάλυψη των λόγων της έφεσης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την παράταση της προθεσμίας για την υποβολή έφεσης. Στην προκείμενη περίπτωση η καθυστέρηση της αιτήτριας να υποβάλει έφεση μέσα στα θεσμικά χρονικά πλαίσια, δεν οφειλόταν σε αδιαφορία ή καταφρόνηση των θεσμών. Θα ήταν ασφαλώς καλύτερο αν υποβαλλόταν αίτηση για παράταση μόλις είχε διαπιστωθεί ότι εξέπνευσε ο χρόνος για την υποβολή έφεσης. Ο χρόνος όμως ο οποίος διέρρευσε για τη μελέτη της υπόθεσης, δε μετέβαλε ουσιωδώς τα κρίσιμα γεγονότα για την άσκηση της διακριτικής μας ευχέρειας.» Στην Αλεξάνδρου (ανωτέρω) υποδεικνύεται πως: «Η διακριτική ευχέρεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε αίτημα αυτής της φύσης (παράταση χρόνου) είναι πρωτογενής, επομένως συναρτάται αποκλειστικά με την κρίση για το βάσιμο του αιτήματος. Σύμφωνα με τη νομολογία στην οποία έγινε εκτενής αναφορά η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου σ' αυτό τον τομέα δεν υπόκειται σε οποιουσδήποτε όρους, δηλαδή δεν αποκλείεται εκ προοιμίου ο συνυπολογισμός οποιουδήποτε γεγονότος στην κρίση του αιτήματος. Η νομολογία αποκαλύπτει ότι και σφάλμα του δικηγόρου, ακόμα και όταν αυτό οφείλεται σε αμέλεια, μπορεί να θεμελιώσει λόγο για την παράταση του χρόνου νοουμένου ότι το επιβάλλουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης.» Έχοντας υπόψη τις θέσεις των συνηγόρων και τις αρχές της νομολογίας επισημαίνονται τα εξής: Η προθεσμία των δεκατεσσάρων ημερών για καταχώριση ειδοποίηση έφεσης, έληγε, όπως αποδέχεται η κα Μίτλεττον, στις 25.3.2016, ημέρα Παρασκευή. Η ανωτέρω ημερομηνία ήταν δημόσια αργία, ακολουθούσε σαββατοκύριακο, και επομένως η πρώτη εργάσιμη ημέρα κατά την οποία παρεχόταν δυνατότητα καταχώρισης της ήταν η 28.3.2016, ημερομηνία κατά την οποία καταχωρήθηκε η κρινόμενη αίτηση. Συνεπώς με αυτά τα δεδομένα, κρίνω πως δεν υπήρξε καμιά καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος. Δεν μπορεί να εντοπισθεί στη συμπεριφορά και ενέργειας της Αιτήτριας οποιαδήποτε περιφρόνηση προς τους θεσμούς ή τις διαδικασίας αφού: - Καταχώρισαν την αίτηση την ημερομηνία που ουσιαστικά ήταν η ορισθείσα για καταχώριση της έφεσης. - Η έφεση ήταν ήδη έτοιμη και επισυνάφθηκε ως τεκμήριο στην αίτηση. - Υπήρχε ικανοποιητική αιτιολογία για τη μη καταχώριση της, ήτοι η ύπαρξη εκ μέρους της αμφιβολία για τον προσδιορισμό της απόφασης την οποία ανέπτυξε αρκούντως ικανοποιητικά στην αγόρευση της. Συνακόλουθα έχοντας υπόψη όσα ανωτέρω εκτέθηκαν, εκδίδεται διάταγμα παράτασης της προθεσμίας για καταχώριση ειδοποίησης έφεσης για περίοδο δέκα ημερών από την έκδοση του παρόντος. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Αιτήτρια-Εναγόμενης και σε βάρος της Καθ΄ ης η αίτηση-Τριτοδιαδίκου αρ. 2, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΜ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: (Αίτηση για παράταση χρόνου καταχώρησης ειδοποίησης έφεσης) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο