Γιώργος Ανδρέα Κωνσταντίνου ν. Κυριάκος Παπαϊωάννη, Αρ. Αγ.: 3316/10, 30/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A148 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Xρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγ.: 3316/10 Μεταξύ: Γιώργος Ανδρέα Κωνσταντίνου από την Πάφο Ενάγοντα και Κυριάκος Παπαϊωάννη από τη Θελέτρα Εναγομένου ---------------------------------------------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 30/06/
- Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Π. Ευθυμίου για κ.κ. Παύλος Γ. Ευθυμίου Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο: κ. Κ. Πρωτοπαπάς. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγοντας με την παρούσα αγωγή του αξιώνει Δήλωση του Δικαστηρίου ότι δικαιούται να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης του ½ μεριδίου του βορείου μέρους του τεμαχίου με αριθμό 84, αριθμός εγγραφής 2564 που συνορεύει με το τεμάχιο 85 του ΦΥΛ/ΣΧ. 35/55, αριθμός εγγραφής 2564, στην τοποθεσία Σκάσματα στο χωριό Λάσα της Επαρχίας Πάφου καθώς επίσης και διάταγμα εγγραφής επ' ονόματι του. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης του, το πιο πάνω ακίνητο αγοράστηκε περί το 1930 από τον Ιωάννη Κωνσταντίνο Κούκο από τις αδελφές Ευανθία και Ευθυμία και συνορεύει με το τεμάχιο 85 που είναι ιδιοκτησία του ιδίου και έκτοτε τα ενοποίησε. Από τότε το κατείχε αδιαφιλονίκητα και το καλλιεργούσε και το έσπερνε χωρίς κανένας να τον ενοχλήσει. 6 μεγάλες ελιές που βρίσκονται σήμερα στο κτήμα αυτό φυτευτήκαν από την ίδιο. Το 1970, το έδωσε ως προίκα στην θυγατέρα του Μαρούλλα Ιωάννου Κούκου η οποία το είχε στη συνεχή και αδιαμφισβήτητη κατοχή της μέχρι το 2004 που το δώρισε στον αδελφότεκνο της, Γιώργο Ανδρέα Κωνσταντίνου και ο οποίος το φύτεψε με ελιές και το κατέχει μέχρι σήμερα. Περαιτέρω, ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι έδωσε τη συγκατάθεση του στον πατέρα του Ανδρέα Λασιώτη, όπως καλλιεργεί, περιποιείται και μαζεύει τις ελιές από το τεμάχιο αυτό. Είναι η θέση του ότι δικαιούται να εγγραφεί ως ο νόμιμος ιδιοκτήτης του εν λόγω μεριδίου του ακινήτου δυνάμει συνεχούς, ανενόχλητης και αδιαφιλονίκητης κατοχής και/ή δυνάμει δωρεάς από τη θεία του. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται, είναι το πρόσωπο που διεκδικεί την κατοχή και ιδιοκτησία του εν λόγω ακινήτου χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα. Ο εναγόμενος με την Έκθεση Υπεράσπισης του αρνείται ότι ο ενάγοντας δικαιούται τις αξιούμενες θεραπείες και ισχυρίζεται ότι αυτός είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του τεμαχίου αρ. 84, ΦΥΛ/ΣΧ. 35/55 κείμενου στην τοποθεσία Σκάσματα του χωριού Λάσα εκτάσεως 11 δεκαρίων και 372 τ.μ. δυνάμει τίτλου ιδιοκτησίας αρ. 2564 ο οποίος εξεδόθη από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου στις 25/02/2003 ως Δωρεά από την μητέρα του Αθηνά Κυριάκου Κωστή η οποία μητέρα του ήτο επίσης εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια δυνάμει τίτλου από τις 27/06/1963 δυνάμει κληρονομιάς από την μητέρα της και κατόπιν διανομής, η δε μητέρα της ήτο εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια δυνάμει τίτλου από το
- Ο ενάγοντας για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης του, κάλεσε πέντε μάρτυρες, τον κ. Ανδρέα Κωνσταντίνου (Μ.Ε.1), την κα Μαρούλλα Ιωάννου Κώστα (Μ.Ε.2), τον κ. Κώστα Χαραλαμπίδη (Μ.Ε.3), την κα Αντιγόνη Κωνσταντίνου (Μ.Ε.4) και τον κ. Νεόφυτο Νεοφύτου (Μ.Ε.5). Να σημειωθεί ότι ο ίδιος ο ενάγοντας δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει. Για λογαριασμό της υπεράσπισης κατέθεσε στο Δικαστήριο, μόνο ο εναγόμενος (Μ.Υ.1). Ολόκληρη η μαρτυρία που έχει προσφερθεί ενώπιον του Δικαστηρίου είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, έχω διεξέλθει και μελετήσει αυτή και δεν κρίνω αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας απόφασης να αναφερθώ λεπτομερώς σε αυτή. Θα γίνει αναφορά κατωτέρω στα κύρια σημεία αυτής κατά την αξιολόγηση της. Από αυτή όμως προκύπτει ότι ο τρόπος με τον οποίο το επίδικο τεμάχιο ενεγράφηκε επ' ονόματι, αρχικά της μητέρας του εναγομένου και αργότερα σε αυτόν καθώς επίσης και το γεγονός ότι σε κάποιο χρόνο πολύ μεταγενέστερα της εγγραφής του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι της μητέρας του εναγομένου και επ' ονόματι του ιδίου, ο ενάγοντας το διεκδίκησε μέσω του Κτηματολογίου παρέμειναν αναντίλεκτα και/ή αποτέλεσαν κοινό έδαφος των διαδίκων. Τα γεγονότα αυτά έχουν ως ακολούθως: Σύμφωνα με το φάκελο του Κτηματολογίου και το ιστορικό του τεμαχίου 84 ΦΥΛ/ΣΧ. 35/55 στη περιοχή «Σκάσματα» του χωριού Λάσα της Επαρχίας Πάφου (βλ. τεκμήριο 5), γι αυτό εξεδόθη τίτλος για πρώτη φορά κατά την γενική χωρομετρία και εκτίμηση που έλαβε χώρα μεταξύ των ετών 1922 μέχρι
- Ήταν αρχικά καταχωρημένο στο όνομα της Ευανθίας Χαραλάμπους και στη συνέχεια με το φάκελο Α1026/1963 το εν λόγω ακίνητο ενεγράφηκε στο όνομα της Αθηνάς Κυριάκου Κωστή με αρ. εγγραφής 2564 στις 27/06/
- Η εγγραφή φαίνεται να έγινε δυνάμει κληρονομιάς και κατοχής από την μητέρα της Τταλλού Δημήτρη η οποία το απέκτησε από την μητέρα της Ευανθία Χαραλάμπους. Ακολούθως, με τη δήλωση δωρεάς με αρ. 187/03 το εν λόγω ακίνητο μεταβιβάστηκε και ενεγράφηκε στον Κυριάκο Παπαϊωάννου Σωτήρη και σημερινό ιδιοκτήτη όλου του τεμαχίου με ημερομηνία εγγραφής 25/02/
- Σύμφωνα με το πιο πάνω φάκελο του Κτηματολογίου και την περιγραφή του εν λόγω τεμαχίου που περιλαμβάνεται σε αυτό, πρόκειται για χωράφι με 13 ελιές το οποίο συνορεύει με το τεμάχιο 4 επ' ονόματι του Δημήτρη Αργυρού, με αργάκι, με το τεμάχιο 86 επ' ονόματι της Χριστίνας Ελευθερίου και με το τεμάχιο 85 επ' ονόματι του Ιωάννη Κωστή Κούκου. Περαιτέρω, έχει προκύψει ότι ο ενάγοντας διεκδίκησε την εγγραφή του ½ μεριδίου του τεμαχίου 84 μέσω του Κτηματολογίου, ανοίχθηκε ο φάκελος A402/08, έγινε επιτόπια έρευνα από τους Κτηματολογικούς Λειτουργούς στις 08/09/2008 και η εγγραφή του πιο πάνω μέρους του τεμαχίου δεν έγινε αποδεκτή καθότι αυτό είναι ήδη εγγεγραμμένο στον εναγόμενο. Προκύπτει από το πιο πάνω, ότι το τεμάχιο 84 ενεγράφηκε για πρώτη φορά επ' ονόματι της Αθηνάς Κυριάκου Κωστή στις 27/06/
- Έχοντας υπόψη το Νόμο και τη Νομολογία, όπως θα διαφανεί και κατωτέρω κατά την ανάλυση της νομικής πτυχής, τα ουσιώδη γεγονότα και η κρίσιμη περίοδος η οποία θα πρέπει να εξεταστεί είναι αυτή πριν από την πιο πάνω ημερομηνία κατά την οποία υπήρξε εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του εν λόγω ακινήτου. Θα προχωρήσω κατωτέρω να αξιολογήσω την ενώπιον μου μαρτυρία με σκοπό να καταλήξω στα ευρήματα των πραγματικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης. Είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες κατά την κατάθεση τους στο Δικαστήριο από το εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τους λαμβάνω υπόψη μου τον τρόπο που οι εν λόγω μάρτυρες απαντούσαν τις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, τις αντιδράσεις τους και γενικά την όλη συμπεριφορά τους από το εδώλιο του μάρτυρα. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου το περιεχόμενο τόσο της προφορικής τους μαρτυρίας όσο και της έγγραφης μαρτυρίας που οι ίδιοι κατέθεσαν στο Δικαστήριο και έχω υπόψη μου και τις αρχές της νομολογίας αναφορικά με την κρίση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα (βλ. Χρίστου v. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676, Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288 και Αθανασίου κ.α. v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614.). Eπίσης, παραπέμπω στην Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002)1A A.A.Δ. 454 στην οποία αναφέρεται ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας του μάρτυρος δεν είναι επιλήψιμη αρκεί αυτό να δικαιολογείται και να επεξηγείται (βλ. επίσης Kades v. Nicolaou and Another
(1986)1 C.L.R. 212, 216, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257, 263 και Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1215). Ο Μ.Ε.1 ήταν ο πατέρας του ενάγοντα και ουσιαστικά, από ότι προκύπτει, το πρόσωπο το οποίο διαχειρίζεται τις υποθέσεις του και ανακαίνισε το θέμα της ιδιοκτησίας του ½ μεριδίου του τεμαχίου
- Έχω διεξέλθει της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού και εκείνο το οποίο μπορεί να λεχθεί είναι ότι αυτή είναι γενική και αόριστη και από αυτή δεν μπορεί να προκύψει οποιοδήποτε ουσιαστικό γεγονός για την παρούσα υπόθεση ή καλύτερα το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί σε αυτή και να εξάξει οποιοδήποτε ασφαλές συμπέρασμα. Η κυρίως εξέταση του έγινε βασικά με γραπτή δήλωση την οποία κατάθεσε στο Δικαστήριο και πέραν των τεκμηρίων που κατέθεσε και στα οποία θα αναφερθώ στη συνέχεια, αυτή επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης του ενάγοντα. Ουσιαστικά η θέση που πρόβαλε ήταν ότι το ½ μερίδιο του τεμαχίου 84 αγοράστηκε από τον πατέρα του Ιωάννη Κωνσταντίνο Κούκο το 1930 από τις αδελφές Ευανθία και Ευθυμία και ακολούθως δόθηκε ως προίκα στην αδελφή του Μαρούλα Ιωάννου Κωνσταντίνου το 1970 η οποία στη συνέχεια και συγκεκριμένα το 2004 το δώρισε στον ενάγοντα και γιο του. Το γεγονός ότι το εν λόγω τεμάχιο αγοράστηκε το 1930 από τον πατέρα του παρέμεινε μια απλή αναφορά η οποία έτυχε αμφισβήτησης από την υπεράσπιση χωρίς να είναι σε θέση o μάρτυρας να παρουσιάσει οποιοδήποτε στοιχείο ή ο ίδιος να έχει προσωπική γνώση γι αυτό το γεγονός αφού όπως προκύπτει αυτός γεννήθηκε το
- Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο εναγόμενος διεκδίκησε την κατοχή του αναφερόμενου τεμαχίου με την Αγ. Αρ. 1025/2008 Ε.Δ. Πάφου η οποία απορρίφθηκε στις 30/07/2013 και η οποία είχε καταχωρηθεί εναντίον του ως κατόχου του εν λόγω τεμαχίου δυνάμει άδειας από τον ενάγοντα. Για να υποστηρίξει τη θέση του κατάθεσε στο Δικαστήριο πιστόν αντίγραφο της απόφασης στην πιο πάνω αγωγή (drawn up judgment) χωρίς οποιαδήποτε άλλη επεξήγηση για το τι εννοεί και ποια η χρησιμότητα της εν λόγω αναφοράς του για την παρούσα υπόθεση. Αντεξεταζόμενος επί του ζητήματος αυτού διαφάνηκε, σύμφωνα με τις αναφορές του, ότι από το 2004 που η αδελφή του δώρισε την περιουσία στο γιό του, τότε φύτεψαν στο τεμάχιο 84 ελιές και η αγωγή αυτή αφορούσε παράνομη επέμβαση. Προέβηκε και σε άλλες αναφορές σε σχέση με το τί του είπε ο εναγόμενος για το ποια είναι η ιδιοκτησία του, οι οποίες όμως κρίνονται άσχετες με την παρούσα υπόθεση όπως και η αναφορά του στην πιο πάνω αγωγή. Φαίνεται όμως από τα πιο πάνω που ανάφερε, ότι δημιουργήθηκε πρόβλημα σε σχέση με την κατοχή μέρους του τεμαχίου 84 από το οποίο προέκυψε η εν λόγω αγωγή. Το μόνο στο οποίο βασίστηκε και κατάθεσε στο Δικαστήριο ο μάρτυρας είναι το τεκμήριο 3 το οποίο είναι Πιστοποιητικό Κατοχής από τον Πρόεδρο του Κοινοτικού Συμβουλίου Λάσας ημερομηνίας 09/03/2010 στο οποίο θα αναφερθώ κατωτέρω. Πέραν των πιο πάνω, τα όσα ο ίδιος ανέφερε σε σχέση με το εν λόγω τεμάχιο είναι αόριστα και ελλιπή, κάτι που στερούν από το Δικαστήριο της δυνατότητας, να τα αποδεχτεί και να εξάξει οποιοδήποτε συγκεκριμένο συμπέρασμα. Ισχυρίστηκε ότι από το 1956, όταν ήταν τριών χρονών έβοσκε τα ζώα τους εκεί μαζί με τα αδέλφια του και ότι το τεμάχιο 85 ήταν ενωμένο με το βόρειο μέρος του τεμαχίου
- Κατ' αρχή ο μάρτυρας δεν διευκρινίζει ποιό ακριβώς μέρος και ποια έκταση διεκδικεί ο ενάγοντας από το τεμάχιο
- Πέραν τούτου, το γεγονός ότι ο ίδιος βοσκούσε τα ζώα τους εκεί δεν καταδεικνύει και κατοχή όπως θα διαφανεί και κατωτέρω κατά την ανάλυση της νομικής πτυχής. Δεν έχει δώσει άλλες λεπτομέρειες για τη φύση της γης που διεκδικεί και την έκταση αυτής και πού τα σύνορα αυτής σταματούν ή αν υπάρχει οποιοδήποτε χαρακτηριστικό που να καθορίζει το μέρος αυτό. Το βόρειο μέρος του τεμαχίου 84 και το τεμάχιο 85 ήταν ενωμένα είπε και δεν είχαν σύνορα και τα καλλιεργούσαν και τα δύο μαζί. Πώς τα καλλιεργούσαν και τί είδους καλλιέργεια ήταν αυτή; Τι φύτευαν αν φύτευαν κάτι και από πότε το έπρατταν αυτό. Ερωτούμενος να πει από ποιό γινόταν αυτό, είπε από τον πατέρα του. Άρα ο ίδιος δεν είχε γνώση για αυτή την καλλιέργεια και κατοχή που ισχυρίζεται. Και αν ακόμη αυτό γινόταν και ο ίδιος είχε προσωπική γνώση, αυτό ήταν από το 1956, κάτι που δεν βοηθά την υπόθεση του ενάγοντα. Επίσης, δεν έδωσε άλλες λεπτομέρειες και χαρακτηριστικά που να καταδεικνύουν κατοχή του ½ μεριδίου του τεμαχίου 84 που διεκδικεί ο ενάγοντας με την αγωγή του. Αφού αυτό ήταν ενωμένο με το τεμάχιο 85, τότε το υπόλοιπο ½ μερίδιο του τεμαχίου 84, πώς ξεχώριζε. Υπήρχαν σύνορα των τεμαχίων αυτών στην περιοχή ή οποιοδήποτε άλλο χαρακτηριστικό που να συγκεκριμενοποιεί ότι ολόκληρο το ½ μερίδιο του τεμαχίου 84 το είχε στην κατοχή του ο πατέρας του; Από τα πιο πάνω φαίνεται ότι η μαρτυρία του είναι πολύ φτωχή, γενική και αόριστη και δεν δύναται το Δικαστήριο να προβεί σε οποιοδήποτε συμπέρασμα. Το ουσιαστικό ζήτημα από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, είναι το τεκμήριο 3 στο οποίο έγινε αναφορά ανωτέρω. Aυτό είναι Πιστοποιητικό Κατοχής το οποίο φέρεται να εκδόθηκε από τον Πρόεδρο και τα Μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου Λάσας και φέρει ημερομηνία 09/03/
- Στη θέση του Προέδρου αναφέρεται το όνομα Ηλίας Ιωάννου ενώ στη θέση των Μελών, δεν αναφέρεται το όνομα αυτών και υπάρχουν μόνο δύο υπογραφές. Επίσης, σε αυτό αναγράφονται τα ονόματα δύο μαρτύρων, κάποιας Παναγιώτας Σάββα Ανδρέα γεννηθείσα στις 2/2/1929 και φαίνεται να υπογράφεται από αυτή καθώς και κάποιας Αντιγόνη Χριστοδούλου, το γένος Κωνσταντή γεννηθείσα το
- Ο Πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου πιστοποιεί ότι οι πιο πάνω μάρτυρες υπέγραψαν ενώπιον του. Το περιεχόμενο του εν λόγω πιστοποιητικού είναι το ίδιο με τα όσα ο ενάγοντας δικογραφεί στην Έκθεση Απαίτησης του. Δηλαδή, αναφέρει ότι το βόρειο ½ μερίδιο του τεμαχίου 84 αγοράστηκε από τον Ιωάννη Κωνσταντίνο Κούκο το 1930 από τις αδελφές Ευανθία και Ευθυμία και από τότε το κατείχε συνεχώς και αδιαφιλονίκητα, το καλλιεργούσε και το έσπερνε χωρίς κανείς να τον ενοχλήσει. Έξι μεγάλες ελιές που βρίσκονται σε αυτό σήμερα φυτεύτηκαν από τον ίδιο. Το ερώτημα είναι κατά πόσο το Δικαστήριο μπορεί να δώσει βαρύτητα στο περιεχόμενο του πιο πάνω πιστοποιητικού και να εξάξει ασφαλή συμπεράσματα και ευρήματα. Το άρθρο 82 του Περί Ακίνητης ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224 έχει ως εξής: «82.—
(1)Κάθε πιστοποιητικό το οποίο απαιτείται από οποιοδήποτε νόµο ή έθιµο όπως προσαχθεί στο Επαρχιακό Κτηµατολογικό Γραφείο ως απόδειξη γεγονότος που αφορά οποιοδήποτε ζήτηµα το οποίο επηρεάζει οποιαδήποτε ακίνητη ιδιοκτησία υπογράφεται και σφραγίζεται από τον κοινοτάρχη της ενορίας ή του χωριού όπου βρίσκεται η ιδιοκτησία: ................................
(2)..............................
(3)Όταν τα γεγονότα τα οποία θα πιστοποιηθούν δεν είναι προσωπικώς γνωστά στον κοινοτάρχη αλλά το πιστοποιητικό βασίζεται σε πληροφορίες και δηλώσεις τρίτων µερών, ο κοινοτάρχης διατυπώνει το πιστοποιητικό µε τέτοιο τρόπο ώστε αυτό να καθιστά σαφές από µόνο του ότι βασίζεται σε πληροφορίες και να κατονοµάζει τους πληροφοριοδότες, και αυτός δεν πιστοποιεί το πιστοποιητικό εκτός αν είναι ικανοποιηµένος ότι οι πληροφοριοδότες αυτοί είναι εξ όσων κάλλιον γνωρίζει και πιστεύει πρόσωπα αξιόπιστα.» Η σημασία τέτοιων πιστοποιητικών έχει εξηγηθεί από τη νομολογία καθώς επίσης και ο τρόπος που πρέπει να χρησιμοποιούνται από το Κτηματολόγιο και να αξιολογούνται από το Δικαστήριο. Στην Γιάλλουρου και Άλλης v. Μιχαηλίδη και άλλης
(1998)1Α Α.Α.Δ. 31, έχουν λεχθεί τα εξής: «Είναι πρόδηλο από το λεκτικό του άρθρου 82
(1)ότι το περιεχόμενο πιστοποιητικού της χωριτικής αρχής θεωρείται από το Κτηματολόγιο ως απόδειξη οποιουδήποτε γεγονότος που αφορά οποιοδήποτε ζήτημα το οποίο επηρεάζει οποιαδήποτε ιδιοκτησία (Βλ. Hassidoff v. Santi and Othes
(1970)1 C.L.R. 220, 239). Είναι επίσης πρόδηλο ότι η πρόνοια του άρθρου 82
(3)για διατύπωση του πιστοποιητικού με τέτοιο τρόπο ώστε να καθίσταται σαφές από μόνο του ότι βασίζεται σε πληροφορίες τρίτων είναι επιτακτική. Κατά την κρίση μας η πρόνοια αυτή έχει λάβει τον επιτακτικό χαρακτήρα εν όψει, κυρίως, της μεγάλης αποδεικτικής αξίας την οποία προσδίδουν στα πιστοποιητικά των Χωριτικών Αρχών οι Κτηματολογικές Υπηρεσίες. Με δεδομένη την αποδεικτική βαρύτητα τέτοιων πιστοποιητικών για τις Κτηματολογικές Υπηρεσίες θα ήταν άκρως ανασφαλές για τις τελευταίες να βασίζονται πάνω σε πιστοποιητικά τα οποία περιέχουν εξ ακοής πληροφορίες και να αποφασίζουν επί θεμάτων ιδιοκτησίας χωρίς να γνωρίζουν ποιοί είναι οι πληροφοριοδότες και χωρίς την πιστοποίηση του Κοινοτάρχη ότι αυτοί είναι πρόσωπα αξιόπιστα. Η απαίτηση του Νόμου για να κατανομάζονται οι πληροφοριοδότες έχει και μια άλλη σκοπιμότητα, η οποία συνδέεται με την δεκτικότητα των πιστοποιητικών ενώπιον των Δικαστηρίων. Τέτοια πιστοποιητικά, καθώς έχει νομολογηθεί, δεν είναι αποδεκτά από το Δικαστήριο επειδή περιέχουν εξ ακοής πληροφορίες (Βλ. Hassidoff (πιο πάνω) στη σελ. 239). Απόρροια αυτού του αποδεικτικού κανόνα είναι ότι το περιεχόμενο τους πρέπει να αποδεικνύεται με αποδεκτή μαρτυρία. Επομένως η αναφορά στους πληροφοριοδότες είναι απαραίτητη για να καθίσταται δυνατή η κλήση τους ενώπιον του δικαστηρίου. Στην κρινόμενη περίπτωση αποτελεί κοινό τόπο ότι ο Κοινοτάρχης δεν είχε προσωπική γνώση των όσων διαλαμβάνονται στο πιστοποιητικό της Χωριτικής Αρχής και ότι το υπέγραψε αφού βασίσθηκε πάνω στις πληροφορίες που του έδωσε ο Αγροφύλακας. Τονίζεται ότι το πιστοποιητικό το ετοίμασε ο υπάλληλος του Κτηματολογίου. Παρά το γεγονός ότι το περιεχόμενο του πιστοποιητικού βασίζεται σε πληροφορίες τρίτου - του Αγροφύλακα - και επομένως τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 82
(3)του Κεφ. 224, το πιστοποιητικό δεν έχει διατυπωθεί με τον τρόπο που προσδιορίζεται από εκείνο το άρθρο. Στην Aradipioti v. Kyriakou and Others
(1971)1 C.L.R. 381 ο Κοινοτάρχης δεν είχε προσωπική γνώση των διαλαμβανομένων στο πιστοποιητικό αλλά πήρε πληροφορίες από τον πρώην Κοινοτάρχη. Κρίθηκε ότι η εγγραφή είχε ληφθεί εσφαλμένα. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα: "... in the light of the evidence before the trial Judge that, the facts which were certified by the village authorities of Oroklini were not within their personal knowledge, we are of the view that the said certificate has been shown to be false and that the registration was wrongly obtained because it contravened the provisions of section 82
(3)of the Immovable Property (Tenure, Registration and Valuation) Law, Cap. 224." Σε ελληνική μετάφραση: "... υπό το φως της μαρτυρίας ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι τα γεγονότα που πιστοποιήθηκαν από την χωριτική αρχή Ορόκλινης δεν ήταν εντός της προσωπικής τους γνώσης, έχουμε την άποψη ότι το πιστοποιητικό έχει αποδειχθεί ψευδές και ότι εσφαλμένα έχει εξασφαλισθεί η εγγραφή γιατί παραβίαζε τις πρόνοιες του άρθρου 82
(3)του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224." Ομοίως και στην παρούσα περίπτωση θα πρέπει να θεωρηθεί ότι εσφαλμένα το Κτηματολόγιο προχώρησε στην εγγραφή του επίδικου κτήματος στο όνομα της Ουρανίας Λοΐζου με βάση το πιστοποιητικό, Τεκ. Β, το οποίο είχε διατυπωθεί κατά τρόπο αντίθετο με τον τρόπο που προδιαγράφεται από το άρθρο 82
(3).» Παραπέμπω επίσης, στην Μιχαήλ Σάββα Σάουρος κ.α. v. Μαρίας Κώστα Φιλίππου, ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Κωστή Λοϊζου (Μένου)
(2009)1Α Α.Α.Δ. 203 η οποία αποφασίστηκε μετά την τροποποίηση του Περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9 με το οποίο επιτρέπεται η εξ' ακοής μαρτυρία και στην οποία ουσιαστικά αποφασίστηκε ότι η έμφαση πλέον δίδεται στην αποδεικτική αξία του περιεχομένου του πιστοποιητικού, αντί στο αποδεχτό τέτοιας μαρτυρίας. Παραθέτω το κάτωθι απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση: « Ο λόγος έφεσης στηρίζεται στον ισχυρισμό των Εφεσειόντων, ότι το Δικαστήριο δεν έπρεπε να θέσει υπό αμφισβήτηση τα πιστοποιητικά της Χωρητικής Αρχής, αλλά θα έπρεπε να δεχθεί το περιεχόμενο τους ως αποδεικτικό στοιχείο των όσων αναφέρονταν σ' αυτά. Το πρωτόδικο δικαστήριο στη βάση των αποφασισθέντων στην Γιάλλουρου κ.ά. v. Μιχαηλίδη κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 31, έκρινε ότι το περιεχόμενο του πιστοποιητικού της Χωρητικής Αρχής αποτελούσε εξ ακοής μαρτυρία και στην απουσία οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας που να επιβεβαιώνει το περιεχόμενό του, δεν ήταν διατεθειμένο να του προσδώσει αποδειχτική βαρύτητα. Παρόλο που η Γιάλλουρου κ.ά. v. Μιχαηλίδη κ.ά., ανωτέρω, αποφασίστηκε πριν την τροποποίηση του περί Αποδείξεως Νόμου και την κατάργηση του κανόνα αποκλεισμού εξ ακοής μαρτυρίας, ο λόγος της παραμένει ισχυρός, εφόσον η έμφαση τώρα, όπως ορθά υποδεικνύει και το πρωτόδικο δικαστήριο, είναι στην αποδεικτική αξία του περιεχομένου του πιστοποιητικού, αντί στο αποδεκτό της.» Στην παρούσα περίπτωση ο Πρόεδρος και τα μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου Λάσας δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο να καταθέσουν και ουσιαστικά να εξηγήσουν κατά πόσο τα όσα πιστοποιούν στο τεκμήριο 3 αποτελούν ζητήματα για τα οποία έχουν προσωπική γνώση ή αν όχι, από πού πήραν τις πληροφορίες τους. Όπως έχει προκύψει όμως από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού ο Πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβούλιου Λάσας ο οποίος υπογράφει το εν λόγω πιστοποιητικό είναι ηλικίας 45 χρονών περίπου και ότι αρχικά αρνείτο να του το δώσει. Μετά από προτροπή δική του να ρωτήσει και να βρει ηλικιωμένα άτομα στο χωριό για να λάβει πληροφορίες το έπραξε. Βρήκε είπε δύο γυναίκες, αυτές που αναφέρονται στο εν λόγω πιστοποιητικό και τις οποίες ρώτησε και του έδωσε το εν λόγω πιστοποιητικό. Ακόμη και έτσι να είναι όπως ο μάρτυρας αναφέρει, προκύπτει ότι ο εν λόγω Πρόεδρος βασίστηκε σε πληροφορίες τρίτων προσώπων για να εκδώσει το τεκμήριο 3, κάτι το οποίο δεν αναφέρεται σε αυτό και ούτε γίνεται αναφορά περί της αξιοπιστίας των εν λόγω προσώπων. Δηλαδή, προκύπτει ότι το τεκμήριο 3 δεν πληρεί τις προϋποθέσεις που τάσσει ο Νόμος και συγκεκριμένα το άρθρο 82
(3)του Κεφ. 224 (ανωτέρω). Πέραν τούτου, είναι ξεκάθαρο ότι το περιεχόμενο του αποτελεί εξ΄ ακοής μαρτυρία. Ο μάρτυρας ανάφερε σε κάποιο σημείο ότι αυτό ίσως να το συνέταξε και ο ίδιος. Επίσης, ουδείς ήρθε στο Δικαστήριο για να δώσει σαφή και θετική μαρτυρία επί του περιεχομένου του τεκμηρίου 3 για να μπορεί το Δικαστήριο να εξάξει ασφαλές συμπέρασμα. Η μοναδική μάρτυρας που φαίνεται να σχετίζεται με το εν λόγω τεκμήριο είναι η Μ.Ε.4, η μαρτυρία της οποίας όμως όπως θα διαφανεί κατωτέρω κατά την αξιολόγηση της, δεν είναι τέτοια που θα μπορούσε να προσδώσει τέτοια αποδεικτική αξία στο τεκμήριο 3 που να μπορούσε το Δικαστήριο να βασιστεί στο περιεχόμενο του. Να σημειωθεί επίσης, ότι στο τεκμήριο 6 που είναι ο φάκελος Α402/08 του Κτηματολογίου με τον οποίο διεκδίκησε την εγγραφή του επίδικου ακινήτου ο ενάγοντας, υπάρχει παρόμοιο πιστοποιητικό ημερομηνίας 21/04/2008 υπογεγραμμένο από άλλο Πρόεδρο του Κοινοτικού Συμβουλίου Λάσας το οποίο με δήλωση/ πιστοποιητικό ημερομηνίας 08/09/2008 απέσυρε καθότι δόθηκε όπως αναφέρει κατόπιν λανθασμένων πληροφοριών. Συνοψίζοντας τα πιο πάνω, κρίνω ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να προσδώσει βαρύτητα στο περιεχόμενο του τεκμηρίου 3 καθότι δεν είναι συνταγμένο σύμφωνα με το Νόμο και αυτό περιέχει εξ' ακοής μαρτυρία που δεν είναι ορθό και ασφαλές υπό τις περιστάσεις να βασιστεί σε αυτή και να εξάξει οποιαδήποτε συμπεράσματα. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας αναφέρθηκε και στην εγγραφή του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι της μητέρας του εναγομένου για να πει ότι το Κτηματολόγιο βρήκε ότι αυτή ήταν λάθος δικό του και γι αυτό τους προέτρεψε να αποταθούν στο Δικαστήριο. Η θέση αυτή δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία και συγκεκριμένα με αυτή του Μ.Ε.5 ο οποίος επεξήγησε το ιστορικό του τεμαχίου αυτού και πώς προέκυψε η εγγραφή επ' ονόματι της μητέρας του εναγομένου και πουθενά ανέφερε ότι αυτή έγινε κατόπιν λάθους αλλά σύμφωνα με όλα τα αναγκαία στοιχεία που παρουσιάστηκαν και τα οποία δεν έτυχαν αμφισβήτησης. Ακόμη όμως και έτσι να είναι τα πράγματα και το Κτηματολόγιο προχώρησε στην εγγραφή επ' ονόματι της μητέρας του εναγομένου του ακινήτου από λάθος, τότε αυτό θα μπορούσε να διορθωθεί από το Κτηματολόγιο στα πλαίσια αίτησης για διόρθωση λάθους και όχι να διεκδικείται με την παρούσα αγωγή. Θα αναφερθώ κατωτέρω για το ζήτημα αυτό και στην αντινομία που υπάρχει στο να διεκδικείται η εγγραφή ακινήτου επ' ονόματι του ενάγοντα διότι εκ λάθους ενεγράφηκε στον εναγόμενο από τη μια αλλά και δυνάμει χρησικτησίας από την άλλη. Εν πάσει περιπτώσει το ζητούμενο είναι κατά πόσο από το 1930 ο πατέρας του μάρτυρα αγόρασε το εν λόγω ακίνητο και έκτοτε το κατείχε αδιαλείπτως και αδιαφιλονίκητα, κάτι που δεν προκύπτει από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού για τους λόγους που ανέφερα και ούτε το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχτεί τις θέσεις που εξέφρασε. Είναι προφανές ότι η αξίωση αυτή του ενάγοντα, προέκυψε κατόπιν ενεργειών βασικά του μάρτυρα αυτού όταν προέκυψε ζήτημα επέμβασης στο τεμάχιο 84 ισχυριζόμενος ότι το ½ μερίδιο του τεμαχίου 84 άνηκε στους προκατόχους του. Αυτός έκτοτε έκανε προσπάθειες εγγραφής του ½ μεριδίου του τεμαχίου 84 στο όνομα του γιού του εξασφαλίζοντας πιστοποιητικά κατοχής από τον Πρόεδρο και Μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου Λάσας. Η ύπαρξη και μόνο του πιστοποιητικού κατοχής όμως, για τους λόγους που εξηγηθήκαν ανωτέρω, δεν είναι ικανή να οδηγήσει και σε ανάλογα ευρήματα. Πέραν τούτου, η υπόλοιπη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού είναι ασαφής, γενική και αόριστη και με βάση αυτή δεν μπορεί να προκύψουν οποιαδήποτε ασφαλή συμπεράσματα. Ως εκ τούτου, η μαρτυρία του απορρίπτεται στην ολότητα της. Η Μ.Ε.2 ήταν η αδελφή του Μ.Ε.1 και θεία του ενάγοντα η οποία ισχυρίστηκε ότι στην προίκα που της έδωσε ο πατέρας της περιλαμβανόταν και το επίδικο ακίνητο και το κατείχε από το 1970 μέχρι το 2004 που το δώρισε στον ενάγοντα. Ούτε στη μαρτυρία της μάρτυρος αυτής μπορώ να βασιστώ και να εξάξω οποιοδήποτε συμπέρασμα. Η μάρτυρας αυτή ισχυρίστηκε ότι το επίδικο τεμάχιο αγοράστηκε από τον πατέρα της το 1930 χωρίς όμως να είναι σε θέση η ίδια να γνωρίζει το γεγονός αυτό αφού γεννήθηκε του
- Η θέση της ήταν ότι αυτό το γνωρίζει από τον πατέρα της αλλά δεν μπορούσε να δώσει περαιτέρω στοιχεία γι αυτή την αγορά και πώς έτυχε και το γνωρίζει. Να σημειωθεί ότι σε αντίθεση με τον Μ.Ε.1 που ανέφερε ότι το επίδικο ακίνητο αγοράστηκε από τον πατέρα τους από την Ευθυμία και Ευανθία (χωρίς περαιτέρω στοιχεία γι αυτές) η μάρτυρας αυτή είπε ότι αυτό αγοράστηκε από την Ευθυμία. Δεν γνώριζε να πει πόσα το αγόρασε και πώς έτυχε και το έμαθε ή οποιεσδήποτε άλλες λεπτομέρειες. Αναφορικά με την κατοχή του, ήταν η θέση της ότι αυτό το κατείχαν από τον καιρό που γεννήθηκε, πήγαινε για να βοσκήσει τα ζώα της οικογένειας, να μαζέψει ελιές και να το καλλιεργήσει. Η θέση της αυτή είναι γενική με την έννοια ότι δεν καθορίζεται για ποιό μέρος του τεμαχίου 84 αναφέρεται, πώς ήταν αυτό, μέχρι που καταλήγει ή οποιοδήποτε άλλο χαρακτηριστικό. Αναφέρεται γενικά στο βόρειο ½ μερίδιο του τεμαχίου
- Ούτε αναφέρει από πότε η ίδια άρχισε να επισκέπτεται το εν λόγω ακίνητο και να βόσκει τα ζώα της και να μαζεύει τις ελιές. Ούτε πόσες ελιές έχει το εν λόγω τεμάχιο που ισχυρίστηκε ότι τους ανήκει ανέφερε. Να σημειωθεί ότι σε κάποιο μέρος της μαρτυρίας της ανέφερε ότι με την οικογένεια του εναγομένου είχαν καλές σχέσεις και με τον παππού του και τα παιδιά του και ότι έβοσκαν τα ζώα μαζί, ο καθένας στο χωράφι του. Δηλαδή, οι προκάτοχοι του εναγομένου ήταν στην περιοχή και αυτοί και καθίσταται σημαντικό να δοθούν περαιτέρω λεπτομέρειες σε σχέση με το ακίνητο, κάποια χαρακτηριστικά του και την έκταση γης που ισχυρίζεται η μάρτυρας ότι κατείχαν και ήταν δικό τους. Πέραν των πιο πάνω, για να υποστηρίξει τη θέση της ότι το επίδικο ακίνητο της ανήκε και ότι ο πατέρας της το έδωσε ως προίκα το 1970, ισχυρίστηκε ότι πλήρωνε φόρους γι αυτό και μπορεί να βρει τις αποδείξεις από το Κοινοτικό Συμβούλιο. Παρά τη θέση της αυτή, κανένα στοιχείο δεν παρουσίασε αλλά διερωτώμαι πώς είναι δυνατό να συνέβαινε κάτι τέτοιο από το 1970 και μετά που ισχυρίστηκε ότι της το έδωσε ο πατέρας της, τη στιγμή που αυτό είχε τίτλο επ' ονόματι της μητέρας του εναγομένου. Επιπρόσθετα της γενικότητα της εκδοχής της για το επίδικο ακίνητο, η ίδια δεν είχε ούτε θα μπορούσε να έχει προσωπική γνώση από πότε ο πατέρας της το κατείχε και συγκεκριμένα ότι αυτή η κατοχή χρονολογείται από το
- Η θέση της γι αυτό το θέμα δεν παρέχει έρεισμα για αποδοχή της αφού παραμένει στη σφαίρα της γενικότητας και ούτε έδωσε περαιτέρω στοιχεία για να μπορεί το Δικαστήριο να εξετάσει την ορθότητα της. Θεωρώ ότι η μαρτυρία της μάρτυρος αυτής δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για εξαγωγή οποιονδήποτε ασφαλών ευρημάτων, είναι αδύνατη και γενική και απορρίπτεται στην ολότητα της. Ο Μ.Ε.3 ανέφερε ότι κατάγεται από τη Λάσα και ότι γνωρίζει ότι το ½ μερίδιο του τεμαχίου 84 άνηκε στον Ιωάννη Κωνσταντίνο Κούκο. Συγκεκριμενοποιώντας για ποιο μέρος αναφέρεται είπε ότι είναι εκείνο το οποίο είναι επίπεδο και βρίσκεται στην βόρεια πλευρά. Αυτό το γνωρίζει διότι όταν ήταν παιδί έβοσκε τα ζώα μαζί με τον πατέρα του στην περιοχή και ο πατέρας του, του έλεγε ότι αυτό ανήκει στον Ιωάννη Κωνσταντίνο Κούκο και τον προέτρεπε να προσέχει τα ζώα να μην φάνε τις ελιές του. Ο μάρτυρας αυτός γεννήθηκε στο
- Η μαρτυρία του μάρτυρα αυτού αποτελείται από τη γνώση και πληροφορίες που έλαβε από τον πατέρα του για το ποιού ανήκει το επίδικο τεμάχιο. Εξακολουθεί όμως και η μαρτυρία του μάρτυρα αυτού να μην είναι σαφής αναφορικά με το επίδικο τεμάχιο. Παρά το ότι αναφέρθηκε σε τεμάχιο επίπεδο που βρίσκεται στην βόρεια πλευρά του τεμαχίου 84, εντούτοις αυτό δεν αρκεί για να καθοριστεί ποιό ακριβώς είναι το τεμάχιο που διεκδικεί ο ενάγοντας. Κατ' αρχή ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν γνωρίζει χωρομετρικά το χωριό Λάσα και ούτε ισχυρίστηκε κάτι τέτοιο. Αναφέρθηκε σε τεμάχιο 84, βόρειο μέρος του και επίπεδο. Το υπόλοιπο τεμάχιο 84, πώς είναι; Το γειτονικό και εφαπτόμενο στη βόρεια πλευρά του τεμαχίου 84, το τεμάχιο 85 που άνηκε στον Ιωάννη Κωνσταντίνο Κούκο πώς είναι; Μίλησε για ελιές που υπάρχουν σε αυτό. Πόσες ελιές και μέχρι πού φτάνουν; Το τεμάχιο 85, δεν είχε ελιές; Και αν ναι πόσες; Πως χωριζόταν αν χωριζόταν το τεμάχιο 84 από το τεμάχιο 85; Τα όσα ο μάρτυρας αυτός ανέφερε για το ½ μερίδιο του τεμαχίου 84, δε συσχετίζονται με χωρομετρικό σχέδιο και συγκεκριμένα τεμάχια ούτε δίνονται άλλα χαρακτηριστικά αυτού και διερωτώμαι πώς μπορεί να αναφέρεται για το ½ μερίδιο του τεμαχίου 84 και ότι αυτό γνώριζε ότι άνηκε στον Ιωάννη Κωνσταντίνο Κούκο. Επίσης, η γνώση του πηγάζει από όσα ο πατέρας του ανέφερε αλλά δεδομένου του γεγονότος ότι το τεμάχιο 85 είναι εφαπτόμενο με το τεμάχιο 84 και χωρίς άλλες λεπτομέρειες, πώς μπορεί να προκύπτει το συμπέρασμα ότι αυτός αναφέρεται για το ½ μερίδιο του τεμαχίου 84; Επαναλαμβάνω, δεν παρατέθηκαν άλλα γεγονότα που να καθορίζουν και να διευκρινίζουν ότι τα όσα ο μάρτυρας ανέφερε ότι αφορούν το επίδικο τεμάχιο και εν πάσει περιπτώσει πόση είναι η έκταση αυτού, από πού ξεκινά και πού σταματά και ποιά χαρακτηριστικά έχει. Ακόμη όμως και να αποδεχόμουν τη θέση του και ότι αναφέρεται στο συγκεκριμένο τεμάχιο, δηλαδή το ½ βόρειο μέρος του τεμαχίου 84, η μαρτυρία του προέρχεται όχι από δική του γνώση αλλά από πληροφορίες που έλαβε από τον πατέρα του χωρίς να δώσει περαιτέρω στοιχεία που να τις υποστηρίζουν και να εξηγεί πώς εξάγεται το συμπέρασμα ότι αυτό το ακίνητο άνηκε στον Ιωάννη Κωνσταντίνο Κούκο. Ο ίδιος εκείνο το οποίο γνωρίζει είναι ότι έβλεπε την οικογένεια του πιο πάνω, πολλές φορές όπως είπε, να μαζεύει τις ελιές από το εν λόγω τεμάχιο. Ανέφερε επίσης, ότι από 1955 - 1961 αυτός ήταν μαθητής στην Πάφο και πήγαινε στο χωριό του τις διακοπές μόνο. Η μαρτυρία αυτή από μόνη της δεν είναι τέτοιας φύσεως από την οποία να προκύπτει αδιάλειπτη και συνεχής κατοχή του επίδικου ακινήτου από τον Ιωάννη Κωνσταντίνο Κούκο. Άλλωστε ο ίδιος δεν αναφέρθηκε από πότε μέχρι πότε επισκεπτόταν την περιοχή και άλλες ενέργειες και πράξεις του εν λόγω Κούκου που να καταδεικνύουν κατοχή. Βασικά εξέφρασε τη θέση ότι το εν λόγω ακίνητο ανήκε στον Κούκο, όπως του είχε πει ο πατέρας του. Η μαρτυρία αυτή από μόνη της δεν μπορεί να είναι ουσιαστική για την έκβαση της υπόθεσης ούτε μπορεί να γίνει αποδεχτή. Η Μ.Ε.4 είναι ηλικίας 92 χρονών και προσήλθε στο Δικαστήριο για να υποστηρίξει ουσιαστικά το περιεχόμενο του πιστοποιητικού - τεκμήριο
- Ζητήθηκε από τη μάρτυρα να αναφέρει πώς γνωρίζει τα γεγονότα τα οποία περιέχονται στο εν λόγω τεκμήριο και στο οποίο υπέγραψε ως μάρτυρας. Παρά ταύτα με την εκδοχή που η μάρτυρας έδωσε δεν καθιστούν δυνατή την αποδοχή του περιεχομένου του τεκμηρίου 3 και ούτε από τη μαρτυρία της φάνηκε αυτό να υποστηρίζεται αλλά ούτε και η μάρτυρας να επεξηγεί τη γνώση της γι αυτά που περιέχει. Πέραν τούτου όμως, η μάρτυρας φάνηκε να έδωσε τη δική της εκδοχή για το ποιά γεγονότα αυτή γνωρίζει σε σχέση με τα χωράφια στη συγκεκριμένη περιοχή παρά να υποστηρίζει και να επεξηγεί το περιεχόμενο του τεκμηρίου
- Κατ' αρχή σε ουδεμία αναφορά προέβηκε στο κατά πόσο ο Ιωάννης Κωνσταντίνος Κούκος αγόρασε ή έστω πώς γνώριζε ότι αγόρασε το επίδικο τεμάχιο από τα πρόσωπα τα οποία αναφέρονται στο τεκμήριο
- Εκείνο το οποίο ουσιαστικά ανέφερε κατά τη μαρτυρία της είναι ότι από μικρή πήγαινε στην περιοχή και έβοσκε τα ζώα της. Ο Ιωάννης Κωνσταντίνος Κούκος ήταν «εκεί μέσα» είπε και έσπερνε το χωράφι του και το θέριζε μαζί με τις κόρες του. Ήταν στην περιοχή είπε για 10 χρόνια και τα γνώριζε αυτά. Αντεξεταζόμενη δεν γνώριζε να πει για ποιές χρονολογίες μιλούσε και συγκεκριμένα είπε, «δεν θυμούμαι». Να σημειωθεί ότι αναφερόμενη στις κόρες του και αντεξεταζόμενη είπε ότι αυτές ήταν Μαρούλα και η Νίτσα. Αν η μάρτυρας εννοούσε την Μ.Ε.2 όπως έχει προκύψει αυτή γεννήθηκε το 1948 και άρα οι πιο πάνω αναφορές της θα πρέπει να αφορούν χρονολογίες και περιόδους μετά την πιο πάνω χρονολογία. Εν πάσει περιπτώσει, η ίδια δεν θυμόταν πότε πήγαινε στην περιοχή και έβλεπε τα όσα ανέφερε. Εκείνο το οποίο προκύπτει επίσης από τα πιο πάνω, είναι ότι ουσιαστικά η ίδια δεν γνώριζε ή δεν μπορούσε να επιβεβαιώσει ότι ο Ιωάννης Κωνσταντίνος Κούκος κατείχε το επίδικο τεμάχιο από το
- Ακόμη και να δεχόμουν ότι η μάρτυρας αναφερόταν στο επίδικο τεμάχιο, που όπως θα διαφανεί κατωτέρω αυτό δεν μπορεί να προκύψει, με κανένα τρόπο μπορεί να προκύψει από τη μαρτυρία της ότι η ίδια έχει προσωπική γνώση ότι αυτό κατεχόταν από τον Ιωάννη Κωνσταντίνο Κούκο από το 1930, όπως η ίδια βεβαιώνει ουσιαστικά στο τεκμήριο 3 το οποίο υπέγραψε. Πέραν των πιο πάνω, η μαρτυρία της σε σχέση με το τεμάχιο που αναφερόταν ότι κατείχε ο Ιωάννης Κωνσταντίνος Κούκος είναι ασαφής, γενική και σε κάποια σημεία συγχυσμένη. Είπε ότι στην περιοχή πήγαινε και η μητέρα του εναγομένου και βοσκούσε τα ζώα της στο χωράφι της. Από κάτω που ήταν του «Γιαννή» όπως είπε δεν τα έφερνε. Προκύπτει και φαίνεται από την υπόλοιπη μαρτυρία ότι εκείνο το οποίο διεκδικείται είναι το βόρειο ½ μερίδιο του τεμαχίου 84 το οποίο εφάπτεται με το τεμάχιο 85 που άνηκε στον Ιωάννη Κωνσταντίνο Κούκο. Επομένως, λογικά το τεμάχιο που διεκδικείται πρέπει να είναι βόρεια του υπόλοιπου τεμαχίου
- Η αναφορά της μάρτυρος ότι η Αθηνά Κυριάκου δεν έφερνε τα ζώα της από κάτω που ήταν του Γιαννή προκαλεί σύγχυση ή τουλάχιστον δεν διευκρινίστηκε με το πού το τεμάχιο του Γιαννή ήταν. Πέραν των πιο πάνω, η μάρτυρας έδωσε κάποια περιγραφή του τεμαχίου που άνηκε στην μητέρα του εναγομένου λέγοντας ότι αυτό ήταν ίσιο και είχε πολλές ελιές μέσα. Πριν την κατοχή της από την Αθηνά Κυριάκου αυτό κατεχόταν από την μητέρα της, την Τταλλού. Το τελευταίο αυτό φαίνεται να υποστηρίζεται και από το ιστορικό του φακέλου του Κτηματολογίου ο οποίος περιέχει τις ίδιες αναφορές, φυσικά για όλο το τεμάχιο
- Το ζητούμενο όμως είναι κατά πόσο το βόρειο ½ μερίδιο του τεμαχίου αυτού άνηκε και κατεχόταν από τον Ιωάννη Κωνσταντίνο Κούκο. Θα πρέπει δηλαδή να δοθούν κάποια χαρακτηριστικά του εν λόγω τεμαχίου το οποίο να ξεχωρίζει από το υπόλοιπο τεμάχιο
- Η αναφορά της μάρτυρας σε ίσιο τεμάχιο και ότι αυτό άνηκε στην μητέρα του εναγομένου, αντιπαραβάλλοντας με τα όσα ο Μ.Ε.3 ανέφερε, έρχονται σε αντίθεση με αυτά που είπε. Ο μάρτυρας αυτός είπε ότι το τεμάχιο που κατείχε ο Ιωάννης Κωνσταντίνος Κούκος ήταν ίσιο και είχε ελιές μέσα ενώ φαίνεται από τα πιο πάνω η μάρτυρας αυτή να λέει το αντίθετο, ότι δηλαδή αυτό κατεχόταν από τη μητέρα του εναγομένου. Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας της, είπε ότι και από κάτω και από πάνω είχε ελιές και ότι χωρίζονταν με όχθο ψηλό και ότι από κάτω ήταν της Αθηνάς. Εν πάσει όμως περιπτώσει δεν δόθηκαν συγκεκριμένες λεπτομέρειες από τη μάρτυρα ή άλλα χαρακτηριστικά που να δεικνύουν ή να αντιπαραβάλλονται και να προκύπτει ότι αυτή μιλούσε για το ½ βόρειο μέρος του τεμαχίου 84 δεδομένου ότι στα βόρεια του τεμαχίου 84 ήταν το τεμάχιο 85 που άνηκε στον Ιωάννη Κωνσταντίνο Κούκο. Να αναφερθεί επίσης, ότι η μάρτυρας αυτή υπέγραψε το τεκμήριο μετά που ο Πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου Λάσας την επισκέφθηκε μαζί με τον Ανδρέα, το γιο του Γιαννή, προφανώς εννοούσε τον Μ.Ε.1, κάτι που συγκρούεται με τη θέση που ο μάρτυρας αυτός είπε, ότι δηλαδή το εν λόγω τεκμήριο του δόθηκε από τον Πρόεδρο του Κοινοτικού Συμβουλίου μετά που ο τελευταίος προέβηκε σε έρευνα και έλαβε τις αναγκαίες πληροφορίες. Προκύπτει δηλαδή από τη μαρτυρία της μάρτυρος αυτής ο Μ.Ε.1 να είχε εμπλοκή στην ετοιμασία του εν λόγω τεκμηρίου σε αντίθεση με τα όσα ο ίδιος ανέφερε ή άφησε να νοηθούν. Γενικά η μαρτυρία της μάρτυρος αυτής δεν είναι τέτοιας φύσεως από την οποία να μπορεί να προκύψει οποιοδήποτε σαφές και ασφαλές συμπέρασμα. Διαπνέεται από μια γενικότητα και αοριστία αναφορικά με το ποιό τεμάχιο μιλούσε και εν πάσει περιπτώσει δεν ήταν σε θέση να πει αυτό το τεμάχιο στο οποίο αναφερόταν από πότε κατεχόταν από τον Ιωάννη Κωνσταντίνο Κούκο. Φαίνεται να μιλούσε για κάποια περίοδο 10 χρόνων σε κάποιο χρόνο μετά το 1948 όπως προκύπτει, κάτι που ουδόλως υποστηρίζει ή επιβεβαιώνει τα όσα αναφέρονται στο τεκμήριο
- Ως εκ τούτου, η μαρτυρία της απορρίπτεται. Ο Μ.Ε.5 ήταν ο Κτηματολόγος ο οποίος κατέθεσε στο Δικαστήριο το φάκελο του τεμαχίου 84 και το ιστορικό του (τεκμήριο 5) καθώς επίσης το φάκελο Α402/08 με τον οποίο διεκδικήθηκε το ½ μερίδιο του τεμαχίου 84 από τον ενάγοντα. Τα πιο πάνω δεν αμφισβητήθηκαν από οποιαδήποτε πλευρά. Στο τεκμήριο 5 επίσης φαίνεται και ο τρόπος που εκδόθηκε τίτλος ιδιοκτησίας στο όνομα της Αθηνάς Κυριάκου στις 27/06/
- Περιλαμβάνεται σε αυτόν πιστοποιητικό του Προέδρου και Μέλη της χωρητικής Αρχής Λάσας με την οποία βεβαιωνόταν ότι το τεμάχιο 84 βρισκόταν στην κατοχή της Τταλλούς Δημήτρη από το 1933 λόγω προικός από τη μητέρα της Ευανθία Χαραλάμπους η οποία απεβίωσε προ 25 ετών. Η εν λόγω Τταλλού απεβίωσε το 1942, αφήνοντας κληρονόμους μεταξύ άλλων και την Αθηνά Κυριάκου η οποία το κατείχε έκτοτε και δυνάμει εγγράφου διανομής εκδόθηκε τίτλος επ' ονόματι της. Το πιο πάνω αλλά και τα υπόλοιπα έγγραφα δεν έτυχαν αμφισβήτησης ούτε υπήρχε ισχυρισμός για εξασφάλιση τους με δόλο ή απάτη. Παρά ταύτα αποτελούν εξ΄ ακοής μαρτυρία, δεν επιβεβαιώνονται από οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία και δεν θεωρώ ότι θα ήταν ορθό να τους αποδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα. Εν πάσει περιπτώσει όμως, το ζητούμενο δεν είναι κατά πόσο αυτά μπορεί να αποτελέσουν μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και να βασιστεί σε αυτά και να εξάξει συμπεράσματα αναφορικά με την κατοχή του επίδικου ακινήτου από τους προκατόχους του εναγομένου. Ούτε ο εναγόμενος έχει το βάρος απόδειξης της νομιμότητας του τίτλου του. Το ζητούμενο είναι κατά πόσο ο ενάγοντας προ της έκδοσης τίτλου επ' ονόματι της μητέρας του εναγομένου αυτός ή οι προκάτοχοι του είχαν δικαίωμα να εγγραφούν ως ιδιοκτήτες του ½ μεριδίου του βόρειου τμήματος του τεμαχίου
- Από την αντίπερα όχθη, ο εναγόμενος ουσιαστικά περιορίστηκε να αναφέρει τα γεγονότα τα οποία περιήλθαν στην αντίληψη του και να υπερασπιστεί τον τίτλο τον οποίο κατέχει. Ο ίδιος παρά τις αναφορές του, δεν είχε γνώση για τα προηγηθέντα της έκδοσης τίτλου επ' ονόματι της μητέρας του. Παρά ταύτα, εξέφρασε τη θέση ότι το τεμάχιο 84 έχει φυτεμένες 13 ελιές σε όλη την έκταση του και ότι τις καλλιεργούσαν και τις έκοβαν πάντα. Η θέση του αυτή ότι το τεμάχιο 84 έχει 13 ελιές δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά του ενάγοντα. Εκείνο το οποίο του υποβλήθηκε είναι ότι αυτές βρίσκονται στο τεμάχιο 84 στο βόρειο του μέρος και ότι αυτές φυτεύτηκαν από τον Ιωάννη Κωνσταντίνο Κούκο χωρίς όμως ο μάρτυρας όπως φάνηκε να έχει γνώση για το ποιός φύτεψε τις εν λόγω ελιές. Το αξιοπερίεργο όμως είναι ότι υποβλήθηκε η πιο πάνω θέση από την πλευρά του ενάγοντα κατ' αντίθεση με τα όσα επιχείρησε να υποστηρίξει στο Δικαστήριο. Η θέση που προωθήθηκε και περιλαμβάνεται και στο τεκμήριο 3, είναι ότι στο ½ βόρειο μέρος του τεμαχίου 84 υπάρχουν έξι μεγάλες ελιές οι οποίες φυτεύτηκαν από τον Ιωάννη Κωνσταντίνο Κούκο. Όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε η θέση του μάρτυρα ότι στο τεμάχιο 84 περιέχονται 13 ελιές και όχι έξι αλλά η πλευρά του ενάγοντα υπέβαλε ότι αυτές οι 13 ελιές βρίσκονται στο βόρειο του μέρος και φυτεύτηκαν από τον Ιωάννη Κωνσταντίνο Κούκο κάτι που έρχεται σε σύγκρουση με όλη την εκδοχή του. Από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού θεωρώ ότι μπορώ να δώσω βαρύτητα στη θέση του ότι εντός του τεμαχίου 84 υπήρχαν 13 ελιές, κάτι άλλωστε που φαίνεται να υποστηρίζεται από τους τίτλους ιδιοκτησίας που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και από το ιστορικό του φακέλου, τεκμήριο
- Επίσης, αποδέχομαι τη θέση του ότι από τον καιρό που του το έδωσε η μητέρα του, αυτός το καλλιεργεί και μαζεύει τις ελιές και ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε υψομετρική διαφορά που να χωρίζει το τεμάχιο 84 με το τεμάχιο
- Αναφορικά με τις θέσεις του για τον τρόπο που αυτό ενεγράφηκε στη μητέρα του, ο ίδιος δεν είχε ούτε και θα μπορούσε να είχε προσωπική γνώση και τα όσα ανέφερε προφανώς είναι από πληροφορίες που έλαβε χωρίς να κατονομάζει από πού και ποιές ήταν αυτές και δεν θα ήταν ορθό να δοθεί σε αυτές βαρύτητα και δεν θα δοθεί. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση, τα παραδεκτά γεγονότα και/ή την μαρτυρία η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη, πέραν από τα όσα καταγράφονται στην αρχή της παρούσας απόφασης, δεν έχουν προκύψει οποιαδήποτε άλλα ουσιώδη γεγονότα εκτός από τα όσα προκύπτουν από το μέρος της μαρτυρίας του εναγομένου το οποίο το Δικαστήριο αποδέχτηκε. Δηλαδή, ότι σε όλη την έκταση του τεμαχίου 84 υπήρχαν και υπάρχουν φυτεμένες 13 ελιές και ότι αυτές μαζεύονταν πολλές φορές από τον εναγόμενο και την μητέρα του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Tο νομικό πλαίσιο το οποίο διέπει την απόκτηση τίτλου ιδιοκτησίας ακίνητης περιουσίας δυνάμει εχθρικής κατοχής περιλαμβάνεται στα άρθρα 9, 10 και 10Α του Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (∆ιακατοχή, Εγγραφή και Εκτίµηση) Νόµος Κεφ.
- Συγκεκριμένα, τα άρθρα 9 και 10 έχουν ως ακολούθως: «
- Κανένας τίτλος επί ακίνητης ιδιοκτησίας δεν αποκτάται από οποιοδήποτε πρόσωπο µε εχθρική κατοχή κατά της ∆ηµοκρατίας ή εγγεγραµµένου κυρίου.
- Τηρουµένων των διατάξεων του άρθρου 9, απόδειξη αδιαφιλονίκητης και αδιάλειπτης εχθρικής κατοχής από πρόσωπο, ή από εκείνους από τους οποίους λαµβάνει την αξίωση, ακίνητης ιδιοκτησίας για την πλήρη περίοδο τριάντα ετών, παρέχει το δικαίωµα στο πρόσωπο αυτό όπως λογίζεται ως ο κύριος της ιδιοκτησίας αυτής και όπως αυτή εγγράφεται στο όνοµά του: Νοείται ότι καµιά από τις διατάξεις που περιλαµβάνονται στο άρθρο αυτό δεν επηρεάζει την περίοδο χρησικτησίας σε σχέση µε οποιαδήποτε ακίνητη ιδιοκτησία η οποία άρχισε να κατέχεται εχθρικά πριν από την έναρξη της ισχύος του Νόµου αυτού, και όλα τα θέµατα που αφορούν τη χρησικτησία κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής συνεχίζουν να διέπονται από τις διατάξεις των νοµοθετηµάτων που καταργήθηκαν από το Νόµο αυτό τα οποία αφορούν τη χρησικτησία, ωσάν ο Νόµος αυτός να µην είχε θεσπιστεί: Νοείται περαιτέρω ότι ανεξάρτητα από την ύπαρξη οποιασδήποτε ανικανότητας που επιφέρει δυνάµει των νοµοθετηµάτων αυτών την παράταση της περιόδου χρησικτησίας, η περίοδος αυτή σε οποιαδήποτε περίπτωση δεν θα υπερβαίνει συνολικά τα τριάντα έτη ακόµα και όταν οποιαδήποτε τέτοια ανικανότητα δυνατό να συνεχίζει να υπάρχει κατά την εκπνοή των τριάντα ετών.» Ο πιο πάνω Νόμος θεσπίστηκε και τέθηκε σε ισχύ την 1ην/09/1946 και όπως προκύπτει δεν μπορεί να αποκτηθεί δικαίωμα εγγραφής ως ιδιοκτήτη ακίνητης περιουσίας στην περίπτωση που υπάρχει εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης. Προκύπτει επίσης, ότι ο Νόμος αυτός δεν έχει αναδρομική ισχύ και σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 10 αν η περίοδος εχθρικής κατοχής είχε αρχίσει πριν την 01/09/1946 ισχύουν οι πρόνοιες του Οθωμανικό Δικαίου και Κώδικα (βλ. Chakarto v. Liono XX(I) C.L.R. 113 και Δίπλαρος v. Νικόλα
(1985)1 Α.Α.Δ. 27). Να σημειωθεί ότι με βάση τις εν λόγω πρόνοιες η χρησικτησία ήταν δυνατή και εναντίον εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη. Η περίοδος εχθρικής κατοχής εναντίον εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη παύει να υπολογίζεται την 01ην/09/1946 όταν τέθηκε σε ισχύ το Κεφ. 224 ή μόλις κάποιος εγγραφεί ως ιδιοκτήτης (βλ. Κάκουλος v. Κακουλλή
(1985)1 Α.Α.Δ. 355 και Κυριάκου v. Πετρή
(1985)1 Α.Α.Δ. 27). Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι με βάση το Οθωμανικό Δίκαιο η γη χωριζόταν σε 5 κατηγορίες, τα Αραζί Μεμλουκε ή Μουλκ, τα Αραζί Μιριέ, τα Αραζί Μεφκουφέ, τα Αραζί Μετρουκέ και τα Αραζί Μεβάτ. Για τα κτήματα της κατηγορίας Αραζί Μεμλουκέ η περίοδος χρησικτησίας ήταν 15 έτη ενώ για τα κτήματα της κατηγορίας Αραζί Μιριέ η περίοδος ήταν 10 έτη. Τα συστατικά στοιχεία της χρησικτησίας είναι η απόδειξη αδιαφιλονίκητης και αδιάλειπτης εχθρικής κατοχής και το βάρος απόδειξης αυτών βαραίνει αποκλειστικά τον ενάγοντα που διεκδικεί την εγγραφή της ακίνητης περιουσίας. Ο ενάγοντας θα πρέπει να στηρίζεται στην δυναμική της δικής του υπόθεσης και όχι στην αδυναμία της υπόθεσης της άλλης πλευράς. Η εχθρική κατοχή πρέπει να αποδεικνύεται με θετική μαρτυρία που να δεικνύει ότι το μη δικαιούμενο πρόσωπο κατέχει και χρησιμοποιεί ουσιαστικά όλη την έκταση της επίδικης περιουσίας αποκλειστικά με τρόπο και σε βαθμό που να αποκλείει τον ιδιοκτήτη από οποιαδήποτε κατοχή ή χρήση της ίδιας περιουσίας (βλ. Αγάθη Χαραλάμπους ως Διαχειρίστρια της περιουσίας του Χαράλαμπου Νεοφύτου v. Ιωαννίδης
(1969)1 Α.Α.Δ. 72, Ηjipetrou v. Petsoloukas
(1985)1 C.L.R. 83, Anna Soteriou v. The Heris of Despina K. HjiPaschali and Others
(1962)C.L.R. 280). H αξίωση δικαιώματος ιδιοκτησίας δυνάμει εχθρικής κατοχής παρότι αφορά σε ένα κατ' ισχυρισμό προσωπικό δικαίωμα, εντούτοις οι περίοδοι κατοχής της επίδικης περιουσίας από τους προκατόχους του ενάγοντα που διεκδικεί δικαίωμα δυνάμει εχθρικής κατοχής, μπορούν όπου αυτό απαιτείται να συνυπολογίζονται (βλ. Rodothea Papageorgiou v. Antonis Komodromou
(1963)2 C.L.R., Φεβρωνία (Φρόσω) Αυγουστή Νικόλα v. 1. Παρασκευούλλας Αντώνη Κονναρή και άλλων
(2003)1 Α.Α.Δ. 1785, Πάχχα v. Αγαθοκλέους
(2009)1 (Β) Α.Α.Δ. 1152). Όσον αφορά τον όρο «κατοχή» στην Φεβρωνία (Φρόσω) Αυγουστή Νικόλα v.
- Παρασκευούλλας Αντώνη Κονναρή και άλλων (ανωτέρω) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Ο όρος «κατοχή» προϋποθέτει κάποιες πράξεις ιδιοκτησίας που έγιναν από το πρόσωπο που διεκδικεί τέτοιο δικαίωμα. Η μαρτυρία επί του προκειμένου πρέπει να είναι θετική και, ανάλογα με τη φύση της υπόθεσης, να οδηγεί στην εξαγωγή τέτοιου συμπεράσματος. Πρέπει να αποδεικνύεται πραγματική κατοχή η οποία, ως εκ της φύσεως της, να αποκλείει οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα κατοχής του συγκεκριμένου ακινήτου από τρίτους. Με άλλα λόγια, αυτός που διεκδικεί δικαίωμα ιδιοκτησίας δυνάμει εχθρικής κατοχής, οφείλει να αποδείξει ότι η κατοχή του επί του ακινήτου ήταν τέτοια ώστε να τίθεται εκ ποδών οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα κατοχής του ιδίου κτήματος από τρίτους ..........Ο ενάγων για να στοιχειοθετήσει κατοχή η οποία να εξοστρακίζει δικαιώματα άλλων προσώπων επί του ιδίου ακινήτου, έχει καθήκον να αποδείξει αδιαφιλονίκητη πραγματική κατοχή και ουσιαστική χρήση του κτήματος ασκούμενη συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι τη συμπλήρωση της προβλεπόμενης από το νόμο περιόδου χρησικτησίας ανάλογα με την περίπτωση......» ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Στην παρούσα περίπτωση, θα πρέπει να σημειωθεί εξ' αρχής ότι το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα, όπως δικογραφείται, στηρίζεται στο γεγονός ότι το ½ μερίδιο στο βόρειο μέρος του τεμαχίου 84 άνηκε στο παππού του ο οποίος το αγόρασε το 1930 και έκτοτε το κατείχε μέχρι το 1970 που το έδωσε ως προίκα στη θεία του η οποία το 2004 του το δώρισε. Όπως δικογραφείται στην Έκθεση Απαίτησης του αυτός αξιώνει το επίδικο ακίνητο δυνάμει συνεχούς ανενόχλητης και αδιαφιλονίκητης κατοχής και/ή δυνάμει δωρεάς από τη θεία του. Οι πιο πάνω δικογραφημένοι ισχυρισμοί του ενάγοντα φαίνεται να προκαλούν σύγχυση για το ποιά τελικά είναι η βάση αγωγής. Να σημειωθεί ότι σε κάποιο στάδιο κατά τη μαρτυρία του Μ.Ε.1, αυτός ανέφερε ότι εκ λάθους ενεγράφηκε το επίδικο ακίνητο επ' ονόματι της μητέρας του εναγομένου. Επίσης, η εκδοχή που δικογραφείται και προωθήθηκε είναι ότι το εν λόγω μέρος του τεμαχίου 84 άνηκε στο παππού του αφού αυτός το είχε αγοράσει το
- Φυσικά στην Έκθεση Απαίτησης δεν γίνεται αναφορά σε λάθος του κτηματολογίου στην εγγραφή του εν λόγω ακινήτου, ούτε καν αναφορά ότι το επίδικο μέρος του τεμαχίου 84 έχει εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη. Είναι προφανές ότι η Έκθεση Απαίτησης είναι ελλιπής και φαίνεται με τα γεγονότα που δικογραφούνται να προκαλείται σύγχυση αναφορικά με το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα. Διεκδικείται η εγγραφή του εν λόγω ακινήτου επ΄ ονόματι του διότι αυτό ήταν ιδιοκτησίας του παππού του ο οποίος το είχε αγοράσει το 1930 ή λόγω εχθρικής κατοχής; Να αναφέρω ότι ο όρος «Εχθρική κατοχή» σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κεφ. 224 σημαίνει «Κατοχήν υπό προσώπου μη δικαιούμενου εις τοιαύτην οσάκις η ρητή ή εξυπακουόμενη συναίνεσης ή άδεια του ούτω δικαιούμενου προσώπου δεν έχει δοθεί ή ληφθεί δια την τοιαύτην κατοχήν.» Αν λοιπόν διεκδικείται το εν λόγω ακίνητο διότι άνηκε στον παππού του ο οποίος το αγόρασε σημαίνει εκ λάθους ενεγράφηκε στα κτηματολογικά βιβλία επ' ονόματι της μητέρας, αρχικά, του εναγόμενου και το δικαίωμα του αυτό ουδόλως συμβαδίζει με το δικαίωμα το οποίο προκύπτει δυνάμει εχθρικής κατοχής. Στην Χριστοδούλου v. Χ΄΄ Λοϊζή και Άλλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 658 αναφέρθηκαν τα εξής: «Στη Lambris Haralambous Papa Loizou v. Kornelia Themistokleous, Vol. 22 C.L.R. 177, το Εφετείο επεσήμανε ότι ενυπάρχει στοιχείο αντινομίας στην ταυτόχρονη διεκδίκηση ιδιοκτησίας λόγω λάθους στα κτηματολογικά βιβλία και για εχθρική κατοχή. Ο παραμερισμός λάθους στα κτηματολογικά βιβλία σκοπεί στην αποκατάσταση της δεδομένης ιδιοκτησίας που δικαιολογούν τα ίδια τα κτηματολογικά μητρώα ενώ η διεκδίκηση διατάγματος ιδιοκτησίας λόγω εχθρικής κατοχής έχει ως λόγο τη μεταβολή των κτηματολογικών στοιχείων» Στην προκειμένη περίπτωση, θεωρώ ότι είμαστε αντιμέτωποι με μια ελλιπή και συγχυσμένη Έκθεση Απαίτησης στην οποία ο ενάγοντας διεκδικεί την εγγραφή του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι του διότι αυτό άνηκε δυνάμει αγοράς στον παππού του χωρίς να αξιώνει οποιαδήποτε ακύρωση της αρχικής εγγραφής του εν λόγω ακινήτου στο όνομα της μητέρας του εναγομένου αλλά να αξιώνει την εγγραφή επ' ονόματι του τελικά δυνάμει εχθρικής κατοχής και/ή δωρεάς από τη θεία του. Παρά την πιο πάνω επισήμανση μου θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο ο ενάγοντας απέδειξε την απαίτηση του και δικαιούται να εγγραφεί ως ο ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου στη βάση της χρησικτησίας. Είναι προφανές ότι η αξίωση του δεν μπορεί να επιτύχει για διάφορους λόγους που θα αναφέρω, πέραν από το γεγονός ότι δεν έχουν προκύψει οποιαδήποτε ευρήματα πραγματικών ουσιαστικών γεγονότων Από τη στιγμή που έχει αποδειχθεί και αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων ότι το τεμάχιο 84, μερίδιο ΟΛΟ έχει εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη ο οποίος αρχικά ενεγράφηκε επ΄ ονόματι του στις 27/06/1963 και συγκεκριμένα στη μητέρα του εναγομένου, ο ενάγοντας όφειλε να αποδείξει αδιάλειπτη και αδιαφιλονικούμενη κατοχή από τους προκάτοχους του πριν από την εν λόγω ημερομηνία. Με βάση τις πρόνοιες του Κεφ. 224 το οποίο τέθηκε σε ισχύ την 1/09/1946 η περίοδος που χρειάζεται για να αποκτηθεί δικαίωμα εγγραφής δυνάμει χρησικτησίας είναι 30 χρόνια. Άρα η οποιαδήποτε κατοχή του επίδικου ακινήτου η οποία άρχισε μετά την 1/09/1946 δεν θα μπορούσε να ήταν ικανή να συμπληρώσει τα 30 χρόνια αφού το 1963 εκδόθηκε τίτλος επί του εν λόγω ακινήτου. Επομένως, εκείνο το οποίο απαιτείτο στην παρούσα υπόθεση ήταν η προσκόμιση μαρτυρίας ότι η κατοχή του εν λόγω ακινήτου άρχισε πριν από τη θέσπιση του Κεφ. 224 και άρα ίσχυαν οι πρόνοιες του Οθωμανικού Κώδικα. Σε αυτή την περίπτωση, θεωρώ ότι θα έπρεπε να προσκομιστεί μαρτυρία η οποία να καθόριζε και την κατηγορία στην οποία άνηκε το επίδικο ακίνητο έτσι ώστε να μπορούσε να καθοριστεί η χρονική διάρκεια κατοχής που απαιτείτο για να αποκτηθεί δικαίωμα ιδιοκτησίας (βλ. Σάββας Ιωάννου Τιτσινίδης
(1993)1 Α.Α.Δ. 429). Στην παρούσα υπόθεση ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε που να αναφέρει το είδος της ακίνητης ιδιοκτησίας που ο ενάγοντας διεκδικεί με βάση τις πρόνοιες του Οθωμανικού Κώδικα και δεν θεωρώ ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να προβαίνει σε εικασίες. Αν και φαίνεται ότι πολύ πιθανόν να πρόκειται για ακίνητο της κατηγορίας Αραζί Μιριέ, θεωρώ ότι θα έπρεπε να προσκομιστεί μαρτυρία που να επεξηγεί την κατηγορία στην οποία άνηκε το εν λόγω ακίνητο. Ακόμη όμως και να θεωρήσω ότι το επίδικο ακίνητο άνηκε στην πιο πάνω κατηγορία γης, τότε χρειαζόταν περίοδο κατοχής 10 χρόνων για να αποκτηθεί δικαίωμα εγγραφής. Στην παρούσα περίπτωση δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε θετική μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει ότι η κατοχή του επίδικου ακινήτου άρχισε πριν από τη θέσπιση του Κεφ. 224 ούτε έχουν προκύψει τέτοια ευρήματα. Το πιστοποιητικό τεκμήριο 3, το οποίο αναφέρει ότι αυτό αγοράστηκε από τον Ιωάννη Κωνσταντίνο Κούκο το 1930 και έκτοτε κατεχόταν από αυτόν, απορρίφθηκε για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω. Οι μάρτυρες που κατέθεσαν για λογαριασμό του ενάγοντα, ακόμη και να δεχόμουν αυτά που ανέφεραν σε σχέση με τις προσωπικές τους γνώσεις δεν αποκαλύπτουν κατοχή του πριν από την 01ην/09/1946, έτσι ώστε να τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του Οθωμανικού Δικαίου. Η μοναδική μαρτυρία που θα μπορούσε να στηρίξει κάπως την υπόθεση του ενάγοντα ήταν αυτή της Μ.Ε.4 λόγω ηλικίας και συγκεκριμένα ότι θα μπορούσε να γνώριζε γεγονότα και καταστάσεις πριν από την 01/09/1946. Πέραν του ότι η μαρτυρία της απορρίφθηκε, ακόμη και να βασιζόμουν σε αυτή και να θεωρούσα ότι αναφερόταν στο επίδικο μέρος του τεμαχίου 84, εντούτοις οι όποιες αναφορές της δεν συσχετίστηκαν χρονολογικά. Η ίδια δεν θυμόταν για ποια χρονολογία αναφερόταν. Επίσης, όπως διαφάνηκε ανωτέρω και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της, αυτή προφανώς αναφερόταν σε κάποια περίοδο τουλάχιστον μετά το 1948 αφού όταν έβλεπε τον Ιωάννη Κωνσταντίνο Κούκο να καλλιεργεί το ακίνητο, στο οποίο αναφερόταν, μαζί του ήταν και οι κόρες του. Επομένως, ενώπιον του Δικαστηρίου δεν τέθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ή τουλάχιστον δεν έχει προκύψει αξιόπιστη και σαφή μαρτυρία ότι το επίδικο ακίνητο άρχισε να κατείχετο από τον Ιωάννη Κωνσταντίνο Κούκο πριν από την 1/09/1946 ή από το 1930 που ο ενάγοντας ισχυρίστηκε στην αγωγή του ότι αυτός το αγόρασε. Πέραν των πιο πάνω, δεν έχει προκύψει από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε κατά πόσο η κατοχή αυτή αφορούσε το συγκεκριμένο ακίνητο δηλαδή το ½ μερίδιο του βόρειου μέρους του τεμαχίου 84 όπως γενικά και αόριστα καθορίζεται στην Έκθεση Απαίτησης. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι ο ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει την αξίωση του και η αγωγή του υπόκειται σε απόρριψη. Ως εκ τούτου, αυτή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του εναγομένου και εναντίον του ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογρ.) ........... Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil / Other actions / Final Αναφορά: Πολιτική / exthriki katoxi cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο