← Κύπρος

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΛΑΔΟΠΟΥΛΟΥ ν. ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ & ΜΑΚΡΥΝΙΚΟΛΑΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΑΛΣ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής: 1151/2011, 3/6/2016

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΛΑΔΟΠΟΥΛΟΥ ν. ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ & ΜΑΚΡΥΝΙΚΟΛΑΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΑΛΣ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής: 1151/2011, 3/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A124 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1151/2011 Μεταξύ: ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΛΑΔΟΠΟΥΛΟΥ εκ Πάφου Ενάγοντα και ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ & ΜΑΚΡΥΝΙΚΟΛΑΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΑΛΣ ΛΙΜΙΤΕΔ εκ Πάφου Εναγόμενης Ως έχει τροποποιηθεί δυνάμει διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου ημερομηνίας 05.03.15 Αίτηση τροποποίησης έκθεσης υπεράσπισης ημερομηνίας 30.03.16 Ημερομηνία: 03.06.16 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενη-Αιτήτρια: κα Μ. Φούρναρη για κ.κ. Κ. Τσιρίδη & Σία Δ.Ε.Π.Ε. (η κα Α. Μιχαήλ για ν΄ακούσει απόφαση) Για Ενάγοντα-Καθ' ου η αίτηση: κα Σ. Φλωράκη για κ.κ. Ν.Ε. Νεοκλέους Δ.Ε.Π.Ε. (η κα Σ. Μιχαήλ για ν΄ακούσει απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στην υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή ο Ενάγοντας αξιώνει εναντίον της Εναγομένης γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες, ζημιές και βλάβες που ισχυρίζεται ότι υπέστηκε συνεπεία εργατικού ατυχήματος στο χώρο εργασίας του, για την πρόκληση του οποίου επιρρίπτει την ευθύνη σε αμέλεια, παράβαση των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων καθώς και παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων εργοδότησης από την Εναγόμενη, την οποία θεωρεί κατά τον ουσιώδη χρόνο ως εργοδότη του. Στην υπεράσπιση της που ας σημειωθεί ότι έχει τροποποιηθεί στις 05.03.15 δυνάμει δικαστικού διατάγματος, η Εναγόμενη αρνείται ότι συνέβηκε ατύχημα κάτω από τις συνθήκες και περιστάσεις που ο Ενάγοντας επικαλείται και περαιτέρω αφού αρνείται οποιαδήποτε ευθύνη ή ανάμιξη στο κατ' ισχυρισμό ατύχημα απορρίπτει τις θέσεις του Ενάγοντα ότι ως αποτέλεσμα της πρόκλησης του τραυματίστηκε και ότι υπέστηκε έξοδα και απώλειες. Σε σχέση με το ζήτημα εργοδότησης η Εναγόμενη ενώ στην παράγραφο 2 της υπεράσπισης της ισχυρίζεται ότι ο Ενάγοντας (προφανώς η αναφορά της λέξης 'Εναγόμενος' στο κείμενο της εν λόγω παραγράφου οφείλεται σε καθαρά τυπογραφικό λάθος) κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στην υπηρεσία της στην παράγραφο 5 του ιδίου εγγράφου δικογραφεί μία εκ διαμέτρου αντίθετη θέση ισχυριζόμενη ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Ενάγοντας δεν βρισκόταν στην υπηρεσία τους έχοντας ειδοποιηθεί εγκαίρως για τον τερματισμό της σύμβασης εργασίας του και ότι δεν ενεργούσε κατ' εντολή και σύμφωνα με τις οδηγίες της, θέση την οποία επαναλαμβάνει στην παράγραφο 6 του εν λόγω δικογράφου. Η υπόθεση οδηγήθηκε σε εκδίκαση, η έναρξη της οποίας ήταν στις 03.02.16. Η ακροαματική διαδικασία ολοκληρώθηκε στις 04.03.16 και η υπόθεση ορίστηκε για τελικές αγορεύσεις. Την ημέρα εκείνη ζητήθηκε αναβολή από μέρους της Εναγομένης και παράλληλα υπεβλήθηκε αίτημα όπως το Δικαστήριο εκδικάσει την παρούσα αίτηση τροποποίησης, η οποία στο μεταξύ είχε καταχωρηθεί και επιδοθεί στον Ενάγοντα, πριν από την εκφώνηση των τελικών αγορεύσεων. Με τη σύμφωνη γνώμη αμφοτέρων διαδίκων το Δικαστήριο επιλήφθηκε αμέσως της αίτησης αυτής και εφόσον είχε ήδη καταχωρηθεί ένσταση από τον Ενάγοντα προχώρησε αμέσως στην εκδίκαση της. Με την υπό κρίση αίτηση η Εναγόμενη (Αιτήτρια) ζητεί για δεύτερη φορά την έκδοση διατάγματος που αυτή τη φορά να επιτρέπει την τροποποίηση της παραγράφου 2 της έκθεσης υπεράσπισης δια της διαγραφής από το κείμενο αυτής της θέσης της ότι ο Ενάγοντας εργαζόταν στην υπηρεσία της. Ειδικότερα μέσα από το περιεχόμενο της εν λόγω παραγράφου επιδιώκεται η διαγραφή της τελευταίας φράσης 'εκτός από το γεγονός ότι ο Εναγόμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στην υπηρεσία των Εναγομένων.' Η παρούσα αίτηση εδράζεται στη Διαταγή 9 Κανονισμούς 2, 4, 7, 10 και 11, στη Διαταγή 33 Κανονισμό 6, στη Διαταγή 25 Κανονισμούς 1-5, στη Διαταγή 48 Κανονισμούς 1-3 και στη Διαταγή 64 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στη διακριτική ευχέρεια και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα δε γεγονότα, πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με την Εναγόμενη δικαιολογούν την επιτυχία της, περιέχονται στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 30.03.16 της κυρίας Ελένης Αποστολίδου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που χειρίζεται την υπόθεση αυτή για την Εναγόμενη, στην οποία περιληπτικά αναφέρονται τα εξής: - Στις 04.03.16 που ολοκληρώθηκε η αντεξέταση του τελευταίου μάρτυρα της Εναγομένης περιέπεσε για πρώτη φορά στην αντίληψη της συνηγόρου που χειρίζεται την υπόθεση της ότι στην έκθεση υπεράσπισης περιέχονται αντικρουόμενοι ισχυρισμοί στο θέμα εργοδότησης του Ενάγοντα. - Αμέσως μετά η εν λόγω δικηγόρος που χειριζόταν την υπόθεση της Εναγομένης αναχώρησε στο εξωτερικό όπου παρέμεινε για μία περίπου εβδομάδα. - Οι αντικρουόμενοι ισχυρισμοί οφείλονται σε αβλεψία και κακή διατύπωση. - Θα πρέπει να επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση έτσι ώστε η έκθεση υπεράσπισης να συνάδει με την προσαχθείσα μαρτυρία. - Τυχόν έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε ζημιά στον Ενάγοντα που δεν μπορεί να θεραπευτεί με έξοδα. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης που καταχωρήθηκε εκ μέρους του Ενάγοντα (Καθ' ου η αίτηση) στηρίζεται επί τους ακόλουθους λόγους:

(1)Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση.
(2)Η αιτούμενη τροποποίηση είναι άνευ ουσίας και αντικειμένου. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης βασίζεται στη Διαταγή 25 και στη Διαταγή 48 Κανονισμό 4
(1)των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 05.04.16 του κυρίου Αλέξη Νεοκλέους, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που χειρίζεται την υπόθεση αυτή για τον Ενάγοντα στην οποία περιέχονται γεγονότα που κατά τη γνώμη του τεκμηριώνουν τους λόγους ένστασης και κατ' επέκταση δικαιολογούν απόρριψη της υπό κρίση αίτησης. Τα εν λόγω γεγονότα συνοψίζονται στα πιο κάτω: · Στην υποβολή του αιτήματος τροποποίησης υπήρξε καθυστέρηση για την οποία ουδεμία επαρκής εξήγηση παρέχεται. · Η δικαιολογία που προβλήθηκε ότι η δικηγόρος που χειριζόταν την υπόθεση για την Εναγόμενη αντιλήφθηκε αντικρουόμενους ισχυρισμούς στα τελευταία στάδια της ακροαματικής διαδικασίας είναι ατυχής επειδή η ίδια δικηγόρος χειριζόταν την αγωγή αυτή από την αρχή. · Η μαρτυρία που προσάχθηκε από την πλευρά της Εναγομένης δεν είναι αντικρουόμενη με τον επίδικο ισχυρισμό της που περιέχεται στην επίμαχη φράση, της οποίας επιδιώκεται διαγραφή. Κατά την ακρόαση της υπό κρίσης αίτησης αμφότεροι ευπαίδευτοι συνήγοροι με παραπομπή σε νομολογία υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις και ισχυρισμούς τους περιοριζόμενοι σε αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων είναι καταγραμμένο στα πρακτικά και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν εξυπηρετεί οποιοδήποτε σκοπό. Η εξουσία του Δικαστηρίου για τροποποίηση δικογράφου διέπεται δικονομικά από τη Διάταξη 25 Κανονισμό 1 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η εν λόγω διάταξη έτυχε εκ βάθρου τροποποίησης με τον Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ.2) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2015, ο οποίος όμως ουδεμία σχέση έχει με υποθέσεις που καταχωρήθηκαν πριν από την 01.01.15. Εφόσον η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 23.06.11 το καθεστώς που διέπει την εξέταση τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης είναι αυτό που ισχύει πριν από τη θέσπιση του προαναφερομένου τροποποιητικού διαδικαστικού κανονισμού. Σύμφωνα με τον πιο πάνω κανονισμό, ο οποίος ας σημειωθεί ότι έτυχε εκτενής ανάλυσης και βαθιάς ερμηνείας μέσα από σωρεία κυπριακών αποφάσεων: "The court or a judge may, at any stage of the proceedings allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties." Στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική 1958 (The Annual Practice 1958) και ειδικότερα στη σελίδα 622 αναφέρονται, ανάμεσα σ' άλλα, τα εξής: "An amendment ought to be allowed if thereby the real substantial question can be raised between the parties and multiplicity of legal proceedings avoided." Στο δε αγγλικό νομικό σύγγραμμα Halsbury's The Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 3 στην παράγραφο 73 της σελίδας 35 αναγράφονται τ' ακόλουθα υπό τον τίτλο 'Time for making amendment': "An amendment may be allowed at any stage of the proceedings, even after trial." (Wyatt v Rosherville Gardens Co.
(1886)2 T.L.R.282, Loufti v C. Czarnikow Ltd [1953] 2 Lloyd's Rep.213, C.A) Η εξουσία του Δικαστηρίου για τροποποίηση δικογράφου έχει διακριτικό χαρακτήρα, η οποία ασκείται φιλελεύθερα και χωρίς να διέπεται από άκαμπτους κανόνες αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Αυτό εξάλλου συνάγεται από ερμηνεία των προνοιών του Κανονισμού 1 της Διάταξης 25 και μέσα από υποδείξεις της νομολογίας (Preece κ.α. v. Ρωσσίδου
(2011)1 Α.Α.Δ. 2138 και Παπαχρυσοστόμου v. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 817). Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει διάφορες νομικές αρχές και παραμέτρους, στο πλαίσιο των οποίων είναι δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου: 1. Η τροποποίηση δικογράφου επιτρέπεται σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας περιλαμβανομένου και του σταδίου αμέσως πριν ή ακόμη και μετά της έναρξης της ακροαματικής συνεδρίασης δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και με τέτοιο τρόπο και κάτω από τέτοιους όρους που κριθούν αναγκαίοι από το Δικαστήριο (αγγλικό νομικό σύγγραμμα Halsbury's The Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 3, παράγραφος 73, σελίδας 35, Στέλιος Φοινιώτης v Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 33 και Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation Πολιτική Έφεση Αρ. 58/2012 ημερ. 04.03.13). 2. Η τροποποίηση δικογράφου πρέπει κατά κανόνα να εγκρίνεται για να δίδεται η δυνατότητα σε κάθε διάδικο να θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου το σύνολο των πραγματικών διαφορών του με την άλλη πλευρά μέσω καλύτερης, πληρέστερης ή ακριβέστερης διατύπωσης των εκατέρωθεν θέσεων τους έτσι ώστε τα επίδικα θέματα και η ουσία αυτών να προσδιορίζονται, να παρουσιάζονται και να επιλύονται διεξοδικά δια της ίδιας νομικής διαδικασίας στην πραγματική και νομική διάσταση τους αποφεύγοντας την πολλαπλότητα δικαστικών διαμαχών (Ετήσια Δικονομική Πρακτική 1958 (The Annual Practice 1958) σελίδα 622, Geto v M/V Vladimir Waslyayer (αρ.4)
(1993)1 Α.Α.Δ. 714 και Συμβούλιο Βελτιώσεως Αγλαντζιάς v Χαρικλείδη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1608). 3. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου (Στέλιος Φοινιώτης v Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 33 και Khan και άλλη v. Δημοκρατίας του Πακιστάν, Πολιτική Έφεση Αρ. 295/2010, ημερομηνίας 11.07.11). 4. Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του παράγοντες με ποικίλλουσα βαρύτητα ανάλογα με τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και γενικά συνυπολογίζει όλα τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης (Αθηνόδωρος Βασιλειάδης κ.α. v. Πετρολίνα Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 16 και Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. v. A.G. Lenentis & Company (Nigeria) Ltd και άλλου
(1993)1 Α.Α.Δ. 726). 5. Κυρίαρχος παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης, το οποίο αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου (Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237). Ανάμεσα στις παραμέτρους που συνυπολογίζονται είναι η πρόκληση ζημιάς στον αντίδικο που δεν θεραπεύεται με την επιδίκαση εξόδων καθώς και η ύπαρξη κακοπιστίας (Kallice Holding Co Ltd v MTR Metals (Overseas) Ltd, Αγωγή Ναυτοδικείου 40/93 ημερ. 14.02.1996, Fereos Christopoulos v The Attorney-General of the Republic
(1988)1 Α.Α.Δ. 79, Νικολάου v. Μιλτιάδους και άλλης
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1005, Ετήσια Δικονομική Πρακτική 1958 (The Annual Practice 1958) σελίδα 624, Mogridge v. Clapp
(1892)3 Ch.D. 382 και Περικτιόνη Χρίστου v Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 704). Εκεί όπου υπάρχει βάσιμη πεποίθηση ότι η αίτηση δεν διαπνέεται από καλή πίστη, εγείρεται δυσχέρεια στην έγκριση αιτήματος τροποποίησης δικογράφου. Το βάρος απόδειξης ότι το αίτημα τροποποίησης δικογράφου χαρακτηρίζεται από κακοπιστία φέρει ο διάδικος που το ισχυρίζεται. 6. Ένας άλλος από τους πολλούς παράγοντες που προσμετρείται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας είναι η τυχόν καθυστέρηση που προκύπτει από την υποβολή αιτήματος τροποποίησης δικογράφου. Η καθυστέρηση αποκτά την έννοια όχι αφεαυτής της μακράς εκκρεμότητας της αγωγής αλλά της αργοπορίας στην εκδήλωση διαβήματος για άδεια τροποποίησης, εκεί όπου προϋποτίθεται η δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος, χωρίς όμως ο παράγοντας αυτός, αν και σχετικός, να είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (Παπαχρυσοστόμου v. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 817), C & A Pelekanos Associates Ltd v Ανδρέα
(2001)1 Α.Α.Δ. 2075, Saba & Co (T.M.P.) v T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Λτδ κ.α. v Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 237, Ταξί Κυριάκος Λτδ v Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλας
(2002)1Α Α.Α.Δ. 223 και Preece κ.α. v. Ρωσσίδου
(2011)1 Α.Α.Δ. 2138). Στην περίπτωση όπου υπάρχει παράλειψη ή αργοπορία στην υποβολή σχετικού αιτήματος τροποποίησης δικογράφου θα πρέπει να παρέχεται ικανοποιητική εξήγηση αλλά όπως τονίστηκε στην υπόθεση Νικολάου ν. Μιλτιάδους και άλλης
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1005 στην περίπτωση όπου δεν προκαλείται ζημιά που δεν θεραπεύεται με την επιδίκαση εξόδων, η μη πλήρως αιτιολογημένη καθυστέρηση δεν θα πρέπει να στερεί από τον διάδικο του δικαιώματος του να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ίδιο σκεπτικό εφαρμόστηκε στην μεταγενέστερη απόφαση Preece κ.α. v. Ρωσσίδου
(2011)1 Α.Α.Δ. 2138 όπου υποδείχτηκε ότι η μερική αδυναμία από τη μη δικαιολόγηση με απόλυτη πειστικότητα της καθυστέρησης που παρατηρήθηκε στην προώθηση του δικονομικού διαβήματος, δεν οδηγεί σε απόρριψη της αίτησης εφόσον το πλέον ουσιώδες κριτήριο είναι η στάθμιση των παραγόντων που αποτελούν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Θα πρέπει ακόμη να λεχθεί ότι το γεγονός της καθυστέρησης δεν εξισώνονται κατ' ανάγκη με κακοπιστία (Παπαχρυσοστόμου v. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 817). Μέσα από τη νομολογία έχει ακόμη τονιστεί ότι όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Όπως λέχθηκε η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης (Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.α, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, ημερ. 20.03.14). 7. Η σύγχρονη τάση της νομολογίας είναι το Δικαστήριο να επιτρέπει τροποποιήσεις δικογράφων στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και αν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης εφόσον δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά που δεν μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα ή ο αιτητής βέβαια δεν ενεργεί κακόπιστα (Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ v. Χαρίδη
(2011)1 Α.Α.Δ. 825 και Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 825). 8. Αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. Η δε αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει, αφ' εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. (Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.α, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, ημερ. 20.03.14, Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.Α.Δ. 501). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.
  1. Προσθήκη νέας βάσης αγωγής δεν καταδικάζει την αίτηση τροποποίησης σε αποτυχία αλλά εξετάζεται και συνεκτιμάται υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων της δεδομένης περίπτωσης (Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.α, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, ημερ. 20.03.14). Όπως υποδείχτηκε στην υπόθεση Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation Πολιτική Έφεση Αρ. 58/2012 ημερ. 04.03.13 η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης τροποποίησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.
  2. Παρόλο που κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της περιστατικά, εντούτοις παράγοντες όπως 'το συμφέρον της δικαιοσύνης', 'η πρόκληση βλάβης ή ζημιάς στην άλλη πλευρά που δεν αποζημιώνεται με χρήμα', 'ο προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων', 'η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων' και 'η αποφυγή πολλαπλότητας διαδικασιών' είναι μείζονος σημασίας κατά την συνεκτίμηση των δεδομένων μιας υπόθεσης και ασφαλώς υπερισχύουν, πάντοτε συγκριτικά, του παράγοντα 'καθυστέρηση' που απλώς συνεκτιμάται ανάλογα με άλλους σχετικούς παράγοντες που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου όπως με την αναγκαιότητα ή το βαθμό χρησιμότητας της τροποποίησης ή την ανυπαρξία κακοπιστίας (Νικολάου v. Μιλτιάδους και άλλης
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1005). Καθοδηγούμενος από το πιο πάνω νομικό πλαίσιο στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την παρούσα αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης. Θα αρχίσω από το ζήτημα της καθυστέρησης που είναι ο πρώτος λόγος ένστασης. Ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη δεν παρέχει επαρκή εξήγηση για την καθυστέρηση που προκλήθηκε. Σχολιάζει δε την δικαιολογία που προβλήθηκε ως ατυχής προκειμένου να στηρίξει τη θέση του για μη ύπαρξη ικανοποιητικής εξήγησης. Κατ' αρχήν δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η υπό κρίση αίτηση τροποποίησης υποβάλλεται στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων της παρούσας υπόθεσης. Όπως ήδη λέχθηκε πιο πάνω, σε τέτοια περίπτωση η άσκηση της διακριτικής εξουσίας γίνεται με φειδώ χωρίς όμως η έναρξη εκδίκασης αγωγής να αποτελεί τροχοπέδη στην εξέταση αίτησης τροποποίησης. Παράλληλα διατηρώ εις γνώση μου την νομική αρχή ότι το θέμα της καθυστέρησης δεν είναι αποφασιστικής σημασίας όπως το συμφέρον της δικαιοσύνης που είναι ο κυρίαρχος παράγοντας, αλλά συνεκτιμάται με άλλες παραμέτρους που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου, μία εκ των οποίων είναι η απουσία στοιχείου κακοπιστίας. Δεν παραγνωρίζω ακόμη ότι η καθυστέρηση δεν χρειάζεται να αιτιολογείται πλήρως και από μόνη της μερική αδυναμία από τη μη δικαιολόγηση της με απόλυτη πειστικότητα δεν οδηγεί σε απόρριψη της αίτησης. Στην προκειμένη περίπτωση η ενόρκως δηλούσα Αποστολίδου δικαιολογεί τη λήψη του δικονομικού διαβήματος τροποποίησης αναφέροντας πως η δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση της Εναγομένης αντιλήφθηκε το ζήτημα αντικρουόμενων ισχυρισμών στην εργοδότηση του Ενάγοντα κατά την αντεξέταση του μάρτυρα Σωκράτους. Ανατρέχοντας στο δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης διαπιστώνω ότι αυτή διεξήχθη στις 04.03.16. Το ότι η δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση αυτή για την Εναγόμενη ήταν το ίδιο άτομο από την αρχή δεν σημαίνει ότι είχε εντοπίσει την εν λόγω διάσταση θέσεων της Ενάγουσας στην έκθεση υπεράσπισης από τότε που άρχισε να χειρίζεται την υπόθεση. Τέτοια μαρτυρία δεν έχει προσκομιστεί στο Δικαστήριο. Το πρόβλημα αποδίδεται σε αβλεψία και κακή εντύπωση του συντάκτη του εν λόγω δικογράφου. Συνεπώς η εντύπωση που δίδεται μέσα από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την παρούσα αίτηση είναι ότι το πρόβλημα οφείλεται σε αμέλεια του δικηγόρου που ετοίμασε την έκθεση απαίτησης χωρίς να υπάρχει μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι η δικηγόρος που χειρίζεται την εκδίκαση της υπόθεσης γνώριζε γι' αυτό προγενέστερα του χρονικού διαστήματος που δηλώθηκε ότι περιέπεσε για πρώτη φορά στην αντίληψη της. Βεβαίως το γεγονός ότι η δικηγόρος αμέσως μετά μετέβηκε στο εξωτερικό για μία περίπου εβδομάδα δεν σημαίνει ότι δεν μπορούσε να έδιδε οδηγίες για καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, η οποία τελικά καταχωρήθηκε 26 ημέρες μετά που το πρόβλημα περιέπεσε στην αντίληψη της. Το δεδομένο αυτό δείχνει κάποια καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας αίτησης, για την οποία όμως παρέχεται εξήγηση. Μπορεί να φαίνεται ότι η καθυστέρηση δεν είναι πλήρως αιτιολογημένη με απόλυτη πειστικότητα αλλά από τη στιγμή που δεν υπάρχει μαρτυρία που να συνδέει την υπό κρίση αίτηση με στοιχείο κακοπιστίας το γεγονός της καθυστέρησης δεν εξετάζεται μεμονωμένα αλλά σε συνάρτηση με τους υπόλοιπους σχετικούς παράγοντες. Η καθυστέρηση από μόνη της δεν ισοδυναμεί με κακοπιστία αλλά ούτε και υπάρχει τέτοιος ισχυρισμός από μέρους του Ενάγοντα. Εξετάζοντας τους υπόλοιπους παράγοντες που προσμετρούν στην κρίση Δικαστηρίου, όπως αυτοί έχουν διαμορφωθεί διαχρονικά μέσα από την νομολογία, παρατηρώ ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν αποτελεί προσθήκη βάσης αγωγής αλλά ούτε καν νέο ισχυρισμό. Απλά δικογραφούνται δύο αντίθετες θέσεις της Εναγομένης επί του ιδίου ζητήματος και ζητείται η διαγραφή μίας από αυτής. Παράλληλα με γνώμονα ότι η διαδικασία προσκόμισης μαρτυρίας έχει ολοκληρωθεί και από τους δύο διαδίκους αναφορικά με την παρουσίαση της εκδοχής τους στο Δικαστήριο δεν υφίσταται θέμα να περιπλεχτεί η εκδίκαση οποιουδήποτε επίδικου θέματος ένεκα της αιτούμενης διαγραφής της επίμαχης φράσης και έτσι εξουδετερώνεται ο κίνδυνος εκτροχιασμού της δικαστικής διαδικασίας εις βάρος των προνοιών του άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Δεν παραγνωρίζω ότι ένεκα της παρούσας αίτησης τροποποίησης έχουν παρέλθει σχεδόν 2 μήνες από την ημερομηνία που ήταν προγραμματισμένη η εκφώνηση των τελικών αγορεύσεων, πλην όμως αυτό δεν κρίνεται ότι διαφεύγει του χρονικά λογικού πλαισίου. Μπροστά σε αυτά τα δεδομένα δεν θεωρώ ότι ο πρώτος λόγος ένστασης ευσταθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Με τον δεύτερο λόγο ένστασης ο Ενάγοντας παραπονιέται ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι άνευ ουσίας και αντικειμένου επειδή θεωρεί πως η μαρτυρία που προσάχθηκε από την πλευρά της Εναγομένης σχετικά με την επίμαχη φράση, της οποίας επιδιώκεται διαγραφή, δεν είναι αντικρουόμενη. Ανατρέχοντας στην έκθεση υπεράσπιση παρατηρώ ότι η Εναγόμενη δικογραφεί δύο σχετικά αντίθετες θέσεις στο ζήτημα εάν κατά τον ουσιώδη χρόνο του ισχυριζόμενου ατυχήματος ο Ενάγοντας εργαζόταν υπό τις οδηγίες της Εναγομένης. Συγκεκριμένα διαβάζοντας την παράγραφο 2 της έκθεσης υπεράσπισης καθίσταται αντιληπτό ότι η Εναγόμενη συμφωνεί με τη θέση του Ενάγοντα ότι τη χρονική στιγμή του κατ' ισχυρισμό ατυχήματος ο Ενάγοντας (επαναλαμβάνω ότι η αναφορά σε 'Εναγόμενο' είναι προφανές ότι οφείλεται σε τυπογραφικό λάθος) εργαζόταν στην υπηρεσία της Εναγομένης. Παράλληλα στην παράγραφο 5 της υπεράσπισης δικογραφείται η θέση ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο του ισχυριζόμενου ατυχήματος ο Ενάγοντας δεν βρισκόταν στην υπηρεσία των Εναγομένων. Επίσης προβάλλονται διαζευκτικά οι ισχυρισμοί ότι ο Ενάγοντας είχε ειδοποιηθεί εγκαίρως για τον τερματισμό της σύμβασης εργασίας του με την Εναγόμενη και ότι δεν ενεργούσε κατ' εντολή και/ή σύμφωνα με τις οδηγίες της Εναγομένης. Η θέση αυτή επαναλαμβάνεται και στην παράγραφο 6 της Έκθεσης Απαίτησης. Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης η Εναγόμενη επέλεξε να προωθήσει τις θέσεις των παραγράφων 5 και 6 της υπεράσπισης και ειδικότερα ότι τη χρονική στιγμή του κατ' ισχυρισμό ατυχήματος ο Ενάγοντας δεν είχε λάβει από αυτήν οδηγίες να εκτελέσει εργασία και δεν εργαζόταν ως υπάλληλος της αλλά τυχόν ενέργεια του να την εκλαμβάνουν εκτός του πλαισίου εργοδότησης του, το οποίο θεωρούν ότι είχε τερματιστεί. Είναι γι' αυτό που η Εναγόμενη επιθυμεί τη διαγραφή της θέσης της που καταγράφεται στην παράγραφο 3 της έκθεσης υπεράσπισης. Η εν λόγω θέση προβλήθηκε τόσο στην αντεξέταση του Ενάγοντα δια σχετικής υποβολής όσο και στην κυρίως εξέταση του μάρτυρα υπεράσπισης Σωκράτη Σωκράτους. Όπως έχει λεχθεί με την τροποποίηση της η Ενάγουσα δεν εισάγει νέο ισχυρισμό ή νέα βάση αγωγής αλλά ουσιαστικά επιχειρεί να τροποποιήσει την έκθεση απαίτησης της έτσι ώστε το περιεχόμενο της να συνάδει με την προσκομισθείσα μαρτυρία. Ο σχολιασμός της μαρτυρίας του μάρτυρα υπεράσπισης Σωκράτους από το συνήγορο του Ενάγοντα προς υποστήριξη της θέσης του οδηγεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας του και το Δικαστήριο δεν ασχολείται με τέτοιο ζήτημα στο στάδιο αυτό. Ως εκ τούτου ο σχολιασμός αυτός δεν λαμβάνεται υπόψη. Ο Ενάγοντας είχε την ευκαιρία μέσα από την ακρόαση της αγωγής να παρουσιάσει τη δική του εκδοχή στο επίμαχο ζήτημα της εργοδότησης του στη βάση δικής του ένορκης μαρτυρίας. Περαιτέρω ο μάρτυρας Σωκράτους που ήταν και ο μοναδικός μάρτυρας γεγονότων από μέρους της υπεράσπισης αντεξετάστηκε εκτενώς επί της θέσεως της Εναγομένης που προωθήθηκε στο θέμα αυτό. Συνεπώς τυχόν έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης δεν επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματα και/ή συμφέροντα του Ενάγοντα. Ούτε δημιουργεί οποιαδήποτε αδικία εις βάρος του Ενάγοντα και ούτε του προκαλεί οποιαδήποτε βλάβη και/ή ζημιά που δεν δύναται να αποζημιωθεί με τη κατάλληλη διαταγή εξόδων. Εν κατακλείδι η προκειμένη περίπτωση αφορά μια τυπικής φύσεως τροποποίηση επί του περιεχομένου της οποίας έχει ήδη δοθεί μαρτυρία από αμφότερα τα μέρη κατά την ακρόαση της αγωγής. Με βάση το προαναφερόμενο σκεπτικό ο δεύτερος λόγος ένστασης κρίνεται αβάσιμος και κατά συνέπεια απορρίπτεται. Συνεκτιμώντας όλους τους σχετικούς παράγοντες με κυρίαρχη παράμετρο το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, όπως αυτοί αναπτύχθηκαν και εξηγήθηκαν πιο πάνω και εφαρμόστηκαν στη βάση των δεδομένων της υπόθεσης αυτής, κρίνω ότι θα πρέπει να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της έγκρισης της υπό κρίση αίτησης. Ως εκ τούτου, η παρούσα αίτηση εγκρίνεται. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης ως η παράγραφος 1(α) της αίτησης. Η τροποποιημένη υπεράσπιση να καταχωρηθεί μέσα σε 5 ημέρες από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος και η απάντηση στην υπεράσπιση εντός περαιτέρω 3 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης υπεράσπισης. Λόγω του επείγοντος της περίπτωσης το διάταγμα να συνταχθεί εντός 2 εργασίμων ημερών. Η αγωγή ορίζεται για τελικές αγορεύσεις στις 24.06.16 και ώρα 11:00 π.μ. Τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses) όπως και τα έξοδα της παρούσας αίτησης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα-Καθ' ου η Αίτηση και εναντίον της Εναγομένης-Αιτήτριας και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας στην πιο πάνω αγωγή. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other/Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Αίτηση για τροποποίηση έκθεσης υπεράσπισης/Διάταξη 25/ Ενδιάμεση Απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.