ΑΡΧΗ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ν. S.P.A.P. RADIO LIMITED, Αρ. Αγωγής: 2282/2015, 10/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A129 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2282/2015 Μεταξύ: ΑΡΧΗ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ Ενάγουσας και S.P.A.P. RADIO LIMITED Εναγόμενης Αίτηση ημερομηνίας 19.01.16 για έκδοση συνοπτικής απόφασης Ημερομηνία: 10.06.16 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα-Αιτήτρια: κος Κ. Μανώλη για κα Β. Σιηττή Για Εναγόμενη-Καθ' ης η αίτηση: κος Μ. Μιλτιάδους ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα δια κλήσεως αίτηση ημερομηνίας 19.01.16 η Ενάγουσα (στο εξής η 'Αιτήτρια') ζητεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της Εναγομένης (στο εξής η 'Καθ' ης η αίτηση') με την οποία να της καταβληθεί κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό ύψους €2.562, πλέον τόκο προς 9% ετησίως επί ποσών και από ημερομηνίες που σημειώνονται σε επισυνημμένο έγγραφο μέχρι εξόφλησης, πλέον δικηγορικά έξοδα. Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στη Διαταγή 18 Κανονισμούς 1 και 2 και στη Διαταγή 48 Κανονισμούς 1-4 και 9 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Τα δε γεγονότα, πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με την Αιτήτρια δικαιολογεί την επιτυχία της, περιέχονται στην ένορκο δήλωση ημερομηνίας 30.04.15 του κυρίου Άνθιμου Παπανδρέου, στην οποία επισυνάπτονται δύο έγγραφα ως τεκμήρια και περιληπτικά αναφέρει τα εξής: - Ο ενόρκως δηλών έχει θετική γνώση των γεγονότων που αφορούν την υπόθεση αυτή. - Ο ενόρκως δηλών κατέχει τη θέση του λειτουργού λογιστή στην υπηρεσία της Αιτήτριας και έχοντας την ευθύνη παρακολούθησης του λογαριασμού της Καθ' ης η αίτηση ετοίμασε την κατάσταση των κατ' ισχυρισμό οφειλομένων ποσών. - Η Καθ' ης η αίτηση αληθώς οφείλει το ποσό των €2.562 πλέον τόκο προς 9% ετησίως δυνάμει τελών επί των εσόδων από τις διαφημίσεις, ως αυτό αναλύεται στην έκθεση απαίτησης. - Αντίγραφο επιστολής της Αιτήτριας ημερομηνίας 26.06.15 με την οποία κοινοποιείται η πράξη της και συνοδεύεται από σχετική κατάσταση κατ' ισχυρισμό οφειλομένων ποσών επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση ως Τεκμήριο 'Α' ενώ κατάσταση κατ' ισχυρισμό οφειλομένων ποσών επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 'Β'. - Ο ενόρκως δηλών γνωρίζει ότι το ποσό που σημειώνεται στο Τεκμήριο 'Β' δεν έχει εξοφληθεί και εξακολουθεί να παραμένει οφειλόμενο και απαιτητό παρόλο ότι η Καθ' ης η αίτηση επανειλημμένως κλήθηκε να το εξοφλήσει. - Όπως ο ενόρκως δηλών πιστεύει και έτυχε νομικής συμβουλής, η Καθ' ης η αίτηση ουδεμία υπεράσπιση έχει στην παρούσα αγωγή. - Η Καθ' ης η αίτηση καταχώρισε εμφάνιση στις 30.12.15 μόνο για σκοπούς καθυστέρησης της διαδικασίας. Για περισσότερη ενημέρωση ο ενόρκως δηλών παραπέμπει στο περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης το οποίο υιοθετεί ως ορθό και αληθές. Στο Τεκμήριο 'Α' που συνοδεύει την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση σημειώνονται τα εξής: è Παρόλο ότι η Αιτήτρια είχε επανειλημμένα ειδοποιήσει γραπτώς την Καθ' ης η αίτηση για τη μη συμμόρφωση της με τις πρόνοιες του Ν. και των διατάξεων της Κ.Δ.Π. 10/2000 και παρά το ότι στην ίδια επιστολή την καλούσε να προβεί άμεσα στην υποβολή των σχετικών καταστάσεων και τιμοκαταλόγου διαφημίσεων και χορηγιών των προγραμμάτων της καθώς και στην πληρωμή των ανάλογων τελών, εντούτοις η Καθ' ης η αίτηση δεν συμμορφώθηκε με το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής. è Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω παράλειψης η Αιτήτρια προέβηκε η ίδια σε εκτίμηση των εσόδων της Καθ' ης η αίτησης από τις διαφημίσεις, σε υπολογισμό τελών διαφήμισης και σε επιβολή τόκου 9%, κατάσταση την οποία επισυνάπτει στην προαναφερόμενη επιστολή. è Στην εν λόγω επιστολή εξηγείται η διαδικασία που θα ακολουθείτο. Στις 10.03.16 καταχωρήθηκε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης από μέρους της Καθ' ης η αίτησης επί των ακόλουθων λόγων:
(1)Η αίτηση είναι ουσία και νόμω αβάσιμη, αντικανονική, παράτυπη και αντίθετη με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, τους οποίους και παραβιάζει.
(2)Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι παράτυπη, αντινομική και αντίθετη με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις των Διαταγών 18 και 39.
(3)Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης.
(4)Η Καθ' ης η αίτηση έχει καλόπιστη και βάσιμη με βάση τα γεγονότα υπεράσπιση, την οποία δικαιούται να προβάλει κατά την ακρόαση της αγωγής.
(5)Η απαίτηση της Αιτήτριας δεν είναι καλή και ξεκαθαρισμένη. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης βασίζεται στη Διαταγή 18 Κανονισμούς 3 και 5, στη Διαταγή 39 και στη Διαταγή 48 Θεσμοί 1, 2 και 4 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης συνοδεύεται από ένορκο δήλωση ημερομηνίας 30.06.14 του κυρίου Δημήτρη Μαραγκού, διευθυντή της Καθ' ης η αίτησης, στην οποία περιέχονται γεγονότα που κατά τη γνώμη του τεκμηριώνουν τους λόγους ένστασης και κατ' επέκταση δικαιολογούν απόρριψη της αίτησης της Αιτήτριας. Τα εν λόγω γεγονότα συνοψίζονται στα πιο κάτω: · Ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι το άτομο που προέβηκε στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση δεν γνωρίζει τα γεγονότα που επικαλείται. · Η άδεια του εν λόγω ραδιοσταθμού ανανεώθηκε το έτος 2010 με ισχύ μέχρι τις 20.08.
- · Ο ραδιοσταθμός Point FM λειτουργούσε μέχρι το έτος 2012 και έκτοτε λόγω οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε ανέστειλε τη λειτουργία του για τα έτη 2013 και 2014 και συνεπώς δεν είχε έσοδα από 01.07.12 μέχρι 31.12.
- · Περί τις 06.09.12 η Καθ' ης η αίτηση ενημέρωσε την Αιτήτρια ότι οι πωλήσεις της μέχρι τις 30.06.12 ήταν €348,83 και από τότε οι φορολογικές της δηλώσεις στην υπηρεσία Φ.Π.Α. είναι μηδενικές για την περίοδο Σεπτεμβρίου 2015 μέχρι Νοέμβριο
- · Λόγω της αναστολής λειτουργίας του ραδιοσταθμού την περίοδο 2013-2014 η Καθ' ης η αίτηση δεν υπέβαλε στην Αιτήτρια τον απαιτούμενο κατάλογο διαφημίσεων. · Εξ' όσον ο ενόρκως δηλών καλύτερα γνωρίζει και πιστεύει η Καθ' ης η αίτηση δεν πλήρωσε κανένα ποσό προς την Αιτήτρια για τα έτη 2012-
- · Η Καθ' ης η αίτηση προέβηκε αυθαίρετα στον υπολογισμό ποσών που στην πραγματικότητα δεν υπήρχαν. · Η Καθ' ης η αίτηση δεν έλαβε την επιστολή ημερομηνίας 26.06.15, αντίγραφο της οποίας είναι επισυνημμένη ως Τεκμήριο 'Α' στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. · Ο ενόρκως δηλών θεωρεί ότι το Τεκμήριο 'Β' στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση εκδόθηκε μετά την καταχώρηση της αγωγής επειδή φέρει ημερομηνία 11.01.
- · Η απαίτηση της Αιτήτριας δεν είναι εκκαθαρισμένη καθότι η χρέωση των ποσών έγινε καθ' υπολογισμό και χωρίς να ληφθεί υπόψη ότι ο εν λόγω ραδιοσταθμός είχε αναστείλει τις εργασίες του για την περίοδο 2013-2014 ενώ για το έτος 2012 οι πωλήσεις του ήταν μόνο €348,
- Κατά την ακρόαση της υπό κρίσης αίτησης αμφότεροι ευπαίδευτοι συνήγοροι με παραπομπή σε νομολογία υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις και ισχυρισμούς τους περιοριζόμενοι σε αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων είναι καταγραμμένο στα πρακτικά και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν εξυπηρετεί οποιοδήποτε σκοπό. Η εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης διέπεται δικονομικά από τη Διάταξη 18 Κανονισμό 1 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και έχει διακριτικό χαρακτήρα, η οποία θα πρέπει να ασκείται δικαστικά. Λόγω της ιδιαιτερότητας που η διαδικασία παρουσιάζει η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης γίνεται με πολλή φειδώ και με βάση τα καθορισμένα αυστηρά κριτήρια που περιέχονται στις πρόνοιες της πιο πάνω διάταξης και έχουν εξηγηθεί μέσα από τις αρχές της νομολογίας (Νικολάου Λίμιτεδ v. Adamco Construction Ltd
(2005)1Α Α.Α.Δ. 376). Η δυνατότητα που παρέχεται από την προαναφερόμενη διάταξη για έκδοση συνοπτικής απόφασης αποτελεί τον επιτρεπόμενο δικονομικό τρόπο παράκαμψης της συνήθους διεξαγωγής της δίκης και κατά συνέπεια αποτελεί εξαιρετικό μέτρο. Σκοπός της διαδικασίας αυτής είναι η προστασία των διαδίκων από αδικαιολόγητες καθυστερήσεις. Η ανάγκη για γρήγορη απονομή της δικαιοσύνης δεν θα πρέπει όμως να στερεί από τον εναγόμενο, στην κατάλληλη περίπτωση, το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του (Deme Diary Ltd κ.α. v. Τραπέζης Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1347). Όπως λέχθηκε πιο πάνω η εξέταση αίτησης για συνοπτική απόφαση κυμαίνεται σε στενό πλαίσιο και προς τούτο για να μπορεί να υπάρχει προοπτική επιτυχίας θα πρέπει να τηρούνται αυστηρά και ταυτόχρονα σωρευτικά οι ακόλουθες επιτακτικές προϋποθέσεις:
(1)να έχει καταχωρηθεί αγωγή σε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (O2 r6) (MI Holdings Public Ltd v. Παναγή
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 298).
(2)ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή,
(3)η αίτηση να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντα ή ατόμου που είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά και να πιστοποιήσει τα γεγονότα που αναφέρονται (Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130) και
(4)ο ενόρκως δηλών στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για συνοπτική απόφαση να βεβαιώσει την αιτία της αγωγής, το ποσό που απαιτείται (αν υπάρχει) και να αναφέρει ρητά ότι από ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Από τη στιγμή που συντρέχουν τα πιο πάνω τότε ο εναγόμενος καλείται να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα και λεπτομέρειες που θα είναι ουσιώδη και επαρκή για να του δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης (Διάταξη 18 Κανονισμό 1(α)). Σχετικές υποθέσεις είναι οι Λαζάρου και άλλος v. Μακεδόνας
(1999)1 Α.Α.Δ. 817, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. v. Ν. Χατζηνέστορος
(1989)1 Α.Α.Δ. 204, Καζαμίας v. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία
(1990)1 Α.Α.Δ. 752 και Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Ltd v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239, στις οποίες και παραπέμπω. Παράλληλα, με βάση τη Διάταξη 18 Κανονισμό 3(β), η ένορκος δήλωση που θα πρέπει να συνοδεύει την ένσταση του εναγομένου θα πρέπει να καθορίζει κατά πόσο η ισχυριζόμενη υπεράσπιση αναφέρεται για ολόκληρη ή μέρος μόνο και (αν έτσι) σε ποιο μέρος της απαίτησης του ενάγοντα (Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333). Δεν παρέχεται άδεια για καταχώριση υπεράσπισης όταν είναι ξεκάθαρο ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση και δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά θέματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγοντας δικαιούται σε απόφαση. Σε τέτοια περίπτωση το αίτημα για χορήγηση άδειας για καταχώρηση υπεράσπισης αποσκοπεί μόνο σε καθυστέρηση της υπόθεσης με αποτέλεσμα η διεξαγωγή δίκης να μην δικαιολογείται αλλά να καθίσταται αχρείαστη. Εκεί όμως που η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή μέσα από την οποία αναδεικνύονται συζητήσιμα θέματα θα πρέπει να δίδεται άδεια για καταχώρηση υπεράσπισης. Ωστόσο απλή επίκληση της φύσης της υπόθεσης μέσα από γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς και χωρίς αναφορά σε οτιδήποτε άλλο δεν διασώζει το απορριπτικό αποτέλεσμα που θα έχει η ένσταση του εναγομένου (Καΐμης v. Euroinvestment & Finance Ltd (Αρ.1)
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1968, Καΐμης v. Euroinvestment & Finance Ltd (Αρ.2)
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1977). Εν ολίγοις για την παροχή άδειας για καταχώρηση υπεράσπισης είναι αρκετό για τον ενάγοντα να αποκαλύψει γεγονότα επαρκή και ικανά να καταδείξουν καλόπιστα την ύπαρξη δικάσιμου θέματος. Τα κριτήρια της Διαταγής 18 Κανονισμού 1(α) συγκεφαλαιώνονται και εξηγούνται περαιτέρω με σαφήνεια στις πρόσφατες υποθέσεις Sensus Gymnasium Ltd κ.α. v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Πολιτική Έφεση Αρ. 27/2010 ημερ. 04.09.13, Atlaspantou Co Limited v. Angelos Nicolaides Holdings Limited (Αρ. Εγγρ. 112602) εμπορευόμενη και με την εμπορική επωνυμία και/ή την ονομασία A. Nicolaides Holdings Ltd Πολιτική Έφεση Αρ. 21/2012 ημερ. 17.12.13 και Κυριάκου v. Αναστασίου Πολιτική Έφεση Αρ. 230/2009 ημερ. 22.01.13, στις οποίες και παραπέμπω. Καθοδηγούμενος από το πιο πάνω νομικό πλαίσιο στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την υπό κρίση αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης. Θα ξεκινήσω με την εξέταση του πρώτου λόγου ένστασης μέσα από τον οποίο η Καθ' ης η αίτηση παραπονιέται ότι η παρούσα αίτηση είναι ουσία και νόμω αβάσιμη, αντικανονική, παράτυπη και αντίθετη με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, τους οποίους και παραβιάζει. Με τη θέση αυτή διαφωνεί η Αιτήτρια. Πρόκειται για ένα ισχυρισμό που η Καθ' ης η αίτηση δεν προωθεί κατά την εκδίκαση της αίτησης. Ουδεμία αναφορά για τον εν λόγω ισχυρισμό περιέχεται τόσο στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση όσο και στη νομική επιχειρηματολογία του ευπαιδεύτου συνηγόρου της Καθ' ης η αίτησης. Αν η Καθ' ης η αίτηση επιθυμούσε την προώθηση αυτού του ισχυρισμού θα εξηγούσε τι είναι αυτό που κατά τη γνώμη της καθιστά την υπό κρίση αίτηση νομικά και πραγματικά αβάσιμη, αντικανονική, παράτυπη και αντίθετη με τους δικονομικούς θεσμούς. Ακόμη θα εξειδίκευε τη θέση της στη βάση επιχειρημάτων γιατί και με ποιον τρόπο θεωρεί ότι η παρούσα αίτηση παραβιάζει του θεσμούς πολιτικής δικονομίας και βεβαίως ποιαν συγκεκριμένη διαταγή ή κανονισμό από αυτούς έχει παραβιάσει. Εν ολίγοις κανένας σχολιασμός γίνεται προς διευκρίνιση του εν λόγω ισχυρισμού. Μπροστά στην απουσία τέτοιων δεδομένων εκλαμβάνω ότι η θέση αυτή έχει εγκαταλειφθεί. Προχωρώ ευθύς στην εξέταση μέρους του δεύτερου λόγου ένστασης και συγκεκριμένα της πτυχής αυτής που αφορά τον ισχυρισμό της Καθ' ης η αίτησης ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση είναι παράτυπη, αντινομική και αντίθετη με τις πρόνοιες της Διαταγής 39, της προϋποθέσεις της οποίας επικαλείται ότι δεν ικανοποιεί. Με τον ισχυρισμό αυτό διαφωνεί η Αιτήτρια. Καθ' όσον αφορά το κομμάτι του λόγου αυτού ένστασης που υπάρχει ισχυρισμός ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση δεν δικαιολογεί τις διατάξεις της Διαταγής 18 θα ασχοληθώ στη συνέχεια. Στρεφόμενος στην πτυχή που σχετίζεται με τις πρόνοιες της Διαταγής 39 παρατηρώ από τα ενώπιον μου στοιχεία ότι ούτε εδώ σχολιάζεται καθ' οιονδήποτε τρόπο είτε μέσα από την ένορκη δήλωση είτε στη νομική επιχειρηματολογία του συνηγόρου της Καθ' ης η αίτησης ποια προϋπόθεση της Διαταγής 39 είναι αυτή που δεν πληρείται και πως αυτή δεν δικαιολογείται. Η απουσία τέτοιας αναφοράς εκλαμβάνεται ως πρόθεση μη προώθησης του εν λόγω ισχυρισμού από την Καθ' ης η αίτηση, ο οποίος και θεωρείται ότι εγκαταλείφθηκε. Με τον πέμπτο λόγο ένστασης η Καθ' ης η αίτηση παραπονιέται ότι η απαίτηση της Αιτήτριας δεν είναι καλή και ξεκαθαρισμένη. Θα εξετάσω τώρα το μέρος του ισχυρισμού για μη ξεκαθαρισμένη απαίτηση ενώ με το κομμάτι ότι η απαίτησης δεν είναι καλή θα ασχοληθώ στη συνέχεια. Εξ' όσον μπορεί να γίνει αντιληπτό το παράπονο της Καθ' ης η αίτησης είναι ότι η αξίωση της Αιτήτριας δεν είναι εκκαθαρισμένη επειδή προέκυψε καθ' υπολογισμό. Το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται τη θέση αυτή. Χωρίς αυτόματα η εκκαθαρισμένη απαίτηση να αποτελεί απαραίτητο κριτήριο για την έκδοση συνοπτικής απόφασης, στην προκειμένη περίπτωση η Αιτήτρια απαιτεί την πληρωμή ποσού ύψους €2.562 πλέον τόκο προς 9% ετησίως επί των διαφόρων ποσών που σημειώνονται στην παράγραφο 9(β) της έκθεσης απαίτησης της μέχρι εξόφλησης. Ο τρόπος με τον οποίον προέκυψε το εν λόγω ποσό που διεκδικείται εξηγείται τόσο μέσα από την έκθεση απαίτησης όσο και από τα έγγραφα που είναι επισυνημμένα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. Αυτό καθιστά την αξίωση της εκκαθαρισμένη. Το εάν η Καθ' ης η αίτηση πιστεύει ότι ο υπολογισμός των εσόδων, βάση του οποίου προέκυψε το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο τέλος που διεκδικείται, πηγάζει μέσα από εισόδημα που κατά τη γνώμη της δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα είναι άνευ σημασίας. Αρκεί ότι αξιώνεται συγκεκριμένο και καθορισμένο ποσό που υπολογίστηκε υπό τη μορφή ανάκτησης χρέους και που σύμφωνα με την Αιτήτρια της οφείλεται από την Καθ' ης η αίτηση, χαρακτηριστικά που κατατάσσουν το εν λόγω ποσό που διεκδικείται στην κατηγορία της εκκαθαρισμένης απαίτησης. Κατά συνέπεια το μέρος του λόγου αυτού ένστασης δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Ακολούθως θα εξετάσω μαζί το μέρος του δεύτερου λόγου ένστασης που αφορά ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση δεν δικαιολογεί τις διατάξεις της Διαταγής 18, τον τρίτο λόγο ένστασης, τον τέταρτο λόγο ένστασης και το μέρος του πέμπτου λόγου ένστασης που χαρακτηρίζει την απαίτηση ως μη καλή λόγω του κοινού νομικού σημείου που πραγματεύονται. Όλα αυτά άπτονται των κριτηρίων και προϋποθέσεων που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου όταν αυτό καλείται να αποφασίσει για την τύχη μιας αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης, όπως είναι η παρούσα. Είναι η θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι δεν συντρέχουν οι απαιτούμενοι παράγοντες για την επιτυχία της υπό κρίση αίτησης. Προς τούτο ανάτρεξα στο δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης όπου διαπιστώνω ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 14.12.15 υπό τη μορφή ειδικώς οπισθογραφημένου κλητήριου εντάλματος (O.2 r.6), γεγονός που δεν αμφισβητείται από την Καθ' ης η αίτηση. Περαιτέρω διαπιστώνω ότι στις 30.12.15 η Καθ' ης η αίτηση καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης χωρίς μέχρι σήμερα να έχει καταχωρήσει υπεράσπιση, γεγονός επίσης που δεν έχει αμφισβητηθεί από την ίδια. Επίσης παρατηρώ ότι ο ενόρκως δηλών στην παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την παρούσα αίτηση επιβεβαιώνει ότι η βάση αγωγής (αιτία αγωγής) είναι η ανάκτηση χρέους, το ύψος του οποίου αναφέρεται ρητά ως €2.562 πλέον τόκο προς 9%, δυνάμει επιβολής τελών επί των υπολογισμένων εσόδων της Καθ' ης η αίτησης που προέρχονται από τις διαφημίσεις της. Παράλληλα στις παραγράφους 4 και 5 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση αναφέρεται ρητά ότι από ότι ο ενόρκως δηλών πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή και ότι καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης για σκοπούς καθυστέρησης της δικαστικής διαδικασίας. Μία άλλη προϋπόθεση της Διαταγής 18 είναι, όπως έχει λεχθεί προηγουμένως, η αίτηση να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντα ή ατόμου που είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά και να πιστοποιήσει τα γεγονότα που αναφέρονται. Όταν ο αιτητής είναι φυσικό πρόσωπο κατά κανόνα είναι ο ίδιος. Όταν όμως ο αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί αρμόδιος λειτουργός ή υπάλληλος που εκ της θέσης του, των καθηκόντων που αναλαμβάνει και του ρόλου που διαδραματίζει στον οργανισμό γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση προκειμένου να ορκιστεί γι' αυτά θετικά. Περαιτέρω το πρόσωπο αυτό θα πρέπει να είναι σε θέση να επιβεβαιώνει τη βάση της αγωγής και το αξιούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι από πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει (Spyros Stavrinides ν. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782), Παύλου v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1051 και Atlaspantou Co Limited v. Angelos Nicolaides Holdings Limited (Αρ. Εγγρ. 112602) εμπορευόμενη και με την εμπορική επωνυμία και/ή την ονομασία A. Nicolaides Holdings Ltd Πολιτική Έφεση Αρ. 21/2012 ημερ. 17.12.13). Στην προκειμένη περίπτωση η Καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι ο ενόρκως δηλών στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση δεν είναι γνώστης των γεγονότων της υπόθεσης. Εδώ ο ενόρκως δηλών είναι υπάλληλος στην υπηρεσία της Αιτήτριας και δεόντως εξουσιοδοτημένο άτομο να προβεί σε ένορκη δήλωση συμμορφούμενος έτσι με τις πρόνοιες του άρθρου 8 του Περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Σταθμών Νόμος του 1998 (Ν.7(Ι)/1998)μετά των συναφών τροποποιήσεων. Η ιδιότητα του μάρτυρα προκύπτει μέσα από το Τεκμήριο 'Β' και η εξουσιοδότηση του είναι φυσική απόρροια της θέσης του. Δεν πρόκειται για τυχαίο υπάλληλο αλλά για άτομο που κατέχει τη θέση του λειτουργού λογιστή στην υπηρεσία της Αιτήτριας. Προκύπτει ότι είναι άτομο που εκ της θέσεως που κατέχει και των καθηκόντων του είχε εμπλοκή και συμμετοχή στην ετοιμασία της παρούσας αγωγής. Ο ενόρκως δηλών διαλαλεί την προσωπική του γνώση στα γεγονότα που αφορούν την αγωγή και την ανάμιξη του στην εξέλιξη των γεγονότων με την διαπίστωση της παράλειψης της Καθ' ης η αίτησης να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας και συναφείς κανονισμούς στον επαγγελματικό τομέα που δραστηριοποιείται και συνάμα της υποχρέωσης της για πληρωμή καθορισμένων τελών από έσοδα διαφημίσεων και χορηγιών. Επίσης ο ίδιος φανερώνει συμμετοχή του στην ετοιμασία σχετικής κατάστασης λογαριασμού, την οποία και προσυπογράφει. Στη βάση προσωπικής του γνώσης και δικών του υπολογισμών, ως αποτέλεσμα του ρόλου που διαδραματίζει στην υπηρεσία της Αιτήτριας, ετοίμασε προσωπικά σχετική οικονομική κατάσταση που αφορά την Καθ' ης η αίτηση, στην οποία περιέχεται ανάλυση του ύψους του κατ' ισχυρισμό οφειλομένου ποσού που με την προσυπογραφή του εκφράζει βεβαιότητα για την ορθότητα του. Η εν λόγω οικονομική κατάσταση είναι αυτή που αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 'Α' που συνοδεύει την ένορκη δήλωση του και που μαζί με την επιστολή ημερομηνίας 26.06.15 αποστάληκαν στην Καθ' ης η αίτηση. Το περιεχόμενο της είναι ακριβώς το ίδιο με το έγγραφο που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 'Β' επίσης στην ένορκη δήλωση του, χωρίς να υπάρχει μεταξύ τους καμία απολύτως διαφορά. Το ύψος της κατ' ισχυρισμό οφειλής εμπίπτει στη σφαίρα της προσωπική του γνώσης αφού ο ίδιος την υπολόγισε και την ανέλυσε στην πιο πάνω οικονομική κατάσταση που ετοίμασε. Η παρουσίαση τέτοιων στοιχείων και εγγράφων στην ένορκη δήλωση του επιτρέπει να επαληθεύσει την αιτία της αγωγής που είναι η ανάκτηση οφειλομένου ποσού. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω έχω ικανοποιηθεί ότι ο ενόρκως δηλών στην υπό κρίση αίτηση είναι πρόσωπο εντός της έννοιας της Διαταγής 18 Κανονισμού 1 αφού είναι σε θέση να επαληθεύσει και να επιβεβαιώσει θετικά τα γεγονότα της ένορκης δήλωσης του, την αιτία αγωγής και του αξιούμενου ποσού, πράγμα το οποίο έχει κάνει στις παραγράφους 2 και 3 της ένορκης δήλωσης του. Στρέφομαι τώρα στο ζήτημα της υπεράσπισης. Μέσα από τις παραγράφους 2 και 7 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση ουσιαστικά προβάλλονται δύο υπερασπίσεις. Συγκεκριμένα η Καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια προέβηκε αυθαίρετα στον υπολογισμό τελών που θεωρεί ως οφειλόμενα και πηγάζουν από επικαλούμενα έσοδα διαφημίσεων και χορηγιών που ο ραδιοσταθμός της είχε, τα οποία στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν επειδή όπως λέει ο επίμαχος ραδιοσταθμός είχε αναστείλει τη λειτουργία του για την περίοδο 2013-2014 ενώ για το έτος 2012 οι πωλήσεις-έσοδα του ανέρχονταν μόνο σε €348,83. Για το θέμα αυτό είναι η θέση της Αιτήτριας ότι ο υπολογισμός των τελών και η επιβολή τόκου που είναι η απαίτηση της αποτελεί διοικητική πράξη, η οποία φέρει το τεκμήριο της ορθότητας και της νομιμότητας και παράγει έννομα αποτελέσματα μέχρι την πιθανή ακύρωση της από το Ανώτατο Δικαστήριο. Περαιτέρω η Καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε γνώση του περιεχομένου του Τεκμηρίου 'Α' που είναι η επιστολή της Αιτήτριας ημερομηνίας 26.06.15, θέση με την οποία η Αιτήτρια διαφωνεί θεωρώντας την ως εκ των υστέρων σκέψη της Καθ' ης η αίτησης. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 45
(2),
(3)και
(4)της Κ.Δ.Π.10/2000 η Καθ' ης η αίτηση οφείλει να υποβάλλει ανά εξάμηνο τιμοκατάλογο διαφημίσεων και χορηγιών των προγραμμάτων του ραδιοσταθμού της μαζί με την κατάσταση των διαφημίσεων και χορηγιών των προγραμμάτων που προβάλλει καθώς και υπολογισμό των εσόδων από αυτά. Παράλληλα μαζί με την κατάσταση που υποβάλλεται πρέπει να πληρώνεται το προβλεπόμενο ποσοστό επί των εσόδων των διαφημίσεων ως τέλος, το οποίο καθορίζεται από το άρθρο 24
(2)του Ν.7(Ι)/1998 σε 0.5%. Στην περίπτωση που δεν υπάρχει συμμόρφωση με τα πιο πάνω ο Κανονισμός 45
(4)της Κ.Δ.Π.10/2000 παρέχει εξουσία στην Αιτήτρια να υπολογίσει η ίδια τα έσοδα και κατ' επέκταση το οφειλόμενο τέλος λαμβάνοντας υπόψη την υψηλότερη τιμή από καταλόγους άλλων σταθμών ως η ίδια ήθελε αποφασίσει. Ακόμη δυνάμει του Κανονισμού 45
(5)της Κ.Δ.Π.10/2000 σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης καταβολής των τελών επιβάλλεται τόκος 9% επί των οφειλομένων ποσών. Όπως φαίνεται από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό, επειδή η Καθ' ης η αίτηση δεν συμμορφώθηκε με τις προαναφερόμενες υποχρεώσεις της κατόπιν εκκλήσεως της Αιτήτριας, η τελευταία προχώρησε σε υπολογισμό των τελών τα οποία επιβάρυνε με τόκο προς 9% και ακολούθως με επιστολή της ημερομηνίας 26.06.15 (Τεκμήριο 'Α') ζήτησε από την Καθ' ης η αίτηση την πληρωμή τους σύμφωνα με την επισυνημμένη οικονομική κατάσταση εντός 21 ημερών. Η ενέργεια της Αιτήτριας να υπολογίσει και να προσδιορίσει το ύψος των τελών αποτελεί εκτελεστή πράξη επειδή παράγει έννομα αποτελέσματα που είναι η γένεση υποχρέωσης προς την Καθ' ης η αίτηση να πληρώσει τα οφειλόμενα ποσά που αυτή προσδιόρισε το ύψος τους και επιβάρυνε με τόκο μέσα από υπολογισμό αποδιδόμενων εσόδων στην Καθ' ης η αίτηση από διαφημίσεις και χορηγίες. Τέτοια υποχρέωση καταβολής δυνάμει υπολογισμού και προσδιορισμού του ύψους των τελών από την Αιτήτρια δεν υπήρχε για την Καθ' ης η αίτηση πριν από την αποστολή της επιστολής ημερομηνίας 26.06.15 (Εκδοτικός Οίκος ΔΙΑΣ ΛΤΔ v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2003)3 Α.Α.Δ. 359 και Δημοκρατία v. Sunoil Bunkering Ltd
(1994)3 Α.Α.Δ. 26). Η πιο πάνω αναφορά επιβεβαιώνεται στην υπόθεση Εκδοτικός Οίκος ΔΙΑΣ ΛΤΔ v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου Υπόθεση Αρ. 317/99 ημερομηνίας 27.03.2000, όπου το ακόλουθο απόσπασμα είναι άκρως διαφωτιστικό για την παρούσα περίπτωση: "Παρατηρώ: Από το περιεχόμενο της παραγ. (β), πιο πάνω, είναι πρόδηλο ότι ο καθορισμός των τελών θα γίνει από την Αρχή αφού προηγηθεί η υποβολή προς την Αρχή εξελεγμένων καταστάσεων πιστοποιημένων από Λογιστή σε σχέση με
(1)τα κέρδη από τις διαφημίσεις και
(2)τα έσοδα από τις διαφημίσεις. Σαν θέμα χρηστής διοίκησης η Αρχή θα πρέπει, αφού ικανοποιηθεί για την εγκυρότητα και ορθότητα των λογαριασμών, να καθορίσει πρώτα το ακριβές ποσό των τελών και στη συνέχεια να ειδοποιήσει τους ενδιαφερόμενους ραδιοφωνικούς ή τηλεοπτικούς σταθμούς για το ύψος των πληρωτέων τελών. Η υποχρέωση για καταβολή των τελών αρχίζει από την ημερομηνία της πληροφόρησης των ενδιαφερομένων για το ακριβές ύψος τους. Ειδικά και σε σχέση με το τέλος 1% "επί των κερδών" μπορεί να σημειωθεί διαφωνία μεταξύ της Αρχής και των ενδιαφερομένων σταθμών ως προς το ύψος των κερδών για την επίλυση της οποίας δυνατόν η Αρχή να προβεί σε διαπιστώσεις επί πραγματικών και νομικών ζητημάτων. Η φύση των τελών και το βάθρο υπολογισμού τους - τέλος επί των κερδών ή επί των εσόδων - είναι τέτοια που δυνατόν ο καθορισμός τους να μην είναι το αποτέλεσμα μιας απλής μαθηματικής πράξης αλλά το αποτέλεσμα διαπιστώσεων της Αρχής πάνω σε νομικά και πραγματικά ζητήματα, μετά τον έλεγχο των λογαριασμών. Τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά αν μετά την επίδικη επιστολή της 25.1.99 το μόνο που θα απέμενε θα ήταν ο καθορισμός των τελών με μια απλή μαθηματική πράξη, οπόταν η διαδικασία καθορισμού των τελών θα αποτελούσε πράξη εκτέλεσης. Ωστόσο, καθώς έχει προαναφερθεί, για τον τελικό καθορισμό των τελών θα πρέπει να μεσολαβήσουν και άλλες πράξεις της διοίκησης. Αυτές αποτελούνται από τον έλεγχο της εγκυρότητας, ορθότητας και ακρίβειας των λογαριασμών και τυχόν διαπιστώσεις της Αρχής επί πραγματικών και νομικών ζητημάτων - οπόταν εκτελεστή πράξη θα είναι η απόφαση με την οποία καθορίζεται το ακριβές ύψος των τελών." [η έμφαση και οι υπογραμμίσεις είναι του Δικαστηρίου] Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η εν λόγω εκτελεστή πράξη της Αιτήτριας να προσδιορίσει το ύψος των τελών μέσα από υπολογισμό εσόδων διαφημίσεων και χορηγιών που απέδωσε ότι εισπράχτηκαν από την Καθ' ης η αίτηση τα οποία και επιβάρυνε με τόκο υπόκειται σε αναθεωρητικό έλεγχο. Συνεπώς ο ισχυρισμός της Καθ' ης η αίτησης περί αμφισβήτησης της ορθότητας των τελών που η Αρχή Ραδιοτηλεόρασης προσδιόρισε το ύψος τους μέσα από έρευνα, υπολογισμούς και ετοιμασίας οικονομικής κατάστασης για τους λόγους που η Καθ' ης η αίτηση επικαλείται και δεν χρειάζεται να επαναλάβω είναι ζήτημα που εμπίπτει στη σφαίρα του διοικητικού δικαίου και κατ' επέκταση εξετάζεται μόνο στα πλαίσια άσκησης προσφυγής στο Ανώτατο Δικαστήριο με βάση το άρθρο 146 του Συντάγματος. Αντικείμενο εξέτασης στο Ανώτατο Δικαστήριο δύναται να αποτελέσουν και όλοι οι προβληματισμοί της Καθ' ης η αίτησης γύρω από τις εν λόγω ενέργειες της Αιτήτριας, όπως αυτοί εκφράζονται μέσα από την αγόρευση του συνηγόρου της και που επίσης δεν χρειάζεται να επαναλάβω. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Παναγή v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1999)1Β Α.Α.Δ. 1107 τα γεγονότα τα οποία συνθέτουν το αγώγιμο δικαίωμα είναι εκείνα που συγχρόνως στοιχειοθετούν και τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Επίσης υποδείχτηκε ότι το άρθρο 146 του Συντάγματος ορίζει ότι το Ανώτατο Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο να επιλαμβάνεται κάθε διαφορά που αφορά ή εκπηγάζει από την άσκηση της διοικητικής λειτουργίας, για την επίλυση της οποίας διαφοράς έχει αποκλειστική δικαιοδοσία. Ακόμη σημειώθηκε πως το ότι το αντικείμενο της υπόθεσης είχε χρηματικό χαρακτήρα δεν αλλοιώνει τη φύση της και ούτε μεταθέτει το πλαίσιο αναθεώρησης της. Η κατάληξη αυτή καθορίζει και την τύχη της πρώτης υπεράσπισης της Καθ' ης η αίτησης. Το πλαίσιο της υπεράσπισης της Καθ' ης η αίτησης συμπληρώνεται, όπως έχει λεχθεί προηγουμένως, με τη θέση της ότι δεν έλαβε την επιστολή της Αιτήτριας ημερομηνίας 26.06.15 (Τεκμήριο 'Α'). Κατ' αρχήν θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο Κανονισμός 48
(1)της Κ.Δ.Π.10/2000 παρέχει τη δυνατότητα στην Αιτήτρια να εισπράξει τα τέλη που προσδιορίζονται υπό τη μορφή χρέους που της οφείλεται. Αυτό σημαίνει καταχώρηση σχετικής υπόθεσης σε Επαρχιακό Δικαστήριο με πολιτική δικαιοδοσία με βάση αγωγής την ανάκτηση του υπολογισμένου τέλους ως χρέους που οφείλεται. Για να είναι όμως εφικτό αυτό θα πρέπει η εκτελεστή πράξη να καταστεί τελεσίδικη, διαφορετικά τέτοια αγωγή θα είναι πρόωρη. Μία εκτελεστή πράξη που αφορά πληρωμή προσδιορισμένων τελών που επιβαρύνονται με τόκο μέσα από υπολογισμό εσόδων, όπως είναι η προκειμένη περίπτωση, καθίσταται τελεσίδικη όταν παρέλθει η χρονική προθεσμία εντός της οποίας η Καθ' ης η αίτηση δύναται να αμφισβητήσει την υποχρέωση πληρωμής στο Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια άσκησης προσφυγής. Στην υπόθεση Εκδοτικός Οίκος ΔΙΑΣ ΛΤΔ v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου Υπόθεση Αρ. 317/99 ημερομηνίας 27.03.2000 λέχθηκε ότι η υποχρέωση για καταβολή των τελών αρχίζει από την ημερομηνία της πληροφόρησης των ενδιαφερομένων για το ακριβές ύψος τους. Στην παρούσα υπόθεση η υποχρέωση της Καθ' ης η αίτησης για καταβολή των τελών ξεκινά από την ημερομηνία που έλαβε γνώση του περιεχομένου της επιστολής ημερομηνίας 26.06.15 (Τεκμήριο 'Α'). Η Καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε γνώση του Τεκμηρίου 'Α'. Με δεδομένο ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον μου οποιοδήποτε στοιχείο που να αποδεικνύει ότι η Καθ' ης η αίτηση έχει πληροφορηθεί το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 'Α' και από πότε, ο εν λόγω ισχυρισμός της τελευταίας χρήζει εξέτασης αφού το αποτέλεσμα τέτοιας εκδίκασης στη βάση σχετικής μαρτυρίας που θα προσκομιστεί είτε θα κρίνει την παρούσα αγωγή πρόωρη και κατ' επέκταση θα προκαλέσει την απόρριψη της είτε θα οδηγήσει στην έκδοση του αξιουμένου ποσού υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ' ης η αίτησης ως ανάκτηση χρέους που οφείλεται, εφόσον βέβαια δεν προβάλλεται και ο ισχυρισμός της εξόφλησης των τελών. Η θέση της Αιτήτριας ότι ο εν λόγω ισχυρισμός της Καθ' ης η αίτησης είναι εκ των υστέρων σκέψη είναι ακριβώς αυτό που θα εξεταστεί μέσα από την εκδίκαση της αγωγής. Συνεπώς, υπό τις περιστάσεις ο ισχυρισμός αυτός της Καθ' ης η αίτησης που προβάλλεται είναι επαρκής για να της δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης. Την ίδια στιγμή το περιεχόμενο του Κανονισμού 47 της Κ.Δ.Π.10/2000 δεν διαφοροποιεί το σκηνικό των δεδομένων. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω κρίνω ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης κλίνει προς την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της απόρριψης της υπό κρίση αίτησης, η οποία και απορρίπτεται. Ως εκ τούτου, δίδεται άδεια στην Καθ' ης η αίτηση να καταχωρήσει υπεράσπιση, η οποία καλείται να το πράξει εντός 14 ημερών από σήμερα. Στη συνέχεια να ακολουθηθούν οι Διαδικαστικοί Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας, επιδικάζονται υπέρ της Καθ' ης η αίτησης και εναντίον της Αιτήτριας. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other/Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Αίτηση για συνοπτική απόφαση/Διάταξη 18/Ενδιάμεση Απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο