← Κύπρος

ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ ν. ΖΩΗΣ (ΖΩΟΥΛΑΣ) ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ το γένος Λάμπρου Νικολαϊδη κ.α., Αρ. Αγωγής: 2082/08, 10/6/2016

ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ ν. ΖΩΗΣ (ΖΩΟΥΛΑΣ) ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ το γένος Λάμπρου Νικολαϊδη κ.α., Αρ. Αγωγής: 2082/08, 10/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A130 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Μάρκου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2082/08 Μεταξύ: ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ Εναγόντων και

  1. ΖΩΗΣ (ΖΩΟΥΛΑΣ) ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ το γένος Λάμπρου Νικολαϊδη
  2. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΝΔΡΕΑ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ Εναγομένων Ημερομηνία: 10 Ιουνίου,
  3. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες: Ο κ.Α. Ζύμπηλος. Για τους Εναγομένους: Ο κ.Κ. Καλαβάς. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες την 28/7/2004 χορήγησαν κατ΄ ισχυρισμό δάνειο στην Εναγομένη 1 ύψους Λ.Κ.80.000 με εγγυητή τον Εναγόμενο 2, σύζυγο της Εναγομένης
  4. Επιπρόσθετα η Εναγόμενη 1 για εξασφάλιση του ισχυριζόμενου χρέους της παραχώρησε προς όφελος των Εναγόντων υποθήκη σε ακίνητο της. Εν όψει καθυστερημένων δόσεων στην αποπληρωμή του ισχυριζόμενου δανείου από την Εναγομένη 1 και μετά την κατ΄ ισχυρισμό αποστολή επιστολών (Τεκμήρια 8 και 9) προς την ίδια με κοινοποίηση στον Εναγόμενο 2, οι Ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή με την οποία ζητούν στην παράγραφο 31 της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης ημερομηνίας 18/9/2015 τα εξής: «
  5. ........... Α) €145.218,53 σεντ, .......... Β) Τόκους προς 11,50% ετησίως επί του ποσού των €145.218,53 σεντ από 7/8/2008 μέχρι τελείας εξοφλήσεως, κεφαλαιοποιούμενοι εκάστη 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου κάθε χρόνου. Γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου της Εναγομένης 1 με αριθμό εγγραφής 0/30998, τεμάχιο 2030, Φ./Σχ. 51/030413 στον Άγιο Θεόδωρο της Επαρχίας Πάφου με δημόσιο πλειστηριασμό, όπως αυτό περιγράφεται στην Υποθήκη με αρ. Y2703/04, ημερομηνίας 28/7/2004 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου, και όπως το προϊόν της τέτοιας πώλησης διατεθεί προς εξόφληση και/ή έναντι των αξιώσεων των Εναγόντων, νοουμένου ότι σε περίπτωση πλήρους εξόφλησης των αξιώσεων των Εναγόντων, οποιοδήποτε παραμένον υπόλοιπο θα διατεθεί προς όφελος της Εναγόμενης
  6. Δ) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε θεωρήσει ορθή και δίκαιη το Δικαστήριο. Ε) Τα έξοδα ............». Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης καταχωρήθηκε εκ μέρους των Εναγομένων την 23/9/2015, όπου τίθενται διάφοροι ισχυρισμοί. Ακολούθως το δικόγραφο της Απάντησης καταχωρήθηκε την 24/9/
  7. Εκ μέρους των Εναγόντων έδωσαν μαρτυρία οι εξής: - Η κα Φωτεινή Βασιλείου (ΜΕ1) - Η κα Άντρη Τομάζου (ΜΕ2) - Η κα Ρεβέκκα Νικολαϊδου (ΜΕ3) - Ο κ.Γιώργος Ψήλλας (ΜΕ4) - Ο κ.Μιχάλης Κατσούρης (ΜΕ5) Από την πλευρά των Εναγομένων έδωσαν μαρτυρία: - Η Εναγόμενη 1 κα Ζωή Ευσταθίου (ΜΥ1) - Ο Εναγόμενος 2 κ.Δημήτρης Ανδρέα Ευσταθίου (ΜΥ2) Κατά την ακροαματική διαδικασία, η υπεράσπιση εστιάστηκε κυρίως στους εξής ισχυρισμούς: Ότι η Εναγομένη 1 ουδέποτε έλαβε τα χρήματα του δανείου, ότι εξαναγκάστηκε από τους Ενάγοντες κατόπιν ψυχικής πίεσης να υπογράψει τα διάφορα έγγραφα του δανείου χωρίς μάλιστα να έχει προηγουμένως οποιαδήποτε δυνατότητα διαπραγμάτευσης, χωρίς τη δέουσα πληροφόρηση αναφορικά με τους όρους του δανείου πριν την υπογραφή και ενώ η ίδια είχε πλήρη άγνοια για οικονομικά θέματα. Ο Εναγόμενος 2 υποστήριξε κατά την ακρόαση τις θέσεις της Εναγομένης 1, παραπονούμενος μεταξύ άλλων ότι και ο ίδιος δεν είχε λάβει οποιαδήποτε νομική συμβουλή αναφορικά με την εγγύηση πριν την υπογράψει. Επιπρόσθετα η υπεράσπιση έθεσε θέματα ως προς το πραγματικό χρεωστικό υπόλοιπο, παράνομων χρεώσεων και τόκων καθώς και καταχρηστικών ρητρών. Αποδεκτότητα (Admissibility) ή μη της Κατάστασης Λογαριασμού Τεκμήριο 7 Η εν λόγω κατάσταση κατατέθηκε από τη ΜΕ1 χωρίς ένσταση. Ταυτόχρονα η υπεράσπιση επιφύλαξε το δικαίωμα αντεξέτασης της μάρτυρας όσον αφορά την παράγραφο 22 της γραπτής της δήλωσης (Ένδειξη Α) σε σχέση με την εν λόγω κατάσταση και την αποδεκτότητα του εγγράφου. Όπως αναφέρεται στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου που συνεδρίασε στη Λάρνακα, Αρ. Αγωγής 849/2003, Ν. Βλίττη κ.α. v. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ, ημερ. 9/11/2007 (Κληρίδης τότε Π.Ε.Δ.): «Ενστάσεις που σχετίζονται με το αποδεκτό ή μη μαρτυρίας στη δίκη θα πρέπει να υποβάλλονται και αποφασίζονται κατά κανόνα κατά το χρόνο προσαγωγής της μαρτυρίας. Η μη επίλυση θεμάτων παραδεκτού μαρτυρίας για την οποία υποβάλλεται ένσταση και η άφεση της απόφασης για το θέμα κατά την τελική απόφαση, αποτελεί παράβαση των προνοιών της Δ.38 Θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και πλήττει καίρια τη διαδικασία η οποία υπόκειται σε ακύρωση (βλ. Κυριάκος Βίκτωρος v. Χρ. Χριστοδούλου

(1992)1 Α.Α.Δ. 512)». Όπως επίσης αναφέρεται στην ίδια απόφαση: «Εάν κατά τη δίκη εμφιλοχωρήσει η εισαγωγή μαρτυρίας κατά νόμο ή νομολογία απαράδεκτη και πάλι το Δικαστήριο διατηρεί τη δυνατότητα στο τέλος της δίκης, αλλά και την υποχρέωση, όπως βασισθεί μόνο πάνω σε αποδεκτή μαρτυρία, αγνοώντας την όποια απαράδεκτη μαρτυρία (βλ. Mahattou v. Viceroy Shipping
(1981)1 C.L.R. 335 και Lefkaritis Bros v. Tanya Shipping
(1994)1 Α.Α.Δ. 231)». Ακριβώς επειδή εγείρεται το θέμα αποδεκτότητας του εν λόγω εγγράφου με την τελική αγόρευση των Εναγομένων στις σελίδες 4 και 5 και παρόλο που το Δικαστήριο θεώρησε το Τεκμήριο 7 ως αποδεκτή μαρτυρία (admissible evidence) κατά την ακρόαση, στο παρόν στάδιο σημειώνονται συμπληρωματικά από το Δικαστήριο τα εξής: Παρατίθεται πιο κάτω σχετικό απόσπασμα από το άρθρο 22 του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9: «22.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, αντίγραφο καταχώρισης σε τραπεζικά βιβλία γίνεται δεκτό σε όλες τις νομικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιας καταχώρισης και των θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρισμένα σ΄ αυτό.
(2)Αντίγραφο καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίο δε γίνεται δεκτό ως απόδειξη δυνάμει του παρόντος άρθρου, εκτός αν αποδειχθεί ότι κατά το χρόνο της καταχώρισης το βιβλίο ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της τράπεζας και η καταχώριση έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών και ότι το βιβλίο βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο της τράπεζας. Μαρτυρία για το πιο πάνω δύναται να δοθεί από διευθυντή ή υπάλληλο της τράπεζας είτε προφορικά είτε με ένορκη δήλωση.
(3)Αντίγραφο της καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίο δε γίνεται δεκτό ως απόδειξη δυνάμει του παρόντος άρθρου, εκτός αν αποδειχθεί περαιτέρω ότι το αντίγραφο έχει συγκριθεί με την αρχική καταχώριση και διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό. Μαρτυρία για το πιο πάνω δύναται να δοθεί είτε προφορικά είτε με ένορκη δήλωση, από πρόσωπο το οποίο έλεγξε το αντίγραφο με την αρχική καταχώριση.
(4).............
(5).............
(6)Στο παρόν άρθρο- ΄τράπεζα΄ ή ΄τραπεζίτης΄ .......... ΄τραπεζικά βιβλία΄, οπουδήποτε απαντάται, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια, περιλαμβάνει καθολικά, ημερολόγια, ταμεία, λογιστικά βιβλία και άλλα αρχεία χρησιμοποιούμενα κατά τη συνήθη εργασία τράπεζας, είτε αυτά είναι σε γραπτή μορφή είτε φυλάσσονται σε μικροταινίες, μαγνητοταινίες ή σε οποιαδήποτε άλλη μορφή μηχανικού ή ηλεκτρονικού μηχανισμού ανάκτησης πληροφοριών». Όσον αφορά μεταξύ άλλων την αποδεκτότητα του Τεκμηρίου 7 στις σελίδες 4 και 5 της αγόρευσης των Εναγομένων θίγονται τα εξής σημεία: «
  1. .............
  2. ............. Από την αντεξέταση της κας Βασιλείου προέκυψε ότι ο υπολογισμός του τόκου που εμφαίνεται στο έγγραφο έγινε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, επομένως το εν λόγω και άλλα παρόμοια έγγραφα, που παρουσιάστηκαν ως αποτυπώσεις καταχωρήσεων στον ηλεκτρονικό υπολογιστή κάθε άλλο παρά «τραπεζικά έγγραφα» μπορεί να θεωρηθούν, αφού ελλείπει το στοιχείο της καταχώρησης του συνόλου των στοιχείων, που περιλαμβάνουν τα έγγραφα, από λειτουργό κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της τράπεζας.
  3. ...............
  4. Πλείστα από τα έγγραφα που παρουσιάστηκαν ως αποσπάσματα «τραπεζικών βιβλίων» στερούνται πιστοποίησης, όπως για παράδειγμα τα τεκμήρια 7 και 12, γι΄ αυτό και δεν θα μπορούσε να τους δοθεί καμία αποδεικτική βαρύτητα. Το σύγγραμμα «Το δίκαιο της απόδειξης» των Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη στη σελίδα 361 αναφέρεται σε «δεόντως πιστοποιημένο απόσπασμα του ηλεκτρονικού ή άλλου αρχείου της τράπεζας».
  5. ................
  6. ................
  7. Καμία πειστική μαρτυρία δεν προσήχθη με την οποία να καταδεικνύεται ότι τα διάφορα έγγραφα που παρουσιάστηκαν ως αντίγραφα καταχωρήσεων σε «τραπεζικά βιβλία» παραβλήθηκαν με την αρχική καταχώρηση και διαπιστώθηκαν ότι είναι ορθά». Με την παράγραφο 22 της γραπτής της δήλωσης η κα Φ. Βασιλείου (ΜΕ1) υπάλληλος της τράπεζας αναφέρει τα εξής, σε σχέση με το Τεκμήριο 7: «
  8. Ένεκα της ιδιότητας μου και της θέσεως μου στην Τράπεζα - Ενάγοντες γνωρίζω και μπορώ να ορκιστώ θετικά ότι το τραπεζικό βιβλίο που τηρείται από τους Ενάγοντες έχει την μορφή ηλεκτρονικού υπολογιστή και σε αυτό φυλάσσονται όλες οι πληροφορίες και οι πράξεις που αφορούν όλους τους λογαριασμούς όλων τω πελατών των Εναγόντων συμπεριλαμβανομένων και των Εναγομένων 1 &
  9. Οι λογαριασμοί που θα παρουσιάσω, αποτελούν αντίγραφο της καταχώρησης, στο τραπεζικό βιβλίο. Το τραπεζικό βιβλίο με την μορφή ηλεκτρονικού υπολογιστή: α) Ήταν και είναι ένα από τα συνήθη βιβλία της τράπεζας. β) Όλες οι καταχωρήσεις σ΄ αυτό περιλαμβανομένων και των καταχωρίσεων που φαίνονται στις καταστάσεις λογαριασμού που θα παρουσιάσω έγιναν κατά την συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της τράπεζας. γ) Το τραπεζικό βιβλίο βρίσκεται φυλαγμένο στις κτιριακές εγκαταστάσεις της τράπεζας και είναι υπό τον έλεγχο της τράπεζας. Σ΄ αυτό δε έχουν πρόσβαση μόνο οι λειτουργοί της τράπεζας. δ) Οι λογαριασμοί τους οποίους θα παρουσιάσω συγκρίθηκαν από εμένα με την αρχική καταχώρηση και είναι ορθοί. Θα παρουσιάσω κατάσταση για το λογαριασμό με αριθμό 545/339827-0 που στην συνέχεια μεταφέρθηκε στις καθυστερήσεις με αριθμό 545/399094-7». Απάντησε επίσης σε επιπρόσθετες ερωτήσεις τόσο στην κυρίως εξέταση όσο και στην αντεξέταση αναφορικά με τα πιο πάνω. Από το Δικαστήριο σημειώνονται σ΄ αυτό το σημείο τα εξής: α) Το γεγονός ότι κατά την αντεξέταση ανάφερε η ΜΕ1 ότι όσον αφορά τον υπολογισμό των τόκων αυτό υπολογίζεται από το μηχανογραφικό σύστημα της τράπεζας, δεν έρχεται σε αντίθεση με οποιαδήποτε πρόνοια του άρθρου
  10. Αυτό ανάφερε, είναι το μέσο με το οποίο υπολογίζεται ο τόκος. Και συνεπώς η οποιαδήποτε καταχώρηση του τόκου θεωρείται ότι έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών. Επιπρόσθετα ανάφερε η ΜΕ1 ότι η ίδια ως λειτουργός της τράπεζας η οποία προέβηκε στο άνοιγμα του λογαριασμού καταχώρησε κατά το άνοιγμα του λογαριασμού το επιτόκιο με βάση τις συμφωνίες. β) Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι η ΜΕ1 ως υπάλληλος των Εναγόντων έδωσε μαρτυρία με την οποία βεβαίωσε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι το Τεκμήριο 7 έχει συγκριθεί με την αρχική καταχώρηση και ότι είναι ορθό. Το γεγονός ότι κάποιο αντίγραφο κατατέθηκε σε άλλη υπόθεση ως δεόντως πιστοποιημένο απόσπασμα του ηλεκτρονικού ή άλλου αρχείου της τράπεζας και για το οποίο γίνεται αναφορά στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης» των Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, στη σελ. 361, δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι είναι απαραίτητο να είναι δεόντως πιστοποιημένο κάθε τέτοιο αντίγραφο αφού ο νόμος δεν προνοεί ρητά για κάτι τέτοιο και εφόσον δίδεται τέτοια μαρτυρία που πληρεί τις προϋποθέσεις του άρθρου
  11. Ο συνδυασμός των απαντήσεων της ΜΕ1 στην κυρίως εξέταση και στην αντεξέταση ήταν ότι έλεγξε τις πράξεις που καταγράφονται στο Τεκμήριο 7 τόσο με την καταχώρηση στον ηλεκτρονικό υπολογιστή της τράπεζας όσο και με την έντυπη μορφή των διαφόρων πράξεων που τηρούνται στην τράπεζα. Εξετάζοντας σφαιρικά τη δοθείσα μαρτυρία της ΜΕ1 διαπιστώνεται ότι η κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 7 αποτελεί αποδεκτή (admissible) μαρτυρία στα πλαίσια του άρθρου 22 του Κεφ.
  12. Συνεπώς η κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 7 συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη των σχετικών καταχωρήσεων και το βάρος απόδειξης μετατίθεται στην πλευρά των Εναγομένων για να αποδείξουν τη μη ύπαρξη των καταχωρήσεων και/ή την καταχώρηση λανθασμένων καταχωρήσεων. Αποδεκτότητα ή μη της Κατάστασης Λογαριασμού Τεκμήριο 23 Μαρτυρία σε σχέση με την πιο πάνω κατάσταση δόθηκε από τον κ.Μιχάλη Κατσουρή (ΜΕ5), ο οποίος ανάφερε ότι εκτελεί καθήκοντα διευθυντή του καταστήματος της τράπεζας στην Πάφο. Κατάθεσε την εν λόγω κατάσταση ως Τεκμήριο 23 και εξήγησε ότι αφορά καταστάσεις του λογαριασμού της Εναγομένης 1 αρ. 545399094-7 από την ημερομηνία μεταφοράς του στις οριστικές καθυστερήσεις και μετέπειτα. Με διάφορες ερωτήσεις στην κυρίως εξέταση ο ΜΕ5 πριν την κατάθεση του Τεκμηρίου 23, έδωσε απαντήσεις οι οποίες έστω γενικές μπορούν να θεωρηθούν στο σύνολο τους ότι συνάδουν με τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 22 του Περί Αποδείξεως Νόμου. Γι΄ αυτό και η κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 23 έγινε αποδεκτή για να κατατεθεί. Μελετώντας περαιτέρω κατά τη συγγραφή της απόφασης την κατάσταση Τεκμήριο 23 παρατηρείται ότι εμπεριέχει πραγματικά έξοδα όπως για ασφάλεια του ενυπόθηκου ακινήτου με λεπτομέρειες περιγραφής ως ″EQ + FR″ ή ″National Insurance″ ή ″Εθνική Ασφαλιστική″, Έξοδα Κτηματολογίου και άλλες χρεώσεις με λεπτομέρειες περιγραφής ως «έξοδα» ή «Εκτίμηση Poliviou» ή «Τιμόλ» τα οποία φέρονται να έγιναν μετά την καταχώρηση της αγωγής (μετά τη 5/9/2008) και τα οποία δεν περιλαμβάνονται στην απαίτηση. (Βλ. από το Τεκμήριο 23 τις καταστάσεις λογαριασμού ημερομηνίας 30/9/2008, 31/8/2009, 31/8/2010, 31/8/2011, 30/4/2012, 31/7/2012, 31/8/2012, 30/8/2013, 29/8/2014, 31/3/2015, 31/8/2015). Συνεπώς τα πιο πάνω έξοδα δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Το πώς και αν μπορεί να είναι χρήσιμο το μέρος εκείνο του Τεκμηρίου 23 που αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία (admissible evidence) στα πλαίσια αξιολόγησης του μαρτυρικού υλικού αναλύεται σε μεταγενέστερο σημείο της απόφασης. Αποδεκτότητα των Καταστάσεων Τεκμήρια 12 και 20 Το άρθρο 22 του Κεφ. 9 δεν είναι σχετικό εδώ. Η ΜΕ1 ανάφερε ότι ετοίμασε τις εν λόγω καταστάσεις για σκοπούς της ακρόασης. Συνεπώς εμπίπτουν στους αναδομημένους λογαριασμούς που ετοιμάζονται για σκοπούς της δίκης προς υποβοήθηση του έργου του Δικαστηρίου και συνεπώς, δεν συνέτρεχε κανένας λόγος ώστε να μην γίνουν αποδεκτές ως μαρτυρία (admissible evidence) (βλ. Καλλικάς v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1 (Β) Α.Α.Δ. 1238, σελ. 1247-1248). Αποδεκτότητα της Κατάστασης Λογαριασμού Τεκμήριο 24 Η εν λόγω κατάσταση κατατέθηκε από τον ΜΕ5 ο οποίος ανάφερε ότι είχε ετοιμαστεί από συνάδελφο του και αφορά την κίνηση του λογαριασμού της Εναγομένης 1 από την ημερομηνία που άνοιξε μέχρι την ημερομηνία που ο λογαριασμός μετακινήθηκε στις καθυστερήσεις με το υποθετικό σενάριο το ποσοστό επιβάρυνσης πάνω στις καθυστερημένες δώσεις να ήταν μηδέν. Σύμφωνα δηλαδή με τις αναφορές του ΜΕ5, το Τεκμήριο 24 είχε ετοιμαστεί για σκοπούς της ακρόασης. Κατά την ακρόαση δεν είχε τεκμηριωθεί οποιαδήποτε θέση ότι η εν λόγω κατάσταση δεν θα μπορούσε να κατατεθεί ως αποδεκτή μαρτυρία. ΣΥΝΟΨΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΠΟΥ ΠΑΡΑΤΕΘΗΚΕ Η κα Φωτεινή Βασιλείου (ΜΕ1) ανάφερε ότι κατά την επίδικη περίοδο εργαζόταν στους Ενάγοντες ως Υποτμηματάρχης στο Τμήμα Χορηγήσεων, ενώ σήμερα κατέχει τη θέση Τμηματάρχη στο Τμήμα Δικαστικών Υποθέσεων των Εναγόντων. Κατά τη μαρτυρία της ενώπιον του Δικαστηρίου κατάθεσε τα Τεκμήρια 1 - 20 στα οποία και αναφέρθηκε. Η μαρτυρία της περιστράφηκε κυρίως γύρω από την υπογραφή των σχετικών εγγράφων, ως προς το τι προηγήθηκε της υπογραφής, ως προς την ισχυριζόμενη χορήγηση στην Εναγομένη 1 του σχετικού δανείου, ως προς το ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό και τους τόκους, ως προς τον ισχυριζόμενο τερματισμό. Απέρριψε κατά την ακρόαση τα παράπονα των Εναγομένων. Όσον αφορά το ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό η ΜΕ1 έδωσε τις εξής εξηγήσεις: Την ημερομηνία του ισχυριζόμενου τερματισμού το οφειλόμενο υπόλοιπο ήταν €144.840,
  1. Με αναφορά στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 7 και στην κατάσταση την οποία ετοίμασε για σκοπούς της ακρόασης Τεκμήριο 20 εξήγησε, γιατί την εν λόγω ημερομηνία το οφειλόμενο υπόλοιπο ήταν €144.840,
  2. Παρατίθεται αυτούσια η κατάσταση Τεκμήριο 20: «ΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ ΔΑΝΕΙΟΥ ΖΩΗΣ ΝΙΚΟΛΑΙΔΟΥ (545/339827-0) από ημερομηνία ανοίγματος του μέχρι τον τερματισμό του και τη μεταφορά του στις οριστικές καθυστερήσεις (545/399094-7) ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΔΑΝΕΙΟΥ 136688,12 Μείον ΣΥΝΟΛΙΚΕΣ ΚΑΤΑΘΕΣΕΙΣ 40940,82 _________ 95747,30 Πλέον ΤΟΚΟΙ ΜΕΧΡΙ 30.7.2008 45005,00 Πλέον έξοδα 161,73 Πλέον ασφάλιστρα 3926,70 _________ ΣΗΜΕΡΙΝΟ ΥΠΟΛΟΙΠΟ ΟΦΕΙΛΗΣ 144840,73 ========» Ανάφερε μεταξύ άλλων ότι τα ασφάλιστρα αφορούσαν την ασφάλεια για το ενυπόθηκο ακίνητο. Εξήγησε ακόμη, γιατί ενώ το ισχυριζόμενο υπόλοιπο κατά την ημερομηνία τερματισμού (30/7/2008) ήταν €144.840,73 η απαίτηση κατά την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής (5/9/2008) ανήλθε στο ποσό των €145.218,53 πλέον τόκος από 7/8/2008: Με τον τερματισμό ο αρχικός λογαριασμός δανείου έκλεισε και το χρεωστικό υπόλοιπο €144.840,73 μεταφέρθηκε στο νέο λογαριασμό οριστικών καθυστερήσεων υπ΄ αρ. 545/399094-7 (πρόκειται για το Τεκμήριο 23). Επιπρόσθετα την 31/7/2008 χρεώθηκε ο λογαριασμός για σχετική έρευνα που προέβη η τράπεζα στο κτηματολόγιο αναφορικά με το ενυπόθηκο ακίνητο για το ποσό των €53,
  3. Επιπρόσθετα οι τόκοι από τον τερματισμό (30/7/2008) μέχρι την 6/8/2008 ήταν στο ποσό των €323,98 (σύνολο €145.218,53) (βλ. κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 12 την οποία ετοίμασε η ΜΕ1 για σκοπούς της ακρόασης). Πρόσθεσε ότι από το ποσό των €145.218,53 που ζητείται στην Έκθεση Απαίτησης, ποσό €3.335,71, αφορά τόκο υπερημερίας. Ειδικότερα, όσον αφορά τους τόκους η ΜΕ1 ανάφερε τα εξής: Πριν τον φερόμενο τερματισμό ξεκίνησε με 8,50% ετησίως. (Βασικό επιτόκιο 5,50% ετησίως και πρόσθετο επιτόκιο 3% ετησίως), ως η επιστολή ημερομηνίας 28/7/2004 (letter of offer) Τεκμήριο
  4. Αυτός ο τόκος, αφού ήταν κυμαινόμενος, μέχρι και την ημερομηνία πριν τον φερόμενο τερματισμό, (29/7/2008) άλλαζε σύμφωνα με τις ανακοινώσεις στον ημερήσιο τύπο τις οποίες κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 6, μάλιστα με πτωτική τάση. (Ξεκίνησε με 8,50% από την περίοδο 28/7/2004 - 27/2/2005, ακολούθως κατά διάφορες περιόδους ήταν 8,25%, 7,75%, 7,25%, 7,50%, 7,00% και την περίοδο 4/7/2008 μέχρι πριν τον τερματισμό (29/7/2008) ήταν 7,25%. Επεξήγησε ότι ο πιο πάνω ήταν ο κανονικός τόκος, δηλαδή επιβαλλόταν για όσα ποσά του δανείου δεν ήταν ληξιπρόθεσμα. Επειδή υπήρχαν και καθυστερήσεις στην πληρωμή των οφειλομένων δόσεων κατά την περίοδο πριν τον τερματισμό, επιβαλλόταν τόκος υπερημερίας μόνο πάνω στις ληξιπρόθεσμες δόσεις. Ο εν λόγω τόκος υπερημερίας είχε καθοριστεί αρχικά στο 3% ως η επιστολή ημερομηνίας 28/7/2004 (Τεκμήριο 2) και μετέπειτα με σχετική ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο (Τεκμήριο 6) αυξήθηκε από 1/1/2005 σε 5% ετησίως. Οι τόκοι χρεώνονταν ανά εξάμηνο δηλαδή 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου. Συνεπώς ο ανατοκισμός γινόταν δύο φορές το χρόνο. Για την περίοδο μετά τον φερόμενο τερματισμό η ΜΕ1 ανάφερε ότι ολόκληρο το υπόλοιπο του δανείου ήταν ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Οπότε η τράπεζα με την επιστολή τους προς τους Εναγομένους ημερομηνίας 30/7/2008 (Τεκμήριο 9) τους ενημέρωνε ότι ολόκληρη η οφειλή τους θα βαρυνόταν με σύνολο επιτοκίου 11,50% ετησίως. (Βασικό επιτόκιο 5,75% ετησίως και πρόσθετο επιτόκιο 5,75% ετησίως) κεφαλαιοποιημένο την 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους. Ήταν η θέση της ότι μετά τον τερματισμό δεν επιβλήθηκε τόκος υπερημερίας. Ο τόκος 11,50% είχε επιβληθεί σύμφωνα με την πρακτική της τράπεζας. Κατά την ακρόαση κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 κατάσταση λογαριασμού που είχε ετοιμάσει για σκοπούς της ακρόασης με τα επιτόκια που ίσχυαν μέχρι την 29/7/
  5. Στην ίδια κατάσταση αναφέρεται ότι το επιτόκιο ήταν 11,50% από 30/7/
  6. Η κα Άντρη Τομάζου (ΜΕ2), ανάφερε ότι είναι από το 2001 υπάλληλος των Εναγόντων και έδωσε μαρτυρία ως προς τις υπογραφές που τέθηκαν στα Τεκμήρια 1, 3 και
  7. Η ουσία της μαρτυρίας της συνοψίζεται στις παραγράφους 2 και 3 της γραπτής της δήλωσης (Ένδειξη Β): «
  8. Συγκεκριμένα η Εναγόμενη 1 ως δανειολήπτης και πρωτοφειλέτρια υπέγραψε στην παρουσία μου την Βασική Συμφωνία (Τεκμήριο 1) ημερομηνίας 28/7/2004 [εννοεί το Τεκμήριο 1] και εγώ προσυπόγραψα ως μάρτυρας των υπογραφώ και ο Εναγόμενος 2 ως εγγυητής της Εναγομένης 1 στην παρουσία μου υπέγραψε το Έγγραφο Εγγύησης και Αποζημίωσης ημερομηνίας 28/7/2004 [εννοεί το Τεκμήριο 3]. Ήμουν παρούσα κατά την υπογραφή των εν λόγω εγγράφων και παρόντες οι Εναγόμενοι 1 &
  9. Εκ μέρους των Εναγόντων ήταν παρόντες και υπέγραψαν τα πιο πάνω έγγραφα ο Χρίστος Ανδρέου, πρώην διευθυντής του Κεντρικού καταστήματος των Εναγόντων και η Φωτεινή Βασιλείου, υπάλληλος των Εναγόντων. Επίσης ήταν παρούσα και η Ρεβέκκα Νικολαϊδου, επίσης υπάλληλος των Εναγόντων, η οποία προσυπόγραψε τα πιο πάνω έγγραφα ως δεύτερη μάρτυρας των υπογραφών.
  10. Επίσης την ίδια ημερομηνία, δηλαδή την 28/7/2004, υπεγράφησαν και ήμουν παρούσα κατά την υπογραφή της Σύμβασης και Δήλωσης Υποθηκεύσεως Ακινήτου ημερομηνίας 28/7/2004 και του Εγγράφου Υποθήκης ημερομηνίας 28/7/2004 [εννοεί το Τεκμήριο 4]. Συγκεκριμένα ήμουν παρούσα όταν υπέγραφε και τα δύο αναφερόμενα έγγραφα η Εναγομένη 1 ως ενυπόθηκος οφειλέτης και εκ μέρους των Εναγόντων, .......... ως ενυπόθηκος δανειστής, υπέγραψε ο Μιχάλης Κατσούρης. Επίσης ήταν παρούσα και η Ρεβέκκα Νικολαϊδου, επίσης υπάλληλος των Εναγόντων, η οποία προσυπόγραψε τα πιο πάνω έγγραφα ως δεύτερη μάρτυρας των υπογραφών». Η κα Ρεβέκκα Νικολαϊδου (ΜΕ3) υπάλληλος των Εναγόντων ανέφερε ότι ήταν μάρτυρας των υπογραφών των Τεκμηρίων 1, 3 και 4, αναγνωρίζοντας κατά την ακρόαση τις υπογραφές εκ μέρους της τράπεζας στα εν λόγω τεκμήρια καθώς και τις υπογραφές της Εναγομένης 1 στα Τεκμήρια 1 και 4 και του Εναγομένου 2 στο Τεκμήριο
  11. Ακολούθησε συζήτηση κατά την ακρόαση για το ένταλμα πληρωμής ημερομηνίας 28/7/2004 Τεκμήριο
  12. Ήταν η κύρια θέση της ότι την 28/7/2004 ως κεντρική ταμίας (Λογιστής/Ταμίας) των Εναγόντων, είχε δώσει στην Εναγομένη 1 το ποσό των ΛΚ80.000 σε μετρητά όπως προκύπτει από το χαρτοσημασμένο εν λόγω ένταλμα πληρωμής. Αναγνώρισε στο Τεκμήριο 13 τη δική της υπογραφή, του κ.Χρίστου Ανδρέου Διευθυντή των Εναγόντων, της κας Φ. Βασιλείου (ΜΕ1). Επίσης αναγνώρισε την υπογραφή της Εναγομένης 1 κάτω από τις λέξεις «έλαβα το πιο πάνω ποσό». Κατάθεσε έγγραφο με τίτλο «00010450 loans transaction enquiry» ως Τεκμήριο 21 αναφορικά με την εν λόγω πράξη. Επέμενε στις θέσεις της παρά την αμφισβήτηση από την πλευρά των Εναγομένων ιδιαίτερα σε σχέση με τον ισχυρισμό της ότι έδωσε τα χρήματα του δανείου στην Εναγομένη
  13. Ο υπάλληλος της τράπεζας ΜΕ4 κ.Γιώργος Ψύλλας, ανάφερε ότι ταχυδρόμησε με συστημένο ταχυδρομείο τις επιστολές ημερομηνίας 31/1/2008 και 30/7/2008 (Τεκμήρια 8 και 9 αντίστοιχα) προς την Εναγομένη 1 με κοινοποίηση προς τον Εναγόμενο
  14. Εξήγησε τη διαδικασία της ταχυδρόμησης (π.χ. αρίθμηση επιστολών, σφράγιση του σχετικού βιβλίου αλληλογραφίας της τράπεζας από τον αρμόδιο ταχυδρόμο και συμπλήρωση των σχετικών στοιχείων στο εν λόγω βιβλίο φύλαξης στην τράπεζα αρχείου κατάστασης φακέλων συστημένης αλληλογραφίας - βλ. Τεκμήριο 10 για την επιστολή Τεκμήριο 8 και το Τεκμήριο 11 για την επιστολή Τεκμήριο
  15. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 22 άλλο αντίγραφο της επιστολής ημερομηνίας 30/7/2008 αλλά με τη σχετική αρίθμηση σ΄ αυτήν. Ο ΜΕ4 δεν αντεξετάστηκε. Ο κ.Μιχάλης Κατσούρης (ΜΕ5) ανάφερε μεταξύ άλλων ότι την 28/7/2004 εργαζόταν στο κεντρικό κατάστημα των Εναγόντων οπότε έφθασαν εκεί οι Εναγόμενοι, όπου υπέγραψαν διάφορα έγγραφα που αφορούν το επίδικο δάνειο. Ειδικότερα ο ΜΕ5 ανάφερε ότι ήταν παρών όταν υπόγραφε τα έγγραφα υποθήκης (Τεκμήριο 4) στην τράπεζα η Εναγομένη 1, και υποστήριξε ότι προτού η Εναγομένη υπογράψει το Τεκμήριο 4, της επεξήγησε τι υπογράφει. (βλ. στην αντεξέταση του ημερομηνίας 6/11/2015: της επεξηγήθηκε το ποσό με το οποίο υποθηκεύει την περιουσία της και ότι αν δεν ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της προς την τράπεζα μπορεί να χάσει την υποθηκευμένη περιουσία). Ο ίδιος υπέγραψε το Τεκμήριο 4 εκ μέρους των Εναγόντων. (Αναγνώρισε κατά την ακρόαση τις διάφορες υπογραφές στο Τεκμήριο 4). Ακολούθως μετέβηκαν στο Κτηματολόγιο για την υποθήκη, όπου ο αρμόδιος υπάλληλος επεξήγησε και πάλι στην Εναγομένη 1 το ποσό της υποθήκης και τι υποθηκεύει. Αναγνώρισε την υπογραφή του και του συναδέλφου του Κ. Πατσαλίδη στην προειδοποιητική επιστολή ημερομηνίας 30/1/2008 (Τεκμήριο 8) καθώς και στην επιστολή ημερομηνίας 30/7/2008 (Τεκμήρια 9 και 22). Υποστήριξε ότι αυτές οι δύο επιστολές αποστάληκαν με συστημένο ταχυδρομείο στη διεύθυνση των Εναγομένων όπως αυτή καταγράφεται στα σχετικά έγγραφα δανείου και χωρίς να τους έχει κοινοποιηθεί οποιαδήποτε αλλαγή διεύθυνσης. Υποστήριξε επίσης ότι οι εν λόγω επιστολές δεν επιστράφησαν πίσω. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 23 την κατάσταση του λογαριασμού 545399094-7 (λογαριασμός καθυστερήσεων) εξηγώντας ότι αυτή καλύπτει την κατάσταση από την ημερομηνία που μεταφέρθηκε το δάνειο στις καθυστερήσεις (από 30/7/2008). Κατάθεσε επίσης ως Τεκμήριο 24 κατάσταση που είχε ετοιμαστεί από συνάδελφο του και αφορά την κίνηση του αρχικού λογαριασμού που είχε ανοιχτεί μέχρι την ημερομηνία που το χρεωστικό υπόλοιπο μεταφέρθηκε στις καθυστερήσεις, με το υποθετικό σενάριο το ποσοστό επιβάρυνσης στις καθυστερημένες δόσεις να ήταν μηδέν. Κατόπιν ερωτήσεων ανάφερε ότι οι Ενάγοντες είναι θυγατρική εταιρεία της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος. Η γενικότερη θέση του ομίλου στην Ευρώπη το 2004 ήταν καλή, αφού ήταν μια από τις μεγάλες τράπεζες. Το 2004 οι Ενάγοντες είχαν παγκυπρίως περίπου 20 καταστήματα και 280 - 300 υπαλλήλους με 2% μερίδιο στην αγορά σε σχέση με τις τραπεζικές εργασίες στην Κύπρο. Ήταν μία μικρή τράπεζα στην Κύπρο. Ανάφερε ότι τα συμβόλαια συντάσσονται από την τράπεζα, οι πελάτες τα διαβάζουν και αν συμφωνούν τα υπογράφουν με ελεύθερη βούληση. Η σχέση των Εναγόντων με τους πελάτες ήταν πάντοτε «win win». Υποστήριξε πως υπάρχει δυνατότητα διαπραγμάτευσης όμως οι συγκεκριμένοι πελάτες δεν ανέφεραν άρνηση αποδοχής οποιουδήποτε όρου εξού και προχώρησαν με ελεύθερη θέληση και χωρίς παρότρυνση στις υπογραφές. Συνήθως η αμφισβήτηση των όρων γίνεται εκ των υστέρων, όταν οι πελάτες πρέπει να πληρώσουν. Τα άλλα έγγραφα επεξηγούνται από συναδέλφους που είναι υπεύθυνοι κατά τη στιγμή της υπογραφής τους. Ο ίδιος ήταν υπεύθυνος για την υποθήκη. Αρνήθηκε υποβολή ότι ουδέποτε τερματίστηκε η συμφωνία δανείου. Ήταν η θέση του ότι το πρόσθετο επιτόκιο 5,75% μετά τον ισχυριζόμενο τερματισμό από τη στιγμή που ο λογαριασμός μεταφέρθηκε στις καθυστερήσεις (ως το Τεκμήριο 9) δεν είναι επιτόκιο υπερημερίας: «Είναι το επιτόκιο το οποίο καθορίζει η τράπεζα αναλογιζόμενη το κόστος που υφίσταται λόγω της μη έγκαιρης καταβολής της οφειλής από τους Εναγομένους». Συνεπώς επέμενε ότι το επιτόκιο των 11,5% δεν περιλαμβάνει τόκο υπερημερίας, παρά τις υποβολές για το αντίθετο. Σε ερώτηση κατά την αντεξέταση αν δεν υπήρχαν καθυστερημένες δόσεις πόσο θα ήταν το επιτόκιο, απάντησε περί τα 7,5% - 8%. Την 30/7/2008 το επιτόκιο ήταν 7,25%. Η μαρτυρία της Εναγομένης 1 όπως παρατέθηκε στο Δικαστήριο συνοψίζεται ως εξής: Υποστήριξε ότι κανένα ποσό δεν της δόθηκε από τους Ενάγοντες. Πιο συγκεκριμένα το προϊόν του δανείου ουδέποτε το πήρε της μετρητοίς αλλά με αυτό εξουσιοδοτήθηκαν οι Ενάγοντες να πάρουν ΛΚ80.000 για να εξοφλήσουν άμεσα δύο γραμμάτια με τα οποία η ίδια δεν είχε καμία σχέση. Οφειλέτες στα δύο γραμμάτια ήταν ο σύζυγος της Εναγόμενος 2 και η μητέρα της. (Βλ. παραγράφους 20 και 21 της γραπτής της δήλωσης). Σε κάθε περίπτωση υποστήριξε ότι ουδέποτε οι Ενάγοντες της είχαν δώσει την ευκαιρία να διαβάσει τις επίδικες συμφωνίες αλλά ούτε και την ευχέρεια να διαπραγματευτεί τους όρους τους. Ακόμη την παρότρυναν να υπογράψει τη σχετική συμφωνία αναφέροντας της ότι στις συμφωνίες δανείου όλων των τραπεζών τίθεντο παρόμοιοι όροι. Υποστήριξε επίσης ότι όλες οι ρήτρες που περιέχονται στις σχετικές παραγράφους δημιουργούν μεγάλη ανισότητα εις βάρος της, υπάρχει αντιφατικότητα σε αυτές και επίσης περιέχουν αόριστες και καταχρηστικές πρόνοιες οι οποίες έχουν τεθεί μονομερώς και προσδίδουν δικαιώματα μόνο στους Ενάγοντες οι οποίοι εκμεταλλεύτηκαν τη θέση ισχύος που είχαν απέναντι της και τη δεσπόζουσα θέση στην οποία ευρίσκοντο έναντι της και το ολιγοπώλιο. Στην ουσία την υποχρέωσαν να αποδεχτεί τις ρήτρες και τους όρους των συμφωνιών. Ισχυρίζεται επίσης ότι οι Ενάγοντες ουδέποτε εξέτασαν την ικανότητα της να αποπληρώνει το οποιοδήποτε δάνειο. Η ίδια είναι μια απλή οικοκυρά χωρίς εργασία και εισόδημα. Δεν της επεξηγήθηκαν οι συμφωνίες οι οποίες ήταν προϊόντα ψυχικής πίεσης, οικονομικής πίεσης και αθέμιτης επιρροής των Εναγόντων προς την ίδια, η δε ψυχολογική της κατάσταση ήταν πολύ άσχημη όταν υπεγράφηκε η συμφωνία δανείου. Με τον ίδιο τρόπο της επέβαλαν την υποθήκευση της κατοικίας της. Ουδέποτε της κοινοποιήθηκε οποιαδήποτε αύξηση του επιτοκίου ή του επιτοκίου υπερημερίας, οι οποίες πρόνοιες τέθηκαν μονομερώς. Ουδέποτε έλαβε επιστολή τερματισμού των επίδικων συμφωνιών. Επιπρόσθετα ισχυρίστηκε ότι οι Ενάγοντες χρέωσαν τόκους που υπερβαίνουν το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο επιτοκίου καθώς και κεφαλαιοποιημένους τόκους. Υποστήριξε ότι οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται να χρεώνουν και να επιβάλλουν μονομερώς ποσοστά υπερημερίας. Η μαρτυρία του κ.Δημήτρη Ευσταθίου Εναγομένου 2 κινήθηκε στις ίδιες γραμμές με την Εναγομένη
  16. Ανάφερε μεταξύ άλλων ότι η επίδικη συμφωνία και το έγγραφο εγγυήσεως περιέχουν διατάξεις οι οποίες τέθηκαν μονομερώς από τους Ενάγοντες και δημιουργούν ανισότητα, ότι οι Ενάγοντες ουδέποτε έδωσαν στον ίδιο ή στην Εναγομένη 1 την ευχέρεια να διαπραγματευτούν οποιονδήποτε από τους όρους των συμφωνιών ή του εγγράφου εγγυήσεως. Παρά τις διαμαρτυρίες του οι συμφωνίες με την τράπεζα και την Εναγομένη 1 ως επίσης και το έγγραφο εγγυήσεως δεν έτυχαν καμίας αλλαγής αφού είχαν συνταχθεί από τη νομική υπηρεσία της τράπεζας και ήταν τα ίδια για όλους τους δανειολήπτες. Οι Ενάγοντες του ανέφεραν ότι αν δεν συμφωνούσε με τους όρους των διαφόρων εγγράφων οι οποίοι ήταν αμετάβλητοι, θα έπρεπε να αποταθεί σε άλλες τράπεζες. Υπάλληλοι των Εναγόντων παρότρυναν τον ίδιο και την Εναγομένη 1 να υπογράψουν τα έγγραφα της τράπεζας. Οι συμφωνίες και όλα τα έγγραφα που επικαλούνται οι Ενάγοντες ήταν προϊόντα ψυχικής πίεσης στον ίδιο και στην Εναγομένη
  17. Παραδέχτηκε ότι υπέγραψε το έγγραφο εγγύησης Τεκμήριο 3, όμως ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε οι Ενάγοντες τον παρέπεμψαν σε δικηγόρο ούτε του είχαν επεξηγήσει τους κινδύνους ως εγγυητή. Πρόσθεσε ότι η εγγύηση είναι άκυρη λόγω του ότι η συμφωνία δανείου είναι καταχρηστική. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ουδέποτε του κοινοποιήθηκε οποιαδήποτε αύξηση επιτοκίου, ούτε έλαβε επιστολή τερματισμού. Κατάθεσε τα Τεκμήρια 25, 26, 27 και
  18. Περαιτέρω παράθεση της μαρτυρίας δίδεται και σε άλλα σημεία της απόφασης όπου κρίνεται χρήσιμο. Ακολούθησαν οι τελικές αγορεύσεις τις οποίες το Δικαστήριο έχει μελετήσει. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ, ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ, ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το Δικαστήριο έχει παρακολουθήσει τους μάρτυρες ενώ έδιδαν μαρτυρία καθώς και τον τρόπο και ύφος με το οποίο απαντούσαν. (Βλ. C & A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273, 1280 - 1281. Βλ. επίσης την υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 όπου αναφέρεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία). Οι μάρτυρες των Εναγόντων ανάφεραν με κάθε ειλικρίνεια ότι γεγονότα γνώριζε ο καθένας τους. Σημαντικό μέρος της προφορικής τους μαρτυρίας συνάδει και με τα διάφορα έγγραφα, ενώ σε κάποια σημεία π.χ. ως προς την υπογραφή των διαφόρων εγγράφων, η μαρτυρία τους δεν αμφισβητήθηκε όταν οι ίδιοι οι Εναγόμενοι έδιδαν προφορικά μαρτυρία. Με τη διευκρίνιση ότι όπου αναφέρθηκαν σε ισχυρισμούς για ζημιά των Εναγόντων με σκοπό να τεκμηριώσουν τους τόκους υπερημερίας, σε αυτό το σημείο η μαρτυρία από πλευράς των Εναγόντων παρέμεινε ατεκμηρίωτη. Ειδική ανάλυση για τους τόκους υπερημερίας και για τη μαρτυρία που δόθηκε σε σχέση με το θέμα αυτό γίνεται πιο κάτω σε άλλο σημείο της απόφασης. Με την εξαίρεση αυτή τα όσα ανέφεραν αναφορικά με γεγονότα οι μάρτυρες των Εναγόντων αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου. Οι δε Εναγόμενοι, ήταν φανερό κατά την ακροαματική διαδικασία, ότι στόχο είχαν να αποφύγουν την τήρηση υποχρεώσεων τους. Περαιτέρω αξιολόγηση και ανάλυση καταγράφεται σε διάφορα σημεία της απόφασης. Σε κάθε περίπτωση τα κύρια πραγματικά γεγονότα συνοψίζονται ως εξής: Είναι παραδεκτό στην Έκθεση Υπεράσπισης, παράγραφο 4, ότι οι Ενάγοντες κατά πάντα ουσιώδη χρόνο είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, εγγεγραμμένη στην Κύπρο σύμφωνα με τους Νόμους και διεξάγουν τραπεζικές εργασίες σ΄ όλη την Κύπρο περιλαμβανομένης και της Επαρχίας Πάφου διατηρώντας καταστήματα σε όλη την Κύπρο. Το μέγεθος τους και η δομή τους κατά τον ουσιώδη χρόνο έχουν ως τα περιέγραψε ο ΜΕ
  1. Το δε Τεκμήριο 25 το οποίο κατάθεσε ο Εναγόμενος 2 έχει εκτυπωθεί από την ιστοσελίδα των Εναγόντων κάτι που δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά των Εναγόντων. Η Εναγομένη 1 κατά την ακροαματική διαδικασία αναγνώρισε την υπογραφή της στην Βασική Συμφωνία ημερομηνίας 28/7/2004 (Τεκμήριο 1), την υπογραφή της στην επιστολή των Εναγόντων ημερομηνίας 28/7/2004 (Τεκμήριο 2), στη σχετική Σύμβαση Δήλωση Υποθήκευση Y2703/4, στο ένταλμα πληρωμής (Τεκμήριο 13). Επιπρόσθετα, ο Εναγόμενος 2 αναγνώρισε την υπογραφή του στο Έγγραφο Σύμβασης Εγγύησης και Αποζημιώσεως ημερομηνίας 28/7/2004 (Τεκμήριο 3). Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία των Εναγομένων, η Εναγομένη 1 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο της υπογραφή των επίδικων συμφωνιών 31 ετών, οικοκυρά. Προηγουμένως το 1997 για ένα έτος ήταν ασφαλίστρια. Κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν είχε εισοδήματα αλλά είχε ακίνητη περιουσία σημαντικής αξίας όπως προκύπτει από τη μαρτυρία της ίδιας και το Τεκμήριο
  2. Η ακίνητη περιουσία ανήκε εξιμησίας με τη μητέρα της. Είναι μοναχοπαίδι και κατά το χρόνο υπογραφής των επίδικων συμφωνιών η μητέρα της ήταν ήδη σε μεγάλη ηλικία και είχε προβλήματα υγείας. Ο Εναγόμενος 2, σύζυγος και συγκάτοικος της Εναγομένης 1, είναι εγκεκριμένος λογιστής της Αγγλίας με γνώσεις λογιστικών και οικονομικών όπως παραδέχθηκε, που είχε αποκτήσει πολύ πριν τον Ιούλιο του
  3. Εργάζεται στον Φόρο Εισοδήματος από το 2000 ως δεύτερος διευθυντής. Προηγουμένως εργαζόταν σε μεγάλο ελεγκτικό οίκο και είχε τύχει, ως ελεγκτής να διενεργήσει ελέγχους και στο κεντρικό κατάστημα των Εναγόντων. Όπως προκύπτει από την αντεξέταση της Εναγομένης 1, ο Εναγόμενος 2 είχε πριν την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών δάνεια τραπεζικά για αγορά χωραφιού και κτίσιμο εξοχικού στο ίδιο χωράφι. Το εν λόγω χωράφι ο Εναγόμενος 2 το είχε υποθηκεύσει στην τράπεζα. Όπως και η ίδια η Εναγομένη 1 παραδέχτηκε κατά την αντεξέταση της δύο περίπου μήνες πριν την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών, την 27/5/2004 υπέβαλε γραπτή αίτηση προς τους Ενάγοντες για παροχή δανείου και/ή πιστωτικών διευκολύνσεων ύψους ΛΚ80.000, ως το Τεκμήριο 14, η οποία αίτηση και στις δύο σελίδες φέρει την υπογραφή της. Οι Ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 28/7/2004 (Τεκμήριο 2) πληροφόρησαν την Εναγομένη 1 ότι ενέκριναν την πιο πάνω αίτηση της, παραχωρώντας της δάνειο για το ποσό των ΛΚ80.000 το οποίο θα χρεωνόταν με βασικό επιτόκιο 5,50% ετησίως και με πρόσθετο επιτόκιο 3,00% ετησίως, σύνολο επιτοκίου 8,50% ετησίως, πληρωτέον από την Εναγομένη 1 προς τους Ενάγοντες με ίσες συνεχείς μηνιαίες δόσεις εκ ΛΚ1.000 εκάστης, της πρώτης δόσεως αρχομένης την 1/1/2005 μέχρι τελείας εξοφλήσεως. Η Εναγομένη 1 αποδέκτηκε το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής θέτοντας την υπογραφή της την ίδια ημερομηνία στην επιστολή. Έτσι την 28/7/2004, υπεγράφηκε στην Επαρχία Πάφου η Γραπτή Συμφωνία (Τεκμήριο 1) μεταξύ των Εναγόντων ως δανειστών και της Εναγομένης 1 ως οφειλέτιδας, με την οποία συμφωνήθηκε μεταξύ άλλων όπως οι Ενάγοντες παραχωρήσουν ή συνεχίσουν να παρέχουν εις την Εναγομένη 1 πίστωση ή δάνεια εις τρεχούμενο ή οποιονδήποτε άλλο λογαριασμό ή δάνεια τακτής προθεσμίας και άλλες τραπεζικές διευκολύνσεις ή πιστωτικές διευκολύνσεις οποιουδήποτε είδους. Επιπρόσθετα με Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου με αριθμό Y.2703/04 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου ημερομηνίας 28/7/2004 και Εγγράφου Υποθήκης ημερομηνίας 28/7/2004 (που στο εξής θα αναφέρονται μαζί ως «η Υποθήκη») (Τεκμήριο 4) μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγομένης 1, η Εναγομένη 1, προς εξασφάλιση του πιο πάνω χρέους της προς τους Ενάγοντες, παραχώρησε προς όφελος των Εναγόντων υποθήκη στο ακόλουθο ακίνητο της: Στο όλο μερίδιο της στην διώροφη κατοικία με αριθμό τεμαχίου 2030 του Φ./Σχ. 51/030413 που βρίσκεται στον Άγιο Θεόδωρο, της Επαρχίας Πάφου και που καλύπτεται από το Πιστοποιητικό Εγγραφής με αριθμό 0/
  4. Ο δε Εναγόμενος 2 υπέγραψε Έγγραφο Σύμβασης Εγγύησης και Αποζημιώσεως ημερομηνίας 28/7/2004 (Τεκμήριο 3), με το οποίο εγγυήθηκε προσωπικά και αλληλέγγυα με την Εναγομένη 1 την τήρηση των όρων της πιο πάνω συμφωνίας ημερομηνίας 28/7/2004 και της σχετικής επιστολής (offer letter) ημερομηνίας 28/7/2004 και όλες τις υποχρεώσεις της Εναγομένης 1 προς τους Ενάγοντες, μέχρι ποσού ΛΚ80.000 πλέον τόκους και έξοδα και όπως γενικότερα προνοείται στο Τεκμήριο 3 και στο Τεκμήριο 15 αναφορά στα οποία γίνεται αμέσως πιο κάτω. Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία της ΜΕ1 την 28/7/2004, πριν την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών οι Ενάγοντες ενημέρωσαν γραπτώς τον Εναγόμενο 2 αναφορικά με την εγγύηση ως το περιεχόμενο της επιστολής Τεκμήριο
  5. Υπήρξε επίσης προφορική ενημέρωση για την εγγύηση προς τον Εναγόμενο 2 όπως την περιέγραψε η ΜΕ
  6. Δεν του είχε γίνει από τους Ενάγοντες οποιαδήποτε αναφορά για να συμβουλεύετο δικηγόρο πριν την υπογραφή της εγγύησης. Το έγγραφο της εγγύησης είχε ετοιμαστεί από το Νομικό Τμήμα της τράπεζας και ήταν τυποποιημένο. Οι Ενάγοντες βάσει της πιο πάνω Γραπτής Συμφωνίας (Τεκμήριο 1) και την επιστολή τους (Τεκμήριο 2) άνοιξαν στο όνομα της Εναγομένης 1 το λογαριασμό με αριθμό 545/339827-0, εις τον οποίο καταχωρούντο όλες οι πιστώσεις και χρεώσεις της Εναγομένης 1 (Τεκμήριο 7). Προκύπτει επίσης ότι την 22/7/2004 οι Ενάγοντες είχαν λάβει από τον Εναγόμενο 2 επιστολή Τεκμήριο 19 με την οποία ζητούσε κάποιες αλλαγές στα έγγραφα του δανείου. Ο Εναγόμενος 2 δεν αρνήθηκε ότι σύνταξε την εν λόγω επιστολή. Για την πιστωληπτική ικανότητα των Εναγομένων οι Ενάγοντες όπως προκύπτει από την μαρτυρία της ΜΕ1 είχαν λάβει υπόψη τις πληροφορίες που τους είχαν δοθεί εγγράφως την 27/3/2000 από την Εναγομένη 1 ως το υπηρεσιακό σημείωμα Τεκμήριο 17 και από τον Εναγόμενο 2 ως το Τεκμήριο
  7. Όσον αφορά το παράπονο της Εναγομένης 1 ότι οι Ενάγοντες δεν εξέτασαν την πιστωληπτική της ικανότητα πριν την παροχή του δανείου, επισημαίνεται ότι η ίδια η Εναγομένη συνέδεσε την παράλειψη στην πληρωμή των δόσεων με μεταγενέστερα της υπογραφής των σχετικών εγγράφων, θέματα υγείας παιδιού της. Κατά πόσον η Εναγομένη 1 είχε την ευκαιρία να διαβάσει τα σχετικά έγγραφα πριν την υπογραφή και κατά πόσον της δόθηκαν οι απαραίτητες εξηγήσεις για τα έγγραφα Η εκδοχή της Εναγομένης 1, ότι οι Ενάγοντες ουδέποτε της είχαν δώσει την ευκαιρία να διαβάσει τις επίδικες συμφωνίες πριν την υπογραφή, απορρίπτεται. Όπως ήδη προκύπτει από την επιστολή του συζύγου της, ημερομηνίας 21/7/2004, Τεκμήριο 19, τα σχετικά έγγραφα ήταν ήδη στα χέρια των Εναγομένων πριν την ημερομηνία υπογραφής τους και μάλιστα ο ίδιος είχε προτείνει προς την τράπεζα κάποιες αλλαγές. Αλλά και ο ίδιος ο Εναγόμενος 2 ανεξαρτήτως του Τεκμηρίου 19 κατά την αντεξέταση του δεν απέκλεισε να τους είχαν δοθεί προηγουμένως φωτοτυπίες. Ούτε και η Εναγομένη 1 άφησε την παραμικρή αιχμή εναντίον του συζύγου της ούτε παραπονέθηκε ότι ο σύζυγος της Εναγόμενος 2 ενεργούσε σε οποιεσδήποτε επαφές του με την τράπεζα αγνοώντας την Εναγομένη 1 ή απομονώνοντας την. Παρατίθεται σχετικό απόσπασμα από την αντεξέταση του Εναγομένου 2: «E. Κύριε μάρτυρα, σας ρωτώ τα έγγραφα που αφορούσαν αυτό το δάνειο δηλαδή βασική συμφωνία, το έγγραφο εγγύησης, σας είχαν δοθεί πριν την υπογραφή των, πριν τις 28/07 του 2004 από τους ενάγοντες; A. Δεν θυμούμαι. Με κάθε ειλικρίνεια δεν θυμούμαι. Έχουν περάσει τόσο πολλά που ότι και αν πω θα είναι επισφαλές. ................. E. Κύριε σας δείχνω το Τεκμήριο 19, είναι μια επιστολή προς τους ενάγοντες. Ποιος έχει συντάξει αυτήν την επιστολή και ποιος την έχει υπογράψει. Παρακαλώ να το δείτε και να μας πείτε. A. (Ο μάρτυρας βλέπει το Τεκμήριο 19). Εγώ την έχω συντάξει. Είναι ο γραφικός μου χαρακτήρας. E. Και η υπογραφή σας αντιλαμβάνομαι στο τέλος; A. Μάλιστα. E. Και άρα συμφωνείτε με το περιεχόμενο της αφού εσείς τη συντάξατε; A. Εντιμότατη θέλω να αναφερθώ στο Τεκμήριο 19 και να πω οτιδήποτε αναφέρεται είναι εκ πρώτης όψεως παρατηρήσεις δικές μου πάντοτε άνευ βλάβης και χωρίς καμιά παραδοχή προς την τράπεζα. Δεν είναι δεσμευτικό έγγραφο. Είναι δικό μου όντως το έγγραφο και αναφέρομαι, είναι καθαρό ότι αμφισβητώ διάφορες πρόνοιες κατά την κρίση τη δική μου χωρίς να έχω κάποια νομική ή άλλη συμβουλή από τις λιγοστές μου νομικές γνώσεις για άλλα θέματα που έχω. Ενισχύει ακόμα τους δικούς μας ισχυρισμούς ως έχουν καταγράψει στα δικόγραφα οι συνήγοροι μας. E. Άρα προτού υπογράψετε τα δάνεια της σύμβασης του δανείου, τη βασική συμφωνία, εγγυητήριο, offer letter κλπ είχατε κάμει τις παρατηρήσεις σας γραπτώς επί των εγγράφων αυτών προς τους ενάγοντες. A. Ήταν μια προσπάθεια μου βελτίωσης ματαιωδώς των επαχθέστατων όρων που υπήρχαν κάτω πριν την υπογραφή των επίδικων εγγράφων. Ήταν ως αναφέρω προσπάθεια βελτίωσης που έπεσε στο κενό. E. Τους όρους τους γνωρίζατε προτού τους υπογράψετε; A. Πιθανότατα να δόθηκαν φωτοτυπίες. Δεν θυμούμαι επειδή τα έγγραφα των τραπεζών είναι πανομοιότυπα ποιοι ήταν οι όροι που ισχύουν αλλά ήταν και με ελαφρές τροποποιήσεις σε όλους τους δανειζόμενους ή υποψήφιους προς δανεισμό. Να προσθέσω Εντιμότατη ότι είτε απέστειλα εκείνο το Τεκμήριο είτε όχι δεν αλλάζει οτιδήποτε. Ήταν όπως το να κτυπάς την πόρτα κάποιου που δεν θέλει να σου ανοίξει. Ήταν μάταιος ο κόπος.». Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία της ΜΕ1, η Εναγομένη 1 κατά την υπογραφή της συμφωνίας δανείου είχε λάβει από την ΜΕ1 εξηγήσεις για τους βασικούς όρους της συμφωνίας, όχι όμως με κάθε λεπτομέρεια για όλους τους όρους. Όμως τούτο δεν ήταν απαραίτητο ιδιαίτερα στην προκειμένη περίπτωση όπου τα διάφορα έγγραφα ήταν στα χέρια των Εναγομένων μέρες πριν την υπογραφή. Η Επιστολή του Εναγομένου 2 ημερ. 28/12/2004 (Τεκμήριο 16) Όπως επίσης προκύπτει από τη μαρτυρία της ΜΕ1 την 28/12/2004, ο Εναγόμενος 2 απέστειλε επιστολή (Τεκμήριο 16) προς τους Ενάγοντες ζητώντας τους όπως αποδεσμεύσουν 8.500 ενεχυριασμένες μετοχές σε όφελος των Εναγόντων, μετοχών του της Τράπεζας Κύπρου Λτδ προκειμένου να προέβαινε στην πώληση τους. Με την ίδια επιστολή αναλάμβανε την υποχρέωση έναντι των Εναγόντων όπως καταθέσει ολόκληρο το ποσό που θα είσπραττε από την πιο πάνω πώληση, έναντι του επίδικου δανείου της συζύγου του, Εναγομένης
  8. Οι Καταστάσεις Λογαριασμών που κατέθεσε η πλευρά των Εναγόντων Τεκμήρια 7, 12, 20, 24 εμπεριέχουν ορθές πληροφορίες ως προς το τι Χρεωπιστώσεις έγιναν Όπως είδαμε, η κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 7 έγινε αποδεκτή ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη των σχετικών καταχωρήσεων και το βάρος απόδειξης μετατέθηκε στην πλευρά των Εναγομένων για να αποδείξουν τη μη ύπαρξη των καταχωρήσεων και/ή την καταχώρηση λανθασμένων καταχωρήσεων. Οι Εναγόμενοι μάλλον αόριστα αμφισβήτησαν χωρίς επιτυχία την ορθότητα των πληροφοριών που εμπεριέχονται στην εν λόγω κατάσταση. Να σημειωθεί ενδεικτικά ότι δεν ισχυρίστηκαν ότι υπήρξε οποιαδήποτε περαιτέρω κατάθεση χρημάτων εκ μέρους της Εναγομένης 1 πέραν των όσων αναφέρονται στην κατάσταση Τεκμήριο
  9. Η πλευρά των Εναγομένων δεν πέτυχε να αποδείξει τη μη ύπαρξη καταχωρήσεων και/ή την καταχώρηση λανθασμένων καταχωρήσεων. Όσον αφορά τις υπόλοιπες καταστάσεις λογαριασμών που ετοίμασε η πλευρά των Εναγόντων (Τεκμήρια 12, 20, 24) για σκοπούς της ακρόασης, οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει ότι εμπεριέχουν αληθινές πληροφορίες. Κατά πόσον η Εναγομένη 1 αποπλήρωσε οποιαδήποτε ποσά έναντι του δανείου Όπως προκύπτει από την μαρτυρία της κας Βασιλείου (ΜΕ1) και δεν αμφισβητήθηκε η Εναγόμενη 1 κατέβαλε σε διάφορες ημερομηνίες στα πλαίσια αποπληρωμής του επίδικου χρέους συνολικό ποσό €40.940,82 και τούτο πριν το κλείσιμο του αρχικού λογαριασμού, πριν δηλαδή την 30/7/
  10. Ακολούθως ουδέν ποσό πληρώθηκε από την Εναγομένη
  11. Προειδοποιητική Επιστολή Τεκμήριο 8 Από τη μαρτυρία του κ.Γιώργου Ψύλλα (ΜΕ4) υπαλλήλου - κλητήρα στους Ενάγοντες από το 1993, προκύπτει ότι ταχυδρόμησε προς την Εναγομένη 1 με κοινοποίηση στον Εναγόμενο 2 με συστημένο ταχυδρομείο την προειδοποιητική επιστολή ημερομηνίας 31/1/2008 (Τεκμήριο 8) εν όψει καθυστερήσεων από την Εναγομένη 1 στην πληρωμή ληξιπρόθεσμων δόσεων του δανείου. Κλείσιμο του Αρχικού Λογαριασμού την 30/7/2008 και Άνοιγμα Λογαριασμού Οριστικών Καθυστερήσεων Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία της ΜΕ1 και την κατάσταση του λογαριασμού 545339827-0 (Τεκμήριο 7) το χρεωστικό υπόλοιπο την 30/7/2008 ήταν €144.840,
  12. Στη δε σελίδα 5 της αγόρευσης εκ μέρους των Εναγομένων σχολιάζεται η κατάσταση Τεκμήριο 20 και ιδιαίτερα η εξής αναφορά: «ΣΗΜΕΡΙΝΟ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΟ ΥΠΟΛΟΙΠΟ 144.840,73», επιχειρηματολογώντας ότι σύμφωνα με το λεκτικό του το υπόλοιπο κατά την ημερομηνία κατάθεσης του εν λόγω τεκμηρίου στο Δικαστήριο (Οκτώβριος 2015) είναι €144.840,
  13. «Το ποσό αυτό προφανώς ενσωματώνει όλους τους διεκδικούμενους μέχρι την κατάθεση του τεκμηρίου τόκους, για αυτό και το Δικαστήριο αν δεν απορρίψει την παρούσα αγωγή, δεν πρέπει να επιδικάσει οιουσδήποτε επιπλέον τόκους για τη χρονική περίοδο από 30/7/2008 μέχρι την ημερομηνία κατάθεσης του τεκμηρίου τον Οκτώβριο του 2015». Το Δικαστήριο διαφωνεί με την εν λόγω προσέγγιση. Μελετώντας στο σύνολο του το Τεκμήριο 20 παρατηρείται ότι ρητά αναφέρεται στον τίτλο ότι η εν λόγω κατάσταση αφορά την περίοδο μέχρι και την μεταφορά του χρεωστικού υπόλοιπου στις οριστικές καθυστερήσεις (μέχρι δηλαδή την 30/7/2008): «ΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ ΔΑΝΕΙΟΥ ΖΩΗΣ ΝΙΚΟΛΑΙΔΟΥ (545/339827-0) από ημερομηνία ανοίγματος του μέχρι τον τερματισμό του και τη μεταφορά του στις οριστικές καθυστερήσεις (545/399094-7)». Σε κάθε περίπτωση, το κατά πόσο αυτό το ποσό εμπεριέχει παράνομες χρεώσεις εξετάζεται πιο κάτω σε άλλα σημεία της απόφασης. Όπως προκύπτει τόσο από τη μαρτυρία της ΜΕ1 όσο και του ΜΕ5 κ.Κατσούρη την ίδια ημερομηνία, 30/7/2008 το χρεωστικό αυτό υπόλοιπο μεταφέρθηκε στο νέο λογαριασμό οριστικών καθυστερήσεων υπ΄ αριθμό 545399094-7 (Τεκμήριο 23). Οπότε το υπόλοιπο του αρχικού λογαριασμού (Τεκμήριο 7) μηδενίστηκε και ο εν λόγω λογαριασμός (Τεκμήριο 7) έκλεισε. Επιστολή Τεκμήριο 9 Η εν λόγω επιστολή ημερομηνίας 30/7/2008 κατατέθηκε στο Δικαστήριο δύο φορές (ως Τεκμήριο 9 και ως Τεκμήριο 22). Εν όψει της μη συμμόρφωσης της Εναγομένης 1 με την επιστολή (Τεκμήριο 8), προκύπτει επίσης ότι ο ίδιος υπάλληλος (ΜΕ4) ταχυδρόμησε προς την Εναγομένη 1 με κοινοποίηση στον Εναγόμενο 2 με συστημένο ταχυδρομείο την εν λόγω επιστολή ημερομηνίας 30/7/
  14. Παρατίθεται αυτούσιο απόσπασμα της εν λόγω επιστολής: «Συμφωνία ημερομηνίας 28.07.2004 δυνάμει της οποίας σας χορηγήθηκε Δάνειο με αριθ.λογ/σμού 545/339827-
  15. Κατ΄ εφαρμογή των δικαιωμάτων της Τράπεζας που απορρέουν από την πιο πάνω Συμφωνία, σας γνωρίζουμε ότι η Τράπεζα ανακαλεί την πιο πάνω χορήγηση της προς εσάς και κλείνει σήμερα τον πιο πάνω λογαριασμό μεταφέροντας το υπόλοιπο του στις Οριστικές Καθυστερήσεις με νέο αριθμό 545/399094-7 και που ανέρχεται σήμερα σε €144.840,
  16. Πληροφορείστε παραπέρα ότι η πιο πάνω οφειλή σας, πέραν των προμηθειών, Τραπεζικών δικαιωμάτων κλπ και των δικαιωμάτων και εξουσιών της Τράπεζας που αναφέρονται στην πιο πάνω Συμφωνία, από τη μεταφορά της στις Καθυστερήσεις επιβαρύνεται με αυξημένο επιτόκιο, ως ακολούθως: .............» Όπως ήδη επισημάνθηκε, η μαρτυρία του ΜΕ4 δεν έχει αμφισβητηθεί. Κατά Πόσο η Εναγομένη 1 λάμβανε Γνώση των Μηνιαίων Καταστάσεων Τεκμήριο 7 Δεν αγνοείται και αποτελεί πραγματικό γεγονός η πολύμηνη απουσία των Εναγομένων στην Αγγλία από τον Αύγουστο του 2005 λόγω της ασθένειας παιδιού τους. Από το σύνολο της μαρτυρίας της ΜΕ1 προκύπτει ότι κάθε τέλος του μήνα εστέλλοναν στην Εναγομένη 1 (στη δεύτερη διεύθυνση που είχε δηλώσει, Τ.Θ. 60022, 8100), οι καταστάσεις του αρχικού λογαριασμού Τεκμήριο 7 και η Εναγομένη 1 ελάμβανε γνώση για αυτές. Για την περίοδο που έλειπε και πάλι θεωρείται ότι λάμβανε γνώση αφού ήταν θέμα της Εναγομένης 1 να φρόντιζε με κάποιο τρόπο να ενημερώνετο για το ταχυδρομείο της. Το εξής απόσπασμα από την αντεξέταση της Εναγομένης 1 όπου μάλιστα σε κάποιο σημείο δεν αποκλείει να έλαβε κάποιες καταστάσεις δείχνει την προσπάθεια της να αποφύγει να δώσει ειλικρινή απάντηση στο σημείο αυτό: «κ.Α. Ζύμπηλος: Απ'ό,τι αντιλαμβάνομαι πρέπει κάθε μήνα, κάθε τακτά χρονικά διαστήματα πιάνετε και κατάσταση του λογαριασμού σας, έτσι; Μάρτυρας: Μιλάτε για το δάνειο; E. Για το δάνειο ναι. A. Δεν θυμούμαι να σας πω, τώρα υπάρχουν περιπτώσεις που επειδή δεν έχουμε πλέον τον ταχυδρομικό κιβώτιο, δεν τα φέρνουν στο σπίτι, υπάρχουν πολλά πράγματα που χάνονται και δεν έρχονται. E. Δηλαδή πιάνετε ή δεν πιάνετε καταστάσεις λογαριασμού; A. Σας είπα δεν θυμούμαι, μπορεί και να έπιανα κάποιες φορές, αλλά πολλά πράγματα χάνονται, δεν έρχονται γιατί δεν υπάρχει γραμματοκιβώτιο ή κουτί να μπαίνουν μέσα. Τα πετάσσουν πάνω στη βεράντα και πολλές φορές χάνονται. E. Μπορώ να έχω το τεκμήριο
  17. Σας δείχνω το τεκμήριο 7 είναι μια δέσμη από καταστάσεις του λογαριασμού σας από του ανοίγματος του δανείου, από της παραχώρησης του δανείου στις
  18. 2004 μέχρι και στις 30.
  19. Αναγνωρίζετε αυτήν τη δέσμη καταστάσεων που σας δείχνω; A. Ναι καταλαβαίνω ότι είναι η δέσμη του λογαριασμού. Πρώτο να αναφέρω ότι εγώ έλειπα 18 μήνες άρα δεν έπαιρνα οποιοδήποτε λογαριασμό, και μετά δεν θυμούμαι εάν έπαιρνα ή δεν έπαιρνα και σας είπα ότι υπάρχουν φορές που χάνονται κιόλας. E. Όμως συμφωνείτε μαζί μου ότι έστω και εάν δεν τις πήρατε όλες σύμφωνα με τα λεγόμενα σας, σίγουρα πρέπει να πήρατε κάποιες καταστάσεις από αυτές; A. Τι να σας πω τώρα, δεν θυμούμαι. E. Εγώ σας υποβάλλω ότι αποφεύγετε να απαντήσετε γιατί έχετε πάρει όλες τις καταστάσεις λογαριασμού και γι' αυτό αποφεύγετε να απαντήσετε. A. Όχι». Προκύπτει επίσης από το σύνολο της μαρτυρίας ότι η Εναγομένη 1 δεν είχε υποβάλει στους Ενάγοντες οποιοδήποτε παράπονο κατά τη διάρκεια που λάμβανε τις εν λόγω καταστάσεις. Κατά πόσον οι Εναγόμενοι έλαβαν την προειδοποιητική επιστολή Τεκμήριο 8 και την επιστολή ημερ. 30/7/2008 Τεκμήριο 9 / Τεκμήριο 22 Αποτελεί ισχυρισμό των Εναγομένων ότι ουδέποτε έλαβαν οποιαδήποτε επιστολή τερματισμού των επίδικων συμφωνιών. Κατά την ακρόαση επιπρόσθετα και πιο συγκεκριμένα υποστήριξαν ότι ουδέποτε έλαβαν την προειδοποιητική επιστολή Τεκμήριο 8 και την επιστολή ημερομηνίας 30/7/2008 Τεκμήριο 9 / Τεκμήριο
  20. Η Εναγομένη 1 κατά την ακρόαση παραδέχθηκε ότι η διεύθυνση της κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν και εξακολουθεί να είναι η Έξω Βρύση 6, στην Πάφο (πρόκειται για την διεύθυνση στην οποία στάλησαν οι επιστολές Τεκμήρια 8, 9, 22). Κατά την αντεξέταση δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να έφθασε στο σπίτι της η συστημένη επιστολή αλλά δεν θυμόταν να την έχει πάρει λόγω των οικογενειακών της καταστάσεων. «E. Εντιμοτάτη μπορώ να έχω το τεκμήριο
  21. Σας δείχνω το τεκμήριο 22 και να μου πείτε εάν το αναγνωρίζετε αυτό το τεκμήριο; A. Δεν το έχω πάρει εγώ αυτό το τεκμήριο. E. Είστε σίγουρη; A. Απ'ό,τι θυμούμαι ναι. E. Εγώ σας υποβάλλω ότι το έχετε πάρει, απευθύνεται σε εσάς με τη συστημένη επιστολή στη διεύθυνση που μας αναφέρετε προηγουμένως. A. Εντάξει μπορεί να ήρθε με συστημένη επιστολή, αλλά σας λέω δεν θυμούμαι να το έχω πάρει, γιατί ήταν και μετά από την κατάσταση με το μικρό που εγώ δεν ήμουν σε φάση, ούτε καν επικοινωνούσα τότε. E. Άρα μπορεί και να το έχετε πάρει; A. Σας είπα πριν δεν θυμούμαι ......, άρα δεν νομίζω να το έχω παραλάβει εγώ αυτό. E. Μα αφού ήταν συστημένο; A. Τι σημασία έχει; Όταν εγώ δεν είμαι στο σπίτι μπορεί να έρθει συστημένο, αλλά να μην επαραλήφθη και να πήγε αζήτητο πίσω. E. Εγώ σας υποβάλλω ότι δεν επιστράφηκε αζήτητο και το έχετε πάρει, απλά αυτό είναι ένα δημιούργημα της τελευταία στιγμής για να αποφύγετε και πάλι την ευθύνη αποπληρωμής του δανείου σας. A. Δεν είναι δημιούργημα τελευταία στιγμής, τα γεγονότα υπάρχουν, υπάρχουν τα χαρτιά των ιατρών, όλα υπάρχουν. E. Εγώ δεν σας μιλώ για τους γιατρούς, σας μιλώ για αυτήν την επιστολή». Ο δε Εναγόμενος 2, υποστηρίζοντας την εκδοχή ότι δεν έλαβε ούτε ο ίδιος την κοινοποίηση της επιστολής τόνισε ότι πολλές επιστολές χάνονταν στη διεύθυνση τους. Από το σύνολο της μαρτυρίας (περιλαμβανομένης και της μαρτυρίας της ΜΕ1) προκύπτει ότι η επιστολή Τεκμήριο 22 στάληκε συστημένη στη διεύθυνση όπου διαμένουν οι Εναγόμενοι και ουδέποτε επιστράφηκε ως αζήτητη. Επιπρόσθετα δεν ετέθηκε ο ισχυρισμός ότι η επιστολή στάληκε σε λανθασμένη διεύθυνση. Οι Εναγόμενοι δεν ήταν πειστικοί ότι δεν έλαβαν τέτοια επιστολή. Τα ίδια ισχύουν και για την προειδοποιητική επιστολή Τεκμήριο
  22. Σχετική είναι η υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1Α Α.Α.Δ. 479 σύμφωνα με την οποία επιστολή η οποία έχει αποδειχθεί ότι έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το ταχυδρομείο αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη παράδοσης της στο πρόσωπο το οποίο απευθύνεται. Οι Εναγόμενοι δεν ανέτρεψαν το μαχητό αυτό τεκμήριο. Ψυχική Πίεση / Οικονομική Πίεση / Αθέμιτη Επιρροή προς την Εναγομένη 1; Στην παράγραφο 6(στ) της Έκθεσης Υπεράσπισης τίθεται ο ισχυρισμός ότι η Βασική Συμφωνία και το Έγγραφο Υποθήκης ήταν προϊόντα ψυχικής και/ή οικονομικής πίεσης και/ή αθέμιτης επιρροής των Εναγόντων προς την Εναγομένη: «(στ) Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά και αν ήθελε αποδειχτεί ότι οι ως άνω όροι εγκύρως υπήρχαν στην μεταξύ εναγόντων - εναγομένης
(1), πράγμα το οποίο οι εναγόμενοι αμφισβητούν, οι εναγόμενοι θα ισχυριστούν ότι τόσο η «Βασική Συμφωνία» όσο και το «Έγγραφο Υποθήκης», τα οποία επικαλούνται οι ενάγοντες ήταν προϊόντα ψυχικής και/ή οικονομικής πίεσης και/ή αθέμιτης επιρροής των εναγόντων προς την εναγόμενη
(1). ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΨΥΧΙΚΗΣ ΚΑΙ/Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΙΕΣΗΣ ΚΑΙ/Η ΑΘΕΜΙΤΗΣ ΕΠΙΡΡΟΗΣ: Α. Οι ενάγοντες εκμεταλλεύτηκαν την άσχημη ψυχολογική κατάσταση της εναγόμενης 1 και την οικονομική της ανάγκη λόγω σοβαρών οικογενειακών προβλημάτων. Β. Οι ενάγοντες επέβαλαν στην εναγόμενη
(1)να αποδεχθεί όρους στη συμφωνία που ήταν υπερβολικά επαχθείς και/ή άνισοι για τα οικονομικά και/ή προσωπικά της συμφέροντα. Γ. Οι ενάγοντες εκμεταλλεύτηκαν την άγνοια και/ή την έλλειψη γνώσης της εναγόμενης
(1)για οικονομικά θέματα για να αποκομίσουν παράνομα οφέλη. Δ. Γενικά οι ενάγοντες εκμεταλλεύτηκαν τη δεσπόζουσα διαπραγματευτική θέση τους για να αποκομίσουν παράνομα κέρδη και/ή οφέλη». Κατά την ακρόαση η Εναγομένη 1 ισχυρίστηκε ότι κατά την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών ήταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση λόγω αποβολής που είχε το 1996 όπου η κύηση ήταν με πολλά έμβρυα. Ακολούθως το 1998 είχε χάσει τον πατέρα της ο οποίος ήταν προηγουμένως για ένα χρόνο στο νοσοκομείο. Σε κάποιο στάδιο (πριν τον επίδικο χρόνο) είχε χάσει και δίδυμη κύηση όταν ήταν πέντε μηνών. Το ότι συνέβηκαν αυτά τα δυσάρεστα γεγονότα στην Εναγομένη 1 όπως η ίδια τα περιέγραψε δεν αμφισβητήθηκε και αποτελεί πραγματικό γεγονός. Η ελεύθερη συναίνεση των μερών αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την ύπαρξη έγκυρης σύμβασης (βλ. άρθρο 10 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149). Η συναίνεση θεωρείται ελεύθερη όταν δεν προκαλείται μεταξύ άλλων με ψυχική πίεση (βλ. άρθρο 14(β) του Κεφ. 149). Το άρθρο 16 του ιδίου Κεφαλαίου προνοεί τα εξής σε σχέση με τη ψυχική πίεση: «16.-
(1)Η σύμβαση θεωρείται ότι συνάφθηκε συνεπεία "Ψυχικής πίεσης" όταν οι σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των μερών είναι τέτοιες ώστε το ένα από αυτά να είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου και να επωφελείται από τη θέση αυτή για να εξασφαλίσει αθέμιτο όφελος έναντι του άλλου.
(2)Ειδικότερα και χωρίς επηρεασμό της πιο πάνω αρχής, θεωρείται ότι είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, κάθε πρόσωπο το οποίο— (α) έχει πραγματική ή προφανή εξουσία επί του άλλου ή βρίσκεται σε σχέση εμπιστοσύνης έναντι του άλλου∙ ή (β) καταρτίζει σύμβαση με πρόσωπο, του οποίου η πνευματική ικανότητα είναι προσωρινά ή μόνιμα επηρεασμένη λόγω ηλικίας, ασθένειας ή πνευματικής ή σωματικής κατάπτωσης.
(3)Όταν πρόσωπο το οποίο είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, συμβάλλεται μαζί με αυτόν, και η συναλλαγή φαίνεται από μόνη της ή από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσάχθηκαν, ότι είναι υπέρμετρα επαχθής, το βάρος απόδειξης ότι η σύμβαση δεν συνάφθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης φέρει το πρόσωπο που είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου». Το άρθρο 20 του ιδίου Κεφαλαίου προνοεί τα εξής σε σχέση με την εξουσία ακύρωσης σύμβασης που συνήφθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης: «20.-
(1)Αν η συναίνεση σε συμφωνία παρασχέθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης, η συμφωνία είναι σύμβαση ακυρώσιμη κατ΄ εκλογή του μέρους του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε με τον τρόπο αυτό.
(2)Η σύμβαση αυτή δύναται να ακυρωθεί είτε απόλυτα είτε, αν το μέρος που δικαιούται σε ακύρωση αποκόμισε δυνάμει αυτής οποιοδήποτε όφελος, με τέτοιους όρους ως το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιο να επιβάλει». (Βλ. Τη γνωστή υπόθεση Σ.Π.Ε. Αγίας Φυλάξεως v. Πουλλά κ.α.
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 951 στην οποία γίνεται αναφορά τόσο στην Αγγλική όσο και στην Κυπριακή νομολογία σε σχέση με την ψυχική πίεση. Ως προς το τι συνιστά οικονομικό εξαναγκασμό βλ. την υπόθεση Πλοίο Παναγία Μυρτιδιώτισσα v. Σιδηρόπουλου κ.α.
(1998)1 (β) Α.Α.Δ. 1000 - 1011). Η σχέση Εναγόντων - Εναγομένων ήταν μία κανονική σχέση τράπεζας - πελατών και όχι ειδική σχέση. Συνεπώς το βάρος απόδειξης ότι υπήρξε ψυχική πίεση προς την Εναγομένη 1 ανήκει στην Εναγομένη
  1. Οι ισχυρισμοί της Εναγομένης 1 για ψυχική πίεση αποδυναμώνονται και από το γεγονός ότι μετά που έλαβε το δάνειο, αποπλήρωσε διάφορες δόσεις. Επίσης ήγειρε τον ισχυρισμό για ψυχική πίεση μόνο αρκετά μετά που καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή εναντίον της με την τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης ημερομηνίας 23/9/
  2. Επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι κατά την αντεξέταση η Εναγομένη 1 εξήγησε ότι ο λόγος που είχε σταματήσει να πληρώνει τις μηνιαίες δόσεις του δανείου ήταν τα σοβαρά προβλήματα υγείας του παιδιού της και όχι γιατί είχε π.χ. συνειδητοποιήσει τα περί ψυχικής πίεσης. Να σημειωθεί ότι ούτε ανταπαίτηση υπάρχει με την οποία να ζητά ακύρωση των σχετικών συμφωνιών. Αναγνωρίζονται οι δύσκολες προσωπικές στιγμές της Εναγομένης 1 που είχε περάσει σε περίοδο προγενέστερη της υπογραφής των επίδικων συμφωνιών. Όμως δεν έχει τεκμηριωθεί ότι είτε οι δυσκολίες αυτές την ώθησαν στο να ζητήσει το επίδικο δάνειο, είτε ότι επηρέασαν αρνητικά την κρίση της, είτε ότι οι Ενάγοντες είχαν εκμεταλλευτεί τα οποιαδήποτε οικογενειακά της προβλήματα ούτως ώστε να την πείσουν να προχωρήσει με το επίδικο δάνειο. Ούτε κατονομάστηκε στην ακρόαση συγκεκριμένος υπάλληλος της τράπεζας για άσκηση ψυχικής πίεσης ή παρότρυνση στην υπογραφή των εγγράφων. Οι απαντήσεις των Εναγομένων κατά την αντεξέταση σ΄ αυτό το σημείο ήταν μάλλον ασαφείς. Η εκδοχή της ότι οι Ενάγοντες εκμεταλλεύτηκαν την άσχημη ψυχολογική της κατάσταση απορρίπτεται. Επίσης απορρίπτεται ο ισχυρισμός της ότι οι Ενάγοντες εκμεταλλεύτηκαν την άγνοια της σε οικονομικά θέματα. Εξάλλου όπως διαφάνηκε ο σύζυγος της Εναγόμενος 2, ο οποίος δεν ενεργούσε απομονωμένα από την Εναγομένη 1, εν όψει και της μόρφωσης και της εργασίας του, είχε σε κάθε περίπτωση τη δυνατότητα να αντιληφθεί τα περί του δανείου και της εγγύησης. Και συνεπώς η Εναγομένη 1 είχε κάθε αναγκαία καθοδήγηση και στήριξη από τον σύζυγο της. Επιπρόσθετα δεν έχει δικογραφηθεί ή λεχθεί ότι ο Εναγόμενος 2 ενήργησε ως αντιπρόσωπος των Εναγόντων. Όσον αφορά τώρα τις παραγράφους 20 και 21 της γραπτής δήλωσης της Εναγομένης 1: ″
  3. Το προϊόν του δανείου που φαίνεται να υπέγραψα σε κάποια χρεωστική σημείωση ουδέποτε το πήρα τοις μετρητοίς, όπως αναληθώς ισχυρίζονται οι ενάγοντες, αλλά ήταν για να εξουσιοδοτηθούν οι ενάγοντες να πάρουν Λ.Κ. 80.000 για να εξοφλήσουν άμεσα τα δύο γραμμάτια με τα οποία δεν είχα καμία σχέση. Έτσι, ενώ ο σύζυγος μου ήταν ο πρωτοφειλέτης μαζί με τη μητέρα μου ισόποσα των δύο γραμματίων, κατέφεραν οι ενάγοντες να με εμπλέξουν, παρά το γεγονός ότι γνώριζαν ότι δεν είχα ουσιαστικά καμία αντίληψη περί τέτοιων θεμάτων ή άλλων χρηματικών συναλλαγών, κάτι που τεκμηριώνεται με σωρεία δικαστικών υποθέσεων ενώπιων της προέδρου του Δικαστηρίου.
  4. Κανένα όφελος δεν απεκόμισα από τις ισχυριζόμενες συμφωνίες και οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να αξιώνουν οτιδήποτε″. Το ότι υπήρξαν τα δύο προηγούμενα χρεωστικά γραμμάτια στα οποία αναφέρθηκαν οι Εναγόμενοι αποτελεί πραγματικό γεγονός. Ως επίσης και ότι εξοφλήθηκαν. Τα δε Τεκμήρια 26, 27 και 28 τα οποία κατέθεσε ο Εναγόμενος 2 είναι υπαρκτά. (Να σημειωθεί εδώ, ότι το Δικαστήριο, παρά την ένσταση του κ.Ζύμπηλου επέτρεψε κατά την ακρόαση την παράθεση από τους Εναγομένους της πιο πάνω μαρτυρίας, έχοντας αποφασίσει ότι εμπίπτει στην άρνηση που υπάρχει στο δικόγραφο της υπεράσπισης για λήψη από την πλευρά της Εναγομένης 1 του ποσού του επίδικου δανείου. Σ΄ αυτό το σημείο, είναι δίκαιο να σημειωθεί ότι τα επιχειρήματα της πλευράς των Εναγόντων περί μη δικογράφησης τέτοιων ισχυρισμών στην Έκθεση Υπεράσπισης, μπορεί να χαρακτηριστούν ως ισχυρά). Σε κάθε περίπτωση, πέραν της αποδεκτότητας (admissibility) που έχει ήδη αποφασιστεί κατά την ακρόαση, το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση της εκδοχής των Εναγομένων ότι η Εναγομένη 1 υπέστη ψυχική πίεση, οικονομική πίεση και αθέμιτη επιρροή στο να υπογράψει τα σχετικά έγγραφα που αφορούν το επίδικο δάνειο: Οι Εναγόμενοι δεν πέτυχαν να συνδέσουν την ύπαρξη και/ή εξόφληση των πιο πάνω γραμματίων με οποιαδήποτε ψυχική ή άλλη πίεση προς την Εναγομένη 1 για τη σύναψη του επίδικου δανείου. Να σημειωθεί μεταξύ άλλων ότι ουδεμία υποβολή υπήρξε προς τους μάρτυρες των Εναγόντων αναφορικά με τον ισχυρισμό των Εναγομένων ότι η Εναγομένη 1 πιέστηκε να συνάψει το επίδικο δάνειο με σκοπό αυτό να χρησιμοποιηθεί για την εξόφληση των δύο γραμματίων. Ερωτήσεις δε κατά την αντεξέταση της ΜΕ1 όπως οι πιο κάτω, μάλλον δείχνουν ότι ακόμη και μέχρι εκείνο το στάδιο της ακρόασης, η πλευρά των Εναγομένων δεν συνδύαζε την εξόφληση των γραμματίων με την θέση τους ότι η Εναγομένη 1 πιέστηκε να συνάψει το επίδικο δάνειο για να εξοφλήσει τα γραμμάτια: «E. Όταν καταχωρήσατε, νομίζω στην προηγούμενη δικάσιμο, ως τεκμήριο μια αίτηση εν πάση περιπτώσει εσείς ξέρετε πού θα χρησιμοποιούνταν τα χρήματα, οι 80000 λίρες; A. Πάνω στην έγκριση που μου έγραψε ο συνάδελφος ο αναλυτής, ο σκοπός του δανείου ήταν η αντιμετώπιση, τακτοποίηση οικονομικών υποχρεώσεων της εναγόμενης
  5. Αυτά ξέρω. E. Δεν είναι για ανακαίνιση κατοικίας; A. Όχι για να είμαι ειλικρινής αυτό το άκουσα από την εναγόμενη 1, όταν είμασταν έξω που είπε ο Δημήτρης μου.., ο εναγόμενος 2, μου τα φόρτωσε στην πλάτη για να κτίσει στον Πωμό. Τούτο το άκουσα όταν είμασταν τις προηγούμενες μέρες.» Σε κάθε περίπτωση, ενώ η ίδια η Εναγομένη 1 ανάφερε στην παράγραφο 20 της γραπτής δήλωσης της ότι η ίδια δεν είχε καμία σχέση με τα εν λόγω γραμμάτια, εντούτοις ο Εναγόμενος 2 κατά την αντεξέταση του αποκάλυψε ότι η Εναγομένη 1 ήταν εγγυήτρια σε τουλάχιστον ένα από τα γραμμάτια. Από το σύνολο της μαρτυρίας, δεν προέκυψε ούτε οποιοσδήποτε οικονομικός εξαναγκασμός ή αθέμιτη επιρροή από τους Ενάγοντες προς την Εναγομένη 1 η οποία γνώριζε τι υπέγραφε. Ο ισχυρισμός της Εναγομένης 1 ότι δεν έλαβε το προϊόν του δανείου. Περαιτέρω ανάλυση Έχοντας ήδη απορρίψει τα περί ψυχικής πίεσης, το πώς η Εναγομένη 1 χρησιμοποίησε το προϊόν του δανείου μετά τη λήψη των χρημάτων, είναι άσχετο θέμα για σκοπούς απάντησης του ερωτήματος κατά πόσο έλαβε ή όχι το προϊόν του δανείου. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Εναγομένης 1 ότι ουδέποτε έλαβε το προϊόν του δανείου, ο ισχυρισμός αυτός απορρίπτεται. Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία της κας Ρεβέκκας Νικολαϊδου (ΜΕ3) και το ένταλμα πληρωμής Τεκμήριο 13, η Εναγομένη 1 έλαβε το προϊόν του επίδικου δανείου την 28/7/
  6. Εξάλλου αποτελεί πραγματικό γεγονός ότι η Εναγομένη 1 υπέγραψε το Τεκμήριο 13 κάτω από τις λέξεις «Έλαβα το πιο πάνω ποσό». Τούτο επίσης φαίνεται και από το Τεκμήριο 7 (βλ. κατάσταση ημερ. 30/7/2004). Επιπρόσθετα οι μερικές αποπληρωμές του δανείου στις οποίες μετέπειτα προέβη η Εναγομένη 1 έρχονται σε αντίφαση με τον ισχυρισμό της ότι δεν έλαβε το προϊόν του δανείου. Καταχρηστικές Ρήτρες στο Τεκμήριο 1 και Τεκμήριο 2 Στον περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο του 1996 προνοούνται μεταξύ άλλων τα εξής: «
  7. ...............
  8. ............... ″καταναλωτής″ σημαίνει κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, κατά την κατάρτιση σύμβασης στην οποία εφαρμόζεται ο παρών Νόμος ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι είναι άσχετοι με την άσκηση της επιχείρησής του∙ .............. 3.-
(1)Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 4, ο παρών Νόμος τυγχάνει εφαρμογής σε κάθε ρήτρα σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ πωλητή ή προμηθευτή και καταναλωτή και η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης.
(2)Όταν ρήτρα σύμβασης είναι διατυπωμένη κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, καμιά αμφισβήτηση του θεμιτού χαρακτήρα της δεν επιτρέπεται, εφόσον αυτή αφορά- (α) Τον καθορισμό του κύριου αντικειμένου της σύμβασης∙ ή (β) την αντιπροσωπευτικότητα της τιμής ή του ανταλλάγματος για τα αγαθά ή τις υπηρεσίες που πωλήθηκαν ή παρασχέθηκαν.
(3)Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, ρήτρα θεωρείται ότι δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, όταν έχει συνταχθεί εκ των προτέρων και ο καταναλωτής εκ των πραγμάτων δεν ήταν δυνατό να επηρεάσει το περιεχόμενό της, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε προσπάθειά του για το σκοπό αυτό.
(4)Το γεγονός ότι για ορισμένα στοιχεία κάποιας ρήτρας ή για μια μεμονωμένη ρήτρα υπήρξε ατομική διαπραγμάτευση, δεν αποκλείει την εφαρμογή του παρόντος Νόμου στο υπόλοιπο μέρος μιας σύμβασης, εφόσον η συνολική αξιολόγηση οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, παρ΄ όλα αυτά, πρόκειται για συνήθη προκαθορισμένη σύμβαση.
(5)Εναπόκειται στον πωλητή ή στον προμηθευτή που ισχυρίζεται ότι μια ρήτρα υπήρξε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης να το αποδείξει.
(6)............... 4. ............... 5.-
(1)Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου και τηρουμένων των εδαφίων
(2)και
(3)του παρόντος άρθρου, ″καταχρηστική ρήτρα″ θεωρείται κάθε ρήτρα η οποία, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από τη σύμβαση.
(2)Η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα μιας ρήτρας γίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή των υπηρεσιών που αποτελούν το αντικείμενο της σύμβασης, όλες οι κατά το χρόνο της σύναψης της σύμβασης περιστάσεις που περιβάλλουν την εν λόγω σύμβαση, καθώς και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται.
(3)Για να διαπιστωθεί κατά πόσο μια ρήτρα ικανοποιεί την απαίτηση καλής πίστης, λαμβάνονται ιδιαίτερα υπόψη τα ακόλουθα- (α) Η διαπραγματευτική δύναμη των μερών∙ (β) αν ο καταναλωτής δέχθηκε οποιεσδήποτε παροτρύνσεις, για να συμφωνήσει στη ρήτρα∙ (γ) αν τα αγαθά ή οι υπηρεσίες πωλήθηκαν ή προμηθεύτηκαν κατόπιν ειδικής παραγγελίας του καταναλωτή∙ και (δ) ο βαθμός στον οποίο ο πωλητής ή προμηθευτής χειρίστηκαν δίκαια τον καταναλωτή.
(4)Το Παράρτημα του παρόντος Νόμου περιέχει ενδεικτικό και μη εξαντλητικό κατάλογο ρητρών που δυνατό να θεωρηθούν καταχρηστικές». Αποτελεί πραγματικό γεγονός ότι οι σχετικές συμβάσεις είχαν ετοιμαστεί από την τράπεζα στο συνηθισμένο τύπο που η τράπεζα χρησιμοποιούσε. Συνεπώς ο Νόμος εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση. Έγινε επίσης ανεπιτυχής προσπάθεια διαπραγμάτευσης από τον Εναγόμενο 2 με την επιστολή Τεκμήριο
  1. Να σημειωθεί επιπρόσθετα ότι δεν έχει εντοπιστεί επιχειρηματολογία από την πλευρά των Εναγόντων πως νομικά θα μπορούσε να υπερισχύσει η παράγραφος 23 της Βασικής Συμφωνίας Τεκμήριο 1 με την οποία εξαιρεί την επίδικη συμφωνία από τον εν λόγω Νόμο. Αναφορικά τώρα με τους ισχυρισμούς στην αγόρευση εκ μέρους των Εναγομένων ότι οι όροι στις παραγράφους 1, 3, 4, 8, 10, 11, 16, 19 και 22 της Βασικής Συμφωνίας Τεκμήριο 1 είναι καταχρηστικοί, η θέση του Δικαστηρίου έχει ως εξής: α) Όσον αφορά την παράγραφο 1, δεν εντοπίζεται οτιδήποτε καταχρηστικό αν η τράπεζα που δίδει τις πιστωτικές διευκολύνσεις αποφασίζει το ποσό, το είδος του νομίσματος και τον τύπο των δανείων που χορηγεί. Να σημειωθεί δε ότι κατά την ακροαματική διαδικασία οι Εναγόμενοι δεν φαίνεται να παραπονέθηκαν σε σχέση με πτυχές που άπτονται της εν λόγω παραγράφου. β) Οι υπόλοιπες από τις πιο πάνω παραγράφους (3, 4, 8, 10, 11, 16, 19 και 22) δεν αφορούν εν πάση περιπτώσει γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. (π.χ. Βλ. Παράγραφο 8 για επιβαρύνσεις λόγω πρόωρων πληρωμών. Επίσης βλ. την παράγραφο
  2. Στην προκειμένη περίπτωση η τράπεζα τερμάτισε τη λειτουργία του αρχικού λογαριασμού και άνοιξε νέο λογαριασμό οριστικών καθυστερήσεων μόνο μετά τις παραλείψεις πληρωμών της Εναγομένης 1 και μετά από σχετική προειδοποίηση). Το Δικαστήριο δεν θα εμπλακεί σε θεωρητική ανάλυση. Όσον αφορά την παράγραφο 7 της Βασικής Συμφωνίας Τεκμήριο 1: Όπως η ίδια η ΜΕ1 ανέφερε και αποτελεί πραγματικό γεγονός οι καταθέσεις των διαφόρων δόσεων γίνονταν πρώτα έναντι εξόδων και τόκων και μετά έναντι κεφαλαίου. Τούτο συνάδει με την παράγραφο 7 της Βασικής Συμφωνίας σύμφωνα με την οποία η τράπεζα δικαιούται να εισπράττει τμηματικές πληρωμές κατά πρώτο λόγο προς εξόφληση οποιωνδήποτε εξόδων κ.λ.π., κατά δεύτερο λόγο προς εξόφληση τόκων και μετά κάθε υπόλοιπο από την πληρωμή προς εξόφληση ή έναντι του κεφαλαίου. Δεν έχει τεκμηριωθεί η θέση των Εναγομένων για καταχρηστικότητα της παραγράφου
  3. (Βλ. Archbold Investments Ltd κ.α. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ. 1084, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1 (Α) Α.Α.Δ. 479, Επίσημος Παραλήπτης κ.α. v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας
(2005)1 Α.Α.Δ. 38). Η πλευρά των Εναγομένων θεωρεί επίσης την παράγραφο 5 της Βασικής Συμφωνίας Τεκμήριο 1 ως καταχρηστική. Η εν λόγω παράγραφος προνοεί τα εξής: «
  1. Ευθύς ως τα εν λόγω Δάνεια και/ή Τραπεζικές διευκολύνσεις καταστούν απαιτητές για οποιοδήποτε λόγο ή αιτία, ο πελάτης θα πρέπει να πληρώσει αμέσως κάθε ποσό που θα οφείλει στην Τράπεζα περιλαμβανόμενου κεφαλαίου, τόκου, προμήθειας, δικαιωμάτων, δαπανών και άλλων εξόδων και παράλειψη του πελάτη να το πράξει αμέσως, θα έχει ως συνέπεια τη χρέωση του/των λογαριασμού/ών του με τόκο και λοιπές επιβαρύνσεις όπως η Τράπεζα θα αποφασίζει κατά καιρούς και κατά την απόλυτη κρίση της ή άλλως πως από την ημερομηνία που τα εν λόγω ποσά και υποχρεώσεις έπρεπε να πληρωθούν και η Τράπεζα θα έχει δικαίωμα να διεκδικήσει δικαστικώς ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο την πληρωμή κάθε οφειλής του πελάτη πλέον των δικαστικών, δικηγορικών και άλλων εξόδων οποιουδήποτε είδους μέχρι την πλήρη αποπληρωμή και εξόφληση». Στην προκειμένη περίπτωση όμως οι Ενάγοντες απαίτησαν την πληρωμή οποιουδήποτε οφειλόμενου ποσού μόνο κατόπιν καθυστερήσεων στην πληρωμή δόσεων από την Εναγομένη
  2. Και συνεπώς δεν χρησιμοποίησαν καταχρηστικά την εν λόγω παράγραφο. Συνεπώς και πάλι δεν συντρέχει λόγος ακαδημαϊκής συζήτησης για το λεκτικό της παραγράφου
  3. Όσον αφορά την παράγραφο 6 της Βασικής Συμφωνίας Τεκμήριο 1 την οποία θεωρούν οι Εναγόμενοι ως καταχρηστική: Προκύπτει από τη μαρτυρία των Εναγόντων ότι οποιαδήποτε έξοδα έχουν χρεώσει την Εναγομένη είναι συγκεκριμένα και δικαιολογημένα π.χ. έξοδα για την ασφάλεια του ενυπόθηκου ακινήτου και τα οποία η Εναγομένη 1 δεν πλήρωσε. Συνεπώς δεν συντρέχει λόγος συζήτησης της παραγράφου αυτής στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Όσον αφορά τις παραγράφους 14 και 15 της Βασικής Συμφωνίας Τεκμήριο 1: Στην αγόρευση εκ μέρους των Εναγομένων τίθεται το παράπονο ότι οι εν λόγω παραγράφοι είναι καταχρηστικές αφού προνοούν για μονομερές δικαίωμα των Εναγόντων να χρεώνουν το δανειολήπτη όλα τα αδιευκρίνιστα έξοδα. Όμως από τη μαρτυρία προκύπτει ότι οι Ενάγοντες στην πράξη δεν χρέωσαν αδιευκρίνιστα έξοδα και συνεπώς και πάλι δεν χρειάζεται μία εκ των υστέρων ακαδημαϊκή συζήτηση των παραγράφων αυτών στην προκειμένη περίπτωση. Ούτε η παράγραφος 15 αφορά την παρούσα υπόθεση αφού ο αρχικός λογαριασμός έκλεισε και η μεταφορά του χρεωστικού υπολοίπου έγινε μόνο μετά τις παραλείψεις στην πληρωμή των δόσεων από την Εναγομένη
  4. Όσον αφορά το διαιρέτη των 360 ημερών στον υπολογισμό του τόκου: Τούτο προνοείται στην παράγραφο 2 της Βασικής Συμφωνίας Τεκμήριο 1 και στην επιστολή Τεκμήριο 2 και οι Εναγόμενοι παραπονούνται ότι πρόκειται για καταχρηστική ρήτρα. Σύμφωνα με την υπόθεση Archbold Investments Ltd κ.α. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (ανωτέρω) κάτι τέτοιο είναι επιτρεπτό στην έκταση που δεν οδηγεί σε χρεώσεις πέραν του επιτρεπόμενου ποσοστού επιτοκίου. Στη δε Βογαζιάνος v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2001)1Α Α.Α.Δ. 253 υπόθεση την οποία επικαλείται η πλευρά των Εναγομένων, ο διαιρέτης των 360 ημερών οδηγούσε σε παράνομη χρέωση τόκου πέραν του 9% ενώ το τότε ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ήταν 9%. Όμως με τον Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 2001 (Ν.160
(1)/1999) καταργήθηκε ο περιορισμός που υπήρχε ως προς το ανώτατο επιτόκιο, κάτι που εφαρμόζεται και στην παρούσα υπόθεση. Να σημειωθεί επιπρόσθετα ότι ο Νόμος 49
(1)/2016 που τροποποιεί τους Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμους του 1996 έως 2014 και στον οποίο ρητά αναφέρεται ότι καταχρηστική ρήτρα θεωρείται κάθε ρήτρα με την οποία υπολογίζεται το επιτόκιο στη βάση των 360 ημερών, έχει τεθεί σε ισχύ 30 ημέρες μετά την δημοσίευση του (δηλαδή 30 ημέρες μετά την 22/4/2016) και συνεπώς φαίνεται να μην ισχύει αναδρομικά για την επίδικη συμφωνία. Με βάση όλα τα πιο πάνω στη συγκεκριμένη περίπτωση η θέση της πλευράς των Εναγομένων απορρίπτεται. Όσον αφορά το θέμα του ανατοκισμού: Η πλευρά των Εναγομένων παραπονείται ότι με βάση την παράγραφο 2 της Βασικής Συμφωνίας η τράπεζα δικαιούται να προβαίνει μεταξύ άλλων σε ανατοκισμό κατά την απόλυτη κρίση της. Παραπονείται επίσης για τον ανατοκισμό δύο φορές το χρόνο όπως προνοείται στην επιστολή Τεκμήριο 2. Εισηγείται ότι πρόκειται για καταχρηστικές ρήτρες. Η θέση αυτή απορρίπτεται. Επισημαίνεται ότι στην παράγραφο 2 της Βασικής Συμφωνίας προνοείται ότι «η τράπεζα θα δικαιούται να προβαίνει σε ανατοκισμό σύμφωνα με την εκάστοτε νομοθεσία .». Επιπρόσθετα με βάση το Νόμο 160
(1)/1999 ο ανατοκισμός δύο φορές το χρόνο δεν απαγορεύεται. Τα υπόλοιπα παράπονα των Εναγομένων για καταχρηστικές ρήτρες εστιάζονται κυρίως σε άλλα θέματα τόκου οπότε εξετάζονται κάτω από την ενότητα των τόκων. Να σημειωθεί επιπρόσθετα ότι η πλευρά των Εναγομένων δεν υπέδειξε ποια πρόνοια του περί Συμβάσεων Καταναλωτικής Πίστης Νόμου 106
(1)/2010 καταστρατηγήθηκε. Τόκοι Από τη Βασική Συμφωνία Τεκμήριο 1 άμεσα ή έμμεσα, σχετικές είναι μεταξύ άλλων οι παραγράφοι 2, 6, 7, 9 και
  1. Επίσης σχετική είναι η επιστολή ημερομηνίας 28/7/2004 (Τεκμήριο 2). Εκεί αναφέρονται μεταξύ άλλων τα εξής: - Ότι η αποπληρωμή του δανείου (εξόδων, τόκων και κεφαλαίου) θα γίνεται με ίσες μηνιαίες δόσεις των ΛΚ1.000 από 1/1/2005, με επιτόκιο ως εξής: Βασικό Επιτόκιο 5,50% ετησίως και Πρόσθετο Επιτόκιο 3% ετησίως, σύνολο Επιτοκίου 8,50% ετησίως. - Το Δάνειο θα χρεώνεται ετησίως με το σχετικό επιτόκιο επί των ημερήσιων χρεωστικών υπολοίπων λογιζόμενων κατά την κρίση της τράπεζας και καταλογιζόμενο ή καταβαλλόμενο από την Εναγομένη 1 την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους. - Η τράπεζα θα δικαιούται να προβαίνει σε ανατοκισμό σύμφωνα με την εκάστοτε νομοθεσία και επίσης θα δικαιούται κατά την απόλυτη κρίση της όπως κατά καιρούς με γραπτή ειδοποίηση της προς την Εναγομένη 1 ή με ανακοίνωση της στον ημερήσιο τύπο να καθορίζει το ύψος του εκάστοτε βασικού και/ή πρόσθετου επιτοκίου. - Για υπολογισμό οποιουδήποτε τόκου, θα λογίζονται οι μήνες αλλά ως διαιρέτης θα χρησιμοποιείται ο αριθμός 360 (εμπορικό έτος). - Σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής υποχρεώσεων τακτής λήξεως θα υπάρξει πρόσθετη επιβάρυνση προς 3% ετησίως επί του ποσού της υπέρβασης ή του ληξιπρόθεσμου ποσού. Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία της ΜΕ1 και αποτελεί πραγματικό γεγονός, σε διάφορες ημερομηνίες έγιναν ανακοινώσεις στον τύπο ως το Τεκμήριο 6 αναφορικά με την αναπροσαρμογή του βασικού επιτοκίου. Επιπρόσθετα την ημερομηνία 31/12/2004 ανακοινώθηκε στον τύπο αύξηση του τόκου υπερημερίας σε 5% ετησίως από την 1/1/
  2. Ο Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος 160(Ι)/99 - Τέθηκε σε ισχύ την 1/1/
  3. - Τροποποιήθηκε με τον Νόμο 141(Ι)/2014 και τον Νόμο 66(Ι)/
  4. - Κατάργησε τον Περί Τόκου Νόμο του 1977 ο οποίος προνοούσε για ανώτατο ύψος επιτοκίου το 9% ετησίως. - Οι διατάξεις του Νόμου δεν επηρεάζουν με οποιοδήποτε τρόπο την εξουσία που παρέχεται στην Κεντρική Τράπεζα από το άρθρο 36 των περί Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου Νόμων για καθορισμό επιτοκίων. Δεν επηρεάζουν επίσης την εφαρμογή των διατάξεων του Περί Συμβάσεων Νόμου. - Απαγορεύεται ο ανατοκισμός περισσότερο από δύο φορές το έτος. Τόκοι Υπερημερίας Η ΜΕ1 εξήγησε τι τόκοι χρεώθηκαν στα ληξιπρόθεσμα ποσά πριν τον τερματισμό και μετά τον τερματισμό σε όλο το ληξιπρόθεσμο ποσό, αναφορές που δεν έχουν κλονιστεί και αποτελούν πραγματικά γεγονότα (ανεξαρτήτως του πως χαρακτήρισε τον τόκο στο ληξιπρόθεσμο ποσό μετά τον τερματισμό). Τόσο η ίδια όσο και ο ΜΕ5 υποστήριξαν ότι μετά τον τερματισμό δεν επιβλήθηκε τόκος υπερημερίας. Στην πραγματικότητα όμως το πρόσθετο επιτόκιο των 5,75% που επιβλήθηκε μετά τον τερματισμό ως η επιστολή Τεκμήριο 9 αποτελεί τόκο υπερημερίας. Το Δικαστήριο συμφωνεί με τη θέση του κ.Καλαβά ότι είναι άσχετο το πώς οι μάρτυρες των Εναγόντων ονομάζουν τον εν λόγω πρόσθετο τόκο που επιβλήθηκε μετά τον τερματισμό πάνω σε ολόκληρο το ληξιπρόθεσμο ποσό. Το άρθρο 3
(1)(α) και 3
(1)(β) ως ο περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος τροποποιήθηκε με το Νόμο 66(Ι)/2015, προνοεί τα εξής σε σχέση με τόκο υπερημερίας: «3.-(1α) Η επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων απαγορεύεται: Νοείται ότι, από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014, το επιτόκιο υπερημερίας δεν δύναται να υπερβαίνει τις δύο εκατοστιαίες μονάδες. (1β) Σε περίπτωση σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε κατά ή πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία επί καθυστερημένης δόσης ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιασδήποτε άλλης μορφής σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά: Νοείται ότι, σε περίπτωση μη απόδειξης των πιο πάνω από το πιστωτικό ίδρυμα, πρόσωπο το οποίο έχει καταβάλει τόκο υπερημερίας δύναται να διεκδικήσει αποζημιώσεις για το ποσό που έχει καταβάλει και το πιστωτικό ίδρυμα έχει την υποχρέωση να αποκαταστήσει το όφελος που προσπορίστηκε ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο που ζημιώθηκε από τη χρέωση αυτή». Εφόσον η επίδικη συμφωνία τερματίστηκε πριν την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, στην προκειμένη περίπτωση ισχύει το εδάφιο 3
(1)(β). Στον όρο 9 της βασικής συμφωνίας Τεκμήριο 1, προνοείται το εξής: «9. Συμφωνείται παραπέρα μεταξύ του πελάτου και της Τράπεζας ότι στις ακόλουθες περιπτώσεις ο πελάτης θα χρεώνεται με τις παρακάτω επιβαρύνσεις αυτόματα και χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση από την Τράπεζα: (ι) Σε περίπτωση καθυστερήσεως στην πληρωμή από τον πελάτη οποιουδήποτε ποσού δόσεως ή οποιουδήποτε ποσού κεφαλαίου, τόκων, προμηθειών, δαπανών κάθε φύσεως ή εξόδων οποιασδήποτε χορήγησης, οποιοδήποτε πιο πάνω καθυστερούμενο ποσό θα χρεώνεται κατά τη κρίση της Τράπεζας με επιβάρυνση καθυστέρησης. (ιι) ................. (ιιι) .................». Επιπρόσθετα, όπως ήδη επισημάνθηκε στην παράγραφο Δ(γ) της επιστολής ημερομηνίας 28/7/2004 (Τεκμήριο 2) προνοείται το εξής: «(γ) Σε περίπτωση τυχόν υπερβάσεων των παραχωρηθέντων ορίων ή καθυστέρησης πληρωμής υποχρεώσεων τακτής λήξεως θα υπάρξει πρόσθετη επιβάρυνση προς 3% (τρία τοις εκατό) το χρόνο επί του ποσού της υπέρβασης ή του ληξιπρόθεσμου ποσού». Όπως ήδη επισημάνθηκε, σύμφωνα με την επιφύλαξη του άρθρου 6 του Νόμου 160
(1)/1999 ο συγκεκριμένος Νόμος δεν επηρεάζει την εφαρμογή των διατάξεων του περί Συμβάσεων Νόμου (βλ. συνεπώς το άρθρο 74
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου και την υπόθεση Τρύφωνος Χαραλάμπους κ.α. v. Liberty Life
(2011)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1739). Σε κάθε περίπτωση σύμφωνα με την ερμηνεία του παρόντος Δικαστηρίου του λεκτικού του εδαφίου 3
(1)(β) οι Ενάγοντες έχουν το βάρος να αποδείξουν ότι το οποιοδήποτε επιτόκιο υπερημερίας (είτε μικρότερο, είτε μεγαλύτερο του 2%) αντιπροσωπεύει τη ζημιά τους. Σημειώνονται επίσης τα εξής: Στην υπόθεση Ιωαννίδης κ.α. v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Κύπρου Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A484, Π.Ε. 1/2010, ημερ. 8/7/2014, επιδικάστηκε τόκος υπερημερίας 3% εν όψει του ότι το ποσοστό αυτό προνοείτο στη σχετική συμφωνία. Επισημαίνεται όμως ότι κατά το χρόνο έκδοσης της πιο πάνω απόφασης δεν ήταν σε ισχύ ο ως άνω τροποποιητικός Νόμος 66
(1)/2015 (ούτε ο τροποποιητικός Νόμος 141
(1)/2014). Στην προκειμένη περίπτωση το ότι το ποσοστό υπερημερίας 3% προνοείται στη σχετική συμφωνία (Τεκμήρια 1 και 2) δεν οδηγεί αυτόματα στην επιδίκαση τέτοιου τόκου ή μεγαλύτερου. (Βλ. επίσης την Alpha Bank Cyprus Ltd v. Glendinning κ.α., Αρ. Αγωγής 1934/10, ημερ. 12/7/2013 (Δαυίδ, τότε Α.Ε.Δ.) όπου το πιο κάτω σκεπτικό εξακολουθεί να είναι σχετικό: «..... τυχόν όροι καταβολής τόκου υπερημερίας θα πρέπει να διαπιστωθεί, στη βάση πάντα μαρτυρίας η οποία θα τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, ότι αποτελούν πράγματι προσπάθεια προεκτίμησης της ζημιάς που προκύπτει από την υπερημερία, ζήτημα που εξετάζεται με αναφορά στο χρόνο κατάρτισης της σύμβασης και όχι της καθυστέρησης. Σε κάθε περίπτωση ο καθορισμός του τόκου υπερημερίας, συγκρινόμενος με το αρχικό κόστος δανεισμού των χρημάτων θα πρέπει να κινείται σε λογικά επίπεδα. Περαιτέρω, είναι φανερό ότι στην περίπτωση που διαπιστωθεί ότι ο σχετικός όρος για καταβολή τόκου υπερημερίας τέθηκε προς εκφοβισμό κάποιου μέρους και προς αποτροπή της παράβασης, αυτός δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ότι αποτελεί ποινική ρήτρα και ως τέτοια είναι ανεφάρμοστη». Στην προκειμένη περίπτωση οι Ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν ότι ο τόκος υπερημερίας που επιβλήθηκε πριν και μετά τον τερματισμό αντιπροσωπεύει την πραγματική τους ζημιά. Επισημαίνεται εδώ ότι κατά την αντεξέταση το μόνο που ανέφερε ο ΜΕ5 χωρίς επιπρόσθετες εξηγήσεις είναι ότι το αυξημένο επιτόκιο μετά τον τερματισμό «είναι το επιτόκιο που καθορίζει η τράπεζα αναλογιζόμενη το κόστος που υφίσταται λόγω της μη έγκαιρης καταβολής της οφειλής από την Εναγομένη». Να σημειωθεί ότι η μαρτυρία η οποία επιχείρησε να εισάξει ο ΜΕ5 κ.Κοτσώνης κατά την ακρόαση και η οποία αποκλείστηκε από το Δικαστήριο σχετικά με τον τόκο επί των καθυστερήσεων, ήταν ούτως ή άλλως γενικής φύσεως και χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία και υπολογισμούς. Αλλά ούτε και στην υπόλοιπη μαρτυρία που παρατέθηκε, έχει δοθεί συγκεκριμένη μαρτυρία που να οδηγεί σε κατάληξη ότι είτε ο τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική τους ζημιά είτε ότι η πρόνοια για τόκο σε καθυστερημένες δόσεις που προνοούσαν τα Τεκμήρια 1 και 2 ήταν γνήσιες προσπάθειες προκαθορισμού της ζημιάς. Συνεπώς δεν θα επιδικαστούν τόκοι υπερημερίας είτε πριν είτε μετά τον τερματισμό. Ποιο το Χρωστικό Υπόλοιπο για το οποίο θα μπορούσε να εκδοθεί απόφαση Όσον αφορά την κατάσταση Τεκμήριο 23: Ήδη έχει υποδειχθεί ότι το Τεκμήριο 23 εμπεριέχει χρεώσεις για έξοδα τα οποία δεν καλύπτονται στα δικόγραφα. Το Τεκμήριο 23 αποτελεί μεν τραπεζικό έγγραφο που αφορά την παρούσα υπόθεση (και τούτο αποτελεί πραγματικό γεγονός) και με το οποίο στην ουσία επιχειρείται να βοηθήσει στον υπολογισμό του χρέους μέχρι και την 30/9/2015, όμως δεν αποτελεί χρήσιμο εργαλείο για σκοπούς έκδοσης της απόφασης για τους εξής λόγους: α) Λόγω του ότι εμπεριέχει μη δικογραφημένα έξοδα. β) Περιλαμβάνει τόκους στα εν λόγω μη δικογραφημένα έξοδα κάτι που από μόνο του οδηγεί σε εσφαλμένο υπόλοιπο. γ) Περιλαμβάνει τόκους υπερημερίας που δεν θα επιδικαστούν. Η μαρτυρία της ΜΕ1 ως προς τις διάφορες χρεωπιστώσεις του αρχικού λογαριασμού Τεκμήριο 7 δεν έχει κλονιστεί. Επιπρόσθετα, δεν έχει κλονιστεί η μαρτυρία της ότι πριν τον τερματισμό τα διάφορα μη ληξιπρόθεσμα ποσά χρεώνονται με τον κανονικό τόκο, ως η σχετική συμφωνία και τις ανακοινώσεις στον τύπο Τεκμήριο
  1. Η δε κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 7 δεν αποκαλύπτει κάτι διαφορετικό. Ούτε και η πλευρά των Εναγομένων, υπέδειξε συγκεκριμένα κάτι διαφορετικό. Επιπρόσθετα δεν έχει κλονιστεί η ορθότητα της κατάστασης που κατέθεσε ο ΜΕ5 Τεκμήριο 24 ως προς το υπόλοιπο με το δεδομένο ότι δεν υπολογίζεται ο τόκος υπερημερίας μέχρι τον τερματισμό (€141.283,70). Παρενθετικά σε αυτό το σημείο σημειώνονται τα εξής: Τούτο σημαίνει ότι με βάση το Τεκμήριο 24 ο τόκος υπερημερίας που αφαιρέθηκε μέχρι τον τερματισμό είναι στο ποσό των €3.557,03 (€144.840,73, υπόλοιπο κατά τον τερματισμό αν υπολογιστεί και ο τόκος υπερημερίας - €141.283,70 υπόλοιπο κατά τον τερματισμό αν δεν υπολογιστεί τόκος υπερημερίας = €3.557,03). Δεν διαφεύγει του Δικαστηρίου ότι η ΜΕ1 ανάφερε ότι από το ποσό των €145.218,53 που ζητείται στην Έκθεση Απαίτησης ο τόκος υπερημερίας ανέρχεται μόνο στο ποσό των €3.335,71, ενώ θα αναμενόταν να είναι μεγαλύτερος από το ποσό των €3.557,03 που αφορά τόκο υπερημερίας μέχρι την 30/7/2008 ως το Τεκμήριο
  2. Όμως πρόκειται για πολύ μικρή διαφορά που δεν κλονίζει τη γενικότερη μαρτυρία των μαρτύρων των Εναγόντων. Σε κάθε περίπτωση οι υπολογισμοί που εμπεριέχονται στο Τεκμήριο 24 επεξηγούνται με κάθε λεπτομέρεια στο εν λόγω τεκμήριο. Συνεπώς με το δεδομένο πλέον ότι δεν θα επιδικαστούν τόκοι υπερημερίας το χρεωστικό υπόλοιπο μέχρι την ημερομηνία τερματισμού 30/7/2008 ανέρχεται στις €141.283,
  3. Σ΄ αυτό το ποσό θα πρέπει να προστεθεί και το ποσό των €53,82 που αποτελεί χρέωση για έρευνα του Κτηματολογίου την 31/7/2008 στο οποίο αναφέρθηκε η ΜΕ1 και καταγράφεται στο Τεκμήριο 12 (σύνολο €141.337,52). Είναι χρήσιμο επίσης να επισημανθεί ότι παρά τους γενικότερους ισχυρισμούς π.χ. περί μη παράδοσης του ποσού του δανείου στην Εναγομένη 1 ή περί ψυχικής πίεσης, εντούτοις σε διάφορα σημεία της αντεξέτασης οι Εναγόμενοι παραδέχθηκαν ότι υπάρχει οφειλόμενο ποσό στους Ενάγοντες: Από την αντεξέταση της Εναγομένης 1 τα πρακτικά ημερομηνίας 11/11/2015: «Ε. Την προηγούμενη φορά κυρία μάρτυς ρωτηθήκατε για το υπόλοιπο του λογαριασμού που παραδεχτήκατε ότι κάποιο ποσό χρωστάτε, αλλά δεν ήσασταν σε θέση να το καθορίσετε. A. Μάλιστα.». Από την αντεξέταση του Εναγομένου 2 στα πρακτικά ημερομηνίας 12/11/2015: «A. .......... Εκείνο που αμφισβητώ είναι οι επαχθείς συμφωνίες και τα ισχυριζόμενα ποσά που είναι εξωπραγματικά και απαιτούν από εμάς η ενάγουσα και που τυχόν να καταφέρουν να απαιτήσουν τέτοια εξωπραγματικά ποσά ως ισχυρίζονται θα επιφέρουν την ολική καταστροφή εμάς και ολόκληρης της οικογένειας μας. E. Άρα δέχεστε αν αντιλαμβάνομαι σωστά το ποσό το οφείλει η σύζυγος σας με εγγυητή εσάς στους ενάγοντες αν έχω αντιληφθεί σωστά; A. Κάποιο ποσό πιθανόν, πιθανότατα να οφείλεται το οποίο δεν είχε συγκεκριμενοποιηθεί μέχρι σήμερα που έγινε εκ του προχείρου για τους λόγους που αναφέρονται ότι έχουν εξοφληθεί για αναδιάρθρωση των προηγούμενων δύο γραμματίων. E. Το γεγονός είναι ότι δέχεστε ότι οφείλεται κάποιο Α ποσό; A. Κάποιο ποσό που ουδεμία σχέση έχει με τα ισχυριζόμενα οφειλόμενα εκ μέρους της ενάγουσας.». Κατά Πόσο το Επίδικο Δάνειο έχει Καταστεί Απαιτητό Στον όρο 4 της Βασικής Συμφωνίας Τεκμήριο 1 προνοούνται τα εξής: «
  4. Η Τράπεζα θα έχει δικαίωμα οποτεδήποτε και χωρίς προειδοποίηση στον πελάτη, να δημιουργεί και θέτει σε εφαρμογή οποιοδήποτε νέο ή νέους λογαριασμούς και να μεταφέρει σ΄ αυτούς οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό ή να τους καταργεί ή τερματίζει τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και να καθιστά απαιτητά οποιαδήποτε Δάνεια και/ή Τραπεζικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν ή θα παραχωρηθούν στον πελάτη και να ζητήσει από τον πελάτη πληρωμή και εξόφληση κάθε ποσού που ο πελάτης θα οφείλει στην Τράπεζα, περιλαμβανόμενου του κεφαλαίου, των τόκων, των προμηθειών, των Τραπεζικών δικαιωμάτων και οποιουδήποτε άλλου οφειλόμενου ποσού σε σχέση με οποιαδήποτε έξοδα, χρεώσεις και δαπάνες». Ο όρος 5 παρατίθεται πιο πίσω σε άλλο σημείο της απόφασης. Έχοντας υπόψη τα ευρήματα του Δικαστηρίου σε σχέση με την Βασική Συμφωνία Τεκμήριο 1 και Τεκμήριο 2, μεταξύ άλλων τις παραλείψεις της Εναγομένης 1 στην αποπληρωμή του δανείου, το κλείσιμο από την τράπεζα του αρχικού λογαριασμού Τεκμήριο 7, την επιστολή Τεκμήριο 9 και 22 και τους πιο πάνω όρους, τη μη συμμόρφωση της Εναγομένης 1 στην επιστολή Τεκμήριο 9 και 22 είναι ξεκάθαρο ότι το επίδικο δάνειο έχει καταστεί απαιτητό και οι Ενάγοντες νομιμοποιούνται στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής. (Βλ. επίσης την υπόθεση Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1465). Να επισημανθεί, ότι ενώ στην Έκθεση Υπεράσπισης και κατά την ακροαματική διαδικασία στο στάδιο της μαρτυρίας, η πλευρά των Εναγομένων είχε θέσει θέματα τερματισμού της σχετικής συμφωνίας και συναφή θέματα, στο στάδιο των αγορεύσεων δεν εγείρονται τέτοια θέματα. Σε κάθε περίπτωση, αν και το λεκτικό της επιστολής Τεκμήριο 9 και 22 δεν εμπεριέχει ρητή αναφορά σε λέξεις όπως «τερματισμός της συμφωνίας δανείου», εντούτοις το σύνολο του λεκτικού της επιστολής επιτρέπει στο Δικαστήριο να καταλήξει και το Δικαστήριο καταλήγει ότι η επιστολή Τεκμήριο 9 και 22 αποτελεί νόμιμο τερματισμό της συμφωνίας δανείου. Η θέση δε των Εναγομένων ότι ουδέποτε έλαβαν ειδοποίηση για αύξηση επιτοκίου ή επιστολή τερματισμού απορρίπτεται και τούτο προκύπτει από όλη την προηγούμενη ανάλυση στην απόφαση (π.χ. βλ. ενδεικτικά Τεκμήριο 6 Ανακοίνωση στο Τύπο). Η Υποθήκη Τεκμήριο 4 Στην παράγραφο 8 της Υπεράσπισης δικογραφείται ο ισχυρισμός ότι η υποθήκη είναι άκυρη καθότι παραχωρήθη για άκυρη συμφωνία ο δανεισμός. Στην ίδια παράγραφο της Έκθεσης Υπεράσπισης καθώς και στη γραπτή δήλωση παράγραφος 15 της Εναγομένης προβάλλονται επίσης παράπονα πανομοιότυπα με αυτά που αφορούν τη σύμβαση δανείου και που αφορούν ισχυρισμούς για εκμετάλλευση της θέσης ισχύος των Εναγόντων έναντι της Εναγομένης 1 και για επιβολή παράνομων όρων στην υποθήκη. Έχοντας καταλήξει ότι η συμφωνία δανείου είναι έγκυρη και με βάση όλη την πιο πάνω ανάλυση και τα πραγματικά γεγονότα περιλαμβανομένου και του γεγονότος ότι η Εναγομένη 1 γνώριζε πολύ καλά τι υπέγραφε σε σχέση με την υποθήκευση της περιουσίας της, με βάση και τις προηγούμενες εξηγήσεις προς την ίδια του ΜΕ5 και του υπαλλήλου του Κτηματολογίου, κρίνεται ότι δεν έχει καταδειχθεί ακυρότητα της υποθήκης ή οποιαδήποτε παρανομία σε σχέση με την υποθήκη. Αποτελεί διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι η υποθήκη Τεκμήριο 4 είναι καθ΄ όλα έγκυρη και το αιτούμενο διάταγμα μπορεί να εκδοθεί. Οι θέσεις της πλευράς των Εναγομένων αναφορικά με την υποθήκη απορρίπτονται. Η Εγγύηση Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Έκθεσης Υπεράσπισης (παράγραφος 7) υπάρχει άρνηση της ύπαρξης της εγγύησης. Άνευ βλάβης του ισχυρισμού αυτού τίθεται ο ισχυρισμός ότι οι πρόνοιες της εγγυήσεως είναι παράνομες και/ή μη εφαρμόσιμες. Επιπρόσθετα, αναφορικά με την εγκυρότητα της εγγύησης του Εναγομένου αρ. 2 τίθενται οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: α) Η επίδικη εγγύηση είναι άκυρη / ανεφάρμοστη συνεπεία της ακυρότητας και/ή της μη εφαρμοσιμότητας της συμφωνίας δανείου. β) Οι Ενάγοντες παρέλειψαν πριν την υπογραφή της εγγύησης να δώσουν τις δέουσες πληροφορίες εις τον Εναγόμενο 2 και να τον ενημερώσουν για το νομικό αποτέλεσμα και ισχύ του εγγράφου το οποίο τέθηκε ενώπιον του προς υπογραφή. γ) Οι Ενάγοντες υποχρέωσαν τον Εναγόμενο 2 εκμεταλλευόμενοι τη θέση ισχύος στην οποία βρίσκονταν να υπογράψει το έγγραφο εγγυήσεως χωρίς να του δώσουν την ευχέρεια να λάβει πρώτα νομική συμβουλή. Επιπρόσθετα στην παράγραφο 10 της Έκθεσης Υπεράσπισης τίθεται μεταξύ άλλων ο ισχυρισμός ότι η συμφωνία εγγύησης είναι αντίθετη και κατά παράβαση των προνοιών του περί Καταναλωτικής Πίστεως Νόμου (Ν.39
(1)/2001). Στην τελική αγόρευση, η θέση εκ μέρους του Εναγομένου 2 για την εγγύηση αναπτύσσεται στις σελίδες 19 - 23. Για τους ανάλογους λόγους που αναπτύσσονται στην ενότητα όπου εξετάζονται τυχόν καταχρηστικές ρήτρες των Τεκμηρίων 1 και 2 και που εμπεριέχονται στις προηγούμενες σελίδες της απόφασης, απορρίπτεται η θέση ότι ο Εναγόμενος 2 μπορεί να απαλλαχτεί από την εγγύηση. Επιπρόσθετα σημειώνονται τα εξής: - Ήδη έχει αποφασιστεί ότι το χρέος του δανείου της Εναγομένης 1 έχει καταστεί απαιτητό και οι Ενάγοντες δικαιούνται να το απαιτούν, παράγοντας που ενεργοποιεί την εγγύηση. - Αρκετά σημεία που θίγονται στην αγόρευση των Εναγομένων περί καταχρηστικότητας διαφόρων όρων της εγγύησης είναι θεωρητικής φύσεως για την παρούσα υπόθεση. - Δεν έχει υποδειχθεί ποια πρόνοια του Νόμου 39
(1)/2001 παραβιάζεται. Επιπρόσθετα αποτέλεσε θέση του Εναγομένου 2 ότι η μη παροχή νομικής συμβουλής προς τον ίδιο πριν υπογράψει την εγγύηση αποτελεί παράγοντα που οδηγεί στην απαλλαγή του από την εγγύηση. Προς τούτο γίνεται αναφορά στις αποφάσεις Alpha Bank Ltd v. Γαλάτεια Χαραλάμπους Στεφάνου
(2003)1 Α.Α.Δ. 1101 και Royal Bank of Scotland v. Etridge (No 2) [2002] 2 AC 333 (βλ. σελίδες 20 - 23 της αγόρευσης εκ μέρους των Εναγομένων). Ήταν η θέση των Εναγόντων ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν ήταν αναγκαίο όπως βεβαιωθούν ότι ο Εναγόμενος 2 είχε εξασφαλίσει νομική συμβουλή πριν την υπογραφή της εγγύησης. Προς τούτο γίνεται αναφορά στην απόφαση Κούντουρου v. Κυπριακής Τράπεζας Αναπτύξεως Λτδ, Πολ. Έφ. 11699, ημερ. 24/3/2008, Σ.Π.Ε. Αγίας Φυλάξεως v. Πούλλα κ.α.
(2004)1Β Α.Α.Δ. 961 (βλ. σελίδες 35 - 40 της αγόρευσης εκ μέρους των Εναγόντων). Συμφωνώ με τη θέση των Εναγόντων στο συγκεκριμένο σημείο. Έχοντας κατά νου τη μόρφωση, το επάγγελμα του Εναγομένου κατά τον ουσιώδη χρόνο, το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 2 είχε λάβει αντίγραφα των σχετικών εγγράφων πριν την υπογραφή της εγγύησης επιχειρώντας μάλιστα να διαπραγματευτεί τη συμφωνία δανείου σε κάποια σημεία αλλά και το γεγονός ότι έλαβε πριν την υπογραφή την ενημερωτική επιστολή Τεκμήριο 15 μαζί με τις επεξηγήσεις που είχε δώσει η ΜΕ1, κρίνεται ότι οι Ενάγοντες στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν ήταν υπόχρεοι να βεβαιώνονταν ότι ο Εναγόμενος 2 είχε εξασφαλίσει νομική συμβουλή πριν την υπογραφή της εγγύησης. Είναι εξάλλου εμφανέστατο από το σύνολο των γεγονότων ότι η περίπτωση του Εναγομένου 2 διαφοροποιείται από τις υποθέσεις Γαλάτεια Χαραλάμπους και Etridge (πιο πάνω). Επιπρόσθετα αποτελεί πραγματικό γεγονός ότι ο Εναγόμενος 2 γνώριζε τι υπέγραφε. Στην αγόρευση εκ μέρους των Εναγόντων σελ. 37 - 40, επιχειρηματολογείται ότι οποιοσδήποτε ισχυρισμός για την υπεράσπιση non-est-factum θα πρέπει να απορριφθεί. Ούτως ή άλλως, όπως και ο ίδιος ο συνήγορος των Εναγομένων επισημαίνει στη σελ. 39 «δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι τα έγγραφα αυτά τους παρουσιάστηκαν ως κάτι άλλο». Στη συγκεκριμένη περίπτωση η υπεράσπιση non-est-factum δεν έχει θέση για τον Εναγόμενο 2 (αλλά ούτε και για την Εναγομένη 1 για τα έγγραφα που την αφορούν). Επιπρόσθετα και καταληκτικά σε σχέση με την εγγύηση: Με βάση το σύνολο των πραγματικών γεγονότων στην προκειμένη περίπτωση απορρίπτονται τα παράπονα του Εναγομένου 2 περιλαμβανομένου και ισχυρισμού του ότι οι Ενάγοντες τον υποχρέωσαν να υπογράψει το έγγραφο εγγυήσεως. Ενεργοποίηση των Υποχρεώσεων του Εναγομένου 2 Εν όψει της παράβασης των επίδικων υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 και εν όψει του ότι τα σχετικά ποσά κατέστησαν πληρωτέα, ενεργοποιήθηκε η υποχρέωση του Εναγομένου 2 ως εγγυητή δυνάμει του εγγράφου εγγύηση Τεκμήριο 3. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση όλα τα πιο πάνω θα πρέπει να εκδοθεί απόφαση εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 για το ποσό των €141.337,52 από το οποίο, ποσό €141.283,70 θα φέρει το επιτόκιο που ίσχυε αμέσως πριν τον τερματισμό, δηλαδή 7,25% ετησίως από την 30/7/2008 και ποσό €53,82 τόκο 7,25% από 31/7/2008 μέχρι εξόφλησης. Συνεπώς εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των €141.337,52 πλέον τόκους 7,25% ετησίως επί του ποσού των €141.283,70 από 30/7/2008 μέχρι εξοφλήσεως και επί του ποσού των €53,82 από 31/7/2008 μέχρι εξοφλήσεως του τόκου κεφαλαιοποιουμένου κάθε 31ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου κάθε χρόνου. Εκδίδεται διάταγμα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου της Εναγομένης 1 ως η παράγραφος 31(Γ) της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης. Τα έξοδα της αγωγής πλέον έξοδα επίδοσης και Φ.Π.Α. επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Λ. Μάρκου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΜΠ Subject: Civil/Final (Αναφορά: Παράβαση Δανείου). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.