← Κύπρος

Zωή Νικολαϊδου ν. CYBOSTON LTD κ.α., Αγ. Αρ. 1950/2010, 13/6/2016

Zωή Νικολαϊδου ν. CYBOSTON LTD κ.α., Αγ. Αρ. 1950/2010, 13/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A132 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΩΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αγ. Αρ. 1950/2010 Μεταξύ: Zωή Νικολαϊδου από την Πάφο Eνάγουσας και

  1. CYBOSTON LTD από την Πάφο
  2. PAFIATERA LTD από την Πάφο
  3. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κατά το Σύνταγμα υπευθύνου για τις πράξεις και/ή παραλείψεις της Κυπριακής Δημοκρατίας.
  4. Γιώργος Νεοφυτίδης από την Πάφο
  5. Μάρω Κούπανου από την Πάφο
  6. Χριστιάνα Κούπανου από τη Πάφο
  7. IPN PAFIDELEA CONSTRUCTION AND DEVELOPING LTD Εναγομένων -------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------- Αίτηση για Eπαναφορά Αγωγής Ημερομηνία: 13/06/
  8. Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κα Ε. Πουλλά. Για τους Εναγόμενους 2, 5 και 6 - Καθ' ών η Αίτηση: κ. Α. Γεωργιάδης με κα Α. Μιχαήλ για κ.κ. Χρήστος Γεωργιάδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 16/09/2015, ο συνήγορος που εκπροσωπούσε την ενάγουσα στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή αποσύρθηκε και η υπόθεση ορίστηκε από το Δικαστήριο, κατόπιν αιτήματος της ενάγουσας, στις 02/11/2015 για οδηγίες με σκοπό μέχρι τότε να είχε διορίσει νέο δικηγόρο για να την εκπροσωπήσει. Όπως περαιτέρω προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου, στις 02/11/2015 που ήταν ορισμένη η υπόθεση, η ενάγουσα δεν προέβηκε σε διορισμό δικηγόρου αλλά ούτε και η ίδια βρισκόταν στο Δικαστήριο για να προωθήσει την αγωγή της. Αποτέλεσμα αυτού, ήταν η πλευρά των εναγομένων 2, 5 και 6 να ζητήσει την απόρριψη της αγωγής της ενάγουσας και όπως η ανταπαίτηση τους οριστεί για απόδειξη. Το Δικαστήριο έκανε αποδεχτό το αίτημα των εναγομένων και απέρριψε την αγωγή λόγω μη προώθησης της και όρισε την ανταπαίτηση για απόδειξη στις 27/11/
  9. Στις 27/11/2015 εμφανίστηκε εκ μέρους της ενάγουσας - αιτήτριας συνήγορος και η ανταπαίτηση των εναγομένων 2, 5 και 6 ορίστηκε για οδηγίες στις 18/12/
  10. Να σημειωθεί ότι ο συνήγορος που εκπροσωπούσε τους εναγομένους 1, 4 και 7 στις 08/10/2013 είχε αποσυρθεί και έκτοτε οι ίδιοι δεν είχαν εμφανιστεί στη διαδικασία και η αγωγή εναντίον τους φαίνεται να οριζόταν για απόδειξη μαζί με την αγωγή εναντίον των εναγομένων 2, 5 και 6 η οποία οριζόταν για ακρόαση ή για οδηγίες σε κάποιες περιπτώσεις. Η ενάγουσα στις 03/12/2015 καταχώρισε στο Δικαστήριο Αίτηση για Επαναφορά της αγωγής της (Reinstatment) και του Συντηρητικού Διατάγματος ημερομηνίας 09/06/2010 που εξεδόθη σε αυτήν καθώς και παράταση του χρόνου καταχώρισης της. Οι εναγόμενοι 2, 5 και 6 (από τώρα και στο εξής «οι εναγόμενοι») καταχώρησαν ένσταση στην πιο πάνω αίτηση της ενάγουσας στις 14/01/
  11. Η παρούσα αίτηση δεν επιδόθηκε στους εναγομένους 1, 4 και 7, αυτοί δεν εκπροσωπούνται στην παρούσα διαδικασία ούτε έλαβαν μέρος. Ο εναγόμενος 3, παρά το ότι του έχει επιδοθεί η παρούσα αίτηση δεν έχει καταχωρήσει ένσταση και δεν λαμβάνει μέρος ούτε αυτός στην παρούσα αίτηση. Η Αίτηση: Η αίτηση της ενάγουσας - αιτήτριας στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.26, Θ. 14, Δ.33, Κ.1, Κ.2, Κ.4 & Κ.5, Δ.48, Κ.1-Κ.4, Δ.57, Δ.64 και στις Συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της αιτήτριας η οποία παραθέτει τα γεγονότα που την υποστηρίζουν. Σε αυτή αναφέρει ότι οι προηγούμενοι δικηγόροι της παραιτήθηκαν μετά από διαφωνία η οποία πρόεκυψε αναφορικά με τα έξοδα τους τα οποία σύμφωνα με την ίδια ήταν διογκωμένα και εκτός των μεταξύ τους συμφωνιών και των υπογραφέντων εγγράφων. Υπήρχε συζήτηση μεταξύ τους για να εξευρεθεί κάποια λύση μέχρι και τις 02/11/2015 που ορίστηκε η υπόθεση αλλά και μεταγενέστερα μέχρι τις 25/11/
  12. Όσον αφορά τη μη εμφάνιση της στο Δικαστήριο κατά τις 02/11/2015 που ήταν ορισμένη η υπόθεση, η ενάγουσα αναφέρει ότι το πρωί της πιο πάνω ημερομηνίας ήταν ήδη άρρωστη και είχε ψηλό πυρετό και βήχα και επισκέφτηκε την ιατρό της κα Υβόν Αντωνιάδου της οποίας το ιατρείο της απέχει περίπου 100-150 μέτρα από το Δικαστήριο. Την επισκέφθηκε ισχυρίζεται για να της βάλει ένεση για να μπορέσει να παραστεί στο Δικαστήριο. Δεν ήταν καθόλου καλά και δεν μπορούσε να σταθεί όρθια. Η ιατρός της εξέταζε άλλο ασθενή πριν από αυτή του οποίου η εξέταση καθυστέρησε με αποτέλεσμα να καθυστερήσει και αυτή να εξέλθει του ιατρείου της. Έφτασε στο Δικαστήριο αναφέρει 5 λεπτά μετά που έγινε η υπόθεση της η οποία ήταν ορισμένη στις 9 π.μ. Επισυνάπτει στην αίτηση της ιατρική βεβαίωση ως τεκμήριο
  13. Συνεχίζοντας, αναφέρει ότι όταν προσήλθε στο Δικαστήριο είδε την κα Έλσα Κόκκινου να εξέρχεται της αίθουσας του Δικαστηρίου στην οποία παρακάθεται η Πρόεδρος του Δικαστηρίου και της ανέφερε ότι η υπόθεση της έγινε πριν από 5 λεπτά και όταν μπήκε στην αίθουσα αυτή ήταν άδεια. Ακολούθως, όταν εξήλθε ρώτησε κάποια στενογράφο της οποίας το γραφείο της είναι έξω από την εν λόγω αίθουσα και της ανέφερε το θέμα της. Η ίδια την παρότρυνε να δει την ιδιαιτέρα της Προέδρου πράγμα που έπραξε, αλλά η ιδιαιτέρα της ανέφερε ότι δεν μπορούσε να την δει και να της εξηγήσει το λόγο της καθυστέρησης της και της ανέφερε ότι η υπόθεση της ορίστηκε στις 27/11/2015 για οδηγίες. Τότε θεώρησε ότι όλα ήταν εντάξει με την υπόθεση και ενημέρωσε αμέσως το σύζυγο της ο οποίος συνέχιζε να έχει επαφή με τους προαναφερόμενους δικηγόρους τους. Επειδή όμως δεν κατέληξαν σε συμφωνία η ίδια επισκέφθηκε στις 25/11/2015 τις τωρινές δικηγόρους της και υπέγραψε σχετικό διοριστήριο και τις ενημέρωσε ότι η υπόθεση της ήταν ορισμένη για οδηγίες στις 27/11/
  14. Η εκ των δικηγόρων της Ειρήνη Πουλλά την ενημέρωσε στις 26/11/2015 ότι μετά από έρευνα στο φάκελο του Δικαστηρίου για να βεβαιωθεί για το τί ήταν ορισμένη η υπόθεση πληροφορήθηκε ότι η αγωγή της απορρίφθηκε και παρέμεινε η ανταπαίτηση για απόδειξη. Επισυνάπτει επίσης στην ένορκη της δήλωση ως τεκμήριο 2 αντίγραφο τηλεμοιότυπου που απέστειλαν οι δικηγόροι της προς τους δικηγόρους των εναγομένων με το οποίο τους ενημερώναν ότι θα εμφανίζονταν σε αντικατάσταση των προηγούμενων δικηγόρων της. Οι προηγούμενοι δικηγόροι ισχυρίζεται ότι σε μερικές ώρες απέστειλαν τηλεμοιότυπο προς τους δικηγόρους της και τους ενημέρωναν ότι υπήρχαν οικονομικές εκκρεμότητες και οφειλές και ότι θα έπρεπε να τακτοποιηθούν προτού παραδώσουν τους φακέλους. Την επομένη μέρα δηλαδή στις 27/11/2015 οι προηγούμενοι δικηγόροι της προέβησαν σε δήλωση ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορικά με την πληρωμή των εξόδων τους. Συνεχίζοντας, αναφέρει ότι αμφισβητεί ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό προς τους προηγούμενους δικηγόρους της και έχει δώσει οδηγίες στους δικηγόρους της να εξετάσουν το ζήτημα αυτό. Πιο κάτω στην ένορκη δήλωση της κάνει αναφορά στην ουσία της υπόθεσης για να πει ότι έχει πολύ καλή υπόθεση όπως αυτό προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης της και τις Απαντήσεις στις Υπερασπίσεις και Υπερασπίσεις στις Ανταπαιτήσεις των εναγομένων. Όσον αφορά τους εναγομένους 1, 4 και 7 είναι η θέση της ότι από τις 08/10/2013 που παραιτήθηκαν οι δικηγόροι τους, οι προηγούμενοι δικηγόροι της δεν προέβηκαν σε αίτηση για απόφαση εναντίον τους και όπως λαμβάνει νομική συμβουλή η αγωγή εναντίον τους υφίσταται και δεν θα μπορούσαν οι εναγόμενοι 2,3,5 και 6 να ζητούν απόρριψη της αγωγής και για την απαίτηση που αφορά τους εναγομένους 1, 4 και
  15. Τελειώνοντας, ισχυρίζεται ότι έχει πολύ καλή υπόθεση εναντίον των εναγομένων και θα ήταν άδικο και ανεπιεικές να μην μπορεί να θέσει τις θέσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου γι αυτό είναι δίκαιο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εκδοθεί διάταγμα επαναφοράς της αγωγής της. Η Ένσταση: Οι εναγόμενοι - καθ' ων η αίτηση με την ένσταση τους προβάλλουν 7 λόγους για τους οποίους η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ως ακολούθως: «
  16. Η αίτηση υπόκειται σε απόρριψη επειδή δεν απευθύνεται και/ή δεν επιδόθηκε στους εναγομένους αρ. 1 και/ή 4 και/ή
  17. Η αίτηση στηρίζεται σε νομοθετικές διατάξεις που δεν παρέχουν εξουσία έκδοσης των ζητουμένων διαταγμάτων.
  18. Χωρίς βλάβη των παραπάνω, επιπρόσθετα και/ή διαδοχικά, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των ζητούμενων διαταγμάτων αφού η αιτήτρια δεν απέδειξε ότι έχει καλή τη πίστει συζητήσιμη υπόθεση και/ή ότι η μη εμφάνιση της στο Δικαστήριο στις 02/11/2015 ήταν δικαιολογημένη.
  19. Υπήρξε υπό τις περιστάσεις μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση εκ μέρους της αιτήτριας στην καταχώρηση της αίτησης και/ή η δικονομική συμπεριφορά της αιτήτριας προσέλαβε τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας.
  20. Η έκδοση των ζητούμενων διαταγμάτων θα προκαλέσει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής και/ή της ανταπαίτησης των καθ' ών η αίτηση και/ή θα προκαλέσει προσβολή της αρχής της τελεσιδικίας των αποφάσεων.
  21. Χωρίς βλάβη των παραπάνων, επιπρόσθετα και/ή διαδοχικά, η αίτηση έγινε χωρίς καλή πίστη και/ή συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, μεταξύ άλλων, επειδή η αιτήτρια δεν δήλωσε έτοιμη και πρόθυμη να καταβάλει τα έξοδα των καθ' ών η αίτηση και/ή να αποδεχτεί οποιουσδήποτε άλλους όρους τεθούν από το Δικαστήριο σε περίπτωση παραμερισμού της απόφασης.
  22. Περαιτέρω, και χωρίς βλάβη των παραπάνω, επιπρόσθετα και/ή διαδοχικά, η αίτηση έγινε χωρίς καλή πίστη και/ή συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, μεταξύ άλλων, επειδή η αιτήτρια δεν δήλωσε έτοιμη και πρόθυμη να καταβάλει τα έξοδα των καθ' ών η αίτηση και/ή να αποδεχτεί οποιουσδήποτε άλλους όρους τεθούν από το Δικαστήριο σε περίπτωση παραμερισμού της απόφασης.» Η πιο πάνω ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη ομολογία της εναγομένης αρ. 6 η οποία όπως αναφέρει είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί σε αυτή από τους εναγομένους αρ. 2 &
  23. Σε αυτή αναφέρει ότι τόσο η ένορκη δήλωση της αιτήτριας ημερομηνίας 03/12/2015 όσο η Έκθεση Απαίτηση της βρίθουν διηγήσεων, επιχειρημάτων, ρητορικών εκφράσεων και μη σχετικών και αλληλοαναιρούμενων ισχυρισμών που πρέπει να αγνοηθούν από το Δικαστήριο. Απορρίπτει το περιεχόμενο της παραγράφου 14 της ένορκης ομολογία της ενάγουσας ως μη ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα και παραθέτει τη θέση της για την παρούσα υπόθεση λέγοντας ουσιαστικά ότι η ενάγουσα δεν έχει καλή υπόθεση εναντίον τους ή ότι η αγωγή της είναι ανυπόστατη. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι, από ότι την πληροφορούν οι δικηγόροι της, στις 03/12/2015 η αγωγή απορρίφθηκε για όλους τους εναγομένους συμπεριλαμβανόμενων και των εναγομένων 1, 4 και 7 που δεν εκπροσωπούνταν στη διαδικασία. Ισχυρίζεται επίσης ότι είναι τραπεζικός υπάλληλος από το 1994 και ως αποτέλεσμα της παρούσας αγωγής στερήθηκε προαγωγής, υποβιβάστηκε σε χαμηλότερη θέση, απώλεσε εισοδήματα και είχε σωρεία άλλων αρνητικών επιπτώσεων, τόσο σε επαγγελματικό όσο και σε προσωπικό επίπεδο. Ο παραμερισμός της απόρριψης της αγωγής θα παρατείνει ακόμη περισσότερο αυτές τις αρνητικές επιπτώσεις και θα της προκαλέσει περαιτέρω απώλεια και ζημιά. Θα προκαλέσει επίσης καθυστέρηση στην εκδίκαση της ανταπαίτησης τους. Η ακρόαση της παρούσας αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες αμφότερες οι πλευρές κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχω διεξέλθει, με πολλή προσοχή των εν λόγω αγορεύσεων, τις λαμβάνω σοβαρά υπόψη μου και δεν κρίνω αναγκαίο να αναφερθώ σε αυτές στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Αναφορά θα γίνει κατωτέρω κατά την εξέταση της ουσίας της αίτησης σε διάφορα ζητήματα τα οποία θίγονται από τους συνηγόρους σε αυτές. Θα προχωρήσω να εξετάσω την παρούσα αίτηση αναφερόμενος πρώτα στη νομική πτυχή που διέπει το θέμα. Η Δ.33, Θ.5 έχει ως ακολούθως: «Any judgment obtained where one party does not appear at the trial may in a proper case be set aside by the Court upon such terms as may seem fit, upon an application made within fifteen days after the trial.» Στην περίπτωση εφαρμογής της πιο πάνω Διάταξης εκείνο το οποίο εξετάζεται είναι ο λόγος μη εμφάνισης του διαδίκου ή του δικηγόρου του κατά τη δίκη και μόνο. Δεν εγείρεται ζήτημα αποκάλυψης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, στην περίπτωση εναγομένου, αφού αυτή έχει ήδη καταχωρηθεί και βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου (βλ. Παναγιώτης Ανδρέου v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ

(2003)1 Γ Α.Α.Δ. 1596). Σε αυτή την υπόθεση λέχθηκε ότι «Στην περίπτωση παράλειψης του εναγομένου να εμφανιστεί κατά τη δίκη, δεν εγείρεται θέμα αποκάλυψης της υπεράσπισής του εφόσον αυτή έχει καταχωριστεί. Το κρίσιμο ερώτημα στην περίπτωση εκείνη είναι κατά πόσο η απουσία του υποδηλώνει εγκατάλειψη της υπεράσπισής του ή αδιαφορία για την προώθησή της. ......Τα κρίσιμα γεγονότα για τον παραμερισμό της απόφασης είναι εκείνα που άπτονται του λόγου της μη εμφάνισης του εφεσείοντος κατά τη δίκη.» (βλ. επίσης Αλβέρτος Καραμάνος v. Μestofas Enterprises Ltd
(2006)1A A.Α.Δ. 303). O παραμερισμός μιας απόφασης εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται με πολύ καλά καθιερωμένες αρχές. Σημαντική επί του θέματος της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αυτές τις περιπτώσεις και οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι η Phylactou and Others ν. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, όπου στη σελίδα 210 αναφέρονται τα εξής:- "In exercising its discretion, the Court must strive to balance two considerations fundamental for the administration of justice: The need to uphold effectively, on the one hand, the right of a party to be heard in his cause, and the need to ensure the expeditious transaction of judicial business, on the other. The speedy determination of judicial causes is not merely a matter of convenience but an all important factor for the effective vindication of the rights of the citizen. This principle is closely associated with another consideration likewise important for the administration of justice, that is, the need to uphold finality of judgments. If a party is lightly allowed to re - open a case, the imprint of finality, attaching to a judgment, with all that goes with it, and the certainty it imports in the management of human affairs, will disappear with grave consequence to the administration of justice. (See, Observations of Megaw L.J. in Lambert v. Mainland Market [1977] 2 All E.R. 826, at p. 833 (c - d)). The effect of the case law is that the Court must not be astute to unseat a party from his right to be heard in his cause, so long as he discloses merits. But the Court may, nevertheless, decline to reopen the case if his conduct is such as to strike at the root of the administration of justice. Where the conduct of the party applying to set aside judgment is inexcusable, contumelious to the extent of gross disregard for the judicial process or the rights of his adversary, the Court may, in its discretion, refuse to set aside judgment.". Παραπέμπω επίσης, στην Ευριδίκη Παπανικολάου v. Kυριακής Κότσαπα
(2004)1 Α.Α.Δ. 1800 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως έχει επανειλημμένα τονισθεί, πρέπει να διασφαλίζονται από τη μια το δικαίωμα ακρόασης του διαδίκου και από την άλλη η ανάγκη ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων. Η άνευ φειδούς επανάνοιξη υπόθεσης δημιουργεί αβεβαιότητα στην τελεσιδικία και γι αυτό, αν η συμπεριφορά διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης και καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί το αίτημα του διαδίκου.» Στην Αννα Νικολάου Χραλάμπους v. 1. K. & T. ANDREOU LTD κ.α
(2002)1Β Α.Α.Δ. 1296 αποφασίστηκε ότι γνώμονας για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε ερήμην πρέπει να είναι η ανάγκη εξισορρόπησης αφενός της ανάγκης διασφάλισης του δικαιώματος του κάθε διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του και αφετέρου της ανάγκης για ταχεία απονομή της δικαιοσύνης σε εύλογο χρόνο. Η αδιαφορία του διαδίκου ή διαγωγή που καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου οδηγεί σε αποτυχία της αίτησης επαναφοράς. Πέραν την πιο πάνω στην Panagiotis Mesologitis and others v. Loizos Koutas
(1986)1 C.L.R. 161στην οποία έγινε αναφορά στην Διαταγή 33, Θ.4 και 5, έγινε παραπομπή στις αντίστοιχες αγγλικές διατάξεις και λέχθηκαν τα ακόλουθα: "They correspond to the Old English (pre 1962) Order 36 rules 32 and
  1. In the commentary to rule 32 in the Annual Practice 1956 p. 613, under the heading "Action Restored" the following is stated: "Action Restored - Where, in consequence of the illness of the plaintiff's solicitor, the necessary arrangements for the hearing were not made and the action was dismissed, it was allowed to be restored to the paper upon payment by the plaintiff of the costs of the day and of the application to restore (Birch v. Williams, 24 W.R., 700; and see Farnell v. Wale, 36 L.T. 95, cited under r.30). Where a case came unexpectedly into the paper for trial and was struck out, plaintiff not being ready to proceed, the C.A. set aside an order of the judge refusing to restore the case, upon payment by plaintiff of all costs thrown away and the costs of the application (Breed v. lackson, 10 T.L.R. 142)." Περαιτέρω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι η Δ.33, Θ.1 προνοεί για την περίπτωση στην οποία κανένας από τους διαδίκους εμφανίζεται στο Δικαστήριο και ότι στην περίπτωση η αγωγή υπόκειται σε απόρριψη, εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει επαναφορά της αγωγής για το λόγο ότι είναι δίκαιο ανάλογα με τις συνθήκες της υπόθεσης. Στην παρούσα περίπτωση με βάση τα πρακτικό ημερομηνίας 02/11/2015 η αγωγή της ενάγουσας απορρίφθηκε για το λόγο ότι η ίδια, μετά την απόσυρση του δικηγόρου της δεν ήταν παρούσα για να την προωθήσει. Δεν θεωρώ ούτε προκύπτει να υπήρξε οποιαδήποτε διαφοροποίηση στη διαταγή του Δικαστηρίου σε σχέση με τους εναγομένους 1, 4 και 7 που δεν εμφανίζονταν στη διαδικασία. Το γεγονός ότι το αίτημα για απόρριψη προήλθε από τους δικηγόρους των εναγομένων 2, 5 και 6 δεν μεταβάλει την κατάσταση. Το Δικαστήριο έχει εξουσία και αυτεπάγγελτα να απορρίψει μια αγωγή λόγω έλλειψη προώθησης της. Επομένως, θεωρώ και προκύπτει ότι η αγωγή έχει απορριφθεί για όλους τους διαδίκους και η θέση της ενάγουσας ότι επειδή δεν ζητήθηκε εκ μέρους των εναγομένων 1, 4 και 7 η απόρριψη εκείνη την ημέρα σημαίνει ότι εναντίον τους δεν απορρίφθηκε, δεν βρίσκει έρεισμα με βάση τα γεγονότα και το πιο πάνω πρακτικό ημερομηνίας 02/11/
  2. Η αγωγή εναντίον των εναγομένων 1, 4 και 7 προκύπτει να ήταν ήδη ορισμένη εκείνη την ημερομηνία, παρά το ότι δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά γι αυτούς στο πρακτικό του Δικαστηρίου, σύμφωνα με προηγούμενες οδηγίες του Δικαστηρίου αφού αυτοί προ πολλού έπαψαν να εμφανίζονται και να λαμβάνουν μέρος στη διαδικασία και συγκεκριμένα από τις 08/10/
  3. Προκύπτει περαιτέρω ότι το Δικαστήριο άσκησε και σε σχέση με αυτούς τους εναγομένους, την διακριτική του ευχέρεια και απέρριψε την αγωγή εναντίον τους αφού δεν υπάρχει οποιαδήποτε διαφοροποίηση στη διαταγή του για απόρριψη της αγωγής σε σχέση με αυτούς. Η διαταγή του Δικαστηρίου ότι ήταν ότι «η υπόθεση απορρίπτεται» λόγω του ότι η ενάγουσα δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία για να την προωθήσει. Παρά την πιο πάνω θέση της ενάγουσας στην ένορκη της δήλωση, εντούτοις το αιτητικό της αφορά την επαναφορά της αγωγής και του προσωρινού διατάγματος που εκδόθηκε σε αυτή και δεν γίνεται διαχωρισμός στους εναγομένους εναντίον των οποίων αφορά αυτή η επαναφορά. Είναι προφανές ότι αυτή αφορά όλους τους εναγομένους και η αίτηση της στηρίζεται και στη Δ.33, Θ.1 που σχετίζεται άμεσα με τους εναγομένους 1, 4 και
  4. Επομένως, κρίνω ότι η αίτηση για επαναφορά θα πρέπει να αφορά όλους τους εναγομένους αφού εκείνο το οποίο ουσιαστικά αιτείται η ενάγουσα είναι γενικά την επαναφορά της αγωγής της με σκοπό να συνεχιστεί η διαδικασία από το στάδιο στο οποίο βρισκόταν όταν απορρίφθηκε. Τούτου λεχθέντος θα προχωρήσω να εξετάσω τον 1ον λόγο ένστασης με τον οποίο ζητείται η απόρριψη της αίτησης διότι αυτή δεν απευθύνεται και/ή δεν επιδόθηκε στους εναγομένους 1, 4 και
  5. Στην αγόρευση του ο συνήγορος των εναγομένων ισχυρίζεται ότι αυτοί είναι αναγκαίοι διάδικοι στην παρούσα αίτηση. Η παρούσα αίτηση είναι δια κλήσεως και ζητείται η επαναφορά της απορριφθείσας αγωγής. Αυτή επιδόθηκε στους εναγομένους 2, 5 και 6 καθώς και στον εναγόμενο 3 όχι όμως στους εναγομένους 1, 4 και
  6. Είναι γεγονός ότι αυτοί είναι διάδικοι στην παρούσα αγωγή και η αίτηση φαίνεται και προκύπτει να τους αφορά. Το ερώτημα όμως είναι κατά πόσο η μη επίδοση της παρούσας αίτησης σε αυτούς απολήγει και σε απόρριψη της αίτησης. Η Δ.48, Θ. 5 αναφέρει τα ακόλουθα: «Αν κατά την ακρόαση μιας αιτήσεως δια κλήσεως το Δικαστήριο ή Δικαστής είναι της γνώμης ότι οιονδήποτε πρόσωπο στο οποίο δεν δόθηκε ειδοποίηση, έπρεπε να του δοθεί, το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί είτε να απορρίψει την αίτηση είτε να αναβάλει την ακρόαση ούτως ώστε να επιδοθεί στο τοιούτο πρόσωπο ειδοποίηση σύμφωνα με τις πρόνοιες του κανονισμού 3 αυτής της Διάταξης, με τοιούτους όρους (αν υπάρχουν) που το Δικαστήριο ή Δικαστής θα θεωρήσει πρέποντες να επιβάλει.» Παρά το γεγονός ότι η παρούσα αίτηση δεν επιδόθηκε προς τους εναγομένους 1, 4 και 7, το ζήτημα επαφίεται και στο Δικαστήριο να εξετάσει κατ' αρχή κατά πόσο έπρεπε μια τέτοια επίδοση να γίνει σε αυτούς τους εναγομένους και κατά δεύτερο να αποφασίσει πως θα ενεργήσει με την αίτηση, δηλαδή είτε να την απορρίψει είτε να την αναβάλει και να δώσει οδηγίες όπως αυτή επιδοθεί. Στην παρούσα περίπτωση, στις 08/10/2013 ο συνήγορος των εναγομένων 1, 4 και 7 αποσύρθηκε και έκτοτε οι εναγόμενοι αυτοί ουδέποτε εμφανίστηκαν στο Δικαστήριο ή επέδειξαν οποιονδήποτε ενδιαφέρον για την υπόθεση τους. Η αγωγή εναντίον τους παρέμενε για απόδειξη μαζί με την αγωγή εναντίον των υπόλοιπων εναγομένων για να εκδικαστεί για όλους. Επομένως, εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι οι εναγόμενοι 1, 4 και 7 όχι μόνο δεν εμφανίστηκαν κατά τις 02/11/2015 που η αγωγή εναντίον τους απορρίφθηκε αλλά από τις 08/10/2013 που οι δικηγόροι τους αποσύρθηκαν κανένα ενδιαφέρον επέδειξαν για την υπόθεση τους και ούτε λάμβαναν μέρος στη διαδικασία. Δεν τίθεται θέμα να παραβλάπτουν τα δικαιώματα τους σε περίπτωση που δικαιολογείται η επαναφορά της παρούσας αγωγής ούτε η μη επίδοση της αίτησης σε αυτούς στερεί το δικαίωμα τους να ακουστούν. Το δικαίωμα τους αυτό θεωρώ ότι το έχουν απεμπολήσει με τη συμπεριφορά τους ως ανωτέρω αναφέρεται στη διαδικασία. Ως εκ τούτου κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις δεν ήταν αναγκαία η επίδοση της παρούσας αίτησης σε αυτούς. Θα προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της αίτησης αναφερόμενος στα γεγονότα για να καταδειχθεί κατά πόσο η ενάγουσα αποκαλύπτει λόγο για την μη εμφάνιση της στο Δικαστήριο στις 02/11/2015 και γενικά κατά πόσο υπό τις περιστάσεις θα ήταν ορθό και δίκαιο η παρούσα αγωγή να επαναφερθεί για να της δοθεί το δικαίωμα να ακουστεί λαμβάνοντας υπόψη φυσικά και τα δικαιώματα των εναγομένων και την αρχή της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων. Επειδή τίθεται και θέμα εκπρόθεσμης καταχώρησης της παρούσας αίτησης και σε αυτή υπάρχει και αίτημα για παράταση του χρόνου καταχώρησης της, θα ασχοληθώ στο τέλος με το ζήτημα αυτό, αφού πρώτα καταλήξω στα γεγονότα επί των οποίων το Δικαστήριο θα μπορεί να βασιστεί. Εκείνο το οποίο προβάλλεται ως λόγος για τη μη εμφάνιση της ενάγουσας στη διαδικασία στις 02/11/2015, είναι ζήτημα υγείας που της αποστέρησε τη δυνατότητα και ικανότητα να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο ή να παρουσιαστεί έγκαιρα. Ισχυρίζεται ότι είχε ψηλό πυρετό, δεν ήταν καθόλου καλά και δεν μπορούσε να σταθεί στα πόδια της. Προς υποστήριξη της θέσης της αυτής επισυνάπτει ιατρική βεβαίωση της Δρ. Υβόν Αντωνιάδου ημερομηνίας 02/11/2015 η οποία αναφέρει τα ακόλουθα: «Ο/Η Ζωή Ευσταθίου εξετάσθηκε στην κλινική την πρωίαν 2/11/2015 πάσχων/ουσα από Οξία Βρογχίτιδα, υψηλός πυρετός / high temperature. .................. .................. Συνίσταται 1 ημέρα αναρρωτική άδεια.» Η πιο πάνω βεβαίωση υπογράφεται από την πιο πάνω αναφερόμενη ιατρό. Με την ένσταση εκείνο το οποίο προβάλλεται είναι ότι οι ισχυρισμοί αυτοί αλλά και τα υπόλοιπα που αναφέρονται στην ένορκη ομολογία της ενάγουσας δεν θα πρέπει να ληφθούν υπόψη διότι βρίθουν διηγήσεων, επιχειρημάτων, ρητορικών εκφράσεων και μη σχετικών και αλληλοαναιρούμενων ισχυρισμών. Πέραν της πιο πάνω γενικής θέσης που προβάλλεται με την ένσταση, η ενάγουσα δεν έχει αντεξεταστεί επί του περιεχομένου της ένορκης της δήλωσης. Εκείνο το οποίο το Δικαστήριο θα πρέπει να πράξει υπό τις περιστάσεις είναι να εξετάσει το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της ενάγουσας και να κρίνει κατά πόσο τα όσα αναφέρονται έχουν πειστική αξία και αν αυτά υποστηρίζονται από άλλα στοιχεία λαμβάνοντας υπόψη και τα όσα αναφέρονται στην ένσταση. Η θέση της ενάγουσας περί ασθένειας της και τα όσα η ίδια αναφέρει περί τούτου, φαίνεται να υποστηρίζονται από το πιο πάνω ιατρικό πιστοποιητικό που επισυνάπτεται στην ένορκη της ομολογία. Δεν θεωρώ ότι υπάρχει ή συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος υπό τις περιστάσεις για να μην αποδεχθώ τη θέση της ότι στις 02/11/2015 αυτή ήταν άρρωστη και ότι το πρωινό της πιο πάνω ημερομηνίας επισκέφθηκε τη συγκεκριμένη ιατρό. Προκύπτει επίσης ότι η θέση που προβάλλει είναι ότι κατά την ώρα που η υπόθεση της φωνάχθηκε, αυτή δεν βρισκόταν στο Δικαστήριο για τον πιο πάνω λόγο και ότι καθυστέρησε στην ιατρό που την εξέτασε. Αυτό δεν συγκρούεται με το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 02/11/2015 αφού όταν το Δικαστήριο επιλήφθηκε της υπόθεσης της αυτή απουσίαζε. Επομένως, θεωρώ ότι μπορώ να λάβω υπόψη μου το λόγο της μη εμφάνισης της στο Δικαστήριο κατά την πιο πάνω ημερομηνία και ότι αυτό συνίστατο σε λόγο υγείας όπως τον παραθέτει. Η θέση της αυτή δεν αντικρούεται με την ένσταση ούτε παρατίθεται οποιαδήποτε άλλη εκδοχή σε σχέση με το λόγο μη εμφάνισης της ενάγουσας στο Δικαστήριο (βλ. Eric John Wakeham v.
  7. Audar Majid Bhatti κ.α, Πολ. Έφεση Αρ. 49/2011, Ημερ. 25/05/2016). Από εκεί και πέρα η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι αμέσως μετά που το Δικαστήριο επιλήφθηκε της αγωγής της, κατέφθασε στο χώρο του Δικαστηρίου και πληροφορήθηκε το γεγονός αυτό από τη συνήγορο του εναγομένου 3 ενώ στη συνέχεια πληροφορήθηκε από την ίδια την ιδιαιτέρα της Προέδρου ότι η υπόθεση της ορίστηκε στις 27/11/2015 για οδηγίες και τότε θεώρησε ότι όλα ήταν εντάξει. Να σημειωθεί ότι τα πιο πάνω πρόσωπα που εμπλέκει δεν ορκίζονται για να επιβεβαιώσουν τις πιο πάνω θέσεις της. Διερωτώμαι όμως, κατά πόσο ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα ήταν εφικτό εν όψει της ιδιότητας των εν λόγω προσώπων που εμπλέκει. Υπενθυμίζεται ότι το ένα από τα πρόσωπα αυτά είναι η συνήγορος του εναγομένου 3 και αντίδικος της ενάγουσας. Παρόλα αυτά όμως, ο εναγόμενος 3 δεν έχει καταχωρήσει ένσταση και ούτε καθοιονδήποτε τρόπο αμφισβητεί τα όσα η ενάγουσα αναφέρει και δεν θεωρώ ότι παρέχεται η ευχέρεια στο Δικαστήριο να μην τα αποδεχθεί. Πέραν των πιο πάνω, η ενάγουσα επεξηγεί τον τρόπο που έδρασε μετά που έλαβε γνώση για την νέα ημερομηνία που ορίστηκε η υπόθεση, κάτι που κατά κάποιο τρόπο μπορεί να ενισχύσει τα πιο πάνω που αναφέρει. Η ίδια επισκέφθηκε τη νέα της δικηγόρο στις 25/11/2015, δύο μέρες πριν τη νέα δικάσιμο και στις 26/11/2015 καταχωρήθηκε ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου ενώ στις 27/11/2015 η δικηγόρος της εμφανίστηκε στο Δικαστήριο για λογαριασμό της. Επίσης, αναφέρει ότι όλο αυτό το χρονικό διάστημα ο σύζυγος της συζητούσε με τους προηγούμενους δικηγόρους της για το ζήτημα των εξόδων τους, η διευθέτηση των οποίων αποτελεί προαπαιτούμενο για την εμφάνιση νέου δικηγόρου στη διαδικασία σύμφωνα με τους Κανόνες Δεοντολογίας των δικηγόρων. Το ότι υπήρχε ζήτημα εξόδων μεταξύ της και του προηγούμενου δικηγόρου της φαίνεται να υποστηρίζεται και από το τεκμήριο 3 που επισυνάπτει στην ένορκη της δήλωση. Δεν θεωρώ ότι το Δικαστήριο θα ήταν ορθό να απορρίψει και να μην αποδεχτεί όλα τα πιο πάνω που ενάγουσα αναφέρει ότι ακολούθησαν της μη εμφάνισης και της απόρριψης της αγωγής της. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε αντίθετη εκδοχή, η ενάγουσα δεν έτυχε αντεξέτασης και αυτά φαίνεται να συνάδουν και με άλλα έγγραφα και γεγονότα τα οποία επισυνάπτει και αναφέρει στην αίτηση της ή προκύπτουν από το φάκελο της υπόθεσης. Επομένως, θεωρώ ότι μπορώ να αποδεχθώ την εκδοχή της τόσο για το λόγο της μη εμφάνισης της έγκαιρα στο Δικαστήριο στις 02/11/2015 όσο και τις μετέπειτα ενέργειες της για τη διευθέτηση των εξόδων των προηγούμενων δικηγόρων της και τον εν τέλει διορισμό νέου δικηγόρου στις 25/11/2015, πριν από την δικάσιμο που είχε οριστεί η ανταπαίτηση. Να σημειωθεί ότι αμέσως μετά την καταχώρηση της ειδοποίησης αλλαγής δικηγόρου δημιουργήθηκε η αντίδραση των προηγούμενων δικηγόρων της για το θέμα των εξόδων τους η οποία ξεπεράστηκε στις 27/11/2015 με σχετική δήλωση τους ενώπιον του Δικαστηρίου και στη συνέχεια ακολούθησε η παρούσα αίτηση. Όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο ως πραγματικό υπόβαθρο για να αποφασιστεί κατά πόσο η διακριτική του ευχέρεια θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της αίτησης. Με την αποδοχή της πιο πάνω εκδοχής της ενάγουσας, εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι αυτή δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο στις 02/11/2015 ή καλύτερα δεν παρουσιάστηκε έγκαιρα στο Δικαστήριο λόγω ασθένειας της. Επίσης, έχει επεξηγηθεί η μετέπειτα συμπεριφορά της που όπως προκύπτει είναι ότι αυτή αντιλήφθηκε τον ορισμό της υπόθεσης της στις 27/11/2015, μέχρι τις 25/11/2015 γινόταν προσπάθεια για διευθέτηση του ζητήματος των εξόδων με τον προηγούμενο δικηγόρο της, επισκέφθηκε τη νέα της δικηγόρο η οποία στις 26/11/2015 καταχώρησε ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου και στις 27/11/2015 που ήταν ορισμένη η ανταπαίτηση ορισμένη εμφανίστηκε εκ μέρους της στο Δικαστήριο. Ο λόγος της μη εμφάνισης της κατά τη δικάσιμο όπως αναφέρθηκε ανωτέρω θεωρώ ότι αποτελεί επαρκή εξήγηση καθώς επίσης και όλα τα γεγονότα που περιβάλουν το ζήτημα αυτό καταδεικνύουν ενδιαφέρον της ενάγουσας για προώθηση της παρούσας αγωγής παρά το αντίθετο και περιφρόνηση στις δικαστικές διαδικασίες. Δεν παραγνωρίζω την καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας υπόθεσης η οποία προκλήθηκε από τη μη εμφάνιση της ενάγουσας και τυχόν συνέπειες που αυτή θα έχει προς το πρόσωπο της εναγομένης 6, αλλά υπό τις περιστάσεις δεν θεωρώ ότι θα ήταν ορθό και δίκαιο η ενάγουσα να αποστερηθεί του δικαιώματος της να ακουστεί στην παρούσα υπόθεση ούτε κατ' αυτόν τον τρόπο κρίνω, υπό τις περιστάσεις, πλήττεται η αρχή της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων. Πριν την τελική κατάληξη όμως, θα πρέπει να εξεταστεί και το ζήτημα του εκπρόθεσμου της καταχώρησης της παρούσας αίτησης, όσον αφορά τους εναγομένους 2, 5 και 6, που εμφανίστηκαν στις 02/11/
  8. Η Δ.33, Θ.5 στην οποία εδράζεται η αίτηση της ενάγουσας σε σχέση με αυτούς, προνοεί ότι μια τέτοια αίτηση θα πρέπει να καταχωρείται εντός 15 ημερών από την απόρριψη της αγωγής. Στην παρούσα περίπτωση, η αίτηση καταχωρήθηκε στις 03/12/2015 δηλαδή σε 33 μέρες από την απόρριψη της αγωγής και 16 μέρες μετά που ο χρόνος που τάσσει η πιο πάνω Διαταγή έχει παρέλθει. Στην Ann - Clair Developments Ltd v. Στέλιου Κυριακίδη
(1999)1Α Α.Α.Δ. 537 το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε στην απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να απορρίψει την αίτηση για παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του εναγομένου που δεν εμφανίστηκε κατά τη δίκη λέγοντας ότι με την επίκληση της Διαταγής 64 δεν μπορούσε να παρακαμφθεί το γεγονός ότι η αίτηση για παραμερισμό ήταν εκπρόθεσμη, έστω και αν ο χρόνος που παρήλθε ήταν ελάχιστος από την εκπνοή της προθεσμίας. Αναφορικά με την τελευταία αυτή αναφορά το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι το γεγονός ότι έχει παρέλθει ελάχιστος χρόνος από την εκπνοή της προθεσμίας θα μπορούσε να ήταν σχετικός στο πλαίσιο αίτησης για παράταση της προθεσμίας. Παρέπεμψε επίσης στην Αθανασιάδης v. Αλεξάνδρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 945 στην οποία αναφέρθηκε ότι η προθεσμία θα μπορούσε να παρακαμφθεί δια μέσου της Δ.64. Σύμφωνα με την πιο πάνω Διάταξη οποιαδήποτε παράβαση με τις πρόνοιες των Θεσμών αποτελεί παρατυπία η οποία δύναται να διορθωθεί. Η Διάταξη αυτή όμως, δεν καταργεί τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, απλώς παρέχει ένα ένδικο μέσο για να θεραπεύονται τυχόν παρεκκλίσεις από τους Θεσμούς. Όπως έχει λεχθεί και στην Aννα Πετρίχου v. Xατζηιωσήφ
(1998)1 Α.Α.Δ. 81 «Η νέα Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια στη μη συμμόρφωση με τους κανονισμούς. Δεν έχει σκοπό δηλαδή να τους καταργήσει. Οι κανονισμοί πρέπει να τηρούνται. Η Δ.64 δημιουργεί ένα ένδικο μέσο, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει ο αιτών για να θεραπεύσει τις παρατυπίες στη διαδικασία εφόσον είναι θεραπεύσιμες.» Η συγκεκριμένη Διάταξη δεν παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία να προβαίνει αυτεπαγγέλτως σε διορθωτικές κινήσεις. Το Δικαστήριο εξετάζει την ενώπιον του κατάσταση όπως αυτή έχει δημιουργηθεί. Τα διορθωτικά διαβήματα θα πρέπει να λαμβάνονται από τον ενδιαφερόμενο διάδικο (βλ. MI HOLDINGS PUBLIC LTD v ΤΑΣΟΥΛΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΑΝΑΓΗ
(2006)1 Α.Α.Δ. 298). Σε τέτοια περίπτωση το ζήτημα επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Στην ETAIREIA DASAKI ENTERTAINMENT CO LTD v ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΧΡΥΣΕΛΕΟΥΣΗΣ ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ
(2009)1Α Α.Α.Δ. 356 λέχθηκε με αναφορά στην Καλιά κ.α v Δημοκρατίας
(1996)3 Α.Α.Δ. 149 ότι η θεραπεία της παρατυπίας επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και η οποιαδήποτε παρέκκλιση από τους Θεσμούς θα πρέπει να αντιμετωπίζεται έγκαιρα. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση στη λήψη διορθωτικών μέτρων, τόσο μεγαλύτερο είναι το βάρος που αναλαμβάνει ο αιτητής να πείσει το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς όφελός του. Στην παρούσα περίπτωση η αίτηση για επαναφορά θα πρέπει να θεωρείται παράτυπη αφού καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα και συγκεκριμένα 16 μέρες μετά την εκπνοή της προβλεπόμενης στην Δ.33, Θ.5 προθεσμίας. Με βάση την προαναφερόμενη νομολογία το Δικαστήριο δεν μπορεί αυτεπάγγελτα να θεραπεύσει την εν λόγω παρατυπία. Πέραν τούτου όμως, θα πρέπει να αναφερθεί ότι στην παρούσα περίπτωση η ενάγουσα με την αίτηση της ζητά την παράταση της προθεσμίας καταχώρησης της παρούσας αίτησης και η αίτηση της βασίζεται στη Δ.64 και στη Δ.57. Η θέση των εναγομένων 2, 5 και 6 είναι ότι η αίτηση είναι εκπρόθεσμη καθότι δεν προηγήθηκε αίτηση για παράταση της προθεσμίας καταχώρησης της. Δεν θεωρώ ότι αυτό μπορεί να αποβεί μοιραίο για την αίτηση της ενάγουσας. Η ενάγουσα με την παρούσα αίτηση, ζητά αρχικά την παράταση της προθεσμίας καταχώρησης της και κατά δεύτερο την επαναφορά της αγωγής της. Ως εκ τούτου, υπάρχει αίτημα για άρση της παρατυπίας της αίτησης με το αιτητικό α) της αίτησης της με το αίτημα της για παράταση της προθεσμίας και η αίτηση της βασίζεται και στους σχετικούς διαδικαστικούς κανονισμούς. Κρίνω ότι εν όψει των πιο πάνω, το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει το αίτημα της αυτό στα πλαίσια της παρούσας αίτησης και η εκ των προτέρων καταχώρηση αίτησης για παράταση της προθεσμίας δεν θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε σκοπό παρά την δημιουργία πολλαπλών διαδικασιών επαναλαμβάνοντας τα ίδια γεγονότα. Δεδομένων των πιο πάνω, θεωρώ ότι μπορώ και θα πρέπει να εξετάσω τα αίτημα της για παράταση της προθεσμίας καταχώρησης της παρούσας αίτησης και ουσιαστικά την άρση της παρατυπίας της. Η Διαταγή 57, Κ. 2 αναφέρει ότι το Δικαστήριο μπορεί να επεκτείνει το χρόνο που καθορίζεται από τους Θεσμούς ότι πρέπει να γίνει κάτι ή μια διαδικασία να αρχίσει ακόμη και στην περίπτωση που αυτός έχει παρέλθει (βλ. Αθανασιάδης v. Αλεξάνδρου (ανωτέρω)) όταν το δίκαιο της περίπτωσης το απαιτεί. Η παράταση προθεσμιών επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Στην Evand Promotions Ltd κ.α. v. Frank Rutman (Aρ.2)
(1998)1Δ Α.Α.Δ. 2123 η οποία αφορούσε αίτηση για παράταση του χρόνου υποβολής αίτησης για αναθεώρηση εξόδων που ψηφίστηκαν από τον Πρωτοκολλητή καθορίστηκε ο τρόπος με τον οποίο η εν λόγω διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκείται. Λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμούμενο στο πλαίσιο της συγκεκριμένης υπόθεσης, αποτελεί τη συνισταμένη για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να παρατείνει την προθεσμία για την υποβολή έφεσης. Η τήρηση των προθεσμιών και γενικά των κανόνων που διέπουν τη λήψη δικαστικών μέτρων, αποτελεί παράγοντα, ο οποίος άπτεται σε κάθε περίπτωση των συμφερόντων της δικαιοσύνης, όπως εξηγήσαμε στη Χόππη (ανωτέρω) και πιο πρόσφατα στην Βεραγγάρια Παπακοκκίνου κ.α. v. Δήμου Πάφου
(1998)1 Α.Α.Δ. 634∙ δεν είναι όμως αφ' εαυτού καθοριστικός, όπως αναγνωρίζει η νομολογία, εκτός όπου επιδεικνύεται αδιαφορία για τα θέσμια, σε βαθμό και έκταση που υπονομεύει το θεσμικό πλαίσιο επίκλησης των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου. Καθυστέρηση οφειλόμενη σε σφάλμα του δικηγόρου του αιτητή μπορεί να συγχωρηθεί εφόσο δεν προκαλείται σοβαρή δυσμένεια στην άλλη πλευρά∙ όλως ιδιαίτερα όταν το σφάλμα οφείλεται όχι σε αμέλεια, αλλά σε εσφαλμένη ερμηνεία ή θεώρηση θεσμικών κανόνων. Ο κυρίαρχος ρόλος που διαδραμάτιζαν τα γεγονότα της υπόθεσης στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας η οποία παρέχεται στο Δικαστήριο, υπογραμμίζεται και στην πρόσφατη απόφαση του Αγγλικού Εφετείου Stabilad v. Stephens & Carter [1998] 4 All E.R. 129.» Στην παρούσα περίπτωση ο χρόνος ο οποίος έχει παρέλθει από την προβλεπόμενη προθεσμία που έπρεπε να καταχωρηθεί η αίτηση για επαναφορά της αγωγής ανέρχεται σε 16 μέρες. Χρόνος πολύ μικρός ο οποίος θα πρέπει να ληφθεί υπόψη. Η ενάγουσα στην ένορκη της δήλωση αποδίδει ουσιαστικά την καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης της στο γεγονός ότι η ίδια θεώρησε ότι η υπόθεση της ήταν ορισμένη τελικά στις 27/11/2015 καθώς επίσης και στο γεγονός ότι υπήρχε ζήτημα με τα έξοδα του προηγούμενου δικηγόρου της. Το εμπόδιο αυτό φαίνεται να ξεπεράστηκε στις 27/11/2015 με σχετική δήλωση του προηγούμενου δικηγόρου της στο Δικαστήριο και ακολούθως καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση στις 03/12/2015 δηλαδή 6 μέρες μετά. Πέραν τούτου, δεν διαφαίνεται ότι η μικρή καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτηση και του αιτήματος για παράταση της προθεσμίας καταχώρησης της θα προκαλέσει σοβαρή δυσμένεια στην άλλη πλευρά. Υπό το πρίσμα των πιο πάνω, κρίνω ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης επιβάλει όπως ο χρόνος καταχώρησης της παρούσας αίτησης παραταθεί μέχρι τις 03/12/2015 που αυτή καταχωρήθηκε έτσι ώστε να θεωρείται εμπρόθεσμη και να αρθεί η παρατυπία. Πριν την τελική κατάληξη μου θα πρέπει να απαντηθούν και κάποιοι από τους λόγους έντασης που δεν καλύφθηκαν με τα ανωτέρω. Η υπεράσπιση εγείρει το ζήτημα ότι η παρούσα αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί για το λόγο ότι αυτή δεν έγινε καλή πίστη και/ή συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας επειδή, μεταξύ άλλων, η ενάγουσα δεν δήλωσε έτοιμη και πρόθυμοι να καταβάλει τα έξοδα. Αναφορά με το ζήτημα της κατάχρησης της διαδικασίας θα πρέπει να αναφερθεί ότι με βάση τα γεγονότα όπως προκύπτουν δεν έχει διαφανεί ότι η παρούσα αίτηση γίνεται για οποιονδήποτε αλλότριο σκοπό ή υπάρχουν άλλα τέτοια στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική ή ελλείπει η καλή πίστη. Σε σχέση με το ζήτημα των εξόδων και του γεγονότος ότι η ενάγουσα δεν δήλωσε πρόθυμη να πληρώσει τα έξοδα σε περίπτωση επιτυχίας της αίτησης, κρίνω ότι αυτός ο λόγος ένστασης είναι αβάσιμος. Δεν επεξηγήθηκε περαιτέρω ο λόγος αυτός και δεν διαπιστώνω ότι η μη αναφορά της ενάγουσας για το ζήτημα αυτό μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο στην επαναφορά της αγωγής της ή λόγο απόρριψης της παρούσας αίτησης. Το ζήτημα αυτό εναπόκειται στο Δικαστήριο και στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας στην περίπτωση έγκρισης της αίτησης, θα αποφασίσει και αυτό το ζήτημα και κατά πόσο η ενάγουσα θα πρέπει να καταβάλει τα έξοδα. Όσον αφορά το λόγο ένστασης που σχετίζεται με τη μη αποκάλυψη καλή τη πίστη συζητήσιμη υπόθεση, αυτό θεωρώ απαντάται ανωτέρω με την παράθεση σχετική νομολογίας ότι στα πλαίσια εξέτασης τέτοιας αίτησης ο κυρίαρχος και αποφασιστικός παράγοντας είναι η παροχή εξήγησης για τη μη εμφάνιση της ενάγουσας στο Δικαστήριο κατά τη δικάσιμο. Εν πάσει περιπτώσει όμως, η υπόθεση της ενάγουσας προκύπτει από τα δικόγραφα της αλλά και από τις αναφορές της στην παράγραφο 14 της ένορκης δήλωσης της που συνοδεύει την αίτηση. Πέραν των πιο πάνω, ο συνήγορος των εναγομένων στην αγόρευση του αναφέρεται στην εξουσία του Δικαστηρίου για επαναφορά μιας αγωγής και παραπέμπει στην Mesolongitis and Another v. Koutas (ανωτέρω) τονίζοντας ότι μια τέτοια αίτηση πρέπει να εξετάζεται από τον Δικαστή που εκδίκασε την υπόθεση. Στην υπόθεση αυτή όμως ουσιαστικά δεν τέθηκε άκαμπτος κανόνας ότι μια τέτοια αίτηση θα πρέπει να εκδικάζεται από το Δικαστή που απέρριψε την αγωγή. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα: «Ιt is abundantly clear from the exposition of the Law made above, that the jurisdiction to reinstate rests with the trial Court and should preferably and whenever possible be dealt with by the judge who tried the case.» Εκείνο το οποίο ουσιαστικά αποφασίστηκε, με αναφορά στο Annual Practice είναι ότι τέτοια εξουσία για επαναφορά της αγωγής υπάρχει στο πρωτόδικο δικαστήριο και όχι στο εφετείο και όπου είναι δυνατό είναι προτιμητέο να εξετάζεται από το Δικαστή που είχε επιληφθεί της υπόθεσης. Μεταγενέστερη νομολογία της Mesolongitis (ανωτέρω) αυτό επιβεβαιώνει. Ότι δηλαδή με βάση τη Δ.33, Θ.5 δικαιοδοσία εκδίκασης της υπόθεσης και αίτηση για επαναφορά έχει το πρωτόδικο Δικαστήριο (βλ. Toumbouros Est. Ltd v. Ιωαννίδου κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 1512 και Αννα Νικολάου Χαραλάμπους v. 1. Κ. & Τ. Αndreou Ltd κ.α.
(2002)1Β Α.Α.Δ. 1296). Τα πιο πάνω επιβεβαιώθηκαν στην Ευριδίκη Παπανικολάου v. Κυριακή Κότσαπα (ανωτέρω) όπου εγέρθηκε ευθέως το θέμα στο Ανώτατο Δικαστήριο ότι το Δικαστήριο που επιλήφθηκε της αίτησης για επαναφορά αγωγής, δεν είχε εξουσία να της επιληφθεί, γιατί τούτο θα έπρεπε να κάμει ο Δικαστής που είχε απορρίψει την αγωγή και στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η αρχή που διέπει το θέμα εκφράστηκε στην υπόθεση Mesolongitis v. Koutas
(1986)1 C.L.R. 161, όπου αποφασίστηκε ότι η δικαιοδοσία εκδίκασης αίτησης για επαναφορά αγωγής ανήκει στο πρωτόδικο Δικαστήριο και όπου τούτο είναι δυνατόν είναι προτιμητέο να εξετάζεται από το Δικαστή που είχε επιληφθεί της υπόθεσης. Οι λόγοι που δεν εκδικάστηκε από τον ίδιο Δικαστή σε αυτή την υπόθεση παραμένουν άγνωστοι σε εμάς. Εν πάση όμως περιπτώσει, η εκδίκαση της αίτησης από άλλο Δικαστή δεν καθιστά άκυρη την απόφαση, αφού, όπως αναφέραμε, η δικαιοδοσία είναι εκείνη του πρωτόδικου Δικαστηρίου γενικά.» Τέλος, επειδή η συνήγορος της ενάγουσας στην αγόρευση της αναφέρει ότι η υπόθεση στις 02/11/2015 δεν ήταν ορισμένη για ακρόαση αλλά για οδηγίες και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν είχε εξουσία να απορρίψει την αγωγή θα πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα: Η θέση αυτή είναι αντιφατική και ξενίζει. Δεν είναι δυνατό από τη μια να βασίζεται στις πρόνοιες της Διαταγής 33, Θ.1 και 5 και να ζητά την επαναφορά της αγωγής της και από την άλλη, ουσιαστικά να ισχυρίζεται ότι αυτές δεν έχουν εφαρμογή διότι η υπόθεση ήταν ορισμένη για οδηγίες όταν απορρίφθηκε και όχι για ακρόαση. Παραπέμπω όμως, στην Ευριδίκη Παπανικολάου v. Κυριακή Κότσαπα (ανωτέρω) στην οποία η συνήγορος της ενάγουσας παραπέμπει και αντίγραφο της οποίας επισυνάπτει στην αγόρευση της, στην οποία λέχθηκε ότι στα πλαίσια της επιφύλαξης της Διαταγής 30, Θεσμός 1(α) (όπως ίσχυε) το Δικαστήριο μπορεί αυτεπάγγελτα να ορίζει μια αγωγή για οδηγίες καθώς και να την απορρίψει στην περίπτωση μη προώθησης της. Στην παρούσα περίπτωση η αγωγή της ενάγουσας είχε οριστεί για οδηγίες από το Δικαστήριο, η ίδια δεν εμφανίστηκε και την απέρριψε λόγω μη προώθησης της. Όπως έχει αναφερθεί στην πιο πάνω υπόθεση, οι γενικές αρχές που ισχύουν και για παραμερισμό απόφασης και επαναφορά της αγωγής έχουν ανάλογη εφαρμογή και σε αυτή την περίπτωση. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω κρίνω ότι η διακριτική μου ευχέρεια θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της αίτησης. Η θέση ότι στην περίπτωση αυτή το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να διατάξει και την επαναφορά του προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 09/06/2010 και σε μια τέτοια περίπτωση θα πρέπει να γίνει νέα αίτηση γι αυτό το σκοπό, θεωρώ ότι δεν βρίσκει έρεισμα. Το εν λόγω διάταγμα έπαυσε να ισχύει αυτόματα με την απόρριψη της αγωγής. Ο λόγος ήταν αυτός και όχι οποιοσδήποτε άλλος. Η επαναφορά της αγωγής θα πρέπει να αναβίωση τη διαδικασία ολόκληρη μέχρι του σημείου που απορρίφθηκε η αγωγή συμπεριλαμβανομένου και του προσωρινού διατάγματος. Ως εκ τούτου, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο η προθεσμία καταχώρησης της παρούσας αίτησης παρατείνεται μέχρι τις 03/12/2015 που αυτή έχει καταχωρηθεί έτσι ώστε να θεωρείται εμπρόθεσμη. Περαιτέρω, εκδίδεται διάταγμα ως το β) της αίτησης. Τα έξοδα της αίτησης κρίνω ότι θα πρέπει να επιδικαστούν υπέρ των εναγομένων 2, 5 και 6 - καθ' ών η αίτηση και εναντίον της ενάγουσα -αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Και τούτο διότι παρά την κατάληξη του Δικαστηρίου σε σχέση με την αίτηση, οι εναγόμενοι 2, 5 και 6 δεν ευθύνονται για την έγερση της παρούσας διαδικασίας αφού αυτή προέκυψε από τη μη εμφάνιση της ενάγουσας στο Δικαστήριο κατά τη δικάσιμο. Αναφορικά με τους εναγομένους 1, 4 και 7, δεν ενδείκνυται να εκδοθεί οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα και ως εκ τούτου καμία διαταγή για έξοδα σε σχέση με αυτούς. Ο φάκελο της υπόθεσης να τεθεί ενώπιον της Προέδρου του Ε.Δ. Πάφου που έχει δικαιοδοσία να της επιληφθεί με σκοπό να δώσει ημερομηνία ορισμού τόσο της αγωγής όσο και της ανταπαίτησης. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.) ................ Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.