Χάρη Φωτίου ν. Κυπριακή Δημοκρατία δια του Γενικού Εισαγγελέα κ.α., Αρ. Αγωγής: 1239/10, 7/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A125 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1239/10 Μεταξύ: Χάρη Φωτίου Ενάγοντος και
- Κυπριακή Δημοκρατία δια του Γενικού Εισαγγελέα
- Λαμπριανίδης Χριστάκης, από την Πάφο
- Λοϊζος Λοϊζου, από την Πάφο
- Γεώργιος Γεωργίου, από την Πάφο
- Κυριάκος Αντωνίου, από την Πάφο
- Ανδρέας Βασιλείου, από την Πάφο Εναγομένων - - - - - - - - - - - - - 07.06.2016 Για τον Ενάγοντα: κ. Αλ. Αλεξάνδρου (κα Μενοίκου για ν' ακούσει απόφαση) Για τους Εναγόμενους 1 - 4 και 6: κ. Στ. Ερωτοκρίτου Για τον Εναγόμενο 5: κ. Ε. Κλεάνθους (κ. Δανιήλ για ν' ακούσει απόφαση) Εναγόμενος 5 παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η O Ενάγων αξιώνει εναντίον της Δημοκρατίας (Εναγόμενης 1), των Εναγομένων 2-5 αστυφυλάκων και του Εναγόμενου 6, αξιωματικού της Αστυνομίας, την επιδίκαση γενικών και τμωρητικών αποζημιώσεων λόγω της κατ' ισχυρισμό παράνομης σύλληψης και κράτησης του. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης στις 11.04.10 και περί ώρα 03.30, ο Ενάγων, μετά την διενέργεια προκαταρκτικού έλεγχου αλκοόλης το αποτέλεσμα του οποίου ήταν πέραν του ανώτατου υπό του Νόμου επιτρεπόμενου ορίου, συνελήφθη παράνομα από τον Εναγόμενο 3 στην παρουσία του Εναγόμενου
- Ο Ενάγων μεταφέρθηκε ακολούθως στο κτίριο της Τροχαίας Πάφου και εκεί επιχείρησε να διαφύγει της παράνομης σύλληψης και κράτησης του. Οι Εναγόμενοι 2-5 ωστόσο επιτέθηκαν παράνομα στον Ενάγοντα, τοποθέτησαν με παράνομη βία στον τελευταίο χειροπέδες και τον μετέφεραν στα κρατητήρια του Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού Πάφου. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου ζήτησε επανειλημμένα από τον Εναγόμενο 6 να τον πληροφορήσει για τον λόγο της κράτησης του, χωρίς όμως να λάβει οποιαδήποτε απάντηση, πέραν του ότι αυτές ήταν οι οδηγίες από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Η παράνομη σύλληψη και κράτηση του Ενάγοντα διήρκεσε μέχρι τις 13.
- Οι Εναγόμενοι 1-4 και 6 στην Τροποποιημένη Υπεράσπιση αρνούνται τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα και μεταξύ άλλων, ισχυρίζονται ότι ο Ενάγων υποβλήθηκε σε προκαταρκτικό έλεγχο αλκοόλης με ένδειξη 58 mg αντί 22 mg. Ο Εναγόμενος 3 συνέλαβε τον Ενάγοντα και ο τελευταίος μεταφέρθηκε με περιπολικό όχημα στην Τροχαία Πάφου όπου και αρνήθηκε να δώσει δείγμα εκπνοής για τελική εξέταση. Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ο Ενάγων δεν αντιλαμβανόταν τι συνέβαινε καθώς βρισκόταν σε κατάσταση μέθης και αρνείτο να συνεργαστεί με τους τελευταίους. Ο Ενάγων επιχείρησε να εξέλθει του κτιρίου κατευθυνόμενος προς την έξοδο και τότε οι Εναγόμενοι 2-5 τον πλησίασαν φράσσοντας την έξοδο αλλά ο Ενάγων προκαλούσε ανησυχία και θόρυβο. Στην προσπάθεια του Ενάγοντα να αντισταθεί, ο τελευταίος χρησιμοποίησε βία κτυπώντας με το δεξί του πόδι στο δεξί χέρι τον Εναγόμενο 5 και ταυτόχρονα με τις χειροπέδες που έφερε χτύπησε τον Εναγόμενο 3 στο αριστερό του χέρι. Οι Εναγόμενοι 2-5 χρησιμοποιώντας την ανάλογη υπό τις περιστάσεις βία τοποθέτησαν χειροπέδες και συνέλαβαν τον Ενάγοντα ο οποίος μεταφέρθηκε στην ΑΔΕ Πάφου φωνάζοντας και εξυβρίζοντας τον Εναγόμενο
- Τέλος οι Εναγόμενοι 1-4 και 6 ισχυρίζονται ότι ο Ενάγων επιτέθηκε εναντίον των Εναγομένων 2-5 και η σύλληψη και η κράτηση του ήταν νόμιμη και εύλογη. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι η Ανταπαίτηση που αρχικά είχε προβάλει ο Εναγόμενος 3 αποσύρθηκε στις 05.11.15, κατόπιν σχετικής αδείας του Δικαστηρίου. Ο Εναγόμενος 5 στην Τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση του, πέραν των ισχυρισμών που περιλαμβάνονται στην Τροποποιημένη Υπεράσπιση των Εναγομένων 1-4 και 6 ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι ο Ενάγων χρησιμοποίησε δυσανάλογη και έντονη βία με αποτέλεσμα να τραυματίσει τον ίδιο στο δεξί του χέρι. Συνεπεία του τραυματισμού του μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου όπου υποβλήθηκε σε ακτινολογικό έλεγχο από τον οποίο διαπιστώθηκε ότι υπέστη εξάρθρημα μετακαρπιοφαλαγγικής άρθρωσης του δεξιού αντίχειρα. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος 5 ισχυρίζεται ότι υπέστη μόνιμη βλάβη στην άρθρωση του δεξιού αντίχειρα για την οποία θα χρειαστεί χειρουργική επέμβαση. Ως εκ των ανωτέρω αξιώνει ανταπαιτητικώς γενικές αποζημιώσεις για τις σωματικές βλάβες που υπέστη. Ο Ενάγων στην Απάντηση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση του Εναγομένου 5, αφού επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στην Έκθεση Απαίτησης, ισχυρίζεται ότι η βία που άσκησε ήταν νόμιμη και ανάλογη της βίας που ασκήθηκε από τους Εναγόμενους 2-5 για να του στερήσουν παράνομα και αντισυνταγματικά την ελευθερία του. Τέλος, ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος 5 δεν δικαιούται να αξιώνει αποζημιώσεις, καθώς οι ζημιές που υπέστη ήταν αποτέλεσμα της παράνομης δράσης του και ζητά απόρριψη της Ανταπαίτησής του. Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν συνολικά οκτώ μάρτυρες. Συγκεκριμένα για την πλευρά του Ενάγοντα κατέθεσε ο ίδιος και ο Γιώργος Φιλίππου (ΜΕ2). Από την άλλη για την πλευρά της Υπεράσπισης και συγκεκριμένα για τους Εναγόμενους 1-4 και 6 κατέθεσαν οι Εναγόμενοι 3, 4 και 6 (ΜΥ2, ΜΥ3 και ΜΥ1 αντίστοιχα) καθώς επίσης και ο Λοχίας 1450 Χρίστος Πογιατζής (ΜΥ4). Εκ μέρους του Εναγόμενου 5 κατέθεσε ο ίδιος και ο Δρ. Γεώργιος Μεταξάς (ΜΥ5). Σημειώνεται ότι τόσο η Απαίτηση του Ενάγοντα όσο και η Ανταπαίτηση του Εναγόμενου 5 συνεκδικάστηκαν με τον Ενάγοντα να προσφέρει μαρτυρία τόσο για την προώθηση της Απαίτησης του όσο και για Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση του Εναγόμενου 5 και αντιστοίχως τον Εναγόμενο 5 να προσφέρει μαρτυρία τόσο για την Υπεράσπιση του όσο και για προώθηση της Ανταπαίτησης του. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων μέσω των γραπτών αγορεύσεων τους ανέπτυξαν την επιχειρηματολογία τους τόσο όσον αφορά την ποιότητα της προσαχθείσας μαρτυρίας όσο και επί των νομικών ζητημάτων που εγείρονται. Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στη συνέχεια στην παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ. 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα (Καννάουρου κ.α ν. Σταδιώτη κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 35). Ο Ενάγων, δικηγόρος στο επάγγελμα, στην κυρίως εξέταση του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι κατά τις πρωινές ώρες της 11.04.10 συνελήφθη παράνομα από τους Εναγόμενους 2 και 3 στην παρουσία του συναδέλφου του Λούη Χατζηνεοφύτου. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στην Τροχαία Πάφου και στην προσπάθεια του να ασκήσει τα συνταγματικά του δικαιώματα και να αποχωρήσει από το κτίριο της Τροχαίας Πάφου, οι Εναγόμενου 2 - 5 τον εμπόδισαν πιάνοντας με βία τα χέρια του τα οποία έστριψαν με τρόπο που του προκάλεσαν αφόρητο πόνο καταφέρνοντας να του τοποθετήσουν χειροπέδες. Ακολούθως, και παρά τις διαμαρτυρίες του, οι Εναγόμενοι 2 - 5 τον μετέφεραν από την Τροχαία Πάφου στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου όπου συνεχίστηκε η παράνομη κράτησή του. Ο Ενάγων ισχυρίστηκε ότι κατά την επιβίβαση του στο περιπολικό για να μεταφερθεί στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου, ο Εναγόμενος 2 τον έσπρωχνε για να εισέλθει στο περιπολικό όχημα ενώ ο Εναγόμενος 4, ο οποίος είχε εισέλθει εντός του περιπολικού, τον έπιασε από το σακάκι που φορούσε και τον τράβηξε εντός του περιπολικού. Η κράτηση του διήρκησε μέχρι το πρωί της επόμενης ημέρας, για δέκα περίπου ώρες, σε ένα άθλιο μέρος όπου, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο Ενάγων, ήταν μία τρύπα εντός της οποίας υπήρχε μια καρέκλα. Ο Ενάγων διευκρίνισε ότι η εκδήλωση της βίαιης συμπεριφοράς των Εναγομένων 2 - 5 έλαβε χώρα κατά το χρόνο που βρισκόταν στην Τροχαία Πάφου. Περαιτέρω, ο Ενάγων ανέφερε ότι το όλο περιστατικό διαδραματίστηκε στην παρουσία και άλλων προσώπων τα οποία βρίσκονταν στο κτίριο της Τροχαίας Πάφου, μεταξύ των οποίων ήταν και ο συνάδελφός του Ρένος Πίτρος. Όταν μεταφέρθηκε στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου, έθεσε το ζήτημα της παράνομης σύλληψης του στον Εναγόμενο 6 - αξιωματικό υπηρεσίας - ο οποίος του είπε ότι αυτές είναι οι οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα. Τέλος ανέφερε ότι στην προσπάθεια του να ασκήσει τα συνταγματικά του δικαιώματα χρησιμοποίησε και ο ίδιος βία, καθώς επιχείρησε να αντισταθεί στη βία που άσκησαν οι Εναγόμενοι 2 - 5 για να τον περιορίσουν παράνομα. Αντεξεταζόμενος από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγομένων 1 - 4 και 6, παραδέχθηκε ότι ο προκαταρκτικός έλεγχος αλκοόλης στον οποίο υποβλήθηκε είχε ένδειξη 58 mg αντί 22 mg που είναι το επιτρεπτό όριο. Επίσης συμφώνησε ότι ακολούθησε τον Εναγόμενο 2 χωρίς διαμαρτυρία στο κτίριο της Τροχαίας Πάφου, επισημαίνοντας όμως ότι ήδη είχε συλληφθεί για αυτόφωρο αδίκημα και η σύλληψη αυτή ήταν παράνομη. Ο Ενάγων ανέφερε ότι οδηγήθηκε στον πρώτο όροφο του κτιρίου της Τροχαίας Πάφου προκειμένου να υποβληθεί σε τελικό έλεγχο αλκοόλης και εκεί υπήρξε συζήτηση μεταξύ του ιδίου και των Εναγομένων 2 και 3 για το κατά πόσο οι τελευταίοι είχαν δικαίωμα να τον συλλάβουν. Στα πλαίσια της εν λόγω συζήτησης προκλήθηκε ένταση και λογομαχία και αποφάσισε να αποχωρήσει από την Τροχαία Πάφου καθώς θεωρούσε ότι είχε συλληφθεί παράνομα. Στην υποβολή του ευπαίδευτου συνηγόρου των Εναγομένων 1 - 4 και 6, ότι το επεισόδιο ξεκίνησε λόγω της προκλητικής συμπεριφοράς του, ο Ενάγων απάντησε ότι το επεισόδιο ξεκίνησε λόγω της συμπεριφοράς των Εναγομένων 2 - 5 οι οποίοι του έφραξαν το δρόμο στην προσπάθεια του να αποχωρήσει από το κτίριο της Τροχαίας Πάφου. Τέλος στην υποβολή του κ. Ερωτοκρίτου ότι οι επί καθήκοντι αστυφύλακες εκτέλεσαν απλώς το καθήκον τους, ο μάρτυρας απάντησε ότι συνελήφθη παράνομα, στερήθηκε παράνομα την ελευθερία του και ασφαλώς αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εκτέλεση των νομίμων καθηκόντων των αστυνομικών οργάνων. Κατά την αντεξέταση του από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Εναγόμενου 5, ο Ενάγων συμφώνησε ότι υπήρξε κλιμάκωση των γεγονότων από τη στιγμή της ανακοπής του οχήματος του μέχρι και τη στιγμή που του τοποθετήθηκαν χειροπέδες και οδηγήθηκε στα κρατητήρια. Επισήμανε ωστόσο ότι για την κλιμάκωση αυτή ευθύνονται οι Εναγόμενοι 2 -
- Ο Ενάγων συμφώνησε επίσης με τον κ. Κλεάνθους ότι ο λόγος που ανακόπηκε το όχημά του ήταν διότι, όπως αναφέρεται και στα Τεκμήρια 1 και 2, οδηγούσε το όχημα «ζικ ζακ», δηλαδή πότε στη δεξιά και πότε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Όταν σταμάτησε το όχημα του, τον προσέγγισαν οι Εναγόμενοι 2 και 3 οι οποίοι του ανέφεραν ότι θα τον υπέβαλλαν σε προκαταρκτικό έλεγχο αλκοόλης, πράγμα το οποίο και έγινε. Παρόντες στο χώρο όπου ανακόπηκε το όχημα που οδηγούσε ήταν και οι Εναγόμενοι 4 και 5, οι οποίοι όμως βρίσκονταν εντός του περιπολικού οχήματος. Στην υπόδειξη του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εναγόμενου 5 ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία των Εναγομένων 2 και 3, όπως αυτή καταγράφεται στα Τεκμήρια 1 και 2, μύριζε έντονα αλκοόλ και τραύλιζε, ο Ενάγων είπε ότι δεν μπορεί να διαφωνήσει με τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς καθώς περιλαμβάνονται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ποινική Έφεση 192/14 - Τεκμήριο
- Επίσης ο Ενάγων συμφώνησε ότι λόγω του αποτελέσματος του προκαταρκτικού ελέγχου αλκοόλης, ο Εναγόμενος 3 τον συνέλαβε για αυτόφωρο αδίκημα λέγοντας του ότι θα μεταφερθεί στην Τροχαία Πάφου προκειμένου να υποβληθεί σε τελικό έλεγχο αλκοόλης. Ο Ενάγων συμπλήρωσε ότι η σύλληψη του ήταν παράνομη, ωστόσο κατά το χρόνο εκείνο, δηλαδή της σύλληψης του, δεν προέβαλε οποιαδήποτε αντίσταση εναντίον των αστυνομικών. Ο Ενάγων επανέλαβε ότι το επεισόδιο στην Τροχαία Πάφου ξεκίνησε από τη συζήτηση που είχε με τους Εναγόμενους 2 και 3 ως προς τις συνέπειες που επιφέρει η άρνηση κάποιου προσώπου να δώσει δείγμα για τελική εξέταση αλκοόλης. Η θέση των Εναγομένων 2 και 3 ήταν ότι σε τέτοια περίπτωση το συγκεκριμένο πρόσωπο τίθεται υπό κράτηση, πράγμα με το οποίο ο ίδιος διαφώνησε, με αποτέλεσμα να υπάρξει λογομαχία και να προσπαθήσει στη συνέχεια να αποχωρήσει από το κτίριο της Τροχαίας Πάφου. Ο Ενάγων αρνήθηκε ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 του επεξήγησαν τα δικαιώματα του σε σχέση με τη λήψη τελικού δείγματος, λέγοντας ότι το μόνο το οποίο του ανέφεραν ήταν ότι σε περίπτωση που δεν δώσει δείγμα θα τίθετο υπό κράτηση. Επιπρόσθετα αρνήθηκε ότι παρών στο χώρο όπου θα διενεργείτο ο τελικός έλεγχος ήταν και ο αξιωματικός υπηρεσίας μετά από δική του απαίτηση. Ο Ενάγων συμφώνησε επίσης με την επισήμανση του κ. Κλεάνθους ότι κλήθηκε από αστυνομικούς να ηρεμίσει και να σταματήσει να φωνάζει, ο ίδιος όμως συνέχισε να κατευθύνεται προς την έξοδο του κτιρίου. Διευκρίνισε ωστόσο ότι όταν ξεκίνησε να κατευθύνεται προς την έξοδο του κτιρίου δεν τον προέτρεψε οποιοσδήποτε αστυνομικός να σταματήσει την πορεία του και να επιστρέψει πίσω, αλλά προσπάθησαν πλέον να του φράξουν το δρόμο και να του περάσουν χειροπέδες, πράγμα το οποίο και πέτυχαν. Συγκεκριμένα, οι Εναγόμενοι 4 και 5 οι οποίοι βρίσκονταν μπροστά του, του έφραξαν το δρόμο και οι Εναγόμενοι 2 και 3, οι οποίοι τον ακολουθούσαν από πίσω, άσκησαν παράνομη βία, πιάνοντας και στρίβοντας όλοι μαζί τα χέρια του προκαλώντας του αφόρητο πόνο και καταφέρνοντας τελικά να του περάσουν χειροπέδες. Ειδικότερα, όσον αφορά τον Εναγόμενο 5, ο Ενάγων είπε ότι τον κλώτσησε προκειμένου να τον αφήσει ελεύθερο, όταν πλέον οι Εναγόμενοι 2 - 5 του είχαν πιάσει τα χέρια και ούρλιαζε από τους πόνους. Στην υποβολή του κ. Κλεάνθους ότι δεν είχε αντίληψη των όσων έλαβαν χώρα κατά το επίδικο περιστατικό λόγω και της κατανάλωσης αλκοόλ, ο Ενάγων διαφώνησε λέγοντας ότι είχε πλήρη αντίληψη των όσων λάμβαναν χώρα. Τέλος, στην υποβολή ότι χρησιμοποίησε υπέρμετρη βία τραυματίζοντας τον Εναγόμενο 5 ο οποίος απλά στεκόταν, ο Ενάγων είπε ότι χρησιμοποίησε την ανάλογη βία προκειμένου να προστατεύσει τα δικαιώματα του και ότι αυτός ο οποίος χρησιμοποίησε παράνομη βία ήταν ο Εναγόμενος
- Ο Ενάγων σε γενικές γραμμές μου προξένησε θετική εντύπωση. Στις πλείστες των ερωτήσεων που του τέθηκαν απάντησε με θετικότητα και σαφήνεια και δεν δίστασε να παραδεχθεί ενέργειες οι οποίες του καταλογίζονται από τους Εναγόμενους, όπως π.χ. ότι έσπρωξε τους Εναγόμενους 2 - 5 και ότι τραυμάτισε τον Εναγόμενο 5 κλωτσώντας τον. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι κατά την αντεξέταση του Ενάγοντα δεν υπήρξε αμφισβήτηση επί αρκετών σημείων της μαρτυρίας του. Συγκεκριμένα δεν αμφισβητήθηκε ότι ο Ενάγων συνελήφθη για αυτόφωρο αδίκημα αμέσως μετά την διενέργεια του προκαταρκτικού ελέγχου αλκοόλης, ότι οι Εναγόμενοι 2 - 5 εμπόδισαν τον Ενάγοντα να αποχωρήσει από το κτίριο της Τροχαίας Πάφου, καθώς και ότι στην προσπάθεια τους αυτή ασκήθηκε βία. Επίσης δεν αμφισβητήθηκε το γεγονός ότι ο Ενάγων μεταφέρθηκε από το κτίριο της Τροχαίας Πάφου στα κρατητήρια της ΑΔΕ Πάφου όπου παρέμεινε υπό κράτηση για κάποιες ώρες. Ο κύριος άξονας της Υπεράσπισης ήταν ότι ο Ενάγων δεν είχε αντίληψη των όσων διαδραματίζονταν κατά τον επίδικο χρόνο και ότι οι ενέργειες των Εναγομένων 2 - 5 ήταν εντός της νομιμότητας. Επίσης από τον Εναγόμενο 5 προβλήθηκε επιπρόσθετα η θέση ότι ο Ενάγων άσκησε υπέρμετρη βία, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τον τραυματισμό του. Επισημαίνω ότι το ζήτημα της νομιμότητας των ενεργειών των Εναγομένων 2 - 5 είναι άρρηκτα συνυφασμένο με το ζήτημα της νομιμότητας της σύλληψης του Ενάγοντα, το οποίο από τη στιγμή που δεν αμφισβητείται ο χρόνος κατά τον οποίο έγινε η σύλληψη, καθίσταται πλέον ζήτημα καθαρά νομικό. Όσον αφορά τώρα την αντίληψη του Ενάγοντα κατά τον επίδικο χρόνο, παρατηρώ ότι δεν έχει διαφανεί μέσα από τη μαρτυρία του ότι ο τελευταίος δεν είχε αντίληψη των όσων διαδραματίστηκαν τις πρωινές ώρες της 11.04.
- Το γεγονός ότι ο προκαταρκτικός έλεγχος αλκοόλης έδειξε ότι το ποσοστό αλκοόλης στην εκπνοή του Ενάγοντα ήταν 58mg αντί του επιτρεπόμενου που ήταν 22mg, καθώς και ότι ο Ενάγων οδηγούσε το όχημα του σε πορεία «ζικ - ζακ», δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε συμπέρασμα ότι ο Ενάγων βρισκόταν σε τέτοια κατάσταση έτσι ώστε να μην συνειδητοποιεί το τι εκτυλίσσεται γύρω του. Όπως ο ίδιος δήλωσε, ήταν συνεργάσιμος με τους αστυφύλακες και η αντίδραση του ξεκίνησε όταν ευρισκόμενος στην Τροχαία Πάφου συζήτησε με τους Εναγόμενους 2 και 3 για τις συνέπειες σε περίπτωση άρνησης του να παράσχει δείγμα για τελική εξέταση αλκοόλης, όπου και υπήρξε διαφωνία. Σημειώνω εδώ ότι η συγκεκριμένη θέση του Ενάγοντα επιβεβαιώνεται και από τη μαρτυρία του Εναγόμενου 3 (ΜΥ2), ο οποίος δήλωσε ότι ο Ενάγων ήταν αρχικά συνεργάσιμος και η αντίδραση του προκλήθηκε όταν του ζητήθηκε να παράσχει δείγμα για τελικό έλεγχο. Εάν όντως ο Ενάγων ήταν σε κατάσταση κατά την οποία δεν είχε αντίληψη των πραγμάτων, θεωρώ ότι δεν θα ήταν λογικό να συνεργάζεται αρχικά με την αστυνομία σταματώντας το όχημα του, παρέχοντας δείγμα για προκαταρκτικό έλεγχο και μεταβαίνοντας αδιαμαρτύρητα στο κτίριο της Τροχαίας Πάφου. Η αντίδραση του προκλήθηκε από τη συζήτηση με τους Εναγόμενους 2 και 3 και την πληροφόρηση του ότι σε περίπτωση που αρνείτο να παράσχει δείγμα για τελική εξέταση θα τελούσε υπό κράτηση. Δεν παραβλέπω το γεγονός ότι σε αρκετές περιπτώσεις ο Ενάγων απέφευγε να απαντήσει, παραπέμποντας στις αποφάσεις Τεκμήρια 1 και
- Επισημαίνω όμως ότι αν και ακολουθήθηκε η τακτική αυτή από τον Ενάγοντα σε αρκετά σημεία της αντεξέτασης του, εντούτοις αντικρίζοντας συνολικά τη μαρτυρία του, αυτό το οποίο συνάγεται είναι ότι έχει προσφέρει άμεση μαρτυρία σε σχέση με όλα τα ζητήματα για τα οποία ερωτήθηκε. Κατά συνέπεια δεν θεωρώ ότι η παραπομπή στα Τεκμήρια 1 και 2, υποδηλοί ότι ο Ενάγων ενεργούσε με αυτόν τον τρόπο επειδή δεν είχε αντίληψη των πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν ήταν σε θέση να προφέρει μαρτυρία για τα επίδικα γεγονότα. Αυτό θα ίσχυε εάν ο Ενάγων περιοριζόταν απλώς στο να παραπέμπει στα Τεκμήρια 1 και 2, πράγμα όμως που δεν ισχύει. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι και οι ίδιοι οι συνήγοροι των Εναγομένων, ιδίως ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγόμενου 5, με τις ερωτήσεις τους έκαναν αναφορά στα Τεκμήρια 1 και 2 με αναπόφευκτο αποτέλεσμα και ο Ενάγων να παραπέμπει σε αυτά. Αναφορές οι οποίες, θα πρέπει να σημειώσω, ως επί το πλείστον ήταν αχρείαστες καθώς αποσκοπούσαν κυρίως στην ερμηνεία του Τεκμηρίου
- Υπάρχουν ωστόσο μέρη της μαρτυρίας του Ενάγοντα τα οποία δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά. Συγκεκριμένα ο χαρακτηρισμός της σύλληψης του ως παράνομης ή η ερμηνεία και οι νομικές προεκτάσεις των αποφάσεων - Τεκμήρια 1 και 2 είναι ζητήματα που δεν μπορούν να αποτελέσουν αποδεκτή μαρτυρία. Τα πιο πάνω αποτελούν νομικά ζητήματα, τα οποία θα ερμηνευτούν και θα αποφασισθούν από το Δικαστήριο. Επίσης, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η θέση του Ενάγοντα ότι διαμαρτυρήθηκε στον Εναγόμενο 6 για το ότι η σύλληψη του ήταν παράνομη. Η συγκεκριμένη θέση του Ενάγοντα υπήρξε γενική και δεν διευκρινίστηκε καν το χρονικό σημείο στο οποίο έγινε η κατ' ισχυρισμό διαμαρτυρία. Θεωρώ υπό τις περιστάσεις σημαντικό το εν λόγω κενό, καθώς είναι κοινά αποδεκτό ότι ο Εναγόμενος 6 δεν παρευρισκόταν ούτε στον χώρο ανακοπής του οχήματος του Ενάγοντα, αλλά ούτε και στην Τροχαία Πάφου. Ο Εναγόμενος 6 είχε επαφή με τον Ενάγοντα όταν ο τελευταίος μεταφέρθηκε στα κρατητήρια. Η μεταφορά του στα κρατητήρια έγινε, σύμφωνα με το Τεκμήριο 3, στις 04.
- Σύμφωνα επίσης με το Τεκμήριο 3 (σελ. 9) ο Ενάγων κατέγραψε περί ώρα 05.50 τη θέση του ότι παραβιάστηκε το άρθρο 11 του Συντάγματος με την εν λόγω σημείωση του να απευθύνεται στον Γενικό Εισαγγελέα. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά για παράπονο στον αξιωματικό υπηρεσίας (Εναγόμενο 6). Το δε Τεκμήριο 3, όπως προκύπτει από τη σελ. 1, παραδόθηκε στον Ενάγοντα από τον Λοχία 1266 για την ταυτότητα του οποίου δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία. Επίσης από τη μαρτυρία του Εναγόμενου 6, προκύπτει ότι η υπηρεσία του τελευταίου ολοκληρώθηκε στις 07.00, ενώ ο Ενάγων για κάποιο χρονικό διάστημα μεταξύ των ωρών 04.30 - 07.00 είχε παραπεμφθεί στο Γ.Ν. Πάφου για ιατρικές εξετάσεις. Ενόψει των πιο πάνω και της ασάφειας που υπάρχει ως προς τον χρόνο που υπέβαλε το κατ' ισχυρισμό παράπονο του στον Εναγόμενο 6, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό το συγκεκριμένο μέρος της μαρτυρίας του Ενάγοντα. Η μαρτυρία επομένως του Ενάγοντα κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη, με εξαίρεση τα αμέσως πιο πάνω αναφερόμενα μέρη της. Έχει κριθεί νομολογιακά ότι όταν ένας μάρτυρας κριθεί αξιόπιστος, το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο (Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266, 268 και Ιωσηφίδη ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 243/12 ημερομηνίας 02.05.14). Ως ΜΕ2 κατέθεσε ο δικηγόρος Γιώργος Φιλίππου ο οποίος, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι με τον Ενάγοντα είναι φίλοι και συνάδελφοι. Αναφορικά με το περιστατικό της 11.04.10 ανέφερε ότι γύρω στις 08:00 π.μ. έλαβε τηλεφώνημα από το συνάδελφο του Αλέξανδρο Αλεξάνδρου ο οποίος τον πληροφόρησε ότι ο Ενάγων κρατείτο στα κρατητήρια της ΑΔΕ Πάφου. Επισκέφθηκε τον Ενάγοντα μαζί με το συνάδελφο του Δημήτρη Νικόπουλο και κατά την επίσκεψη του έλαβε την πρωτοβουλία και συναντήθηκε με τον υπεύθυνο αξιωματικό τον οποίο και παρακάλεσε όπως αφήσει ελεύθερο τον Ενάγοντα. Η απάντηση που έλαβε ήταν αρνητική. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Ερωτοκρίτου ανέφερε ότι δεν θυμάται κατά πόσο όταν επισκέφθηκε τον Ενάγοντα του ζητήθηκε όπως δηλώσει τα στοιχεία του. Αναφορικά με τις συνθήκες κράτησης είπε ότι το κελί στο οποίο κρατείτο ήταν ένας μικρός χώρος, χωρίς ιδιαίτερες συνθήκες καλής κράτησης. Όσον αφορά την κατάσταση του ίδιου του Ενάγοντα, ο μάρτυρας ανέφερε ότι ήταν αρκετά καλή και έδειχνε απόλυτα νηφάλιος. Ερωτηθείς για το όνομα του αξιωματικού στον οποίο απευθύνθηκε, ο ΜΕ2 είπε ότι δεν θυμόταν το όνομα του και αρνήθηκε την υποβολή του κ. Ερωτοκρίτου ότι ουδέποτε επισκέφθηκε τον Ενάγοντα. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Κλεάνθους και στην υποβολή ότι μοναδικός σκοπός της μαρτυρίας του ήταν η παροχή βοήθειας προς τον Ενάγοντα ο οποίος του υπέδειξε τι να αναφέρει στο Δικαστήριο, ο μάρτυρας αρνήθηκε λέγοντας ότι κατά τη μαρτυρία του είπε μόνο την αλήθεια. O ΜΕ2 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση και θεωρώ ότι ήταν μάρτυρας αλήθειας. Υπήρξε θετικός και άμεσος στις απαντήσεις του, ενώ κατά την αντεξέταση του τέθηκαν γενικές υποβολές χωρίς να κλονιστεί καθ' οιονδήποτε τρόπο η αξιοπιστία του. Από το σύνολο της μαρτυρίας του δεν διέκρινα ότι η μαρτυρία του ήταν καθοδηγούμενη από τον Ενάγοντα. Κατά συνέπεια η μαρτυρία του γίνεται δεκτή στην ολότητα της. Ως πρώτος μάρτυρας υπεράσπισης για τους Εναγόμενους 1 - 4 και 6 κατέθεσε ο Εναγόμενος 6, Υπαστυνόμος Ανδρέας Βασιλείου (ΜΥ1). Ο μάρτυρας κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι στις 11.04.10 υπηρετούσε στην ΑΔΕ Πάφου και εκτελούσε καθήκοντα αξιωματικού υπηρεσίας. Συγκεκριμένα, ανέλαβε καθήκοντα στις 10.04.10 ώρα 18:30 μέχρι τις 07:00 της 11.04.
- Κατά τον επίδικο χρόνο είδε για πρώτη φορά τον Ενάγοντα γύρω στις 05:10 όταν και οδηγήθηκε ο τελευταίος στα κρατητήρια. Ο Ενάγων εξέφρασε την επιθυμία να μεταβεί στο Νοσοκομείο για ιατρικές εξετάσεις και ο ίδιος διευθέτησε την άμεση μεταφορά του στο Νοσοκομείο. Αναφορικά με τις συνθήκες κράτησης, είπε ότι κατά τον επίδικο χρόνο λειτουργούσαν τα αστυνομικά κρατητήρια της παλιάς Αστυνομικής Διεύθυνσης Πάφου και στο κάθε κρατητήριο υπήρχε κρεβάτι, ενώ στα πλείστα υπήρχε επίσης ξεχωριστό αποχωρητήριο και νιπτήρας. Οι συνθήκες κράτησης δεν ήταν πολυτελείας, ωστόσο τα κρατητήρια λειτουργούσαν κανονικά. Σε σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Εναγομένων 1 - 4 και 6, ο μάρτυρας απάντησε ότι κατά το χρόνο της δικής του υπηρεσίας δεν είδε το δικηγόρο Αλέξανδρο Αλεξάνδρου να επισκέπτεται τον Ενάγοντα. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ούτε ο Ενάγων, ούτε οποιοσδήποτε δικηγόρος εκ μέρους του διαμαρτυρήθηκε υποστηρίζοντας ότι η σύλληψη του ήταν παράνομη και ξεκαθάρισε ότι η μοναδική συνομιλία που είχε με τον Ενάγοντα ήταν όταν του ζήτησε να μεταβεί στο Νοσοκομείο για εξέταση. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας αρνήθηκε ότι τα κρατητήρια κατά τον επίδικο χρόνο ήταν, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα, κρατητήρια της ντροπής, λέγοντας ότι κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του ήταν καθαρά και λειτουργικά. Ο μάρτυρας ανέφερε επίσης ότι οι μοναδικοί δικηγόροι που είδε και γνωρίζει ότι επισκέφθηκαν τον Ενάγοντα ήταν οι Λοΐζος και Σοφία Χατζηνεοφύτου. Οι τελευταίοι συνομίλησαν μάλιστα μαζί του εκφράζοντας τη λύπη τους για το συμβάν με τον Ενάγοντα και ευχαρίστησαν τον ίδιο για την ενέργεια του να σταλεί άμεσα στο Νοσοκομείο. Ο ΜΥ1 αρνήθηκε την υποβολή του κ. Αλεξάνδρου ότι τον επισκέφθηκε και ο ίδιος περί ώρα 06:
- Επίσης, αρνήθηκε ότι ο Ενάγων διαμαρτυρήθηκε προς τον ίδιο για το θέμα της κράτησης του και επανέλαβε ότι η μοναδική συνομιλία που είχε με τον Ενάγοντα ήταν όταν ο τελευταίος του ζήτησε να μεταβεί για εξέταση στο Νοσοκομείο. Ερωτηθείς από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Ενάγοντα για ποιο λόγο ο ίδιος συνέχισε την κράτηση του Ενάγοντα, ο μάρτυρας απάντησε ότι ο Ενάγων συνελήφθη για αυτόφωρο αδίκημα με βάση την κατάθεση των αστυνομικών της Τροχαίας και ότι ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε εξουσία για να τον απολύσει. Μετά την ολοκλήρωση της αντεξέτασης και εφόσον δεν υπήρξε επανεξέταση του, το Δικαστήριο κάλεσε τον ΜΥ1 να διευκρινίσει σε τι είδους κρατητήριο είχε παραμείνει ο Ενάγοντας, δηλαδή εάν ήταν σε κρατητήριο που διέθετε αποχωρητήριο και νιπτήρα ή όχι. Ο ΜΥ1 απάντησε ότι δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί τον αριθμό του κρατητηρίου. Ο ΜΥ1 θεωρώ ότι υπήρξε αντικειμενικός μάρτυρας και μετέφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Όσον αφορά τις συνθήκες κράτησης κατέθεσε στο Δικαστήριο χωρίς ωραιοποιήσεις τις συνθήκες που επικρατούσαν κατά τον επίδικο χρόνο και ανέφερε με ειλικρίνεια ότι δεν θυμόταν σε τι είδους κρατητήριο τοποθετήθηκε ο Ενάγων, δηλαδή κατά πόσο ήταν κρατητήριο που διέθετε αποχωρητήριο ή όχι. Γενικά απάντησε με ευθύτητα τις ερωτήσεις που του τέθηκαν και κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του δεν δημιουργήθηκε οποιοδήποτε ρήγμα στη μαρτυρία του. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα έθεσε κατ' επανάληψη στον ΜΥ1 τον ισχυρισμό ότι ο Ενάγων διαμαρτυρήθηκε για το παράνομο της σύλληψης του. Ο μάρτυρας υπήρξε πειστικός και απόλυτος στις απαντήσεις του, λέγοντας ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε διαμαρτυρία στον ίδιο, ξεκαθαρίζοντας ταυτόχρονα ότι η μοναδική συνομιλία που είχε με τον Ενάγοντα ήταν όταν ο τελευταίος του ζήτησε να μεταβεί στο νοσοκομείο για εξετάσεις. Η δε υποβολή του κ. Αλεξάνδρου ότι επισκέφθηκε και ο ίδιος τον Ενάγοντα και επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον ΜΥ1, παρέμεινε στη σφαίρα της γενικότητας. Ως εκ των ανωτέρω η μαρτυρία του ΜΥ1 κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Ως δεύτερος μάρτυρας υπεράσπισης για τους Εναγόμενους 1 - 4 και 6 κατέθεσε ο Εναγόμενος 3 (ΜΥ2) ο οποίος στην κυρίως εξέτασή του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι ο Ενάγων κατά τη μεταφορά του στην Τροχαία Πάφου ήταν απόλυτα συνεργάσιμος. Όταν όμως του εξηγήθηκε η διαδικασία λήψης δείγματος για τελική εξέταση, εξεμάνην και φώναζε με προκλητικό και εξευτελιστικό τρόπο λέγοντας επί λέξη ότι δεν υπολογίζει τους νόμους. Ακολούθως κατευθύνθηκε προς τις σκάλες για να αποχωρήσει από το κτίριο, πράγμα το οποίο δεν κατόρθωσε καθώς του έφραξαν την είσοδο και τον παρότρυναν να επιστρέψει πίσω. Ο Ενάγων άρχισε τότε να σπρώχνει με βίαιο τρόπο τον μάρτυρα και τον Εναγόμενο 2, οι οποίοι βρίσκονταν μπροστά του. Χρησιμοποιήθηκε μικρής διάρκειας ανάλογη βία και κατόρθωσαν να πιάσουν τα χέρια του Ενάγοντα, να τον ακινητοποιήσουν και να του τοποθετήσουν χειροπέδες. Ο Ενάγων τραυμάτισε τον ΜΥ2 στο αριστερό χέρι καθώς επίσης και τον Εναγόμενο 5 στο δεξί του χέρι. Ενημέρωσαν τον Ενάγοντα ότι θα παρέμενε υπό κράτηση μέχρι την ολοκλήρωση του ανακριτικού έργου, πράγμα το οποίο δεν δέχτηκε και συνέχισε να φωνάζει και να εξευτελίζει τους παρευρισκόμενους αστυνομικούς. Ο ΜΥ2 δεν υποβλήθηκε σε αντεξέταση και ως τρίτος μάρτυρας υπεράσπισης για τους Εναγόμενους 1 - 4 και 6, κατέθεσε ο Εναγόμενος 4 (ΜΥ3) του οποίου η μαρτυρία υπήρξε ιδιαίτερα σύντομη. Συγκεκριμένα, ο εν λόγω μάρτυρας απλά ερωτήθηκε αν κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στην Τροχαία Πάφου και αν γνωρίζει τον Ενάγοντα, δίδοντας καταφατικές απαντήσεις. Στην πορεία της εξέτασης του, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων 1 - 4 και 6 δήλωσε ότι ενόψει των ευρημάτων που καταγράφονται στα Τεκμήρια 1 και 2 δεν προτίθετο να υποβάλει οποιεσδήποτε άλλες ερωτήσεις με αποτέλεσμα να μην υποβληθεί ούτε και σε αντεξέταση. Ο επόμενος και τελευταίος μάρτυρας για την Υπεράσπιση των Εναγομένων 1 - 4 και 6, ήταν ο Λοχίας 1450 Χριστάκης Πογιατζής (ΜΥ4). Ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε, μεταξύ άλλων, στην κυρίως εξέταση του ότι επί του παρόντος εκτελεί χρέη υπευθύνου κρατητηρίων στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου και κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 αντίγραφο του Ατομικού Δελτίου Κρατουμένου που αφορά τον Ενάγοντα. Επεξήγησε ότι στο Τεκμήριο 3 καταγράφονται, μεταξύ άλλων, οι επισκέψεις που δέχεται ένας κρατούμενος από συγγενείς, φίλους, καθώς και δικηγόρους του. Ερωτηθείς κατά πόσο κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στα κρατητήρια της Αστυνομικής Διεύθυνσης Πάφου απάντησε αρνητικά λέγοντας ότι στις 11.04.10 υπηρετούσε στη Δίωξη Ναρκωτικών στη Λεμεσό και μετατέθηκε στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου τον Οκτώβριο του
- Αντεξεταζόμενος ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι οι επισκέψεις δικηγόρων του κρατουμένου πρέπει κανονικά να καταγράφονται στη σελίδα 5 του Τεκμηρίου 3 και προφανώς εκ λάθους στη συγκεκριμένη περίπτωση η επίσκεψη των δικηγόρων, Σοφίας και Λοΐζου Χατζηνεοφύτου, καταγράφηκε στη σελίδα 4 του Τεκμηρίου
- Σε σχετική ερώτηση του κ. Αλεξάνδρου, ο μάρτυρας απάντησε ότι για να ενημερωθεί ο αξιωματικός υπηρεσίας για παράπονα του κρατουμένου πρέπει να συντρέχει κάποιος ιδιαίτερος λόγος. Ερωτηθείς συγκεκριμένα κατά πόσο είθισται να ενημερώνεται ο αξιωματικός υπηρεσίας στις περιπτώσεις όπου κάποιος διαμαρτύρεται ότι κακώς κρατείται, ο ΜΥ4 απάντησε ότι εφόσον ο κρατούμενος συνοδεύεται από αστυφύλακα ο οποίος παραδίδει, είτε κατάθεση, είτε ένταλμα ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο τελεί υπό κράτηση, για τον ίδιο αυτό είναι αρκετό. Τέλος, ανέφερε ότι στη σελίδα 18 του Τεκμηρίου 3 καταγράφονται τα αδικήματα για τα οποία ο Ενάγων τέθηκε υπό κράτηση. Ως πρώτος μάρτυρας υπεράσπισης για τον Εναγόμενο 5 κατέθεσε ο χειρούργος ορθοπεδικός του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου Γιώργος Μεταξάς (ΜΥ5). Ο συγκεκριμένος μάρτυρας κατά την κυρίως εξέταση του κατέθεσε ως Τεκμήριο 4 ιατρική βεβαίωση ημερομηνίας 16.04.10 στην οποία αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι ο Εναγόμενος 5 υπέστη εξάρθρημα μετακαρπιοφαλαγγικής του δεξιού αντίχειρα. Στο Τεκμήριο 4 αναφέρεται περαιτέρω ότι έγινε ανάταξη του εξαρθρήματος και ακινητοποίηση με γύψινο επίδεσμο για πέντε εβδομάδες. Ο ΜΥ5 υιοθέτησε πλήρως όσα καταγράφονται στις σελίδες 10 και 11 του Τεκμηρίου
- Ανέφερε επίσης ότι στις 10.02.16 εξέτασε τον Εναγόμενο 5 στον οποίο έγινε ακτινολογικός έλεγχος, καθώς επίσης κλινική και παρακλινική εκτίμησή του, όπου διαπιστώθηκε μικρή δυσμορφία στην μετακαρπιοφαλαγγική του δεξιού αντίχειρα και μικρή δυσκαμψία. Περαιτέρω ανέφερε ότι η δυσμορφία αυτή είναι πλέον μόνιμη καθώς επίσης και η δυσκαμψία. Σε σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εναγόμενου 5, ανέφερε ότι δεν υπάρχει πλέον οποιαδήποτε σκοπιμότητα για υποβολή του Εναγόμενου 5 σε φυσιοθεραπεία, καθώς τόσο η δυσμορφία όσο και η δυσκαμψία θεωρούνται μόνιμες. Επίσης, ανέφερε ότι ο Εναγόμενος 5 ενδέχεται να έχει κάποια ενοχλήματα υπό μορφή πόνου και επιδείνωσης της δυσκαμψίας εφόσον ασχοληθεί με βαριά χειρονακτική εργασία. Ο ΜΥ5 δεν υποβλήθηκε σε αντεξέταση. Σε διευκρινιστική ερώτηση του Δικαστηρίου, απάντησε ότι με βάση τον ιατρικό φάκελο του Εναγόμενου 5, από τις 11.04.10 μέχρι και τις 10.02.16 δεν υπάρχουν οποιεσδήποτε άλλες καταγεγραμμένες σημειώσεις σε σχέση με εξετάσεις που ενδεχομένως να υποβλήθηκε ο Εναγόμενος
- Η μαρτυρία των ΜΥ 2, 3, 4 και 5 γίνεται αποδεκτή. Η μαρτυρία του ΜΥ3 ήταν τυπικού χαρακτήρα, ενώ η μαρτυρία των ΜΥ2 και 5 παρέμεινε αναντίλεκτη καθώς οι εν λόγω μάρτυρες δεν αντεξετάστηκαν. Σημειώνω εν πάση περιπτώσει ότι η μαρτυρία του ΜΥ2 στα ουσιώδη σημεία της βρίσκεται σε συμφωνία με τη μαρτυρία του Ενάγοντα. Όσον αφορά τη μαρτυρία του ΜΥ4 το μοναδικό σημείο που δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό είναι η αναφορά του μάρτυρα ότι ο ίδιος δεν θα ενημέρωνε τον αξιωματικό υπηρεσίας σε περίπτωση που κάποιο πρόσωπο διαμαρτυρόταν ισχυριζόμενος παράνομη σύλληψη, εφόσον ο κρατούμενος συνοδεύεται από αστυφύλακα που παραδίδει είτε κατάθεση, είτε ένταλμα ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο βρίσκεται υπό κράτηση. Η συγκεκριμένη αναφορά αποτελεί την υποκειμενική κρίση του μάρτυρα και ως τέτοια δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Με εξαίρεση το πιο πάνω αναφερόμενο σημείο η λοιπή μαρτυρία του ΜΥ4 γίνεται αποδεκτή (βλ. Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας και Ιωσηφίδη ν. Αστυνομίας ανωτέρω). Επόμενος και τελευταίος μάρτυρας ήταν ο Εναγόμενος 5 ο οποίος στην κυρίως εξέταση του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι ενώ βρισκόταν εν ώρα καθήκοντος στις 11.04.10 δέχτηκε χτύπημα από τον Ενάγοντα συνεπεία του οποίου μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου όπου και έτυχε περίθαλψης από τον ΜΥ
- Ανατρέχοντας στα γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά τον επίδικο χρόνο, ο Εναγόμενος 5 ανέφερε ότι όταν ο Ενάγων κλήθηκε να δώσει δείγμα για τελική εξέταση και πληροφορήθηκε από τον Εναγόμενο 3 ότι θα συλληφθεί και θα οδηγηθεί στα κρατητήρια, επιχείρησε να εξέλθει από την Τροχαία Πάφου φωνάζοντας και βρίζοντας. Τότε ο ίδιος μαζί με τους Εναγόμενους 2 και 4 προσπάθησαν να μπουν μπροστά από τον Ενάγοντα για να του φράξουν το δρόμο και να τον παρακαλέσουν να δώσει τα στοιχεία του στον Εναγόμενο
- Ο Ενάγων όταν τους είδε μπροστά του τούς προκαλούσε να τον χτυπήσουν, πράγμα το οποίο δεν έπραξαν. Προσπάθησαν όμως να τον πλησιάσουν και τότε ξεκίνησε να κλωτσά με αποτέλεσμα μια από τις κλωτσιές να τον τραυματίσει στο δεξιό αντίχειρα του. Ερωτηθείς για τη θεραπεία που έλαβε, ο Εναγόμενος 5 ανέφερε ότι όταν αφαιρέθηκε ο γύψινος νάρθηκας τού συνεστήθη η υποβολή σε φυσιοθεραπείες. Εξακολουθεί μέχρι σήμερα να αντιμετωπίζει προβλήματα καθώς σε τακτά χρονικά διαστήματα πρέπει να υποβάλλεται σε φυσιοθεραπείες και να τοποθετεί ένα ειδικό κλατσάκι εντός του οποίου υπάρχει σίδερο για να κρατά σταθερό τον αντίχειρα. Το χειρότερο όμως είναι ότι έχει παραμείνει δυσμορφία στον δεξιό αντίχειρα του η οποία είναι εμφανής. Λόγω δε του ότι δεν κλείνει εντελώς ο δεξιός αντίχειρας του, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το ποδόσφαιρο με το οποίο ασχολείτο από την ηλικία των 13 χρονών, διότι η θέση στην οποία αγωνιζόταν ήταν αυτή του τερματοφύλακα. Περαιτέρω, κατά το πρώτο χρονικό διάστημα που έφερε το γύψινο νάρθηκα επηρεάστηκε η σχέση του και με τα δύο μικρά παιδιά του, τα οποία ήταν τότε 2 ½ και 5 ετών αντίστοιχα. Ιδιαιτέρως το μικρό του παιδί ηλικίας 2 ½ ετών, είχε φοβηθεί και ο ίδιος δεν μπορούσε να το σηκώσει στην αγκαλιά του όπως συνήθιζε να κάνει. Ερωτηθείς κατά πόσο ο τραυματισμός αυτός επηρέασε την άσκηση των καθηκόντων του, ο Εναγόμενος 5 απάντησε ότι δεν μπορούσε να εκτελεί τα καθήκοντα του όπως έπρεπε. Κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι η βία που ασκήθηκε από τον Ενάγοντα ήταν υπέρμετρη και αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι ενώ ο Ενάγων δεν υπέστη οποιοδήποτε τραυματισμό, δύο αστυνομικοί κτυπήθηκαν από τον Ενάγοντα και χρειάστηκε να μεταβούν στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου για περίθαλψη. Στην επισήμανση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Ενάγοντα ότι οι σωματικές βλάβες που περιγράφονται στο Τεκμήριο 4 προήλθαν εξ αιτίας των παράνομων ενεργειών τόσο του ιδίου όσο και των Εναγομένων 2 - 4, ο μάρτυρας απάντησε ότι ο Ενάγων δεν είχε αντίληψη των πράξεων του κατά τον επίδικο χρόνο καθώς συνεχώς χτυπούσε με τα πόδια του, έβριζε και προκαλούσε τους αστυνομικούς να τον χτυπήσουν και όλα αυτά έγιναν πριν καν τον πλησιάσουν οι αστυνομικοί και προτού ασφαλώς του τοποθετήσουν χειροπέδες. Στην υποβολή ότι με παράνομο τρόπο προσπάθησε να παρεμποδίσει τον Ενάγοντα να εξέλθει του κτιρίου της Τροχαίας Πάφου, ο Εναγόμενος 5 είπε ότι όντως εισήλθε μπροστά από τον Ενάγοντα προτού του περάσει χειροπέδες ο Εναγόμενος 3 και αυτό έγινε προκειμένου να διεκπεραιωθεί η διαδικασία της λήψης δείγματος για τελική εξέταση αλκοόλης. Αρνήθηκε επίσης ότι τόσο ο ίδιος όσο και οι συνάδελφοι του προκάλεσαν αφόρητους πόνους στον Ενάγοντα στην προσπάθεια τους να του περάσουν χειροπέδες. Η μαρτυρία του Εναγόμενου 5 μπορεί να διαχωρισθεί σε δύο σκέλη, δηλαδή στο πώς υπέστη τον τραυματισμό του και στις συνέπειες από τον τραυματισμό του. Τόσο το πρώτο όσο και το δεύτερο σκέλος της μαρτυρίας του, για τους λόγους που θα αναφέρω πιο κάτω, θεωρώ ότι διακατείχετο από τάση υπερβολής και διόγκωσης. Ξεκινώντας από το πώς υπέστη τον τραυματισμό του και αναφερόμενος στη συμπεριφορά του Ενάγοντα, ο Εναγόμενος 5 επιχείρησε να δημιουργήσει την εικόνα ότι ο Ενάγων ήταν έξαλλος και εκτός εαυτού από την ώρα που μεταφέρθηκε στο κτίριο της Τροχαίας. Οι αναφορές του ότι πριν καν πλησιάσουν οι αστυφύλακες τον Ενάγοντα, ο τελευταίος έβριζε, προκαλούσε να τον χτυπήσουν, καθώς και ότι συνεχώς κλωτσούσε, έρχονται σε αντίθεση τόσο με τη μαρτυρία του Ενάγοντα όσο και με τη μαρτυρία του ΜΥ
- Υπενθυμίζω ότι ο ΜΥ2 δεν ανέφερε είτε ότι ο Ενάγων προκαλούσε τους παρευρισκόμενους αστυφύλακες να τον χτυπήσουν, είτε ότι έβριζε, είτε ότι κλωτσούσε προτού καν τον πλησιάσουν. Όσον αφορά τις συνέπειες από τον τραυματισμό του, η μαρτυρία του σε ουσιώδη σημεία δεν επιβεβαιώνεται από τον ΜΥ
- Συγκεκριμένα αναφέρω ότι ενώ ο ΜΥ5 ανέφερε ότι η δυσκαμψία είναι μόνιμη και δεν υφίσταται λόγος για να υποβάλλεται σε φυσιοθεραπεία, ο Εναγόμενος 5 είπε ότι χρειάζεται κατά καιρούς να υποβάλλεται σε φυσιοθεραπεία και να τοποθετεί ειδικό κλατσάκι στο χέρι του. Επίσης ανέφερε ότι μέχρι και σήμερα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει προβλήματα. Ο ΜΥ5 όμως επί του εν λόγω σημείου ανέφερε ότι ο Εναγόμενος 5 ενδέχεται να έχει ενοχλήσεις υπό μορφή πόνου και επιδείνωσης της δυσκαμψίας εφόσον ασχοληθεί με βαριά χειρωνακτική εργασία. Αξιοσημείωτο επίσης είναι το γεγονός ότι ενώ ο Εναγόμενος 5 δεν κατονόμασε οποιονδήποτε άλλο θεράπων ιατρό, εντούτοις μετά τις 11.04.10, η επόμενη φορά που επισκέφθηκε τον ΜΥ5 ήταν, σύμφωνα με τη μαρτυρία του τελευταίου, στις 10.02.
- Περαιτέρω, ο Εναγόμενος 5 δήλωσε ότι ως αποτέλεσμα του τραυματισμού του στο δεξιό αντίχειρα αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το ποδόσφαιρο καθώς αγωνιζόταν στη θέση του τερματοφύλακα και η κατάσταση του δεν του επιτρέπει να αγωνίζεται σε αυτήν τη θέση. Κατέθεσε μάλιστα ως Τεκμήριο 5, δέσμη εγγράφων της Κ.Ο.Π. Από τα εν λόγω έγγραφα ωστόσο, τα οποία φέρουν ημερομηνία 23.02.16, προκύπτει ότι εξακολουθεί να είναι μέχρι σήμερα εγγεγραμμένος στην ομάδα ΕΝ.Α.Δ. Πόλης Χρυσοχούς, καθώς επίσης προκύπτει ότι για την περίοδο 26.07.07 - 31.05.13 ήταν εγγεγραμμένος και στο δυναμικό της ομάδας Παφιακός Futsal. Αναδύεται επομένως το εύλογο ερώτημα για ποιο λόγο εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να ανήκει στο δυναμικό της ΕΝ.Α.Δ. Πόλης Χρυσοχούς, καθώς και γιατί ήταν εγγεγραμμένος μέχρι τις 31.05.13 στον Παφιακό Futsal, εφόσον, όπως υποστήριξε δεν ήταν σε θέση να αγωνίζεται από την ημερομηνία τραυματισμού του, ήτοι από τις 11.04.
- Εντύπωση επίσης προκαλεί το γεγονός ότι ουδεμία ερώτηση υποβλήθηκε στον ΜΥ5 σε σχέση με το κατά πόσο ο τραυματισμός του Εναγόμενου 5 ήταν τέτοιας μορφής που να μην του επιτρέπει πλέον να αγωνίζεται ως τερματοφύλακας. Ως εκ των πιο πάνω η μαρτυρία του Εναγόμενου 5 δεν γίνεται αποδεκτή. Ευρήματα Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και τα Τεκμήρια που κατατέθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Ο Ενάγων στις 11.04.10 και περί ώρα 03.35 συνελήφθη από τους Εναγόμενους 2 και 3 ενόψει του ότι το αποτέλεσμα του προκαταρκτικού ελέγχου αλκοόλης έδειξε ότι το ποσοστό αλκοόλης στην εκπνοή του ήταν 58mg αντί 22mg που είναι το επιτρεπτό όριο. Ο Ενάγων αποδέχθηκε αδιαμαρτύρητα τη σύλληψη του και συνεργάστηκε με τους Εναγόμενους 2 και
- Ακολούθως μεταφέρθηκε στην Τροχαία Πάφου για να υποβληθεί σε τελικό έλεγχο αλκοόλης. Εκεί υπήρξε συζήτηση μεταξύ του ιδίου και των Εναγομένων 2 και 3 ως προς τις συνέπειες σε περίπτωση άρνησης ενός προσώπου να προσφέρει δείγμα για τελικό έλεγχο, με αποτέλεσμα να υπάρξει διαφωνία. Συγκεκριμένα, οι Εναγόμενοι 2 και 3 ανέφεραν στον Ενάγοντα ότι σε περίπτωση που αρνείτο να παράσχει τελικό δείγμα θα οδηγείτο στα κρατητήρια. Ο Ενάγων άρχισε τότε να φωνάζει και κατευθύνθηκε προς την έξοδο του κτιρίου της Τροχαίας Πάφου. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 τον καλούσαν να ηρεμήσει, μάταια όμως, αφού ο Ενάγων κατευθυνόταν προς την έξοδο συνεχίζοντας να φωνάζει. Τότε τού έφραξαν τον δρόμο οι Εναγόμενοι 4 και 5, οι οποίοι μαζί με τους Εναγόμενους 2 και 3, οι οποίοι ακολουθούσαν τον Ενάγοντα, έπιασαν τα χέρια του τελευταίου και κατάφεραν να του περάσουν χειροπέδες. Ο Ενάγων αντιδρώντας στην προσπάθεια των Εναγομένων 2 - 5 να του πιάσουν τα χέρια για να του τοποθετήσουν χειροπέδες, άρχισε να κλωτσά με αποτέλεσμα μία κλωτσιά να τραυματίσει τον Εναγόμενο 5 στο δεξιό του αντίχειρα. Στη συνέχεια ο Ενάγων μεταφέρθηκε με περιπολικό όχημα στα κρατητήρια της ΑΔΕ Πάφου. Εκεί ζήτησε από τον αξιωματικό υπηρεσίας - Εναγόμενο 6 να μεταβεί για εξετάσεις στο Γ.Ν. Πάφου. Πράγματι διευθετήθηκε η μεταφορά του Ενάγοντα στο Γ.Ν. Πάφου και μετά της εξέτασης που έτυχε επέστρεψε στα κρατητήρια όπου παρέμεινε μέχρι τις 13.45 της 11.04.10, οπότε και απολύθηκε. Ο Εναγόμενος 5 μετά τον τραυματισμό του από το κτύπημα που δέχθηκε από τον Ενάγοντα μεταφέρθηκε στο Γ.Ν. Πάφου, όπου και έτυχε περίθαλψης από τον Δρ. Γεώργιο Μεταξά (ΜΥ5). Ο Εναγόμενος υπέστη εξάρθρημα μετακαρπιοφαλαγγικής του δεξιού αντίχειρα. Έγινε ανάταξη του εξαρθρήματος και ακινητοποίηση με γύψινο επίδεσμο για πέντε εβδομάδες και του χορηγήθηκε άδεια ασθενείας μέχρι τις 16.05.
- Κατά το διάστημα αυτό ήταν αδύνατο για τον Εναγόμενο 5 να γράψει με στυλό, παρακινδυνευμένο να οδηγήσει όχημα και δύσκολο να δακτυλογραφήσει. Συνεπεία του εξαρθρήματος ο Εναγόμενος 5 υπέφερε από πόνο, ενώ προκλήθηκε οίδημα και κατάργηση της λειτουργικότητας της άρθρωσης. Μετά την αφαίρεση του γύψινου επιδέσμου έγινε σύσταση για υποβολή του Εναγόμενου 5 σε φυσιοθεραπεία. Η σημερινή κατάσταση του Εναγόμενου 5 αποκαλύπτει μικρή δυσμορφία στη μετακαρπιοφαλαγγική του δεξιού αντίχειρα και μικρή δυσκαμψία, κατάλοιπα τα οποία θεωρούνται ως μόνιμα. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε σκοπιμότητα για διενέργεια φυσιοθεραπειών, ενώ ενοχλήσεις υπό μορφή πόνου και επιδείνωσης της δυσκαμψίας ενδέχεται να νιώσει ο Εναγόμενος 5 εφόσον ασχοληθεί με βαριά χειρωνακτική εργασία. Νομική πτυχή Όπως ήδη αναφέρθηκε ο Ενάγων διεκδικεί αποζημιώσεις λόγω της παράνομης σύλληψης και κράτησης του. Τα άρθρα 11.1 και 2 και 172 του Συντάγματος έχουν ως ακολούθως: «11.
- Έκαστος έχει το δικαίωμα ελευθερίας και προσωπικής ασφαλείας.
- Ουδείς στερείται της ελευθερίας αυτού, ειμή ότε και όπως ο νόμος ορίζει εις τας περιπτώσεις: (α) κρατήσεως ατόμου μετά την καταδίκην αυτού υπό αρμοδίου δικαστηρίου, (β) συλλήψεως ή κρατήσεως ατόμου λόγω μη συμμορφώσεως προς νόμιμον διαταγήν δικαστηρίου, (γ) συλλήψεως ή κρατήσεως ατόμου ενεργουμένης προς τον σκοπόν προσαγωγής αυτού ενώπιον της αρμοδίας κατά νόμον αρχής επί τη ευλόγω υπονοία ότι διέπραξεν αδίκημα ή οσάκις η σύλληψις ή κράτησις θεωρηθή ευλόγως αναγκαία προς παρεμπόδισιν διαπράξεως αδικήματος ή αποδράσεως μετά την διάπραξιν αυτού, (δ) περιορισμού ανηλίκου δυνάμει νομίμου διαταγής προς τον σκοπόν αναμορφωτικής επιβλέψεως ή νομίμου κρατήσεως προς τον σκοπόν προσαγωγής αυτού ενώπιον της αρμοδίας κατά νόμον αρχής, (ε) περιορισμού ατόμων προς παρεμπόδισιν επεκτάσεως μεταδοτικών νόσων, ατόμων ασθενών διανοητικώς, αλκοολικών, τοξικομανών ή αλητών, και (στ) σύλληψης ή κράτησης ατόμου προς παρεμπόδιση της χωρίς άδεια εισόδου στο έδαφος της Δημοκρατίας ή σύλληψης ή κράτησης αλλοδαπού εναντίον του οποίου έγιναν ενέργειες προς το σκοπό απέλασης ή έκδοσης ή σύλληψης ή κράτησης πολίτη της Δημοκρατίας προς το σκοπό της έκδοσης ή παράδοσής του με βάση ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης ή σύμφωνα με διεθνή σύμβαση που δεσμεύει τη Δημοκρατία, υπό τον όρο ότι τέτοια σύμβαση εφαρμόζεται αντίστοιχα και από τον αντισυμβαλλόμενο. Η σύλληψη ή η κράτηση όμως οποιουδήποτε προσώπου προς το σκοπό έκδοσης ή παράδοσής του δεν είναι δυνατή εάν το αρμόδιο κατά νόμο όργανο ή αρχή έχει ουσιώδη λόγο να πιστεύει ότι το αίτημα της έκδοσης ή παράδοσης έγινε με σκοπό την ποινική δίωξη ή την τιμωρία προσώπου συνεπεία της φυλής, της θρησκείας, της εθνικότητας, της εθνοτικής καταγωγής, των πολιτικών πεποιθήσεων ή των νόμιμων κατά το διεθνές δίκαιο διεκδικήσεων συλλογικών ή ατομικών δικαιωμάτων. 172.Η Δημοκρατία ευθύνεται δια πάσαν ζημιογόνον άδικον πράξιν ή παράλειψιν των υπαλλήλων ή αρχών της Δημοκρατίας εν τη ασκήσει των καθηκόντων αυτών ή κατ' επίκλησιν ασκήσεως των καθηκόντων αυτών. Νόμος θέλει καθορίσει τα περί της ευθύνης της Δημοκρατίας.» Σχετικό επίσης είναι και το άρθρο 29 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, το οποίο παραθέτω αυτούσιο: «29.Παράvoμη κατακράτηση πρoσώπoυ συvίσταται στηv παράvoμη oλoσχερή στέρηση της ελευθερίας πρoσώπoυ για oπoιαδήπoτε χρovική περίoδo με φυσικά μέσα ή με επίδειξη εξoυσίας: Νoείται ότι oπoιoσδήπoτε γovέας, κηδεμόvας ή δάσκαλoς δύvαται πρoσωριvά vα στερήσει τo τέκvo, τov κηδεμovευόμεvo ή τo μαθητή, αvτίστoιχα, από τηv ελευθερία τoυ για τόσo χρόvo ως ήθελε είvαι εύλoγα αvαγκαίoς για σωφρovισμό τoυ.» Από την άλλη ο Εναγόμενος 5 αξιώνει αποζημιώσεις λόγω των σωματικών βλαβών που υπέστη συνεπεία της επίθεσης και του κτυπήματος που δέχθηκε από τον Ενάγοντα. Σύμφωνα με το άρθρο 26 του Κεφ. 148 η επίθεση ορίζεται ως εξής: «26.-
(1)Επίθεση συvίσταται στηv εκ πρoθέσεως χρήση κάθε είδoυς βίας κατά τoυ πρoσώπoυ άλλoυ, είτε με κτύπημα, επαφή, μετακίvηση είτε άλλως πως, είτε άμεσα είτε έμμεσα, χωρίς τη συvαίvεση τoυ, ή με τη συvαίvεση τoυ αv η συvαίvεση για αυτό λήφθηκε με απάτη, ή κατόπι απόπειρας ή απειλής με πράξη ή χειρovoμία χρήσης τέτoιας βίας κατά τoυ πρoσώπoυ άλλoυ αv τo πρόσωπo πoυ απoπειράται ή απειλεί τη χρήση βίας πρoκαλεί στov άλλo πεπoίθηση η oπoία εδραιώvεται σε εύλoγη αιτία, ότι αυτός έχει κατά τov εv λόγω χρόvo τηv πρόθεση και τηv ικαvότητα για πραγμάτωση τoυ σκoπoύ τoυ.
(2)Για τoυς σκoπoύς τoυ άρθρoυ αυτoύ, η έκφραση "χρήση βίας" περιλαμβάvει και τη χρήση θερμότητας, φωτός, ηλεκτρικής εvέργειας, αερίoυ, oσμής ή oπoιασδήπoτε άλλης oυσίας ή πράγματoς, αv χρησιμoπoιoύvται σε τέτoιo βαθμό ώστε vα πρoκαλείται ζημιά.» Συμπεράσματα Όπως προκύπτει από τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων τα επίδικα ζητήματα είναι κοινά, αφού ουσιαστικά ο λόγος για τον οποίο καταχώρησε ξεχωριστό δικόγραφο ο Εναγόμενος 5 είναι διότι προωθεί Ανταπαίτηση εναντίον του Ενάγοντα. Ως εκ τούτου τα συμπεράσματα, τα οποία θα αναφερθούν κατωτέρω, αφορούν το σύνολο των διαδίκων και θα γίνει ειδική αναφορά μόνο σε σχέση με την Ανταπαίτηση του Εναγόμενου 5. Προτού εισέλθω στη διατύπωση των συμπερασμάτων επί της ουσίας της υπόθεσης θεωρώ ορθό να σχολιάσω σε αυτό το σημείο το ζήτημα που εγείρεται στην παράγραφο 3 της Υπεράσπισης των Εναγομένων 1-4 και 6, ότι δηλαδή ο τίτλος της παρούσας αγωγής όσον αφορά τον Εναγόμενο 1 είναι λανθασμένος καθώς δε συνάδει με τις πρόνοιες του άρθρου 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Περιορίζομαι απλώς να αναφέρω ότι το εν λόγω ζήτημα έχει ξεκαθαρίσει νομολογιακά με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση ΜΟΔΕΣΤΟΣ ΠΙΤΣΙΛΛΟΣ, ΑΡΧΗΓΟΣ ΚΟΜΜΑΤΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΚΑΙ ΑΛΛΟΥ
(1994)1 Α.Α.Δ. 268 σύμφωνα με την οποία η περιγραφή «Κυπριακή Δημοκρατία μέσω του Γενικού Εισαγγελέα» πληρεί τις πρόνοιες του άρθρου 57 Ν.14/60. Επί της ουσίας, το πρώτο ζήτημα που πρέπει να επιλυθεί είναι το κατά πόσο η σύλληψη του Ενάγοντα ήταν παράνομη, αφού το συγκεκριμένο ζήτημα αποτελεί το θεμέλιο λίθο επί του οποίου εδράζεται η αξίωση του. Όπως έχει ήδη αναφερθεί είναι κοινά αποδεκτό ότι ο Ενάγων συνελήφθη μετά τον προκαταρκτικό έλεγχο αλκοόλης. Όπως προκύπτει από τη συνδυασμένη εφαρμογή των άρθρων 5, 6 και 7 των περί Οδικής Ασφάλειας Νόμων, Ν.174/86, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, αδίκημα διαπράττεται κατά το χρόνο διενέργειας προκαταρκτικού ελέγχου αλκοόλης όταν ένα πρόσωπο αρνείται ή αποφεύγει να μεταβεί σε αστυνομικό σταθμό ή να παράσχει δείγμα εκπνοής. Στην προκείμενη περίπτωση, αποτελεί κοινό έδαφος, ότι ο Ενάγων συνεργάστηκε, παρείχε δείγμα εκπνοής και αποδέχτηκε να μεταφερθεί στην Τροχαία προκειμένου να υποβληθεί σε τελικό έλεγχο. Επομένως, δεν είχε διαπράξει οποιοδήποτε αδίκημα κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ούτε και η ένδειξη του προκαταρκτικού ελέγχου, σύμφωνα με την οποία το ποσοστό αλκοόλης στην εκπνοή του υπερέβαινε το επιτρεπτό όριο, παρείχε έρεισμα για τη σύλληψη του. Για να συντελεστεί το αδίκημα της οδήγησης καθ' ον χρόνο η αναλογία αλκοόλης υπερβαίνει το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο, πρέπει να διενεργηθεί τελική εξέταση, καθώς από το αποτέλεσμα της τελική εξέτασης θα διακριβωθεί κατά πόσο το όριο ήταν πέραν του επιτρεπόμενου (βλ. Τιμοθέου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 671). Ως εκ των ανωτέρω, έπεται ότι η σύλληψη του Ενάγοντα κατά τον χρόνο που διενεργήθηκε ήταν παράνομη. Το άρθρο 11.1 του Συντάγματος διασφαλίζει το δικαίωμα της προσωπικής ελευθερίας και ασφάλειας, με το άρθρο 11.2 να ορίζει πότε κάποιο πρόσωπο μπορεί να στερηθεί της ελευθερίας του. Για τους λόγους που έχουν αναφερθεί πιο πάνω, ο Ενάγων στερήθηκε στην προκείμενη περίπτωση παράνομα την ελευθερία του. Το άρθρο 35 του Συντάγματος καθιστά την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και την αποτελεσματική εφαρμογή τους πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας. Στην υπόθεση Γιάλλουρος ν. Νικολάου
(2001)1Α Α.Α.Δ. 558, η Πλήρης Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναγνώρισε ότι η παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων δημιουργεί αγώγιμο δικαίωμα και το θύμα της παραβίασης δικαιούται να διεκδικεί την παροχή θεραπείας υπό μορφή αποζημιώσεων για τη ζημία που υπέστη, τόσο την υλική όσο και την μη υλική ή ηθική ζημία. Στην προαναφερόμενη υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο αφού προέβη σε μία εκτενή ανάλυση τόσο της ημεδαπής όσο και της διεθνούς νομολογίας με αναφορές και στο μέτρο των αποζημιώσεων, επικύρωσε την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου το οποίο επιδίκασε ως δίκαιη αποζημίωση το ποσό των Λ.Κ.5.000. Η αξίωση στη Γιάλλουρος αφορούσε την παραβίαση των δικαιωμάτων της ιδιωτικής ζωής και του απορρήτου των επικοινωνιών. Συγκεκριμένα στην εν λόγω υπόθεση ο Εφεσείων καθ' όλη τη διάρκεια ενός έτους παρακολουθούσε και μαγνητοφωνούσε τις τηλεφωνικές συνδιαλέξεις του Εφεσίβλητου. Ειδικότερα ως προς το μέτρο των αποζημιώσεων λέχθηκαν τα ακόλουθα στις σελ. 572 - 573: «Η προεξάρχουσα αρχή για τον προσδιορισμό της επάρκειας της θεραπείας είναι εκείνη της δικαίας αποζημίωσης (equitable compensation) - Guzzardi case Case Law of the European Court of Human Rights [1960-1987] Vol. I, para. 272 - V. Berger. Προκύπτει από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου ότι η αποκατάσταση του θύματος εμπεριέχεται στην έννοια της δικαίας αποζημίωσης και, σε μεγάλο βαθμό, είναι ταυτόσημη με αυτή. Πώς είναι δυνατό η αποζημίωση να είναι δικαία εάν δεν αποκαθιστά ή αν δεν έχει δείκτη αποκατάστασης την επανόρθωση του θύματος, σ' όποιο βαθμό τούτο είναι ανθρωπίνως δυνατό, στην πρότερη κατάστασή του. Σε ό,τι αφορά την υλική ζημία (παρελθούσα και μελλοντική), η ταύτιση, όπως συνάγεται από τη νομολογία του ιδίου δικαστηρίου, μεταξύ αποζημιώσεων και αποκατάστασης είναι απόλυτη· νοουμένου, όπως και στο δικό μας δίκαιο, ότι αποδεικνύεται άμεσος αιτιώδης σχέση μεταξύ βλάβης και ζημίας. (Βλ. Case of Campbell and Fell 1960-1987 σ.250.) Η δικαία αποζημίωση είναι το μέτρο των αποζημιώσεων και για τη μή υλική ζημία, γνωστή στο Ηπειρωτικό Δίκαιο και πολλάκις χαρακτηριζόμενη με αυτό τον όρο από το Δικαστήριο του Στρασβούργου ως ηθική ζημία (moral damage). Βλ. μεταξύ άλλων Case of Helmers v. Sweden σ.70 Case Law of the European Court of Human Rights III, 1991-1993, Berger. Case of Herczegfalvy v. Austria σ.191 Case Law of the European Court of Human Rights III, 1991-1993, Berger. Η βλάβη την οποία περιλαμβάνει η μή υλική ζημία (non-pecuniary) και για την οποία χωρεί αποζημίωση, περιλαμβάνει και την προσωπική δυσχέρεια. - Pine Valley Developments Ltd v.Ireland A 246-B paras 16-17
(1993)· έννοια συγγενική προς εκείνη της δυσχέρειας - "hardship" στο Αγγλικό δίκαιο. Απώλεια ευκαιριών για ανέλιξη στη ζωή είναι άλλο κεφάλαιο ζημίας που χρήζει αποζημίωσης, Weeks v. UK A 145-A para 13
(1988)(Article 50). Ανησυχία - distress - θλίψη, αγωνία, απώλεια ευκαιριών εργοδότησης, καθώς και αισθήματα αδικίας, ο δυσμενής επηρεασμός του τρόπου ζωής, ο πόνος και η οδύνη (pain and suffering), κρίθηκε ότι αποτελούν παραδεκτά κεφάλαια αποζημιώσεων. (Βλ. μεταξύ άλλων Abdulaziz, Cabales and Balkandali v. UK A 94 para 96
(1985).» Αναφέρεται επίσης στη σελ. 576 ότι τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της αποζημίωσης λόγω παράβασης θεμελιωδών δικαιωμάτων είναι επάλληλα με εκείνα που λαμβάνονται υπόψη στα πλαίσια παραβίασης αστικών δικαιωμάτων: «Όπως έχουμε διαπιστώσει τα στοιχεία που συνθέτουν την ηθική ζημία είναι κατά το πλείστο επάλληλα προς εκείνα που προσμετρούν στον καθορισμό των αποζημιώσεων, ως εύλογα προβλεπτής συνέπειας της παραβίασης αστικών δικαιωμάτων στο αγγλικό δίκαιο. Η δυσχέρεια, η απόγνωση, ο πόνος, η ψυχική οδύνη, που συναρτώνται με τη λειτουργία του ανθρώπου, αποτελούν κοινά στοιχεία αποζημίωσης.» Στην προκείμενη περίπτωση η χρονική διάρκεια της παράνομης σύλληψης και κατ' επέκταση κράτησης του Ενάγοντα ήταν περίπου 10 ώρες (03.35 - 13.45), η δε σύλληψη του Ενάγοντα έγινε στην παρουσία του συναδέλφου του Λοΐζου Χατζηνεοφύτου. Η σύλληψη έγινε κατά τρόπο διακριτικό, χωρίς να τοποθετηθούν χειροπέδες στον Ενάγοντα και χωρίς την άσκηση οποιασδήποτε μορφής βίας, ο δε Ενάγων συνεργάστηκε απόλυτα. Τα όσα επακολούθησαν με την τοποθέτηση χειροπεδών και την μεταφορά του Ενάγοντα στα κρατητήρια, θεωρώ ότι δεν μπορούν να αντικρισθούν αποσπασματικά και μεμονωμένα, αλλά θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και η προηγούμενη συμπεριφορά του Ενάγοντα. Στην υπόθεση Γιάλλουρος (ανωτέρω) μνημονεύεται η αγγλική υπόθεση R v. Governor of Brockhill Prison στην οποία λήφθηκε υπόψη και η συμπεριφορά του θύματος του αστικού αδικήματος και κρίθηκε ότι προσμετρά στον υπολογισμό της ζημιάς. Εν προκειμένω, σύμφωνα με τα ευρήματα μου, ο Ενάγων διαμαρτυρήθηκε για το παράνομο της σύλληψης του όταν πλέον πληροφορήθηκε ότι τυχόν άρνηση του να δώσει δείγμα για τελική εξέταση θα συνεπαγόταν την παραπομπή του στα κρατητήρια. Το γεγονός αυτό έχει τη σημασία του, καθώς ο Ενάγων είναι δικηγόρος και επομένως η μη αντίδραση του κατά τον χρόνο της σύλληψης του εύλογα δημιούργησε την εντύπωση στους Εναγόμενους 2-5 ότι δεν τίθετο ζήτημα παράνομης σύλληψης. Επιπρόσθετα, η αντίδραση του Ενάγοντα πέραν από ετεροχρονισμένη ήταν και έντονη, αφού αυτή εκδηλώθηκε με φωνές και με την προσπάθεια του Ενάγοντα να εγκαταλείψει την Τροχαία, με αποτέλεσμα να θέσει σε κινητοποίηση τους Εναγόμενους 2 - 5, οι οποίοι θεωρώντας ότι ενεργούν εντός των νομίμων αρμοδιοτήτων τους εμπόδισαν τον Ενάγοντα να εγκαταλείψει την Τροχαία Πάφου και ασκώντας την αναγκαία υπό τις συνθήκες βία τοποθέτησαν χειροπέδες στον Ενάγοντα και τον οδήγησαν στα κρατητήρια. Στα δε κρατητήρια ο Ενάγων δεν έτυχε οποιασδήποτε εξευτελιστικής ή δυσμενούς σε σχέση με άλλους κρατούμενους μεταχείρισης, το δε αίτημα του για να μεταβεί στο νοσοκομείο για εξετάσεις εκπληρώθηκε. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ο Ενάγων δεν υπέστη οποιοδήποτε τραυματισμό ή άλλη υλική ζημιά. Συνεκτιμώντας επομένως όλα όσα έχουν καταγραφεί πιο πάνω, κρίνω ότι το ποσό των €2.000 αποτελεί υπό τις περιστάσεις δίκαιη αποζημίωση. Όσον αφορά την διεκδίκηση τιμωρητικών αποζημιώσεων, θεωρώ ότι οι περιστάσεις της υπόθεσης, όπως καταγράφονται στα ευρήματα και εκτέθηκαν συνοπτικά αμέσως πιο πάνω, είναι τέτοιες που δεν δικαιολογούν την επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων. Ό, τι προκύπτει από τη νομολογία τόσο την παλαιότερη (Papakokkinou a.o v. Kanther
(1982)1 C.L.R 65), όσο και την πιο πρόσφατη (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδριανής Πάλμα κ.α Πολ. Έφεση αρ. 44/13 ημερ. 19.11.15) είναι ότι τιμωρητικές αποζημιώσεις επιδικάζονται στις περιπτώσεις όπου ο Εναγόμενος επιδεικνύει ακραία αλαζονική ή καταπιεστική συμπεριφορά, η οποία τείνει να ταπεινώσει το θύμα του αδικήματος και για την οποία επιβάλλεται η τιμωρία του ως ένδειξη απέχθειας με την οποία ο νόμος αντιμετωπίζει τέτοια συμπεριφορά. Τα γεγονότα της παρούσας δεν αποκαλύπτουν τέτοια αξιόμεμπτη διαγωγή, ούτε και προσάχθηκε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι οι ενέργειες των Εναγομένων 2 - 5 έγιναν με σκοπό την ταπείνωση του Ενάγοντα. Προτού προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της ανταπαίτησης του Εναγόμενου 5, παρατηρώ ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα στην αγόρευση του εγείρει ζήτημα αντικανονικής τροποποίησης της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του Εναγόμενου 5, καθώς ο τελευταίος συμπεριέλαβε στο τροποποιημένο δικόγραφο του επιπρόσθετες λεπτομέρειες σωματικών βλαβών οι οποίες δεν σχετίζονται με το διάταγμα τροποποίησης ημερομηνίας 8.12.15. H αρχή που επικαλείται ο κ. Αλεξάνδρου και η οποία συνοψίζεται στο ότι δικόγραφο το οποίο καταχωρείται προς απάντηση ενός τροποποιημένου δικογράφου μπορεί να τροποποιηθεί μόνο σε εκείνα τα σημεία τα οποία είναι αναγκαία προκειμένου να απαντηθούν οι τροποποιημένοι ισχυρισμοί, είναι ορθή. Ωστόσο η αντίδραση από μέρους του Ενάγοντα είναι ετεροχρονισμένη, καθώς ο τελευταίος δεν ζήτησε τη διαγραφή των εν λόγω ισχυρισμών αλλά αφέθηκε η ακροαματική διαδικασία να συνεχίσει και να ολοκληρωθεί στη βάση των υφιστάμενων δικογράφων, θέτοντας για πρώτη φορά το ζήτημα μέσω της αγόρευσης του. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Williams and Glyn's Bank plc κ.α. -v- Του Πλοίου "Maria"
(1992)1 Α.Α.Δ. 309, εάν δεν ζητηθεί διαγραφή των εν λόγω ισχυρισμών, τότε θεωρείται ότι έχουν γίνει αποδεκτοί οι επιπρόσθετοι ισχυρισμοί. Κλείνοντας την πιο πάνω παρένθεση και ερχόμενος τώρα στην ουσία της ανταπαίτησης του Εναγόμενου 5, θεωρώ ότι αυτή θα πρέπει να εξετασθεί υπό το πρίσμα της παράνομης σύλληψης του Ενάγοντα. Το γεγονός ότι η σύλληψη ήταν παράνομη, επάγεται ότι ο Ενάγων είχε δικαίωμα να αντισταθεί σε αυτήν. Στην υπόθεση Φωτίου ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση αρ. 192/14 (Τεκμήριο 2), η πιο πάνω αρχή τέθηκε ως εξής: «Τέτοια παρανομία δημιουργεί δικαίωμα στον πολίτη να αντισταθεί, με σκοπό να απελευθερωθεί από την παράνομη σύλληψη του. Στη θεμελιακή υπόθεση Christie v. Leachinsky [1947] AC 373, 591, ο Lord Simonds έθεσε το ζήτημα ως εξής: «I would say that it is the right of every citizen to be free from arrest unless there is in some other citizen, whether a constable or not, the right to arrest him. And I would say next that it is the corollary of that right of every citizen to be thus free from arrest that he should be entitled to resist arrest unless that arrest is lawful.» Το δικαίωμα για αντίσταση, βέβαια, δεν είναι απόλυτο αλλά τελεί σε σχέση αναλογικότητας προς τις ενέργειες των αστυνομικών. Έτσι, όταν ασκείται υπέρμετρη βία, τότε ο δράστης μπορεί να κριθεί ένοχος επίθεσης παρά το παράνομο της σύλληψης (Wilson
(1955)1 W.L.R. 493).» Το ζήτημα επομένως που θα πρέπει να εξεταστεί είναι το κατά πόσο η αντίσταση που προέβαλε ο Ενάγων και συγκεκριμένα η κλωτσιά που είχε ως αποτέλεσμα τον τραυματισμό του Εναγόμενου 5, ήταν υπό τις περιστάσεις ανάλογη προς την προσπάθεια των Εναγομένων 2 - 5 να του τοποθετήσουν χειροπέδες. Όπως προκύπτει από όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω υπήρξε κλιμάκωση των γεγονότων, τα οποία εν τέλει οδήγησαν στην τοποθέτηση χειροπεδών στον Ενάγοντα και την παραπομπή του στα κρατητήρια. Συνοπτικά ο Ενάγων ενώ στην αρχή της σύλληψης του υπήρξε συνεργάσιμος, στη συνέχεια και αφού μετά τη συζήτηση που είχε με τους Εναγόμενους 2 και 3 όπου του λέχθηκε ότι σε περίπτωση άρνησης του να παράσχει δείγμα για τελική εξέταση θα μεταφερόταν στα κρατητήρια, αντέδρασε φωνάζοντας και κατευθυνόμενος προς την έξοδο της Τροχαίας. Τότε, οι Εναγόμενοι 2 - 5, θεωρώντας ότι ο Ενάγων τελεί υπό σύλληψη, επιχειρούν αρχικά να του φράξουν τον δρόμο με τον τελευταίο να αντιδρά σπρώχνοντας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την κορύφωση της έντασης και της αντίδρασης των δύο πλευρών, με τους μεν Εναγόμενους 2-5 να επιχειρούν να αρπάξουν τα χέρια του Ενάγοντα για να του τοποθετήσουν χειροπέδες και τον τελευταίο να κλωτσά προκειμένου να αποφύγει την τοποθέτηση των χειροπεδών. Ενόψει της περιγραφείσας κλιμάκωσης, θεωρώ ότι υπό τις περιστάσεις δεν ασκήθηκε υπέρμετρη βία από τον Ενάγοντα αλλά οι ενέργειες του ήταν εντός των πλαισίων της αναλογικότητας. Στην αγγλική υπόθεση R. v. Wilson [1955] 1 W.L.R. 493, η οποία μνημονεύεται στην υπόθεση Φωτίου (ανωτέρω), κρίθηκε ότι ο εφεσείων άσκησε υπέρμετρη βία προκειμένου να αποφύγει την παράνομη σύλληψη του. Σύμφωνα με τα γεγονότα της προαναφερόμενης υπόθεσης επιχειρήθηκε η σύλληψη του εφεσείοντα από θηροφύλακα και τότε ο εφεσείων κάλεσε ένα άλλο πρόσωπο το οποίο βρισκόταν μαζί του για κυνήγι να σύρουν τα μαχαίρια τους. Πράγματι ανασύρθηκαν δύο μαχαίρια, ο θηροφύλακας οπισθοχώρησε και τότε ο εφεσείων τον κλώτσησε. Το πιο κάτω απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση αποκαλύπτει τι ήταν αυτό που το Δικαστήριο και οι ένορκοι θεώρησαν ως στοιχείο που καταδείκνυε ότι ασκήθηκε μεγαλύτερη από την αναγκαία βία: «No doubt what the court-and I think the jury also-regarded as the serious part of the case was that the appellant called out "Get out Knives," and knives were produced, which itself would be an assault, in addition to a kicking by him of the gamekeeper.» Στην επίσης αγγλική υπόθεση R. v. Jones [1978] 3 All E.R. 1098, η εφεσείουσα αθωώθηκε από τις κατηγορίες της επίθεσης κατά αστυνομικών, καθώς κρίθηκε ότι είχε δικαίωμα να αντισταθεί στην προσπάθεια των αστυνομικών να λάβουν παράνομα δακτυλικά αποτυπώματά της. Συγκεκριμένα η εφεσείουσα δάγκωσε δύο αστυνομικούς που επιχείρησαν να λάβουν δακτυλικά αποτυπώματα κλωτσώντας μάλιστα τον ένα στο πόδι. Το Αγγλικό Εφετείο έκρινε ότι η εφεσείουσα νόμιμα αντιστάθηκε στην προσπάθεια των αστυνομικών να λάβουν δακτυλικά αποτυπώματα της χωρίς τη συγκατάθεση της. Στην προκείμενη περίπτωση ο Ενάγων κλώτσησε όταν ευρισκόταν μεταξύ τεσσάρων αστυφυλάκων οι οποίοι επιχειρούσαν να του αρπάξουν τα χέρια. Το μόνο μέσο αντίδρασης που είχε ο Ενάγων ήταν τα πόδια του με τα οποία και κλώτσησε. Σημειώνω επίσης ότι το τραύμα που υπέστη ο Εναγόμενος 5 είναι στο χέρι του, με το οποίο προφανώς ο τελευταίος προσπάθησε να πιάσει τα χέρια του Ενάγοντα. Έπεται ότι δεν ήταν «τυφλή» η αντίδραση του Ενάγοντα, αλλά επέφερε κτύπημα σε εκείνο το μέρος του σώματος του Εναγόμενου 5 με το οποίο επιχειρούσε ο τελευταίος να ακινητοποιήσει τον πρώτο. Κρίνω επομένως ότι η βία που άσκησε ο Ενάγων ήταν υπό τις περιστάσεις αναγκαία και ανάλογη της προσπάθειας των αστυνομικών να τον περιορίσουν τοποθετώντας του χειροπέδες. Θα εξετάσω στη συνέχεια το ύψος των αποζημιώσεων που θα δικαιούτο ο Εναγόμενος 5, έτσι ώστε να υπάρχει σχετική απόφαση του Δικαστηρίου επί του εν λόγω ζητήματος, στην περίπτωση που κριθεί λανθασμένη η κατάληξη μου ότι η σύλληψη του Ενάγοντα ήταν παράνομη και ότι ενήργησε μέσα στα πλαίσια της αναλογικότητας προκειμένου να αφεθεί ελεύθερος. Οι γενικές αποζημιώσεις συναρτώνται άμεσα με τον φυσικό πόνο, την ταλαιπωρία, την απώλεια των ανέσεων και απολαύσεων της ζωής. Οι αρχές που διέπουν τον προσδιορισμό του ύψους των αποζημιώσεων έχουν πλέον αποκρυσταλλωθεί μέσα από σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι αποζημιώσεις που επιδικάζονται από τα Δικαστήρια πρέπει να είναι δίκαιες και λογικές. Παράγοντες οι οποίοι θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον προσδιορισμό των γενικών αποζημιώσεων, αποτελούν, μεταξύ άλλων, η σοβαρότητα των τραυμάτων που υπέστη το πρόσωπο το οποίο διεκδικεί τις αποζημιώσεις, ο πόνος, η οδύνη, η ταλαιπωρία και η διάρκεια της δυσχέρειας (Μαυροπετρή ν. Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ 66). Στην υπόθεση Lankuttis v Νικόλα,
(2002)1B Α.Α.Δ. 1128, αναφέρονται και τα ακόλουθα για την σταθερή άνοδο του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων, τάση που ως υποδείχθηκε και στην Μαυροπετρή (ανωτέρω), αντανακλά μεγαλύτερη ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο, την αγωνία της αναπηρίας και την ψυχική οδύνη από την περιθωριοποίηση από τις συνήθεις δραστηριότητες ενός ανθρώπου: «Η πρόσφατη σταθερή νομολογία μας θέλει τις αποζημιώσεις για σωματική αναπηρία, φυσικό και ψυχικό πόνο να αυξάνονται εξελικτικά. Η τάση αυτή της νομολογίας δεν οφείλεται σε συναισθηματική απόκλιση προς τα θύματα. Βασίζεται στις πραγματικότητες της ζωής. Τα Δικαστήρια έχουν επίγνωση της υψηλής αξίας που συνεχώς αποδίδεται από πολιτισμένες κοινωνίες στη σωματική ακεραιότητα και ψυχική υγεία του ατόμου μέλους της. Η πνευματική και σωματική υγεία συναποτελούν το προαπαιτούμενο στοιχείο για την καλή ποιότητα ζωής του ανθρώπου. Οι αποζημιώσεις, που εκφράζονται σε χρήμα αποσκοπούν όσο είναι δυνατό με το υλικό τους στοιχείο να προσφέρουν κάποια ποιότητα ζωής στο θύμα, επαναφέροντας την, όσο είναι δυνατό, στην προ του δυστυχήματος κατάσταση. Γι' αυτό και οι αποζημιώσεις πρέπει να αντικατοπτρίζουν την αγοραστική αξία του χρήματος ώστε να προσεγγίζεται η εύλογη αποκατάσταση ζημιάς.» Αποτελεί εμπεδωμένη πλέον αρχή ότι προηγούμενες αποφάσεις που αφορούν το ποσό των αποζημιώσεων μόνο ενδεικτική σημασία μπορεί να έχουν, αφού κάθε ειδική περίπτωση διαφέρει ανάλογα με το είδος και την έκταση του τραυματισμού καθώς και τις ιδιαίτερες συνθήκες της κάθε υπόθεσης. Δεν αποτελούν δηλαδή προηγούμενες επί του θέματος αποφάσεις δεσμευτικό προηγούμενο, αλλά παρέχουν απλά καθοδήγηση. Από την έρευνα που έχω πραγματοποιήσει δεν έχω εντοπίσει αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου που να καταπιάνονται με το ζήτημα των αποζημιώσεων για ανάλογο τραυματισμό με αυτόν του Εναγόμενου 5. Για σκοπούς ωστόσο καθοδήγησης έλαβα υπόψη μου τις υποθέσεις COSTAKIS CONSTANTINOU PREPARED QUALITY FOODS LTD v. ΣΩΤΗΡΙΟΥ
(1998)1Γ Α.Α.Δ 1577, G & L CALIBERS LTD v. ΛΕΜΕΣΙΑΝΟΥ
(2003)1Β Α.Α.Δ 948 και ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ v. LASER PLASTICS INDUSTRY LTD
(2005)1Α Α.Α.Δ
- Στην υπόθεση Σωτηρίου (ανωτέρω) ο εφεσίβλητος 21 ετών τραυματίστηκε στην πρόσθια επιφάνεια του αριστερού δακτύλου και υπέστη απώλεια του δέρματος και του υποδόριου ιστού σε σημείο που διακρίνονταν οι καμπτήρες τένοντες. Υποβλήθηκε σε εγχείρηση με γενική αναισθησία για την κάλυψη της περιοχής του τραύματος με μόσχευμα. Το μόσχευμα που τοποθετήθηκε ήταν πιο σκούρου χρώματος από το δέρμα της περιοχής του χεριού, με αποτέλεσμα το χέρι του να παρουσιάζει άσχημη εμφάνιση. Υπήρχαν μόνιμα κατάλοιπα, αφού όταν κουραζόταν το χέρι, το τραυματισθέν δάκτυλο δεν μπορούσε να κλείσει, ενώ είχε χάσει και την αίσθηση της αφής. Επιδικάστηκαν γενικές αποζημιώσεις Λ.Κ. 1.700 οι οποίες επικυρώθηκαν κατ' έφεση. Στην Λεμεσιανού (ανωτέρω) ο εφεσίβλητος 14 ετών υπέστη ακρωτηριασμό του δείκτη του δεξιού χεριού από το ύψος της κεντρικής μεσοφαλαγγικής άρθρωσης. Το τραύμα του προκάλεσε ψυχολογικά προβλήματα, καθώς και μόνιμο πόνο όταν αλλάζει ο καιρός και όταν αγγίζει σκληρή επιφάνεια. Ο εφεσίβλητος δυσκολευόταν ακόμη και σε απλές καθημερινές δραστηριότητες, όπως π.χ. να δέσει τα κορδόνια των παπουτσιών του, ενώ δεν μπορούσε να εργαστεί ως μηχανικός αυτοκινήτων, εργασία από την οποία απολύθηκε εξαιτίας της αναπηρίας του. Το Ανώτατο Δικαστήριο αντικατέστησε το ποσό των Λ.Κ 3.500 που του επιδικάστηκε πρωτόδικα ως γενικές αποζημιώσεις με το ποσό των Λ.Κ. 10.
- Τέλος, στην υπόθεση Χριστοδουλίδης (ανωτέρω) ο εφεσείων ηλικίας 58 ετών κατά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης, υπέστη ακρωτηριασμό του δείκτη, μέσου και παράμεσου δακτύλου και των δύο χεριών. Τα ακρωτηριασθέντα δάκτυλα επανασυγκολλήθηκαν υπό γενική αναισθησία, παρέμειναν ωστόσο μόνιμα κατάλοιπα και παραμόρφωση που καθιστούν αδύνατη την εκτέλεση εργασίας, αλλά και των πιο απλών προσωπικών αναγκών. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε το ποσό των γενικών αποζημιώσεων που ορίστηκε στις Λ.Κ.8.
- Οι προαναφερόμενες αποφάσεις αφορούν τραυματισμούς δακτύλων, αρκετά ωστόσο σοβαρότερης μορφής από τον τραυματισμό που υπέστη ο Εναγόμενος
- Παρά ταύτα το Δικαστήριο, τηρουμένων των αναλογιών, μπορεί να αντλήσει καθοδήγηση. Έχοντας επομένως υπόψη μου το περιεχόμενο των εν λόγω αποφάσεων, τις αρχές που έχουν εκτεθεί ανωτέρω σε σχέση με τους παράγοντες που προσμετρούνται στον καθορισμό των γενικών αποζημιώσεων, αλλά και τον τραυματισμό που υπέστη ο Εναγόμενος 5 και τις συνέπειες αυτού προς το πρόσωπο του, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις το ποσό των €4.000 θα αποτελούσε δίκαιη αποζημίωση για τον πόνο και την ταλαιπωρία που υπέστη. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων 1-5 αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά για το ποσό των €2.000 πλέον το εκάστοτε νόμιμο επιτόκιο από τις 19.04.10 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον τα δικηγορικά έξοδα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή στην ανάλογη κλίμακα και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η αγωγή εναντίον του Εναγόμενου 6 απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του και εναντίον του Ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Ανταπαίτηση του Εναγόμενου 5 απορρίπτεται. Ενόψει δε της συνεκδίκασης της με την Απαίτηση δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.) .............................................. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Παράνομη σύλληψη - κράτηση - αποζημιώσεις. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο