Α. ΠΑΦΙΤΗΣ & ΥΙΟΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΛΤΔ ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΛΕΩΝΙΔΟΥ, Αρ. Αγωγής: 730/11, 23/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A142 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 730/11 Μεταξύ: Α. ΠΑΦΙΤΗΣ & ΥΙΟΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΛΤΔ, από την Πάφο Ενάγουσας και ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΛΕΩΝΙΔΟΥ, από την Πάφο Εναγόμενου - - - - - - - - - - - - - - 23.06.2016 Για την Ενάγουσα: κα Ειρήνη Πουλλά για Ευαγγελία Πουλλά Μακαρούνα Για τον Εναγόμενο: κος Αντώνης Παπαγεωργίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αγορά ενός μηχανήματος/διαλογέα χωματουργικών υλικών (στο εξής θα καλείται ως ο «διαλογέας») από τον Εναγόμενο και η μετέπειτα συμμετοχή της Ενάγουσας στην ιδιοκτησία του διαλογέα κατά ½ μερίδιο, αποτέλεσε τη γενεσιουργό αιτία της παρούσας διαφοράς. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης κατά ή περί τις 15.01.08 οι διάδικοι συμφώνησαν όπως ο Εναγόμενος πωλήσει στην Ενάγουσα το ½ μερίδιο του διαλογέα αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος των Λ.Κ 8.280 (€14.147,72) περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α. Αποτελούσε δε ρητό όρο της προαναφερόμενης συμφωνίας ότι ο διαλογέας θα χρησιμοποιείτο από κοινού από τους διαδίκους. Για ένα περίπου έτος οι διάδικοι λειτούργησαν από κοινού τον διαλογέα και έκτοτε ο Εναγόμενος οικειοποιήθηκε και/ή ιδιοποιήθηκε τον διαλογέα. Ακολούθως περί τον Μάιο του 2010 με νέα συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ο Εναγόμενος συμφώνησε όπως αγοράσει το μερίδιο της Ενάγουσας και καταστεί απόλυτος κύριος του διαλογέα έναντι του ποσού των €8.500, το οποίο θα κατέβαλλε εντός 3 ημερών. Ο Εναγόμενος δεν τήρησε τη συμφωνία και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της Ενάγουσας για επιστροφή του ποσού που δαπάνησε στον διαλογέα παραλείπει και/ή αρνείται και/ή αμελεί να συμμορφωθεί. Η Ενάγουσα με επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 05.11.10 τερμάτισε τη συμφωνία αγοράς του διαλογέα και κάλεσε τον Εναγόμενο να επιστρέψει το ποσό των €14.147,22 πλέον τόκους. Ως εκ των ανωτέρω η Ενάγουσα αξιώνει το ποσό των €14.147,22 ως αποζημιώσεις δυνάμει παράβασης συμφωνίας και/ή σαν αξία του διαλογέα και/ή δυνάμει του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Ο Εναγόμενος στην Υπεράσπιση του εγείρει δύο προδικαστικές ενστάσεις και συγκεκριμένα ότι η αγωγή είναι καταχρηστική, καθώς μεταξύ των ιδίων διαδίκων για τον ίδιο ουσιώδη χρόνο και για παρόμοιας φύσης διαφορά εκκρεμεί η αγωγή 4026/10. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι η αγωγή δεν μπορεί να προωθηθεί διότι δεν αποκαλύπτεται οποιαδήποτε αιτία αγωγής. Άνευ βλάβης των πιο πάνω προδικαστικών ενστάσεων ο Εναγόμενος με γενικό τρόπο αρνείται τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για επινοήσεις και εφευρήματα της τελευταίας. Η Ενάγουσα με την Απάντηση της αρνείται το περιεχόμενο των προδικαστικών ενστάσεων και επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς που εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης. Για την υπόθεση της Ενάγουσας προσέφερε μαρτυρία ο Διευθυντής της, Χρίστος Παφίτης (ΜΕ1), και για την Υπεράσπιση προσέφερε μαρτυρία ο Εναγόμενος. Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ. 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα (Καννάουρου κ.α ν. Σταδιώτη κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 35). Ο ΜΕ1 ανέφερε, μεταξύ άλλων, στην κυρίως εξέταση του ότι είναι διευθυντής της Ενάγουσας. Οι διάδικοι ήταν συνεργάτες και συγκεκριμένα κατά τον επίδικο χρόνο ήταν υπεργολάβοι στο έργο «Aliathon». Ο Εναγόμενος αγόρασε τον διαλογέα και πρότεινε στον ίδιο όπως καταστεί η Ενάγουσα συνέταιρος κατά ½ στο εν λόγω μηχάνημα. Όντως η Ενάγουσα κατέβαλε το ποσό των Λ.Κ. 7.200 και κατέστη συνιδιοκτήτης του διαλογέα. Όταν ολοκληρώθηκε το έργο «Aliathon» και συγκεκριμένα μετά πάροδο 7 - 8 μηνών, ο Εναγόμενος μετέφερε τον διαλογέα σε συγκεκριμένο χώρο στην Αγία Βαρβάρα τον οποίο οι διάδικοι χρησιμοποιούσαν από κοινού τοποθετώντας διάφορα υλικά. Εκεί ο Εναγόμενος δούλευε μόνος του τον διαλογέα. Ο ΜΕ1 τον προειδοποίησε ότι αν ήθελε να εκμεταλλεύεται μόνος του τον διαλογέα, τότε θα έπρεπε να καταβάλει στην Ενάγουσα το μερίδιο που της αναλογούσε στην ιδιοκτησία του διαλογέα. Ο ΜΕ1 ανέφερε ότι υπήρξε λογομαχία μεταξύ του ιδίου και του Εναγόμενου για το πιο πάνω ζήτημα. Στη συνέχεια ωστόσο η Ενάγουσα, μέσω του ΜΕ1, πρότεινε στον Εναγόμενο όπως του πωλήσει έναντι του ποσού των €10.000 το ½ μερίδιο της Ενάγουσας προκειμένου ο τελευταίος να καταστεί απόλυτος κύριος του διαλογέα. Ο Εναγόμενος δεν αποδέχθηκε την εν λόγω πρόταση και αντιπρότεινε το ποσό των €8.500 το οποίο έγινε αποδεκτό από την Ενάγουσα μέσω του ΜΕ
- Η συμφωνία έγινε ημέρα Παρασκευή και το προαναφερόμενο ποσό έπρεπε να καταβληθεί εντός τριών ημερών, δηλαδή μέχρι την επόμενη Δευτέρα. Ο Εναγόμενος δεν τίμησε τη συμφωνία και παρά τα επανειλημμένα τηλεφωνήματα του ΜΕ1 δεν κατέβαλε το ποσό των €8.
- Η Ενάγουσα απευθύνθηκε τότε σε δικηγόρο και στάληκε επιστολή στον Εναγόμενο, χωρίς όμως και πάλι αποτέλεσμα. Ο ΜΕ1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 την επιστολή ημερομηνίας 05.11.10, η οποία επιδόθηκε στον Εναγόμενο στις 15.12.10 με τον τελευταίο να αρνείται να την υπογράψει. Τέλος, ο ΜΕ1 είπε ότι η Ενάγουσα αξιώνει το ποσό των €8.500 που υποσχέθηκε ο Εναγόμενος ότι θα της κατέβαλλε για την αγορά του ½ μεριδίου της. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι η Ενάγουσα δεν ζήτησε από τον Εναγόμενο να της αποδώσει χρήματα για τις εργασίες στις οποίες από μόνος του χρησιμοποίησε τον διαλογέα. Η αξίωση της Ενάγουσας ήταν να της καταβληθεί η αξία του μεριδίου της για να αποκτήσει την πλήρη κυριότητα του διαλογέα ο Εναγόμενος. Αυτή η απαίτηση προβλήθηκε όταν αντιλήφθηκε ότι ο Εναγόμενος δούλευε μόνος του τον διαλογέα. Ο ΜΕ1 συμφώνησε με τον ευπαίδευτο συνήγορο του Εναγόμενου ότι στη συμφωνία για αγορά του μεριδίου από την Ενάγουσα δεν υπήρξε όρος ότι σε κάποια στιγμή ο Εναγόμενος θα επέστρεφε στην Ενάγουσα το ποσό του μεριδίου της και συμπλήρωσε ότι ούτε συμφώνησαν ο Εναγόμενος να εκμεταλλεύεται μόνος του τον διαλογέα. Ανέφερε περαιτέρω ότι η Ενάγουσα θα χρησιμοποιούσε αποκλειστικά για δικές της εργασίες τον διαλογέα μόνο μετά από άδεια του Εναγόμενου. Ο ΜΕ1 συμφώνησε με τον κ. Παπαγεωργίου ότι ουδέποτε εμποδίστηκε η Ενάγουσα από του να λάβει την κατοχή του διαλογέα, αλλά διαφώνησε με την υποβολή ότι δεν υπήρξε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για καταβολή του ποσού των €8.500 για την απόκτηση του ½ μεριδίου της Ενάγουσας από τον Εναγόμενο. Διαφώνησε επίσης με τη θέση του κ. Παπαγεωργίου ότι ο διαλογέας ήταν εκτός λειτουργίας όταν μεταφέρθηκε στην Αγία Βαρβάρα, λέγοντας ότι τον είδε ο ίδιος να εργάζεται. Τέλος, ερωτηθείς κατά πόσο η Ενάγουσα είχε δικές της εργασίες για τις οποίες χρειαζόταν ο διαλογέας, ο ΜΕ1 απάντησε θετικά και όταν κλήθηκε να αναφέρει μία εργασία κατονόμασε εργασίες του αποχετευτικού λέγοντας όμως ότι οι εργασίες αυτές προέκυψαν το
- Ο Εναγόμενος στην κυρίως εξέταση του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι η μόνη συμφωνία που έγινε με την Ενάγουσα ήταν για την πώληση προς αυτήν του ½ μεριδίου του διαλογέα. Αργότερα ο ΜΕ1 ζήτησε να του πωλήσει πίσω το ½ μερίδιο που είχε αγοράσει η Ενάγουσα, αλλά δεν δέχθηκε την εν λόγω πρόταση. Σε σχέση με τη λειτουργία του διαλογέα ο Εναγόμενος είπε ότι μετά την ολοκλήρωση του έργου "Aliathon" είχαν κλαπεί τα κόσκινα από τον διαλογέα, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να χρησιμοποιηθεί. Η αξία για την αντικατάσταση τους ήταν περί τις €6.
- Ο ίδιος δαπάνησε περί τις €3.500 για την επιδιόρθωση του διαλογέα και όταν ζήτησε από τον ΜΕ1 να του πληρώσει το ½ σε σχέση με τα έξοδα που έκανε για την επιδιόρθωση, ο τελευταίος αρνήθηκε Στην συνέχεια περί το 2012 κάποιος έκοψε τα κολάνια του διαλογέα και υποψιάστηκε ότι το πρόσωπο που θα μπορούσε να κάνει αυτήν τη ζημιά ήταν ο ΜΕ1, λόγω του ότι δεν ήθελε να εργάζεται ο διαλογέας. Κατήγγειλε το εν λόγω γεγονός στην Αστυνομία και κλήθηκε ο ΜΕ1 για να δώσει κατάθεση. Τέλος, ο Εναγόμενος ανέφερε ότι η Ενάγουσα ουδέποτε ζήτησε να δουλέψει τον διαλογέα. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι το η κλοπή των κοσκίνων επεσυνέβη μετά την ολοκλήρωση του έργου "Aliathon". Αναφορικά με την πρόταση της Ενάγουσας για την πώληση του ½ μεριδίου που κατείχε στον διαλογέα, ο Εναγόμενος είπε ότι έγινε μετά την επιδιόρθωση του διαλογέα. Η πρόταση ήταν για το ποσό των €8.000 και δεν έδωσε απάντηση. Σε σχέση με τις €3.500, ο Εναγόμενος είπε ότι δεν ρώτησε τον ΜΕ1 προτού προχωρήσει στην επιδιόρθωση. Περαιτέρω, ανέφερε ότι το ποσό των €3.500 αφορούσε την αγορά κολανιού και έξι κόσκινων, όταν κλήθηκε ωστόσο να παρουσιάσει αποδείξεις ανέφερε πως δεν τις είχε στην κατοχή του. Στην ερώτηση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Ενάγουσας για την απάντηση που του έδωσε ο ΜΕ1 όταν του ζήτησε την πληρωμή του εν λόγω ποσού, ο Εναγόμενος είπε ότι ο ΜΕ1 δεν του απάντησε. Περαιτέρω, σε σχετικές ερωτήσεις της κας. Πουλλά, ο Εναγόμενος απάντησε ότι έσπασε και η μηχανή του διαλογέα και για την αγορά καινούριας μηχανής χρειάστηκε το ποσό των €900,
- Για την εν λόγω ζημιά ωστόσο δεν ενημέρωσε την Ενάγουσα. Ο Εναγόμενος αρνήθηκε ότι ο ΜΕ1 του ζήτησε να μην χρησιμοποιεί μόνος του και για δικές του δουλειές τον διαλογέα. Επίσης, ανέφερε ότι μετά την επίδοση της επιστολής - Τεκμήριο 2 δεν έπραξε οτιδήποτε. Τέλος, αρνήθηκε την θέση ότι συμφώνησε με την Ενάγουσα όπως της καταβάλει το ποσό των €8.500 για να λάβει το ½ μερίδιο του διαλογέα. Ο ΜΕ1 σε γενικές γραμμές μού έκανε καλή εντύπωση και θεωρώ ότι μετέφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Κατά την μαρτυρία του υπήρξε σταθερός, οι απαντήσεις του ήταν άμεσες και πηγαίες, ενώ κατά την αντεξέταση του δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Ο μάρτυρας ευθαρσώς ανέφερε ότι κατά την σύναψη της συμφωνίας ημερ. 15.01.2008 δεν τέθηκε ως όρος ότι θα επιστρεφόταν από τον Εναγόμενο στην Ενάγουσα το ποσό που καταβλήθηκε για την αγορά του ½ μεριδίου. Επίσης, με ειλικρίνεια ανέφερε ότι οι εργασίες στις οποίες θα χρειαζόταν η Ενάγουσα τον διαλογέα προέκυψαν κατά το 2011, σε χρόνο δηλαδή μεταγενέστερο του ισχυριζόμενου τερματισμού. Όλα τα πιο πάνω θεωρώ ότι είναι στοιχεία που επιβεβαιώνουν το αυθόρμητο της μαρτυρίας του ΜΕ
- Υπάρχουν ωστόσο σημεία όπου η μαρτυρία του ΜΕ1 διαφοροποιείται από τις δικογραφημένες θέσεις της Ενάγουσας. Αναφέρομαι συγκεκριμένα στις απαντήσεις του ΜΕ1 όταν ερωτήθηκε σε σχέση με το ποσό που διεκδικεί η Ενάγουσα. Ο ΜΕ1 σε σχετική ερώτηση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Ενάγουσας είπε ότι το ποσό που αξιώνει η τελευταία είναι αυτό των €8.500 που του έταξε ο Εναγόμενος, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε. Η εν λόγω απάντηση όμως δεν συνάδει με την αξίωση της Ενάγουσας για επιδίκαση του ποσού των €14.147,
- Περαιτέρω, το συγκεκριμένο μέρος της μαρτυρίας του εκφεύγει των δικογραφημένων ισχυρισμών και της βάσης της αγωγής της Ενάγουσας, η οποία, όπως προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης στηρίζεται αποκλειστικά στην παράβαση της συμφωνίας ημερ. 15.01.2008, δηλαδή της συμφωνίας με την οποία η Ενάγουσα κατέστη κατά ½ μερίδιο συνιδιοκτήτης του διαλογέα. Συνεπώς, με εξαίρεση το προαναφερόμενο μέρος της μαρτυρίας του ΜΕ1, η μαρτυρία του κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη (Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266, 268 και Ιωσηφίδη ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 243/12 ημερομηνίας 02.05.14). Από την άλλη, η μαρτυρία του Εναγόμενου χαρακτηριζόταν από αστάθεια και συγκεχυμένες θέσεις. Ξεκινώντας από το ζήτημα της συνομολόγησης νέας συμφωνίας για την επαναγορά του ½ μεριδίου του διαλογέα, ο Εναγόμενος στην κυρίως εξέταση του υποστήριξε ότι έγινε πρόταση από την Ενάγουσα, την οποία όμως απέρριψε. Στην αντεξέταση του ωστόσο ανέφερε ότι η πρόταση ήταν για το ποσό των €8.000 και δεν απάντησε στην εν λόγω πρόταση. Σε αυτό το στάδιο θα πρέπει να σημειωθεί ότι κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 δεν προωθήθηκε αυτή η γραμμή, δηλαδή της ύπαρξης πρότασης, αλλά αντίθετα η θέση που προβλήθηκε ήταν ότι ουδέποτε συζητήθηκε η πώληση του μεριδίου που κατείχε η Ενάγουσα στον διαλογέα. Σημειώνω περαιτέρω ότι τέτοιος ισχυρισμός δεν προβάλλεται ούτε στην Υπεράσπιση, στην οποία ο Εναγόμενος περιορίστηκε σε γενική άρνηση των ισχυρισμών της Ενάγουσας. Γενικότερα ο Εναγόμενος κατά την μαρτυρία του προέβαλε αρκετούς ισχυρισμούς, οι οποίοι όμως ούτε στην Υπεράσπιση προβάλλονται, ούτε και τέθηκαν στον ΜΕ
- Πιο συγκεκριμένα, η αναφορά ότι ζήτησε από τον ΜΕ1 να του καταβάλει το ½ της αξίας για την αντικατάσταση των κοσκίνων που είχαν κλαπεί, ή ότι χάλασε η μηχανή του διαλογέα και για την αγορά καινούριας μηχανής χρειάστηκε να καταβάλει το ποσό των €900,00, αποτελούν ζητήματα που τέθηκαν για πρώτη φορά κατά την μαρτυρία του. Οι δε αναφορές στα ποσά των €3.500 για τα κόσκινα και των €900,00 για την αγορά καινούριας μηχανής, παρέμειναν στη σφαίρα της γενικότητας, καθώς ουδεμία απόδειξη παρουσιάστηκε προς υποστήριξη των εν λόγω θέσεων του και αυτό παρά το ότι κλήθηκε κατά την αντεξέταση του να παρουσιάσει σχετικές αποδείξεις. Εντύπωση επίσης προκαλεί και το εξής γεγονός. Ο Εναγόμενος υποστήριξε ότι η πρόταση για την πώληση του ½ μεριδίου της Ενάγουσας έγινε μετά την επιδιόρθωση του διαλογέα. Εάν έτσι έγιναν τα πράγματα το αναμενόμενο θα ήταν να θέσει ο Εναγόμενος κατά την πρόταση της Ενάγουσας το ζήτημα της αξίας των δαπανών που κατ' ισχυρισμό έκανε για την επιδιόρθωση του διαλογέα. Τέτοια θέση όμως δεν προέβαλε, καθώς στην κυρίως εξέταση του περιορίστηκε να αναφέρει ότι απέρριψε την πρόταση, στη δε αντεξέταση του ότι δεν έδωσε απάντηση στον ΜΕ
- Επίσης ήταν προφανής η προσπάθεια του Εναγόμενου να περιπλέξει τα επίδικα θέματα, προβάλλοντας ισχυρισμούς άσχετους με τον ουσιώδη χρόνο της παρούσας διαφοράς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η αναφορά του σε επεισόδιο που κατά τους ισχυρισμούς του έλαβε χώρα το 2012 με την κλοπή κολανιών για την οποία θεώρησε ύποπτο τον ΜΕ1 και προέβη σε σχετική καταγγελία στην Αστυνομία. Πρόκειται για ισχυρισμό που αφορά περίοδο μεταγενέστερη της καταχώρησης της αγωγής και συνεπώς αδιάφορη για τα επίδικα θέματα. Εν πάση περιπτώσει και ο εν λόγω ισχυρισμός παρέμεινε ατεκμηρίωτος και προφανώς προβλήθηκε σε μία προσπάθεια δημιουργίας εντυπώσεων. Ως εκ των ανωτέρω, θεωρώ ότι δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στη μαρτυρία του Εναγόμενου η οποία και απορρίπτεται. Ευρήματα Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Η Ενάγουσα και ο Εναγόμενος διατηρούσαν συνεργασία και κατά ή περί τις 15.01.08 η πρώτη συμφώνησε με τον τελευταίο όπως αγοράσει το ½ μερίδιο ενός μηχανήματος διαλογέα ιδιοκτησίας του Εναγόμενου. Η Ενάγουσα κατέβαλε στον Εναγόμενο το ποσό των Λ.Κ. 8.280,00 (€14.147,22) περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α και κατέστη συνιδιοκτήτης του διαλογέα μαζί με τον Εναγόμενο. Αποτελούσε δε όρο της συμφωνίας ότι ο διαλογέας θα χρησιμοποιείτο από κοινού από τους διαδίκους. Ο διαλογέας χρησιμοποιήθηκε από τους διαδίκους στο έργο "Aliathon" και με την διεκπεραίωση του εν λόγω έργου μεταφέρθηκε σε χώρο στην Αγία Βαρβάρα στον οποίο οι διάδικοι τοποθετούσαν διάφορα υλικά. Στη συνέχεια άρχισαν να δημιουργούνται προστριβές μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγόμενου σε σχέση με τον διαλογέα, καθώς ο Εναγόμενος κατά παράβαση της συμφωνίας ημερομηνίας 15.01.2008 χρησιμοποιούσε τον διαλογέα για δικό του λογαριασμό χωρίς προηγουμένως να ενημερώσει και να λάβει την άδεια της Ενάγουσας. Τον Μάιο του 2010 η Ενάγουσα, μέσω του διευθυντή της, και ο Εναγόμενος συμφώνησαν όπως η πρώτη πωλήσει και ο δεύτερος αγοράσει το ½ μερίδιο του διαλογέα έναντι του ποσού των €8.
- Η συμφωνία έγινε ημέρα Παρασκευή και ο Εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει το προαναφερόμενο ποσό εντός τριών ημερών, ήτοι μέχρι την ερχόμενη Δευτέρα. Παρά ταύτα ο Εναγόμενος δεν κατέβαλε το ποσό των €8.500, ούτε και ανταποκρίθηκε στις οχλήσεις της Ενάγουσας που ακολούθησαν την αρχική του άρνηση. Στη συνέχεια η Ενάγουσα απευθύνθηκε σε δικηγόρο, η οποία ετοίμασε σχετική επιστολή ημερομηνίας 05.11.10 με την οποία τερματίστηκε η συμφωνία της 15.01.2008 και αξιώθηκε η επιστροφή του ποσού των €14.147,22 πλέον τόκους από 15.01.
- Η εν λόγω επιστολή επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 15.12.10 και ο τελευταίος αρνήθηκε να υπογράψει για την παραλαβή της. Νομική πτυχή Το άρθρο 10
(1)του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, (στο εξής «ο Νόμος») καθορίζει ποιες συμφωνίες είναι νομικά εκτελεστές με βάση τον Νόμο: «10
(1)Συμβάσεις είναι όλες οι συμφωνίες οι οποίες καταρτίζονται με την ελεύθερη συναίνεση μερών ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για νόμιμη αντιπαροχή και νόμιμο σκοπό, οι οποίες δεν χαρακτηρίζονται ρητά από το Νόμο αυτό ως άκυρες∙ τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, οι συμβάσεις δύνανται να καταρτίζονται γραπτά, ή προφορικά, ή μερικώς γραπτά και μερικώς προφορικά, ή δύνανται να συνάγονται από τη συμπεριφορά των μερών.» Τα δικαιώματα συμβαλλομένου που έχει υποστεί ζημιά από την παράβαση σύμβασης προσδιορίζονται στο άρθρο 73 του Νόμου το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «73.-
(1)Σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο, για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Καμιά αποζημίωση δεν καταβάλλεται για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά που προξενήθηκε συνεπεία παράβασης της σύμβασης.
(2)Το πρόσωπο το οποίο ζημιώνεται από τη μη εκπλήρωση υποχρέωσης που προσομοιάζει με τις συμβατικές, δικαιούται να λάβει από τον υπαίτιο την ίδια αποζημίωση, ωσάν να επρόκειτο για παράβαση σύμβασης.
(3)Κατά τον υπολογισμό της απώλειας ή της ζημιάς που προέκυψε από την παράβαση της σύμβασης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα μέσα τα οποία υπήρχαν για θεραπεία της δυσχέρειας η οποία προκλήθηκε συνεπεία της μη εκτέλεσης της σύμβασης.» Συμπεράσματα Καταρχάς θα πρέπει να αναφερθεί ότι η πλευρά του Εναγόμενου δεν προώθησε την προδικαστική ένσταση που εγείρει στην παράγραφο 1 της Υπεράσπισης περί κατάχρησης της διαδικασίας. Ουδεμία μαρτυρία προσήχθη σε σχέση με τους διάδικους και το αντικείμενο της αγωγής με αρ. 4026/10 και επομένως θεωρώ ότι η εν λόγω προδικαστική ένσταση έχει εγκαταλειφθεί. Όσον αφορά την προδικαστική ένσταση που εγείρεται στην παράγραφο 2, επισημαίνω ότι δεν μπορεί να γίνεται λόγος για ένσταση προδικαστικής φύσεως αφού αυτή άπτεται της ουσίας της υπόθεσης και όχι οποιουδήποτε νομικού ζητήματος θεμελιωμένου επί αδιαμφισβήτητων γεγονότων. Ερχόμενος τώρα στην ουσία της απαίτησης, ως έχει ήδη αναφερθεί, η Ενάγουσα αξιώνει το ποσό των €14.147,22 σαν αποζημιώσεις δυνάμει παράβασης συμφωνίας και/ή σαν αξία του παρακρατηθέντος διαλογέα και/ή δυνάμει αδικαιολόγητου πλουτισμού. Η συμφωνία επομένως δυνάμει της οποίας διεκδικεί αποζημιώσεις η Ενάγουσα είναι η συμφωνία της 15.01.
- Αυτό είναι φανερό τόσο από το ποσό που διεκδικεί (το ποσό των €14.147,22 (Λ.Κ8.280) αποτελεί το τίμημα που κατέβαλε για την αγορά του ½ μεριδίου του διαλογέα) όσο και από την επιστολή ημερ. 05.11.10 (Τεκμήριο 2) με την οποία τερματίστηκε η προαναφερόμενη συμφωνία. Σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία του ΜΕ1, αποτελούσε όρο της συμφωνίας ημερ. 15.01.2008 ότι ο διαλογέας θα χρησιμοποιείτο από κοινού από τους διαδίκους. Ο Εναγόμενος παρέβηκε τον εν λόγω ουσιώδη όρο, καθώς χρησιμοποιούσε τον διαλογέα για δικό του λογαριασμό και χωρίς προηγουμένως να ενημερώσει την Ενάγουσα. Συνεπώς, η Ενάγουσα, ως εκ της παράβασης της συμφωνίας από τον Εναγόμενο νομιμοποιείτο στον τερματισμό της, πράγμα το οποίο έπραξε με την επιστολή ημερ. 05.11.10 - Τεκμήριο
- Αυτό το οποίο επομένως θα πρέπει να εξεταστεί είναι το μέτρο των αποζημιώσεων στη βάση του οποίου θα καθορισθεί η ζημιά της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα, κατά την κρίση μου, δεν δικαιούται να αξιώνει αποζημιώσεις ύψους €14.147,
- Το εν λόγω ποσό, όπως έχει ήδη αναφερθεί, αποτελούσε το τίμημα για την αγορά του ½ μεριδίου του διαλογέα και δεν τίθεται ζήτημα επιστροφής του καθώς δεν βρισκόμαστε ενώπιον περίπτωσης πλήρους αποτυχίας της αντιπαροχής. Εν προκειμένω η Ενάγουσα κατέστη κατά ½ μερίδιο συνιδιοκτήτης του διαλογέα (βλ. Τεκμήριο 1), ο οποίος μάλιστα χρησιμοποιήθηκε από κοινού από τους διαδίκους στο έργο "Aliathon", με την Ενάγουσα να αποκομίζει όφελος από την εν λόγω εργασία. Αυτό το οποίο μπορεί επομένως να διεκδικήσει η Ενάγουσα είναι αποζημιώσεις βάσει του άρθρου 73 του Νόμου. Μελετώντας τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε, παρατηρώ ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον μου ίχνος μαρτυρίας για την ισχυριζόμενη ζημία που υπέστη η Ενάγουσα. Δεν υπάρχει π.χ. μαρτυρία ότι η Ενάγουσα απώλεσε ευκαιρίες για χρησιμοποίηση του διαλογέα με αποτέλεσμα να απολέσει και ενδεχόμενα κέρδη που θα απέφερε η εν λόγω χρήση του. Υπενθυμίζω ότι όταν ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση, ο ΜΕ1 είπε ότι χρειάστηκε να χρησιμοποιήσει τον διαλογέα σε εργασίες που προέκυψαν το 2011, δηλαδή σε χρόνο μεταγενέστερο του τερματισμού της επίδικης συμφωνίας. Από την άλλη δεν υπάρχει μαρτυρία σε σχέση με κέρδη που ενδεχομένως να αποκόμισε ο Εναγόμενος από την χρήση του διαλογέα χωρίς την προηγούμενη γνώση και άδεια της Ενάγουσας. Δεν παραβλέπω ότι ο ΜΕ1 αξίωσε το ποσό των €8.500, δηλαδή το ποσό που αποτελούσε το τίμημα για την επαναγορά του ½ μεριδίου του διαλογέα από τον Εναγόμενο. Όπως αναφέρθηκε και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ1, στο εν λόγω σημείο εντοπίζεται διάσταση μεταξύ της μαρτυρίας και των δικογραφημένων ισχυρισμών. Αν και δεν έχει τεθεί τέτοιο ζήτημα από την ευπαίδευτη συνήγορο της Ενάγουσας, εντούτοις σημειώνω ότι η παρούσα περίπτωση δεν είναι τέτοια που θα επέτρεπε στο Δικαστήριο να εξετάσει το ενδεχόμενο απόδοσης θεραπείας στη βάση της συμφωνίας του Μαΐου του 2010 για το ποσό των €8.
- Αυτό διότι η βάση της αγωγής της Ενάγουσας στηρίζεται αποκλειστικά στην παράβαση της συμφωνίας ημερομηνίας 15.01.2008, γεγονός το οποίο επιβεβαιώνεται και από την αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Ενάγουσας η οποία εισηγείται την έκδοση απόφασης ως η Έκθεση Απαίτησης. Σημειώνω περαιτέρω ότι ακόμα και μετά την μαρτυρία του ΜΕ1 δεν ζητήθηκε η τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. Τα γεγονότα επομένως που περιλαμβάνονται στην Έκθεση Απαίτησης δεν δικαιολογούν την απόδοση θεραπείας στη βάση της συμφωνίας του Μαΐου του 2010, αφού πέραν της απλής αναφοράς στην εν λόγω συμφωνία στην παράγραφο 7 της Έκθεσης Απαίτησης δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε άλλος ισχυρισμός σε σχέση με αυτήν. Είναι καλά γνωστό ότι οι υποθέσεις αποφασίζονται στη βάση των επίδικων θεμάτων, όπως αυτά προσδιορίζονται στα δικόγραφα. Στην υπόθεση Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 826 επιβεβαιώθηκε η πιο πάνω αρχή με αναφορά και σε παλαιότερη νομολογία: «Η σημασία της δικογραφίας τονίσθηκε στην υπόθεση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 από τον Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Πική μέσα στα πιο κάτω πλαίσια. "Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία· δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκό μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανέφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, (βλέπε επίσης Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134), κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής." (Βλ. επίσης Βραχίμη ν. Κουλουμπρή
(1992)1 Α.Α.Δ. 836 και Παφίτης και Άλλοι ν. Κουκουρή και άλλων
(1992)1 Α.Α.Δ. 1154). Η ίδια γραμμή υιοθετήθηκε στην υπόθεση Ayia Napa Nissi Development Ltd και Άλλοι ν. Χρίστου Παπαμιχαήλ
(1992)1 Α.Α.Δ. 549, όπου τονίσθηκε ότι, "Το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση των επίδικων θεμάτων, όπως φαίνονται με το κλείσιμο των εγγράφων προτάσεων, ή με την τροποποίηση τους πριν το τέλος της δίκης. Οι υποθέσεις αποφασίζονται με βάση τα γεγονότα που εγείρονται στα δικόγραφα. (Βλ. Eleni Panayiotou Iordanou v. Polycarpos Neophytou Anyftos (1959-1960) 24 C.L.R. 97, Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd.
(1971)1 C.L.R. 134, HjiPavlou v. Jinaro Terra
(1982)1 C.L.R. 433 και Demeco Co. v. Beckhoff
(1988)1 C.L.R. 82)."» Σχετική επίσης είναι η υπόθεση D.&G. PRODUCTS LTD v. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ
(2002)1Β Α.Α.Δ 1400, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με την απόδοση θεραπείας που δεν εξειδικεύεται στην Έκθεση Απάιτησης: «Η υπόθεση Kennedy Hotels Ltd., ανωτέρω, δεν είναι απάντηση στις δυσκολίες της εφεσείουσας. Ασφαλώς, όπως το Εφετείο επαναβεβαίωσε εκεί, είναι εφικτή η παροχή θεραπείας που δεν εξειδικεύεται στην έκθεση απαίτησης υπό δύο όμως όρους που εδώ δεν πληρούνται, δηλαδή, όπως ήδη εξηγήσαμε: (α) η θεραπεία "στοιχειοθετείται από τα γεγονότα που περιέχονται στην έκθεση απαίτησης"· και (β) τα γεγονότα αυτά αποδεικνύονται μετά στη δίκη. Εδώ και να εκληφθεί ότι το τεκμ. 1 αποτελεί έγγραφη αναγνώριση υποχρέωσης, δεν αποτελεί ανεξάρτητη αιτία αγωγής. Ασφαλώς θα είχε τη θέση του στα πλαίσια απόδειξης της υπόθεσης αν η εφεσείουσα κινούσε την αγωγή της και/ή επί της ουσιαστικής αντιπαροχής, δηλαδή, την εγκατάσταση της πισίνας.» Όσον αφορά την απόδοση θεραπείας στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, σημειώνω ότι αυτή δεν θα ήταν δυνατή στην προκείμενη περίπτωση αφ' ης στιγμής συνομολογήθηκε προφορική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων στις 15.01.08. Θεραπεία στη βάση της αρχής του αδικαιολόγητου πλουτισμού θα μπορούσε να διεκδικηθεί στην απουσία σύμβασης ή διάρρηξης αυτής. Στην υπόθεση AΡΧΙΠΠΕΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΛΤΔ κ.α - και - ΚΑΚΑΒΟΥ Πολ. Έφεση αρ. 278/10 ημερ. 15.10.15 ειπώθηκαν σχετικά τα ακόλουθα (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Οι αρχές της αποκατάστασης και του αδικαιολόγητου πλουτισμού εξηγούνται με ενάργεια στο σύγγραμμα του Π.Γ. Πολυβίου: «Το Δίκαιο των Συμβάσεων» Τόμος 3, σελ. 799-810 όπου αναπτύσσεται η όλη σχετική νομολογία στο θέμα. Όπως εύστοχα συζητείται στο σχετικό κεφάλαιο, οι θεραπείες του αδικαιολόγητου πλουτισμού («unjust enrichment») και αποκατάστασης («restitution»), είναι στην ουσία εξωσυμβατικές. Ενώ, δηλαδή, μια σύμβαση ή συμφωνία βασίζεται στην αμοιβαία συναίνεση των μερών με αντιπαροχή να κινείται από το ένα μέρος προς το άλλο, η αποκατάσταση βασίζεται στον αδικαιολόγητο προσπορισμό οφέλους από πρόσωπο σε βάρος άλλου στην απουσία σύμβασης ή συμφωνίας. Σκοπός της θεραπείας δεν είναι η κάλυψη της ζημιά στον ενάγοντα, αλλά στην αποστέρηση του οφέλους ή κέρδους από τον εναγόμενο.» Καταλήγοντας αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι ότι η Ενάγουσα απέδειξε μεν την παράβαση της συμφωνίας ημερ. 15.01.2008 από τον Εναγόμενο, δεν απέδειξε όμως την πρόκληση συγκεκριμένης ζημιάς. Κατά συνέπεια η παρούσα περίπτωση είναι κατάλληλη για την επιδίκαση ονομαστικών αποζημιώσεων (βλ. Παπαϊωάννου ν. Κωνσταντίνου
(2008)1Β Α.Α.Δ. 1083 και McGregor on Dαmages 15th ed. παρ. 399 και 400), οι οποίες και ορίζονται στο ποσό των €100,00. Όσον αφορά το ζήτημα των εξόδων, θα πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα. Η Ενάγουσα δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επιτυχών διάδικος εφόσον δεν απέδειξε το ύψος της απώλειας της, έτσι ώστε να δικαιούται στην επιδίκαση εξόδων κατ' εφαρμογή του κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης. Στην Παπαϊωάννου ν. Κωνσταντίνου (ανωτέρω) το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να διατάξει όπως η κάθε πλευρά αναλάβει τα δικά της έξοδα, επισημαίνοντας τα ακόλουθα: «Ορθά, τέλος, δεν επιδικάστηκαν έξοδα υπέρ της εφεσείουσας με δεδομένο ότι δεν απέδειξε τις ζημιές της, αλλά δικαιώθηκε μόνο ως προς το βάσιμο του παραπόνου της. Τα έξοδα, όπως είναι γνωστό, ακολουθούν κατά κανόνα το αποτέλεσμα και βρίσκονται εντός της διακριτικής ευχέρειας του πρωτοδίκου Δικαστηρίου. Παλαιότερα θεωρείτο ότι η επιδίκαση ονομαστικών και μόνο αποζημιώσεων αποτελούσε δικαιολογία για την επιδίκαση εξόδων, ή ήταν, όπως τέθηκε στην υπόθεση Beaumont v. Greathead [1846] 2 CB 494, «a mere peg on which to hang costs». Η επιδίκαση ονομαστικών αποζημιώσεων δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει άλλη διαταγή εξόδων υπέρ της εφεσείουσας, διότι κάτι τέτοιο θα απέληγε στην επιδίκαση ουσιαστικών εξόδων εναντίον του εφεσίβλητου σε καταφανή αναντιστοιχία με το ποσό των £10 το οποίο επιδικάστηκε εναντίον του επί της ουσίας της απόφασης. Αν και θα αναμενόταν η πρωτόδικος Δικαστής να αιτιολογούσε την απόφαση της επί των εξόδων, εφόσον η επιδίκαση εξόδων αποτελεί δικαστική κρίση στη βάση της ακολουθίας των εξόδων ανάλογα με την έκβαση της δίκης, παρέκκλιση δε χρήζει αιτιολογίας, (Παφίτης ν. Δημητρίου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1402), εντούτοις αυτή λειτούργησε νομοτελειακά. Όπως ορθά εντοπίστηκε στην Anglo-Cyprian Agencies v. Paphos Industries [1951] 1 All E.R. 873, ο ενάγων που ανακτά ονομαστικές και μόνο αποζημιώσεις, δεν δύναται να θεωρηθεί στη συνήθη ορολογία ως «επιτυχών» ενάγων.» Υπό το φως των πιο πάνω εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €100,00 ως ονομαστικές αποζημιώσεις. Αναφορικά με τα έξοδα εκδίδεται διαταγή όπως η κάθε πλευρά επιβαρυνθεί με τα δικά της έξοδα. (Υπ.) ..................................................... Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Παράβαση συμφωνίας - ονομαστικές αποζημιώσεις cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο