← Κύπρος

Σωτήρη Ν. Βαλέρκου κ.α. ν. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Περιφέρειας Πόλης Χρυσοχούς, Αρ. Γενικής Αίτησης: 53/13, 13/6/2016

Σωτήρη Ν. Βαλέρκου κ.α. ν. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Περιφέρειας Πόλης Χρυσοχούς, Αρ. Γενικής Αίτησης: 53/13, 13/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A134 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Γενικής Αίτησης: 53/13 Μεταξύ:

  1. Σωτήρη Ν. Βαλέρκου
  2. Χρύσως Σ. Βαλέρκου
  3. Γεωργίου Ν. Βαλέρκου
  4. Νίκου Γ. Βαλέρκου
  5. Χριστάκη Μ. Θεοχάρους Αιτητών - Εφεσειόντων και Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Περιφέρειας Πόλης Χρυσοχούς Καθ΄ ής η αίτηση - Εφεσίβλητης Ημερομηνία: 13.06.2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Αιτητές - Εφεσείοντες: κ. Γ. Δημητριάδης για Α. Χρ. Δημητριάδη Δ.Ε.Π.Ε Για την Καθ΄ ής η αίτηση - Εφεσίβλητη: κ. Φ. Κυπριανίδης για Χρ. Λουκά & Σια Δ.Ε.Π.Ε Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Εφεσείοντες - Αιτητές (στο εξής θα καλούνται ως «Αιτητές») καταχώρησαν στις 17/3/2013 Γενική Αίτηση - Έφεση με την οποία αξιώνουν, μεταξύ άλλων, την ακύρωση ή τον παραμερισμό του πορίσματος του Διαιτητή Ανδρέα Κωνσταντινίδη ημερ. 17/1/2013 στην Διαιτησία που διεξήχθη μεταξύ της Εφεσίβλητης - Καθ΄ ής η αίτηση (στο εξής «Καθ΄ ής η αίτηση») και των Αιτητών. Η Έφεση στηρίζεται στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο Ν.22/85, στους θεσμούς 78 και 79 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών, στον περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4, άρθρα 2 και 20

(2)και στις Δ.48 και 49 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Περαιτέρω, ως αναφέρεται στο σώμα της Έφεσης, τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται εμφαίνονται στην συνημμένη ένορκη δήλωση του Αιτητή 1. Η Καθ΄ ής η αίτηση αντέδρασε καταχωρώντας στις 24/1/2014 ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στην οποία καταγράφονται 16 συνολικά λόγοι ένστασης. Η ένσταση στηρίζεται στο άρθρο 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου Ν.22/85, στο άρθρο 20 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, στο άρθρο 36 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, καθώς επίσης στις Δ.48 και 64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Τα δε γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται στην ένορκη δήλωση της Γεωργίας Κούσουλου η οποία επισυνάπτεται στην ένσταση της Καθ΄ ής η αίτηση. Αφορμή για την έκδοση της παρούσας απόφασης αποτέλεσε το ζήτημα που εγέρθηκε ως προς την ακολουθητέα διαδικασία κατά την ακρόαση της Έφεσης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών θεωρεί ως δεδομένο ότι η ακροαματική διαδικασία θα πρέπει να διεξαχθεί στη βάση προφορικής μαρτυρίας. Από την άλλη ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ΄ ής η αίτηση διατυπώνει διαφορετική άποψη υποστηρίζοντας ότι η ακροαματική διαδικασία θα πρέπει να διεξαχθεί στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την Έφεση και την ένσταση αντίστοιχα. Στην βάση των προαναφερόμενων διαφορετικών προσεγγίσεων και έχοντας κατά νου ότι το συγκεκριμένο ζήτημα δεν έχει αφενός νομολογιακά επιλυθεί και αφετέρου δεν υπάρχουν οποιοιδήποτε διαδικαστικοί κανονισμοί που να καθορίζουν την διαδικασία που ακολουθείται στην ακρόαση της Έφεσης, το Δικαστήριο κάλεσε τους συνήγορους όπως εκθέσουν μέσω αγορεύσεων την επιχειρηματολογία τους προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων μέσω των γραπτών αγορεύσεων τους εξέθεσαν τις απόψεις τους ως προς τη διαδικασία που θα πρέπει να ακολουθηθεί για την ακρόαση της υπό κρίση Έφεσης. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί στο σύνολο τους και ειδική αναφορά σε αυτές θα γίνει εκεί και όπου κρίνεται σκόπιμο. Το άρθρο 52
(4)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, Ν.22/85, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί (στο εξής ο «Νόμος») προβλέπει ότι οποιοδήποτε πρόσωπο θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση οποιουδήποτε Διαιτητή δύναται να υποβάλει Έφεση στο Δικαστήριο. Πέραν τούτου ωστόσο δεν υπάρχει οποιαδήποτε περαιτέρω αναφορά είτε στον Νόμο, είτε στους περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς ως προς την ακροαματική διαδικασία της προβλεπόμενης Έφεσης. Η Έφεση προς τον σκοπό ακύρωσης ή παραμερισμού διαιτητικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 52
(4)του Νόμου είναι φανερό ότι αποτελεί εναρκτήρια κλήση. Σχετική είναι η Δ.1 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας σύμφωνα με την οποία ως εναρκτήρια κλήση (originating summons) ορίζεται κάθε κλήση που δεν αφορά εκκρεμούσα διαδικασία. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τον τύπο επί του οποίου καταχωρήθηκε η Έφεση, για την καταχώρηση της και την έναρξη της παρούσας διαδικασίας χρησιμοποιήθηκε ο μηχανισμός της Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Πρέπει να σημειωθεί ότι επικράτησε η χρήση του τύπου της Δ.48 για την έναρξη διαδικασιών αυτής της φύσης. Συχνά μάλιστα χρησιμοποιείται ο όρος «Γενική Αίτηση», προκειμένου να διαφοροποιηθεί από την ενδιάμεση αίτηση και να σηματοδοτήσει έτσι την έναρξη μίας νέας διαδικασίας, όρος ο οποίος απαντάται και στην παρούσα. Στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ v. Dynacon Ltd
(1998)1 (Δ) Α.Α.Δ. 1978, η οποία αφορούσε σε απομάκρυνση διαιτητή με βάση τον Περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4, το Ανώτατο Δικαστήριο θεώρησε ότι η Δ.48 μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εναρκτήριο δικονομικό μέσο εφόσον το ίδιο το Κεφ. 4 προνοεί για υποβολή «αίτησης». Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα ακόλουθα (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Εφόσον δεν εκδοθεί Διαδικαστικός Κανονισμός, ρυθμιστικός των διαβημάτων που μπορεί να ληφθούν βάσει του Νόμου, το Άρθρο 30 του Νόμου καθιστά, τηρουμένων των αναλογιών, τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας εφαρμοστέους για την υποβολή και εκδίκαση αιτημάτων, θεμελιωμένων στις πρόνοιές του. Η υποβολή αίτησης, βάσει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, διέπεται από τη Δ.
  1. Η Δ.48 είναι, κατ΄ εξοχήν, προσαρμοσμένη στην υποβολή ενδιάμεσων αιτήσεων. Όπως προκύπτει από τους τύπους, οι οποίοι θεσμοθετούνται (Τύπος 45, Τύπος 46), η αίτηση υποβάλλεται στο πλαίσιο υφιστάμενης δικαιοδοσίας. Παρέχεται, όμως, η δυνατότητα προσαρμογής της σε εναρκτήρια αίτηση». Έχοντας επομένως ως δεδομένο ότι η Έφεση συνιστά εναρκτήρια κλήση τίθεται το ερώτημα κατά πόσον είναι επιβεβλημένη η παρουσίαση προφορικής μαρτυρίας για την εκδίκαση αίτησης αυτής της φύσεως. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών στην αγόρευση του υποστηρίζει ότι από τη στιγμή που η Έφεση εντάσσεται στην ευρύτερη κατηγορία των αγωγών η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας είναι επιβεβλημένη. Παραπέμπει μάλιστα ο κ. Δημητριάδης και στη Δ.36 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Με κάθε σεβασμό προς τον ευπαίδευτο συνήγορο των Αιτητών δεν συμμερίζομαι την άποψη του ότι οποτεδήποτε μία διαδικασία εντάσσεται στην κατηγορία των αγωγών, το γεγονός αυτό καθιστά από μόνο του επιβεβλημένη την προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, στον Νόμο και στους περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς δεν υπάρχει σχετική πρόνοια. Στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας όμως υπάρχει σχετική πρόνοια. Συγκεκριμένα η Δ.55 ρυθμίζει τη διαδικασία που ακολουθείται σε εναρκτήριες κλήσεις. Στον κανονισμό 3 της εν λόγω διαταγής αναφέρεται ότι αίτηση θα υποστηρίζεται από τέτοια μαρτυρία που το Δικαστήριο ή ο Δικαστής θα απαιτήσει. Αφήνεται δηλαδή ανοικτό το θέμα της μαρτυρίας που θα πρέπει να προσκομιστεί. Επιπρόσθετα, ακόμα και στη Δ.36 θ.1, που επικαλείται ο κ. Δημητριάδης, περιλαμβάνεται πρόνοια ότι ο Δικαστής δύναται για ικανοποιητικό λόγο να διατάξει όπως συγκεκριμένο γεγονός ή γεγονότα αποδειχθούν με ένορκη δήλωση. Παρέχεται δηλαδή και με βάση τη Δ.36 θ.1 η ευχέρεια συγκεκριμένο γεγονός ή γεγονότα να αποδειχθούν με ένορκη δήλωση. Έχοντας επομένως υπόψη μου τα πιο πάνω και ειδικότερα τις πρόνοιες τόσο της Δ.36 θ.1 όσο και της Δ.55 θ.3, αλλά και της Δ.39 θεωρώ ότι η προσκόμιση μαρτυρίας διά ενόρκων δηλώσεων αποτελεί παραδεκτό τρόπο απόδειξης σε διαδικασίες εναρκτήριων κλήσεων. Άλλωστε ποια η σκοπιμότητα της καταχώρησης ενόρκων δηλώσεων και της αναφοράς ότι τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζονται η Έφεση και η ένσταση εμφαίνονται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις; Ακόμη ένα επιχείρημα το οποίο υποστηρίζει ότι δεν είναι επιβεβλημένη η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας, είναι η πρόσφατη τροποποίηση της Δ.
  2. Σύμφωνα με τη Δ.30 θ.6 η ακρόαση στις αγωγές ταχείας εκδίκασης διεξάγεται στη βάση της μαρτυρίας που καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο, η οποία μαρτυρία κατατίθεται υπό μορφή ένορκης δήλωσης (βλ. Δ.30 θ.5
(5)(i)). Στις αγωγές ταχείας εκδίκασης επομένως ο κανόνας είναι ότι δεν προσκομίζεται προφορική μαρτυρία. Περαιτέρω, η θέση ότι μία εναρκτήρια κλήση δεν συνεπάγεται την προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας υποστηρίζεται και από την υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Κ. Σάββα Ιωάννη Κασπαρή Πολιτική Αίτηση 206/13 ημερ. 3.12.13. Η εν λόγω υπόθεση αφορούσε μεν αίτηση εκκαθάρισης, η εν λόγω αίτηση ωστόσο εντάσσεται στην κατηγορία των εναρκτήριων κλήσεων. Η Σταματίου Δ. συμφώνησε με την άποψη ότι η ακρόαση των αιτήσεων εκκαθάρισης γίνεται κατά κανόνα στη βάση των ενόρκων δηλώσεων. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «Η υπό κρίση απόφαση δόθηκε στα πλαίσια αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας. Όπως ορθά υπέδειξε ο κ. Παπαπέτρου κατά την αγόρευσή του ενώπιόν μου προς υποστήριξη της αίτησης, με αναφορά στην απόφαση του Πλήρους Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην Εταιρική Αίτηση 259/89 επί της αφορώσι την εταιρεία D.J. Demades & Sons Ltd, ημερομηνίας 28.5.1990, η ακρόαση τέτοιων αιτήσεων γίνεται κατά κανόνα στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που καταχωρούνται. Το απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση στο οποίο με παρέπεμψε, με το οποίο συμφωνώ αναφέρει τα εξής: «Μια Εταιρική Αίτηση ακολουθεί, κατά κανόνα, τους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας όταν δεν γίνεται εξειδικευμένη πρόνοια στους περί Εταιρειών (Διάλυσις) Κανονισμούς του 1933-38 (δέστε τον Κανονισμό 92 και την υπόθεση KMC Motors Ltd v. Josephanco Tradingand Contracting Company
(1984)1 Α.Α.Δ. 390). Η ιδιαιτερότητα μιας Εταιρικής Αίτησης έγκειται στο μηχανισμό παρουσίασης της με βάση τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου ΚΕΦ 113 και τους περί Εταιρειών Κανονισμούς του 1951. Η εκδίκαση γίνεται κατά κανόνα με βάση τα γεγονότα που στηρίζουν την Αίτηση και Ένσταση αντίστοιχα όπως πιστοποιούνται από τις Ένορκες Δηλώσεις που τις συνοδεύουν.» Περαιτέρω, στο σύγγραμμα του Pennington Company Law, 4η Έκδοση, σελ. 698, αναφέρεται: «The hearing of a winding up petition is held in open court by one of the judges of the Companies Court. The evidence on the hearing consists of the affidavits filed in support of and against the petition, unless the court permits testimony to be given orally. The affidavit verifying the petition is prima facie proof of the facts alleged by it and suffices to prove the petitioner´s case unless there are affidavits filed in opposition.» Σχετικά επίσης είναι και όσα καταγράφονται στο αγγλικό σύγγραμμα Odgers on Pleading and Practice, 20η έκδοση. Συγκεκριμένα στο κεφάλαιο 23, σελ. 355, κάτω από τον υπότιτλο «Hearing of Summons» γίνεται εκτενής αναφορά στις εναρκτήριες κλήσεις και στη διαδικασία που θα πρέπει να ακολουθείται κατά την ακρόαση τους. Συγκεκριμένα αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «When the summons first comes before him, the master will give all necessary directions as to the further conduct of the proceedings as he thinks best adapted to secure the just, expeditious and economically disposal thereof. Normally, the initial directions will be as to the filing of evidence. Such evidence is invariably given by affidavit in the first instance, and an affidavit on behalf of the plaintiff or applicant supporting the summons is normally sworn and filed shortly after issue. Very other no further evidence will be required, but all the other parties will require to take advice on the point, and the master will accordingly adjourn the appointment from time to time until the evidence is completed». Περαιτέρω, στη σελ. 361 του προαναφερόμενου συγγράμματος στον υπότιτλο «Petitions» αναφέρεται ότι: «The evidence follows what we have already seen to be the normal Chancery procedure on originating applications, and is usually given by affidavit, though attendance for cross-examination can be had if desired». Επομένως, αυτό το οποίο συνάγεται από όσα έχουν παρατεθεί ανωτέρω είναι ότι στις περιπτώσεις εναρκτήριων αιτήσεων η ακρόαση διεξάγεται κατά κανόνα στη βάση των ενόρκων δηλώσεων, τηρουμένης πάντοτε της δυνατότητας αντεξέτασης ή ακόμη και της προσαγωγής επιπρόσθετης μαρτυρίας εκεί όπου αυτό κρίνεται απαραίτητο στη βάση των ιδιαίτερων περιστατικών της κάθε υπόθεσης. Εν προκειμένω τόσο η Έφεση όσο και η ένσταση υποστηρίζονται από ένορκες δηλώσεις και γίνεται μάλιστα ρητή αναφορά στο σώμα τους ότι τα γεγονότα επί των οποίων βασίζονται εμφαίνονται στις συνημμένες ένορκες δηλώσεις. Υπάρχει επομένως ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, την οποία οι διάδικοι παρουσίασαν υπό μορφή ένορκης δήλωσης. Υπό το φως των πιο πάνω η κατάληξη μου είναι ότι η ακροαματική διαδικασία θα διεξαχθεί στη βάση των ενόρκων δηλώσεων. Νοείται ότι υπάρχει πάντα η δυνατότητα να ζητηθεί είτε η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων, είτε η προσκόμιση περαιτέρω μαρτυρίας, ζητήματα ωστόσο τα οποία θα αποφασισθούν από το Δικαστήριο εάν και εφόσον τεθούν. Ως προς τα έξοδα, λαμβάνοντας υπόψη μου το γεγονός ότι το ζήτημα τέθηκε στα πλαίσια της ευρύτερης ακροαματικής διαδικασίας, θεωρώ ορθότερο όπως παραμείνουν στην πορεία της αίτησης. (Υπ.) ............................................ Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Applications/Interim Αναφορά: Ακροαματική διαδικασία σε εναρκτήρια κλήση- Έφεση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.